ΤΡΑΠΕΖΑ
ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΣτΕ 1457/2025
Φόρος κληρονομίας - Δικαστική Προστασία (Άρθρο 20
παρ. 1 Συντ. και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ) - Έναρξη προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής -
Επιδόσεις -.
Τυχόν
αναρμοδιότητα του οργάνου που παραγγέλλει την επίδοση δεν αποτελεί πλημμέλεια
της αντίστοιχης διαδικαστικής πράξης, συνεπαγόμενη άνευ ετέρου την ακυρότητά
της, αλλά για την απαγγελία της απαιτείται, επιπροσθέτως, η εκ μέρους του
προσφεύγοντος επίκληση δικονομικής βλάβης μη δυνάμενης να αποκατασταθεί παρά
μόνον με την αναγνώριση της ακυρότητας της επίδοσης, τέτοια δε δικονομική βλάβη
δεν στοιχειοθετεί η αναφορά σε «εύλογη σύγχυση όσον αφορά τη νομιμότητα της
επιδόσεως», αλλά η επίκληση ειδικών ισχυρισμών αναγόμενων στην αδυναμία
προσδιορισμού της βλαπτικής για τα συμφέροντα του προς ον η επίδοση πράξης, η
οποία κατέστησε, τελικώς, ανέφικτη την εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής.
Αριθμός 1457/2025
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο
ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την εξής σύνθεση: Κωνσταντίνος Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος,
Παναγιώτης Τσούκας, Αγορίτσα Σδράκα, Σύμβουλοι, Νικόλαος Νικολάκης, Παναγιώτης
Κιούσης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Καλλιόπη Ανδρέου.
Για να δικάσει την από 7
Ιουλίου 2020 αίτηση:
του .. του ., κατοίκου Αγίας
Παρασκευής Αττικής (..), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Απόστολο
Παπακωνσταντίνου (Α.Μ. 25904), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,
κατά της Ανεξάρτητης Αρχής
Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία παρέστη με τη Ζωή Φάμα,
Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 1861/2020
απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την
ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Νικολάου Νικολάκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε
τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντα, ο οποίος ανέπτυξε
και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η
αίτηση και την εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης Αρχής, η
οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση
το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α
σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο
ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη
αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο
(ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής .), ζητείται η αναίρεση της 1861/2020
απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 3400/2019 απόφασης του Διοικητικού
Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη η
από 7.2.2012 προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της
./24.10.2011 μερικής πράξης προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς του Προϊσταμένου
της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Παλλήνης, με την οποία είχε
καταλογισθεί σε αυτόν διαφορά κύριου φόρου ποσού 15.258.442 δραχμών (44.778,99
ευρώ) και πρόσθετος φόρος ποσού 18.310.130 δραχμών (53.734,79 ευρώ).
2. Επειδή, η κρινόμενη
αίτηση εμπίπτει, ως εκ του χρόνου άσκησής της, στο πεδίο εφαρμογής των
παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989,
όπως έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), η δε
παράγραφος 3 στη συνέχεια με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240).
Εξάλλου, όπως προκύπτει και από τα 41563/2020 και 26783/2022 σημειώματα του
Προϊσταμένου της ΔΟΥ Παλλήνης, το χρηματικό ποσό της διαφοράς υπερβαίνει τις
40.000 ευρώ. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς
κατ’ άρθρο 53 παρ. 4 του π.δ. 18/1989.
3. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Με την
./24.10.2011 μερική πράξη προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς του Προϊσταμένου της
ΔΟΥ Παλλήνης καταλογίσθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος,
ως εκ διαθήκης κληρονόμου, διαφορά κύριου φόρου ύψους 15.258.442 δραχμών, καθώς
και πρόσθετος φόρος ύψους 18.310.130 δραχμών, λόγω ανακρίβειας της υποβληθείσας
σχετικώς φορολογικής δήλωσης. Κατά της πράξης αυτής ο αναιρεσείων
άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών με ημερομηνία κατάθεσης
17.2.2012, επ’ αυτής δε εκδόθηκε αρχικώς η 6217/2016 προδικαστική απόφαση, με
την οποία υποχρεώθηκε ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ Παλλήνης να προσκομίσει την έκθεση
επίδοσης της καταλογιστικής πράξης στον αναιρεσείοντα ή σχετική βεβαίωση περί του ότι τέτοια
επίδοση δεν είχε διενεργηθεί. Σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης προσκομίσθηκε
στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η 4158/2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής
επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, .., σύμφωνα με την οποία η επίμαχη πράξη
επιδόθηκε, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Αγίας
Παρασκευής, στις 14.12.2011 στον ίδιο τον αναιρεσείοντα,
ο οποίος αναζητήθηκε και ανευρέθηκε στην κατοικία του, επί της οδού ., αριθμός
., στην Αγία Παρασκευή. Κατόπιν τούτων, με την 3400/2019 οριστική του απόφαση,
το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάθεσή της στη
γραμματεία του δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 17.2.2012 και ότι, μέχρι την
ημερομηνία εκείνη, είχε παρέλθει η προβλεπόμενη, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω
χρόνο, αποκλειστική προθεσμία των εξήντα ημερών για την άσκησή της, η οποία
εκκίνησε από την ως άνω νόμιμη επίδοση της προσβαλλόμενης πράξης στον αναιρεσείοντα στις 14.12.2011. Η κρίση αυτή επικυρώθηκε με
την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το
δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε τον λόγο έφεσης, κατά τον οποίο εφόσον επί
του σώματος της 84/24.10.2011 μερικής πράξης προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς,
που παραδόθηκε στον αναιρεσείοντα από την
προαναφερόμενη δικαστική επιμελήτρια, ανεγράφη ευκρινώς από την τελευταία η
24.12.2011 ως ημερομηνία επίδοσης του εν λόγω εγγράφου στον ίδιο, ο οποίος
τυγχάνει υπέργηρος, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής εκκίνησε από την
τελευταία αυτή ημερομηνία, τη λύση δε αυτή επιβάλλει ο, απορρέων από τα άρθρα
20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, κανόνας, κατά τον οποίο, σε
περίπτωση πρόδηλων σφαλμάτων του οικείου δικαστικού επιμελητή, που έχουν ως
συνέπεια τη δημιουργία εσφαλμένης εντύπωσης του ενδιαφερομένου (χωρίς
υπαιτιότητά του) και του πληρεξούσιου δικηγόρου του ως προς τον χρόνο έναρξης
της προθεσμίας άσκησης δικαστικής προσφυγής, το ασκηθέν
ένδικο βοήθημα θα πρέπει να λογίζεται εμπροθέσμως ασκηθέν,
εφόσον ασκήθηκε εμπροθέσμως από την αναγραφόμενη επί της προσβαλλόμενης πράξης
ημερομηνία επίδοσης. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε προεχόντως
ως αναπόδεικτος, καθόσον δεν προσκομίστηκε ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού
εφετείου αντίγραφο της ./24.10.2011 καταλογιστικής
πράξης με διαφορετική, σε σχέση με την αναφερόμενη στην οικεία έκθεση,
ημερομηνία επίδοσής της στον αναιρεσείοντα, ούτε όμως
τέτοιο αντίγραφο περιλαμβάνεται στα στοιχεία της δικογραφίας που είχε στη
διάθεσή του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σε κάθε δε περίπτωση και ως αβάσιμος, με
το σκεπτικό ότι, κατά την έννοια του άρθρου 56 παρ. 4 του Κώδικα Διοικητικής
Δικονομίας (ΚΔΔ), η επισημείωση επί του επιδοθέντος
αντιγράφου δεν δύναται να κατισχύσει της αναφερόμενης στην έκθεση επίδοσης
ημερομηνίας, δεδομένου ότι, ως προς την ημερομηνία αυτή, το έγκυρο αποδεικτικό
επίδοσης αποτελεί δημόσιο έγγραφο που παρέχει πλήρη απόδειξη και δεν μπορεί να
αμφισβητηθεί παρά μόνο αν προσβληθεί για πλαστότητα, με συνέπεια να μην
εγείρονται ζητήματα αντίθεσης της διάταξης αυτής στα άρθρα 20 παρ. 1 του
Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Τέλος, το δικάσαν διοικητικό εφετείο
απέρριψε και τον δεύτερο λόγο έφεσης, κατά τον οποίο η επίδοση της καταλογιστικής πράξης στον αναιρεσείοντα
δεν ήταν νόμιμη, διότι, κατά παράβαση του άρθρου 48 παρ. 4 του ΚΔΔ, η σχετική
παραγγελία δεν είχε δοθεί από τον αρμόδιο Προϊστάμενο της ΔΟΥ Παλλήνης, ο
οποίος είχε εκδώσει τη συγκεκριμένη πράξη, αλλά από τον, αναρμόδιο προς τούτο,
Προϊστάμενο της ΔΟΥ Αγίας Παρασκευής, το γεγονός δε αυτό του επέφερε προφανή
δικονομική βλάβη, αφού προκλήθηκε σε αυτόν εύλογη σύγχυση όσον αφορά στη
νομιμότητα της εν λόγω επίδοσης. Η απόρριψη εχώρησε
με το σκεπτικό ότι, μεταξύ των στοιχείων της δικογραφίας περιλαμβάνεται η
./28.11.2011 έγγραφη παραγγελία της (τότε) Προϊσταμένης της ΔΟΥ Παλλήνης προς
επίδοση της ./24.10.2011 μερικής πράξης προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς στον αναιρεσείοντα και, συνεπώς, από προφανή παραδρομή της
δικαστικής επιμελήτριας αναφέρεται στο οικείο αποδεικτικό ότι η επίδοση
διενεργήθηκε ύστερα από έγγραφη παραγγελία του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Αγίας
Παρασκευής.
4. Επειδή, με την κρινόμενη
αίτηση προβάλλεται ότι, υπό το πρίσμα των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του
Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
(ΕΣΔΑ), παρίσταται μη νόμιμη η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης
απόφασης περί απόρριψης, ως αναπόδεικτου, του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι στο επιδοθέν
σε αυτόν αντίγραφο της καταλογιστικής του φόρου
πράξης υπήρχε επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας με ημερομηνία επίδοσης
την 24η.12.2021. Και τούτο, διότι το εν λόγω αντίγραφο περιλήφθηκε στον οικείο
φάκελο ήδη με την προσφυγή και την αίτηση αναστολής ενώπιον του πρωτοβάθμιου
δικαστηρίου, καθόσον, χωρίς αυτό, θα ήταν αδύνατος ο προσδιορισμός της υπόθεσης
προς συζήτηση και η εξέταση της αίτησης αναστολής, το δε μοναδικό αντίγραφο που
ο αναιρεσείων διέθετε κατά την άσκηση της προσφυγής
και έως την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως ήταν, αυτονοήτως, το σχετικό με την
επίμαχη επισημείωση. Επομένως, το εν λόγω αντίγραφο υπήρχε και στον φάκελο των
στοιχείων της υπόθεσης που ερεύνησε το δικάσαν διοικητικό εφετείο. Εξάλλου, και
κατά τα περαιτέρω προβαλλόμενα, στην 120/2019 απόφασή του περί αποδοχής της
αίτησης αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, το Μονομελές Διοικητικό
Εφετείο αναφέρεται κατά τρόπο σαφή στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος
περί της αναγραφόμενης στην καταλογιστική πράξη
ημερομηνίας επίδοσής της, με ευθεία παραπομπή στο έγγραφο αυτό. Επομένως, δεν
μπορεί, κατά νόμον, να νοηθεί απουσία του εν λόγω
αντιγράφου από τον φάκελο. Σε κάθε περίπτωση, κι ενόψει της έκδοσης της 6217/2016
προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε
διαταχθεί η διάδικος φορολογική αρχή να προσκομίσει την έκθεση επίδοσης της καταλογιστικής πράξης, προβάλλεται ότι το δικάσαν
διοικητικό εφετείο όφειλε, κατ’ επιταγή των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του
Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, εφόσον δεν είχε εντοπίσει το έγγραφο στον
φάκελο της υπόθεσης, να εκδώσει προδικαστική απόφαση σύμφωνα με τους ορισμούς
των άρθρων 150 και 151 του ΚΔΔ για την προσκόμιση του στοιχείου αυτού, δοθέντος
ότι η απώλειά του ανήκει στη σφαίρα ευθύνης του. Προς θεμελίωση του παραδεκτού
του λόγου κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως
ισχύει, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν υφίσταται νομολογία επί του νομικού
ζητήματος «εάν είναι νόμιμη, ενόψει των ορισμών των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ.
1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η κρίση του Εφετείου, σύμφωνα με την
οποία ο λόγος εφέσεως ότι η προσβαλλόμενη καταλογιστική
πράξη φέρει επισημείωση του Δικαστικού Επιμελητή της ημερομηνίας επιδόσεως
αυτής στον προσφεύγοντα διαφορετική από εκείνη της εκθέσεως επιδόσεως, εφόσον η
αναγραφόμενη στην προσβαλλόμενη πράξη ημερομηνία επιδόσεως καθιστά την άσκηση
της προσφυγής εμπρόθεσμη, απορρίπτεται ως αναπόδεικτος (λόγω μη προσκόμισης της
πράξεως αυτής στον πρώτο και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), δεδομένου ότι
για τον προσδιορισμό της προσφυγής απαιτείται η προσκόμιση της προσβαλλόμενης
πράξεως στο οικείο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ παράλληλα η πράξη αυτή με την ως
άνω επισημείωση της ημερομηνίας επιδόσεως αναφέρεται σαφώς στην απόφαση του
Εφετείου με την οποία είχε χορηγηθεί αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως του
πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η πράξη αυτή με την
επισημείωση υπήρχε, σε κάθε περίπτωση, στον φάκελο της υποθέσεως που εξέτασε το
Εφετείο». Συναφώς, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν
υπάρχει νομολογία επί του νομικού ζητήματος «εάν κατά την έννοια των άρθρων 151
και 152 Κ.Δ.Δ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1
Συντ. και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, το Εφετείο οφείλει, ενόψει του ανωτέρω ιστορικού,
ιδίως δε ενόψει: α) Της εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου
δικαστηρίου με την οποία διατάσσει την προσκόμιση της εκθέσεως επιδόσεως από τη
Διοίκηση, β) του γεγονότος ότι η προσβαλλόμενη πράξη με την επισημείωση της
ημερομηνίας επιδόσεως στον προσφεύγοντα προσκομίστηκε αναγκαίως
και εκ των πραγμάτων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την άσκηση της προσφυγής
και πάντως το αργότερο κατά τον προσδιορισμό δικασίμου της προσφυγής και γ) του
γεγονότος ότι το Εφετείο αναφέρει, εξετάζει και παραπέμπει ρητά στην
προσβαλλόμενη πράξη μετά της εν λόγω επισημειώσεως επ’ αυτής στην απόφασή του
με την οποία χορηγεί αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου
δικαστηρίου, να εκδώσει προδικαστική απόφαση για τη συμπλήρωση του φακέλου με
το στοιχείο αυτό (προσβαλλόμενη πράξη με επισημείωση), εφόσον μάλιστα η απώλεια
του στοιχείου αυτού ανήκει στη σφαίρα ευθύνης του ιδίου του Δικαστηρίου της
ουσίας». Ο λόγος αυτός είναι, κατά το πρώτο σκέλος του, απορριπτέος ως
απαράδεκτος κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989,
όπως ισχύει. Και τούτο, διότι με αυτόν ο αναιρεσείων
(ο οποίος- κατά τα προεκτεθέντα- αναφέρει στο
δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ότι έχει στη διάθεσή του το επικαλούμενο
αντίγραφο της καταλογιστικής πράξης με επισημείωση
της ημερομηνίας επίδοσης από την επιδούσα δικαστική
επιμελήτρια, πλην δεν το προσκόμισε ούτε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου
μετά την 6217/2016 προδικαστική απόφαση, με την οποία ετέθη για πρώτη φορά
ζήτημα εξέτασης της εμπρόθεσμης άσκησης της προσφυγής, ούτε και ενώπιον του
δικάσαντος εφετείου προς απόδειξη του σχετικού, προβληθέντος
κατ’ έφεση, ισχυρισμού του) δεν εγείρει νομικό ζήτημα, αλλά αμφισβητεί ενώπιον
του Αναιρετικού Δικαστηρίου [(το οποίο, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των
άρθρων 95 παρ. 1 του Συντάγματος και 56 του π.δ.
18/1989, δεν εξετάζει εκ νέου την υπόθεση ως δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας,
αλλά ασκεί περιορισμένο έλεγχο επί νομικών σφαλμάτων της προσβαλλόμενης
δικαστικής απόφασης κατά τις διατάξεις του π.δ.
18/1989, οι οποίες συνάδουν προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ΣτΕ 282/2025,
2168/2024, 1918/2023 κ.ά., με παραπομπές στη νομολογία του ΕΔΔΑ)], την
ουσιαστική κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου ότι δεν αποδείχθηκε ο
ισχυρισμός του περί επίδοσης σε αυτόν της επίμαχης καταλογιστικής
πράξης στις 24.12.2021 (πρβλ. 640/2019 σκ. 7, ΣτΕ 1291/2019 σκ. 6, 1765/2023 σκ. 17, 617/2024
σκ. 9), παραθέτοντας ουσιαστικούς ισχυρισμούς και
επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης του επίμαχου αντιγράφου της καταλογιστικής
πράξης στον φάκελο της υπόθεσης. Ειδικά το επιχείρημα ότι ο προσδιορισμός της
υπόθεσης προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αντιγράφου
της προσβαλλόμενης πράξης, το οποίο έχει κατατεθεί μαζί με την άσκηση της
προσφυγής, δεν ευρίσκει έρεισμα στον νόμο και, συγκεκριμένα, στο άρθρο 126 του
ΚΔΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο άσκησης της προσφυγής
(το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, στο οποίο ορίζεται ότι
«[μ]αζί με τα ένδικα βοηθήματα ή μέσα κατατίθεται και
αντίγραφο της προσβαλλόμενης ατομικής διοικητικής πράξης ή της δικαστικής
απόφασης, εφόσον έχουν κοινοποιηθεί» προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 5 του ν.
4509/2017, Α΄ 201/22.12.2017, από αυτό δε ουδόλως προκύπτει ότι η μη κατάθεση
αντιγράφου συνεπάγεται τον μη προσδιορισμό της προσφυγής). Περαιτέρω, ο ίδιος
λόγος είναι αβάσιμος κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο πλήσσεται η εμμέσως συναγόμενη ερμηνευτική κρίση του
δικάσαντος διοικητικού εφετείου σε σχέση με την έννοια των άρθρων 145 παρ. 1
(κατά την οποία «[κ]άθε διάδικος υποχρεούται να
αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται για να στηρίξει τους
ισχυρισμούς του, εκτός αν ο νόμος που διέπει τη σχέση ορίζει διαφορετικά. Οι
άλλοι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ανταποδείξουν» και 151 (κατά το οποίο «[τ]ο
δικαστήριο, με απόφασή του, μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάζει, ύστερα
από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, τη συμπλήρωση των αποδείξεων με κάθε
πρόσφορο κατά την κρίση του αποδεικτικό μέσο») του ΚΔΔ. Και τούτο, καθόσον το
δικάσαν διοικητικό εφετείο, κρίνοντας εμμέσως ότι, αφενός, κάθε διάδικος φέρει
το δικονομικό βάρος να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία
στηρίζονται οι ισχυρισμοί του, διαφορετικά αυτοί απορρίπτονται ως αναπόδεικτοι,
και, αφετέρου, στην περίπτωση κατά την οποία ο έχων το βάρος της απόδειξης του
ισχυρισμού του δεν ανταποκρίνεται στο βάρος αυτό, εναπόκειται στην ευχέρεια του
δικαστηρίου της ουσίας αν θα διατάξει είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν υποβολής
σχετικού αιτήματος από τον διάδικο, με προδικαστική απόφασή του, τη συμπλήρωση
του φακέλου της υπόθεσης, προέβη σε ορθή ερμηνεία των ως άνω διατάξεων,
στοιχούσα άλλωστε σε πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (ΣτΕ 1765/2023, 59/2023,
2873/2020, 2598/2015 επταμ.), τα δε περί του
αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα. Κατά τα λοιπά, ο λόγος αυτός, κατά το
ίδιο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήσσει
την ανέλεγκτη αναιρετικά, έμμεση κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί μη
ανάγκης συμπλήρωσης των αποδείξεων (ΣτΕ 600/2025, 1765/2023, 59/2023, 2873/2020
κ.ά.).
5. Επειδή, ενόψει όσων
εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, εφόσον η πληττόμενη
κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την
απόρριψη του λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος περί
εμπρόθεσμης άσκησης της προσφυγής του λόγω επίδοσης σε αυτόν της καταλογιστικής πράξης στις 24.12.2011, στηρίζεται αυτοτελώς
στην ως άνω επάλληλη αιτιολογική βάση περί αναπόδεικτου του σχετικού
ισχυρισμού, είναι αλυσιτελής η εξέταση του λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο πλήσσεται η ορθότητα της κρίσης του δικάσαντος διοικητικού
εφετείου ότι, κατά την έννοια του άρθρου 56 παρ. 4 του ΚΔΔ, η επισημείωση επί
του επιδοθέντος αντιγράφου δεν δύναται, σε κάθε
περίπτωση, να κατισχύσει της αναφερόμενης στην έκθεση επίδοσης ημερομηνίας,
δεδομένου ότι, ως προς την ημερομηνία αυτή, το έγκυρο αποδεικτικό επίδοσης
αποτελεί δημόσιο έγγραφο που παρέχει πλήρη απόδειξη και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί
παρά μόνο αν προσβληθεί για πλαστότητα, με συνέπεια να μην εγείρονται ζητήματα
αντίθεσης της διάταξης αυτής στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1
της ΕΣΔΑ.
6. Επειδή, προβάλλεται,
περαιτέρω, και σε συνέχεια του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ότι κατά την έννοια των
άρθρων 66 παρ. 1, 48 παρ. 2 και 56 του ΚΔΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν
προκειμένω χρόνο, σε συνδυασμό, αφενός, με τα άρθρα 1, 2, 21-27 και 30 του ν.
2318/1995 περί Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών και, αφετέρου, με τα άρθρα 20 παρ.
1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σε περίπτωση πρόδηλων
σφαλμάτων του δικαστικού επιμελητή (αναγραφή έτερης
ημερομηνίας στην επιδοθείσα πράξη σε σχέση με την
έκθεση επίδοσης), τα οποία είχαν ως ευθεία συνέπεια τη δημιουργία εσφαλμένης
εντύπωσης του προσφεύγοντος και του πληρεξούσιου δικηγόρου του περί του χρόνου
έναρξης της προθεσμίας άσκησης δικαστικής προσφυγής, χωρίς να προκύπτει μάλιστα
υπαιτιότητα του προσφεύγοντος, το εν λόγω ένδικο βοήθημα θα πρέπει να θεωρείται
ότι έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, εφόσον ο προσφεύγων τήρησε την ημερομηνία επίδοσης
που αναγράφεται από τον δικαστικό επιμελητή επί της προσβαλλόμενης πράξης, επί
του νομικού δε αυτού ζητήματος δεν υπάρχει νομολογία. Ο λόγος αυτός είναι
απορριπτέος ως απαραδέκτως προβαλλόμενος κατ’ άρθρο
53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, δεδομένου ότι δεν στοιχεί
σε ερμηνευτική κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
7. Επειδή, προβάλλεται ότι
κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 48 παρ. 4 του ΚΔΔ, το δικάσαν διοικητικό
εφετείο έκρινε ότι από προφανή παραδρομή, μη ασκούσα επιρροή στο κύρος της
επίδοσης, αναγράφεται στην επίμαχη έκθεση ότι η παραγγελία προς επίδοση της καταλογιστικής πράξης δόθηκε από την Προϊσταμένη της ΔΟΥ
Αγίας Παρασκευής, ενώ πράγματι δόθηκε από την Προϊσταμένη της ΔΟΥ Παλλήνης.
Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν
υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του νομικού ζητήματος εάν
κατά την έννοια του άρθρου 48 παρ. 4 του ΚΔΔ είναι νόμιμη η επίδοση πράξης
προσδιορισμού φόρου κληρονομίας, εφόσον η έγγραφη παραγγελία δεν παρασχέθηκε
από το αρμόδιο κατά τον νόμο όργανο που εκπροσωπεί το Δημόσιο, αλλά από έτερο-
παντελώς αναρμόδιο προς τούτο- όργανο της Διοίκησης, όταν επέφερε μάλιστα τούτο
στον φορολογούμενο προφανή δικονομική βλάβη, αφού του προκλήθηκε εύλογη σύγχυση
όσον αφορά τη νομιμότητα της εν λόγω επίδοσης. Συναφώς, προβάλλεται ο
ισχυρισμός ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας εάν κατά
την έννοια των άρθρων 66 παρ. 1, 48 παρ. 2 και 56 του ΚΔΔ μπορεί να θεωρηθεί
ότι από μια κατά τα ανωτέρω μη νόμιμη επίδοση εκκινεί η προβλεπόμενη στον νόμο
προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής, καθώς και εάν τα δικαστήρια της ουσίας
οφείλουν, σε κάθε περίπτωση, να εξετάσουν το ζήτημα αυτό αυτεπαγγέλτως. Ο λόγος
αυτός είναι, ανεξαρτήτως παραδεκτής προβολής του κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι,
όπως έχει κριθεί, τυχόν αναρμοδιότητα του οργάνου που παραγγέλλει την επίδοση
δεν αποτελεί πλημμέλεια της αντίστοιχης διαδικαστικής πράξης, συνεπαγόμενη άνευ
ετέρου την ακυρότητά της, αλλά για την απαγγελία της απαιτείται, επιπροσθέτως,
η εκ μέρους του προσφεύγοντος επίκληση δικονομικής βλάβης μη δυνάμενης να
αποκατασταθεί παρά μόνον με την αναγνώριση της ακυρότητας της επίδοσης (ΣτΕ
1249-50/2024). Τέτοια δικονομική βλάβη δεν στοιχειοθετεί η γενική κι αόριστη
αναφορά, όπως εν προκειμένω, στην «εύλογη σύγχυση όσον αφορά τη νομιμότητα της
επιδόσεως», αλλά η επίκληση ειδικών ισχυρισμών αναγόμενων στην αδυναμία
προσδιορισμού της βλαπτικής για τα συμφέροντα του προς ον η επίδοση πράξης, η
οποία κατέστησε, τελικώς, ανέφικτη την εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής (πρβλ. ΣτΕ 3575/2013). Τέτοιους δε ειδικούς ισχυρισμούς δεν προέβαλε κατ’ έφεση ο αναιρεσείων
(ο οποίος, άλλωστε, δεν είχε διατυπώσει επιφύλαξη σε σχέση με το ζήτημα αυτό
κατά τον χρόνο διενέργειας της επίδοσης), αντιθέτως ισχυρίστηκε ότι άσκησε
εμπροθέσμως την προσφυγή με βάση την ημερομηνία που έθεσε επί του αντιγράφου
της καταλογιστικής πράξης η επιδούσα
δικαστική επιμελήτρια, χωρίς παράλληλα να εγείρει, ενόψει του περιεχομένου της
έκθεσης επίδοσης, ζήτημα αμφιβολιών ως προς την ταυτότητα της επιδοθείσας πράξης. Συνεπώς, ορθώς, αν και με διαφορετική
αιτιολογία, το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης.
8. Επειδή, κατόπιν των
ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία
ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα
στις 19 Ιουνίου 2025
Ο Πρόεδρος του Β΄
Τμήματος Η Γραμματέας
και αυτής κωλυομένης
Κωνσταντίνος Κουσούλης
Ευθυμία Ψωίνου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε
σε δημόσια συνεδρίαση της 13ης Αυγούστου 2025.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
του Β΄ Θερινού Τμήματος
Χρήστος Ντουχάνης Ευθυμία Ψωίνου