ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
«ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΣτΕ 1092/2025
Τομέας
Ασφάλισης Νομικών (ΤΑΝ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ)-
Απονομή σύνταξης - Εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών - Προθεσμία γνωστοποίησης
οφειλής -.
Η ολοσχερής εκπλήρωση των
προς το Ταμείο Νομικών ασφαλιστικών υποχρεώσεων του ασφαλισμένου απαιτείται για
την απονομή σύνταξης, η μη εκπλήρωση του οποίου συνεπάγεται όχι το απαράδεκτο
της σχετικής αίτησης, αλλά την κατ’ ουσίαν απόρριψη
αυτής. Εξαίρεση προβλέπεται μόνον αν το ποσό της οφειλής δεν υπερβαίνει, κατά
τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ορισμένο ποσό μηνιαίων συντάξεων, οπότε
συμψηφίζεται η οφειλή με τις καταβαλλόμενες συντάξεις. Για το ΤΝ δεν θεσπίζεται
συγκεκριμένη προθεσμία, εντός της οποίας το αρμόδιο όργανο οφείλει να
γνωστοποιήσει στον αιτούντα την απονομή σύνταξης το ποσό της οφειλής του που
υπερβαίνει το ανώτερο όριο. Στην περίπτωση ύπαρξης οφειλής που υπερβαίνει το
ανώτερο όριο, ως ημερομηνία υποβολής της αίτησης για χορήγηση σύνταξης ή άλλης
παροχής λαμβάνεται η ημερομηνία της εξόφλησης. Σε περίπτωση υποβολής στο ΤΝ
αίτησης συνταξιοδότησης μετά την έναρξη ισχύος του π.δ.
423/1993, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 6 παρ. 1 περ. γ΄ του π.δ.
258/1983, με το οποίο θεσπίζεται δίμηνη αποκλειστική προθεσμία έγγραφης
ενημέρωσης του ασφαλισμένου.
Αριθμός 1092/2025
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α'
Συνεδρίασε δημόσια στο
ακροατήριό του στις 15 Ιανουάριου 2024 με την εξής σύνθεση: Άννα
Καλογεροπούλου, Σύμβουλος της Επικράτειας, Προεδρεύουσα,
σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Νικόλαος Σκαρβέλης, Μαρίνα-Αλεξάνδρα Τσακάλη,
Σύμβουλοι, Χαράλαμπος Κομνηνός, Δημήτριος Τσαρούχας, Πάρεδροι. Γραμματέας η
Μαρία Κουμουτσάκου.
Για να δικάσει την από 25
Ιουνίου 2021 αίτηση:
του .. του ., κατοίκου
Θεσσαλονίκης (.., περιοχή .), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Ιωάννη Φαρίνη (Α.Μ. 8844 Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με
πληρεξούσιο,
κατά του Ενιαίου Φορέα
Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) και ήδη Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής
Ασφάλισης (θ-Ε.Φ.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αγ. Κωνσταντίνου 8), ο οποίος
παρέστη με τον δικηγόρο Ανδρέα Κουτσόλαμπρο
(Α.Μ.12589), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 4233/2020
απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων
δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού
Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την
ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Νικόλαου Σκαρβέλη.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση
το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Αφού μελέτησε τα σχετικά
έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει
καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής ...).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 4233/2020
απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος, πρώην συμβολαιογράφου και ασφαλισμένου του
Τομέα Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων
(Ε.Τ.Α.Α.), κατά της 19167/2018 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την τελευταία αυτήν απόφαση είχε απορριφθεί προσφυγή του αναιρεσείοντος
κατά της, κοινοποιηθείσας σε αυτόν με το ./27.9.2013
έγγραφο της Διευθύντριας Ασφάλισης Τμήματος Πόρων του Ε.Τ.Α.Α., ././17.7.2013
απόφασης της Διοικούσας Επιτροπής Νομικών του εν λόγω Ταμείου, με την οποία
είχε απορριφθεί αίτηση αναθεώρησης του αναιρεσείοντος
κατά του ./12.11.2012 εγγράφου της Διευθύντριας αυτής, που αφορούσε την
απόρριψη αιτήματος του να του χορηγηθεί σύνταξη γήρατος.
3. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 51Α του ν. 4387/2016 (Α' 85), το
οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4670/2020 (Α' 43/28.2.2020), ο
αναφερόμενος στην κρινόμενη αίτηση ως αναιρεσίβλητος
Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), στον οποίο με το άρθρο 53 παρ.
1 περ. Γ' υποπερ. α.(γγ)
του εν λόγω ν. 4387/2016 είχε ενταχθεί ο κλάδος κύριας ασφάλισης του Τ.Α.Ν. του
Ε.Τ.Α.Α., είχε μετονομαστεί από την 1η.3.2020 σε Ηλεκτρονικό Εθνικό Φορέα
Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.). Κατόπιν τούτου, νομίμως παρέστη στο
ακροατήριο ο θ-ΕΦΚΑ με την ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου
(Σ.τ.Ε. 762/2023, 2434/2022), ο οποίος, άλλωστε, είχε διατελέσει διάδικος και
κατ’ έφεση.
4. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των παρ. 3 και 4 του
άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α' 8), όπως
αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α' 213), η δε παρ. 3
συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α' 240), αν πρόκειται για
διαφορά που ανακύπτει κατόπιν άσκησης προσφυγής ουσίας και αφορά, μεταξύ άλλων,
τη θεμελίωση δικαιώματος σε σύνταξη, για το παραδεκτό της άσκησης αίτησης
αναιρέσεως απαιτείται προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που προβλέπει η παρ.
3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989. Στην περίπτωση αυτή
ο αναιρεσείων βαρύνεται με
την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να
τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιλαμβάνει στο
εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται
συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής
αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της
ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει
νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές
της προσβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία
του Συμβουλίου της Επικράτειας ή άλλου ανάκατου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη
απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα
επί του ιδίου κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (βλ.
Σ.τ.Ε. 363/2024 7μ., 881/2022 7μελ., 1512, 1256/2021 κ.ά.)
5. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία, ως εκ του χρόνου
άσκησής της δια καταθέσεως στη Γραμματέα του εκδόντος
την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Διοικητικού Εφετείου
Αθηνών (25.6.2021), εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 12
παρ. 1 του ν. 3900/2010, άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά που αφορά θεμελίωση
συνταξιοδοτικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος
(Σ.τ.Ε. 363/2024 7μ., 1301/2023, 1310/2021). Επομένως, για το παραδεκτό της
αίτησης αυτής απαιτείται προβολή ισχυρισμού με το περιεχόμενο της ανωτέρω παρ.
3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, ήτοι
ισχυρισμού περί αντίθεσης της αναιρεσιβαλλόμενης
απόφασης προς τη νομολογία ή περί έλλειψης νομολογίας του Συμβουλίου της
Επικράτειας, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη
σκέψη.
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά παραδεκτώς
λαμβανόμενα υπόψη κατ’ αναίρεση διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα
ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, συμβολαιογράφος, υπέβαλε την
./12.1.2009 αίτηση προς το Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Α.Ν. και ζήτησε να του απονεμηθεί σύνταξη
λόγω γήρατος. Με το ./1.10.2010 έγγραφο της Διευθύντριας Ασφάλισης του Τμήματος
Πόρων του ως άνω Ταμείου, μεταξύ άλλων, του γνωστοποιήθηκαν οι οφειλές του
μέχρι 31.5.2005, λόγω μη απόδοσης των ασφαλιστικών εισφορών του και των πόρων
του Ταμείου από τα αναλογικά συμβολαιογραφικά δικαιώματα, οι οποίες,
προσαυξανόμενες με πρόσθετα τέλη και τόκους υπερημερίας μέχρι τις 4.8.2005,
ανέρχονταν, τελικώς, στο ποσό των 52.507,74 ευρώ και έπρεπε να εξοφληθούν εντός
προθεσμίας δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση του ως άνω εγγράφου. Κατά του
εγγράφου αυτού, ο αναιρεσείων κατέθεσε τη
./11.10.2011 αίτηση αναθεώρησης (ένσταση) ενώπιον της Διοικούσας Επιτροπής
Νομικών του Ε.Τ.Α.Α., με την οποία ζήτησε τον συμψηφισμό τόσο του εφάπαξ
βοηθήματος όσο και της μηνιαίας σύνταξης γήρατος του με τις υφιστάμενες οφειλές
του, μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή τους. Με την ./19.9.2012 απόφασή
της, η Διοικούσα Επιτροπή του ως άνω Ταμείου απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος περί συμψηφισμού των οφειλών, οι οποίες
ανέρχονταν, συνολικά, στο ποσό των 143.976,19 ευρώ και, επιπλέον, επέβαλε σε
βάρος του πρόστιμο 506 ευρώ για τις μετά την 1.4.2007 παραλείψεις του και
πρόστιμο 4.885 ευρώ για τις λοιπές παραλείψεις που σημειώθηκαν κατά τον έλεγχο
του αρχείου αυτού. Στη συνέχεια, η Διευθύντρια Ασφάλισης του Τμήματος Πόρων του
Ε.Τ.Α.Α, με το ./12.11.2012 έγγραφο, αφού ενημέρωσε τον αναιρεσείοντα
ως προς το περιεχόμενο της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Διοικούσας
Επιτροπής, του υπενθύμισε τις οφειλές του για το προηγούμενο διάστημα
(73.639,62 ευρώ) και του γνωστοποίησε τις οφειλές για το μεταγενέστερο χρονικό
διάστημα από 1.6.2005 μέχρι 23.6.2008 (70.336,57 ευρώ), καθόρισε το σύνολο των
οφειλών του στο ποσό των 149.367,19 ευρώ και, περαιτέρω, επισήμανε ότι οι
οφειλές αυτές πρέπει να εξοφληθούν εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών, καθότι μετά
την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αυτής, ως ημερομηνία υποβολής της αίτησης
για χορήγηση της σύνταξης λαμβάνεται η ημερομηνία εξόφλησης της οφειλής από την
οποία και αρχίζει να καταβάλλεται η σύνταξη. Ο αναιρεσείων
άσκησε κατά του εγγράφου αυτού την ./17.6.2013 αίτηση αναθεώρησης (ένσταση)
ενώπιον της Διοικούσας Επιτροπής, με την οποία ζήτησε: α) να ακυρωθεί η ως άνω
πράξη της Διευθύντριας Ασφάλισης, τόσο κατά το κεφάλαιό της με το οποίο του
γνωστοποιήθηκε νέα οφειλή όσο και κατά το κεφάλαιό της με το οποίο τον
πληροφορούσε για την απορριπτική απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής επί της
υποβληθείσας αίτησης αναθεώρησης (ένστασής του) για τις παλαιότερες οφειλές, β)
να αναγνωριστεί ότι δικαιούται σύνταξη αναδρομικώς από την υποβολή της οικείας
αίτησης και γ) να συμψηφιστεί η συνολική οφειλή του με τη μηνιαία σύνταξη που
δικαιούνταν, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι η άρνηση χορήγησης αναδρομικής
σύνταξης δεν ήταν νόμιμη, διότι δεν είχε γίνει η έγγραφη γνωστοποίηση της
οφειλής του εντός της προβλεπόμενης στον νόμο προθεσμίας δύο (2) μηνών από την
υποβολή του αιτήματος συνταξιοδότησης. Η Διοικούσα Επιτροπή, με τη
././17.7.2013 απόφαση (η οποία κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα
με το ./27.9.2013 έγγραφο) απέρριψε και τα τρία αιτήματα της ως άνω ένστασης.
Ειδικότερα, το υπό στοιχείο β' αίτημα για αναδρομική λήψη σύνταξης γήρατος
απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι,
σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του ν.δ. 4114/1960,
όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του π.δ.
423/1993, η χορήγηση της σύνταξης γήρατος δεν ανατρέχει στην ημερομηνία
υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης, αλλά η σύνταξη καταβάλλεται από την
ημερομηνία εξόφλησης της οφειλής του αναιρεσείοντος,
η οποία υπερβαίνει τις τριάντα μηνιαίες συντάξεις. Ακολούθως, ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου
Αθηνών κατά της ως άνω ././17.7.2013 απόφασης ένδικο βοήθημα, που το ονόμασε
«προσφυγή-αγωγή», με το οποίο ζήτησε την ακύρωσή της και, περαιτέρω, ζήτησε να
αναγνωριστεί το δικαίωμά του να του χορηγηθεί από το Ταμείο σύνταξη γήρατος από
την επομένη της λήξης της ασφάλισής του, με τον νόμιμο τόκο και μετά από
προηγούμενη εκ μέρους του καταβολή του οφειλόμενου χρέους του προς το Ταμείο
είτε με συμψηφισμό αυτού προς τις αναδρομικές συντάξεις που, κατά τους
ισχυρισμούς του, εδικαιούτο να λάβει είτε (σε περίπτωση που η οφειλή του
υπερέβαινε τις συντάξεις αυτές) με την προηγούμενη εκ μέρους του καταβολή του
υπερβάλλοντος ποσού. Επίσης, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι δεν όφειλε τόκους
υπερημερίας επί του ποσού της οφειλής του από τη λήξη της ασφάλισής του μέχρι
την γνωστοποίηση του συνόλου της οφειλής του από το Τ.Α.Ν., η οποία έγινε με το
./12.11.2012 έγγραφο, που του επιδόθηκε στις 31.11.2012. Το πρωτοβάθμιο
δικαστήριο χαρακτήρισε το ένδικο αυτό βοήθημα ως προσφυγή διότι δεν είχε αγωγικό αίτημα (καταψήφιση ή αναγνώριση συγκεκριμένης
χρηματικής αξίωσης). Κατά το μέρος δε που με την προσφυγή αυτήν ο αναιρεσείων ζητούσε να αναγνωριστεί ότι δεν όφειλε τόκους
υπερημερίας επί του ποσού της οφειλής του από τη λήξη της ασφάλισής του μέχρι
τη γνωστοποίηση σε αυτόν του συνόλου της οφειλής του, η προσφυγή απερρίφθη ως απαράδεκτη, με τη σκέψη ότι το εν λόγω αίτημα
δεν αφορούσε πλημμέλεια της προσβληθείσας με αυτήν
πράξης. Κατά τα λοιπά απερρίφθη η προσφυγή ως
αβάσιμη, με το σκεπτικό ότι η μη ολοσχερής εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών
του αναιρεσείοντος από ασφαλιστικές εισφορές,
αναλογικά δικαιώματα και αναλογούντα πρόσθετα τέλη προς το Ταμείο Νομικών δεν
επέτρεπε, κατ’ άρθρο 24 παρ. 1 εδ. πρώτο του ν.δ. 4114/1960, την εξέταση του αιτήματος απονομής σύνταξης
σε αυτόν. Έφεση του αναιρεσείοντος κατά της
πρωτόδικης απόφασης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε από το
δικάσαν δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Ειδικότερα, το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε λόγο έφεσης ότι μη νομίμως
δεν εφαρμόστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. γ' του π.δ. 258/1983, σύμφωνα
με την οποία ο ασφαλιστικός φορέας είναι υποχρεωμένος να ενημερώσει τον
ασφαλισμένο για το ύψος της οφειλής του από ασφαλιστικές εισφορές εντός
αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών, άλλως δεν επέρχονται οι συνέπειες της παρ. 2
του εν λόγω άρθρου 6, ως αβάσιμο με τη σκέψη ότι στην προκειμένη περίπτωση
ετύγχανε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του ν.δ.
4114/1960, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 2 του π.δ. 423/1993, σύμφωνα με την οποία η αίτηση του
ασφαλισμένου για σύνταξη είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν αποδεικνύεται η ολοσχερής
εξόφληση των οφειλών του προς το Ταμείο, η διάταξη δε αυτή, ως νεότερη και
ειδική, κατίσχυε της διάταξης του άρθρου 6 του π.δ.
258/1983, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων. Περαιτέρω,
το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε λόγους έφεσης ότι η μη χορήγηση σύνταξης στον αναιρεσείοντα από τον αναιρεσίβλητο
ασφαλιστικό οργανισμό παραβιάζει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας που προστατεύεται
από το άρθρο 17 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
της Ε.Σ.Δ.Α., τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και το δικαίωμα της
κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων, με το σκεπτικό ότι οι συνταγματικές αυτές
αρχές δεν εμποδίζουν τον νομοθέτη να αναστείλει το δικαίωμα απονομής σύνταξης
σε ασφαλισμένους που δεν έχουν τηρήσει την υποχρέωσή τους για καταβολή ενός
σημαντικού μέρους των οφειλόμενων εισφορών τους προς το Ταμείο ασφάλισής τους.
Ήδη, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αναίρεση της ως άνω εφετειακής
αποφάσεως.
7. Επειδή, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης προβάλλεται
ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 24
παρ. 1 του ν.δ. 4114/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το
άρθρο 2 του π.δ. 423/1993, και του άρθρου 6 του π.δ. 258/1983 (και όχι του π.δ.
423/1993, η αναφορά του οποίου στη σελ. 7 του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης
οφείλεται σε προφανή παραδρομή), το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι δεν
εφαρμόζεται εν προκειμένω η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 6 του π.δ. 258/1983, αλλά εφαρμόζεται ως ειδική και νεότερη μόνο
η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του ν.δ. 4114/1960,
όπως αντικαταστάθηκε κατά τα ανωτέρω. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι από τις ως
άνω εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις, οι οποίες έχουν ταχθεί για την
προστασία του ασφαλισμένου από τυχόν αυθαιρεσία της Διοίκησης και δεν είναι
δυνατόν να λειτουργήσουν σε βάρος του, ερμηνευόμενες
αυτοτελώς και σε συνδυασμό, προκύπτει ότι ο ασφαλιστικός φορέας είναι
υποχρεωμένος να ενημερώσει τον ασφαλισμένο για το ύψος της οφειλής του από
ασφαλιστικές εισφορές εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών, εάν το ύψος
του ποσού της κύριας οφειλής είναι μεγαλύτερο από το ποσό που αντιστοιχεί σε
τέσσερις μηνιαίες συντάξεις κατώτατου ορίου, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά σε κάθε
ασφαλιστικό οργανισμό. Σε αντίθετη δε περίπτωση, αν δηλαδή η γνωστοποίηση γίνει
μετά την πάροδο της εν λόγω αποκλειστικής προθεσμίας, δεν επέρχονται οι συνέπειες
της παρ. 2 του άρθρου 6 του π.δ. 258/1983 και ως προς
την έναρξη καταβολής της σύνταξης εφαρμόζονται οι πάγιες διατάξεις κάθε
ασφαλιστικού οργανισμού, δηλαδή, προκειμένου για το Ταμείο Νομικών, η διάταξη
του άρθρου 21 του ν.δ. 4114/1960, που ορίζει ότι η σύνταξη
αρχίζει από την επομένη της λήξης της ασφάλισης. Προς θεμελίωση του παραδεκτού
του λόγου αυτού αναιρέσεως από την άποψη των προϋποθέσεων της παρ. 3 του άρθρου
53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, προβάλλεται με το
δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της
Επικράτειας ως προς το κρίσιμο νομικό ζήτημα που τίθεται με τον ως άνω λόγο
αναίρεσης αν η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του ν.δ.
4114/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ.
423/1993, θεωρείται ειδικότερη της διάταξης του άρθρου 6 του π.δ. 258/1983 και ως εκ τούτου κατισχύει αυτής ή αν
αντιθέτως, τυγχάνει εφαρμοστέα η τελευταία αυτή διάταξη, δυνάμει της οποίας,
κατά τα προβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα, το
Ταμείο, εφόσον δεν του γνωστοποίησε μέσα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή
δίμηνη προθεσμία το ποσό της οφειλής του, όφειλε να του απονείμει σύνταξη
γήρατος, σε κάθε περίπτωση, από την επομένη της λήξης της ασφάλισής του,
δυνάμει του άρθρου 21 του ν.δ. 4114/1960. Ο
ισχυρισμός αυτός για τη θεμελίωση του παραδεκτού της υπό κρίση αιτήσεως είναι
βάσιμος, διότι, πράγματι, επί των ανωτέρω νομικών ζητημάτων της εφαρμογής ή μη
των διατάξεων του άρθρου 6 του π.δ. 258/1983 μετά την
τροποποίηση του άρθρου 24 παρ. 1 του ν.δ. 4114/1960
με το άρθρο 2 του π.δ. 423/1993, αλλά και της έννοιας
των εν λόγω διατάξεων του άρθρου 6 του π.δ. 258/1983
(αν δηλαδή βάσει των διατάξεων αυτών είναι δυνατή η απονομή οριστικής σύνταξης
σε ασφαλισμένο σε περίπτωση μη προηγούμενης εξόφλησης από αυτόν της οφειλής του
από ασφαλιστικές εισφορές που υπερβαίνουν το ελάχιστο νόμιμο όριο στην
περίπτωση που το Ταμείο δεν ενημέρωσε εντός 2μήνου από την υποβολή της αίτησης
συνταξιοδότησης τον ασφαλισμένο για την οφειλή του) δεν υπήρχε, κατά τον
κρίσιμο χρόνο της άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, νομολογία του
Συμβουλίου της Επικράτειας. Ως εκ τούτου, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως
προβάλλεται παραδεκτώς κατά την παρ. 3 του άρθρου 53
του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, και είναι εξεταστέος
περαιτέρω κατ’ ουσία.
8. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 21 του Κώδικα περί Ταμείου
Νομικών (άρθρου μόνου του ν.δ. 4114/1960, Α' 164)
ορίζεται ότι: «Η σύνταξις άρχεται
από της επομένης της λήξεως της ασφαλίσεως [...]» και στην παρ. 1 του άρθρου 24
του ίδιου Κώδικα οριζόταν ότι: «Αίτησις ησφαλισμένου
ή οικογένειας αυτού, περί απονομής συντάξεως ή άλλης παροχής, είναι
απαράδεκτος, εφ’ όσον δεν αποδεικνύεται υπό του αιτούντος η ολοσχερής εκπλήρωσις των προς το Ταμείον
ασφαλιστικών του υποχρεώσεων, εκτός αν άλλως ορίζει ο παρών Νόμος». Περαιτέρω,
το π.δ. 258/1983 υπό τον τίτλο «Καθορισμός συνοπτικής
διαδικασίας για την προσωρινή απονομή συντάξεων από τους Ασφαλιστικούς
Οργανισμούς αρμοδιότητας Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (Α' 95), εκδοθέν κατ’ εξουσιοδότηση του δωδέκατου άρθρου του ν.
1305/ 1982 (Α' 146), ορίζει στο άρθρο 6 τα ακόλουθα: «1. Όπου κατά τις κείμενες
διατάξεις κάθε Ασφαλιστικού φορέα ορίζεται ως προϋπόθεση για την έναρξη
καταβολής της σύνταξης η προηγούμενη εξόφληση των οφειλών του ασφαλισμένου προς
το φορέα του, τότε ακολουθείται η πιο κάτω διαδικασία: α) Αν το ποσό της κύριας
οφειλής από ασφαλιστικές εισφορές δεν είναι μεγαλύτερο από το ποσό που
αντιστοιχεί σε τέσσερις μηνιαίες συντάξεις κατωτάτου ορίου, όπως αυτό ισχύει
κάθε φορά σε κάθε ένα Φορέα για τις συντάξεις γήρατος, αναπηρίας και θανάτου η
σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία που ορίζουν οι καταστατικές διατάξεις
αυτών των φορέων, ασχέτως του χρόνου εξοφλήσεως των οφειλών του ασφαλισμένου,
β) Το πιο πάνω ποσό της οφειλής μαζί με τις πρόσθετες επιβαρύνσεις, όπου αυτές
προβλέπονται, παρακρατείται από την οριστική ή
προσωρινή σύνταξη, σε ίσες μηνιαίες δόσεις που δεν μπορεί να είναι περισσότερες
από 16. Η πρώτη δόση παρακρατείται από τον πρώτο μήνα
που απονεμήθηκε οριστική ή προσωρινή σύνταξη, γ) Αν το ποσό της κύριας οφειλής
είναι μεγαλύτερο από αυτό που καθορίζεται πιο πάνω, ο ασφαλιστικός φορέας μέσα
σε δύο μήνες από την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση ή σε ένα μήνα από
την έκδοση της απόφασης για προσωρινή σύνταξη, είναι υποχρεωμένος να
γνωστοποιήσει εγγράφως και επί αποδείξει στον ασφαλισμένο το ποσό της οφειλής
που είναι πέρα από το πιο πάνω καθοριζόμενο όριο. 2. Ο ασφαλισμένος μέσα σε δύο
μήνες από την ημερομηνία που θα του γνωστοποιηθεί η οφειλή, κατά το εδάφιο γ
της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει εφ’ άπαξ το
ποσό που ορίζεται στη διάταξη αυτή άλλως θεωρείται ληξιπρόθεσμο το σύνολο της
οφειλής. Στην περίπτωση αυτή η σύνταξη αρχίζει να καταβάλλεται μετά την
εξόφληση της οφειλής και από το χρόνο που ορίζουν οι διατάξεις του κάθε φορέα.
Η τυχόν χορηγηθείσα προσωρινή σύνταξη διακόπτεται και
το συνολικό ποσό των προσωρινών συντάξεων θεωρείται ως αχρεωστήτως
καταβληθέν». Ακολούθως, με το άρθρο 2 του π.δ.
423/1993 (Α' 180), το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης της παρ. 3
του άρθρου 5 του ν. 2042/1992 (Α' 75), που προβλέπει τη συμπλήρωση, τροποποίηση
και αντικατάσταση των διατάξεων της νομοθεσίας του Ταμείου Νομικών με προεδρικά
διατάγματα (βλ. Π.Ε. Σ.τ.Ε. 590/1993), αντικαταστάθηκε η προπαρατεθείσα
παρ. 1 του άρθρου 24 του Κώδικα περί Ταμείου Νομικών και ορίστηκαν τα εξής:
«1.α. Αίτηση ασφαλισμένου ή των μελών της οικογένειας του, για χορήγηση
σύνταξης ή άλλης παροχής είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν αποδεικνύεται η ολοσχερής
εξόφληση των οφειλών του προς το Ταμείο από ασφαλιστικές εισφορές ή από
οποιαδήποτε άλλη αιτία. Στην περίπτωση ύπαρξης οφειλής ως ημερομηνία υποβολής
της αίτησης για χορήγηση σύνταξης ή άλλης παροχής λαμβάνεται η ημερομηνία
εκπλήρωσης της παραπάνω προϋπόθεσης. 2.β. Κατ’ εξαίρεση του εδαφίου α της παρ.
αυτής, η χορήγηση της σύνταξης ή οποιοσδήποτε παροχής είναι δυνατή, εφόσον το ποσό
της οφειλής από ασφαλιστικές εισφορές ή οποιαδήποτε άλλη αιτία, όπως έχει
διαμορφωθεί μαζί με τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση νόμιμα πρόσθετα τέλη ή
προσαυξήσεις, κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης, δεν υπερβαίνει το
ποσό τεσσάρων μηνιαίων συντάξεων που δικαιούται να λάβει ο ασφαλισμένος. Στην
περίπτωση αυτή χωρεί άμεσα συμψηφισμός του απαιτουμένου
ποσού μέχρι τεσσάρων μηνών συντάξεων με το ισόποσο της υπάρχουσας οφειλής». Στη
συνέχεια, με το υπό τον τίτλο «Τρόπος εξόφλησης καθυστερούμενων ασφαλιστικών
εισφορών πλην Ι.Κ.Α.» άρθρο 61 του ν. 2676/1999 (Α' 1) ορίστηκαν τα εξής: «1.
Με αποφάσεις των Δ.Σ. των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, πλην Ι.Κ.Α.,
αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλήρως
αιτιολογημένες, παρέχεται η ευχέρεια της εξόφλησης σε μηνιαίες δόσεις, των
καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών μετά των πρόσθετων τελών και λοιπών
επιβαρύνσεων. [...] 8. Όπου από τις κείμενες διατάξεις κάθε ασφαλιστικού
οργανισμού ορίζεται ως προϋπόθεση για την έναρξη καταβολής σύνταξης η προηγούμενη
εξόφληση των οφειλών, σε περίπτωση υπαγωγής του οφειλέτη στον παρόντα
διακανονισμό, εξακολουθεί να ισχύει και η σύνταξη καταβάλλεται από την 1η του
επόμενου της εξόφλησης μήνα. 9. Η σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία, που
ορίζουν οι καταστατικές διατάξεις, αν το οφειλόμενο ποσό δεν είναι μεγαλύτερο
των δέκα (10) μηνιαίων συντάξεων κατώτατων ορίων, όπως αυτά ισχύουν κάθε φορά
για καθέναν ασφαλιστικό οργανισμό. 10. Τα ανωτέρω ποσά οφειλής προσαυξημένα με
τα πρόσθετα τέλη συμψηφίζονται ή παρακρατούνται από
τα ποσά των συντάξεων, σε ίσες μηνιαίες δόσεις, που δεν μπορεί να είναι
περισσότερες από είκοσι (20). Η 1η δόση παρακρατείται
από τον πρώτο μήνα που απονεμήθηκε η σύνταξη. 11. [...]». Οι ως άνω διατάξεις
των παρ. 9 και 10 του άρθρου 61 του ν. 2676/1999 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 9
του ν. 3385/2005 (Α' 210) και το μεν αναφερόμενο στην παρ. 9 του ν. 2676/1999
οφειλόμενο ποσό των 10 μηνιαίων συντάξεων κατώτατων ορίων αυξήθηκε σε 20, ο δε
αναφερόμενος στην παρ. 10 του ίδιου νόμου μέγιστος αριθμός των μηνιαίων δόσεων
αυξήθηκε σε 40. Ακολούθως, με το άρθρο 75 παρ. 3 του ν. 3863/2010 (Α' 115)
καταργήθηκε το ως άνω άρθρο 61 του ν. 2676/1999, ενώ με το άρθρο 61 του ίδιου
ν. 3863/2010, όπως οι παρ. 2 και 3 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκαν με το
άρθρο 43 του ν. 3996/2011 (Α' 170), ορίστηκε ότι: «1. Όπου από τις κείμενες
διατάξεις κάθε ασφαλιστικού οργανισμού ορίζεται ως προϋπόθεση για την έναρξη
καταβολής σύνταξης η προηγούμενη εξόφληση των οφειλών, σε περίπτωση υπαγωγής
του οφειλέτη στον παρόντα διακανονισμό, η ως άνω προϋπόθεση εξακολουθεί να
ισχύει και η σύνταξη καταβάλλεται από την 1η του επόμενου μήνα της εξόφλησης.
2. Η σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία που ορίζουν οι καταστατικές
διατάξεις του ασφαλιστικού φορέα, αν το οφειλόμενο ποσό προσαυξημένο με τα
πρόσθετα τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις δεν είναι μεγαλύτερο των τριάντα (30)
μηνιαίων συντάξεων κατώτατων ορίων λόγω γήρατος για καθέναν ασφαλιστικό
οργανισμό, με ανώτατο όριο το ποσό των 15.000 ευρώ. 3. Τα ανωτέρω ποσά οφειλής
συμψηφίζονται ή παρακρατούνται από τα ποσά των
συντάξεων, σε ίσες μηνιαίες δόσεις, που δεν μπορεί να είναι περισσότερες από
σαράντα (40). Η πρώτη δόση παρακρατείται από τη
σύνταξη του πρώτου μήνα».
9. Επειδή, εξάλλου, με το άρθρο 25 του ν. 3655/2008 (Α' 58)
ορίστηκε ότι: «1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), με την
επωνυμία Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ), αποκαλούμενο στις
επόμενες διατάξεις "Ενιαίο Ταμείο", το οποίο τελεί υπό την εποπτεία
του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και έχει έδρα την Αθήνα.
[...] 2. Το Ενιαίο Ταμείο συγκροτούν τέσσερις (4) κλάδοι: α) κλάδος κύριας
ασφάλισης, β) κλάδος επικουρικής ασφάλισης, γ) κλάδος πρόνοιας και δ) κλάδος
υγείας. 3. Σε κάθε κλάδο του Ενιαίου Ταμείου εντάσσονται, από την έναρξη
λειτουργίας του, τα παρακάτω Ταμεία και κλάδοι, ως Τομείς με πλήρη λογιστική
και οικονομική αυτοτέλεια έκαστος. Ειδικότερα: Α) Στον κλάδο κύριας ασφάλισης
εντάσσονται: α) [...] γ) το Ταμείο Νομικών, ως Τομέας Ασφάλισης Νομικών (ΤΑΝ).
Β) [...] 4. Οι ανωτέρω Τομείς του Ενιαίου Ταμείου διέπονται
από τις οικείες καταστατικές διατάξεις των αντίστοιχων εντασσόμενων Ταμείων και
κλάδων, οι οποίες καθίστανται εφεξής καταστατικές διατάξεις των Τομέων αυτών,
καθώς και τις διατάξεις της γενικότερης νομοθεσίας, όπως αυτές εκάστοτε
ισχύουν. 5. [...] 6. Στους Τομείς μεταφέρονται όλα τα δικαιώματα και οι
υποχρεώσεις των ασφαλισμένων και συνταξιούχων των εντασσόμενων Ταμείων και
κλάδων, ανεξάρτητα από τη χρονική περίοδο ασφάλισής τους 7. [...]». Περαιτέρω
δε στην παρ. 1 του άρθρου 38 του ιδίου ως άνω ν. 3655/2008 ορίστηκε ότι: «Το
Ενιαίο Ταμείο διαμέσου των Τομέων του, αποτελεί καθολικό διάδοχο των
εντασσόμενων Ταμείων και Κλάδων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις
αυτών».
10. Επειδή, από τις προπαρατεθείσες
διατάξεις του Κώδικα περί Ταμείου Νομικών και ιδίως του άρθρου 24 παρ. 1 αυτού,
όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 423/1993,
συνάγεται ότι η ολοσχερής εκπλήρωση των προς το Ταμείο ασφαλιστικών υποχρεώσεων
του ασφαλισμένου επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την απονομή της αιτούμενης
από αυτόν σύνταξης, η μη εκπλήρωση του οποίου συνεπάγεται όχι το απαράδεκτο της
περί απονομής της σύνταξης αίτησης, αλλά την κατ’ ουσία απόρριψη αυτής, λόγω μη
συνδρομής των κατά νόμο ουσιαστικών προϋποθέσεων για την απονομή της σύνταξης
(Σ.τ.Ε. 1745/2022, 595/2017, 391/1962). Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν, ο οποίος
στοιχεί προς τη συνταγματικώς επιβαλλόμενη αρχή της μη καταβολής ασφαλιστικής
παροχής χωρίς την αντίστοιχη καταβολή της νόμιμης ασφαλιστικής εισφοράς (πρβ.
Σ.τ.Ε. 3014/2010 7μ., 1200/2021), προβλέπεται μόνον εφόσον το ποσό της οφειλής
από ασφαλιστικές εισφορές ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, όπως έχει διαμορφωθεί
μαζί με τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση νόμιμα πρόσθετα τέλη ή προσαυξήσεις, δεν
υπερβαίνει, κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης, το ποσό 4 μηνιαίων
συντάξεων που δικαιούται να λάβει ο ασφαλισμένος οπότε συμψηφίζεται η οφειλή με
τις καταβαλλόμενες συντάξεις. Στη συνέχεια, το ποσό αυτό, αυξήθηκε διαδοχικώς
με τις διατάξεις των άρθρων 61 παρ. 9 του ν. 2676/1999 (όπως ίσχυε αρχικώς), 9
του ν. 3385/2005, και 43 του ν. 3996/2011 και προσδιορίστηκε σε 10, 20 και 30,
αντίστοιχα, μηνιαίες συντάξεις κατώτατων ορίων, όπως αυτά ισχύουν κάθε φορά για
καθέναν ασφαλιστικό οργανισμό. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 6 του π.δ. 258/1983 ρυθμίστηκε η ακολουθητέα διαδικασία, όταν οι
κείμενες διατάξεις του εκάστοτε απονέμοντος σύνταξη ασφαλιστικού οργανισμού
ορίζουν, όπως εν προκειμένω, ότι για την απονομή της σύνταξης απαιτείται
προηγούμενη εξόφληση των οφειλών του ασφαλισμένου (βλ. Σ.τ.Ε. 363/2024 7μ.,
1310/2021, 2931/2004). Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, όταν το ποσό της κύριας
οφειλής από ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου προς τον ασφαλιστικό φορέα
στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για συνταξιοδότηση υπερβαίνει το ως άνω όριο, τα
αρμόδια όργανα του Ταμείου είναι υποχρεωμένα να γνωστοποιήσουν εγγράφως και με
απόδειξη παραλαβής στον ασφαλισμένο που ζητεί τη χορήγηση σύνταξης το ύψος της
οφειλής του το οποίο υπερβαίνει το εν λόγω όριο. Η γνωστοποίηση αυτή πρέπει να
γίνει μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση ή σε ένα
μήνα από την έκδοση απόφασης για προσωρινή σύνταξη. Από την ως άνω έγκαιρη
γνωστοποίηση αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 6 η προθεσμία για
την εξόφληση εφάπαξ του ανωτέρω οφειλόμενου ποσού, μετά την άπρακτη παρέλευση
της οποίας καθίσταται ληξιπρόθεσμο το σύνολο της οφειλής, διακόπτεται τυχόν χορηγηθείσα προσωρινή σύνταξη και αναζητείται ως αχρεωστήτως καταβληθέν το ποσό των καταβληθεισών προσωρινών
συντάξεων, ενώ οριστική σύνταξη απονέμεται και αρχίζει να καταβάλλεται από την
ημερομηνία εξόφλησης του συνόλου της οφειλής. Άλλως, αν, δηλαδή, η κατά τα
ανωτέρω γνωστοποίηση προς τον ασφαλισμένο γίνει μετά την πάροδο των εν λόγω
αποκλειστικών προθεσμιών, δεν επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες και ως προς την
έναρξη καταβολής της σύνταξης εφαρμόζονται οι πάγιες διατάξεις κάθε
ασφαλιστικού οργανισμού (Σ.τ.Ε. 363/2024 7μ., 690/2004 7μ., 1310/2021). Τούτο,
πάντως, υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης εξόφλησης (εφάπαξ) του οφειλόμενου
ποσού που υπερβαίνει το ως άνω νόμιμο όριο, η οποία τάσσεται από τις
προαναφερθείσες διατάξεις (Σ.τ.Ε. 363/2024 7μ.). Ειδικώς όμως στην περίπτωση
που απονέμων τη σύνταξη οργανισμός ήταν το Ταμείο Νομικών και ακολούθως το
Ε.Τ.Α.Α. ως διάδοχος του Ταμείου Νομικών [του οποίου ο κλάδος κύριας σύνταξης
εντάχθηκε στο Ε.Τ.Α.Α. ως Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.) κατ' άρθρα 25 και
38 παρ. 1 του ν. 3655/2008], με τις προπαρατεθείσες,
μεταγενέστερες του π.δ. 258/1983, διατάξεις του
άρθρου 2 του π.δ. 423/1993, με τις οποίες
αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 24 του Κώδικα περί Ταμείου Νομικών, δεν
θεσπίζεται συγκεκριμένη προθεσμία, εντός της οποίας το αρμόδιο όργανο του
Ταμείου οφείλει να γνωστοποιήσει στον αιτούντα την απονομή σύνταξης το ποσό της
οφειλής του από καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές ή από οποιαδήποτε άλλη
αιτία. Αντιθέτως, στις διατάξεις αυτές προβλέπεται ότι, στην περίπτωση κατά την
οποία το ποσό της οφειλής από ασφαλιστικές εισφορές ή από οποιαδήποτε άλλη
αιτία, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μαζί με τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση νόμιμα
πρόσθετα τέλη ή προσαυξήσεις, κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης
υπερβαίνει το ποσό τεσσάρων μηνιαίων συντάξεων που δικαιούται να λάβει ο
ασφαλισμένος (ποσό που μεταγενεστέρως, όπως προαναφέρθηκε,
με τις διατάξεις των άρθρων 61 παρ. 9 του ν. 2676/1999 όπως ίσχυε αρχικώς, 9
του ν. 3385/2005 και 43 του ν. 3996/2011, αυξήθηκε και καθορίστηκε σε 10, 20
και 30, αντίστοιχα, μηνιαίες συντάξεις κατώτατων ορίων, όπως αυτά ισχύουν κάθε
φορά για καθέναν ασφαλιστικό οργανισμό), η αίτηση του ασφαλισμένου ή των μελών
της οικογένειάς του για χορήγηση σύνταξης ή άλλης παροχής είναι απορριπτέα εάν
δεν έχει λάβει χώρα η ολοσχερής εξόφληση των οφειλών του προς το Ταμείο από
ασφαλιστικές εισφορές ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία που υπερβαίνουν το ανώτερο
όριο. Στην περίπτωση δε ύπαρξης τέτοιας οφειλής, ως ημερομηνία υποβολής της
αίτησης για χορήγηση σύνταξης ή άλλης παροχής λαμβάνεται η ημερομηνία
εκπλήρωσης της παραπάνω προϋπόθεσης, της εξόφλησης, δηλαδή, των ως άνω
οφειλόμενων εισφορών. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, σε περίπτωση υποβολής στο εν
λόγω Ταμείο αίτησης συνταξιοδότησης μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 423/1993, δεν εφαρμόζεται η ως άνω διάταξη του άρθρου
6 παρ. 1 περ. γ' του π.δ. 258/1983, με την οποία θεσπίζεται
δίμηνη αποκλειστική προθεσμία εντός της οποίας τα αρμόδια όργανα του
ασφαλιστικού φορέα οφείλουν να γνωστοποιήσουν εγγράφως στον ασφαλισμένο, που
ζητεί τη χορήγηση, μεταξύ άλλων, σύνταξης λόγω γήρατος, το ύψος της κύριας
οφειλής από καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές που υπερβαίνει το ποσό του
εκάστοτε οριζόμενου ανώτατου αριθμού των κατώτατων ορίων σύνταξης, όπως αυτό
ισχύει κάθε φορά σε κάθε φορέα (πρβ. Σ.τ.Ε. 1301/2023, 1310/2021).
11. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρίση του δικάσαντος διοικητικού
εφετείου ότι δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. γ' του π.δ. 258/1983, σύμφωνα
με την οποία ο ασφαλιστικός φορέας είναι υποχρεωμένος να ενημερώσει τον
ασφαλισμένο για το ύψος της οφειλής του από ασφαλιστικές εισφορές εντός
αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών, άλλως δεν επέρχονται οι συνέπειες της παρ. 2
του εν λόγω άρθρου 6, είναι νόμιμη. Και τούτο, διότι στην προκειμένη περίπτωση
τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του ν.δ.
4114/1960, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του π.δ.
423/1993, η οποία ορίζει ότι η αίτηση του ασφαλισμένου για σύνταξη είναι
απαράδεκτη εφόσον δεν έχει λάβει χώρα η ολοσχερής εξόφληση των οφειλών του προς
το Ταμείο, η διάταξη δε αυτή, ως νεότερη και ειδική, κατισχύει της διάταξης του
άρθρου 6 του π.δ. 258/1983. Συνακόλουθα, ο αντίθετος
λόγος της υπό κρίση αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω
αβάσιμος. Τούτο δε ανεξαρτήτως του λυσιτελούς ή μη της προβολής του λόγου αυτού
αναιρέσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού ο αναιρεσείων
δεν προβάλλει, πάντως, ότι εξόφλησε την υπερβαίνουσα το κατά νόμο όριο οφειλή
του, αλλά αντίθετα, όπως αναφέρεται στην από 8.5.2018 έκθεση απόψεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών
και στο από 1.10.2020 υπόμνημά του ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δεν
είχε πραγματοποιήσει μέχρι τότε καμία καταβολή. Όπως έχει κριθεί δε με την
απόφαση 363/2024 του Συμβουλίου της Επικράτειας, 7μελούς συνθέσεως, ναι μεν επί
εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1(γ) του π.δ.
258/1983, αν ο ασφαλιστικός φορέας δεν προβεί στην κατά τις διατάξεις αυτές και
εντός των προβλεπόμενων από αυτές προθεσμιών γνωστοποίηση προς τον ασφαλισμένο
της οφειλής του, δεν επέρχονται οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό συνέπειες
και ως προς την έναρξη καταβολής της σύνταξης εφαρμόζονται οι πάγιες διατάξεις
κάθε ασφαλιστικού οργανισμού, τούτο όμως προϋποθέτει και στην περίπτωση αυτή
την προηγούμενη εξόφληση (εφάπαξ) του οφειλόμενου στον ασφαλιστικό φορέα ποσού
κατά το μέρος που υπερβαίνει το κατά περίπτωση προβλεπόμενο νόμιμο όριο.
12. Επειδή, περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης
προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι μη
νόμιμη και αναιρετέα ως εκδοθείσα
κατά παράβαση των συνταγματικών αρχών της ΧΡΠστήζ
διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης σε συνδυασμό με την αρχή της
επιείκειας και της εύνοιας υπέρ του ασφαλισμένου. Και τούτο, διότι στην υπό
κρίση περίπτωση το Ταμείο Νομικών με τα ./12.11.2012 και 44885/27.9.2013
έγγραφα που απέστειλε στον αναιρεσείοντα ως απάντηση
στα αιτήματα που είχε υποβάλει, δημιούργησε σε αυτόν, ενόψει του περιεχομένου
των εν λόγω εγγράφων, όπως αποσπάσματα αυτών παρατίθενται στην υπό κρίση
αίτηση, τη δικαιολογημένη και εύλογη πεποίθηση ότι στην περίπτωσή του
εφαρμόζονται τόσο οι διατάξεις των άρθρων 21 και 24 του ν.δ.
4114/1960 όσο και οι διατάξεις του άρθρου 6 του π.δ.
258/1983. Συνέπεια δε της συμπεριφοράς αυτής των οργάνων και υπαλλήλων του αναιρεσιβλήτου προβάλλεται ότι ήταν η δημιουργία στον αναιρεσείοντα δικαιολογημένης βεβαιότητας αφενός μεν ότι
εντός δύο μηνών από την υποβολή της από 12.1.2009 αίτησης συνταξιοδότησής του
το αντίδικό του θα του γνωστοποιούσε το σύνολο της οφειλής του, τάσσοντάς του
την εκ του νόμου δίμηνη προθεσμία ολοσχερούς εξόφλησής της, ώστε στη συνέχεια
να αναζητήσει τρόπους τακτοποίησής της, αφετέρου δε ότι εντός συνολικά μέγιστου
χρονικού ορίου τεσσάρων μηνών (δύο μηνών από την υποβολή της αίτησης
συνταξιοδότησης για γνωστοποίηση της συνολικής οφειλής του και δύο επί πλέον
μηνών ως προθεσμία για την εξόφλησή της) θα είχε διεκπεραιωθεί η αίτηση
συνταξιοδότησής του. Οι λόγοι όμως αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι συνδέονται με
πραγματικό (και συγκεκριμένα με το περιεχόμενο των ως άνω μη διαδικαστικών
εγγράφων) το οποίο, όπως ο αναιρεσείων το παραθέτει
στο δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δεν προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Σ.τ.Ε. 242-243/2020, 3220/2017).
Περαιτέρω, με τους λόγους αυτούς δεν πλήττεται συγκεκριμένη κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο δε αναιρεσείων
δεν προσδιορίζει με ποια δικόγραφα είχε προβάλει ενώπιον των δικαστηρίων της
ουσίας τον ισχυρισμό ότι από το συγκεκριμένο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων
του είχε δημιουργηθεί η εύλογη και δικαιολογημένη πεποίθηση που προβάλλει ότι
του είχε δημιουργηθεί, στον οποίο ισχυρισμό δεν απάντησε το δικάσαν διοικητικό
εφετείο (Σ.τ.Ε. 2944/2020, 3220/2017). Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι με το πρώτο
από τα έγγραφα αυτά, όπως το περιεχόμενό του περιγράφεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων
ενημερώθηκε για το περιεχόμενο της ./19.9.2012 απόφασης της Διοικούσας
Επιτροπής του Τ.Α.Ν., καθορίστηκε το σύνολο των οφειλών του στο ποσό των
149.367,19 ευρώ και του επισημάνθηκε ότι αυτές έπρεπε να εξοφληθούν εντός
προθεσμίας δύο (2) μηνών, καθότι μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αυτής,
ως ημερομηνία υποβολής της αίτησης για χορήγηση της σύνταξης λαμβάνεται η
ημερομηνία εξόφλησης της οφειλής, από την οποία και αρχίζει να καταβάλλεται η
σύνταξη. Με το δεύτερο δε από τα εν λόγω έγγραφα γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα η ././17.7.2013, απορριπτική της αίτησης
αναθεώρησης που είχε ασκήσει κατά του πρώτου από αυτά, απόφαση, η οποία
ακολούθως προσβλήθηκε με την ένδικη προσφυγή του αναιρεσείοντος.
Με τα εν λόγω δηλαδή έγγραφα τη νομιμότητα των οποίων ο αναιρεσείων
είχε αμφισβητήσει, του επισημάνθηκε, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη
απόφαση, αντίθετα από τα προβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα,
η υποχρέωσή του να εξοφλήσει τις οφειλές του εντός της ταχθείσας σε αυτόν
δίμηνης προθεσμίας, άλλως ως ημερομηνία υποβολής της αίτησής του για
συνταξιοδότηση θα λαμβανόταν η ημερομηνία εξόφλησης της οφειλής του, από την
οποία και θα άρχιζε να καταβάλλεται η σύνταξή του.
13. Επειδή, περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης
προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι μη
νόμιμη και αναιρετέα ως εκδοθείσα
κατά παράβαση των αρχών που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 17 του
Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., σε
συνδυασμό με την αρχή της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης
εμπιστοσύνης. Και τούτο, διότι τα όργανα του αναιρεσιβλήτου,
καίτοι γνώριζαν ότι έπρεπε εντός διμήνου ή έστω εντός εύλογου χρόνου από την
ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης του αναιρεσείοντος
να του γνωστοποιήσουν τη συνολική οφειλή του, όχι μόνο δεν ικανοποίησαν το
αίτημά του για απονομή της σύνταξης γήρατος και συμψηφισμό των οφειλόμενων
συντάξεών του με τη συνολική οφειλή του, αλλά αντιθέτως, διαψεύδοντας κάθε
προσδοκία του και κατά παράβαση των ως άνω αρχών, παρανόμως αρνήθηκαν την
παροχή σύνταξης γήρατος από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης
και τον πληροφόρησαν εσφαλμένα και μη νόμιμα ότι μόνο μετά την πλήρη εξόφληση
της οφειλής και μάλιστα μετά των υπέρογκων τόκων υπερημερίας θα δικαιούνταν
σύνταξη γήρατος. Ο λόγος όμως αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως
ως απαράδεκτος, διότι δεν συνοδεύεται από κανέναν ορισμένο ισχυρισμό κατά τις
διατάξεις του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως
ισχύει, προς θεμελίωση του παραδεκτού του, αφού δεν προσδιορίζεται το κρίσιμο
νομικό ζήτημα που τίθεται με τον λόγο αυτόν και για το οποίο είτε δεν υπάρχει
νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές
της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση
προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου
δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Ειδικότερα, ναι
μεν προς θεμελίωση του παραδεκτού της κρινόμενης αίτησης εν γένει προβάλλεται ο
ισχυρισμός ότι «στην υπό κρίση περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη
[…] έκρινε επί ζητήματος για το οποίο
δεν υφίσταται σαφής και πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας,
ήτοι δεν έχει εκδοθεί απόφαση που να κρίνει ειδικά ως προς τα συγκεκριμένα
νομικά ζητήματα που τίθενται κατωτέρω, ή άλλως η αναιρεσιβαλλόμενη
απόφαση ερείδεται σε κρίσεις απολύτως αντίθετες σε πάγια νομολογία του
Δικαστηρίου σας επί συναφών περιπτώσεων»
(βλ. σελ. 6 του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης), ακολούθως ως κρίσιμο
νομικό ζήτημα προσδιορίζεται μόνο το (πράγματι κατά τα προαναφερθέντα στη σκέψη
7) τιθέμενο με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αν δηλαδή η διάταξη του άρθρου 24
παρ. 1 του ν.δ. 4114/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το
άρθρο 2 του π.δ. 423/1993, θεωρείται ειδικότερη της
διάταξης του άρθρου 6 του π.δ. 258/1983 και ως εκ
τούτου κατισχύει αυτής ή, αν, αντιθέτως τυγχάνει εφαρμοστέα και η τελευταία
αυτή διάταξη, δυνάμει της οποίας, κατά τα προβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα, το Ταμείο, εφόσον δεν του γνωστοποίησε μέσα
στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή δίμηνη προθεσμία το ποσό της οφειλής του,
όφειλε, σε κάθε περίπτωση, να του απονείμει σύνταξη γήρατος από την ημερομηνία
υποβολής της αίτησής του για συνταξιοδότηση. Ανεξάρτητα πάντως από την κατά τα
προαναφερθέντα μη παραδεκτή προβολή του, ο ως άνω τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι
απορριπτέος και ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη νομική
προϋπόθεση. Και τούτο, διότι προστατευτέα κατά τα
άρθρα 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
περιουσία ή προσδοκία κτήσης της, αντίστοιχα, δεν υφίσταται όταν δεν πληρούνται
όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η εσωτερική νομοθεσία για τη γέννηση της
σχετικής αξίωσης (πρβ. Σ.τ.Ε. 2001/2014, 2912/2020). Στην προκειμένη δε
περίπτωση, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη 10η σκέψη, η παροχή
σύνταξης γήρατος από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης χωρεί
νομίμως υπό την προϋπόθεση της πλήρους εξόφλησης της οφειλής του ασφαλισμένου
εάν αυτή (όπως συμβαίνει και με την οφειλή του αναιρεσείοντος)
υπερβαίνει τα από τις οικείες διατάξεις προβλεπόμενα όρια (βλ. Σ.τ.Ε. 363/2024
7μ., 1310/2021, 2931/2004). Η προϋπόθεση μάλιστα αυτή στοιχεί προς τη
συνταγματικώς επιβαλλόμενη αρχή της μη καταβολής ασφαλιστικής παροχής χωρίς την
αντίστοιχη καταβολή της νόμιμης ασφαλιστικής εισφοράς (Σ.τ.Ε. 3014/2010 7μ.).
14. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει
να απορριφθεί.
15. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι
ο αναιρεσείων πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική
δαπάνη του αναιρεσίβλητου φορέα (άρθρο 39 παρ. 1 εδ. δεύτερο του π.δ. 18/1989, βλ.
Σ.τ.Ε. 363/2024 7μ.).
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση υπέρ
του Δημοσίου του παράβολου που καταβλήθηκε. Και
Απαλλάσσει τον αναιρεσείοντα από τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής
Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.), σύμφωνα με το αιτιολογικό.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα
στις 25 Ιανουάριου 2024 και στις 10 Φεβρουαρίου 2025.
Η Προεδρεύουσα
Σύμβουλος Η Γραμματέας
Άννα Καλογεροπούλου Μαρία Κουμουτσάκου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε
σε δημόσια συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 2025.
Η Πρόεδρος του Α'
Τμήματος Ο Γραμματέας
Άννα Καλογεροπούλου Νικόλαος Αθανασίου