ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΤρΕφΑθ 3205/2026

 

Σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που εν συνεχεία τράπηκε σε τοκοχρεωλυτικό δάνειο, δυνάμει υποβολής αίτησης συνδιαλλαγής των ανακοπτόντων, που ετράπη σε συμφωνία εξυγίανσης δνυάμει του αρ. 106 ΠτΚ, επικυρωθείσας δυνάμει δικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Συνεκδίκαση αντίθετων εφέσεων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή των ανακοπτόντων, καθ’ ο μέρος αναφερόταν σε μη νόμιμο εκτόκισμο της απαίτησης σε έτος 360 ημερών, πλην όμως απέρριψε τους λοιπούς λόγους της ανακοπής, μολονότι η αιτούσα τράπεζα, προς έκδοση του τίτλου, επικαλέστηκε την απορρέουσα αιτία από τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού και μόνο, και όχι και τη σύναψη συμφωνίας εξυγίανσης και αποπληρωμής της οφειλής σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις, την εν συνεχεία μη τήρηση της ρύθμισης και την καταγγελία αυτής. Κατά τούτο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε στην κρίση του, διότι η αναφερόμενη ως αιτία πληρωμής στον εκτελεστό τίτλο είχε διαφοροποιηθεί ουσιωδώς, όφειλε δε η αιτούσα, για την πληρότητα αυτής, να επικαλεστεί τη σύναψη της συμφωνίας εξυγίανσης, τη μη τήρησή της, την καταγγελία αυτής και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα, προ της σύναψης της συμφωνίας, κατάσταση, άλλωστε δε από την προσκομιζόμενη κίνηση των εμπορικών βιβλίων, προκύπτει αδιαμφισβήτητα, ότι από το έτος 2013 έως και το έτος 2019, η αιτία πληρωμής είχε μετατραπεί από αλληλόχρεο λογαριασμό σε τοκοχρεωλυτικό δάνειο. Απορρίπτεται η έφεση της εταιρείας διαχείρισης, δεκτή η έφεση των ανακοπτόντων, ακυρώνεται η διαταγή πληρωμής.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πειραιώς Γεωργίου Καλτσά)

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜ. 13ο-ΕΝΟΧΙΚΟ

ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 3205/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές, Αλέξανδρο Ζιάκα, Πρόεδρο Εφετών, Ελένη Λευθεριώτου, Εφέτη, Γλυκερία-Λουίζα Ιωαννίδου, Εφέτη-Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Ανδρονίκη Μαρμαρινού.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2026, για να δικάσει την υπόθεση (αρ.πιν. .), μεταξύ:

 

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) …… που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Καλτσά (ΑΜ ΔΣΠ 3231), ο οποίος υπέβαλε δήλωση, κατ’ άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, προσκόμισε το Π6382094 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ και προκατέθεσε προτάσεις.

 

ΤΩΝ ΚΑΘΩΝ Η ΚΛΗΣΗ: ……. υπέβαλε δήλωση κατ’ άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, προσκόμισε το Π. γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ και προκατέθεσε προτάσεις.

 

Οι ανακόπτοντες και ήδη καλούντες άσκησαν κατά … και ήδη πρώτης των καθών η κλήση την από 7.1.2020 ανακοπή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2020) και τους από 27.9.2020 πρόσθετους λόγους αυτής (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2020) με αντικείμενο την ακύρωση της ./2019 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής εκδόθηκε η 810/2021 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή, ακυρώθηκε μερικώς η διαταγή πληρωμής, επικυρώθηκε αυτή κατά τα λοιπά και συμψηφίσθηκαν τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα. Κατά της απόφασης αυτής: [Α] Η δεύτερη των καθών η κλήση άσκησε την από 17.1.2022 έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././21.1.2022), αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2022) και προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 18.5.2023, πλην όμως δε συζητήθηκε, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστικών υπηρεσιών προς διεξαγωγή γενικών βουλευτικών εκλογών. Η υπό Α’ ως άνω έφεση επανήλθε οίκοθεν, κατ' άρθρον 260 παρ. 4 ΚΠολΔ, με την 117/2023 πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, προσδιορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της η 10η. 10.2024, οπότε και αναβλήθηκε για 22.5.2025 και [Β] Οι ανακόπτοντες και ήδη καλούντες άσκησαν ι) την με ημερομηνία 17.2.2021 έφεσή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././17.2.2022), αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2025) και ιι) τους από 11.4.2025 πρόσθετους λόγους επί της υπό Β' ως άνω έφεσής τους, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././14.4.2025) και προσδιορίσθηκαν να συζητηθούν στις 22.5.2025. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, οπότε συνεκφωνήθηκαν οι ως άνω υπό Α’ έφεση, υπό Β’ έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι της υπό Β’ έφεσης, εκδόθηκε η 4803/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση. Ήδη, με την από 10.3.2026 κλήση των καλούντων/εφεσίβλητων της υπό Α’ έφεσης/εκκαλούντων της υπό Β’ έφεσης/ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2026), οι ως άνω υπό Α’ έφεση, υπό Β’ έφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης επαναφέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, προδιορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτησή τους η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και εγγράφηκαν στο πινάκιο.

 

Κατά τη συζήτηση, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο (αρ.πιν. .), οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, οι οποίοι παραστάθηκαν, όπως παραπάνω αναφέρεται, και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις, που προκατέθεσαν.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Δυνάμει της από 10.3.2026 κλήσης των καλούντων (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2026), παραδεκτά και αρμόδια συνεισάγονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), κατόπιν έκδοσης της 4803/2025 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση: [Α] Η από 17.1.2022 (υπό Α') έφεση, που άσκησε η δεύτερη των καθών η κλήση/εκκαλούσα της υπό Α' έφεσης/πρώτη των εφεσίβλητων της υπό Β' έφεσης/δεύτερη των καθών οι πρόσθετοι λόγοι της υπό Β' έφεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././21.1.2022), αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2022), [Β] 1) Η με ημερομηνία 17.2.2021 (υπό Β') έφεση, που άσκησαν οι ανακόπτοντες και ήδη καλούντες/εφεσίβλητοι της υπό Α’ έφεσης/εκκαλούντες της υπό Β’ έφεσης/ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././17.2.2022), αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2025) και 2) Οι από 11.4.2025 πρόσθετοι λόγοι της υπό Β’ ως άνω έφεσης, που άσκησαν οι ίδιοι ως άνω και κατατέθηκαν στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././14.4.2025) και οι οποίες (υπό Α' και Β' έφεση και πρόσθετοι λόγοι της υπό Β' έφεσης) στρέφονται στο σύνολο τους κατά της 810/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών). Εξάλλου, με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 7.1.2020 ανακοπή κατά της 10847/2019 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που άσκησαν οι ανακόπτοντες και ήδη καλούντες/εφεσίβλητοι της υπό Α' έφεσης/εκκαλούντες της υπό Β' έφεσης/ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2020), καθώς και οι από 27.9.2020 πρόσθετοι λόγοι αυτής (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2020) κατά της αρχικής διαδίκου, καθής η ανακοπή και ήδη πρώτης των καθών η κλήση/δεύτερης εφεσίβλητης της υπό Β' έφεσης/πρώτης των καθών οι πρόσθετοι λόγοι της υπό Β' έφεσης, ακυρώθηκε μερικώς η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής (κατά το ποσό των 4.006,25 ευρώ), επικυρώθηκε αυτή κατά τα λοιπά και συμψηφίσθηκαν τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα. Κατόπιν αυτών, η υπό Α’ έφεση, η υπό Β’ έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι της υπό Β' έφεσης, που συνεισάγονται προς συζήτηση πρέπει να συνεκδικασθούν, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ως και πρωτοδίκως, προς οικονομία χρόνου και δαπάνης και προς αποτροπή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, ενόψει της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, δεδομένου ότι πλήττουν την ίδια εκκαλουμένη απόφαση και αφορούν την ίδια διαταγή πληρωμής (άρθρο 246 και 31 ΚΠολΔ).

 

Εξάλλου, οι ένδικες ως άνω υπό Α’ και Β’ εφέσεις, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι της υπό Β’ έφεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1, 2 και 3, 518 παρ. 2, 511, 513, 516, 517, 520 παρ.1 και 2, 591 παρ. 1 περ. ζ ΚΠολΔ, και 61 παρ. 1, 2 και 4 του ν. 4194/2013, όπως η τελευταία διάταξη τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 παρ. 4 του ν. 4509/2017 και οι διατάξεις των άρθρων 495, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 2 ΚΠολΔ είχαν πριν την τροποποίηση τους με τα άρθρα 42, 43 και 44 του ν. 5221/2025 (βλ. και άρθρο 126 παρ. 4 του ν. 5221/2025, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 114 του ν. 5264/2025). Πιο συγκεκριμένα: [Α] Η υπό Α ως άνω έφεση ασκήθηκε παραδεκτά από την εκκαλούσα εταιρεία …, που νομιμοποιείται

 

Περαιτέρω, η υπό Α’ έφεση ασκήθηκε νομότυπα, δια ιδιαίτερου δικογράφου, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././21.1.2022), μετά του … ηλεκτρονικού παράβολου της ΓΓΠΣ, ποσού 150 ευρώ και του Π. γραμματίου προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ και, είναι εμπρόθεσμη, αφού ασκήθηκε δια της καταθέσεως της στις 21.1.2022, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, που εκκίνησε από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης οριστικής αποφάσεως, που έλαβε χώρα στις 22.3.2021, δεδομένου ότι χώρησε μεν προγενέστερη επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στον δεύτερο των ήδη καλούντων (βλ. σχ. επίκληση σε σελ. 2 της υπό Β’ έφεσης και σε σελ. 3 της από 10.3.2026 κλήσης), πλην όμως οι ανακόπτοντες και ήδη καλούντες/εφεσίβλητοι της υπό Α’ έφεσης/εκκαλούντες της υπό Β’ έφεσης/ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης τελούν μεταξύ τους, κατά τα άρθρα 76 και 328 ΚΠολΔ, σε σχέση αναγκαίας ομοδικίας λόγω της ιδιότητάς τους ως πρωτοφειλέτριας εταιρείας και εγγυητών, καθόσον οι λόγοι της ανακοπής αλλά και της έφεσης αφορούν (και) στην ύπαρξη της απαίτησης (βλ. ως προς τη σχέση αναγκαίας ομοδικίας ΟλΑΠ 18/2001 ΕΕμπΔ 2002.74, ΑΠ 285/2017 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 855/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 241/2015 ΕΠολΔ 2015.204 και ως προς την έναρξη της γνήσιας τριακονθήμερης προθεσμίας επί αναγκαίας ομοδικίας ΕφΑΘ 7536/2005, Σ.-Σ. Πανταζόπουλος, Ένδικα μέσα και ανακοπές, 2020, σ. 66 sakkoulas-on line, Γέσιου - Φαλτσή Πελαγία, Η ομοδικία εις την πολιτικήν δίκην, 1970, σελ.274-275, Νίκας Νικόλαος Θ., Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, Γ’ Έκδοση, σελ. 685, ο ίδιος Πολιτική Δικονομία, Τόμος III, σελ.161). [Β] (ι) Η υπό Β' ως άνω έφεση ασκήθηκε νομότυπα, δια ιδιαίτερου δικογράφου, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././17.2.2022), μετά του …. ηλεκτρονικού παράβολου της ΓΓΠΣ, ποσού 150 ευρώ και του Π3575913 γραμματίου προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ και είναι επίσης εμπρόθεσμη, αφού ασκήθηκε δια της καταθέσεως της στις 17.2.2022, ήτοι εντός της διετούς ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας, που εκκίνησε από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης οριστικής αποφάσεως, στις 22.3.2021, σύμφωνα με όσα εκτίθενται και παραπάνω και (ιι) Οι πρόσθετοι λόγοι της υπό Β’ έφεσης ασκήθηκαν νομότυπα, δια της καταθέσεως τους στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././14.4.2025), μετά του Α623315 γραμματίου προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ, και της κοινοποιήσεως τους στις καθών η κλήση/εφεσίβλητες της υπό Β’ έφεσης/καθών οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, τριάντα και πλέον ημέρες πριν τη συζήτηση (βλ. την 9396Ε/16.4.2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών … και την .Β/16.4.2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …). Εξάλλου, π υπό Α’ έφεση της ως άνω διαχειρίστριας εταιρείας … παραδεκτά στρέφεται μόνον κατά των ανακοπτόντων και ήδη καλούντων/εφεσίβλητων της υπό Α’ έφεσης/εκκαλούντων της υπό Β’ έφεσης και όχι και κατά της αρχικής διαδίκου …, αφού η τελευταία τυγχάνει αναγκαία ομόδικος και όχι αντίδικός της (εκκαλούσας) ώστε να αρκεί η κλήτευση της στην προκειμένη δίκη (άρθρα 225 παρ. 2, 325 αριθ. 2, 1 περ. γ' και 4 παρ. 2 του ν. 4354/2015 -πρβλ. ΑΠ 952/2025 Τμ.Α1, sakkoulas-on line, ΑΠ 1486/2022 Τμ.Δ, ΕΠολΔ 3/2023.308-310 = sakkoulas-on line, ΑΠ 1887/2025 Τμ.Α1, sakkoulas-on line). Καθόσον, επομένως, οι υπό Α’ και υπό Β’ εφέσεις, ως και οι πρόσθετοι λόγοι της υπό Β’ έφεσης ασκήθηκαν: 1) Η υπό Α’ ως άνω έφεση από την δεύτερη των καθών η κλήση/εκκαλούσα της υπό Α’ έφεσης/πρώτη εφεσίβλητη της υπό Β’ έφεσης/δεύτερη των καθών οι πρόσθετοι λόγοι της υπό Β’ έφεσης, ως διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης, που πωλήθηκε και εκχωρήθηκε εν επιδικία στην ως άνω νέα εκδοχέα της απαίτησης, κατόπιν της μερικής ήττας της αρχικής διαδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη, ζητείται δε με αυτήν η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, καθό μέρος έγινε δεκτή η ανακοπή προς το σκοπό ολικής απόρριψής της, για τους λόγους που εκτίθενται στο εφετήριο και ανάγονται (και) σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και 2) Η υπό Β' έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής από τους ανακόπτοντες και ήδη καλούντες/εφεσίβλητους της υπό Α’ έφεσης/εκκαλούντες της υπό Β’ έφεσης/ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης, που ηττήθηκαν εν μέρει σε πρώτο βαθμό, ζητείται δε η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, καθό βλάπτονται, για τους λόγους που εκτίθενται σε αυτή και ανάγονται (και) σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων προς το σκοπό ολικής παραδοχής της ανακοπής τους και ολικής ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, πρέπει οι ως άνω υπό Α’ και Β’ εφέσεις, ως και οι πρόσθετοι λόγοι της υπό Β’ έφεσης να γίνουν τυπικά δεκτοί και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.

 

[I].       Με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες. Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ’ αρ. Ζ1 -178/13.2.2001 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ’ αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ. στ’ της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1583/2023, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 1331/2012 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6- 2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου". Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και "οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως "καταναλωτής" θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του". Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1-983/1991 (ΦΕΚ 172 Β’), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ1-5353/1994 (ΦΕΚ 947 Β’ ) και Ζ1-178/2001 (ΦΕΚ 255 Β’). Από τις παραπάνω διατάξεις, σαφώς προκύπτει, ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής, και όχι επαγγελματικά, όπως είναι σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω όρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ’ αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1463/2017 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1, 6 και 7 στοιχ. ια’ του νόμου 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, ορίζεται: "1. Οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους....6. Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι...7. Σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που:...ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή". Με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 2 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι Γενικοί Όροι Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) είναι οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, ενώ με τις διατάξεις των παρ. 6 και 7 αφ’ ενός μεν διατυπώνεται η γενική ρήτρα απαγόρευσης της συνομολόγησης καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., αφ’ ετέρου δε παρατίθεται ένας ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ’ αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών, μεταξύ των οποίων και η ως άνω υπό στοιχείο ια’ περίπτωση. Οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ για την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού (συμβατικής ελευθερίας-ΑΠ 1583/2023, ΑΠ 1882/2022, ΑΠ 1060/2019, ΑΠ 413/2019 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α’ του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 100 παρ. 1 του ν. 4512/2018 και την προσθήκη άρθρου 1α (δεδομένου ότι οι νέες διατάξεις δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις που έχουν συναφθεί έως 17.3.2018, παρά μόνο στις ανανεώσεις των συμβάσεων αυτών -βλ. και άρθρα 111 και 126 του ίδιου νόμου-ΦΕΚ Τ.Α’/17.1.2018), ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1583/2023 ο.π.). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι, από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α’ του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσες προς περαιτέρω μεταβίβαση τους. Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών. Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε (στην ελληνική έννομη τάξη) ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ’ άρθρο 847 Α.Κ., γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης -δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ίδιας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του (ΟλΑΠ13/2015 ΕΕμπΔ 4/2015.813-817, ΑΠ 1583/2023 ο.π., ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Περαιτέρω, ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ’ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση, να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών (ΑΠ 1583/2023, ΑΠ 1138/2020 ο.π.). Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ’ επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών -Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 1583/2023 ο.π., ΑΠ 368/2019 ο.π., ΑΠ 430/2005 δημ.. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ν. 2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (....) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Εuribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την υπ' αριθμό 30/14.2.2000 (ΦΕΚ Α' 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, δεδομένου ότι η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο Εuribor, το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάση των ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων, και όρισε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης (ΑΠ 1583/2023, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019 ο.π.). Εξ ετέρου, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Με την ανακοπή αυτή, ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί ως λόγους ακύρωσης της σε βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Ωστόσο, επί ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παράνομων χρεώσεων δεν θίγεται η απόδειξη της απαίτησης με έγγραφα, αλλά ούτε και καθίσταται αυτή ανεκκαθάριστη, αλλά συνεπάγεται, την ακυρότητα του αντίστοιχου κονδυλίου της διαταγής πληρωμής. Οι εν λόγω χρεώσεις, δηλαδή, δεν οδηγούν στην απαλλαγή των πιστούχων, αλλά παρέχουν σ’ αυτούς τη δυνατότητα να προσβάλλουν με λόγο ανακοπής κατά της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής τις παράνομες επιβαρύνσεις και να επιτύχουν, έτσι, τη μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο ποσό. Μόνη δε η γενική αμφισβήτηση, με τους λόγους της ανακοπής, της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης δεν καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη (ΑΠ 546/2024, ΑΠ 123/2023). Έτσι, επί διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία, ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια, που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 916/2002). Ειδικότερα, πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα τα κατ’ ιδίαν πληττόμενα κονδύλια του λογαριασμού, δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 753/1995).

 

Με τον πρώτο λόγο της υπό Α’ έφεσής της, ως επίσης με σκέλος του δεύτερου λόγου αυτής και κατ’ εκτίμηση τους, η δεύτερη των καθών η κλήση (εκκαλούσα της υπό Α’ έφεσης/πρώτη εφεσίβλητη της υπό Β’ έφεσης/δεύτερη των καθών οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης) προσάπτει στην εκκαλουμένη 810/2021 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών), ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 585 παρ.2, 632 παρ. 1, 633 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, έκρινε ως ορισμένο τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο οι ανακόπτοντες (και ήδη καλούντες/εφεσίβλητοι της υπό Α’ έφεσης/εκκαλούντες της υπό Β’ έφεσης/ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης) ζητούσαν την ακύρωση της όλης διαταγής πληρωμής, που ενσωματώνει απαίτηση από οριστικό κατάλοιπο σύμβασης χορήγησης πίστωσης με (ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό, για τον λόγο ότι ο υπολογισμός του επιτοκίου, με το οποίο επιβαρύνθηκε η σε βάρος τους απαίτηση έγινε με βάση έτος 360 ημερών, κατά παράβαση της αρχής της διαφάνειας και χωρίς ενημέρωσή τους. Υποστηρίζει δε ειδικότερα η εκκαλούσα της υπό Α’ έφεσης, ότι ο λόγος αυτός θα έπρεπε να είχε απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν γινόταν στην ανακοπή επίκληση ακυρότητας της διαταγής πληρωμής ως προς συγκεκριμένα ποσά και κονδύλια και ακόμη δεν παρατίθενται τα επιμέρους χρονικά διαστήματα παράνομου εκτοκισμού και ανατοκισμού, δεν αναφερόταν εάν η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής περιέχει τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα ή κάποια από αυτά, ούτε παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων θα μπορούσε να συναχθεί παραβίαση των υποχρεώσεων διαφάνειας και ενημέρωσης και τέλος διότι ζητούνταν η ακύρωση εν όλω της διαταγής πληρωμής αντί μέρους αυτής. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι ορισμένος και νόμιμος, ερειδόμενος στις ως άνω διατάξεις και ερευνητέος κατ’ ουσίαν. Συναφώς, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής στον προρρηθέντα τέταρτο λόγο ανακοπής το μεν γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση συμβατικού όρου, που προβλέπει περί του εκτοκισμού της απαιτήσεως με βάση έτος 360 ημερών, της ακυρότητας του όρου αυτού ως καταχρηστικού Γ.Ο.Σ., λόγω συγκεκαλυμμένης αύξησης του επιτοκίου και παραβίασης των υποχρεώσεων ενημέρωσης και της αρχής της διαφάνειας, επιπρόσθετα δε παρατίθεται συγκεκριμένος υπολογισμός των τόκων, με τους οποίους επιβαρύνθηκε η απαίτηση κατά το χρονικό διάστημα από 31.1.2008 έως και 16.1.2019 με αναφορά των μερικότερων χρονικών διαστημάτων, του ποσού των τόκων με τους οποίους παρανόμως επιβαρύνθηκε η απαίτηση, του ποσού των τόκων με τους οποίους θα είχε επιβαρυνθεί η απαίτηση, εφόσον δεν είχε χωρήσει παράνομος εκτοκισμός, αλλά και του τελικού ποσού, που προκύπτει από την άθροιση των επιμέρους παρανόμων χρεώσεων, που ανερχόταν κατά το λόγο της ανακοπής στο συνολικό ποσό των 4.006,25 ευρώ. Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος της ανακοπής, καθό έπληττε τη διαταγή πληρωμής ως προς το κονδύλιο των 4.006,25 ευρώ, ήταν ορισμένος, το δε διαλαμβανόμενο επιπροσθέτως στον ίδιο λόγο ανακοπής, ότι θα έπρεπε να ακυρωθεί η όλη διαταγή πληρωμής, διότι η απαίτηση καθίσταται ανεκκαθάριστη, αποτελεί μείζον αίτημα, που εμπεριέχει το έλασσον αίτημα της ακύρωσης αυτής μόνο κατά το ανωτέρω κονδύλιο και δεν καθιστά αόριστο ολόκληρο το λόγο. Κατ’ επέκταση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε τον τέταρτο λόγο αυτό της ανακοπής ως ορισμένο κατά το προσβαλλόμενο ως άνω κονδύλιο της διαταγής πληρωμής εκ 4.006,25 ευρώ και τον ερεύνησε ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, ο δε περί του εναντίου λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

 

Με το δεύτερο λόγο της υπό Α’ έφεσής της και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, η δεύτερη των καθών η κλήση/εκκαλούσα της υπό Α’ έφεσης/πρώτη εφεσίβλητη της υπό Β’ έφεσης/δεύτερη των καθών οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης πλήττει την ίδια ως άνω εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε ως νόμιμο και βάσιμο κατ’ ουσίαν τον παραπάνω τέταρτο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής σε αντίστοιχη έκταση, ήτοι κατά το ποσό των 4.006,25 ευρώ, κρίνοντας, ότι συνέτρεχε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων διαφάνειας και καταχρηστικότητα του όρου, με τον οποίο είχε συμφωνηθεί ο εκτοκισμός της απαίτησης με βάση έτος 360 ημερών, ως Γ.Ο.Σ.. Πιο συγκεκριμένα, προσάπτει στην εκκαλουμένη απόφαση: [Α] Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας του τέταρτου λόγου της ανακοπής κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου 2251/1994: (ι) υπήγαγε την ένδικη έννομη σχέση, που αποτέλεσε την αιτία για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και ήταν σύμβαση πίστωσης δι’ (ανοικτού) αλληλοχρέου λογαριασμού, στις διατάξεις του ως άνω ν. 2251/1994, αντί να τον απορρίψει ως μη νόμιμο, δεδομένου ότι η πιστούχος/πρώτη ανακόπτουσα (ήδη πρώτη των καλούντων/πρώτη των εφεσίβλητων της υπό Α’ έφεσης/πρώτη των εκκαλούντων της υπό Β’ έφεσης/πρώτη των ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης) υπέρ της οποίας εγγυήθηκαν οι δεύτερος και τρίτος των ανακοπτόντων, δεν τυγχάνει “καταναλωτής” κατά την έννοια του νόμου, διότι η ως άνω σύμβαση καταρτίσθηκε προς εξυπηρέτηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και (ιι) έκρινε επί της ουσίας ότι εν προκειμένω δεν τηρήθηκαν οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης, αφού ο όρος αυτός περιέχεται σε εμφανές σημείο της σύμβασης πίστωσης και ακόμη επειδή προηγήθηκε επαρκής ενημέρωση των αντισυμβαλλομένων της τράπεζας, ώστε εσφαλμένως να έχει χαρακτηρισθεί ως καταχρηστικός και εντεύθεν άκυρος και [Β] Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου της έφεσης, διότι ο τέταρτος λόγος της ανακοπής θα έπρεπε να είχε απορριφθεί προεχόντως ως μη νόμιμος, καθώς η επίδικη έννομη σχέση διέπεται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2842/2000, με την οποία αντικαταστάθηκε αυτοδικαίως ο χρόνος υπολογισμού των τόκων κατόπιν εισαγωγής του επιτοκίου Εuribor, την 30/19.4.2000 (ΦΕΚ Α 43/2000) απόφαση του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, που ισχύει από 10.3.2000 και έθεσε ως βάση υπολογισμού των τόκων στις πράξεις νομισματικής πολιτικής το έτος των 360 ημερών και την 156/19.4.2000 απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, με την οποία υιοθετήθηκε το εμπορικό έτος των 360 ημερών και αντίθετα δεν ετύγχαναν εν προκειμένω εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 14 εδ. δ της ΚΥΑ ΦΙ 973/7/21.3.1991 και της ΖΙ-699/2010 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β’ 917/2010), που διέπουν μόνο συμβάσεις καταναλωτικής πίστης, στεγαστικών δανείων και συναλλαγές που πραγματοποιούνται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής. Με το ανωτέρω περιεχόμενο τα υπό Α.ι και Β ως άνω σκέλη του δεύτερου λόγου της υπό Α’ έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα ως άνω σκέψη και ειδικότερα το μεν υπό Α.ι. σκέλος διότι η πρώτη ανακόπτουσα (και ήδη πρώτη των καλούντων/πρώτη των εφεσίβλητων της υπό Α’ έφεσης/πρώτη των εκκαλούντων της υπό Β’ έφεσης/πρώτη των ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης) είχε κατά τη διάταξη του 1 παρ. 4 περ. α’ του ν. 2251/1994, ως ίσχυε κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (2008), ήτοι κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης παροχής πίστωσης (με ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής την ιδιότητα του καταναλωτή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, το δε υπό Β’ σκέλος διότι οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 2842/2000, η 30/14.2.2000 (ΦΕΚ Α' 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής και η 156/19.4.2000 απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή, και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, που ελέγχονται εν προκειμένω υπό τους όρους του ν. 2251/1994. Ωστόσο, το υπό Α.ιι. σκέλος του δεύτερου λόγου έφεσης, με το οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη επί της ουσίας παραδοχή του τέταρτου λόγου της ανακοπής, είναι ορισμένο και νόμιμο, ερείδεται στις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν.

 

[II].      Σύμφωνα με το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των, άρθρων 624 επ. έως 634 ΚΠολΔ μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο. Εάν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής, ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Τέτοια δε περίπτωση ανακύπτει, ότι η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη (ΑΠ 1657/2025 Τμ.Α1, sakkoulas-on line, ΑΠ 364/2025, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 149/2022 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 626, 630 και 631 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό και δεν είναι δικαστική απόφαση με τη στενή έννοια, αλλά πράξη του δικαστή (οιονεί απόφαση) και επομένως δεν είναι αναγκαίο να έχει πλήρες αιτιολογικό για να είναι έγκυρη. Αρκεί δε να περιέχει, εκτός /από τα άλλα στοιχεία που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’, β’, ε’, στ’ και ζ’ του άρθρου 630 ΚΠολΔ, την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται σ’ αυτή η σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, έστω και συνοπτικά. Αρκεί να μη δημιουργείται αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της ως προς την αιτία της πληρωμής, ενώ δεν είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 1675/2025 ο.π., ΑΠ 821/2024, ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1215/1995, ΑΠ 54/1990 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Εξάλλου, με τη σύμβαση του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά και ακολούθως καταβάλλει τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις έναντι κεφαλαίου και τόκων. Στην έννομη αυτή σχέση οι αμοιβαίες αποστολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο (ΑΠ 1657/2025 Τμ.Α1, sakkoulas-on line, ΑΠ 1522/2024, ΑΠ 822/2024, ΑΠ 26/2024 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Για την εγκυρότητα διαταγής πληρωμής, με την οποία διατάσσεται ο καθού να πληρώσει, ως πιστούχος ή εγγυητής, το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρήθηκε στα πλαίσια σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό από Τράπεζα, αρκεί να αναφέρεται, έστω και συνοπτικά, η κατάρτιση της σύμβασης πίστωσης από την αιτούσα δανείστρια Τράπεζα με τρίτο, η εκ μέρους του εγγυητή παροχή εγγύησης για την πληρωμή του καταλοίπου, το κλείσιμο του λογαριασμού, καθώς και ότι το ποσό, το οποίο διατάσσονται ο καθών να πληρώσουν, αποτελεί το σε βάρος του πρωτοφειλέτου κατάλοιπο (ΑΠ 1158/2024, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1579/2013). Η δε περιλαμβανόμενη στη σύμβαση ειδική συμφωνία, ότι το χρέος του οφειλέτη προς τη δικαιούχο ανώνυμη εταιρεία, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της μεταξύ των μερών συμβάσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της δικαιούχου εταιρείας, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου, με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο. Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της εταιρείας και συνεπώς δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου (ΑΠ 575/2022 Τμ.Α1, sakkoulas-on line, ΑΠ 1251/2020, ΑΠ 1421/2013, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1022/2003 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 419, 421, 435 και 438 ΑΚ συνάγεται ότι στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες ο οφειλέτης σε εκπλήρωση οφειλόμενης παροχής αναλαμβάνει μια νέα υποχρέωση για άλλη διαφορετική παροχή είναι ζήτημα ερμηνείας και βούλησης των μερών αν αυτοί ήθελαν τη σύσταση της νέας αυτής υποχρέωσης «αντί καταβολής», δηλαδή σε αντικατάσταση και απόσβεση της οφειλόμενης, ή αν η ανάληψη αυτή έγινε «χάριν καταβολής», δηλαδή προς το σκοπό της μελλοντικής εκπλήρωσης της οφειλόμενης ήδη παροχής. Στην πρώτη περίπτωση με την ανάληψη της νέας υποχρέωσης επέρχεται απόσβεση αυτοδικαίως της αρχικής, η δε σύμβαση αυτή συμπίπτει κατ' αποτέλεσμα με την ανανέωση (άρθρο 436 ΑΚ), ενώ στη δεύτερη, αφενός μεν διατηρείται η αρχική υποχρέωση και αφετέρου γεννιέται και νέα, ώστε ο δανειστής να έχει παράλληλα δύο απαιτήσεις, αλλά σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη (άρθρο 288 ΑΚ) πρέπει να επιδιώξει, επιμελώς φερόμενος, κατ' αρχήν την ικανοποίηση του από τη νέα υποχρέωση του οφειλέτη και μόνον αν δεν το κατορθώσει μπορεί να ασκήσει την αρχική του απαίτηση, παρεχομένης διαφορετικά στον οφειλέτη της αντίστοιχης αναβλητικής ένστασης. Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 421 ΑΚ καθιερώνεται ερμηνευτικός κανόνας ότι, εφόσον δεν προκύπτει σαφώς το αντίθετο, η ανάληψη της νέας υποχρέωσης θεωρείται ότι γίνεται «χάριν» και όχι «αντί» καταβολής, πράγμα που ανταποκρίνεται και στο συνήθως σκοπούμενο, γιατί ο συνετός δανειστής δύσκολα μπορεί να συμφωνήσει στην απόσβεση της απαίτησής του, εμπιστευόμενος απλώς τη νέα υπόσχεση του οφειλέτη, έστω και αν αφορά άλλη παροχή (βλ. ΑΠ 79/2011 ΕλλΔνη 2011.1387, ΑΠ 426/2004 ΕλλΔνη 2006.166). Ομοίως και ο συμβιβασμός ενδέχεται να έχει αναγνωριστικό απλώς χαρακτήρα της υφιστάμενης ήδη παλαιός ενοχής, οπότε αυτή διατηρεί τη φύση και τις ασφάλειές της, ενδέχεται όμως να έχει δημιουργικό ή ανανεωτικό χαρακτήρα, εφόσον πάντως από το περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης συνάγεται σαφώς σκοπός ανανέωσης, δηλαδή κατάργηση της υφισταμένης ενοχής και αντικατάστασή της με τη συνιστώμενη με το συμβιβασμό νέα ενοχή (ΑΠ 1663/2013 Τμ.Α1, sakkoulas-on line, ΑΠ 990/2007 Α2 ΤμΕλλΔνη 4/2007.1114 = sakkoulas-on line). Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 4446/2016 αντικαταστάθηκαν τα άρθρα 99 έως 106ε ΠτΚ και καταργήθηκαν τα άρθρα 106ζ έως 106ια ΠτΚ. Μεταξύ των αλλαγών, που επέφερε η ως άνω διάταξη είναι και η κατάργηση του προσταδίου δικαστικού ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης (πρώην άρθρο 100 ΠτΚ) και η καθιέρωση πλέον της δυνατότητας απευθείας, ενώπιον του Δικαστηρίου, αιτήσεως επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 περ. β' του ίδιου νόμου ορίζεται, ότι οι κατά τα ανωτέρω τροποποιημένες διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα εφαρμόζονται στις διαδικασίες εξυγίανσης, που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή σε αυτές οι οποίες εκκινούν με (απευθείας) αίτηση επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου μεταγενέστερα από 22.12.2016. Κατά συνέπεια, δεν καταλαμβάνονται από την εφαρμογή των -κατά τα ανωτέρω- διατάξεων οι αιτήσεις για επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης, που υποβάλλονται στο πλαίσιο διαδικασίας εξυγίανσης, το άνοιγμα της οποίας έχει ήδη διαταχθεί με το προϊσχύον προστάδιο έκδοσης δικαστικής απόφασης και η οποία εκδόθηκε επί αίτησης που κατατέθηκε στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4446/2016. Για αυτές συνεχίζουν να ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 99 επ., ως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 6 του ν. 4446/2016. Εν συνεχεία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106η παρ. 1 του ΠτΚ, όπως είχε προστεθεί με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 4013/2011 (ΦΕΚ Α' 204/15.9.2011) και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήτοι πριν την κατάργησή του με το άρθρο 6 παρ. 14 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240/22.12.2016), οπότε και οι ρυθμίσεις του επαναλήφθηκαν στο άρθρο 106γ του ΠτΚ (βλ. άρθρο 6 παρ. 10α του ν. 4446/2016) «Από την επικύρωσή της η συμφωνία εξυγίανσης δεσμεύει το σύνολο των πιστωτών, οι απαιτήσεις των οποίων ρυθμίζονται από αυτήν, ακόμη και αν δεν είναι συμβαλλόμενοι ή δεν ψήφισαν υπέρ της συμφωνίας εξυγίανσης. Δεν δεσμεύονται πιστωτές οι απαιτήσεις των οποίων γεννήθηκαν μετά το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης», ενώ σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου ως άνω άρθρου «Η απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης αποτελεί τίτλο εκτελεστό για τις αναλαμβανόμενες με αυτήν υποχρεώσεις, εφόσον από τη συμφωνία προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής» (όπως η παλαιό παρ. 4 αναριθμήθηκε σε 5 με το άρθρο 234 παρ. 12 του Ν. 4072/2012). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι η δικαστική απόφαση, με την οποία επικυρώνεται η συμφωνία, συνιστά τίτλο εκτελεστό για τις υποχρεώσεις του οφειλέτη, εφόσον αυτές είναι σαφώς προσδιορισμένες στο περιεχόμενο της συμφωνίας, και δεσμεύει το σύνολο των πιστωτών, των οποίων οι απαιτήσεις γεννήθηκαν μέχρι τον χρόνο ανοίγματος της διαδικασίας. Η έναντι όλων (erga omnes) ισχύς της συμφωνίας είναι ανεξάρτητη, από το αν οι ως άνω απαιτήσεις εμφανίζονταν ή δεν εμφανίζονταν στα βιβλία του οφειλέτη, αν είχαν παραλειφθεί εκ παραδρομής ή εσκεμμένα λόγω του αμφισβητούμενου χαρακτήρα τους ή αν αναγνωρίζονται μετά την επικύρωση και ανεξάρτητα από το αν οι πιστωτές συμβλήθηκαν στη συμφωνία ή όχι, αν την υπερψήφισαν ή μειοψήφησαν (βλ. Ε. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 2η έκδοση, σελ. 86, Σ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο και Δίκαιο Ρύθμισης Οφειλών Υπερχρεωμένων Φυσικών Προσώπων, Στ' έκδοση, σελ. 128, Α. Ρόκα, Προπτωχευτική Διαδικασία εξυγίανσης Επιχειρήσεων, 2η έκδοση, σελ. 249, X. Χριστοπούλου, Η διαδικασία της εξυγίανσης ως διαχρονικός θεσμός του ελληνικού δικαίου, σελ. 241 επ.). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106ε παρ. 3 του ΠτΚ, που είχε προστεθεί με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 4013/2011 (ΦΕΚ Α' 204/15.9.2011) και ίσχυε κατά τον ίδιο κρίσιμο χρόνο, δηλαδή μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 234 παρ. 10 του ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α' 86/11.04.2012) και πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 6 παρ. 12 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240/22.12.2016) «Η μη τήρηση της συμφωνίας εξυγίανσης από τον οφειλέτη δύναται να τίθεται ως διαλυτική αίρεση της συμφωνίας εξυγίανσης ή ως λόγος καταγγελίας της. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα δικαιώματα που έχει κάθε πιστωτής κατά το κοινό δίκαιο για τις περιπτώσεις μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη που αναλαμβάνονται ή διαμορφώνονται με τη συμφωνία, καθώς και καθυστερημένης ή πλημμελούς εκπλήρωσης, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων καταγγελίας ή υπαναχώρησης». Σε αντίθεση, λοιπόν, με τη διαδικασία συνδιαλλαγής, που προέβλεπε διαδικασία δικαστικής λύσης της συμφωνίας σε περίπτωση μη τήρησης της τελευταίας (βλ. άρθρο 105 παρ. 1 ΠτΚ, υπό τη μορφή που είχε κατά την ισχύ της διαδικασίας συνδιαλλαγής), ο ν.4013/2011 δεν θέσπισε συγκεκριμένη διαδικασία δικαστικής λύσης ή ακύρωσης της συμφωνίας που είχε επικυρωθεί, είτε με erga omnes είτε με inter partes αποτελέσματα, ούτε προέβλεπε συγκεκριμένους λόγους αυτοδίκαιης (ολικής ή μερικής) λύσης αυτής, π.χ. σε περίπτωση μη τήρησης των συμφωνηθέντων. Αντίθετα, ο νομοθέτης προέκρινε την επιλογή να παραχωρήσει αυτονομία προς τα εμπλεκόμενα μέρη να συναποφασίσουν και να ορίσουν τα ίδια εκτός από το περιεχόμενο της εξυγιαντικής συμφωνίας και τους τρόπους λύσης της. Παρείχε δηλαδή τη δυνατότητα στα μέρη να ορίσουν, ότι η μη τήρηση της συμφωνίας από τον οφειλέτη ή έστω κάποιων, προφανώς των πιο κρίσιμων και σημαντικών όρων αυτής, συνιστά λόγο καταγγελίας ή επέχει θέση διαλυτικής αίρεσης για την ισχύ της, οπότε αντίστοιχα η συμφωνία παύει να ισχύει για το μέλλον ή καταργείται στο σύνολό της. Έτσι, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούσαν να επιλέξουν να θέσουν τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη και συνεπώς τη μη τήρηση της συμφωνίας εκ μέρους του ως διαλυτική αίρεση, τυχόν πλήρωση της οποίας (αθέτηση των υποχρεώσεών του) θα συνεπάγεται ανατροπή της συμφωνίας εξυγίανσης και επάνοδο στην προ της συμφωνίας κατάσταση και δη αυτοδίκαια, κατ’ άρθρο 202 ΑΚ, χωρίς καμιά επιπλέον ενέργεια και ανεξάρτητα από τη γνώση ή μη των ενδιαφερομένων. Εφόσον πληρωθεί η διαλυτική αίρεση, αυτή ενεργεί ex nunc, σύμφωνα με τον ενδοτικό κανόνα του άρθρου 203 ΑΚ, δηλαδή παράγει τα αποτελέσματά της μόνο για το μέλλον, εκτός και αν τα μέρη, με συμφωνία τους, προσδώσουν αναδρομική ενέργεια στην πλήρωση της αίρεσης, ενώ οι απαιτήσεις των πιστωτών επανέρχονται στο ύψος προ της συμφωνίας, χωρίς όμως να υπολογιστούν επιπλέον τόκοι υπερημερίας για το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την πλήρωση της αίρεσης, συμψηφιζομένων τυχόν καταβολών που έγιναν στο μεσοδιάστημα (Α. Ρόκα, ό.π., σελ. 214 και σημ. 600, X. Χριστοπούλου, ό.π., σελ. 208). Τα συμβαλλόμενα μέρη διέθεταν, επίσης σε κάθε περίπτωση, τη δυνατότητα να αναγάγουν τη μη τήρηση της συμφωνίας σε λόγο καταγγελίας αυτής ή να συμπεριλάβουν στη συμφωνία τους τόσο λόγους πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης όσο και λόγους καταγγελίας, αρκεί αυτοί να είναι διακριτοί, ώστε να μη δημιουργείται ασάφεια. Προκειμένου να επέλθουν βέβαια οι έννομες συνέπειες της καταγγελίας, απαιτείται η προηγούμενη άσκησή της με μονομερή απευθυντέα (στον οφειλέτη) δήλωση βούλησης, σε αντίθεση με τη διαλυτική αίρεση, όπου τα έννομα αποτελέσματα της πλήρωσής της επέρχονται αυτόματα, χωρίς να απαιτηθεί άλλη ενέργεια. Με την άσκηση της καταγγελίας η συμφωνία ανατρέπεται μεν για το μέλλον (ex nunc), παραμένει όμως ισχυρή για το προ της καταγγελίας χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα τυχόν καταβληθέντα ποσά από τον οφειλέτη στον ενδιάμεσο χρόνο, μέχρι την άσκηση της καταγγελίας, να μην επιστρέφονται, αλλά να μειώνουν ανάλογα το ύψος των υφιστάμενων οφειλών του. Το γεγονός ότι η καταγγελία δεν ανατρέπει αναδρομικά τη σύμβαση αλλά δρα για το μέλλον, δεν θα πρέπει να οδηγήσει εν προκειμένω στο συμπέρασμα, ότι οι απαιτήσεις θα παραμείνουν στο ύψος τους, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά τη συμφωνία, διότι έτσι θα ήταν κενή περιεχομένου η καταγγελία. Σημαίνει όμως, ότι λ.χ. δεν θα υπολογιστούν επιπλέον τόκοι για το μεσοδιάστημα μέχρι την άσκηση της καταγγελίας ή την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης (βλ. Α. Ρόκα, ό.π., σελ. 214, αντίθετη άποψη σε X. Χριστοπούλου, ό.π., σελ. 209). Τέλος, επιπρόσθετα και δη πέραν της δυνατότητας ανατροπής της συμφωνίας στο σύνολό της, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη παρεχόταν στους πιστωτές και δυνατότητα μερικής ανατροπής της, κατά το κοινό δίκαιο, με inter partes αποτελέσματα. Τα μέρη μπορούν, κατ’ αρχάς, εφόσον το κρίνουν σκόπιμο, να προβλέψουν στη συμφωνία, εκτός από προϋποθέσεις συνολικής ανατροπής της, και προϋποθέσεις ατομικής ανατροπής της (π·Χ· άσκηση δικαιώματος υπαναχώρησης ή καταγγελίας με inter partes αποτελέσματα), αλλά και ο ίδιος ο νόμος, στο άρθρο 106ε παρ. 3 εδ. β' του ΠτΚ, όπως ίσχυσε μετά τον ν. 4072/2012, διευκρίνιζε, ότι, πέραν του δικαιώματος που έχει κάθε πιστωτής να αξιώσει από τον οφειλέτη με κάθε νόμιμο μέσο, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο τελευταίος έχει αναλάβει έναντι αυτού, με βάση την επικυρωθείσα συμφωνία (π.χ. να λάβει μέτρα ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του οφειλέτη, αξιώνοντας την προς αυτόν καταβολή του οφειλόμενου ποσού, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την τυχόν απομείωσή του με τη συμφωνία, που αποτελεί εκτελεστό τίτλο, με την επιφύλαξη της αναστολής των ατομικών διώξεων που τυχόν συμφωνήθηκε ή της παρόδου του χρονικού διαστήματος ισχύος της, κατ’ άρθρο 106ε παρ. 1 περ. η'), διατηρούνται και τα δικαιώματα που αυτός έχει, κατά το κοινό δίκαιο, για την περίπτωση μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης των ανειλημμένων με τη συμφωνία υποχρεώσεων του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων της καταγγελίας και υπαναχώρησης. Με την εν λόγω διάταξη, συνεπώς, δύναται μεμονωμένος πιστωτής, ακόμη και αν δεν υφίσταται σχετική πρόβλεψη στην εξυγιαντική συμφωνία, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση είτε να θέσει εύλογη προθεσμία στον οφειλέτη του και στη συνέχεια να υπαναχωρήσει από αυτή (ΑΚ 383). Και στις δυο αυτές περιπτώσεις (καταγγελία ή υπαναχώρηση) τα αποτελέσματα είναι τα ίδια, επανέρχονται δηλαδή οι απαιτήσεις στη νομική κατάσταση που είχαν πριν τη συμφωνία, τις οποίες θα μπορούν πλέον οι πιστωτές να επιδιώξουν δικαστικά (βλ. Α. Ρόκα, ό.π., σελ. 215, X. Χριστοπούλου, ό.π., σελ. 212, 213).

 

Με τον πρώτο λόγο της υπό Β' έφεσης τους οι ανακόπτοντες (και ήδη καλούντες/εφεσίβλητοι της υπό Α’ έφεσης/εκκαλούντες της υπό Β’ έφεσης/ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης) επαναφέρουν τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους της ανακοπής τους, με τους οποίους ζητούσαν -κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους- την ακύρωση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής: ι) λόγω αοριστίας της αίτησης προς έκδοση της διαταγής πληρωμής και της διαταγής πληρωμής ως προς την αναφερόμενη σε αυτές αιτία, ιι) λόγω εσφαλμένης αναφοράς της αιτίας έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ιιι) λόγω απόσβεσης της αξίωσης από τη σύμβαση πίστωσης με (ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό, ενόψει σύναψης της από 15.1.2015 συμφωνίας στο πλαίσιο διαδικασίας εξυγίανσης, που είχε κατά τα συμφωνηθέντα ανανεωτικό και αποσβεστικό αποτέλεσμα και ιν) λόγω μη έγγραφης απόδειξης με πληρότητα της επικαλούμενης στη διαταγή πληρωμής αιτίας, ήτοι της σύμβασης πίστωσης από (ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό, παραπονούμενοι για την εσφαλμένη κατ’ ουσίαν απόρριψη των ισχυρισμών τους αυτών από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Πιο συγκεκριμένα επάγονται, ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε από την αρχική διάδικο/καθής η ανακοπή και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη της υπό Β’ έφεσης, τραπεζική ανώνυμη εταιρεία (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος), υπό την ιδιότητα της ως ειδικής διαδόχου της αρχικώς αντισυμβαλλομένης τράπεζας Protobank ΑΕ, κατ’ επίκληση απαίτησης που απορρέει από την ./29.10.2008 σύμβαση πίστωσης με (ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ αφενός της πρώτης των ανακοπτόντων, ως πρωτοφειλέτριας και του δεύτερου και τρίτου ως εγγυητών και αφετέρου της εταιρείας Protobank ΑΕ, όπως η σύμβαση αυτή ακολούθως τροποποιήθηκε με τις ./1/30.3.2009, ././21.4.2010 πρόσθετες πράξεις αύξησης ορίου πιστώσεως, την ./3/19.3.2013 πρόσθετη πράξη μειώσεως του ορίου πιστώσεως και την από 7.10.2013 πρόσθετη πράξη συμπλήρωσης όρων σύμβασης παροχής πίστωσης και η οποία (σύμβαση) καταγγέλθηκε από την Εθνική Τράπεζα στις 16.1.2019. Ότι στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και κατ’ επέκταση και στην τελευταία παραλείφθηκε δολίως να αναφερθεί, ότι κατόπιν της από 10.6.2011 αίτησης υπαγωγής της πιστούχου/πρωτοφειλέτριας σε διαδικασία συνδιαλλαγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ ./2011), υποβλήθηκε η από 19.1.2015 αίτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2015), δυνάμει της οποίας η αίτηση συνδιαλλαγής τράπηκε σε αίτηση υπαγωγής σε συμφωνία εξυγίανσης, κατ’ άρθρον 14 παρ. 2 εδ. α του ν. 4013/2011. Ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης καταρτίσθηκε η από 15.1.2015 συμφωνία, με την οποία οι ήδη εκκαλούντες της υπό Β' έφεσης (πιστούχος και εγγυητές) αναγνώρισαν οφειλή τους έναντι της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εκ ποσού τότε 285.118,44 ευρώ, απορρέουσα από την ως άνω σύμβαση πίστωσης με (ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό, ρυθμίστηκε δε η εξόφληση της οφειλής αυτής σε είκοσι ισόποσες τοκοχρεωλυτικές εξαμηνιαίες δόσεις, με την πρώτη δόση να είναι καταβλητέα μετά παρέλευση έξι μηνών από τη λήξη περιόδου χάριτος δύο ετών, από την τελεσίδικη επικύρωση των συμφωνιών εξυγίανσης και με την ειδικότερη συμφωνία κεφαλαιοποίησης των τόκων του πρώτου έτους της περιόδου χάριτος και καταβολής κατά το λογισμό τους των τόκων κατά το δεύτερο έτος. Ότι η συμφωνία αυτή είχε κατά την από 15.1.2015 σύμβαση, ανανεωτικό και αποσβεστικό αποτέλεσμα, ώστε, η απαίτηση που αρχικά απέρρεε από σύμβαση πίστωσης με (ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό να έχει αντικατασταθεί από την ως άνω από 15.1.2015 σύμβαση τοκοχρεωλυτικώς εξοφλούμενου δανείου, η δε αρχική οφειλή να έχει οριστικά αποσβεσθεί. Ότι με την 535/19.9.2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας) επικυρώθηκαν και η από 15.1.2015 συμφωνία, ως και λοιπές συμφωνίες, που είχαν καταρτισθεί με άλλους πιστωτές της πρώτης ανακόπτουσας (και ήδη καλούσας/πρώτης εφεσίβλητης της υπό Α’ έφεσης/πρώτης εκκαλούσας της υπό Β’ έφεσης/ασκούσας πρόσθετους λόγους έφεσης) στο πλαίσιο της εξυγίανσης και η απόφαση αυτή καταχωρίσθηκε στο ΓΕΜΗ και δημοσιεύθηκε στο Δελτίο Δημοσιεύσεων του ΕΤΑΑ, αποκτώντας έκτοτε δεσμευτική έναντι όλων ισχύ. Ότι στις 10.10.2018 η Εθνική Τράπεζα όχλησε εξωδίκως την πιστούχο/πρωτοφειλέτρια εταιρεία διαμαρτυρόμενη για την μη καταβολή των οφειλομένων τόκων του δεύτερου έτους της περιόδου χάριτος εκ των οποίων ποσό 13.875,42 ευρώ λογίσθηκε στις 27.3.2018 και ποσό 14.350,38 ευρώ στις 27.9.2018, καλώντας την σε άμεση καταβολή και δηλώνοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προβεί σε καταγγελία της από 15.1.2015 σύμβασης, επικαλούμενη αντίθετο συμβατικό δικαίωμα. Ότι, κατόπιν της άρνησης πιστούχου και εγγυητών, η … επέδωσε στην πρώτη αυτών (πιστούχο) στις 6.12.2018 την από 30.11.2018 εξώδικη καταγγελία της από 15.1.2015 σύμβασης και ακολούθως με την από 16.1.2019 επιστολή την ενημέρωσε ότι προέβη σε οριστικό κλείσιμο (καταγγελία) και της σύμβασης πίστωσης με (ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό. Ότι μετά ταύτα η … υπέβαλε αίτηση για έκδοση της προσβαλλομένης ήδη Διαταγής πληρωμής, αποσιωπώντας όλα τα παραπάνω που είχαν λάβει χώρα στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης, τούτο δε έπραξε προκειμένου να αποφύγει την εφαρμογή των όρων του τοκοχρεωλυτικού δανείου και να επιτύχει τον ανατοκισμό της απαίτησης, παρότι η απαίτηση της είχε κατά τους ειδικότερους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας ήδη αποσβεσθεί. Ότι, ενόψει αυτών, το ότι αναφέρεται στην αίτηση και στην προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής ως αιτία έκδοσης αυτής η σύμβαση πίστωσης με (ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό, καθιστά την αίτηση και τη διαταγή πληρωμής αόριστες. Ότι ακόμη τις καθιστά αναληθείς, διότι οι αξιώσεις της … σε βάρος τους δεν απορρέουν πλέον από σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, αλλά από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου. Ότι σε κάθε περίπτωση τα προσκομισθέντα προς έκδοση της διαταγής πληρωμής αποσπάσματα των λογαριασμών, που τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση της σύμβασης από 7.12.2013 έως 16.1.2019, δεν συμβαδίζουν με την επικαλούμενη αιτία της πληρωμής, ήτοι την σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό ούτε και αποδεικνύουν τήρηση τέτοιου λογαριασμού, δεδομένου ότι δεν αποτυπώνουν συμφωνίες περί της δυνατότητας αμοιβαίων αποστολών, δεν περιέχουν χρεωστικούς τόκους κάθε ημερολογιακού τριμήνου ούτε περιοδικό κλείσιμο λογαριασμού, αλλά αντίθετα περιέχουν διάφορες καταχωρίσεις ασύμβατες με την τήρηση αλληλοχρέου λογαριασμού, που αποδεικνύουν σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην έφεση. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα ο κρινόμενος λόγος έφεσης κατά το σκέλος αυτού, με τον οποίο ζητείται να γίνει δεκτός ο λόγος της ανακοπής για ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω αοριστίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού συγκεκριμένη αιτία διαλαμβάνεται τόσο στην διαταγή πληρωμής, όσο και στην αίτηση προς έκδοση της, όπως άλλωστε συνομολογείται τόσο στην έφεση, όσο και στους πρόσθετους λόγους της ανακοπής. Κατά τα λοιπά σκέλη όμως του ίδιου λόγου έφεσης με τα οποία πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση, λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων: ι) ως προς την αναφορά ως αιτίας έκδοσης της διαταγής πληρωμής άλλης αιτίας από την πράγματι ισχύουσα, ιι) ως προς την οριστική απόσβεση της αξίωσης από σύμβαση πίστωσης με (ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό, κατόπιν σύναψης συμφωνίας με αποσβεστικό και ανανεωτικό αποτέλεσμα, στο πλαίσιο της σχετικής συμβατικής ελευθερίας των διαδίκων και ιιι) ως προς τη μη έγγραφη απόδειξη της επικαλούμενης αιτίας της απαίτησης, δηλαδή για λόγους που αφορούν στην ύπαρξη και στην έγγραφη απόδειξη της αιτίας και του ύψους της απαίτησης, ο λόγος είναι ορισμένος, νόμιμος, ερείδεται στις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν.

 

Από τα έγγραφα, που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ' αριθ. ./29.10.2008 σύμβασης παροχής πίστωσης με (ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό, που συνήφθη μεταξύ της αρχικής δανείστριας τράπεζας και της πρώτης ανακόπτουσας (ήδη πρώτης καλούσας/πρώτης εφεσίβλητης της υπό Α’ έφεσης/πρώτης εκκαλούσας της υπό Β’ έφεσης/πρώτης των ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης) και η οποία ακολούθως έλαβε τον αριθμό ./29.10.2008, χορηγήθηκε στη δεύτερη αυτών ως πιστούχο, πίστωση μέχρι του ποσού των 400.000,00 ευρώ, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στην ως άνω σύμβαση, ενώ ο δεύτερος και τρίτος των ανακοπτόντων (ήδη δεύτερος και τρίτος των καλούντων/δεύτερος και τρίτος των εφεσίβλητων της υπό Α’ έφεσης/δεύτερος και τρίτος των καλούντων της υπό Β’ έφεσης/δεύτερος και τρίτος των ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης) συμβλήθηκαν σε αυτή, υπογράφοντας την, εγγυώμενοι ανεπιφύλακτα την εμπρόθεσμη εξόφληση κάθε χρεωστικού υπόλοιπου, παραιτούμενοι της ένστασης διζήσεως και αποδεχόμενοι την ευθύνη εις ολόκληρον και ως αυτοφειλέτες. Ακολούθως, με τις υπ’ αριθ. ././30.3.2009 και ././21.4.2010 πρόσθετες πράξεις αυξήσεως του ορίου πιστώσεως αυξήθηκε διαδοχικά το όριο της πίστωσης κατά το ποσό των 200.000 ευρώ και 100.000 ευρώ αντίστοιχα και έτσι το όριο της πίστωσης ανήλθε στο ποσό των 700.000 ευρώ. Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθ. ././19.3.2013 πρόσθετη πράξη μειώθηκε το όριο πίστωσης κατά το ποσό των 437.189 ευρώ και έτσι το όριο της πίστωσης ανήλθε στο ποσό των 262.811 ευρώ. Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. ././19.4.2013 πρόσθετη πράξη τροποποίησης των όρων της σύμβασης πίστωσης οι συμβαλλόμενοι προέβησαν σε ρύθμιση της οφειλής και η πιστούχος εταιρεία αναγνώρισε ως υπόλοιπο οφειλής το χρεωστικό υπόλοιπο του υπ' αριθ. GR … λογαριασμού, που είχε τηρηθεί προς εξυπηρέτησης της χορηγηθείσας πίστωσης και ανερχόταν, στις 19.4.2013, στο ποσό των 262.810,95 ευρώ. Όλες οι παραπάνω πρόσθετες πράξεις αποτελούν αναπόσταστο τμήμα της αρχικής σύμβασης. Η πιστούχος πραγματοποίησε χρήση της ανοιγείσας πίστωσης και εισέπραξε κατά διαστήματα διάφορα ποσά μέσω του ως άνω υπ' αριθ. GR … λογαριασμού της τράπεζας … που ανοίχθηκε για το λόγο αυτό και τηρήθηκε προς εξυπηρέτηση της σύμβασης πίστωσης. Ακολούθως, υπεισήλθε στην ανωτέρω περιγραφόμενη έννομη συμβατική σχέση η αρχική διάδικος, …  κατόπιν ειδικής διαδοχής που έλαβε χώρα δυνάμει της από 26.7.2013 σύμβασης μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ αυτής και της στο πλαίσιο εξυγίανσης της τελευταίας και σε εκτέλεση της δημοσιευθείσας με στοιχεία 12/ΘΕΜΑ 1/26-07-2013 απόφασης της Επιτροπής Μέσων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β’/1831/26-07-2013). Κατόπιν της εν λόγω ειδικής διαδοχής, η αρχική διάδικος, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, μετέφερε το υπόλοιπο ποσό των 262.806,35 ευρώ του ανωτέρω υπ’ αριθ. GR … λογαριασμού στο νέο ανοιγέντα λογαριασμό με αριθμό …, που τηρήθηκε από 7.12.2013 και εφεξής, ενώ επίσης προέβη στις 19.9.2017 στο άνοιγμα του … λογαριασμού.  Εν τω μεταξύ, η πιστούχος, πρώτη ανακόπτουσα εταιρεία (και ήδη πρώτη καλούσα/πρώτη εφεσίβλητη της υπό Α’ έφεσης/πρώτη εκκαλούσα της υπό Β’ έφεσης/ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης), η οποία δραστηριοποιείται στο εμπόριο γενικών ειδών οικιακής χρήσης λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης, στην οποία είχε περιέλθει, υπέβαλε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10.6.2011 αίτηση υπαγωγής της στη διαδικασία συνδιαλλαγής, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 99 επ. του Ν. 3588/2007. Επί της αιτήσεως της αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 940/2011 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), που διέταξε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής και διόρισε ως διαμεσολαβητή τον Ιωάννη Βλάσση. Ακολούθως, δυνάμει της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 14 παρ. 2 εδ. α' του Ν. 4013/2011 η πιστούχος εταιρεία (πρώτη ανακόπτουσα και ήδη πρώτη καλούσα/πρώτη εφεσίβλητη της υπό Α’ έφεσης/πρώτη εκκαλούσα της υπό Β’ έφεσης/ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης), έτρεψε την αίτησή της σε αίτηση υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τότε ισχύον άρθρο 106α επ. του Πτωχευτικού Κώδικα. Στο πλαίσιο αυτό, στις 15.1.2015 καταρτίσθηκε, με τη σύμπραξη του μεσολαβητή, συμφωνία εξυγίανσης μεταξύ της πιστούχου και πιστωτριών τραπεζών μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αρχική διάδικος, (καθ' ης η ανακοπή και ήδη πρώτη των καθών η κλήση/δεύτερη των εφεσιβλήτων της υπό Β’ έφεσης/πρώτη των καθών οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης), με αντικείμενο τη ρύθμιση και των επίδικων δανειακών υποχρεώσεων της πιστούχου. Ειδικότερα, με την από 15.1.2015 συμφωνία εξυγίανσης, που επικυρώθηκε στις 27.9.2016 δυνάμει της υπ' αριθ. 535/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), αναγνωρίσθηκε, ότι η συνολική απαίτηση της πιστούχου, που προέρχεται από την υπ' αριθ. ./29.10.2008 σύμβαση παροχή πίστωσης, ανερχόταν κατά το χρόνο αυτό σε 285.118,44 ευρώ, τέθηκαν δε ειδικοί όροι αποπληρωμής αυτής, ως εξής: «....Συμφωνείται για την ανωτέρω απαίτηση περίοδος χάριτος 2 ετών, αρχής γενομένης από την επικύρωση της παρούσας συμφωνίας από το αρμόδιο Δικαστήριο. Κατά το πρώτο έτος της περιόδου χάριτος δεν θα καταβάλλονται τόκοι και κεφάλαιο (κεφαλαιοποίηση τόκων), ενώ το δεύτερο έτος θα καταβάλλονται τόκοι κατά το λογισμό τους. Το σύνολο των οφειλών, όπως αυτές θα έχουν διαμορφωθεί με τόκους από 30-6-2014 έως τη λήξη της περιόδου χάριτος (εξαιρουμένων των τόκων του 2ου έτους που θα πρέπει να έχουν καταβληθεί μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο), θα αποπληρωθεί σε 20 ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, της 1ης καταβλητέας έξι μήνες μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος. Καθ' όλο το διάστημα της ρυθμίσεως, συμφωνείται επιτόκιο 4,75% πλέον εισφοράς του Ν. 128/75 (σήμερα 0,60%) και λοιπών επιβαρύνσεων. Σε περίπτωση καθυστέρησης κατά την εξόφληση οποιοσδήποτε, κατά τα ανωτέρω, δόσης ή τόκων ή εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων, η εταιρεία (ενν. η πιστούχος) καθίσταται αυτοδικαίως υπερήμερη και οφείλει στην εν λόγω πιστώτρια τράπεζα από την πρώτη μέρα καθυστέρησης και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ειδοποίηση της τόκο υπερημερίας, ο οποίος συμφωνείται ότι θα υπολογίζεται με το επιτόκιο, όπως καθορίζεται ανωτέρω, προσαυξημένο με την εκάστοτε ανώτατη επιτρεπόμενη προσαύξηση λόγω υπερημερίας που εφαρμόζεται στις τραπεζικές συναλλαγές, (σήμερα 2,5% ΠΔΤΕ 2393/1996). Οι οφειλόμενοι σε καθυστέρηση τόκοι συμφωνείται ότι τοκίζονται από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση τους με το ίδιο επιτόκιο υπερημερίας. Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο οφειλόμενο κεφάλαιο ανά εξάμηνο, επερχόμενου ούτω ανατοκισμού». Επιπλέον, στο άρθρο 3 της συμφωνίας εξυγίανσης συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: «Ρητώς συμφωνείται, ότι σε περίπτωση μη τήρησης εκ μέρους της «ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ» οποιουδήποτε όρου της παρούσας συμφωνίας, οι οποίοι όλοι (οι όροι) θεωρούνται ουσιώδεις, ενδεικτικώς δε ακόμη και σε περίπτωση μη εξόφλησης μίας δόσης εκ μέρους της «ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ», θα καθίσταται αυτή υπερήμερη έναντι όλων των πιστωτών της, οι οποίοι θα δικαιούνται μετά την παρέλευση ενός μηνός από την επίδοση σχετικής εξωδίκου οχλήσεως προς αυτήν, να καταγγείλουν αυτήν και να αξιώσουν το σύνολο των απαιτήσεων τους, ως είχαν κατά το χρόνο καταγγελίας, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, άνευ περιορισμού, μέχρις εξοφλήσεως, τόσο κατά της «ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ» όσο και έναντι του ενεχόμενου συνοφειλέτη εις ολόκληρο και εγγυητή και να προβούν στη διεκδίκηση των απαιτήσεων τους με κάθε νόμιμο μέσο. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας θα επέρχονται και η συμφωνία θα θεωρείται ανατραπείσα ως προς όλους τους πιστωτές με την πάροδο ενός μηνός από την επίδοση προς την οφειλέτρια της σχετικής καταγγελίας της συμφωνίας». Περαιτέρω, στην ίδια συμφωνία περιλήφθηκε όρος κατά τον οποίο «... ρητά συμφωνείται ότι δεν επέρχεται εξόφληση, απόσβεση ή ανανέωση των κατά τα ανωτέρω και σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Εξυγίανσης αναγνωρισθεισών οφειλών της εταιρείας έναντι της πιστώτριας τράπεζας, αλλά συμφωνείται ρητώς ρύθμιση της αποπληρωμής αυτών και παρέχεται διευκόλυνση της εταιρίας για εξόφλησή τους στο πλαίσιο της εξυγίανσης της...» (βλ. σελ. 22 της από 15.1.2015 συμφωνίας εξυγίανσης). Κατά συνέπεια, ο λόγος της υπό Β' έφεσης, που ερείδεται στο ότι επήλθε ανανέωση και οριστική απόσβεση των επίδικων απαιτήσεων της πιστώτριας τράπεζας με τη σύναψη της από 15.1.2015 σύμβασης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού σαφώς εκ των ανωτέρω προκύπτει, ότι συμφωνήθηκε μόνον ρύθμιση της αποπληρωμής της οφειλής και παρασχέθηκε διευκόλυνση της πιστούχου εταιρείας προς εξόφληση αυτής στο πλαίσιο της εξυγίανσης, υπό όρους προσιδιάζοντες σε τοκοχρεωλυτικό δάνειο (βλ. σελ. 22 της από 15.1.2015 συμφωνίας εξυγίανσης). Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε το ως αβάσιμο το συναφή πρόσθετο λόγο της ανακοπής δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ο ερευνώμενος λόγος της έφεσης είναι κατά τούτο απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της ως άνω από 15.1.2015 συμφωνίας προκύπτει με σαφήνεια, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη επέλεξαν να θέσουν την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων εκ μέρους του οφειλέτη ως λόγο καταγγελίας της συμφωνίας εξυγίανσης, με τα αποτελέσματα αυτής της καταγγελίας να επέρχονται μετά από προηγούμενη επίδοση εξώδικης όχλησης εκ μέρους της αρχικής διαδίκου, πιστώτριας, και την πάροδο χρονικού διαστήματος ενός μηνός από την επίδοση. Η πρώτη ανακόπτουσα/πιστούχος δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της εκ της ως άνω από 15.1.2015 συμβάσεως και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε τους λογισθέντες τόκους του δεύτερου έτους της περιόδου χάριτος, συνολικού ύψους 28.405,80 ευρώ, οι οποίοι έπρεπε να καταβληθούν μέχρι τις 27.9.2019, δηλαδή μέχρι τη συμπλήρωση της προθεσμίας χάριτος των δύο ετών από την ημερομηνία επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης. Για το λόγο αυτό η αρχική διάδικος, Εθνική Τράπεζα, προέβη στην επίδοση της από 9.10.2018 εξώδικης όχλησής της με την οποία κάλεσε τους ανακόπτοντες (και ήδη καλούντες/εφεσίβλητους της υπό Α’ έφεσης/εκκαλούντες της υπό Β’ έφεσης/ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης) να καταβάλουν άμεσα τους λογισθέντες τόκους του δεύτερου έτους της περιόδου χάριτος, που είχαν λογισθεί την 27η.3.2018 κατά το ποσό των 13.875,42 ευρώ και την 27η.9.2018 κατά το ποσό των 14.530,38 ευρώ, δηλώνοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση εντός μηνός από την κοινοποίηση της εξώδικης δήλωσης θα κατήγγειλε την από 15.1.2015 συμφωνία εξυγίανσης. Οι ανακόπτοντες (και ήδη καλούντες/εφεσίβλητοι της υπό Α’ έφεσης/εκκαλούντες της υπό Β’ έφεσης/ ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης) κοινοποίησαν στην ως άνω αρχική διάδικο, Εθνική Τράπεζα, την από 30.10.2018 εξώδικη απάντησή τους, με την οποία αμφισβήτησαν το κύρος της καταγγελίας της συμφωνίας εξυγίανσης, ισχυριζόμενοι ότι η αποδέσμευση των πιστωτών μπορεί να επέλθει μόνον με την ακύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης και ότι αυτή ήταν δυνατή μόνο με δικαστική απόφαση και όχι με εξώδικη καταγγελία. Κατόπιν αυτών, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, έκλεισε οριστικά στις 16.1.2019 τους λογαριασμούς που τηρούνταν τότε στο πλαίσιο της σύμβασης, δηλαδή τους υπ’ αριθ. …  και … λογαριασμούς και οι οποίοι κατά την ημερομηνία αυτή εμφάνιζαν χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 406.713,38 ευρώ και 871,87 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 407.585,25 ευρώ και στις 18.1.2019 προέβη σε καταγγελία και της αρχικής σύμβασης πίστωσης δι’ (ανοικτού) αλληλοχρέου λογαριασμού, ενημερώνοντας και για το κλείσιμο των λογαριασμών (βλ. τις .ΣΤ’, .ΣΤ' και .ΣΤ’/18.1.2019 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …). Μετά ταύτα, η ως άνω αρχική διάδικος, υπέβαλε την από 27.9.2019 αίτησή της προς έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, με την οποία επικαλούμενη αποκλειστικά και μόνον την ως άνω σύμβαση πίστωσης δι’ (ανοιχτού) αλληλοχρέου λογαριασμού, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με τις πρόσθετες ως άνω πράξεις αλλά πριν την κατάρτιση της από 15.1.2015 σύμβασης, ζητούσε να υποχρεωθούν η πιστούχος ως άνω εταιρεία και οι υπέρ αυτής εγγυητές να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 406.713,38 ευρώ εντόκως με επιτόκιο υπερημερίας από 17.1.2019 και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων πλέον δικαστικών εξόδων, προσκομίζοντας προς έγγραφη απόδειξη των απαιτήσεων της: α) την υπ’ αριθ. ./29.10.2008 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, β) τις υπ’ αριθ. ././30.3.2009 και ././21.4.2010 πρόσθετες πράξεις αυξήσεως ορίου πίστωσης, γ) την υπ’ αριθ. ././19.3.2013 πρόσθετη πράξη μείωσης ορίου πίστωσης, δ) τις από 19.4.2010, 7.10.2010 και 19.4.2013 πρόσθετες πράξεις τροποποίησης των όρων σύμβασης παροχής πίστωσης, ε) τις από 16.1.2019 και 21.6.2019 επιστολές με τις οποίες γνωστοποιήθηκε στην πιστούχο και τους εγγυητές το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών, το χρεωστικό υπόλοιπο αυτών και καταγγέλθηκε η σύμβαση παροχή πίστωσης, μετά των αντίστοιχων εκθέσεων επίδοσης, καθώς και στ) ακριβή αποσπάσματα από τα μηχανογραφικώς τηρούμενα εμπορικά βιβλία με τις χρεοπιστώσεις των λογαριασμών, που κατά τη ρητή συναφή δικονομική συμφωνία των μερών αποδεικνύουν την ύπαρξη και την έκταση της απαίτησης. Η αίτησή της έγινε δεκτή και εκδόθηκε η προσβαλλομένη ./2019 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιτάχθηκαν η πιστούχος ως άνω εταιρεία και οι υπέρ αυτής εγγυητές να καταβάλουν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 406.713,38 ευρώ εντόκως με επιτόκιο υπερημερίας από 17.1.2019 και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων πλέον δικαστικών εξόδων για απαίτηση απορρέουσα από σύμβαση πίστωσης με (ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό. Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, που επιδόθηκε στους καθών η διαταγή πληρωμής (ανακόπτοντες και ήδη καλούντες/εφεσίβλητους της υπό Α’ έφεσης/εκκαλούντες της υπό Β’ έφεσης/ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης) στις 13.12.2019 (βλ. τις υπ' αριθμ. .Β/13.12.2019, .Β/13.12.2019 και .Β/16.12.2019 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …), οι τελευταίοι άσκησαν την από 7.1.2020 ανακοπή τους, κατ’ άρθρον 632 ΚΠολΔ, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2020) και τους από 27.9.2020 πρόσθετους λόγους αυτής (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2020), αμφότερες των οποίων ασκήθηκαν νομότυπα και είναι εμπρόθεσμες, καθόσον η μεν ανακοπή κατατέθηκε εντός 15 εργασίμων ημερών από την αυτούς επίδοση και επιδόθηκε στην καθής η ανακοπή, αρχική διάδικο …, την ίδια ημέρα (βλ. την υπ' αριθμ. .Γ/07-01-2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …), οι δε πρόσθετοι λόγοι ανακοπής ασκήθηκαν δια της καταθέσεως τους στις 27.9.2020 ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2020) και της επιδόσεως τους στην καθής η ανακοπή (αρχική ως άνω διάδικο) … στις 28.9.2020, δηλαδή οκτώ και πλέον ημέρες πριν την ορισθείσα, μετ’ αναβολή, δικάσιμο για συζήτηση της ανακοπής, ήτοι την 7η.10.2020 (βλ. την ./28.9.2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείου Αθηνών, …). Συναφώς, ως προς τους περαιτέρω λόγους των υπό Α’ και Β’ εφέσεων, που κρίθηκαν νόμιμοι και ερευνητέοι κατ’ ουσίαν, αποδεικνύονται από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία τα ακόλουθα: Με την ως άνω σύμβαση πίστωσης δι’ (ανοιχτού) αλληλοχρέου λογαριασμού, όπως τροποποιήθηκε με τις πρόσθετες αυτής πράξεις, συμφωνήθηκε, όπως ο λογαριασμός κλείεται προσωρινά ανά τρίμηνο και εκτοκίζεται με το συμβατικό επιτόκιο στο τέλος κάθε τέτοιου τριμήνου, ήτοι κατά την 31η Μαρτίου, 30η Ιουνίου, 30η Σεπτεμβρίου και 31η Δεκεμβρίου αντίστοιχα, με βάση υπολογισμού έτος 360 ημερών (βλ. όρους 2 και 14 της σύμβασης). Συναφώς, αποδεικνύεται, ότι ο εν λόγω τρόπος υπολογισμού των τόκων δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ατομικής συμφωνίας, αλλά γενικό όρο συναλλαγής, που περιεχόταν εν γένει στις συμβάσεις παροχής πίστωσης με (ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό της … και στον οποίο απλά προσχώρησε η πιστούχος εταιρεία και οι εγγυητές αυτής, υπογράφοντας την σύμβαση. Προσέτι, η πιστώτρια τράπεζα ουδέποτε γνωστοποίησε τον παραπάνω τρόπο επιβάρυνσης της πιστούχου (και των εγγυητών αυτής), ούτε τους ενημέρωσε για την ύπαρξη και τις συνέπειες του παραπάνω όρου ως προς τη διαμόρφωση του πραγματικού επιτοκίου. Αντιθέτως ο όρος αυτός επιβλήθηκε ως κάτι δεδομένο και ανεπίδεκτο διαπραγμάτευσης. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι στο της πιστούχου και των εγγυητών, συνέτρεχε η ιδιότητα του καταναλωτή, κατά την έννοια του Ν. 2251/1994, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι η μεν πιστούχος ήταν η τελική αποδέκτρια του επιχειρηματικού δανείου, οι δε δεύτερος και τρίτος εγγυητές υπέρ αυτής. Ο όρος, αυτός της δανειακής σύμβασης, ο οποίος προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, είναι ωστόσο αδιαφανής, αφού προκαλεί με συγκεκαλυμμένο τρόπο αύξηση του συμβατικού επιτοκίου, δημιουργώντας “τεχνηέντως” επιπρόσθετη επιβάρυνση σε βάρος της πιστούχου και των εγγυητών αυτής, ως καταναλωτών και δη πρόσθετη επιβάρυνση δια της προσαύξησης του τόκου κατά 1,3889% και παράλληλα συμπεριφορά της πιστώτριας τράπεζας παραβίαζε τις υποχρεώσεις της προς ενημέρωση των αντισυμβαλλομένων της. Προσέτι, ο ανωτέρω εκτιθέμενος όρος της επίδικης σύμβασης, λαμβανομένης υπόψη της φύσης των υπηρεσιών, του σκοπού της, των συνθηκών υπό τις οποίες συνήφθη και των υπόλοιπων ρητρών αυτής, επιφέρει σημαντική και ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, σε βάρος της ως άνω πιστούχου και των εγγυητών αυτής ανακοπτόντων (και ήδη καλούντων/εφεσίβλητων της υπό Α’ έφεσης/εκκαλούντων της υπό Β’ έφεσης/ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης), λαμβανομένου υπόψη και του ότι η επιβάρυνση αυτή δεν αντισταθμίζεται από την παροχή κάποιας υπηρεσίας ούτε δικαιολογείται από τυχόν συνθετότητα αυτής. Ειδικότερα δε αποδεικνύεται -και τούτο προκύπτει ευχερώς εκ μαθηματικών υπολογισμών, με βάση τις κινήσεις των λογαριασμών της πίστωσης- ότι οι ανωτέρω (πιστούχος και εγγυητές) επιβαρύνθηκαν παρανόμως εκ του υπολογισμού των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, κατ’ εφαρμογή του άκυρου ως άνω όρου, κατά το συνολικό ποσό των 4.006,25 ευρώ. Μετά ταύτα, αποδεικνύεται, ότι συνέτρεχε νόμιμος και βάσιμος λόγος μερικής ακύρωσης της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής και δη ως προς το ως άνω κονδύλια των 4.006,25 ευρώ. Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και δέχθηκε μερικώς τον τέταρτο λόγο της ανακοπής ως βάσιμο κατ' ουσίαν ακυρώνοντας σε αντίστοιχη έκταση την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, ώστε το αντίστοιχο σκέλος του δεύτερου λόγου της υπό Α’ έφεσης να είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Όσον αφορά στα λοιπά σκέλη του πρώτου λόγου της έφεσης των ανακοπτόντων (και ήδη καλούντων/εφεσίβλητων της υπό Α’ έφεσης/εκκαλούντων της υπό Β’ έφεσης/ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης), κατά το μέρος που κρίθηκαν νόμιμα και ερευνώντας λεκτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με εκτίθενται στη μείζονα ως άνω (υπό II μείζονα σκέψη), η από 15.1.2015 σύμβαση καταρτίσθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης στην οποία υπήχθησαν οι απαιτήσεις κατά της πιστούχου. Ωστόσο, η σύμβαση αυτή δεν ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής λόγω έγκυρης προηγούμενης καταγγελίας της εκ μέρους της πιστώτριας τράπεζας. Ωστόσο, η καταγγελία αυτή επέφερε αποτελέσματα ex nunc. Κατά συνέπεια κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ως και την καταγγελία της από 15.1.2015 σύμβασης, η ένδικη απαίτηση αναγκαίως στηρίζεται και στην από 15.1.2015 συμφωνία, με την οποία ρυθμίστηκε εξόφληση της οφειλής με δόσεις, υπό όρους τοκοχρεωλυτικού δανείου. Παρά ταύτα, τόσο στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, όσο και στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής γίνεται επίκληση μόνο της υπ’ αριθ. 100/29.10.2008 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο, μετά των πρόσθετων πράξεων αυτής και δε γίνεται καμία νύξη περί της από 15.1.2015 σύμβασης και της καταγγελίας της. Εάν τούτο ήταν ακριβές, οι λογαριασμοί, που τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση της σύμβασης πίστωσης και προς απόδειξη της κίνησης των οποίων προσκομίζονται αποσπάσματα εξηγμένα από τα μηχανογραφικώς τηρούμενα εμπορικά βιβλία της … θα έπρεπε να αποτυπώνουν και να αποδεικνύουν κίνηση μόνον ανοικτού λογαριασμού και να συμβαδίζουν με το περιεχόμενο και τους όρους της σύμβασης παροχής πίστωσης. Θα έπρεπε δηλαδή να αποτυπώνεται τους τηρηθέντες λογαριασμούς η δυνατότητα αμοιβαίων πιστώσεων και χρεώσεων καθ' όλο το χρονικό διάστημα έως και την καταγγελία της σύμβασης, περιοδικό κλείσιμο των λογαριασμών και περιοδικό κατάλοιπο ανά τρίμηνο, ήτοι την 31η Μαρτίου, 30η Ιουνίου, 30η Σεπτεμβρίου και 31η Δεκεμβρίου, αντίστοιχος εκτοκισμός των απαιτήσεων, ως και ανατοκισμός ανά εξάμηνο, με τρόπο δηλαδή ώστε το αξιούμενο οριστικό κατάλοιπο να προκύπτει από την εφαρμογή των όρων της αρχικής σύμβασης, κατόπιν της καταγγελίας της και του οριστικού κλεισίματος των λογαριασμών. Συναφώς, από τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν προς έκδοση της διαταγής πληρωμής και από τα προσκομιζόμενα αποσπάσματα των λογαριασμών, αποδεικνύεται και δη εγγράφως, ότι: (1) Ο ΟΚ 1905100710000254204016012 λογαριασμός τηρήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από την κατάρτιση της σύμβασης έως και 7.12.2013. Ο λογαριασμός αυτός φέρει την ένδειξη “Επιχειρηματικός Αλληλόχρεος”, εμφαίνει κονδύλια που συνάδουν με τήρηση αλληλοχρέου λογαριασμού (ήτοι στήλες πιστοχρεώσεων αυτού), περιοδικό κλείσιμο και εκτοκισμό των απαιτήσεων κατά τα ως άνω συμβατικώς συμφωνηθέντα, είχε δε χρεωστικό υπόλοιπο στις 7.12.2013, ποσού 262.806,35 ευρώ. Κατά συνέπεια αποδεικνύει την ύπαρξη και το έως τότε ύψος απαίτησης, που ερείδεται στην επικαλούμενη αιτία. (2) Ο 970/0057088 λογαριασμός, τηρήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 7.12.2013 έως και την 16η.1.2019. Ο λογαριασμός αυτός φέρει τον χαρακτηρισμό ένδειξη “099 Λοιπές χρηματοδοτήσεις” και δεν εμφαίνει καθόλου κονδύλια και αναγκαία συστατικά στοιχεία αλληλοχρέου λογαριασμού (δεν αποτυπώνει δηλαδή στήλες με δυνατότητα πιστοχρεώσεων αυτού), δεν προκύπτει κανένα περιοδικό κλείσιμο του αλλά ούτε και εκτοκισμός των απαιτήσεων στο τέλος κάθε τριμήνου ούτε ανατοκισμός, κατά τα ως άνω συμβατικώς συμφωνηθέντα. Αντίθετα περιέχει καταχωρίσεις με κωδικούς, που αντιστοιχούν σε “Πίστωση ανοικτής οφειλής λόγω αναγγελίας δόσεων” (κωδ. .) και σε “Δημιουργία δόσεων από ανοικτή οφειλή” (κωδ. .). Αποδεικνύει δηλαδή τήρηση λογαριασμού προς εξυπηρέτηση τοκοχρεωλυτικού δανείου. Ο λογαριασμός αυτός είχε χρεωστικό υπόλοιπο στις 17.1.2019 εκ ποσού 406.713,38 ευρώ, πλέον υπολοίπου “Τόκων Τάξεως” εκ ποσού 9.191,44 ευρώ, (3) Ο … λογαριασμός, τηρήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 19.9.2017 έως 16.1.2019 και ομοίως φέρει τον χαρακτηρισμό ένδειξη “099 Λοιπές χρηματοδοτήσεις”. Επίσης δεν εμφαίνει κονδύλια αλληλοχρέου λογαριασμού (δεν αποτυπώνει δηλαδή δυνατότητα πιστοχρεώσεων αυτού), δεν εμφαίνει περιοδικό κλείσιμο στο τέλος κάθε τριμήνου, ούτε εκτοκισμό και ανατοκισμό των απαιτήσεων κατά τα ως άνω συμβατικώς συμφωνηθέντα. Συμπερασματικά, αποδεικνύει και αυτός τήρηση λογαριασμού προς εξυπηρέτηση τοκοχρεωλυτικού δανείου. Ο λογαριασμός αυτός είχε χρεωστικό υπόλοιπο στις 16.1.2019 ενήμερο “863,19 ευρώ” και ληξιπρόθεσμο “8,68 ευρώ”, (4) Οι … και .. λογαριασμοί οριστικής καθυστέρησης, στους οποίους μεταφέρθηκαν αντίστοιχα τα χρεωστικά υπόλοιπα των …, … λογαριασμών μετά το κλείσιμο αυτών. Εκ των ως άνω παρατιθέμενων προκύπτει, ότι κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από 7.12.2013 έως και 16.1.2019, οι λογαριασμοί ……. (που προδήλως αναμορφώθηκαν κατόπιν της κατάρτισης της από 15.1.2015 σύμβασης), δεν τηρήθηκαν ως λογαριασμοί προς εξυπηρέτηση της επικαλούμενης σύμβασης παροχής πίστωσης δια ανοικτού λογαριασμού και σύμφωνα με τους όρους της παρασχεθείσας πίστωσης, αλλά ως λογαριασμοί που εξυπηρετούσαν τοκοχρεωλυτικό δάνειο. Τέτοιας όμως αιτίας δεν γίνεται επίκληση στην αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής. Επιπρόσθετα δεν προσκομίσθηκε στο πλαίσιο της αίτησης και προς απόδειξη της ένδικης απαίτησης η από 15.1.2015 συμφωνία, που θα δικαιολογούσε τον τρόπο τήρησης των … και … λογαριασμών ως προς τις κινήσεις τους κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και εντεύθεν το χρεωστικό τους υπόλοιπο, όπως αυτό τελικά διαμορφώθηκε μετά την καταγγελία τόσο της σύμβασης εξυγίανσης, όσο και της σύμβασης πίστωσης και το κλείσιμο τους. Μετά ταύτα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε διαφορετικά και ειδικότερα έκρινε ότι οι παραπάνω προσκομισθέντες προς απόδειξη λογαριασμοί αποδεικνύουν, ενόψει και του περιεχομένου αυτών, την τήρηση ανοικτών λογαριασμών προς εξυπηρέτηση της επικαλούμενης σύμβασης παροχής πίστωσης, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Ας σημειωθεί δε, ότι είναι εν προκειμένω αδιάφορο το εάν υφίσταται απαίτηση, αφού για το χρονικό διάστημα έως και την καταγγελία της σύμβασης εξυγίανσης, η απαίτηση αυτή διαμορφώθηκε με βάση και άλλη αιτία, που διαφέρει από την επικαλούμενη και αποδεικνυόμενη προς έκδοση της διαταγής πληρωμής. Κατόπιν αυτών βάσιμος συντρέχει λόγος εξαφάνισης της εκκαλουμένης απόφασης και δη κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης και ακολούθως ακύρωσης της διαταγής πληρωμής κατά παραδοχή ως βάσιμων των επαναφερόμενων πρόσθετων λόγων της ανακοπής, στην έκταση που ερευνήθηκαν, ενώ παρέλκει η έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας των λοιπών λόγων της υπό Β' έφεσης.

 

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, θα πρέπει, κατόπιν συνεκδίκασης [Α] Της από 17.1.2022 (υπό Α') έφεσης της δεύτερης των καθών η κλήση/εκκαλούσας της υπό Α' έφεσης/πρώτης των εφεσίβλητων της υπό Β' έφεσης/πρώτης των καθών οι πρόσθετοι λόγοι της υπό Β' έφεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././21.1.2022), αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2022), [Β] ι) Της με ημερομηνία 17.2.2021 (υπό Β') έφεσης των καλούντων/εφεσίβλητων της υπό Α’ έφεσης/εκκαλούντων της υπό Β’ έφεσης/ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././17.2.2022), αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2025) και ιι) Των από 11.4.2025 πρόσθετων λόγων της υπό Β’ ως άνω έφεσης, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././14.4.2025), να γίνουν αυτές τυπικά δεκτές και αφενός μεν να απορριφθεί ως αβάσιμη η ως άνω υπό Α’ έφεση, αφετέρου δε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η υπό Β’ έφεση. Ακολούθως, θα πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του … ηλεκτρονικού παράβολου της ΓΓΠΣ, ποσού 150 ευρώ, που καταβλήθηκε από την εκκαλούσα της υπό Α’ έφεσης, λόγω της ήττας της και να διαταχθεί η απόδοση στους εκκαλούντες της υπό Β’ έφεσης του … ηλεκτρονικού παράβολου της ΓΓΠΣ, ποσού 150 ευρώ, καθόσον η έφεσή τους έγινε δεκτή (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να εξαφανισθεί η 810/2021 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών), κατά το μέρος που απέρριψε την από 7.1.2020 ανακοπή και τους από 27.9.2020 ως άνω πρόσθετους λόγους αυτής, ως και κατά το σκέλος των δικαστικών εξόδων προς το σκοπό ενιαίου προσδιορισμού τους. Κατόπιν, θα πρέπει να διακρατηθούν και να αναδικασθούν από αυτό το Δικαστήριο η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής, στην έκταση που χώρησε η εξαφάνιση, να γίνουν δεκτοί οι πρώτος έως και τρίτος πρόσθετοι λόγοι της ανακοπής και να ακυρωθεί κατά παραδοχή αυτών ως βάσιμων και κατ’ ουσίαν, η προσβαλλόμενη ./2019 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην έκταση και για τους λόγους που αναλυτικά εκτίθενται στο σκεπτικό. Τέλος, κατόπιν συναφών αιτημάτων, θα πρέπει να καταδικασθεί η δεύτερη των καθών η κλήση/εκκαλούσα της υπό Α’ έφεσης/πρώτη εφεσίβλητη της υπό Β’ έφεσης/δεύτερη των καθών οι πρόσθετοι λόγοι της υπό Β’ έφεσης, ως και η πρώτη των καθών η κλήση/δεύτερη εφεσίβλητη της υπό Β’ έφεσης/πρώτη των καθών οι πρόσθετοι λόγοι της υπό Β’ έφεσης, σε μέρος των δικαστικών εξόδων των καλούντων/εκκαλούντων της υπό Β’ έφεσης/εφεσίβλητων της υπό Α’ έφεσης/ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης, δι’ αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας της, μέρος δε αυτών να συμψηφισθεί λόγω εύλογης αμφιβολίας της για την έκβαση της δίκης (άρθρα 519 παρ. 1, 176, 178, 179, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό διαλαμβανόμενα.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων: [Α] Την από 17.1.2022 (υπό Α') έφεση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././21.1.2022), αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2022), [Β] ι) Την με ημερομηνία 17.2.2021 (υπό Β') έφεση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././17.2.2022), αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2025) και ιι) Τους από 11.4.2025 πρόσθετους λόγους της υπό Β’ έφεσης, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././14.4.2025), που στρέφονται κατά της 810/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών).

 

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την υπό Α’ ως άνω έφεση.

 

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την υπό Β’ ως άνω έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους.

 

Εξαφανίζει την 810/2021 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών), καθό απέρριψε την από 7.1.2020 ανακοπή (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2020) και τους από 27.9.2020 πρόσθετους λόγους αυτής (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2020).

 

Κρατεί και αναδικάζει την από 7.1.2020 ανακοπή (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2020) και τους από 27.9.2020 πρόσθετους λόγους αυτής (ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2020), στην έκταση που χώρησε η εξαφάνιση.

 

Δέχεται την ανακοπή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν.

 

Ακυρώνει την ./2019 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 

Συμψηφίζει κατά ένα μέρος τα δικαστικά έξοδα και καταδικάζει τις καθών η κλήση [ήτοι την εκκαλούσα της υπό Α’ έφεσης/πρώτη εφεσίβλητη της υπό Β’ έφεσης/δεύτερη των καθών οι πρόσθετοι λόγοι της υπό Β’ έφεσης και την δεύτερη εφεσίβλητη της υπό Β’ έφεσης/πρώτη των καθών οι πρόσθετοι λόγοι της υπό Β’ έφεσης] σε μέρος των δικαστικών εξόδων των καλούντων [ήτοι των εκκαλούντων της υπό Β’ έφεσης/εφεσίβλητων της υπό Α’ έφεσης/ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης], δι’ αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, σε μυστική διάσκεψη, στην Αθήνα, στις 28.5.2026.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στον ίδιο τόπο, στις 26/6/2026.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ