ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΤρΔΕφΑθ 2487/2025

 

Δίκαιο σημάτων - Ανυπαρξία κινδύνου σύγχυσης, παρά την ταυτότητα λεκτικού στοιχείου των επίμαχων σημάτων -.

 

Άρθρα 123 και 124 του ν. 4072/2012 (μεταβατικά εφαρμοστέα). Βασική αρχή περί κινδύνου σύγχυσης/συσχέτισης, σύμφωνα με την οποία η εκτίμηση γίνεται σφαιρικά, με βάση τη συνολική οπτική, ηχητική και εννοιολογική εντύπωση των σημάτων, όπως τα αντιλαμβάνεται ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος προσλαμβάνει το σήμα «ως όλον». Παρόλο που τα επίμαχα σήματα έχουν μία κοινή λέξη (τη λέξη «ομίχλη» στην ελληνική απόδοσή της), η οποία εμπεριέχεται αυτούσια σε όλα τα σήματα, συνδιαμορφώνονται ως ενιαίο σύνολο και ως τέτοιο εντυπώνονται στην εντύπωση του καταναλωτικού κοινού από τις επιπλέον λεκτικές ενδείξεις που το κάθε σήμα περιέχει, καμία από τις οποίες δεν διαθέτει ασθενή διακριτικό χαρακτήρα. Έτσι, παρά την ομοιότητα των επίμαχων προϊόντων (καπνικά), η διαφοροποίηση των σημάτων είναι επαρκής σε όλα τα επίπεδα (οπτικό–ηχητικό–εννοιολογικό), ώστε να αποκλείεται τόσο η σύγχυση ως προς την επιχειρηματική προέλευση, όσο και η συσχέτιση ότι τα προϊόντα προέρχονται από οικονομικώς συνδεόμενες επιχειρήσεις.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Δανάης-Μυρτούς Αντωνοπούλου)

 

 

 

Αριθμός απόφασης: 2487/2025

 

ΤΟ

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ

 

Τμήμα 10ο Τριμελές

 

 

Αποτελούμενο από τους: Λουκία Σκουρολιάκου, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Χριστίνα Μπολάνη και Δήμητρα Κοντογιάννη (εισηγήτρια), Εφέτες Δ.Δ. και γραμματέα την Αλεξάνδρα Ντούβλη, δικαστική υπάλληλο,

 

συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2024, για να δικάσει τη με χρονολογία καταθέσεως 15.6.2023 (με ΑΒΕΜ ΕΦ ./4.7.2023) έφεση:

 

της εταιρείας με την επωνυμία «STΑRBUZZ TOBACCO INC.», που εδρεύει στην Καλιφόρνια Η.Π.Α. (Ellipse Lake Forest, 92610), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Στέφανο Τσιμικάλη, μέλος της δικηγορικής εταιρείας «Τσιμικάλης Καλονάρου Δικηγορική Εταιρεία», σύμφωνα με την από 25.6.2024 έγγραφη δήλωσή του (άρθρου 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.), την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου,

 

κατά του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Οργανισμός Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας» (Ο.Β.Ι.), στο οποίο μεταφέρθηκαν οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Σημάτων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων και το οποίο νομιμοποιείται παθητικά για υποθέσεις που αφορούν στα εμπορικά σήματα [άρθρα 33 και 48 του ν. 4796/2021 (ΦΕΚ 63 Α΄) και 58 του ν. 4982/2022 (ΦΕΚ 195 Α΄)], που εδρεύει στο Μαρούσι (οδός Γιάννη Σταυρουλάκη αρ. 5), εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου και δεν παραστάθηκε.

 

Εξάλλου, άσκησε την από 20.5.2024 (με αρ. καταχ. Π ./20.5.2024) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Ο.Β.Ι.) η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε.», που εδρεύει στο Ασπρόχωμα Καλαμάτας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσιά της δικηγόρο Δανάη Αντωνοπούλου, μέλος της δικηγορικής εταιρείας «Λόγος Δικηγορική Εταιρία Θεσσαλονίκης», σύμφωνα με την από 14.6.2024 έγγραφη δήλωσή της (άρθρου 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.), την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου.

 

 Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

 

Αφού μελέτησε τη δικογραφία.

 

Σκέφτηκε κατά το νόμο.

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την οποία καταβλήθηκε το προβλεπόμενο από το άρθρο 277 παρ. 2 β΄ του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α΄) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, παράβολο 200 ευρώ (e-Παράβολο ... της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων), επιδιώκεται, παραδεκτώς, να εξαφανιστεί η 17705/2022 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα 35ο), με την οποία απορρίφθηκε η από 22.5.2020 προσφυγή της ήδη εκκαλούσας εταιρείας κατά της 147/2019 απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (Δ.Ε.Σ.). Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί η ./5.6.2018 αίτηση της ήδη εκκαλούσας εταιρείας περί διαγραφής του λεκτικού σήματος «ORIENTAL MIST», με δικαιούχο την εταιρεία «ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε.», το οποίο προορίζεται να διακρίνει προϊόντα της κλάσης 34 (καπνός, είδη για καπνιστές, σπίρτα).

 

2. Επειδή, εξάλλου, παραδεκτώς, κατ’ άρθρα 113 παρ. 3 και 114 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε.» ασκεί το πρώτον ενώπιον του παρόντος, δικάζοντος κατ’ έφεση, Δικαστηρίου την από 20.5.2024 (με αρ. καταχ. Π ./20.5.2024) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, η οποία επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εκκαλούσα εταιρεία (σχετ. η ./29.5.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ..) και το εφεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (σχετ. η ./29.5.2024 έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή).

 

3. Επειδή, κατόπιν αυτών, η κρινόμενη έφεση πρέπει να εξεταστεί κατά τον νόμο και την ουσία.

 

4. Επειδή, με τις διατάξεις του Μέρους Τρίτου (άρθρα 121-196) του ν. 4072/2012 ‘‘Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή - Σήματα - Μεσίτες Ακινήτων - Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις’’ (ΦΕΚ 86 Α΄) ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο των σημάτων η Οδηγία 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29.4.2004 σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας στον τομέα του δικαίου των σημάτων (L157 της 30.4.2004), ενώ επήλθαν σημαντικές τροποποιήσεις αναφορικά με τη διαδικασία κατάθεσης και καταχώρισης των σημάτων, και, παραλλήλως, ενσωματώθηκαν στη δομή του νόμου οι διατάξεις για τη διεθνή καταχώριση σημάτων και καταργήθηκαν οι διατάξεις του ν. 2239/1994 ‘‘περί σημάτων’’ (ΦΕΚ 152 Α΄). Στον ν. 4072/2012, ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει στην υπό κρίση υπόθεση παρά την κατάργηση των άρθρων 121-182 αυτού με το άρθρο 89 παρ. 1 του ν. 4679/2020 (ΦΕΚ 71 Α΄/20.3.2020), δυνάμει της ειδικής μεταβατικής διάταξης της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, οριζόταν στο άρθρο 121 ότι: «Σήμα μπορεί να αποτελέσει κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. Μπορούν να αποτελέσουν σήμα ιδίως λέξεις, ονόματα, επωνυμίες, ψευδώνυμα, απεικονίσεις, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, χρώματα, … », στο άρθρο 122 ότι: «Το δικαίωμα για αποκλειστική χρήση του σήματος αποκτάται με την καταχώρισή του», στο άρθρο 123 ότι: «1. … 2. … 3. Δεν καταχωρίζονται ως σήματα: α. … β. τα σημεία των οποίων η κατάθεση αντίκειται στην καλή πίστη ή έγινε κακόπιστα. …» και στο άρθρο 124 ότι: «1. Σημείο δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση: α. …, β. εάν λόγω της ταυτότητας με το προγενέστερο σήμα και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και της ταυτότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, ο οποίος περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισής του με το προγενέστερο σήμα, γ. ... 2. Ως προγενέστερα σήματα κατά τον παρόντα νόμο νοούνται: α. Τα σήματα, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών με ισχύ στην Ελλάδα και των κοινοτικών, τα οποία έχουν καταχωρισθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης του σήματος, αφού ληφθούν υπόψη τα δικαιώματα προτεραιότητας ή αρχαιότητας αυτών που προβλήθηκαν, β. οι προγενέστερες δηλώσεις σημάτων, συμπεριλαμβανομένων των ανωτέρω διεθνών και κοινοτικών, με την επιφύλαξη της καταχώρισης της, γ. … 3.». Περαιτέρω, στο μεν άρθρο 161 του ν. 4072/2012 οριζόταν ότι: «1. Το σήμα κηρύσσεται άκυρο και διαγράφεται εάν καταχωρίσθηκε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 123 και 124. 2. …», στο δε άρθρο 162 αυτού ότι: «1. Η αίτηση για διαγραφή λόγω έκπτωσης ή λόγω ακυρότητας υποβάλλεται με έγγραφο που κατατίθεται στην Υπηρεσία Σημάτων από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον και εξετάζεται από τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων. 2. …».

 

5. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 124 παρ. 1β και 2 του ν. 4072/2012, σημείο δεν καταχωρίζεται ως σήμα -μεταξύ άλλων και- όταν, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητάς του με προγενέστερο σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που αυτά διακρίνουν, υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης του κοινού. Ειδικότερα, ταυτότητα σήματος με προγενέστερο σήμα, συνιστά η πιστή ή κατά τα κύρια μέρη αντιγραφή αυτού, ενώ ομοιότητα αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση του προς άλλο σήμα, η οποία προκύπτει από τη συνολική οπτική ή ηχητική εντύπωση που προκαλεί αυτό και ανεξάρτητα από τις άλλες ομοιότητες ή διαφορές. Όμοια, δε, είναι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προορίζονται για σκοπούς ή χρήσεις παρεμφερείς και απευθύνονται στον ίδιο κύκλο καταναλωτών (πρβλ. ΣτΕ 1213/2017, 3014/2009,3358/2008, 3540/2005 κ.ά.). Εξάλλου, κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, είναι ο κίνδυνος να θεωρήσει το κοινό ότι τα επίμαχα προϊόντα ή οι επίμαχες υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή, ενδεχομένως, από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις (βλ. ΣτΕ 2167/2020, 1238/2015, 3943/2013 και αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 2007, C-334/05 P, ΓΕΕΑ κατά Shaker, σκέψη 33, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C-193/06 P, Nestlé κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 32, καθώς και αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C- 39/97, Canon, σκέψη 29, της 22ας Ιουνίου 1999, C- 342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 17, και της 6ης Οκτωβρίου 2005, C-120/04, Medion, σκέψη 26). Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης του κοινού πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, λαμβανομένων υπ’ όψιν όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. ΣτΕ 2167/2020, 3943/2013 και αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1997, C-251/95, SABEL, σκέψη 22, καθώς και αποφάσεις Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 18, Medion, σκέψη 27, ΓΕΕΑ κατά Shaker, σκέψη 34, και Nestlé κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 33). Εξάλλου, είναι δυνατόν, παρά την ομοιότητα των σημάτων, να μην δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης, όταν τα προϊόντα απευθύνονται σε εξειδικευμένους χρήστες. Εξάλλου, η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης πρέπει, καθόσον αφορά την οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των επίμαχων σημάτων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα εν λόγω σήματα, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Συγκεκριμένα, από το γράμμα του άρθρου 124 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 4072/2012, που χρησιμοποιεί τη διατύπωση «… υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού …», προκύπτει ότι ο τρόπος με τον οποίο ο μέσος καταναλωτής των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών προσλαμβάνει τα σήματα ασκεί καθοριστική επίδραση στην συνολική εκτίμηση του εν λόγω κινδύνου. Συναφώς, ο μέσος καταναλωτής προσλαμβάνει συνήθως ένα σήμα ως όλον και δεν επιδίδεται σε εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του (ΣτΕ 2943/2013, ΔΕE απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, C-597/2012, Isdin κατά ΓΕΕΑ και Bial-Portela σκέψη 19, προαναφερθείσες Medion, σκέψη 28, SABEL, σκέψη 23, και Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 25, καθώς και διάταξη της 28ης Απριλίου 2004, C-3/03 P, Matratzen Concord GmbH κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 29). Εξάλλου, η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημάτων κατά την εξέταση της ύπαρξης κινδύνου σύγχυσης δεν σημαίνει ότι μόνον ένα από τα στοιχεία που συναποτελούν το σήμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να συγκρίνεται με το άλλο σήμα. Αντιθέτως, η σύγκριση αυτή πρέπει να γίνεται με εξέταση των επίμαχων σημάτων, κατά την οποία έκαστο σήμα θεωρείται ως σύνολο (βλ. ΔΕΕ απόφαση, της 8ης Μαΐου 2014, Bimbo κατά OHMI, C-591/12 P, σκέψη 22, προαναφερθείσες απόφαση ΓΕΕΑ κατά Shaker, σκέψη 41, διάταξη Matratzen Concord κατά ΓΕΕΑ, όπ.π., σκέψη 32 και απόφαση Medion, όπ.π., σκέψη 29). Εντούτοις το κυρίαρχο στοιχείο μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό κριτήριο για την εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημάτων μόνο στην περίπτωση κατά την οποία όλα τα άλλα συστατικά στοιχεία του σήματος είναι αμελητέα (βλ. προαναφερθείσες Bimbo κατά OHMI, σκ. 23, ΓΕΕΑ κατά Shaker, σκέψη 42 και Nestlé κατά ΓΕΕΑ, σκέψεις 42 και 43). Περαιτέρω, ο κίνδυνος σύγχυσης είναι τόσο μεγαλύτερος, όσο αποδεικνύεται σημαντικός ο διακριτικός χαρακτήρας του προγενεστέρου σήματος (πρβλ. ΣτΕ 2001/2017, 1238/2015 σκ. 5, 2943/2013 σκέψη 5, προαναφερθείσα απόφαση SABEL, σκέψη 24, πρβλ. ΔΕΕ, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 2020, Foundation for the Protection of the Traditional Cheese of Cyprus named Halloumi κατά EUIPO, C-766/18 P, σκέψη 70, της 24ης Μαρτίου 2011, C-552/09 P, Ferrero SpA κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 64, της 27ης Νοεμβρίου 2008, C-252/07, Intel Corporation σκέψεις 41 και 42). Πάντως, όταν ένα σήμα αποτελείται ή περιλαμβάνει ξενόγλωσσες λέξεις, σημασία για τον διακριτικό ή μη χαρακτήρα τους έχει το εάν οι λέξεις αυτές έχουν καταστεί συνήθεις στην καθημερινή γλώσσα ή στη θεμιτή και πάγια τακτική των συναλλαγών προς δήλωση των προϊόντων που αφορά το σήμα αυτό (πρβλ. ΣτΕ 3617/2006 7μ., 1614/1986, 190, 191, 648/1984, ΔΕφΑθ 5508/2017 σκ. 5).

 

6. Επειδή, τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 123 παρ. 3 περ. β΄ του ν. 4072/2012, η κατάθεση σήματος που μοιάζει σημαντικά με προκατατεθέν σήμα άλλης επιχείρησης, έστω και όχι σε βαθμό που να αποτελεί παραποίηση ή απομίμηση αυτού, μπορεί να είναι απαράδεκτη, ως αντίθετη στην καλή πίστη, αν συντρέχουν και άλλες ειδικές περιστάσεις ή συνθήκες, όπως στην περίπτωση κατά την οποία με το προκατατεθέν σήμα διακρίνονται προϊόντα, που απολαύουν ιδιαιτέρως καλής φήμης στο καταναλωτικό κοινό (βλ. ΣτΕ 1213/2017, 2638/2007, 727/2005 κ.ά.). Εξάλλου, η εν λόγω κατάθεση γίνεται κακόπιστα, όταν ο καταθέτης τελεί σε γνώση των προαναφερθέντων γεγονότων και επιδιώκει, δια της χρησιμοποιήσεως του εν λόγω σήματος, αθέμιτη ωφέλεια (υποκειμενική κακή πίστη) (βλ. ΣτΕ 1213/2017). Συνεπώς, προϋπόθεση για τον περαιτέρω έλεγχο της τυχόν αντιθέσεως προς την καλή πίστη ή της κακή τη πίστει καταθέσεως σήματος είναι η ύπαρξη κινδύνου συσχέτισης αυτών από το οικείο κοινό (πρβλ. ΣτΕ 1213/2017, 2448/2009).

 

7. Επειδή, στην υπό κρίση περίπτωση, από την επανεξέταση των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ήδη εκκαλούσα εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία καπνοβιομηχανικών προϊόντων, χρησιμοποιεί, προς διάκριση των προϊόντων της εμπορικά σήματα, μεταξύ των οποίων και τα εξής: α) το ./5.11.2013 λεκτικό σήμα της Ε.Ε. «MIST», με ημερομηνία καταχώρησης 19.3.2014, για διάκριση προϊόντων της κλάσης 34 (καπνός για ναργιλέ), β) το ./16.2.2012 λεκτικό σήμα της Ε.Ε. «OCEAN MIST», με ημερομηνία καταχώρησης 28.6.2012, για διάκριση προϊόντων της κλάσης 34 (καπνός για ναργιλέ) και γ) το ./18.2.2010 λεκτικό διεθνές σήμα «BLUE MIST», με ημερομηνία εγγραφής 18.2.2010, για διάκριση προϊόντων της κλάσης 34 (καπνός πίπας, καπνός, καπνός για κάπνισμα, αρωματισμένος καπνός, καπνός μελάσας). Με την ./5.6.2018 αίτηση ζήτησε τη διαγραφή του ./30.7.2013 ημεδαπού λεκτικού σήματος «ORIENTAL MIST», με ημερομηνία εγγραφής 20.1.2014, που έχει καταχωρηθεί από την ήδη παρεμβαίνουσα εταιρεία, προκειμένου να διακρίνει προϊόντα της κλάσης 34 (καπνός, είδη για καπνιστές, σπίρτα), ισχυριζόμενη ότι το υπό διαγραφή σήμα ομοιάζει, δοθέντος ότι είναι ταυτόσημο ως προς το τμήμα του που αποτελείται από τη λέξη «MIST», που συνιστά και την τελική λέξη του συνόλου, με τα προαναφερθέντα προγενέστερα σήματα της ιδίας, καταχωρημένων για τη διάκριση όμοιων προϊόντων. Συνεπεία τούτων προκαλείται κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού, το οποίο θα θεωρήσει ότι το υπό διαγραφή σήμα ανήκει στην οικογένεια σημάτων «MIST» της ήδη εκκαλούσας εταιρείας, παραπλανούμενο έτσι για την προέλευση του προς διάκριση προϊόντος ή τουλάχιστον θα συσχετίσει το προϊόν αυτό με τα προϊόντα αυτής. Επίσης, πρόβαλε ότι η κατάθεση του υπό διαγραφή σήματος έγινε κακόπιστα και, ως εκ τούτου, αντίκειται στην καλή πίστη. Με την 147/2019 απόφαση της Δ.Ε.Σ. η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού ή συσχέτισης των προϊόντων, καθώς ο μέσος καταναλωτής της κατηγορίας των καπνικών προϊόντων είναι επαρκώς ενημερωμένος αναφορικά με τα προϊόντα που κυκλοφορούν στην αγορά και την προέλευσή τους, περαιτέρω δε διότι από τη συνολική αξιολόγηση των προγενέστερων σημάτων της ήδη εκκαλούσας εταιρείας και του προς διαγραφή σήματος δεν προκύπτει οπτική ομοιότητα και λεκτική ταυτότητα, καθώς ναι μεν η λεκτική διατύπωση ταυτίζεται εν μέρει (MIST), ωστόσο η συνολική εικόνα των σημάτων διαφοροποιείται επαρκώς με την προσθήκη επιπρόσθετων λεκτικών στοιχείων (ORIENTAL). Επιπροσθέτως, η Δ.Ε.Σ. έκρινε ότι η λεκτική ένδειξη mist, είναι συνηθισμένη στις συναλλαγές και οικεία για το καταναλωτικό κοινό και, συνεπώς, δεν αποδεικνύεται η υψηλή διακριτική δύναμη αυτής. Ενόψει δε των ανωτέρω, έγινε δεκτό ότι δεν αποδεικνύεται κακοπιστία όσον αφορά την καταχώρηση του προς διαγραφή σήματος. Κατά της ως άνω απόφασης της Δ.Ε.Σ. η ήδη εκκαλούσα εταιρεία άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22.5.2020 προσφυγή της, η οποία απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη. Ειδικότερα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έλαβε, κατ’ αρχάς, υπόψη ότι το σήμα «MIST», ως εκ του χρόνου της δήλωσης καταχώρισή του (5.11.2013), δεν αποτελεί προγενέστερο του επίμαχου σήματος («ORIENTAL MIST»), δέχτηκε ότι από την επισκόπηση του τελευταίου και των λοιπών δύο σημάτων της ήδη εκκαλούσας εταιρείας («OCEAN MIST» και «BLUE MIST»), η διαφοροποίηση, κατά τη συνολική οπτική, ηχητική και εννοιολογική εντύπωση που αυτές προκαλούν, είναι αρκούντως και ουσιωδώς επαρκής για την αποφυγή, τόσο του κινδύνου σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού σχετικά με την προέλευση των προϊόντων, όσο και του κινδύνου συσχέτισης των προϊόντων ως προερχόμενων από την ίδια επιχείρηση ή από επιχειρήσεις που έχουν οικονομική σχέση, ενόψει δε της επαρκούς διαφοροποίησης μεταξύ των συγκρινόμενων σημάτων και της ανυπαρξίας κινδύνου συσχέτισης αυτών, δεν τίθεται ζήτημα αντίθεσης της κατάθεσης του επίδικου σήματος στην καλή πίστη.

 

8. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με το από 1.7.2024 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημα, η εκκαλούσα εταιρεία προβάλλει ότι, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 123 και 124 του ν. 4072/2012 και κατά κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν δέχτηκε την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού από τη σύγχρονη χρήση του σήματος «ORIENTAL MIST» της παρεμβαίνουσας εταιρείας και των δύο δικών της σημάτων («OCEAN MIST» και «BLUE MIST»), εσφαλμένα δε το ίδιο Δικαστήριο έκρινε ότι εν πάση περιπτώσει η κατάθεση του σήματος «ORIENTAL MIST» δεν αντίκειται στην καλή πίστη. Ειδικότερα, προβάλλει, σύμφωνα με όσα είχε επικαλεστεί και πρωτοδίκως, ότι, ενόψει της αυτούσιας ενσωμάτωσης της λεκτικής ένδειξης «MIST» στο επίμαχο σήμα καταφάσκεται ηχητική, οπτική και εννοιολογική ομοιότητα αυτού με τα προγενέστερα δικά της, δοθέντος άλλωστε ότι η λεκτική ένδειξη «ORIENTAL», ως περιγραφική και προσδιοριστική του είδους των προς διάκριση προϊόντων (ανατολικό καπνό), δεν διαθέτει διακριτική δύναμη. Εξάλλου, τα προς διάκριση προϊόντα (καπνικά) ταυτίζονται πλήρως κατά τον προορισμό και τη χρήση τους, απευθυνόμενα στο αυτό καταναλωτικό κοινό, ενώ διοχετεύονται στην αγορά από ίδια κανάλια διανομής. Σε κάθε περίπτωση, δεν αποδεικνύεται εξοικείωση του κοινού με τη λεκτική ένδειξη «MIST», ο δε κίνδυνος σύγχυσης των καταναλωτών ή συσχέτισης των προϊόντων επιτείνεται εκ του ότι η ίδια είναι δικαιούχος επιπλέον σημάτων που εμπεριέχουν ως κοινό κυρίαρχο στοιχείο τη λεκτική ένδειξη «MIST» και τα οποία απαρτίζουν οικογένεια σημάτων. Τέλος, κατά την εκκαλούσα εταιρεία, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τους πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμούς της περί κακοπιστίας, καθόσον με την κατάθεση του σήματος «ORIENTAL MIST» η παρεμβαίνουσα εταιρεία προσπαθεί να επωφεληθεί από την επιτυχία των προϊόντων και των σημάτων της ίδιας, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε διαφημιστική δαπάνη.

 

9. Επειδή, αντιθέτως, η παρεμβαίνουσα εταιρεία με το δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης, όπως οι σχετικοί ισχυρισμοί αναπτύσσονται και με το από 3.6.2024 υπόμνημά της (αντίκρουση), υπεραμύνεται της ορθότητας της εκκαλουμένης και υποστηρίζει ότι το δικό της σήμα «ORIENTAL MIST» δεν εμφανίζει ούτε οπτική, ούτε ηχητική ομοιότητα με τα σήματα της εκκαλούσας εταιρείας, ενώ διαφορετική είναι και η εννοιολογική εντύπωση που δημιουργεί στο καταναλωτικό κοινό. Ειδικότερα, η παρεμβαίνουσα εταιρεία προβάλλει ότι, πέραν από την κοινή λέξη «MIST», τα συγκρινόμενα σήματα δεν παρουσιάζουν καμία ομοιότητα ως προς τις συλλαβές ή τα γράμματα από τα οποία αποτελούνται, καθόσον στο δικό της σήμα της εν λόγω λέξης προηγείται μεγάλος αριθμός γραμμάτων και μάλιστα με διαφορετική διάταξη, ότι ο τονισμός και η διάταξη των γραμμάτων προκαλούν όλως διάφορο ακουστικό αποτέλεσμα, καθόσον το δικό της σήμα προφέρεται «οριένταλ μιστ», ενώ τα σήματα της εκκαλούσας εταιρείας «μπλου μιστ» και «όσιαν μιστ» και ότι η λεκτική ένδειξη «ORIENTAL» στην ελληνική γλώσσα έχει την έννοια «ανατολίτικος», γεγονός το οποίο τη διακρίνει νοηματικά πλήρως από τις έννοιες «μπλε» και «ωκεανός» των δύο άλλων σημάτων. Εξάλλου, όπως υποστηρίζει το καταναλωτικό κοινό των καπνικών προϊόντων είναι, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, επαρκώς ενημερωμένο ως προς το είδος και την ποιότητα κάθε επιμέρους προϊόντος. Προς επίρρωση των ισχυρισμών της επικαλείται (προσκομίζοντας σχετικές αποφάσεις περί καταχώρησή τους) σειρά καταχωρημένων στην Ε.Ε. σημάτων, που περιέχουν τη λέξη «MIST», προοριζόμενα να διακρίνουν προϊόντα ή υπηρεσίες διαφόρων κλάσεων, όπως ενδεικτικά τα σήματα «MINI MIST», «THERA MIST», «MIST AIR», «HY MIST», «E - MIST», «VITA MIST», «RED MIST», «CLEAN MIST», «SIERRA MIST» κ.ά.

 

10. Επειδή, από την επισκόπηση των συγκρινόμενων σημάτων, ήτοι από τη μία του σήματος («ORIENTAL MIST») της παρεμβαίνουσας εταιρείας και από την άλλη των λοιπών δύο σημάτων της εκκαλούσας εταιρείας («BLUE MIST» και «OCEAN MIST»), προκύπτει ότι πρόκειται για αμιγώς λεκτικά σήματα, χωρίς οποιαδήποτε διακριτική απεικόνιση να συνοδεύει αυτά, αποτυπωμένα με ομοιόμορφους λατινικούς χαρακτήρες, χωρίς η απεικόνιση των λέξεων να έχει κάποια ιδιαιτερότητα ως προς το είδος της γραμματοσειράς που χρησιμοποιείται, το μέγεθος ή το χρωματισμό των γραμμάτων καθώς και τα διάκενα μεταξύ αυτών. Και ναι μεν η λεκτική ένδειξη «MIST» εμπεριέχεται αυτούσια σε όλα τα σήματα, πλην όμως αυτά συνδιαμορφώνονται ως ενιαίο σύνολο και ως τέτοιο εντυπώνονται στη μνήμη του καταναλωτικού κοινού από τις λεκτικές ενδείξεις «ORIENTAL» ως προς το σήμα της παρεμβαίνουσας εταιρείας και «BLUE» και «OCEAN» ως προς τα σήματα της εκκαλούσας εταιρείας, καμία από τις οποίες δεν προκύπτει ότι διαθέτει ασθενή διακριτικό χαρακτήρα. Εξάλλου, η πρώτη από αυτές, έχουσα στην ελληνική γλώσσα την έννοια «ανατολίτικος», διακρίνεται πλήρως νοηματικά από τις δύο άλλες, οι οποίες μεταφράζονται ως «μπλε» και «ωκεανός». Έτσι, τα παραπάνω σήματα αποδίδονται, το μεν επίμαχο ως «ανατολίτικη ομίχλη», τα δε της εκκαλούσας εταιρείας ως «ομίχλη ωκεανού» και «μπλε ομίχλη» και ως εκ τούτου διαφοροποιούνται επαρκώς ως προς την εννοιολογική τους σημασία. Άλλωστε, η λέξη «MIST» δεν προκύπτει ότι έχει καθιερωθεί στη συνείδηση των καταναλωτών ως εξειδικεύουσα προϊόντα προερχόμενα αποκλειστικά από την εκκαλούσα εταιρεία και, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διαθέτει καθ’ εαυτή τέτοια διακριτική δύναμη, ικανή να δημιουργήσει στο καταναλωτικό κοινό την εντύπωση ότι τα διακρινόμενα από το επίδικο σήμα προϊόντα προέρχονται από την επιχείρησή της ή έστω από κάποια οικονομικώς συνδεόμενη με αυτήν επιχείρηση. Η λέξη «ομίχλη», άλλωστε, παραπέμπει συνειρμικά σε καπνικά προϊόντα γενικώς. Εξάλλου, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, το καταναλωτικό κοινό των επίμαχων καπνικών προϊόντων είναι συνήθως επαρκώς ενημερωμένο ως προς το είδος, την ιδιότητα και την ποιότητα τους, συγκρατεί δε στη μνήμη του τα λεκτικά στοιχεία του εκάστοτε σήματος, που τίθενται επί της συσκευασίας των προϊόντων, προκειμένου να αναζητήσει αυτά ευχερώς από τα σημεία πώλησής τους. Κατόπιν αυτών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η διαφοροποίηση μεταξύ των συγκρινόμενων σημάτων, κατά τη συνολική οπτική, ηχητική και εννοιολογική εντύπωση που προκαλούν, είναι αρκούντως και ουσιωδώς επαρκής για την αποφυγή, τόσο του κινδύνου σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού σχετικά με την προέλευση των προϊόντων, όσο και του κινδύνου συσχέτισης των προϊόντων ως προερχόμενων από την ίδια επιχείρηση ή από επιχειρήσεις που έχουν οικονομική σχέση. Ενόψει, άλλωστε, της επαρκούς διαφοροποίησης μεταξύ των συγκρινόμενων σημάτων και της ανυπαρξίας κινδύνου συσχέτισης κατά τα ήδη κριθέντα ανωτέρω, δεν τίθεται ζήτημα αντίθεσης της κατάθεσης του επίδικου σήματος στην καλή πίστη. Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε όμοια, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 123 και 124 του ν. 4072/2012, προέβη δε σε ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, όπως βασίμως προβάλλει και η παρεμβαίνουσα εταιρεία, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα εταιρεία είναι αβάσιμα.

 

11. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί, ενώ πρέπει να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση. Περαιτέρω, πρέπει να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου το παράβολο που καταβλήθηκε (άρθρο 277 παρ. 9 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας), πλην όμως, πρέπει, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγεί η εκκαλούσα εταιρεία από τη δικαστική δαπάνη της παρεμβαίνουσας εταιρείας (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του ίδιου Κώδικα), ενώ δεν τίθεται ζήτημα επιδίκασης δικαστικής δαπάνης υπέρ του εφεσίβλητου Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους του (άρθρο 275 παρ. 7 εδ. α΄ του ίδιου Κώδικα) .

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

 

 Απορρίπτει την έφεση.

 

Διατάσσει να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου το παράβολο που καταβλήθηκε.

 

Απαλλάσσει την εκκαλούσα εταιρεία από τη δικαστική δαπάνη της παρεμβαίνουσας εταιρείας.

 

 Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2025.

 

Η ΠΡΟΕΔΡOΣ                    Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

 

 ΛΟΥΚΙΑ ΣΚΟΥΡΟΛΙΑΚΟΥ     ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ

 

 H απόφαση δημοσιεύθηκε στην ίδιο τόπο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 31 Ιουλίου 2025, με τη σύνθεση που αναφέρεται στα πρακτικά, λόγω της συνταξιοδότησης της Προέδρου Εφετών Δ.Δ. Λουκίας Σκουρολιάκου στις 30 Ιουνίου 2025, με τη συμμετοχή της Γραμματέως Δ.Δ. Θέκλας Μανδρέκα, λόγω απουσίας με κανονική άδεια, της Γραμματέως της έδρας Αλεξάνδρας Ντούβλη.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΠΟΛΑΝΗ     ΘΕΚΛΑ ΜΑΝΔΡΕΚΑ