ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΠΠρ(Τμ.Εφέσεων)Αθ 1489/2026

 

 

Ηλεκτρονική απάτη – Δεκτή αγωγή κατά Τράπεζας -.

 

 

Αφαίρεση από λογαριασμό 9.800 €. Αρχικά το Ειρηνοδικείο Αθηνών είχε απορρίψει την αγωγή κατά της Τράπεζας, αλλά το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτή την έφεση και δέχτηκε την αγωγή, επιδίκασε και ηθική βλάβη.

 

 

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Αθηνών Έλλης Ιωάννας Παπαδάκη)

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 1489/2026

 

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές, Ιωάννη Ναυπλιώτη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ανδριάννα Παναγοπούλου, Πρωτοδίκη - Εισηγήτρια, Μαρία Τσακριού,· Πρωτοδίκη, και από την Γραμματέα Πολυχρονία Γραφάκου.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2025 για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

 

Των εκκαλούντων: 1) …, με ΑΦΜ ., και 2) …, συζύγου …, με ΑΦΜ ., αμφοτέρων κατοίκων Αθηνών (οδός … αρ. .), οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, Έλλης - Ιωάννας Παπαδάκη (ΑΜ ΔΣΑ 25846), η οποία κατέθεσε την προτεραία στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου την από 17.09.2025 έγγραφη δήλωσή της, δια της οποίας δήλωσε ότι συμφωνεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παραστεί η ίδια κατά την εκφώνησή της (κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) καθώς και έγγραφες προτάσεις.

 

Της εφεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.», με έδρα την Αθήνα (οδός Αιόλου αρ. 86), με ΑΦΜ ., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Αντιγόνης Νταγκούλη (ΑΜ ΔΣΑ 39115), η οποία κατέθεσε την προτεραία στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου την από 18.09.2025 έγγραφη δήλωσή της, δια της οποίας δήλωσε ότι συμφωνεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παραστεί η ίδια κατά την εκφώνησή της (κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) καθώς και έγγραφες προτάσεις.

 

Οι εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 10.05.2022 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ././17.05.2022 αγωγή κατά της εφεσίβλητης, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 16ης.04.2024, και επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθμ. 70120/09.10.2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [κατόπιν κατάργησης των Ειρηνοδικείων με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 5108/2024 (ΦΕΚ Α’ 65- 02.05.2024)], με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε. Κατά της ως άνω απόφασης, οι εκκαλούντες άσκησαν την από 02.12.2024 έφεσή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και έλαβε αριθμό κατάθεσης ././02.12.2024, επικυρωμένο αντίγραφο αυτής κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ././03.12.2024, προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων, κατόπιν δηλώσεών τους, που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις, και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 

Η κρινόμενη από 02.12.2024 έφεση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό κατάθεσης ././02.12.2024 και στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ././03.12.2024, κατά της με αριθμό ./09.10.2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 18 παρ. 2 περ. β' ως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 5134/2024 σε συνδυασμό με το άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ), έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις εμπρόθεσμα, καθώς η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε από την εφεσίβλητη στους εκκαλούντες στις 04.11.2024 (βλ. την από 04.11.2024 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς , με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, …, στο σώμα της προσβαλλόμενης απόφασης) και κατά την άσκησή της, με την κατάθεση του πρωτοτύπου της στη Γραμματεία του εκδώσαντος την εκκαλουμένη Δικαστηρίου (στις 02.12.2024), δεν είχε παρέλθει η νόμιμη προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία, όπως και πρωτοδίκως, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της άσκησης της έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 περ. α' στοιχ. β' ΚΠολΔ, το ε- Παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης (βλ. συνημμένα στο εφετήριο αντίγραφο του με αριθμό ./2024 ε- παράβολου και την από 02.12.2024 απόδειξη πληρωμής αυτού).

 

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, με την από 10.05.2022 αγωγή τους, εξέθεταν ότι διατηρούν κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην εναγομένη και ήδη-εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, ενώ είναι και συνδρομητές στο σύστημα ηλεκτρονικής τραπεζικής αυτής, προκειμένου να διενεργούν τραπεζικές συναλλαγές από απόσταση, με τη χρήση ατομικού κωδικού εισόδου (username) και ατομικού κωδικού πρόσβασης (password). Ότι, την 01η.03.2022 και ώρα 19:45, κάτω από τις περιστάσεις που ειδικότερα περιγράφουν στην αγωγή, άγνωστο άτομο απέκτησε, μέσω διαδικτύου, πρόσβαση στον εν λόγω λογαριασμού τους και μετέφερε συνολικά ποσό 9.800 ευρώ από τον κοινό τους λογαριασμό σε λογαριασμό τρίτου προσώπου. Ότι την συναλλαγή αυτή, την οποία δεν πραγματοποίησαν οι ίδιοι, δεν την έχουν εγκρίνει και ενημέρωσαν άμεσα σχετικά την εναγόμενη, ενώ την αμφισβήτησαν νόμιμα. Ότι για αυτή τη συναλλαγή ευθύνεται η εναγόμενη τράπεζα, που παραβίασε υπαιτίως τις υποχρεώσεις προστασίας απέναντι τους, μη λαμβάνοντας τα κατάλληλα τεχνικά μέτρα για την πρόληψη της εξαπάτησής τους, ενώ δεν έκανε τις αναγκαίες ενέργειες για την ακύρωσή της και την επιστροφή σε αυτούς του αφαιρεθέντος χρηματικού ποσού, αρνούμενη ότι υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενοι την ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγόμενης, ως παρόχου υπηρεσιών, τις διατάξεις του νόμου περί προστασίας καταναλωτών καθώς και την αδικοπρακτική της ευθύνη, ζητούσαν να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει σε έκαστο εξ’ αυτών το ποσό των 4.900 ευρώ (9.800/2) για τη-θετική ζημία που υπέστησαν με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επέλευσης του επιδίκου εμβάσματος, ήτοι από την 01.03η,2022, άλλως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το ποσό των 1.500 ευρώ σε έκαστο εξ’ αυτών, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την προπεριγραφόμενη παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, ζητούσαν να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Επί της αγωγής αυτής, που εκδικάστηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού εκτίμησε ότι αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη, πλην του αιτήματος για επιδίκαση ηθικής βλάβης, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο, απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες, με την κρινόμενη έφεσή τους, για τους περιεχόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητούν την εξαφάνισή της με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της.

 

Με τους πρώτο και τρίτο λόγους της έφεσης, οι οποίοι εκτιμώνται ενιαία καθώς αλληλοσυμπληρώνονται κατά περιεχόμενο, οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο: α) λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων παρείδε το ότι η επίμαχη συναλλαγή δεν ήταν εγκριθείσα από αυτούς με την έννοια της διάταξης του άρθρου 64 παρ. 1 και 2 του ν. 4537/2018, και β) εσφαλμένα εκτίμησε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 64 άρθρου και του άρθρου 72 του Ν. 4537/2018, μη λαμβάνοντας υπόψιν ότι η βούληση του νομοθέτη με τη θέσπιση των εν λόγω διατάξεων ήταν να προστατεύσει τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμής από την εκτέλεση πληρωμών, που δεν ανταποκρίνονται στη βούλησή του και όχι να αποτρέψει τη γένεση αξιώσεων σε βάρος του παρόχου των υπηρεσιών σε κάθε περίπτωση διενέργειας συναλλαγών με φερόμενη συναίνεση του χρήστη με τον τρόπο που συμφωνήθηκε, ακόμα και αν αυτή δόθηκε με αθέμιτη παρέμβαση τρίτου προσώπου που ο χρήστης αγνοούσε και ουδέποτε ενέκρινε. Οι λόγοι αυτοί της έφεσης ορισμένα προβάλλονται, είναι νόμιμοι και πρέπει να εξετασθούν και ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.

 

Η σύμβαση με πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ρυθμίστηκε διεξοδικά, αρχικά με το ν. 3862/2010, που ενσωμάτωσε τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2007/64, 2007/44 και 2010/16 της ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 «για τις υπηρεσίες πληρωμών» στην εσωτερική αγορά, που αφορούσαν σε xτροποποίηση των Οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και κατάργηση της Οδηγίας 97/5/ΕΚ, και, εν συνεχεία, με το ν. 4537/2018, ο οποίος ενσωμάτωσε στην ελληνική νομοθεσία την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ για τις υπηρεσίες πληρωμών. Το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του ν. 4537/2018, κατά το άρθρο 2 αυτού, εκτείνεται στις υπηρεσίες πληρωμών του άρθρου 4. Σύμφωνα με τους ορισμούς που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4 του νόμου αυτού, ως υπηρεσία πληρωμών νοείται και η (άρθρο 4 § 3 περ. δ' ββ') εκτέλεση πράξεων πληρωμής στο πλαίσιο των οποίων τα χρηματικά ποσά καλύπτονται από πιστωτικό άνοιγμα για τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, όπως είναι εκτέλεση πράξεων πληρωμής με κάρτα πληρωμής ή ανάλογο μέσο, η οποία διενεργείται μέσω (άρθρο 4 § 4) «ιδρύματος πληρωμών», που είναι το νομικό πρόσωπο που έχει λάβει άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 11, να παρέχει και να εκτελεί υπηρεσίες πληρωμών σε όλα τα κράτη - μέλη, στα οποία συγκαταλέγονται και τα τραπεζικά ιδρύματα. Σύμφωνα με το άρθρο 4 § 5, «πράξη πληρωμής» είναι η, πράξη, η εκκίνηση της οποίας διενεργείται από τον πληρωτή ή για λογαριασμό του ή από τον δικαιούχο και συνίσταται στη διάθεση, μεταβίβαση ή ανάληψη χρηματικών ποσών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκείμενη υποχρέωση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου, «εξ αποστάσεως πράξη πληρωμής» (παρ. 6) είναι η πράξη πληρωμής, η εκκίνηση της οποίας διενεργείται μέσω του διαδικτύου ή μέσω συσκευής που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επικοινωνία εξ αποστάσεως, «σύστημα πληρωμών» (παρ. 7) είναι το σύστημα μεταφοράς χρηματικών ποσών, το οποίο διέπεται από επίσημες τυποποιημένες διαδικασίες και κοινούς κανόνες για την επεξεργασία, την εκκαθάριση και/ή το διακανονισμό πράξεων πληρωμής, «πληρωτής» (παρ. 8) είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διατηρεί λογαριασμό πληρωμών και επιτρέπει εντολή πληρωμής από αυτόν τον λογαριασμό ή, εάν δεν υπάρχει λογαριασμός πληρωμών, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δίνει εντολή πληρωμής, «δικαιούχος» (παρ. 9) είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ο τελικός αποδέκτης των χρηματικών ποσών, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της πράξης πληρωμής, «χρήστης υπηρεσιών πληρωμών» (παρ. 10) είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί μια υπηρεσία πληρωμών ως πληρωτής, δικαιούχος ή και με τις δύο ιδιότητες, «πάροχος υπηρεσιών πληρωμών» (παρ. 11) είναι οι οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 ή φυσικό ή νομικό

 πρόσωπο που τυγχάνει εξαίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 34, «εντολή πληρωμής» (παρ. 13) είναι η οδηγία εκ μέρους του πληρωτή ή του δικαιούχου προς τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών με την οποία του ζητείται να εκτελέσει μια πράξη πληρωμής, «μέσο πληρωμής» (παρ. 14) νοείται η εξατομικευμένη συσκευή και/ή σειρά διαδικασιών που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που χρησιμοποιείται για την εκκίνηση εντολής πληρωμής, «πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού» (παρ. 17) είναι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ο οποίος παρέχει και τηρεί λογαριασμό πληρωμών για πληρωτή, «σύμβαση - πλαίσιο» (παρ. 21) είναι η σύμβαση παροχής υπηρεσιών πληρωμών που διέπει τη μελλοντική εκτέλεση μεμονωμένων και διαδοχικών πράξεων πληρωμής και η οποία μπορεί να περιλαμβάνει την υποχρέωση και τους όρους για το άνοιγμα λογαριασμού πληρωμών, «ταυτοποίηση» (παρ. 29) είναι η διαδικασία που επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να επαληθεύσει την ταυτότητα του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ή την εγκυρότητα χρήσης συγκεκριμένου μέσου πληρωμών, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας του χρήστη, και «ισχυρή ταυτοποίηση πελάτη» (παρ. 30) νοείται η ταυτοποίηση με βάση τη χρήση δύο η περισσότερων στοιχείων που αφορούν γνώση (στοιχείο το οποίο μόνο ο χρήστης υπηρεσίας πληρωμών γνωρίζει), κατοχή (στοιχείο το οποίο μόνο ο χρήστης κατέχει) και κάποιο μοναδικό εγγενές χαρακτηριστικό του (στοιχείο το οποίο ο χρήστης είναι), στοιχεία τα οποία είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους, ως προς το ότι η παραβίαση του ενός δεν θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία των υπολοίπων και η διαδικασία της οποίας είναι σχεδιασμένη κατά τρόπο που να προστατεύεται η εμπιστευτικότητα των δεδομένων ταυτοποίησης. Η σύμβαση που συνάπτει κάποιος με «πάροχο υπηρεσιών πληρωμής» είναι μικτή εμφανίζουσα στοιχεία εντολής και σύμβασης έργου, εκ των οποίων ωστόσο, μπορούν να εφαρμοστούν μόνον όσες διατάξεις δεν έρχονται σε αντίθεση με τον παραπάνω νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 45 (πληροφορίες και όροι) «ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει ή θέτει στη διάθεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τις εξής πληροφορίες και όρους: α) τον προσδιορισμό των πληροφοριών ή του αποκλειστικού μέσου ταυτοποίησης που πρέπει να παρέχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για την ορθή εκκίνηση εκτέλεση της εντολής πληρωμής, β) τη μέγιστη προθεσμία εκτέλεσης, μέσα στην οποία οφείλει να παρασχεθεί η υπηρεσία πληρωμών, γ) όλες τις επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβάλει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών [...] 3. Κατά περίπτωση, κάθε άλλη σχετική πληροφορία και σχετικοί όροι του άρθρου 52, διατίθενται στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε προσιτή μορφή και με κατανοητό τρόπο», ενώ κατά το άρθρο 48 (Πληροφορίες που παρέχονται στον πληρωτή μετά τη λήψη της εντολής πληρωμής): «Αμέσως μετά' τη λήψη της εντολής πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες στον πληρωτή τις εξής πληροφορίες όσον αφορά τις δικές του υπηρεσίες: α) τα στοιχεία αναφοράς που επιτρέπουν στον πληρωτή να ταυτοποιήσει την πράξη πληρωμής και. κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που αφορούν το δικαιούχο, β) το ποσό της πράξης πληρωμής στο νόμισμα που χρησιμοποιείται στην εντολή πληρωμής, γ) το ποσό των τυχόν επιβαρύνσεων για την πράξη πληρωμής, τις οποίες πρέπει να καταβάλει ο πληρωτής και, ανάλογα με την περίπτωση, την ανάλυση των ποσών των επιβαρύνσεων αυτών, [...], ενώ σύμφωνα με το άρθρο 57 (Πληροφόρηση του πληρωτή για τις επιμέρους πράξεις πληρωμής): «1. Μετά τη χρέωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή με το ποσό της επιμέρους πράξης πληρωμής ή, όταν ο πληρωτής δεν χρησιμοποιεί λογαριασμό πληρωμών, μετά τη λήψη της εντολής πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή παρέχει αμελλητί στον πληρωτή τις εξής πληροφορίες: α) στοιχείο αναφοράς που επιτρέπει στον πληρωτή να ταυτοποιήσει κάθε πράξη πληρωμής και, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που αφορούν τον δικαιούχο, β) το ποσό της πράξης πληρωμής στο νόμισμα στο οποίο χρεώνεται ο λογαριασμός πληρωμών του πληρωτή ή στο νόμισμα που χρησιμοποιείται για την εντολή πληρωμής, γ) το ποσό των τυχόν επιβαρύνσεων για την πράξη πληρωμής και, ανάλογα με την περίπτωση, την ανάλυση των ποσών των επιβαρύνσεων αυτών ή τον τόκο που πρέπει να καταβάλλει ο πληρωτής, δ) όπου απαιτείται, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στην πράξη πληρωμής από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και το ποσό της πράξης πληρωμής μετά την μετατροπή του νομίσματος, ε) την ημερομηνία αξίας για τη χρέωση ή την ημερομηνία λήψης της εντολής πληρωμής. Κατά το άρθρο 64 (Έγκριση πράξεων πληρωμής) «1. Μια πράξη πληρωμής θεωρείται ως εγκεκριμένη, μόνον εφόσον ο πληρωτής έχει δώσει τη συγκατάθεσή του στην εκτέλεσή της. Μια πράξη πληρωμής μπορεί να εγκρίνεται από τον πληρωτή είτε πριν, είτε εφόσον υπάρχει συμφωνία του πληρωτή με τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μετά την εκτέλεσή της. 2. Η συγκατάθεση για την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής ή σειράς πράξεων πληρωμής παρέχεται με τον τύπο που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του πληρωτή και του οικείου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών. Η συγκατάθεση για την εκτέλεση μιας πράξη πληρωμής μπορεί, επίσης, να παρέχεται μέσω του δικαιούχου ή του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής. Αν δεν έχει παρασχεθεί συγκατάθεση, η πράξη πληρωμής θεωρείται ως μη εγκεκριμένη. 3. Ο πληρωτής μπορεί να ανακαλεί τη συγκατάθεσή του οποτεδήποτε αλλά όχι αργότερα από το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος του ανεκκλήτου σύμφωνα με το άρθρο 80...», κατά την τρίτη παράγραφο του οποίου «στην περίπτωση άμεσης χρέωσης και με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων επιστροφής χρηματικών ποσών, ο πληρωτής μπορεί να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής το αργότερο έως το τέλος της εργάσιμης ημέρας που προηγείται της ημέρας που συμφωνήθηκε για τη χρέωση των χρηματικών ποσών». Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 του ίδιου νόμου (Υποχρεώσεις του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών αναφορικά με τα μέσα πληρωμών και τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας), «1. Ό χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, που έχει δικαίωμα χρήσης του μέσου πληρωμών, έχει τις εξής υποχρεώσεις: α) χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και χρήση του, οι οποίοι πρέπει να είναι αντικειμενικοί, χωρίς διακρίσεις και αναλογικοί, β) ειδοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή τον φορέα που ο τελευταίος ορίζει, μόλις αντιληφθεί απώλεια, κλοπή, υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών, ή μη εγκεκριμένη χρήση του. 2. Για τους σκοπούς της περίπτωσης α της παραγράφου 1, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, μόλις παραλάβει το μέσο πληρωμών, λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλή φύλαξη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας αυτού». Κατά το άρθρο 70 (Υποχρεώσεις του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών αναφορικά με τα μέσα πληρωμών): «1. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που εκδίδει το μέσο πληρωμών έχει τις εξής υποχρεώσεις: α) διασφαλίζει ότι τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας δεν είναι προσβάσιμα σε τρίτους παρά μόνο στο νόμιμο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών του μέσου πληρωμών, τηρουμένων των υποχρεώσεων του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 69, β) δεν αποστέλλει μέσο πληρωμών χωρίς προηγούμενο σχετικό αίτημα του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν η εν λόγω αποστολή αφορά αντικατάσταση υφιστάμενου μέσου πληρωμών, γ) διασφαλίζει ότι ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών έχει στη διάθεση του, σε διαρκή βάση, τα κατάλληλα μέσα που του επιτρέπουν να προβαίνει σε γνωστοποίηση σύμφωνα με την περίπτωση β1 της παραγράφου 1 του άρθρου 69 ή σε υποβολή αιτήματος για την άρση της αναστολής της δυνατότητας χρήσης του μέσου πληρωμών, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 68. [...]». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 71 «1. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αποκαθιστά μια μη εγκεκριμένη ή εσφαλμένα εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, μόνο αν ο τελευταίος ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μόλις αντιληφθεί οποιαδήποτε τέτοια πράξη πληρωμής που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, περιλαμβανομένης εκείνης του άρθρου 88, και το αργότερο μέσα σε χρονικό διάστημα δεκατριών (13) μηνών από την ημερομηνία χρέωσης...». Αφού λοιπόν οι νόμιμοι χρήστες τηρήσουν την ανωτέρω υποχρέωσή τους και ειδοποιήσουν εγκαίρως, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, την Τράπεζα, τότε πληρούνται οι προϋποθέσεις αποζημίωσης - αποκατάστασής τους κατά το άρθρο 71, εννοείται εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποκλειστικά δικής τους υπαιτιότητας. Το άρθρο 71 θεσπίζει ευνοϊκούς όρους για τους χρήστες, αφού κατόπιν ειδοποίησης η Τράπεζα υποχρεούται να αποκαθιστά όχι μόνο τη «μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής», αλλά και την «εσφαλμένα εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής», δηλαδή ακόμα και την πράξη πληρωμής, η οποία είναι μεν εγκεκριμένη αλλά εσφαλμένα εκτελεσθείσα (βλ. σε ΝοΒ τόμο 70, σελ. 2076 επ. μελέτη Ηλ. Καραγεώργου «Η αξίωση αποζημίωσης του πελάτη της τράπεζας κατ’ αυτής σε περίπτωση ηλεκτρονικής απάτης μέσω e-banking»). Σύμφωνα με το άρθρο 72 (Στοιχεία που τεκμηριώνουν τη γνησιότητα και την εκτέλεση πράξεων πληρωμής): «1. Αν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών αρνείται ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής ή ισχυρίζεται ότι η πράξη πληρωμής δεν εκτελέσθηκε ορθά, ο οικείος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών οφείλει να αποδεικνύει ότι έχει ταυτοποιηθεί η γνησιότητα της πράξης πληρωμής και ότι η πράξη πληρωμής έχει καταγραφεί με ακρίβεια, έχει καταχωριστεί στους λογαριασμούς πληρωμών και δεν επηρεάστηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία της υπηρεσίας που παρέχεται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ... 2. Αν ένας χρήστης υπηρεσιών πληρωμών αρνείται ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής, η χρήση ενός μέσου πληρωμών που έχει καταγραφεί από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, περιλαμβανομένου του παρόχου υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής ανάλογα με την περίπτωση, δεν αποτελεί αναγκαστικά, από μόνη της επαρκή απόδειξη ότι ο πληρωτής είχε εγκρίνει την πράξη πληρωμής ή ότι είχε ενεργήσει με δόλο ή δεν είχε εκπληρώσει από πρόθεση ή βαριά αμέλεια μια ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις του άρθρου 69. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, πρέπει να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη απάτης ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών». Με το άρθρο 72 το βάρος απόδειξης της γνησιότητας και της ορθής εκτέλεσης των πράξεων πληρωμής έχει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών (νόθος αντικειμενική ευθύνη), περιλαμβανόμενου, κατά περίπτωση, του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, σε περίπτωση αμφισβήτησης και άρνησης του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ότι έχει εγκρίνει πράξη πληρωμής (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 4537/2018). Έτσι, αν ο χρήστης αρνείται ότι έχει εγκρίνει μια συναλλαγή, που είναι προϊόν απάτης, η Τράπεζα έχει το βάρος να αποδείξει (σωρευτικά) τη γνησιότητα της πράξης πληρωμής (ακριβής καταγραφή και καταχώρησή της στους λογαριασμούς πληρωμών) και ότι δεν επηρεάστηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία της υπηρεσίας, δηλαδή δεν αρκεί να ισχυριστεί ότι τα συστήματά της είναι ασφαλή. Εξάλλου, στην παράγραφο 2 του άρθρου 72 ορθώς προβλέπεται ότι μόνη η χρήση ενός μέσου πληρωμής, δηλαδή η ακολουθία της διαδικασίας πραγματοποίησης ηλεκτρονικής συναλλαγής μέσω ο- e-banking και η πληκτρολόγηση των κωδικών εισόδου και συναλλαγής, δεν σημαίνει αναγκαστικά και ότι ο χρήστης των υπηρεσιών και πελάτης της Τράπεζας έχει εγκρίνει την πράξη πληρωμής και τη συναλλαγή. Η ratio legis της διάταξης καλύπτει κατ’ αυτό τον τρόπο την περίπτωση απάτης, κατά την οποία η συναλλαγή εμφανίζεται μεν ως κανονικά η εκτελεσθείσα στα ηλεκτρονικά συστήματα της Τράπεζας, αφού έγινε χρήση του μέσου πληρωμών, πλην όμως το μέσο πληρωμών που αξιοποιήθηκε έχει υποκλαπεί από τους δράστες και χρησιμοποιηθεί παρανόμως και δίχως την έγκριση του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών και πελάτη της Τράπεζας, και συνακόλουθα αποκλείεται η αυτόματη ευθύνη του χρήστη, ενώ του δίνεται η δυνατότητα να επικαλεστεί κλοπή ή καταχρηστική χρήση του μέσου πληρωμής. Συνεπώς, μόνη η χρήση του μέσου πληρωμών δεν σημαίνει και έγκριση της συναλλαγής από τον νόμιμο χρήστη, και η εν λόγω διάταξη δεν δύναται να ερμηνευτεί διαφορετικά, αφού στοχεύει στο να επιλύσει το πρόβλημα των συστημάτων ασφαλείας των Τραπεζών που δεν διακρίνουν τον δράστη από τον νόμιμο χρήστη, αλλά αναγνωρίζουν απλά τη χρήση του μέσου πληρωμών, το οποίο όμως έχει υποκλαπεί και χρησιμοποιηθεί παρανόμως, χωρίς η συναλλαγή να έχει διενεργηθεί και εγκριθεί από τον νόμιμο χρήστη και εντολέα της Τράπεζας. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητη η χρήση ισχυρής ταυτοποίησης - ιδίως βιομετρικών στοιχείων για την έγκριση των ηλεκτρονικών συναλλαγών (βλ. ο.π. μελέτη Ηλ. Καραγεώργου). Κατά δε, το άρθρο 74 (Ευθύνη του πληρωτή για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής): «1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 73, ο πληρωτής ευθύνεται μέχρι του ανώτατου ποσού των πενήντα (50,00) ευρώ για τις ζημίες από τη διενέργεια μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, οι οποίες προκύπτουν είτε από τη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος μέσου πληρωμών είτε από υπεξαίρεση του. Η εν λόγω υποχρέωση δεν ισχύει, εφόσον: α) η απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών δεν ήταν δυνατό να εντοπιστεί από τον πληρωτή πριν από τη διενέργεια πράξης πληρωμής, εκτός αν ο πληρωτής είχε  ενεργήσει με δόλο ή β) η ζημία είχε προκληθεί από πράξεις ή παραλείψεις υπαλλήλου, αντιπροσώπου ή υποκαταστήματος ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή οντότητας στην οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είχε αναθέσει τις δραστηριότητες του. Ο πληρωτής ευθύνεται για όλες τις ζημίες που σχετίζονται με κάθε μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής, εφόσον οι ζημίες αυτές οφείλονται είτε σε δόλο είτε στη μη τήρηση μιας ή περισσοτέρων από τις υποχρεώσεις που έχει, σύμφωνα με το άρθρο 69, από πρόθεση ή βαριά αμέλεια (τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 22 του Ν. 5019/2023). Στις περιπτώσεις αυτές, δεν ισχύει το ανώτατο ποσό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. 2. Εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν απαιτεί ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη, ο πληρωτής ευθύνεται για τυχόν οικονομικές συνέπειες, μόνο αν έχει ενεργήσει με δόλο. Αν ο δικαιούχος ή ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου αδυνατεί να δεχτεί ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη, οφείλει να αποζημιώσει τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή για την οικονομική ζημία που έχει υποστεί. 3. Από το χρονικό σημείο ειδοποίησης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 69, ο πληρωτής δεν επωμίζεται οποιαδήποτε οικονομική συνέπεια που απορρέει από τη χρήση απολεσθέντος, κλαπέντος ή υπεξαιρεθέντος μέσου πληρωμών, εκτός αν έχει ενεργήσει με δόλο. Αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν παρέχει στον πληρωτή τα κατάλληλα μέσα που του επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή να προβεί σε ειδοποίηση αναφορικά με την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση τον μέσου πληρωμών, σύμφωνα με την περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 70, ο πληρωτής δεν ευθύνεται για τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από τη χρήση του εν λόγω μέσου πληρωμών, εκτός αν έχει ενεργήσει με δόλο». Κατά το άρθρο 87 «1. Εάν εντολή πληρωμής εκτελείται σύμφωνα με το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης, τεκμαίρεται ότι έχει εκτελεστεί ορθά, όσον αφορά τον δικαιούχο που προσδιορίζεται στο αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης. 2. Εάν το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης που παρέχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών είναι εσφαλμένο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν φέρει ευθύνη, σύμφωνα με το άρθρο 88, για τη μη εκτέλεση ή την εσφαλμένη εκτέλεση της πράξης πληρωμής. 3. Ωστόσο, πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών που αφορούν την πράξη πληρωμής. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου συνεργάζεται σε αυτές τις προσπάθειες παρέχοντας, επιπρόσθετα, στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή όλες τις σχετικές πληροφορίες για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών. Αν η ανάκτηση των χρηματικών ποσών σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια δεν είναι εφικτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή προσκομίζει στον πληρωτή, ύστερα από γραπτό αίτημα, όλες τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του και είναι σημαντικές για τον πληρωτή, προκειμένου αυτός να εγείρει αξίωση για ανάκτηση των χρηματικών ποσών. [...]. Στο άρθρο 92 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι «δεν υφίσταται η ευθύνη που προβλέπεται στο άρθρο 64 έως το παρόν άρθρο όταν υπάρχουν ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις, οι οποίες είναι πέρα από τον έλεγχο του μέρους που τις επικαλείται και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρ’ όλες τις προσπάθειες για το αντίθετο, ούτε όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεσμεύεται από άλλες νομικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο». Σύμφωνα με το άρθρο 94 (Διαχείριση των λειτουργικών κινδύνων και κινδύνων ασφαλείας) «1. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών καταρτίζουν πλαίσιο με κατάλληλα μέτρα μειώσεις κινδύνων και μηχανισμούς ελέγχου για την διαχείριση των λειτουργικών κινδύνων και τον κίνδυνο ασφαλείας, που σχετίζονται με τις υπηρεσίες πληρωμών τις οποίες παρέχουν. Ως μέρος του πλαισίου αυτού, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών θεσπίζουν και διατηρούν αποτελεσματικές διαδικασίες διαχείρισης συμβάντων που άπτονται της λειτουργίας και της ασφάλειας. [...]». Στο άρθρο 96 ορίζεται ότι «1. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν ισχυρή ταυτοποίηση πελάτη όταν ο πληρωτής: α) έχει πρόσβαση στο λογαριασμό πληρωμών του σε απευθείας ηλεκτρονική σύνδεση (on), β) εκκινεί ηλεκτρονική πράξη πληρωμής, γ) εκτελεί οποιαδήποτε ενέργεια μέσω, εξ αποστάσεως διαύλου, η οποία μπορεί να ενέχει κίνδυνο απάτης στις πληρωμές ή άλλες παραβιάσεις. 2. Σε σχέση με την εκκίνηση ηλεκτρονικών πράξεων πληρωμής, που αναφέρεται στην περίπτωση β' της παραγράφου 1, για τις ηλεκτρονικές πράξεις πληρωμής που διενεργούνται εξ αποστάσεως οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν ισχυρή ταυτοποίηση πελάτη, η οποία περιλαμβάνει στοιχεία που συνδέουν δυναμικά τη συναλλαγή με συγκριμένο ποσό και συγκεκριμένο δικαιούχο. 3. Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 1, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν κατάλληλα μέτρα ασφαλείας με σκοπό την προστασία της εμπιστευτικότητας και της ακεραιότητας των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφάλειας των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών... [...]». Εξάλλου, από το άρθρο 72 παρ. 2 εδ. α' του ν. 4537/2018 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του ίδιου νόμου - σύμφωνα με την οποία μία πράξη πληρωμής θεωρείται εγκεκριμένη, μόνο εφόσον ο πληρωτής έχει δώσει τη συγκατάθεσή του στην εκτέλεσή της - συνάγεται ότι δεν υφίσταται γνήσια συναλλαγή όταν ο χρήστης αγνοεί αυτήν και αυτή ενεργήθηκε από τρίτο πρόσωπο χωρίς δικαίωμα, ακόμη κι αν η συγκατάθεση του χρήστη φέρεται να δόθηκε με τη μορφή που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, ενώ γνήσια θεωρείται μία πράξη πληρωμής όταν ενεργήθηκε με την πραγματική συναίνεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμής, δηλαδή είτε από τον ίδιο είτε εν γνώσει του από τρίτο πρόσωπο στο οποίο είχε παράσχει σχετική άδεια. Συνεπώς, η βούληση του νομοθέτη ήταν να προστατεύσει τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμής από την εκτέλεση πληρωμών, που δεν ανταποκρίνονται στη βούλησή του και όχι να αποτρέψει τη γένεση αξιώσεων σε βάρος του παρόχου των υπηρεσιών σε κάθε περίπτωση διενέργειας συναλλαγών με φερόμενη συναίνεση του χρήστη με τον τρόπο που συμφωνήθηκε, ακόμα και αν αυτή δόθηκε με αθέμιτη παρέμβαση τρίτου προσώπου που ο χρήστης αγνοούσε και ουδέποτε ενέκρινε. Άλλωστε, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αυτές τέθηκαν προκειμένου να ρυθμίσουν την περίπτωση απώλειας, κλοπής ή υπεξαίρεσης του μέσου πληρωμών (ΜονΕφΑθ 2405/2024, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, έτσι και η αιτιολογική έκθεση της οδηγίας ΕΕ 2015/2356, σημείο 71, όπου διευκρινίζεται ότι ουδεμία ευθύνη του πληρωτή υφίσταται όταν ο ίδιος δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών). Συνεπώς, με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, σε περίπτωση μεταφοράς ή διάθεσης κεφαλαίου από μη δικαιούχο πρόσωπο λόγω απώλειας (στην έννοια αυτή εντάσσεται η απάτη), κλοπής ή υπεξαίρεσης του μέσου πληρωμών, ο πελάτης της Τράπεζας (πληρωτής) δεν δύναται να διεκδικήσει από την Τράπεζα το επίδικο χρηματικό ποσό μόνο στην περίπτωση που έχει ενεργήσει με δόλο ως προς την μεταφορά αυτή (ήτοι υφίσταται συμπαιγνία μεταξύ του πληρωτή και του φερόμενου τρίτου) και στην περίπτωση που δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του άρθρου 69 με δόλο ή με βαριά αμέλεια. Αντιθέτως, στην περίπτωση που έχουν μεν παραβιαστεί υπαιτίως οι υποχρεώσεις του άρθρου 69, πλην όμως με ελαφρά αμέλεια, τότε ο-πελάτης της Τράπεζας ευθύνεται μόνο έως του ποσού των πενήντα (50,00) ευρώ. Τέλος, εάν δεν έχουν παραβιαστεί υπαιτίως οι ανωτέρω υποχρεώσεις, ο πελάτης της Τράπεζας δικαιούται το πλήρες κεφάλαιο που μεταφέρθηκε. Οι ανωτέρω διατάξεις αποτελούν εν πολλοίς επέκταση των όσων ίσχυαν στην χρήση πιστωτικής κάρτας από μη δικαιούχο πρόσωπο, για την οποία προβλεπόταν ευθύνη του πραγματικού δικαιούχου σε περίπτωση απώλειας ή κλοπής της κάρτας από ελαφρά αμέλεια έως του ποσού των 150 ευρώ (ΠΠρΑθ 621/2014, ΜΠρΑθ 2893/2018, ΜΠρΑθ 535/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ώστε πλέον να ρυθμιστεί η απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών (έτσι και η αιτιολογική έκθεση της οδηγίας ΕΕ 2015/2366, σημείο 71, όπου διευκρινίζεται ότι ουδεμία ευθύνη του πληρωτή υφίσταται όταν ο ίδιος δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών). Σημειώνεται δε ότι, ως προς την έννοια της αμέλειας, ήδη η οδηγία ΕΕ 2015/2366 διευκρινίζει στην αιτιολογική της πρόταση (σημείο 72): «Για να εκτιμηθεί αν υπάρχει αμέλεια ή βαριά αμέλεια του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις. Τα αποδεικτικά στοιχεία και ο βαθμός της καταγγελλόμενης αμέλειας θα πρέπει να αξιολογούνται βάσει του εθνικού δικαίου. Άλλωστε, ενώ η έννοια της αμέλειας συνεπάγεται παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας, με τον όρο βαριά αμέλεια θα πρέπει να νοείται κάτι βαρύτερο από την απλή αμέλεια, που θα αφορά μορφές συμπεριφοράς που παρουσιάζουν σημαντικό βαθμό έλλειψης επιμέλειας, παραδείγματος χάριν η περίπτωση όπου τα διαπιστευτήρια που χρησιμοποιούνται για την έγκριση πράξης πληρωμής φυλάσσονται δίπλα στο μέσο πληρωμής κατά τρόπο ανοικτό και ευχερώς ανιχνεύσιμο από τρίτους. Οι συμβατικοί όροι και οι όροι παροχής και χρήσης ηλεκτρονικού μέσου πληρωμών που θα συνεπάγονταν αύξηση του βάρους της απόδειξης έναντι του καταναλωτή ή μείωση του βάρους της απόδειξης έναντι του εκδότη, θα πρέπει να θεωρούνται άκυροι. Εξάλλου, σε ειδικές περιπτώσεις και ιδίως στις περιπτώσεις όπου το μέσο πληρωμής δεν είναι παρόν στο σημείο πώλησης, όπως στην περίπτωση των ηλεκτρονικών πληρωμών, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να παρέχει αποδείξεις της καταγγελλόμενης αμέλειας, δεδομένου ότι τα μέσα που διαθέτει ο πληρωτής είναι πολύ περιορισμένα σε αυτές τις περιπτώσεις». Επίσης, για την ειδικότερη διευκρίνιση της βαριάς αμέλειας σε περίπτωση απάτης, κρίσιμο είναι εάν εφαρμόζεται σύστημα ισχυρής ταυτοποίησης (άρθρο 96 του ν. 4537/2018). Δεδομένου ότι στην ισχυρή ταυτοποίηση απαιτείται πάντοτε διαδικασία δύο σταδίων, βαρεία αμέλεια θα νοείται, κατά κανόνα, μόνο στην περίπτωση που ο εξαπατηθείς πληρωτής παράσχει στους δράστες της απάτης τα απαιτούμενα μέσα και των δύο σταδίων (πχ. όνομα χρήστη και κωδικό αφενός, ΟΤΡ για μεταφορά κεφαλαίου αφετέρου). Αν, αντιθέτως, ο εξαπατηθείς πληρωτής παράσχει στους δράστες πληροφορίες μόνο για το ένα από τα δύο στάδια (π.χ. μόνο όνομα χρήστη και κωδικό), τότε η αμέλεια που τον βαρύνει θα πρέπει να κρίνεται κατά κανόνα ελαφρά, καθότι ο πληρωτής δεν είναι σε Θέση να γνωρίζει ότι το έτερο μέρος θα αποκτήσει πρόσβαση, με δικά του μέσα, και στο έτερο στάδιο (πχ. γνώση κωδικού ΟΤΡ), ώστε να πετύχει την μεταφορά κεφαλαίων. Στην ανωτέρω περίπτωση, και για την ταυτότητα του νομικού λόγου, θα πρέπει να υπαχθεί και η περίπτωση στην οποία ο εξαπατηθείς πληρωτής παρέχει εξ ιδίων πληροφορίες όσον αφορά κάποιον κωδικό διεκπεραίωσης της συναλλαγής, ο οποίος όμως δεν αφορά στην μετακίνηση κεφαλαίου, τούτο δε, διότι δικαίως εμπιστεύεται ο πληρωτής ότι τα όσα έχει γνωστοποιήσει σε τρίτο μέρος δεν μπορούν να οδηγήσουν σε μετακίνηση κεφαλαίου. Σημειώνεται, άλλωστε, ότι ο νόμος 4537/2018 εισάγει αναγκαστικό δίκαιο υπέρ των χρηστών, καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 103, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών απαγορεύεται να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του εις βάρος των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν η δυνατότητα παρέκκλισης προβλέπεται ρητά και μπορούν να αποφασίζουν να προσφέρουν μόνο ευνοϊκότερους όρους στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών, ώστε στο πλαίσιο του νόμου αυτού και κατά τις πρόνοιες αυτού δεν υφίσταται ευθύνη των παροχών σύμφωνα με το άρθρο 92 (Απουσία ευθύνης σε μη συνήθεις και μη προβλέψιμες περιστάσεις) μόνο όταν υπάρχουν ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις, οι οποίες είναι πέρα από τον έλεγχο του μέρους που τις επικαλείται και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρόλες τις προσπάθειες για το αντίθετο. Ωστόσο, υπό το σύστημα του νόμου αυτού οι

λειτουργικοί κίνδυνοι και οι κίνδυνοι ασφαλείας του συστήματος, δεν αποτελούν μη συνήθεις και μη προβλέψιμες περιστάσεις, ώστε η από την επέλευση τους ζημία των χρηστών βαρύνει τους παρόχους, καθώς η περίπτωση τους ρυθμίζεται διεξοδικά στα άρθρα 94 επ.. Οι ως άνω ρυθμίσεις, τελούν σε σύμπνοια με αυτές του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 «για την προστασία των καταναλωτών», όπου στην έννοια των παρεχόντων υπηρεσίες επίσης εμπίπτουν οι τράπεζες, οι οποίες υπέχουν έναντι του καταναλωτικού κοινού συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας (ΑΠ 1849/2017, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η αθέτηση των οποίων εκτός από παραβίαση της σύμβασης συνιστά και αδικοπραξία (ΑΠ 1607/2018, ΑΠ 589/2001, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ο ν. 2251/1994 καθιερώνει και αυτός σύστημα νόθου αντικειμενικής ευθύνης. Επομένως, αν στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την Τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1849/2017, ΑΠ 1133/2017, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η απλή παράβαση συμβατικής υποχρέωσης (παρανομία υπό ευρεία έννοια), με δεδομένο ότι η ύπαρξη συμβατικού δεσμού του παρέχοντας την υπηρεσία με τον αποδέκτη αυτής αποτελεί τον κανόνα, δεν αρκεί για να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη, αλλά απαιτείται παρανομία κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και, στην περίπτωση αυτή, η διάταξη εφαρμόζεται ανεξάρτητα από την ύπαρξη σύμβασης. Είναι δυνατό, όμως, μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ’ εαυτή, και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1564/2021, ΑΠ 1406/2021, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αν υπάρχει και συμβατική παράβαση, και συγκεκριμένα πλημμελής εκπλήρωση, θα συντρέχει περίπτωση συρροής αξιώσεων. Με δεδομένο ότι η τήρηση των κανόνων της επαγγελματικής επιμέλειας συνιστά και συμβατική υποχρέωση του παρέχοντας την υπηρεσία και ότι αυτοί οι κανόνες της επαγγελματικής επιμέλειας διεθνώς διαμορφώνονται ως ένα πλαίσιο ενιαίο είτε υπάρχει συμβατικός δεσμός είτε όχι, μια υπηρεσία που παραβιάζει αυτούς τους κανόνες θα συνιστά ταυτόχρονα και παρανομία κατ’ άρθρο 914 ΑΚ και συμβατική παράβαση. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης, τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1133/2017, ΑΠ 2257/2014, ΑΠ 535/2012, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τον χρήστη των υπηρεσιών ηλεκτρονικής πληρωμής εύλογα αναμένεται πως τα συστήματα ασφαλείας του παρόχου θα είναι σύγχρονα αναβαθμισμένα, επικαιροποιημένα, εναρμονισμένα με τις προδιαγραφές και απαιτήσεις του νόμου, των σύγχρονων συναλλαγών και τεχνολογικών τάσεων και εξελίξεων, και πως θα είναι αποτελεσματικά απέναντι σε κακόβουλες παρεμβολές τρίτων, από τους οποίους θα πρέπει να κατέχει και να διατηρεί ένα πραγματικό και σαφές τεχνολογικό πλεονέκτημα. Έτσι, από τον χρήστη αναμένεται εύλογα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πως το σύστημα ασφαλείας της Τράπεζας θα είναι ικανό να εντοπίσει εγκαίρως την κακόβουλη παρεμβολή και είτε θα την εξουδετερώσει είτε θα την απομονώσει, θωρακίζοντας έτσι τον τραπεζικό λογαριασμό του χρήστη (βλ. ο.π. μελέτη Ηλ. Καραγεώργου). Επομένως, θα πρέπει στο σύστημα ασφάλειας της ηλεκτρονικής πληρωμής να περιλαμβάνεται η εξακρίβωση της γνησιότητας των συναλλαγών μέσω δυναμικών κωδικών, προκειμένου ο χρήστης να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή το ποσό και τον δικαιούχο της πράξης πληρωμής που ο χρήστης εγκρίνει (οδηγία ΕΕ 2015/2356, σημείο 95). Λόγω της ταχύτητας της ψηφιοποίησης των σύγχρονων συναλλαγών, η Τράπεζα οφείλει να υιοθετήσει σύγχρονα μέσα ασφάλειας των ηλεκτρονικών συστημάτων της. Επομένως, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και κατά την κρίση ενός μέσου, λογικού και αντικειμενικού παρατηρητή, η διαβλητότητα των συστημάτων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών πληρωμών της Τράπεζας, αποτελεί την πρόσφορη αιτία πρόκλησης της οικονομικής και όχι μόνο ζημίας των πελατών της - χρηστών των ηλεκτρονικών συστημάτων. Επίσης, η εκπλήρωση της υποχρέωσης της Τράπεζας περί συνεχούς εποπτείας και ασφαλείας στο σύστημα και τον λογαριασμό και άμεσης προειδοποίησης του καταναλωτή, σε περίπτωση που  αντιληφθεί κάποια ύποπτη κίνηση εις βάρος του (βλ. Μ. Κιλτένη, «Ρhishing»: Ένα ψάρεμα διαφορετικό και καθόλου αθώο για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, Αρμ 1/2024.133), καθίσταται καθοριστικής σημασίας για την διασφάλιση των περιουσιακών δικαιωμάτων των πελατών της ιδίως όταν έχει προηγηθεί ιστορικό περιστατικών απάτης. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαίΐκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας, σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 342/2021, ΑΠ 1135/2021, ΑΠ 1144/2021, ΕφΘεσ 1491/2022 δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/ προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τράπεζας πελάτη (ΑΠ 342/2021, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, καθότι πρόκειται παρομοίως για υποχρεώσεις που στηρίζονται στην καλή πίστη και στην διαρκή σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πελάτη και τράπεζας, ειδικότερες μορφές της ανωτέρω υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων αποτελούν και οι υποχρεώσεις προστασίας της περιουσίας τρίτων εκ μέρους της τράπεζας (ρητά για τον έλεγχο κατά την εξόφληση επιταγών η ΑΠ 1439/2019 δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, στην ανωτέρω περίπτωση δύναται. να υφίσταται συρροή αξιώσεων από τη σύμβαση και την αδικοπραξία, οι οποίες δύνανται μεν να ασκηθούν παραλλήλως, όχι όμως και να ικανοποιηθούν σωρευτικώς, διότι η ικανοποίηση της μιας καθιστά την άλλη άνευ αντικειμένου, εκτός εάν ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, οπότε η συρρέουσα από αδικοπραξία αξίωση σώζεται κατά το αίτημα αυτό (ΑΠ 642/2022, ΕφΑΘ 1951/2023, ΕφΑΘ 830/2023, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

Από την επανεκτίμηση της με αρ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_./22.09.2022 ένορκης βεβαίωσης του …, συνταξιούχου τραπεζικού υπαλλήλου, την οποία προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι εκκαλούντες, με πρωτοβουλία των οποίων ελήφθη και η οποία δόθηκε ενώπιον της δικηγόρου Στυλιανής Γραφιαδέλλη (ΑΜ ΔΣΑ 35394), της υπ’ αριθμ. ./17.10.2022 ένορκης βεβαίωσης της …, την οποία προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η εφεσίβλητη, με πρωτοβουλία της οποία ελήφθη , και η οποία δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης των αντιδίκων τους να παραστούν κατά τη λήψη τους (άρθρα 421 έως 424 του ΚΠολΔ) (βλ. τη με αριθμό .Η /24.05.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, … και την υπ’ αριθμ. .Ε/ 12.10.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, αντιστοίχως), όλων των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 και 395 ΚΠολΔ), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 2081/2017, ΤΝΠ Νόμος ΑΠ 1628/2003, ΕλλΔνη 2004.723·ΕφΠατρ 36/2022, ΤΝΠ Νόμος ΕφΑΘ 135/2022, ΤΝΠ Νόμος· ΕφΠατρ 333/2020, ΤΝΠ Νόμος), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης: Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες  διατηρούν στην εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, τον υπ’ αριθμ. κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ο δε πρώτος εξ αυτών, απέκτησε από την εναγομένη τη δυνατότητα χρήσης εναλλακτικών δικτύων για τον ως άνω λογαριασμό, ώστε να διενεργεί τραπεζικές συναλλαγές από απόσταση, δηλαδή υπηρεσιών ηλεκτρονικής τραπεζικής (web banking) μέσω διαδικτύου και εφαρμογών, δυνάμει της από 10.07.2027 σύμβασης παροχής τραπεζικών υπηρεσιών μέσω εναλλακτικών δικτύων (i-bank) σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που περιέχονται σε αυτή. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι, την 01η.03.2022 ο πρώτος εναγών έπεσε θύμα ηλεκτρονικής απάτης, μέσω της μεθόδου «phising», με την οποία άγνωστος δράστης κατάφερε να αποσπάσει και να μεταφέρει από τον ως άνω κοινό λογαριασμό των εναγόντων σε άλλο λογαριασμό γαλλικής τράπεζας το ποσό των 9.800 ευρώ. Ειδικότερα, την 01η.03.2022 και ώρα 19:45, ο πρώτος των εναγόντων, προκειμένου να συνδεθεί στο e-banking της εναγομένης από το κινητό του τηλέφωνο, εισήλθε στο διαδικτυακό περιβάλλον της εναγομένης, με σκοπό να ελέγξει το υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγόντων, και πληκτρολόγησε τα προσωπικά του στοιχεία, ήτοι το όνομα χρήστη του (user-id) και τον κωδικό πρόσβασης του (password), οπότε, μετά την εισαγωγή των ως άνω στοιχείων, του εμφανίστηκε η ένδειξη «λάθος» και για το λόγο αυτό, λίγα λεπτά αργότερα, προσπάθησε να συνδεθεί εκ νέου στο e-banking της εναγομένης από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και πράγματι, συνδέθηκε επιτυχώς στο λογαριασμό του. Ταυτόχρονα, ενόσω ήταν συνδεμένος στο διαδικτυακό περιβάλλον της δέχθηκε κλήση με χώρα προέλευσης την Γαλλία στο κινητό του τηλέφωνο, απάντησε στην κλήση και η γραμμή έκλεισε αμέσως. Ο πρώτος ενάγων, κατά την προσπάθειά του να συνδεθεί από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή στο λογαριασμό του, στις 19:51, ως ο ίδιος συνομολογεί, έλαβε από την εναγομένη στο κινητό του τηλέφωνο μήνυμα (μέσω της εφαρμογής viber) το οποίο περιείχε εξαψήφιο κωδικό μίας χρήσης (ibank code) με την ένδειξη «για σύνδεση με νέο browser» (βλ. και το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη απόσπασμα αποστολών μηνυμάτων από το σύστημα της) και πληκτρολόγησε τον εν λόγω κωδικό στο διαδικτυακό περιβάλλον της εναγομένης. Από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη απόσπασμα αποστολών μηνυμάτων του συστήματος της προκύπτει ότι εν συνεχεία, στις 19:52 εστάλη από αυτή στο κινητό τηλέφωνο του πρώτου ενάγοντος δεύτερος κωδικός (ΟΤΡ) με την ένδειξη «ΖΗΤΗΣΑΤΕ μεταφορά * * * ΕYR ΣΕ ***** *, Ι-ΒΑΝΚ ΟΤΡ * * *ΑΡ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗΣ * * * », ο οποίος ωστόσο, δεν έφθασε ποτέ στο κινητό του πρώτου ενάγοντος αλλά, με άγνωστο τρόπο, ελήφθη από συσκευή του άγνωστου δράστη, και στις 19:53 πραγματοποιήθηκε η επίμαχη συναλλαγή, ήτοι η μεταφορά ποσού 9.800 ευρώ σε λογαριασμό τρίτου προσώπου σε τράπεζα της Γαλλίας. Ως ισχυρίζεται η εναγόμενη με τις προτάσεις της, μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, στις 20:06, δημιουργήθηκε ειδοποίηση alert στο σύστημά της και πριν ακόμα αντιληφθούν οι ενάγοντες την μεταφορά του εν λόγω ποσού, η εναγόμενη προέβη σε κλείδωμα της υπηρεσίας SMS ΟΤΡ του πρώτου ενάγοντας. Ακολούθως, στις 20:07, ο πρώτος ενάγων δέχθηκε τηλεφωνική κλήση από υπάλληλο της εναγομένης, ο οποίος τον ενημέρωσε για την εν λόγω μεταφορά καθώς και για το κλείδωμα του USER ID του, ενώ, αφού ο πρώτος ενάγων δήλωσε στον ως άνω υπάλληλο ότι δεν αναγνωρίζει και δεν ενέκρινε ο ίδιος την συναλλαγή, ο τελευταίος κατεύθυνέ τον πρώτο ενάγοντα ως προς τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθήσει προκειμένου να αμφισβητήσει την επίμαχη συναλλαγή. Την

επόμενη ήμερά, στις 02.03.2022, καθ’ υπόδειξίν των υπαλλήλων της εναγομένης, ο πρώτος ενάγων υπέβαλλε την με αριθμό ./02.03.2022 αίτηση αμφισβήτησής και ακύρωσης της συναλλαγής στο αρμόδιο τμήμα της εναγομένης και εν συνεχεία υπέβαλε μήνυση κατ’ αγνώστων στο Τμήμα Ασφαλείας Βύρωνα, για το αδίκημα της ηλεκτρονικής απάτης, ενώ προϊόντος του χρόνου, η εναγόμενη ενημέρωσε τον πρώτο ενάγοντα ότι η ακύρωση του εμβάσματος την οποία προσπάθησε η ίδια να πραγματοποιήσει δεν κατέστη εφικτή, καθώς το εν λόγω ποσό είχε αναληφθεί από τον δικαιούχο του γαλλικού λογαριασμού, καθώς και για το ότι η ίδια δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη διότι η αμφισβητούμενη συναλλαγή πραγματοποιήθηκε με χρήση από τον ίδιο των προσωπικών κωδικών η προστασία των οποίων ανάγεται στο δικό του πεδίο ευθύνης. Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι ουδόλως αποδείχθηκε η γνησιότητα της επίμαχης διαδικτυακής συναλλαγής, αντιθέτως πρόκειται για συναλλαγή που πραγματοποίησαν άγνωστοι δράστες της σε βάρος του πρώτου ενάγοντας τελεσθείσας πράξης της απάτης με υπολογιστή (386Α ΠΚ). Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κωδικός μίας χρήσης (ΟΤΡ) που απεστάλη από την εναγομένη στο κινητό τηλέφωνο του πρώτου ενάγοντος μέσω μηνύματος viber, έφτασε τελικώς στο κινητό τηλέφωνο του πρώτου ενάγοντας, αλλά αυτό περιήλθε με άγνωστο τεχνικά τρόπο σε γνώση των δραστών της απάτης, χωρίς να αποδεικνύεται ότι τον παρείχε αυτοβούλως αυτός. Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων πληκτρολόγησε τον εν λόγω κωδικό στο διαδικτυακό περιβάλλον της εναγομένης, δεδομένου ότι ο ίδιος εξαρχής αρνείται ότι το έπραξε. η δε εναγόμενη ουδόλως υποστηρίζει το αντίθετο, παρά εκθέτει, ως και πρωτοδίκως, ότι δεν υφίσταται υπαιτιότητα της για την επέλευση της ζημίας των εναγόντων για το λόγο ότι η ίδια απέστειλε, ως όφειλε, το δεύτερο μήνυμα στο κινητό του πρώτου ενάγοντος προκειμένου αυτός να εγκρίνει την συναλλαγή, καθώς και ότι έλαβε την εν λόγω έγκριση (στο σύστημα ηλεκτρονικής της) από πρόσωπο που της ταυτοποιήθηκε ως ο εν λόγω πελάτης της, διατεινόμενη ότι εξάντλησε με αυτό τον τρόπο την υποχρέωση της περί τήρησης των απαραίτητων μέτρων ασφάλειας για την εκτέλεση της συναλλαγής, διατύπωση από την οποία δεν μπορεί να συναχθεί ισχυρισμός περί οικειοθελούς παροχής από τον τελευταίο του κρίσιμου δεύτερου κωδικού ΟΤΡ στους δράστες της απάτης. Σημειώνεται ότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η ευθύνη της τράπεζας στο πλαίσιο του Ν. 4537/2018 είναι νόθος αντικειμενική, ήτοι υποκειμενική με ανεστραμμένο το βάρος απόδειξης, δηλαδή ο νόμος 4537/2018 καθιερώνει αντιστροφή του βάρους απόδειξης ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αθέτησης της συμβατικής υποχρέωση της τράπεζας, ήτοι μεταξύ της μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής και της ζημίας του πελάτη αφού, σύμφωνα με το άρθρο 72 του ως άνω Νόμου, σε περίπτωση που ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, αμφισβητήσει μια πράξη πληρωμής με την αιτιολογία ότι ουδέποτε έδωσε την έγκρισή του για την εκτέλεση αυτής, το βάρος απόδειξης της γνησιότητας της πράξης αυτής φέρει ο πάροχος. Πιο συγκεκριμένα, εν προκειμένω, η εναγόμενη φέρει το βάρος να αποδείξει ότι υπάρχει σχετική καταχώριση στα συστήματα της, από την οποία να προκύπτει όχι μόνο η σύνδεση του πρώτου ενάγοντος- χρήστη με τα προσωπικά του διαπιστευτήρια ασφαλείας και η αποστολή από αυτήν κωδικού έγκρισης της συναλλαγής στον πρώτο ενάγοντα, αλλά και η παροχή έγκρισης από τον τελευταίο με την εισαγωγή του κωδικού ΟΤΡ, ώστε να προκύπτει ότι τηρήθηκαν και τα δύο στάδια αυθεντικοποίησης του χρήστη- πρώτου ενάγοντος, ότι η εντολή πληρωμής προήλθε πράγματι από τον ίδιο, και ότι συνεπώς η πράξη πληρωμής είναι εγκεκριμένη. Η εναγόμενη προσκομίζει μεν το απόσπασμα αποστολών μηνυμάτων του συστήματος της (σχετ. υπ’ αριθμ. 8) από το οποίο πράγματι προκύπτει ότι η ίδια απέστειλε μήνυμα επιβεβαίωσης στο κινητό τηλέφωνο του ενάγοντος, ωστόσο ουδόλως προσκομίζει πρόσφορα αποδεικτικά μέσα, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της, και ιδίως ουδόλως προσκομίζει έγγραφα από τα οποία να προκύπτει από ποια συσκευή και από ποια διεύθυνση ip εστάλη η δήθεν έγκριση του πρώτου ενάγοντος για την ολοκλήρωση της συναλλαγής, ώστε να αποδείξει ότι πράγματι η συναλλαγή ήταν εγκεκριμένη από αυτόν, μη ανταποκρινόμενη έτσι στο βάρος της απόδειξης που έχει η ίδια. Και τούτο διότι, κατά τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 72 του Ν. 4537/2018, δεν είναι αρκετή η εικαζόμενη «έγκριση», ήτοι εκείνη που τεκμαίρεται από την τήρηση όλης της σειράς των διαδικασιών           ταυτοποίησης, που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, η οποία (τήρηση της διαδικασίας), όπως αναφέρεται στην διάταξη, δεν αποτελεί αναγκαστικά, από μόνη της επαρκή απόδειξη ότι ο πληρωτής είχε πράγματι, εγκρίνει την πράξη πληρωμής. II κρίση του δικαστηρίου περί του μη εγκεκριμένου της επίμαχης συναλλαγής με την έννοια των διατάξεων 64 και 72 του ν. 4537/2018 επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι, πριν ακόμα αντιληφθούν οι ενάγοντες την επίμαχη συναλλαγή, ως η ίδια η εναγομένη συνομολογεί με τις προτάσεις της, δημιουργήθηκε ειδοποίηση alert στα συστήματα της (παρότι η συναλλαγή είχε πραγματοποιηθεί κατόπιν υποτιθέμενης ισχυρής ταυτοποίησης χρήστη) και η εναγόμενη για το λόγο αυτό προέβη σε κλείδωμα της υπηρεσίας SMS ΟΤΡ του πρώτου ενάγοντος, και εν συνεχεία, σε τηλεφωνική επικοινωνία με αυτόν (δια του υπαλλήλου της) προκειμένου να τον ενημερώσει για τα ανωτέρω. Επομένως, εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η ίδια η εναγόμενη, μέσω των συστημάτων ασφαλείας της, εντόπισε πως η επίμαχη συναλλαγή συγκέντρωνε τα στοιχεία αυτά που καθιστούσαν την εν λόγω συναλλαγή ύποπτη ως προϊόν απάτης. Μάλιστα, η ίδια η μάρτυρας της εναγομένης, τραπεζική υπάλληλος, η οποία κατέθεσε υπό την ιδιότητα της ως ειδική συνεργάτιδα της εναγομένης στο τμήμα πρόληψης απάτης, αναφέρει στην με αριθμό ./17.10.2022 ένορκη βεβαίωση (σελ. 4) ότι: «[...] Κατόπιν της άνω σύνδεσης

 χρήστη από νέο browser, μέσω του συστήματος internet banking του κ. …, το τρίτο μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, σε γνώση του οποίου είχαν περιέλθει τα προσωπικά διαπιστευτήρια ασφαλείας του κ. …, συνδέθηκε στο internet banking του τελευταίου, κατόπιν από πλευράς μας ισχυρής ταυτοποίησης του χρήστη, δηλαδή του προσώπου που μας ταυτοποιήθηκε ως ο πελάτης μας κύριος Μιχαλόπουλος, αφού αποστείλαμε επιβεβαιωτικό μήνυμα στο κινητό του τηλέφωνο πριν τη διενέργεια της συναλλαγής και αυτό καταχωρήθηκε για την ολοκλήρωση της». Κατά τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι η επίδικη συναλλαγή δεν ήταν γνήσια, διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, γνήσια συναλλαγή δεν υφίσταται όταν ο χρήστης αγνοεί αυτή και ενεργήθηκε από τρίτο πρόσωπο, χωρίς δικαίωμα, ακόμη κι αν η συγκατάθεση του χρήστη φέρεται να δόθηκε με τη μορφή που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Σημειώνεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 64 του ν. 4357/2018, αναφορικά με τη συγκατάθεση για την εκτέλεση πράξης πληρωμής, τέθηκαν για να προστατεύσουν τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμής από την εκτέλεση πληρωμών που δεν ανταποκρίνονται στη βούλησή του και όχι για να αποτρέψουν τη γένεση αξιώσεων σε βάρος του παρόχου των υπηρεσιών σε κάθε περίπτωση διενέργειας συναλλαγών με φερόμενη συναίνεση του χρήστη με τον τρόπο που συμφωνήθηκε, ιδίως όταν το μέσο πληρωμών που αξιοποιήθηκε έχει υποκλαπεί από τον δράστη της απάτης και έχει χρησιμοποιηθεί παρανόμως και δίχως την έγκριση του χρήστη, αφού εκ των πραγμάτων μια τέτοια αθέμιτη παρέμβαση ο χρήστης την αγνοεί και δεν δύναται εξ αυτού του λόγου να θεωρηθεί γνήσια συναλλαγή. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι για να κριθεί το «εγκεκριμένο» μίας πράξεως πληρωμής θα αναζητηθεί αν η συναλλαγή έχει πράγματι γίνει από τον ίδιο τον πληρωτή ή από τρίτο πρόσωπο του κύκλου επιρροής του στο οποίο είχε παραχωρήσει δικαίωμα να χρησιμοποιεί τους κωδικούς του και τη συσκευή του, και δεν είναι αρκετή η εικαζόμενη «έγκριση», ήτοι εκείνη που τεκμαίρεται από την τήρηση όλης της σειράς των διαδικασιών ταυτοποίησης, που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, η οποία (τήρηση της διαδικασίας), όπως αναφέρεται στη διάταξη, δεν αποτελεί αναγκαστικά, από μόνη της επαρκή απόδειξη ότι ο πληρωτής είχε πράγματι εγκρίνει την πράξη πληρωμής. Ούτε επίσης αποδεικνύει ότι ο χρήστης έχει ενεργήσει με δόλο ή δεν έχει εκπληρώσει από πρόθεση ή βαριά αμέλεια μια ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις του άρθρου 69 του σχετικού νόμου. Το γεγονός, δηλαδή, ότι εν προκειμένω, το ηλεκτρονικό σύστημα της εναγόμενης αναγνώρισε ως πληρωτές τους ενάγοντες δεν καθιστά «εγκεκριμένη» την πράξη πληρωμής, όπως συνάγεται από την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 72 του ανωτέρω νόμου, καθώς αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων ουδέποτε χρησιμοποίησε την ηλεκτρονική υπηρεσία της εναγόμενης για τη μεταφορά κεφαλαίου από τον ως άνω λογαριασμό στον λογαριασμό τρίτου προσώπου σε τράπεζα του εξωτερικού. Οι επικαλούμενοι, άλλωστε, από την εναγόμενη όροι που διέπουν την χρήση των εναλλακτικών δικτύων από τον συνδρομητή, ως ειδικοί όροι, που συμπληρώνουν του όρους που περιλαμβάνονται στο Πλαίσιο Συνεργασίας- Όροι Διενέργειας Τραπεζικών Συναλλαγών, τους οποίους αποδέχτηκε ο πρώτος ενάγων με την προαναφερθείσα αίτηση χρήσης εναλλακτικών δικτύων και σύμφωνα με τους οποίους ο τελευταίος έχει πλήρη ευθύνη για κάθε ζημία που σχετίζεται με συναλλαγές που διενεργήθηκαν με χρήση των Προσωπικών Κωδικών Αναγνωρίσεώς του, είναι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη άκυροι, καθότι έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις του ν. 4357/2018. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η επίδειξη οιασδήποτε από την μεριά του πρώτου ενάγοντος βαριάς αμελούς συμπεριφοράς, ως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη, ώστε, να απαλλάσσεται η τελευταία κατ’ άρθρο 74 του ν. 4537/2018, αλλά ούτε και ελαφριά αμέλεια μπορεί να αποδοθεί στη συμπεριφορά του, ώστε να ευθύνεται έως του ποσού των πενήντα (50,00) ευρώ, κατά τις διατάξεις του ως άνω νόμου, καθώς το υποστηριζόμενο από την ενάγουσα ότι ο πρώτος ενάγων έπρεπε να μην απαντήσει στην κλήση που δέχθηκε από χώρα του εξωτερικού (Γαλλία) ενόσω ήταν συνδεδεμένος στο internet banking της, γιατί όφειλε να συνυπολογίσει το γεγονός ότι το εν λόγω τηλεφώνημα ενδεχομένως αποτελεί απόπειρα εξαπάτησης του, δεν κρίνεται επαρκές ώστε να αποδοθεί αμέλεια στη συμπεριφορά του, λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψιν ότι η σύζυγος του- δεύτερη ενάγουσα είναι Γαλλίδα και οι ενάγοντες διατηρούν συγγενικούς δεσμούς και επαφές στην εν λόγω χώρα. Σημειώνεται δε ότι πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης περί ύπαρξης συντρέχοντας πταίσματος των εναγόντων στην πρόκληση της βλάβης τους, διότι, εν προκειμένω, η ένσταση που προέβαλε και πρωτοδίκως η εφεσίβλητη (ΑΚ 300) είναι νόμω αβάσιμη, καθόσον υφίσταται ειδικότερη διάταξη περί συνδρομής πταίσματος του πληρωτή στον Ν. 4537/2018 και δη η διάταξη του άρθρου 74 αυτού, με την οποία ρυθμίζεται ειδικότερα και διεξοδικά η περίπτωση ευθύνης του πληρωτή, και η οποία εξετάσθηκε κατά τα αμέσως προαναφερόμενα, επομένως προηγείται στην εφαρμογή της, και δεν μπορεί να γίνει παράλληλη εφαρμογή και της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ (βλ. ΜΕφΠειρ 238/2024 ΤΝΠ Qualex). Με βάση τα ανωτέρω, η εναγομένη ευθύνεται ενδοσυμβατικά και βάση των διατάξεων του ν. 4537/2018 προς αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 4.900 ευρώ (9.800/2) για τον καθέναν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε η μη λήψη, εκ μέρους της εναγομένης, των ενδεδειγμένων και ευλόγως προσδοκώμενων, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, μέτρων ασφαλείας, εν προκειμένω δε στοιχειώδης πρόνοια θα ήταν, εφόσον κατά τα προαναφερόμενα θεωρήθηκε αυτομάτως ελεγκτέα η συναλλαγή μεγάλου ποσού σε λογαριασμό αλλοδαπής τράπεζας, να μην προχωρήσει στην εκτέλεση του εμβάσματος πριν επικοινωνήσει με τον πρώτο ενάγοντα. Η ευθύνη της εναγόμενης προς αποζημίωση των εναγόντων ερείδεται, εκτός από τις διατάξεις του ν. 4537/2018, και στη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, αλλά και στις διατάξεις των  άρθρων 288 και 914 ΑΚ, καθώς η ανωτέρω περιγραφόμενη συμπεριφορά της, πέραν από υπαίτια, συνιστάμενη σε αμέλειά της, υπήρξε και παράνομη, αφού, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν αντίθετη στις διατάξεις του ν. 4537/2018 και του ν. 2251/1994, συναρτώμενη με την έλλειψη ασφάλειας των υπηρεσιών που, θεμιτά, δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης που είναι απαραίτητη στις τραπεζικές συναλλαγές, στοιχεία τα οποία όφειλε, εντός της σφαίρας των παρεχόμενων υπηρεσιών να προσφέρει, αλλά και αντικείμενη στις αρχές της καλής πίστης και συναλλακτικών ηθών, όπως αυτές αποκρυσταλλώνονται στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, καθώς και στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλο υπαιτίως. Εξαιτίας των ανωτέρω, οι ενάγοντες, πέραν της θετικής ζημίας τους, υπέστησαν και ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην ψυχική ταλαιπωρία τους και στην αναστάτωση, ταραχή, αγωνία και στενοχώρια που δοκίμασαν. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις εν γένει συνθήκες της υπόθεσης, τη βαρύτητα του πταίσματος της εναγόμενης, την έκταση της ζημίας των εναγόντων, την ψυχική ταλαιπωρία που υπέστησαν, τη στεναχώρια που δοκίμασαν και το άγχος που τους δημιουργήθηκε από την οικονομική τους απώλεια, καθώς και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, ιδίως δε το γεγονός ότι το ποσό της επίμαχης συναλλαγής αποτελούσε το σύνολο των χρημάτων που διέθεταν και η απώλεια του τους προκάλεσε μεγάλο πρόβλημα στην καθημερινότητα και στις συναλλαγές τους, πρέπει, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, να επιδικασθεί σε καθέναν εξ αυτών, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής τους βλάβης, το ποσό των 1.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο. Κατά συνέπεια, η εκκαλούμενη απόφαση κρίνοντας ότι: α) η αγωγή, ως προς την αδικοπρακτική της βάση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη και β) η εναγομένη δεν υπείχε υποχρέωση αποκατάστασης της θετικής περιουσιακής ζημίας των εναγόντων, με την αιτιολογία ότι ουδεμία αμελής συμπεριφορά μπορεί να της αποδοθεί, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 64 και 72 του Ν. 4537/2018, σύμφωνα με την οποία το βάρος απόδειξης της γνησιότητας και της ορθής εκτέλεσης των πράξεων πληρωμής έχει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών (νόθος αντικειμενική ευθύνη), περιλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, σε περίπτωση αμφισβήτησης και άρνησης του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ότι έχει εγκρίνει πράξη πληρωμής (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 4537/2018). Επομένως, κατά παραδοχή του πρώτου και του τρίτου λόγων της έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμων, πρέπει να εξαφανιστεί αυτή (η εκκαλουμένη) και αφού κρατηθεί από το παρόν δικαστήριο να εκδικαστεί η από 10.05.2022 αγωγή η οποία είναι ορισμένη, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της εφεσίβλητης, δοθέντος ότι αυτή περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν κατά το νόμο την άσκησή της από τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες σε βάρος της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης. Ακόμη, η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στα άρθρα 288, 297, 299, 330 εδ. β’ 340, 345, 346, 361, 822 επ., 914, 932 του ΑΚ, 2,4, 64, 71, 72, 73 του ν. 4537/2018, 8 ν. 2251/1994, 106,176, 189,190,191 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Πρέπει δε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των πέντε χιλιάδων εννιακοσίων (5.900) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση. Επειδή κατόπιν της έφεσης εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος από τους εκκαλούντες για την άσκηση του ένδικου μέσου παράβολου σε αυτούς, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3Γ παρ. β ΚΠολΔ (βλ. X. Ευθυμίου σε Απαλαγάκη-Σταματόπουλο Ο Νέος ΚΠολΔ 2, σελ. 1631 με παραπομπή στην ΑΠ 532/2016, ΕλλΔνη 2017, σελ. 1426, ΜονΕφΛαμίας 74/2025, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).   Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν, με βάση και το σχετικό αίτημα των πρώτων, σε βάρος της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης ανάλογα με την έκταση της ήττας της, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 1 και παρ. 2 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την έφεση.

 

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 70120/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.

 

Κρατεί και δικάζει κατ’ ουσίαν την από 10.05.2022 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ././17.05.2022 αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

 

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

 

Υποχρεώνει την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων το ποσό των πέντε χιλιάδων εννιακοσίων (5.900) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

 

Καταδικάζει την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

 

Διατάσσει την επιστροφή του με αριθμό ./2024 παράβολου στους εκκαλούντες.

 

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 22.05.2026.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 29.06.2026.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ