ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΠΠρΑθ 144/2026

 

Αναστολή του άρθρου 938 ΚΠολΔ, επί ασκηθείσας έφεσης - Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος ως λόγος ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ - Αρχή αναλογικότητας - Αξία ακινήτου, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία, πολλαπλάσια του ποσού της απαίτησης -.

 

Ύπαρξη και έτερης ακίνητης περιουσίας, ελεύθερης βαρών, ώστε να παρέχεται στην επισπεύδουσα η δυνατότητα επιλογής ως προς το περιουσιακό αντικείμενο που θα μπορούσε να επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση και να ικανοποιηθεί προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού και υπέρβαση της αρχής της αναλογικότητας. Αναστέλλεται η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της έφεσης.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πειραιώς Γεωργίου Λ. Καλτσά)

 

 

Αριθμός απόφασης 144/2026

 

Αριθμός κατάθεσης αίτησης ././23-06-2026

 

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Πηνελόπη Κεχαγιόγλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών - Εισηγήτρια, Βασιλική Πανούση, Πρωτοδίκη Νεφέλη Τάτση, Πρωτοδίκη και από την Γραμματέα Δωροθέα Κάτσιου.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 02 Ιουλίου 2026, για να δικάσει την αίτηση με αριθμό καταθέσεως ././23-06-2026 μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: ... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Γεωργίου Καλτσά του Δ.Σ. Πειραιά (ΑΜ 3231) και κατέθεσε σημείωμα.

 

ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: ... και κατέθεσε σημείωμα.

 

Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 22-06-2026 αίτησή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ././23-06-2026 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Με την υπό κρίση αίτηση η αιτούσα εκθέτει ότι δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1939/2026 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) απορρίφθηκε η από 21-01-2026 και με αριθ. καταθ. ././2026 ανακοπή της του άρθρου 933 ΚΠολΔ με την οποία ζητούσε την ακύρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύσθηκε σε βάρος της δυνάμει της από 26-09-2025 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εκ του υπ’ αριθμ. 24/2019 πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ’ αριθμ. 31/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, της από 26-09-2025 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εκ του υπ’ αριθμ. ./2025 πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ’ αριθμ. 76/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, τις από 24-11-2025 έγγραφες εντολές που δόθηκαν κάτω από τα ως άνω απόγραφα των προαναφερόμενων αποφάσεων και της υπ’ αριθμ. ./08-12-2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …. Ότι με την ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ορίστηκε η διενέργεια πλειστηριασμού της σε αυτήν αναφερόμενης ακίνητης περιουσίας της στις 15-07-2026, ημέρα Τετάρτη και από ώρα 10.00 π.μ. έως 12.00 μ.μ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών … ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Ότι κατά της ανωτέρω απορριπτικής απόφασης άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την από 22-06-2026 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ././2026 έφεση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, στο δικόγραφο δε της οποίας ενσωματώνεται η υπό κρίση ασκηθείσα αίτηση αναστολής. Ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση των λόγων της ως άνω έφεσης κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης, περαιτέρω δε η εξακολούθηση της αναγκαστικής εκτέλεσης δια της διενέργειας του πλειστηριασμού, θα της επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό, η αιτούσα ζητεί να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος της ήτοι να ανασταλεί η διενέργεια του προαναφερόμενου πλειστηριασμού της ακίνητης περιουσίας της μέχρι την έκδοση απόφασης επί της εφέσεώς της και να καταδικαστεί η καθ’ ης στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

 

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αίτηση αναστολής αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ ως ισχύει) κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 938 παρ. 4 ΚΠολΔ) καθόσον κατατέθηκε στις 23-06-2026 ήτοι πέντε εργάσιμες ημέρες πριν την ημέρα του πλειστηριασμού (15-07-2026). Είναι δε νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 938 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος της καταδίκης της καθ’ ης στη δικαστική δαπάνη της απούσας, καθόσον επί αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης τα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' και γ' Ν. 4194/2013, επιβάλλονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος την αναστολή εκτέλεσης, ανεξαρτήτως της ευδοκίμησης ή απόρριψης της αίτησης. Συνεπώς, ως προς το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η υπό κρίση αίτηση πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, ενόψει του ότι η έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης που δημοσιεύθηκε στις 20-05-2026 έχει ασκηθεί παραδεκτά, νομίμως και εμπροθέσμως εφόσον δεν προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε παρήλθε η προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ για το παραδεκτό της έφεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) έχει κατατεθεί το υπ' αριθμ. ./2026 e - παράβολο ποσού 100,00 ευρώ ως αναγράφεται στην έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου.

 

Η επιδίωξη ικανοποίησης της αξίωσης του δανειστή μέσω της επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης στην κύρια κατοικία του οφειλέτη και στην συνέχεια ενεργοποίησης της διαδικασίας του πλειστηριασμού, αποτελεί άσκηση δικαιώματος της ικανοποίησης της αξίωσης του δανειστή, το οποίο, όπως και κάθε δικαίωμα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, ενδέχεται να ασκείται καταχρηστικά. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Η διάταξη αυτή περιορίζει τον ακραία ατομικιστικό χαρακτήρα του δικαιώματος και θέτει φραγμούς στην άσκησή του. Υπέρβαση των ορίων αυτών συνιστά κατάχρηση δικαιώματος. Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ είναι η σημαντικότερη διάταξη που θέτει όρια στην άσκηση των δικαιωμάτων και αποτελεί γενική ρήτρα, έχει χαρακτήρα κατευθυντήριας αρχής, επειδή αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας και της ανηθικότητας κατά την άσκηση των δικαιωμάτων και παράλληλα αποτελεί κανόνα δημόσιας τάξης (ΟλΑΠ 34/2005, ΑΠ 410/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ»). Τα κριτήρια της διάταξης τίθενται διαζευκτικά, υπό την έννοια ότι αν βεβαιωθεί τουλάχιστον ένα, η άσκηση του δικαιώματος θεωρείται καταχρηστική. Τα εν λόγω κριτήρια, ήτοι καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αποτελούν αόριστες νομικές έννοιες, βάσει των οποίων ο δικαστής αποφαίνεται κάθε φορά αναφορικά με το αν η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική. Επίσης, τα κριτήρια είναι αντικειμενικά, αρκεί η διαπίστωση της υπέρβασης των ορίων που θέτει η ανωτέρω διάταξη και δεν απαιτείται υπαιτιότητα του δικαιούχου, παράλληλα δε, αποτελούν και νομικές έννοιες, ενώ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Απόστολος Γεωργιάδης «Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου», σελ. 310). Πλην όμως, τυχόν υποκειμενικά στοιχεία μπορούν να συνεκτιμηθούν, εφόσον καθιστούν περισσότερο εμφανή την τυχόν απόκλιση από τα κριτήρια που θέτει η διάταξη. Η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, βασίζεται στο γεγονός ότι η υλοποίηση της αξίωσης του επισπεύδοντας δανειστή αποτελεί άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο (Απόστολος Γεωργιάδης «Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου», σελ. 305). Η επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, είναι πράξη παράνομη και δημιουργεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, αξίωση αποζημίωσης. Η αρχή της απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, κατοχυρώνεται και στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος. Η συνταγματική αρχή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, αποτελεί το μέτρο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων της αναγκαστικής εκτέλεσης και στην προκειμένη περίπτωση της επιδίωξης ικανοποίησης: από το πολυτιμότερο περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη. Η συνταγματική αυτή αρχή εξειδικεύεται και στο άρθρο 116 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο, οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί, τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης.

 

Περαιτέρω, η άμυνα του οφειλέτη κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης σε βάρος της κύριας κατοικίας, με την προβολή του ισχυρισμού της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του πιστωτή, διά της άσκησης ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μπορεί να επιτευχθεί σε αρκετές περιπτώσεις επίδειξης καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους του δανειστή. Πότε υπάρχει καταχρηστική συμπεριφορά κρίνεται κατά περίπτωση, με κριτήρια αντικειμενικά, σύμφωνα με τις αντιλήψεις περί δικαίου του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Κατά κύριο λόγο, χαρακτηριστική περίπτωση καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους του δανειστή, ο οποίος επιδιώκει την ικανοποίησή του από την πρώτη κατοικία του οφειλέτη, είναι αυτή που αντιτίθεται στην καλή πίστη, η οποία ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 281, 288 και 200 ΑΚ. Η καλή πίστη επιβάλλει να μην βλάπτει ο δικαιούχος κάποιον άλλον δυσανάλογα με την ωφέλεια την οποία αποκομίζει, αλλά να προτιμά τον ηπιότερο τρόπο άσκησης του δικαιώματος του (Απόστολος Γεωργιάδης «Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου», σελ. 310). Η αντίθεση στην καλή πίστη εμφανίζεται κυρίως, είτε με τη μορφή της σκληρότητας με την οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση δικαιώματος ήσσονος σημασίας σε σχέση με την σοβαρότητα του πλήγματος των συμφερόντων του οφειλέτη, είτε με την μορφή της διάψευσης της εύλογης εμπιστοσύνης του υπόχρεου έναντι του δικαιούχου. Αναφορικά με την αντίθεση της επιδίωξης της ικανοποίησης του δανειστή στα χρηστά ήθη, αυτά νοούνται ως η απαιτούμενη από τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου χρηστού και συνετού ανθρώπου ηθική συμπεριφορά. (Απόστολος Γεωργιάδης «Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου», σελ. 310).

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, καταχρηστική είναι η συμπεριφορά του δανειστή, όταν αυτή υπερβαίνει σκοπό που προκύπτει από την κοινωνική λειτουργία που εξυπηρετεί και τα οικονομικά συμφέροντα που επιδιώκει να ικανοποιήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα κατά τις αντιλήψεις της έννομης τάξης. Τα εν λόγω κριτήρια συνήθως επικαλύπτονται, ώστε η αντίθεση με κάποιο από αυτά, να συνιστά συγχρόνως αντίθεση και προς κάποιο άλλο. Πλην όμως, στην νομολογία προκύπτει ότι, έστω και σιωπηρά, δίδεται περισσότερο βάρος στο κριτήριο της αντίθεσης στην καλή πίστη. Για να υπάρχει υπέρβαση δεν αρκεί η απλή υπέρβαση των ορίων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά πρέπει η υπέρβαση αυτή να είναι προφανής, ήτοι πρόδηλη, οφθαλμοφανής και να προσκρούει στο κοινό περί δικαίου αίσθημα ή να προκαλεί ιδιαιτέρως δυσμενή εντύπωση, π.χ. εξαιτίας δυσμενών επιπτώσεων σε άλλο πρόσωπο, όπως στην περίπτωση του οφειλέτη. Οι δυσμενείς αυτές επιπτώσεις για τα συμφέροντα του οφειλέτη, οι οποίες καθιστούν την υπέρβαση των ορίων άσκησης του δικαιώματος προφανή, αποτελούν ένα αξιολογικό κριτήριο για την ύπαρξη ή όχι του οποίου ο δικαστής πρέπει να αποφασίσει με κριτήρια αντικειμενικά. Στην νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, το προφανές της υπέρβασης συνδέεται ενεργητικά με τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος από τον δανειστή, η οποία αξιολογείται άλλοτε ως υπερβολική, άλλοτε ως μη ανεκτή ή απλά ως άδικη, παθητικά δε, με τις επιβλαβείς για τα έννομα συμφέροντα του υπόχρεου - οφειλέτη συνέπειες, οι οποίες όμως ποικίλλουν τόσο ως προς το είδος και την μορφή τους, όσο και ως προς το μέγεθος και την . έντασή τους. Αναφορικά με την ένταση των συνεπειών, η νομολογία απαιτεί ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες στα συμφέροντα του οφειλέτη και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 330/2019, ΕφΑθ 1556/2015, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).

 

Πάντως υποστηρίζεται και η γνώμη ότι δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάσταχτες για τα συμφέροντα του οφειλέτη συνέπειες, αλλά αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς επιπτώσεων (ΑΠ 2/2019, ΑΠ 345/2018, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Στην προκειμένη περίπτωση, η δημιουργία βλάβης στα έννομα συμφέροντα του οφειλέτη από την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν αρκεί κατά την νομολογία, για να θεμελιώσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις (ΑΠ 1504/2014, ΑΠ 106/2013 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Ειδικότερα θεωρείται ότι ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό του δικαίωμα, επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του, συνυφασμένου με την διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ’ αρχήν αποφασίζει, εκτός αν στην συγκεκριμένη περίπτωση υφίσταται υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Επομένως, για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, σύμφωνα με την νομολογία, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Κακοπιστία κατά την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της κατοικίας του οφειλέτη υφίσταται, όταν ο επισπεύδων ωθείται σε αυτή την ενέργεια προτάσσοντας την απηνή επιδίωξη των δικαιωμάτων του, η οποία θα έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια την οικονομική καταστροφή του οφειλέτη, ήτοι θα υπερβαίνει τα όρια θυσίας του (Χαρ. Απαλαγάκη Π. Βαφειάδου «Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας - Ερμηνεία κατ’ άρθρο, σελ. 2434»).

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η καθ’ ης ενήργησε καταχρηστικά κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ επισπεύδοντας σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση επί του ακινήτου που περιγράφεται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης η αξία του οποίου εκτιμήθηκε στο ποσό των 175.000,00 ευρώ ενώ η απαίτηση της καθ’ ης είναι ύψους 22.266,52 ευρώ, δεδομένου μάλιστα ότι είναι η ίδια η αιτούσα είναι κυρία και δύο έτερων οικοπέδων η εκποίηση των οποίων επαρκεί για την ικανοποίηση της επίδικης απαίτησης.

 

Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. ./08-12-2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών … και με επίσπευση της καθ’ ης, κατασχέθηκε αναγκαστικά για το ποσό των 22.266,52 ευρώ το περιγραφόμενο ακίνητο ιδιοκτησίας της απούσας, ήτοι το με αριθμό 5 διαμέρισμα του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου οικοδομής κτισμένης επί οικοπέδου κείμενου στην Αθήνα στη θέση «Παγκράτι» στον Άγιο Σπυρίδωνα και δη επί της οδού . αρ. . επιφάνειας 97,84 τ.μ. ενώ η τιμή εκτίμησης και η τιμή πρώτης προσφοράς για το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας της απούσας επί της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας ανέρχεται στο ποσό των 175.000,00 ευρώ.

 

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά πιθανολογείται ότι η επίσπευση του προαναφερόμενου πλειστηριασμού γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που βάσει της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος της καθ’ ης η αίτηση. Ειδικότερα, το γεγονός ότι η αξία της ανωτέρω κατασχεθείσας οριζόντιας ιδιοκτησίας είναι πολλαπλάσια του ύψους της απαίτησης της καθ’ ης η αίτηση, αποτελεί περίσταση που καθιστά την εκ μέρους της τελευταίας άσκηση του δικαιώματος της μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις και ιδέες του μέσου κοινωνικού και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Επιπλέον, η τόσο μεγάλη διαφορά μεταξύ της αξίας της κατασχεθείσας οριζόντιας ιδιοκτησίας που εκτίθεται σε πλειστηριασμό και της απαιτήσεως τής καθ' ης η αίτηση έχει ως συνέπεια να υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού καθόσον η εκ μέρους της καθ’- ής η αίτηση δανείστριας αναγκαστική εκτέλεση υπερβαίνει τα όρια της θυσίας της αιτούσας οφειλέτριας. Εξάλλου, από την προσκομιζόμενη δήλωση ΕΝ.Φ.ΙΑ. του έτους 2025 προέκυψε ότι η αιτούσα είναι κυρία δύο οικοπέδων που βρίσκονται εντός των ορίων του οικισμού Εύας - Ανδρούσας στη Μεσσηνία εκτάσεως 1.500,00 τ.μ. και 1.584,00 τ.μ. αντίστοιχα αντικειμενικής αξίας 27.654,00 ευρώ και 27.442,80 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι αξίας ανάλογης της απαίτησης της καθ’ ης. Συνεπώς, εφόσον πιθανολογήθηκε ότι αφενός μεν θα ευδοκιμήσει ο πρώτος λόγος έφεσης αφετέρου δε θα υποστεί η αιτούσα ανεπανόρθωτη βλάβη από την συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας και τη διενέργεια του πλειστηριασμού καθότι στο κατασχεθέν ακίνητο στεγάζεται η οικογένεια της, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανωτέρω ασκηθείσας έφεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της απούσας (άρθρο 84 παρ. 2 Ν. 4194/2013 όπως ισχύει), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

 

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την πρόοδο της εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος της απούσας κατόπιν έκδοσης της από 26-09-2025 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εκ του υπ’ αριθμ. ./2019 πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ’ αριθμ. 31/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, της από 26-09-2025 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εκ του υπ’ αριθμ. ./2025 πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ’ αριθμ. 76/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, τις από 24-11-2025 έγγραφες εντολές που δόθηκαν κάτω από τα ως άνω απόγραφα των προαναφερόμενων αποφάσεων και της υπ’ αριθμ. ./08-12-2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ... με βάση την οποία κατασχέθηκε το περιγραφόμενο στην αίτηση ακίνητο ιδιοκτησίας της αιτούσας και επίκειται ηλεκτρονικός πλειστηριασμός αυτού στις 15-07-2026, ημέρα Τετάρτη και από ώρα 10.00 π.μ. έως 12.00 μ.μ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών …, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της από 22-06-2026 και με αρ. εκθ. καταθ. ./.23-06-2026 έφεσης που προσδιορίστηκε στο παρόν Δικαστήριο στο πινάκιο .-ΙΑ2 (ΠΟΑ) για τη δικάσιμο 03-12-2027 και αριθμό πινακίου ..

 

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αιτούσας τη δικαστική δαπάνη της καθ’ ης την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (για την δημοσίευση)