ΤΡΑΠΕΖΑ
ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΤρΕφΑθ 4873/2024
Σε
ανυπαρξία υπαιτιότητας της εκ προσυμφώνου αγοράστριας, στην ματαίωση της
οριστικής σύμβασης ενεργοποιήθηκε όρος του προσυμφώνου σύμφωνα με τον
οποίο, εάν η ματαίωση της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα
της αγοράστριας, η πωλήτρια υποχρεούται να αποδώσει στην αγοράστρια το
καταβληθέν ως αρραβώνα μέρος του τιμήματος των 1.000.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο
από την επίδοση της ένδικης αγωγής.
(Η απόφαση
δημοσιεύεται επιμελεία του
δικηγόρου Αθηνών Κωνσταντίνου Σακελλαριάδη)
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 4873/2024
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
13ο ΤΜΗΜΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους
Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών,
Βασιλική Μπάστα, Εφέτη, Δημήτριο Φούκα,
Εφέτη-Εισηγητή και την Γραμματέα Έλενα Παΐλα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο
ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2024, για να δικάσει επί της εξής υποθέσεως
μεταξύ:
ΤΗΣ
ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ- ΑΝΤΕΝΑΓΟΥΣΑΣ της εδρεύουσας στην Αθήνα, οδός Όθωνος
αριθμ. 8, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ
EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με ΑΦΜ ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία
παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου Κουτρούμπα
(AM ΔΣΑ 3261), με δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ.
ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η
ΚΛΗΣΗ-ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ- ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ-ΑΝΤΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ της εδρεύουσας
στην Νέα Ερυθραία Αττικής, οδός Τατοΐου αριθμ. 122, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΡΕΤΣ
ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με ΑΦΜ ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία
παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Σακελλαριάδη (ΑΝ
ΔΣΑ 7867), με δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ.
Η ΕΝΑΓΟΥΣΑ με την από
15-1-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../13-3-2014 αγωγή της ενώπιον του
Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτή.
Η εναγόμενη, με την από 17-9-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../18-9-2014
ανταγωγή της της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να γίνουν
δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτή. Επί της αγωγής και της ανταγωγής που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 3658/2015 απόφαση
του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατ' αυτής η εναγομένη-αντενάγουσα
και ήδη εκκαλούσα, άσκησε την από 8-2-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως
.../9-2-2022 έφεσή της, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στο Γραμματέα του
Εφετείου Αθηνών με γενικό αριθμό κατάθεσης ./13-7-2017 και αριθμό καταθέσεως
δικογράφου ./13-7-2017, η οποία προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 8-11-2018
και εγγράφηκε στο πινάκιο. Η ενάγουσα-αντεναγομένη
και ήδη εκκαλούσα, άσκησε την από 18-4-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως
.../19-4-2017 έφεσή της, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στο Γραμματέα του
Εφετείου Αθηνών με γενικό αριθμό κατάθεσης ./19-4-2017 και αριθμό καταθέσεως
δικογράφου ./19-4-2017, η οποία προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 3-5-2018
και εγγράφηκε στο πινάκιο. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν
κατά την δικάσιμο της 8-11-2018, εκδόθηκε η με αριθμό 1587/2019 απόφαση του
Εφετείου Αθηνών. Κατ' αυτής η εναγομένη- αντενάγουσα άσκησε την από 15-5-2019 και με αριθμό εκθέσεως
καταθέσεως .../17-5-2019 αίτηση αναιρέσεως. Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό
16/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως
και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Ήδη με
την από 1-3-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../10- 3-2022 κλήση της
εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», ειδικής διαδόχου
της αρχικώς εναγομένης-αντενάγουσας εταιρείας με την
επωνυμία «EUROBANK ERGASIAS ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ
ΕΤΑΙΡΕΙΑ», η οποία προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 5-10-2023, κατά την οποία
μεταφέρθηκε λόγω εκλογών στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης
και εγγράφηκε στο πινάκιο, η προκειμένη υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση
ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Κατά την εκφώνηση της
υποθέσεως κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως
σημειώνεται ανωτέρω, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι τους αναφέρθηκαν στους
ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Κατά μεν τη διάταξη του
άρθρου 579 §1 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι
διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση που
αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, μόνον εφόσον
στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε τη
διάταξη του άρθρου 581 § 2 του ίδιου Κώδικα, στο Δικαστήριο της παραπομπής η
υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 του ΚΠολΔ,
αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από
εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή
παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση
για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το
οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση
του από άλλους δικαστές. Από τις παραπάνω διατάξεις, προκύπτει ότι η αναίρεση
της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της, μπορεί να είναι ολική ή μερική.
Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα
περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο
παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης
προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος της αναίρεσης, που έγινε δεκτός, καθώς και
εκείνα που συνάπτονται άρρηκτα προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναίρεσης
προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει
δε, από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα, του τυχόν
χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλομένης
απόφασης ως ολικής. Επομένως, στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση
συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η
απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε, μόνο
ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του Δικαστηρίου της
παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και
αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται άρρηκτα με
τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Αν η απόφαση
αναιρεθεί στο σύνολο της, αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται
στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολο της θεωρείται ότι αναιρείται μία
απόφαση, όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την
αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από
τους διαδίκους. Περίπτωση εν όλω αναίρεσης συντρέχει
και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός, πλήττει κατά νομική ακολουθία το
κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε
συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 711/2018, ΑΠ 1150/2017,
ΑΠ 304/2016 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο
παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, ως προς το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου
ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται
στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η
αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή
κλπ. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος,
κρίνοντας επί ορισμένου αναιρετικού σφάλματος και θεωρώντας βάσιμο το σχετικό
λόγο αναίρεσης, εφόσον συντρέχουν οι όροι των άρθρων 579 §1 και 581 §2 του ΚΠολΔ, τα οποία προβλέπουν και περί μερικής αναίρεσης της
απόφασης, όταν ο δεκτός γενόμενος αναιρετικός λόγος δεν πλήττει ευθέως ή κατά
νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, αναιρεί μερικώς την απόφαση. Η
μερική αυτή αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της υπόθεσης, στο οποίο
αφορά ο γενόμενος δεκτός αναιρετικός λόγος. Το Δικαστήριο, συνεπώς, της
παραπομπής ερευνά μόνον τους ισχυρισμούς, που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της
δίκης, για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνο
επανακρίνεται (ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 711/2018 ο.π). Κατά
τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι μη αναιρεθείσες διατάξεις διατηρούν την ισχύ
τους και δεσμεύουν το τμήμα της παραπομπής, λόγω του υπάρχοντας και μη
ανατραπέντος με την αναιρετική απόφαση δεδικασμένου,
από την αμετάκλητη ήδη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να
εξετάζονται εκ νέου τα κεφάλαια της διαφοράς που αντιστοιχούν σ' αυτές (ΑΠ
1282/2018, ΑΠ 711/2018, ΑΠ 404/2018 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Τέλος, οι διάδικοι ενώπιον
του Δικαστηρίου της παραπομπής, προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να
προτείνουν και κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Το
Δικαστήριο αυτό, ερευνώντας μόνο τους λόγους της έφεσης που είναι σχετικοί με
τα κεφάλαια της δίκης, για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, δεν
δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, δεσμευόμενο μόνο για τα νομικά
ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό
και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά
γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, εφόσον δεν εθίγησαν
με την αναίρεση (ΑΠ 886/2017 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 921/2015 ΝοΒ
2016, σελ. 96).
Νομίμως, με την από 1-3-2022
και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../10-3-2022 κλήση της εταιρείας με την
επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», ειδικής διαδόχου της αρχικώς εναγομένης- αντενάγουσας
εταιρείας με την επωνυμία «EUROBANK ERGASIAS ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ
ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», φέρονται προς περαιτέρω εκδίκαση και έκδοση
αποφάσεως οι: α)από 8-2-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../9-2-2022
έφεση της εναγομένης-αντενάγουσας και β)από 18-4-2017
και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../19-4-2017 έφεση της ενάγουσας- αντεναγόμενης, μετά την έκδοση της με αριθμό 16/2022
αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί της από 15-5-2019 και με αριθμό
εκθέσεως καταθέσεως .../17-5-2019 αίτησης αναιρέσεως κατά της με αριθμό
1587/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Με την από 15-1-2014 και με
αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../13-3-2014 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα-αντεναγομένη και ήδη
εκκαλούσα-εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΡΕΤΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ
ΕΤΑΙΡΕΙΑ», ισχυρίστηκε ότι συνεστήθη τον μήνα Μάιο
του έτους 2008, προκειμένου να προβεί στην αγορά ενός ακινήτου εμβαδού 123
στρεμμάτων περίπου, με υφιστάμενα εντός αυτού βιομηχανικά κτίρια, στην περιοχή
Γιάννουλη του νομού Λαρίσης, ιδιοκτησίας της εναγομένης-αντενάγουσας
ανώνυμης εταιρείας, η οποία ανήκει στον από ετών συνεργαζόμενο με τον νόμιμο
εκπρόσωπο της ενάγουσας, επιχειρηματικό όμιλο της τραπεζικής εταιρείας με την
επωνυμία «EFG EUROBANK ΑΕ». Ότι για το σκοπό αυτό καταρτίστηκε μεταξύ των
διαδίκων το με αριθμό ./23-7-2008 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο της
συμβολαιογράφου Αθηνών ., με το οποίο η άνω εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να
πωλήσει το ακίνητο στην ενάγουσα και η τελευταία να καταβάλει το τίμημα της
πώλησης, που συμφωνήθηκε στο ποσό των δέκα εκατομμυρίων ευρώ, ενώ κοινό
δικαιοπρακτικό θεμέλιο της συμφωνίας αμφοτέρων των συμβαλλομένων, υπήρξε η καταλληλότητα του ακινήτου για την ανέγερση σ' αυτό
εμπορικού κέντρου και μόνον. Ότι παράλληλα με την υπογραφή του προσυμφώνου
καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αρραβώνας, βάσει της οποίας η ενάγουσα
κατέβαλε στην εναγομένη ως αρραβώνα το ποσό του ενός
εκατομμυρίου ευρώ. Ότι χρόνος κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου
αγοραπωλησίας, καθορίστηκε η 20-11-2008, ενώ ρητώς προβλέφθηκε η τύχη του
αρραβώνας, για την περίπτωση της υπαιτιότητας εκάστου συμβαλλομένου μέρους στη
τυχόν ματαίωση της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου και συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη θα προέβαινε στην άρση της εκτιθέμενης στην αγωγή
προσημείωσης υποθήκης, με την οποία ήταν βεβαρυμένο
το πωλούμενο ακίνητο, μέχρι την 31- 12-2008. Ότι μετά από διαδοχικές συμφωνίες
παράτασης της δήλης ημέρας κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου, εξ αιτίας
προβλημάτων που ανέκυψαν στην υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου της εν λόγω
κατασκευής και συγκεκριμένα, εξ αιτίας της άρνησης των αρμοδίων τοπικών αρχών
να εγκρίνουν την κατασκευή κόμβου σύνδεσης του πωλουμένου
ακινήτου με τμήμα της εθνικής οδού της περιοχής, τελικώς, συμφωνήθηκε δήλη
ημέρα κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου η 2-6-2009. Ότι την ημέρα αυτή, ο
νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας δεν εμφανίστηκε στην ορισθείσα συμβολαιογράφο
για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας, έχοντας προηγουμένως
ενημερώσει την εναγόμενη, ότι εξ αιτίας της οριστικής άρνησης των αρμοδίων
αρχών, το ακίνητο είχε πλέον καταστεί ακατάλληλο για τη σύμφωνα με το
δικαιοπρακτικό θεμέλιο των συμβαλλομένων, χρήση για την οποία προοριζόταν, ενώ
εξ άλλου, συνέχιζε να είναι βεβαρυμένο με προσημείωση
υποθήκης, παρά την ρητή ανάληψη υποχρέωσης άρσης αυτής εκ μέρους της
εναγόμενης. Ζήτησε δε, επικαλούμενη ανυπαρξία υπαιτιότητας στο πρόσωπό της
σχετικά με την ματαίωση της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης πώλησης, αλλά
αντίθετα υπαιτιότητα της εναγομένης ως προς την
παράλειψη άρσης εντός της συμβατικός ορισθείσας προθεσμίας της προσημείωσης
υποθήκης του ακινήτου, και μετά από περιορισμό της αγωγής της κατά το κύριο
αίτημα με το οποίο ζητούσε την καταβολή εις διπλούν του συμφωνηθέντος
αρραβώνας, με βάση τις διατάξεις για την ενδοσυμβατιτή
ευθύνη και αυτές του αρραβώνας, να υποχρεωθεί η εναγομένη
σε επιστροφή του ποσού του αρραβώνος, δηλαδή του ποσού των 1.000.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την παρέλευση δέκα ημερών από την όχληση
προς τούτο, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επικουρικά δε, για τη περίπτωση
που γινόταν δεκτό ότι ο ένδικος αρραβώνας κατέπεσε υπέρ της εναγομένης,
να κριθεί αυτός προδήλως υπέρμετρος, να μειωθεί στο προσήκον μέτρο και να
υποχρεωθεί η τελευταία να της επιστρέψει το υπερβάλλον νομιμοτόκως
από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της.
Περαιτέρω, με την από
17-9-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/18-9-2014 ανταγωγή της, η αντενάγουσα και εναγομένη της
κύριας αγωγής, ανώνυμη εταιρεία, ισχυρίστηκε ότι είναι κυρία ενός άρτιου και
οικοδομήσιμου ακινήτου μετά του επ' αυτού κτιριακού συγκροτήματος, στην
κτηματική περιφέρεια ... του νομού Λαρίσης, εμβαδού 123 στρεμμάτων περίπου, το
οποίο συμφώνησε να μεταβιβάσει αιτία πωλήσεως στην αντεναγομένη,
αντί τιμήματος 10.000.000 ευρώ. Ότι μεταξύ τους καταρτίσθηκε το με αριθμό
./23-7-2008 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Αθηνών, ., στο
οποίο ρυθμίστηκαν λεπτομερώς οι συνέπειες της ενδεχόμενης ματαίωσης της
υπογραφής του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας, και δη αναλόγως της
υπαιτιότητας εκάστου των συμβαλλομένων μερών σ' αυτή, ο χρόνος παράδοσης του
ακινήτου στην αντεναγομένη, η υποχρέωση της αντενάγουσας να παραδώσει το πωλούμενο ακίνητο ελεύθερο
παντός βάρους, πλην της προσημειώσεως υποθήκης ποσού 1.100.000.000 δραχμών,
εγγραφείσας στις 6-12-1999 υπέρ της Τράπεζας Εργασίας και ήδη της «EFG EUROBANK
ERGASIAS ΑΕ», για την οποία η αντενάγουσα ανέλαβε την
υποχρέωση άρσης της, το αργότερο 41 ημέρες μετά τη κατάρτιση του οριστικού
συμβολαίου, δηλαδή το αργότερο έως τις 31-12-2008, και αντίστοιχα εντός 41
ημερών, από τη δήλη ημερομηνία που θα καθοριζόταν επί τυχόν τροποποίησης του
προσυμφώνου. Ότι συμφωνήθηκε η πωλήτρια αντενάγουσα
να μην εγγυάται, ούτε να υπόσχεται τη νομική τάξη του πωλουμένου
ακινήτου ή την πραγματική ή πολεοδομική κατάσταση αυτού, ενώ δήλη ημέρα
υπογραφής του οριστικού συμβολαίου ορίστηκε η 20-11-2008, ημέρα Πέμπτη και ώρα
16:00 στα γραφεία της άνω συμβολαιογράφου. Ότι μετά από διαδοχικές συμφωνίες
παράτασης της δήλης ημέρας κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου, κατόπιν αίτησης
της αντεναγομένης εταιρείας, συμφωνήθηκε ως δήλη
ημέρα υπογραφής η 2-6-2009, στα γραφεία της άνω συμβολαιογράφου. Ότι ο νόμιμος
εκπρόσωπος της αντεναγόμενης εταιρείας όλως αιφνιδίως ενημέρωσε την αντενάγουσα
ότι δεν επρόκειτο να παραστεί για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, τούτο
δε, έπραξε αυτός τελικώς, καθόσον δεν εμφανίστηκε στις 2-6-2009 στο εν λόγω
συμβολαιογραφείο, παρά τη ρητή της υποχρέωση προς τούτο, συνταχθείσας της με
αριθμό ./2-6-2009 πράξης μη εμφάνισης της άνω συμβολαιογράφου. Ότι από την
υπαίτια και αντισυμβατική συμπεριφορά της αντεναγομένης,
που αθέτησε τους όρους του προσυμφώνου με τη μη προσέλευσή της για την υπογραφή
του οριστικού συμβολαίου, η αντενάγουσα υπέστη ζημία.
Ζήτησε δε, επικαλούμενη κατάπτωση υπέρ της, του συμφωνηθέντος αρραβώνα και τη
διαληφθείσα στο εν λόγω προσύμφωνο συμφωνία, που της παρείχε τη δυνατότητα, σε
περίπτωση υπαίτιας ματαίωσης της οριστικής σύμβασης από υπαιτιότητα της αντεναγομένης να αιτηθεί αποζημίωση για κάθε θετική και
αποθετική της ζημία, να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει ως αποζημίωση
το χρηματικό ποσό των 3.900.000 ευρώ, λόγω της μείωσης της αξίας του ακινήτου
που επήλθε μετά τη ματαίωση της πώλησής του.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με
την εκκαλουμένη, με αριθμό 3658/2015 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε
την αγωγή και την ανταγωγή, απέρριψε αμφότερες ως ουσία αβάσιμες. Κατ' αυτής η εναγομένη-αντενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, άσκησε την από
8-2-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../9-2-2022 έφεσή της, αντίγραφο
της οποίας κατατέθηκε στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών με γενικό αριθμό
κατάθεσης ./13-7-2017 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου ./13-7-2017, η δε
ενάγουσα-αντεναγομένη και ήδη εκκαλούσα, άσκησε την
από 18-4-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../19-4-2017 έφεσή της,
αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών με γενικό
αριθμό κατάθεσης ./19-4-2017 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου ./19-4-2017. Επί
των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατά την
δικάσιμο της 8-11-2018, εκδόθηκε η με αριθμό 1587/2019 απόφαση του Εφετείου
Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση της εναγομένης-αντενάγουσας
και δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας-αντεναγομένης.
Κατ' αυτής η εναγομένη- αντενάγουσα
άσκησε την από 15-5-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../17-5-2019 αίτηση
αναιρέσεως. Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 16/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με
την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, αναιρέθηκε στο σύνολό της η με
αριθμό 1587/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η
υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση.
Μετά ταύτα και δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες
νομικές σκέψεις, μετά την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου
στο σύνολό της, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την
απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρ. 579 παρ.1 ΚΠολΔ), οι
διάδικοι θα επανέλθουν στο στάδιο συζήτησης των: α)από 8-2-2017 και με αριθμό
εκθέσεως καταθέσεως .../9-2-2022 και β)από 18-4-2017 και με αριθμό εκθέσεως
καταθέσεως .../19-4-2017 εφέσεων κατά της με αριθμό 3658/2015 αποφάσεως του
Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών.
Οι κρινόμενες εφέσεις κατά
της υπ' αριθμόν 3658/2015 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών, το οποίο δίκασε επί: α)της 15-1-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως
.../13-3-2014 αγωγής της ενάγουσας κατά της εναγομένης
και β)της από 17-9-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../18-9-2014
ανταγωγής της εναγόμενης κατά της ενάγουσας, έχουν ασκηθεί νομότυπα και
εμπρόθεσμα, εντός της καταχρηστικής προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 518
§ 2 ΚΠολΔ, εφόσον η εκκαλουμένη δημοσιεύθηκε την 9-11-2015
και οι εφέσεις ασκήθηκαν, η μεν υπό στοιχείο α' την 9-2-2017, η δε υπό στοιχείο
β' την 19-4-2017, χωρίς από τα προσκομιζόμενα έγγραφα να προκύπτει προηγούμενη
επίδοση της εκκαλουμένης, αρμοδίως δε φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του
Δικαστηρίου τούτου. Πρέπει, συνεπώς, να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν
περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι καταβλήθηκε και το απαιτούμενο από τη
διάταξη του άρθρου 495 § 3 ΚΠολΔ παράβολο, όπως
προκύπτει από τις υπ' αριθμ. .../9-2-2022 και
.../19-4-2017 εκθέσεις του Γραμματέα του Πρωτοδικείου, να συνεκδικασθούν
δε λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και επειδή έτσι επιταχύνεται και
διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρ. 246,
σε συνδ. με 524 § 1 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των
διατάξεων των άρθρων 516, 534 και 536 ΚΠολΔ συνάγεται
ότι για την άσκηση έφεσης απαιτείται όπως ο εκκαλών έχει έννομο συμφέρον προς
τούτο, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται όχι από το αιτιολογικό αλλά από το
διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης. Κριτήριο για την ύπαρξη εννόμου
συμφέροντος αποτελεί η βλάβη, η οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως από την
προσβαλλομένη απόφαση και μόνο. Οι εσφαλμένες αιτιολογίες της απόφασης, οι
οποίες δεν απολήγουν σε βλάβη του διαδίκου με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις
που περιέχονται στο διατακτικό της απόφασης, δεν μπορούν να αποτελέσουν
αντικείμενο έφεσης, καθόσον το ουσιώδες της απόφασης είναι οι διατάξεις και όχι
οι αιτιολογίες αυτής, το δικαστήριο δε που δικάζει την έφεση μπορεί να την
απορρίψει και να προσθέσει άλλες αιτιολογίες (άρθρο 534 ΚΠολΔ),
χωρίς η απόφαση του να θεωρείται επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα. Κατ'
εξαίρεση η βλάβη μπορεί να προέρχεται από τις δυσμενείς αιτιολογίες, οσάκις από
αυτές ιδρύεται δεδικασμένο, οπότε και υπάρχει έννομο
συμφέρον για την άσκηση έφεσης από τον διάδικο που νίκησε, προς αποτροπή αυτού
(Γ. Σαμουήλ, Η έφεση, Ε' έκδ. σελ.138 επ., ΑΠ 1054/1988 ΕλΔνη 31. 318).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 223 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε
πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν.4335/2015
(ΦΕΚ Α'80) με έναρξη ισχύος σύμφωνα με το άρθρο ένατο, παράγραφος 2 του αυτού
άρθρου και νόμου από 1-1-2016, «όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η
μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις
προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα
της αγωγής». Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής θεωρείται, σύμφωνα με το
άρθρο 295 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, ως μερική
παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και μπορεί να γίνει, όχι μόνο με τις
προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 223 του εν λόγω Κώδικα, αλλά κατ' ανάλογη
εφαρμογή του άρθρου 297 ΚΠολΔ και με δήλωση που
καταχωρίζεται στα πρακτικά, ιδίως όταν πρόκειται για υπόθεση που δικάζεται κατά
την ειδική διαδικασία. Είναι αληθές ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής
γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 297 ΚΠολΔ, ή με δήλωση
που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του
παραιτουμένου, πλην όμως στην περίπτωση του περιορισμού του αιτήματος της
αγωγής, ο οποίος θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο αυτής,
εφαρμόζεται η ειδική ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 223 ΚΠολΔ,
με βάση την οποία ο περιορισμός αυτός μπορεί να γίνει και με τις προτάσεις
ωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό και επομένως και με την προσθήκη στις
προτάσεις αυτές, που γίνεται μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου
δικαστηρίου αλλά μέσα στη νόμιμη προθεσμία, εφόσον μέχρι τότε δεν έχει
περατωθεί η δίκη στον εν λόγω βαθμό (ΑΠ 315/2010, ΕφΑΘ
4961/2012, ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα της από 15-1-2014
αγωγής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΡΕΤΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΞ», με δήλωση της,
που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συζήτησης της εκκαλουμένης απόφασης και
επαναλήφθηκε στην προσθήκη αντίκρουση των προτάσεων της, περιόρισε την αγωγή
της κατά το κύριο αίτημα αυτής, που αφορούσε στην απόδοση εις διπλούν του
συμφωνηθέντος αρραβώνα και προσκόμισε το τέλος δικαστικού ενσήμου, που
αναλογούσε στα επικουρικά αιτήματα της, όπως βεβαιώνεται στην εκκαλουμένη
απόφαση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι ο άνω περιορισμός είναι
απαράδεκτος και ότι η ενάγουσα ως προς την κύρια βάση της αγωγής και το
στηριζόμενο σε αυτήν κύριο αίτημα, έπρεπε να δικαστεί ερήμην λόγω μη καταβολής
του προσήκοντος σε αυτό τέλους δικαστικού ενσήμου και απέρριψε για το λόγο την
αγωγή κατά το κύριο αίτημά της. Ωστόσο, ο ανωτέρω περιορισμός είναι, κατά τα προεκτεθέντα, παραδεκτός και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θα
έπρεπε να δεχτεί ότι επιτρεπτός είχε χωρήσει ο
περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, με την προσθήκη των προτάσεων και με
δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας στα ταυτάριθμα με την
εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο
δικαστήριο, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και όσα περί τούτου ισχυρίζεται με τον
σχετικό λόγο της κρινομένης έφεσής της η άνω
ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα, κρίνονται βάσιμα, και επομένως ο σχετικός λόγος πρέπει
να γίνει δεκτός.
Κατά το άρθρο 166 ΑΚ, το
προσύμφωνο είναι αυτοτελής και αυθύπαρκτη σύμβαση, με την οποία οι
συμβαλλόμενοι συμφωνούν να καταρτίσουν στο μέλλον άλλη ορισμένη σύμβαση και
υπόκειται στον τύπο που ορίζει ο νόμος για την κύρια σύμβαση που πρέπει να
συναφθεί. Αποτελεί δηλαδή ενοχική υποσχετική σύμβαση. Η κύρια υποχρέωση που
παράγεται από το προσύμφωνο είναι η υποχρέωση των μερών να συμπράξουν για την
κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως που σκοπείται με το
προσύμφωνο. Στο αποτέλεσμα αυτό αποβλέπουν τα μέρη, δηλαδή στην εκπλήρωση του
περιεχομένου του προσυμφώνου. Η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής συμβάσεως
επιφέρει την απόσβεση της ενοχής από το προσύμφωνο. Γι' αυτό το λόγο η
εκπλήρωση της ενοχής σε ορισμένο χρονικό σημείο αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της
έννοιας της ενοχής. Ενδιαφέρον ζήτημα γεννάται σε σχέση με τη σημασία, η οποία
πρέπει να προσδοθεί στην άπρακτη πάροδο της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της
οριστικής συμβάσεως είτε από το ένα είτε από αμφότερα τα συμβληθέντα
μέρη στο προσύμφωνο. Στο θέμα αυτό προέχουσα σημασία έχει η βούληση προς τούτο
των συμβαλλομένων μερών. Κατ' αρχήν αυτή η προθεσμία, εφόσον δεν ορίσθηκε
διαφορετικά, έχει απλώς το χαρακτήρα προθεσμίας εκπληρώσεως της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής, δεν επάγεται
ανατροπή του προσυμφώνου. Και μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής και μέχρι να
συμπληρωθεί η εικοσαετής παραγραφή, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση,
μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής σύμβασης. Οι συμβαλλόμενοι όμως,
μπορούν να ορίσουν ρητά ή σιωπηρά ότι η άπρακτη πάροδος της παραπάνω
προθεσμίας, ανεξάρτητα από το λόγο που την προκάλεσε, επάγεται ανατροπή του
προσυμφώνου και ματαίωση καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως. Στην τελευταία
αυτή περίπτωση, η προθεσμία λειτουργεί ως διαλυτική (ΑΚ 210). Περαιτέρω, οι
περί αμφοτεροβαρών συμβάσεων διατάξεις του ΑΚ, κατ' αναλογία, εφαρμόζονται και
στο προσύμφωνο, που όπως ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί καταρτισμένη αυτοτελή
αμφοτεροβαρή σύμβαση, αφού δεν υπάρχει αντίθετη προς τούτο διάταξη (ΑΠ
249/2009, ΑΠ 152/2001, ΕφΑΘ 399/2012, ΤΝΠ Νόμος). Επί
προσυμφώνου, ως παροχή θεωρείται η σύμπραξη για τη σύναψη της οριστικής
συμβάσεως, η οποία αποτελεί κατά κυριολεξία την οφειλόμενη παροχή από το
προσύμφωνο (ΕφΑΘ 2969/1998 Αρμ
ΝΓ.657). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 402 και 403 του ΑΚ προκύπτει
ότι ο αρραβώνας που δίνεται κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, όπως και αυτός
που δίνεται προς εξασφάλιση προσυμφώνου, καθώς το προσύμφωνο είναι υπό την
ανωτέρω έννοια τέλεια σύμβαση και γεννά τέλεια ενοχή, (ΑΠ 1500/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 1192/2009, ΕφΑΘ 8528/2005,
ΤΝΠ Νόμος), μπορεί ανάλογα με το επιδιωκόμενο από τα μέρη με τη σύμβαση σκοπό,
είτε να είναι επιβεβαιωτικός της κατάρτισης της συμβάσεως, είτε να έχει την
έννοια του επιτιμίου μεταμέλειας, που παρέχει στο συμβαλλόμενο ή στους
συμβαλλομένους δικαίωμα να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση χάνοντας τον αρραβώνα ή
αποδίδοντάς τον διπλάσιο, είτε να έχει την έννοια της ποινής και να δίνεται για
να λειτουργήσει σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης της
συμβάσεως κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν της ποινικής ρήτρας. Ο αρραβώνας
μεταμέλειας, αυτός δηλαδή που δίνεται με τη συμφωνία ότι αυτός που δίνει ή
αυτός που τον λαμβάνει μπορούν να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση χάνοντας τον
αρραβώνα ή αποδίδοντας τον διπλάσιο, είναι διαφορετικός από τον επιβεβαιωτικό,
διότι ο τελευταίος δίνεται προς ενίσχυση της συμβάσεως, ενώ ο πρώτος προς
εξασθένηση και ανατροπή της τετελεσμένης συμβάσεως, γι' αυτό και απαιτείται για
τον χαρακτηρισμό αυτού ως αρραβώνα μεταμέλειας να έχει συμφωνηθεί ρητά ή να συνάγεται
κατά τρόπο αναμφίβολο ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να έχουν το δικαίωμα
υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση χάνοντας τον αρραβώνα ή αποδίδοντας αυτόν διπλάσιο
(βλ. I. Σόντη στην ΕρμΑΚ, άρθρο 402, σελ. 588, αριθμό
30 και Ταμπάκη, σε ΑΚ ΓεωργΣταθ. υπό το άρθρο 402,
αριθ. 7,8 και 9). Είναι δηλαδή ο αρραβώνας επιτίμιο μεταμελείας (άρθρο 398 ΑΚ),
αν οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να έχουν τη διαζευκτική ευχέρεια της εκτελέσεως
της συμβάσεως ή της υπαναχωρήσεως από αυτή, η άσκηση του δικαιώματος της οποίας
εξαρτάται από μόνη τη δήλωση του δικαιούχου και έχει ως συνέπεια την απώλεια
του αρραβώνα ή την απόδοση του διπλάσιου (ΑΠ 1339/2011, ΑΠ 2097/2009 Νόμος).
Περαιτέρω, κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, το είδος του αρραβώνα
εξαρτάται από τη βούληση των μερών. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 402 ΑΚ, σε
περίπτωση αμφιβολίας ο αρραβώνας θεωρείται μόνο ποινικός, δηλαδή ενεργεί στη
σύμβαση ως ποινική ρήτρα, και χρησιμεύει προς κάλυψη ενδεχόμενης ζημίας από την
υπαίτια μη εκτέλεση της συμβάσεως που λειτουργεί, σύμφωνα με το άρθρο 403 ΑΚ,
κατά τρόπο παρόμοιο προς τη λειτουργία της ποινικής ρήτρας. Επομένως, ο
ποινικός αρραβώνας καταπίπτει σε περίπτωση υπαίτιας αδυναμίας προς εκπλήρωση
της κύριας σύμβασης και σε περίπτωση υπερημερίας, η οποία επέρχεται με την πάροδο
της ημέρας προς εκτέλεση της σύμβασης, όταν έχει ορισθεί τέτοια, αλλιώς από την
όχληση, οπότε ο δανειστής αποκτά δικαίωμα από την παρεπόμενη περί αρραβώνας
σύμβαση, είτε στον αρραβώνα που έλαβε, είτε αξίωση προς απόδοση του διπλάσιου,
μη αποκλεισμένης εν αμφιβολία και υποχρέωσης για παραπέρα αποζημίωση,
μειούμενης κατά το ποσό του αρραβώνα (ΑΠ 1339/2011, ΑΠ 2097/2009, ΑΠ 254/1997
ΤΝΠ Νόμος).
Από τις καταθέσεις των
ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων αποδείξεως και
ανταποδείξεως, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση
πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τα έγγραφα, που νομίμως
προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά
περιστατικά: Η ενάγουσα-αντεναγομένη εταιρεία με την
επωνυμία «ΟΙΚΟ-ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΛΑΡΙΣΗΣ Α.Ε», συστάθηκε δυνάμει του ./29-5- 2008
συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Αθηνών, ., το οποίο δημοσιεύθηκε
νόμιμα στο με αριθμό 3.773/6-6-2008 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), μετονομάσθηκε δε
σε «ΡΕΤΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΕ» (ΦΕΚ 8510/10-8-2012), με σκοπό την αγορά, πώληση,
μίσθωση, εκμίσθωση και εν γένει εκμετάλλευση και διαχείριση ακίνητης
περιουσίας, την ανέγερση κτιρίων και την ανάληψη και εκτέλεση κάθε είδους
τεχνικών έργων σε ακίνητα. Δυνάμει του με αριθμό ./23-7-2008 προσυμφώνου της
Συμβολαιογράφου Αθηνών ., που συνήφθη μεταξύ της άνω
ενάγουσας-αντεναγομένης εταιρείας και της εναγομένης-αντενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία «EFG
EUROBANK ERGASIAS ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΝΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», συμφωνήθηκε να
μεταβιβάσει η τελευταία στην πρώτη, λόγω πώλησης, ένα ακίνητο της πλήρους και
αποκλειστικής κυριότητας της, εντός του οποίου υπάρχει κτιριακό συγκρότημα
αποτελούμενο από τριάντα εννέα κτίρια, που βρίσκεται στη θέση «Παιδόπολη» του δημοτικού διαμερίσματος Γιάννουλης του δήμου
Λάρισας, επί της δεύτερης χιλιομετρικής θέσης της εθνικής οδού
Λαρίσης-Τυρνάβου-Κοζάνης, έκτασης κατά τους απώτερους τίτλους κτήσης 122.934,00
τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 122.466,84 τ.μ. Η οριστική σύμβαση μεταξύ των
άνω, συμφωνήθηκε να καταρτισθεί την 20-11-2008 και ώρα 16:00, η δε μη
προσέλευση οιουδήποτε των συμβαλλομένων κατά την άνω ορισθείσα δήλη ημέρα και
ώρα ή η προσέλευση και άρνηση αυτού προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου,
βεβαιουμένης της μη εμφάνισης ή άρνησης δια της οικείας συμβολαιογραφικής
πράξης, συμφωνήθηκε ότι αποτελεί αθέτηση των όρων και συμφωνιών της σύμβασης
προσυμφώνου. Το τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε στο ποσό των 10.000.000 ευρώ. Την ίδια ημέρα
υπογραφής του προσυμφώνου καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αρραβώνα
σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα-αντεναγομένη κατέβαλε
στην εναγομένη-αντενάγουσα το χρηματικό ποσό του
1.000.000 ευρώ, με την είσπραξη της με αριθμό ... δίγραμμης τραπεζικής
επιταγής, έκδοσης της εκ προσυμφώνου αγοράστριας ενάγουσας-αντεναγόμενης
στις 22-7-2008, το οποίο θα αφαιρείτο από το άνω τίμημα, κατά την κατάρτιση του
οριστικού συμβολαίου, εναπομένοντος προς καταβολή του υπολοίπου των 9.000.000
ευρώ. Με το παραπάνω προσύμφωνο συμφωνήθηκαν ειδικότερα τα εξής, σχετικά με την
περίπτωση ματαίωσης υπογραφής της οριστικής σύμβασης: Εάν ματαιωθεί η υπογραφή
του οριστικού συμβολαίου κατά την άνω δήλη ημερομηνία εξ οιουδήποτε λόγου που
αφορά την συμβαλλόμενη εκ προσυμφώνου αγοράστρια εταιρεία, παύει η ισχύς του
παρόντος και η εκ προσυμφώνου πωλήτρια εταιρεία θα δύναται και θα δικαιούται
εφεξής να χρησιμοποιεί, εκμεταλλεύεται και διαθέτει το ακίνητο αυτό ελευθέρως,
όπως βούλεται, κατά την απόλυτη κρίση της. Επίσης, συμφωνηθήκαν τα ακόλουθα:
Α.(ι) Εάν μεν η ματαίωση της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου δεν οφείλεται
σε υπαιτιότητα της αγοράστριας, η πωλήτρια θα υποχρεούται να αποδώσει στην
αγοράστρια το ανωτέρω καταβληθέν σε αυτήν ως αρραβώνα μέρος του τιμήματος εντός
προθεσμίας δέκα ημερών από τη σχετική εξώδικη πρόσκληση της αγοράστριας και σε
περίπτωση καθυστέρησης με το νόμιμο τόκο υπερημερίας. Σε περίπτωση που η
πωλήτρια αρνηθεί ή καθυστερήσει να συμμορφωθεί προς τα ανωτέρω, η εκ
προσυμφώνου αγοράστρια Θα δικαιούται να διεκδικήσει την απόδοση του ως άνω
ποσού των 1.000.000 ευρώ, εκτός των άλλων κατά νόμο δικαιωμάτων της και με
εκτέλεση του παρόντος που τα μέρη συμφωνούν και κηρύσσουν τίτλο εκτελεστό και
εκκαθαρισμένο και για την αιτία αυτή, (ιι) Αν όμως η
ματαίωση της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου οφείλεται σε υπαιτιότητα της
αγοράστριας, τότε η τελευταία θα χάνει το ως άνω καταβληθέν λόγω αρραβώνος στην
πωλήτρια ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ, περαιτέρω δε η πωλήτρια θα δικαιούται
να αξιώσει από την αγοράστρια την αποκατάσταση και κάθε θετικής και αποθετικής
της ζημίας. Β.) Εάν ματαιωθεί η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου κατά την άνω
δήλη ημερομηνία, εκ λόγου αφορώντoς την εκ
προσυμφώνου πωλήτρια εταιρεία, η αγοράστρια εταιρεία Θα έχει εναλλακτικά τα
κατωτέρω δικαιώματα:(ι) Είτε να υπαναχωρήσει αζημίως εκ του προσυμφώνου τούτου,
δικαιούμενη να ζητήσει με σχετική εξώδικη πρόσκλησή της κατά τα προεκτεθέντα, το ως άνω καταβληθέν στην πωλήτρια μέρος του
τιμήματος της προσυμφωνουμένης αγοραπωλησίας, του
ενός εκατομμυρίου ευρώ άτοκα, αν η ματαίωση της υπογραφής του οριστικού
συμβολαίου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο η πωλήτρια δεν υπέχει ευθύνη, ή το
διπλάσιο του ποσού τούτου, αν η ματαίωση οφείλεται σε υπαιτιότητα της πωλήτριας
(ιι)Είτε σε περίπτωση κατά την οποία η ματαίωση
οφείλεται σε υπαιτιότητα της πωλήτριας, να εμμείνει
στην ισχύ του παρόντος προσυμφώνου και να προβεί μονομερώς και χωρίς μεσολάβηση
της πωλήτριας στην κατάρτιση του οριστικού αγοραπωλητηρίου
συμβολαίου επ' ονόματί της, και με αυτοσύμβαση ακόμα, κατ' άρθρον
235 ΑΚ, παρισταμένη και ενεργούσα στην πράξη αυτή το μεν δι' εαυτήν ατομικώς, το δε ως πληρεξούσια και αντιπρόσωπος της
πωλήτριας εταιρείας, και υπό τον όρο και την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι όροι
του παρόντος προσυμφώνου θα αποτελέσουν τους όρους του οριστικού της
αγοραπωλησίας συμβολαίου, για το λόγο δε αυτό η εκ προσυμφώνου πωλήτρια
εταιρεία χορήγησε από την ημέρα κατάρτισης του προσυμφώνου στην εκ προσυμφώνου
αγοράστρια την σχετική εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα, και δη
χωρίς δικαίωμα ανάκλησης, ισχύουσα δε και για τις περιπτώσεις των άρθρων 223
και 726 του ΑΚ, προς υπογραφή του οριστικού της αγοραπωλησίας συμβολαίου επ' ονόματί της, και εν γένει προς διενέργεια κάθε πράξεως
απαραίτητης για την περαίωση της άνω εντολής. Συμφωνήθηκε δε, ότι η εκ
προσυμφώνου πωλήτρια δεν εγγυάται, ούτε διαβεβαιώνει ή υπόσχεται την νομική
τάξη του πωλούμενου ακινήτου ή την πραγματική και πολεοδομική κατάσταση αυτού.
Με βάση τα ανωτέρω, με απόλυτη σαφήνεια προκύπτει ότι το ποσό των 1.000.000
ευρώ οι συμβαλλόμενοι θέλησαν να δοθεί όχι ως αρραβώνας μεταμέλειας, ούτε, εν
όψει του ύψους αυτού, ως επιβεβαιωτικός, αλλά ως ποινικός, δηλαδή θέλησαν να
λειτουργήσει αυτός κατά τρόπο παρόμοιο προς την ποινική ρήτρα και να καταπέσει
υπέρ του αναίτιου μέρους, σε περίπτωση υπαίτιας μη σύμπραξης του έτερου μέρους στη κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, το
οποίο, άλλωστε, τεκμαίρεται εν αμφιβολία. Το ποσό αυτό η εναγομένη-αντενάγουσα
πωλήτρια θα δικαιούτο να αξιώσει εις διπλούν από την αντισυμβαλλομένη
της, εάν η κατάρτιση της οριστικής σύμβασης δεν εκπληρωνόταν από υπαιτιότητα
της. Περαιτέρω, κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου, επί του εν λόγω υπό πώληση
ακινήτου υπήρχε, μεταξύ άλλων, στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Τυρνάβου,
εγγεγραμένη προσημείωση υποθήκης σε βάρος της
ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ
ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», απώτερης δικαιοπαρόχου της
εκ προσυμφώνου πωλήτριας, ποσού 1.100.000.000 δραχμών, εγγραφείσα την 6-12-1999
στα βιβλία υποθηκών του άνω υποθηκοφυλακείου Τυρνάβου, στον τόμο . και αριθμό
., δυνάμει της με αριθμό 2142/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Λάρισας, υπέρ της τραπεζικής εταιρείας «ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΕ» και ήδη «EFG
EUROBANK ERGASIAS ΑΕ». Εξ άλλου, με το ανωτέρω προσύμφωνο, συμφωνήθηκε το εν
λόγω ακίνητο να μεταβιβασθεί στην ενάγουσα ελεύθερο βαρών, υποθηκών,
κατάσχεσης, και διεκδίκησης τρίτου, κάθε είδους δουλείας, πλην αυτής που
υφίστατο υπέρ της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού και προσημειώσεων υποθήκης,
πλην αυτής που αναφέρθηκε ανωτέρω, δηλαδή της εγγεγραμμένης στα βιβλία υποθηκών
του υποθηκοφυλακείου Τυρνάβου κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ». Δια του
προσυμφώνου, η εναγόμενη-αντενάγουσα είχε αναλάβει
την υποχρέωση να εξαλείψει την προσημείωση αυτή, το αργότερο έως 31-12-2008,
δηλαδή εντός της προθεσμίας 41 ημερών μετά τη κατάρτιση της οριστικής σύμβασης.
Ακολούθως, οι διάδικοι με επτά διαδοχικές, με αριθμούς ./19—11—2008,
./15-12-2008, ./19-1-2009, ./10-2-2009, ./26-2-2009, ./31-3-2009 και
./29-4-2009 συμβολαιογραφικές πράξεις της ίδιας συμβολαιογράφου, συμφώνησαν
διαδοχικές παρατάσεις για τη σύνταξη οριστικού συμβολαίου μέχρι την τελική της
2-6-2009, ημερομηνία η οποία ορίσθηκε με την τελευταία, με αριθμό ./29-4-2009
συμβολαιογραφική πράξη. Σε καθεμία από τις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις
συμφωνήθηκε όρος κατά τον οποίο, όπου στο περιεχόμενο του με αριθμό ./2008
προσυμφώνου γίνεται αναφορά στην 20-11-2008, ορισθείσα ημερομηνία κατάρτισης
της οριστικής σύμβασης, θα νοείται η δια της κάθε πράξη παράτασης οριζόμενη νέα
δήλη ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης και όποιες συνέπειες, δικαιώματα,
ενάρξεις και εν γένει έννομα αποτελέσματα εξαρτήθηκαν από την παρέλευση της τεθείσας σε αυτό ημερομηνίας υπογραφής του οριστικού
συμβολαίου, ήτοι 20-11-2008, εφεξής Θα συναρτώνται με την οριζόμενη σε κάθε
συμβολαιογραφική πράξη νέα δήλη ημέρα. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι το πωλούμενο
ακίνητο αγοράσθηκε προκειμένου να δημιουργηθεί εντός αυτού εμπορικό κέντρο.
Ειδικότερα, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας-αντεναγομένης,
., δραστηριοποιείται στο χώρο των κατασκευών και επενδύσεων σε ακίνητα και στα
πλαίσια της δραστηριότητας αυτής, είχε από ετών ομοειδή επαγγελματική
συνεργασία με την εταιρεία με την επωνυμία «EUROBANK PROPERTIES ΑΕ», η οποία
έχει αντικείμενο τις επενδύσεις σε ακίνητα και ανήκει στον όμιλο εταιρειών της
τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ». Μάλιστα, η
εταιρεία με την επωνυμία «... ΚΑΙ ... ΑΕ», στην οποία μέτοχοι ήταν η άνω
εταιρεία «EUROBANK PROPERTIES ΑΕ» κατά ποσοστό 9%, μέλη της οικογένειας του .
κατά ποσοστό 40% και η εταιρεία «LAMDA DEVELOPMENT ΑΕ» κατά ποσοστό 51%, προέβη
στην κατασκευή μεγάλου συγκροτήματος 126 κατοικιών στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας, η
οποία ολοκληρώθηκε περί το έτος 2006. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας τους,
αλλά και μετέπειτα λόγω συζητήσεων, που διεξήχθησαν μεταξύ του . ως εκπροσώπου
της εταιρείας «... ΚΑΙ ... ΑΕ» και των εκπροσώπων της εταιρείας «EUROBANK
PROPERTIES ΑΕ», με αντικείμενο πιθανή συνεργασία τους σχετικά με την
εκμετάλλευση εμπορικού κέντρου στον Ασπρόπυργο Αττικής, ο . έλαβε γνώση από
στελέχη της διοίκησης της εταιρείας «EUROBANK PROPERTIES ΑΕ», και δη τον ., ο
οποίος μετείχε και στο διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης-αντενάγουσας
«EUROBANK ERGASIAS Χρηματοδοτικές Μισθώσεις ΑΕ», ότι διατίθεται προς πώληση το
ανωτέρω ακίνητο, έκτασης 123 στρεμμάτων, με κτίσματα 10.000 τ.μ. περίπου και με
δυνατότητα ανέγερσης και άλλων κτιρίων, επιφάνειας 25.000 τ.μ. περίπου,
ευρισκόμενο κοντά στην πόλη της Λάρισας, με πρόσοψη 140 μέτρων περίπου επί της
εθνικής οδού. Την προώθηση της πώλησης του ακινήτου είχε αναλάβει η εταιρεία
«EUROBANK PROPERTIES ΑΕ», ανήκε δε στην κυριότητα της εναγομένης-αντενάγουσας
εταιρείας «EUROBANK ERGASIAS Χρηματοδοτικές Μισθώσεις ΑΕ», η οποία επίσης ανήκε
στον όμιλο εταιρειών της τραπεζικής εταιρείας «EUROBANK ERGASIAS ΑΕ». Ο ., λόγω
των ανωτέρω χαρακτηριστικών του ακινήτου, έδειξε ενδιαφέρον για την αγορά αυτού
αποβλέποντας στην αξιοποίηση του ως εμπορικό κέντρο. Οι εκπρόσωποι της εναγομένης- αντενάγουσας
εταιρείας, κυρίας του ακινήτου, γνώριζαν ότι αυτό προωθείται προς πώληση σε
υποψήφιους αγοραστές ως κατάλληλο για τη δημιουργία εμπορικού κέντρου και οι
συζητήσεις που επακολούθησαν μεταξύ τους στηρίζονταν σε αυτή την προοπτική,
δηλαδή στην κατασκευή εμπορικού κέντρου και για το λόγο αυτόν, το τίμημα
πώλησης προσδιορίσθηκε στο ύψος των 10.000.000 ευρώ, με βάση την κοινή
πεποίθηση των υποψηφίων αγοραστών και της πωλήτριας ότι πρόκειται για ακίνητο
κατάλληλο για τη δημιουργία εμπορικού κέντρου. Το άνω προσφερθέν
και συμφωνηθέν τίμημα πώλησης δικαιολογείται μόνο για ανάλογη χρήση αφού ως
βιομηχανοστάσιο η αξία του ήταν κατά το χρόνο εκείνο κατώτερη από το 1/3 της
συμφωνηθείσας και ως αγρός η αξία του ανερχόταν στο 1/10 της συμφωνηθείσας.
Έτσι, η ενάγουσα-αντεναγομένη εταιρεία, για την αγορά
του εν λόγω ακινήτου, προσέφερε ως τίμημα αγοράς 10.000.000 ευρώ και έτερος
υποψήφιος αγοραστής, και δη, η εταιρεία με το διακριτικό τίτλο «... real estate development»
προσέφερε αυτό των 9.450.000 ευρώ. Άλλωστε, με σκοπό την αγορά του εν λόγω
ακινήτου και την κατασκευή εμπορικού κέντρου συστάθηκε στις 29-5-2008 η
ενάγουσα-αντεναγομένη εταιρεία «ΟΙΚΟ—ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ
ΛΑΡΙΣΗΣ Α.Ε.», όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, και συμφωνήθηκε η κατάρτιση του
προσυμφώνου προκειμένου να δοθεί χρόνος για καλύτερη μελέτη της επένδυσης. Περί
τα τέλη του μηνός Ιουλίου του έτους 2008, ο νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρείας
ανέθεσε στην εταιρεία «... ΕΠΕ» τη διερεύνηση των πολεοδομικών θεμάτων και
διοικητικών αδειών που απαιτούνταν για την κατασκευή και λειτουργία εμπορικού
κέντρου προς πληρέστερη αξιολόγηση της επένδυσης. Πράγματι, ο πολιτικός
μηχανικός ., ενεργώντας εκ μέρους της άνω εταιρείας «... ΕΠΕ», διαπίστωσε ότι
το συγκεκριμένο ακίνητο από χωροταξικής και πολεοδομικής άποψης ήταν κατάλληλο
για την κατασκευή εμπορικού ή εκθεσιακού κέντρου, η θέση του ήταν καλή, υπήρχε
δυνατότητα δημιουργίας θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων προς εξυπηρέτηση των
επισκεπτών, ότι στην περιοχή είχαν ήδη εγκατασταθεί άλλες μεγάλες επιχειρήσεις
εμπορίου, χαρακτηριστικά που ενίσχυαν την επιχειρηματική απόφαση για δημιουργία
εμπορικού κέντρου. Ωστόσο, κατά την πορεία της έρευνας διαπιστώθηκε στη
συνέχεια ότι το εν λόγω ακίνητο είχε σοβαρό πρόβλημα σχετικά με τη νόμιμη
πρόσβαση των οχημάτων στην εθνική οδό διότι, λόγω του χαρακτήρα της οδού ως
εθνικής, δεν ήταν δυνατόν να κατασκευαστεί απλή είσοδος και έξοδος των οχημάτων
αλλά ήταν αναγκαία η κατασκευή κόμβου σύνδεσης με αυτήν και ενώ από τεχνικής
άποψης τούτο ήταν εφικτό διότι υπήρχε επαρκής πρόσοψη επί της εθνικής οδού
καθώς και επαρκής χώρος, για το λόγο ότι η παρακείμενη εταιρία «CARREFOUR», που
λειτουργούσε σε όμορο ακίνητο, είχε κατασκευάσει δικό της κόμβο σε απόσταση
μικρότερη των 150 μέτρων από το σημείο που θα μπορούσε να κατασκευαστεί νέος κόμβος
για το εν λόγω ακίνητο, δεν επιτρεπόταν κατά νόμο η κατασκευή άλλου κόμβου
σύνδεσης σε απόσταση μικρότερη των 150 μέτρων από τον προηγούμενο. Το ζήτημα
της πρόσβασης οχημάτων στην εθνική οδό ήταν καθοριστικής σημασίας για την
χορήγηση άδειας και η ενάγουσα-αντεναγομένη εταιρεία,
απευθυνόμενη προς τις αρμόδιες αρχές του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ προσπάθησε να διερευνήσει
τη δυνατότητα νόμιμης εξαίρεσης από την ρύθμιση των 150 μέτρων αλλά χωρίς
αποτέλεσμα. Ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας-αντεναγομένης
ενημέρωσε τους αρμοδίους υπαλλήλους των εταιρειών «EUROBANK PROPERTIES ΑΕ» και
«EUROBANK ERGASIAS Χρηματοδοτικές Μισθώσεις ΑΕ» για το ανακύψαν ζήτημα και
συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων να μη λυθεί το από 23-7-2008 καταρτισθέν προσύμφωνο αγοράς αλλά να παρατείνουν τη
διάρκεια του για να εξαντληθούν οι προσπάθειες εξεύρεσης νόμιμης λύσης στο
ζήτημα του κόμβου πρόσβασης. Έτσι, συμφωνήθηκαν οι παρατάσεις για τις οποίες
έγινε αναφορά ανωτέρω. Επιπροσθέτως, η ενάγουσα-αντεναγομένη
εταιρεία, προς επίλυση του εν λόγω προβλήματος απευθύνθηκε στην εταιρεία
«CARREFOUR» με σκοπό την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης χρήσης του κόμβου
πρόσβασης, που χρησιμοποιούσε η τελευταία, με κατάρτιση σύμβασης δουλείας
διόδου. Παράλληλα, επιχείρησε να διερευνήσει τη θέση της υπηρεσίας πολεοδομίας ως
προς το ζήτημα αυτό, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η τελευταία θα αποδεχθεί
την κοινή χρήση του ήδη υπάρχοντας κόμβου ώστε να μην προκύψουν εμπόδια στην
άδεια λειτουργίας του εμπορικού κέντρου. Στις 27 Απριλίου 2009, η ενάγουσα-αντεναγομένη ενημέρωσε και εγγράφως την εναγομένη-αντενάγουσα
ότι θα έχει εγγράφως την συμφωνία της εταιρείας «CARREFOUR» σχετικά με την
παραχώρηση της χρήσης του κόμβου, μέχρι τις 30-6-2009 και ζήτησε να καταρτισθεί
η οριστική σύμβαση αγοραπωλησίας μετά την ημερομηνία αυτή. Η εναγομένη-αντενάγουσα απέστειλε την από 29-4-2009 εξώδικη
δήλωσή της, με την οποία για πρώτη φορά διαμαρτύρεται, την καλεί προς παροχή
εξηγήσεων και συμφωνούν για τελευταία πλέον φορά, στην παράταση κατάρτισης της
οριστικής σύμβασης στις 2-6-2009, ώρα 16:00, στο συμβολαιογραφικό γραφείο της
συμβολαιογράφου Αθηνών . . Κατά την δήλη αυτή ημέρα, η ενάγουσα-αντεναγομένη δεν προσήλθε δια του νομίμου
εκπροσώπου της προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Από τα επικαλούμενα και
προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε ότι η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία
αποδέχθηκε ως νόμιμη τη λύση της από κοινού χρήσης του υπάρχοντας κόμβου που
είχε κατασκευασθεί προς εξυπηρέτηση της εταιρείας «CARREFOUR», ούτε ότι η
τελευταία εταιρεία συμφώνησε σε κοινή χρήση του ιδίου κόμβου, ενώ, όπως προεκτέθηκε, δεν ήταν επιτρεπτή η κατασκευή νέου κόμβου,
καθώς αυτός δεν θα απείχε περισσότερα από 150 μέτρα από τον ήδη υπάρχοντα κόμβο
που είχε κατασκευασθεί προς εξυπηρέτηση της εταιρείας «CARREFOUR». Έτσι,
αποδείχθηκε ότι το προς αγορά ακίνητο δεν θα μπορούσε να είναι κατάλληλο για τη
χρήση για την οποία προεκτέθηκε, και μάλιστα για
γεγονός για το οποίο κανένα των συμβαλλόμενων μερών δεν έφερε ευθύνη, αφού η
κατασκευή του κόμβου σύνδεσης με την εθνική οδό ανήκε στην αρμοδιότητα τρίτου
και συγκεκριμένα, απαιτούσε προηγούμενη άδεια των αρμοδίων υπηρεσιών του
Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Συνεπώς, η ενάγουσα-αντεναγομένη, που
απέβλεψε ρητώς στη δημιουργία του εμπορικού κέντρου, που όμως αποδείχθηκε
αδύνατη, ανυπαιτίως ως προς την ίδια, δεν εμφανίστηκε
την δήλη ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου χωρίς να την βαρύνει ευθύνη
προς τούτο. Εξ άλλου, υπαιτιότητα δεν βαρύνει ούτε την εναγομένη-αντενάγουσα
συναφώς προς την επικαλούμενη παράλειψή της να προβεί σε άρση της
προαναφερόμενης προσημείωσης υποθήκης, που είχε γραφεί στα βιβλία του
υποθηκοφυλακείου Τύρναβου, στο τόμο . και αριθμό . υπέρ της τράπεζας «EEG
EUROBANK ERGASIAS ΑΕ», διότι η εναγομένη-αντενάγουσα
είχε ήδη από την προηγουμένη ημέρα αιτηθεί με την από 1-6-2009 αίτηση της
ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, την άρση της προαναφερόμενης
προσημείωσης υποθήκης, και συνεπεία αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1342/1-6-2009
απόφαση του άνω Δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η εξάλειψη της από το
επίδικο ακίνητο και η οποία καταχωρήθηκε στα βιβλία υποθηκών του
υποθηκοφυλακείου Τυρνάβου με αριθμό καταχώρησης ./1-6-2009, σύμφωνα με το
./1-6-2009 πιστοποιητικό του οικείου υποθηκοφύλακα και αντίστοιχα κατά την ίδια
ημερομηνία ήρθη η εν λόγω προσημείωση υποθήκης. Η προσημείωση αυτή είχε
καταχωρηθεί μόνο στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Τυρνάβου χωρίς να
έχει αντιστοίχως καταχωρηθεί στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του κατά τόπον αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου και ως εκ τούτου,
απορρίφθηκε η εγγραφή της εξάλειψης της από αυτά. Η άρση δηλαδή αυτή
πραγματοποιήθηκε εμπρόθεσμα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ένδικο προσύμφωνο,
δεδομένου ότι οι τροποποιητικές συμβολαιογραφικές παρατάσεις του εκτείνονταν
και στην εν λόγω υποχρέωση, υπό την έννοια ότι καταληκτική ημερομηνία άρσης της
προσημείωσης ήταν η 41η ημέρα μετά την δήλη ημέρα υπογραφής του οριστικού
συμβολαίου. Συνεπώς, ενόψει της ανυπαρξίας υπαιτιότητας της ενάγουσας-αντεναγομένης, εκ προσυμφώνου αγοράστριας, στην ματαίωση
της οριστικής σύμβασης ενεργοποιήθηκε ο όρος του προσυμφώνου σύμφωνα με τον
οποίο, εάν η ματαίωση της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου δεν οφείλεται σε
υπαιτιότητα της αγοράστριας, η πωλήτρια θα υποχρεούται να αποδώσει στην
αγοράστρια το ανωτέρω καταβληθέν ως αρραβώνα μέρος του τιμήματος των 1.000.000
ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής. Συνεπώς, το
πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, αφ' ενός απέρριψε
ως ουσία αβάσιμη την από 15-1-2014 αγωγή, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των
αποδείξεων, κατά τον βάσιμο σχετικό λόγο της έφεσης, αφ' ετέρου απέρριψε,
επίσης ως ουσία αβάσιμη την από 18-9-2014 ανταγωγή, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε
αν και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ από το παρόν Δικαστήριο. Ενόψει των ανωτέρω και,
δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί
η από 8-2-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../9-2-2022 έφεση της αντενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία «EEG EUROBANK
ERGASIAS ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΝΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» ως ουσία αβάσιμη, να
διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο, σύμφωνα με το
άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί στην
δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της
ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως
ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Αντιθέτως, η από 18-4-2017 και με αριθμό
εκθέσεως καταθέσεως .../19-4-2017 έφεση της ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία
«ΡΕΤΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη και
να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το εκκαλούμενο μέρος της και ως προς
τα δικαστικά έξοδα, που θα καθοριστούν εξαρχής. Αφού δε, κρατηθεί η υπόθεση από
το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί εκ νέου η από 15-1-2014 και με αριθμό
εκθέσεως καταθέσεως .../13-3-2014 αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως ουσία
βάσιμη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην
ενάγουσα το ποσό του 1.000.000,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της
αγωγής και να καταδικασθεί, λόγω της ήττας της, η εναγομένη-εφεσίβλητη
στην δικαστική δαπάνη της ενάγουσας-εκκαλούσας, αμφοτέρων των βαθμών
δικαιοδοσίας (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),
σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, λόγω της παραδοχής της άνω
έφεσης και της νίκης της εκκαλούσας, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του
παράβολου, που προκαταβλήθηκε από αυτήν κατά την κατάθεσή της, στην ίδια (άρθρ.
495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις: α)από
8-2-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../9-2-2022 έφεση της εναγομένης-αντενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ
EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και β)από 18-4-2017 και με αριθμό εκθέσεως
καταθέσεως .../19-4- 2017 έφεση της ενάγουσας-αντεναγομένης
εταιρείας με την επωνυμία «ΡΕΤΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», αντιμωλία των
διαδίκων.
- ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την από
8-2-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../9-2-2022 έφεση της εναγομένης-αντενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ
EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ».
- ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ' ουσίαν.
- ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του
παράβολου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο.
- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα
στην δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, την
οποία προσδιορίζει στο ποσό των οκτακόσιων (800) ευρώ.
- ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την από 18-4-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως
.../19-4- 2017 έφεση της ενάγουσας-αντεναγόμενης
εταιρείας με την επωνυμία «ΡΕΤΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ».
- ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την
εκκαλουμένη, με αριθμό 3658/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών, κατά το μέρος που δίκασε την από 15-1-2014 και με αριθμό εκθέσεως
καταθέσεως .../13-3-2014 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία «ΡΕΤΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ».
- ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την
αγωγή.
- ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
- ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό του ενός
εκατομμυρίου (1.000.000,00) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της
αγωγής.
- ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή
του παράβολου της έφεσης στην εκκαλούσα.
- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εφεσίβλητη
στην δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, την
οποία προσδιορίζει στο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ.
- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε
την 5-9-2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
- ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ με σύνθεση
του Δικαστηρίου, κατόπιν μεταθέσεως και αποχωρήσεως της Προέδρου Εφετών κας Ταμβάκη, από την κα Λιγνού
Σοφία, Πρόεδρο Εφετών και τα ίδια ως άνω λοιπά μέλη, σε έκτακτη δημόσια
συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22-11-2024, χωρίς να παρίστανται
οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ