ΤΡΑΠΕΖΑ
ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΜονΕφΠειρ
564/2026
Όταν η ενεργητική
νομιμοποίηση στηρίζεται σε σειρά καθολικών ή ειδικών διαδοχών, που αφορούν στην
κτήση της ένδικης απαίτησης, απαιτείται να αποδεικνύεται ολόκληρη η αλληλουχία
των μεταβολών αυτών, ήτοι να αποδεικνύονται και οι ενδιάμεσες διαδοχές. Παράλειψη
της εφεσίβλητης-καθ’ ης η ανακοπή, να επικαλεστεί και να αποδείξει σύμβαση
εκχώρησης, όσο και ενδιάμεση σύμβαση επανεκχώρησης.
Διαδικαστικό απαράδεκτο στην έκδοση της διαταγής πληρωμής, διότι η ενεργητική
νομιμοποίηση της ΕΔΑΔΠ, ήταν εγγράφως αναπόδεικτη. Δεκτή η έφεση, εξαφανίζεται
η εκκαλουμένη, δέχεται την ανακοπή, ακυρώνεται η διαταγή πληρωμής και η επιταγή
προς πληρωμή.
(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πειραιώς Γεωργίου Λ. Καλτσά)
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 564/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
2ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή
Μαρία I. Παπαδοπούλου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του
Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα Σοφία Φουρλάνου.
Συνεδρίασε δημόσια στο
ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2026, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: … κατοίκου
… οδός . με ΑΦΜ . ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της
υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλτσά (ΑΜ/ΔΣΠ 3231), με
δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης: Ανώνυμης
εταιρίας με την επωνυμία … Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια
και Πιστώσεις» και το διακριτικό τίτλο … Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης
Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις», που εδρεύει στο… Αττικής επί της . και
εκπροσωπείται νόμιμα, με . αδειοδοτηθείσα σύμφωνα με
το Ν. 4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει της με αριθμό
220/1/13.3.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ
τ.Β' 880/16.03.2017) και ήδη σύμφωνα με το Ν.
5072/2023 δυνάμει της υπ’ αριθμόν 507/1/09.07.2024 απόφασης της ΕΠΑΘ (ΦΕΚ
Β’/4257/19.07.2024), η οποία ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και
μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος
τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία · με έδρα στο … με
αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εμπορίου και εταιριών του … όπως εκπροσωπείται
νόμιμα, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού
με την επωνυμία …, που εδρεύει στο … με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρών
., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν από την τελευταία
απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στα πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων,
σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 5072/2023, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο
κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της …, μέλος της
δικηγορικής εταιρίας.
Ο ανακόπτων
και ήδη εκκαλών άσκησε σε βάρος της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης,
καθώς και κατά της υπ’ αριθμόν ./2025 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης
που επισπεύθηκε σε βάρος του από την καθ’ ης δυνάμει
της από 24-03-2025 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου του α’ απογράφου
εκτελεστού της προρρηθείσας διαταγής πληρωμής, την
από 09-04-2025 (αριθμ.εκθ. καταθ.././10-04-2025)
ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο
Πειραιά, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των
περιουσιακών διαφορών την ένδικη ανακοπή, με την 5954/2025 οριστική απόφασή του
την απέρριψε και επικύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής.
Ο ανακόπτων
και ήδη εκκαλών προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από
06-02-2026 (αρ.εκθ.καταθ. ././12-02-2026) έφεσή του,
η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή
της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη
σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Ο
πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις και με σχετική δήλωσή του,
σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσε
ότι συμφωνεί να συζητηθεί η έφεση χωρίς να παρασταθεί, ενώ η πληρεξούσια
δικηγόρος της εφεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε όπως μνημονεύεται ανωτέρω,
κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκε και ζήτησε όσα σε αυτές εκτίθενται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του παρόντος
Δικαστηρίου αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 του ΚΙ ΙολΛ,
φέρεται προς συζήτηση η από 06-02-2026 (αρ.εκθ.καταθ.
././12-02-2026) έφεση, κατά της 5954/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών
διαφορών (άρθρα 614 επ. , 632 παρ.1 και 2, 933 παρ.3
και 937 παρ.3 και 934 παρ.1 περ. α' του ΚΠολΔ, ως
ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης ανακοπής, ήτοι μετά τις μεταβολές που
επέφερε η διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1.1.2016 όταν η
επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την ανωτέρω ημεροχρονολογία) την από 09-04-2025 (αριθμ.εκθ.
καταθ. ././10-04-2025) ανακοπή. Ακολούθως, η ένδικη
έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513
παρ. 1 εδ. β', 516 παρ. 1, 517 εδ.
α', 518 παρ.2 σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και
520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προ πάσης επιδόσεως της
εκκαλουμένης, καθόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα δεν
προκύπτει το αντίθετο και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας του ενός [1] έτους
που προβλέπει το άρθρο 518,. παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως το
άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 43 του Ν. 5221/28-07-25 και ισχύει,
σύμφωνα με το άρθρο 168 παρ.3 του ίδιου νόμου, από 01-01-2026, δεδομένου ότι η
εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 18-12-2025 και η έφεση κατατέθηκε στη
γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση
Δικαστηρίου στις 12-02-2026, ενώ, περαιτέρω, έχει καταβληθεί από τον εκκαλούντα
το προσήκον ε παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό ./2026, ποσού 100 ευρώ, κατ’
άρθρο 495 παρ. 3 Α περ. β' του ΚΠολΔ. Πρέπει
επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων
της (άρθρο 533 παρ.1 του ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που
καθορίζονται με αυτούς (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), κατά
την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.
Ο ανακόπτων
και ήδη εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά της
καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης, καθώς και κατά της υπ’ αριθμόν ./2025
Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και της
διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύθηκε
σε βάρος του από την καθ’ ης δυνάμει της από 24-03-2025 επιταγής προς πληρωμή
κάτωθι του αντιγράφου του α’ απογράφου εκτελεστού της προρρηθείσας
διαταγής πληρωμής, τις ένδικες ανακοπές των άρθρων 632 και 933 του ΚΠολΔ που σωρεύονται στο ίδιο από 09-04-2025 (αριθμ.εκθ.καταθ. ././10-04-2025) δικόγραφο ανακοπής και
ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους, να γίνει δεκτή και να ακυρωθούν
η υπ’ αριθμόν ./2025 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Πειραιά και η από 24-03-2025 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου του α’
απογράφου εκτελεστού της προρρηθείσας διαταγής
πληρωμής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δίκασε με την ειδική διαδικασία των
περιουσιακών διαφορών [άρθρα 614 επ. 632 παρ.1 και 2
και 937 παρ.3 του ΚΠολΔ], με την εκκαλουμένη απόφασή
του. αφού ορθά έκρινε ότι οι ως άνω ανακοπές που σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο
ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 632 παρ.2 α' και 934 παρ.1 περ. α' του
ΚΠολΔ,], απέρριψε την ανακοπή κατά της ./2025 Διαταγή
Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, επικύρωσε αυτή και
απέρριψε και την ανακοπή κατά της από 24-03-2025 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι
του αντιγράφου του α’ απογράφου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής. Κατά
της απόφασης αυτής, παραπονείται τώρα ο ανακόπτων και
ήδη εκκαλών, με τους λόγους εφέσεως που αναφέρονται στην έφεσή του, οι οποίοι
ανάγεται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων
και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τα εκκληθέντα
αυτής κεφάλαια, προκειμένου να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν
η ανακοπή του και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες ως άνω διαταγή πληρωμής και
επιταγή προς πληρωμή.
Από τα άρθρα 623 και 624 του
ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση
διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, εφόσον η απαίτηση και το
οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, δεν εξαρτάται από
αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων που οφείλεται
είναι ορισμένο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 626
του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση
διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος στη γραμματεία του δικαστηρίου,
πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των
χρημάτων με τους τυχόν οφειλομένους τόκους, των
οποίων ζητείται η καταβολή και ότι σ’ αυτή πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα
έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο
του δικαιούχου και του οφειλέτη (ΑΠ 784/1994), στα οποία, σε περίπτωση ειδικής
ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή του καθού
η αίτηση, περιλαμβάνονται και τα απαιτούμενα προς τούτο νομιμοποιητικά έγγραφα.
Αν δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της
διαταγής πληρωμής τα ανωτέρω έγγραφα, ο τελευταίος οφείλει, κατ' άρθρο 628 παρ.
1α του ΚΠολΔ, να απορρίψει τη σχετική αίτηση ως
απαράδεκτη. Εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης
εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του καθ’ ού η διαταγή, κατά τα άρθρα 632 και 633 του ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή
απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της
δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη βραδύτερη (μετά την
έκδοση της διαταγής απόδοσης) προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Έτσι
το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν
μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και
το ποσό της. καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθ’ ού η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει,
στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν
στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα
το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής
και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως
η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία
δεν διαγνώσθηκε (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 434/2022, ΑΠ
914/2018). Οι δε λόγοι αυτοί ακυρότητας στην έκδοση της διαταγής πληρωμής
μπορούν να προβληθούν και ως λόγοι της ανακοπής του άρθρου 933 του ΚΠολΔ για την ακύρωση των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης
που ακολούθησαν και στηρίχθηκαν στον ως άνω άκυρο εκτελεστό τίτλο (ΕφΠειρ 299/2024 δημ. στην
ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιά). Το παραπάνω δικονομικό βάρος αποβλέπει στη
διασφάλιση της έρευνας από τον δικαστή τυχόν έλλειψης της διαδικαστικής
προϋπόθεσης της ενεργητικής νομιμοποίησης του αιτούντος. Η πρόβλεψη
διαδικαστικού απαράδεκτου σε περίπτωση που τα σχετικά έγγραφα λείπουν έως το
χρόνο έκδοσης (ή μη) της διαταγής πληρωμής, στηρίζεται στη ματαίωση, στην
περίπτωση αυτή, του αναγκαίου για τη μετέπειτα ορθή δικαστική «κρίση» όρου ότι
ο αϊτών έχει την εξουσία κίνησης της διαδικασίας που αποσκοπεί στην έκδοση
διαταγής πληρωμής. Έτσι, αντίθετα προς την έκδοση διαταγής πληρωμής, η άσκηση
ανακοπής ανοίγει διαγνωστική δίκη για το κύρος της διαταγής πληρωμής, οι δε
λόγοι της ανακοπής μπορεί να συνίστανται σε άρνηση της συνδρομής των τυπικών
προϋποθέσεων για την έγκυρη έκδοση αυτής, οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 623-
630 του ΚΠολΔ, ενώ στις τυπικές προϋποθέσεις
περιλαμβάνεται και η έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του αιτούντος όπως ελέχθη ανωτέρω, καθώς και αναφοράς στην αίτηση και
προσκόμισης των εγγράφων που Θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση αυτού
(αιτούντος την έκδοση διαταγής πληρωμής) σε χρόνο πριν από την έκδοση αυτής, σε
περίπτωση που χώρησε μεταβολή ή διαδοχή στο πρόσωπο
του αρχικού φορέα της ουσιαστικής έννομης σχέσης (ΕφΛαρ
275/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με τον πρώτο λόγο εφέσεως, ο
ανακόπτων παραπονείται ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατ’
εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου απέρριψε ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο της ένδικης
ανακοπής του με τον οποίο ζητούσε την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής
πληρωμής και της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύθηκε
σε βάρος του από την καθ’ ης δυνάμει της από 24-03-2025 επιταγής προς πληρωμή
κάτωθι του αντιγράφου του α’ απογράφου εκτελεστού της προρρηθείσας
διαταγής πληρωμής, καθώς η καθ’ ης η ανακοπή και αιτούσα την έκδοση της ως άνω
διαταγής πληρωμής, δεν απέδειξε την ενεργητική νομιμοποίησή της για την έκδοσή
της (βαλλόμενης διαταγής πληρωμής), αφού η ως άνω αλλοδαπή εταιρία ειδικού
σκοπού με την επωνυμία …. φέρεται ως τελευταία εκδοχέας
της ένδικης απαίτησης με ειδική διαδοχή, και ως εκ τούτου η καθ’ ης η ανακοπή,
η οποία ισχυρίζεται ότι είναι διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης, όφειλε να
αποδείξει της σειρά της ειδικής διαδοχής που οδήγησε στην εκχώρηση της ένδικης
απαίτησης στην τελευταία εκδοχέα, προσκομίζοντας τις
συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την
επωνυμία … προς τις εταιρίες ειδικού σκοπού με την επωνυμία «… LIMITED)» και …
II ΑΡC LIMITED» αντίστοιχα, τις συμβάσεις μεταβίβασης και επανεκχώρησης
της επίδικης απαίτησης από τις τελευταίες ως άνω εταιρίες προς την αρχική
δικαιούχο της απαίτησης, η οποία εν συνεχεία προέβη σε περαιτέρω πώληση και
μεταβίβαση της απαίτησης στην εταιρία ειδικού σκοπού … και η τελευταία στην
αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία … καθώς και τα αποσπάσματα
αυτών εκ του παραρτήματος, εξαχθέντα από το δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου
Αθηνών, τούτο διότι από τα έγγραφα αυτά Θα μπορούσε να προκύψει ότι μεταξύ των
απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν με τις παραπάνω συμβάσεις, μεταβιβάστηκε και επανεκχωρήθηκε η ένδικη απαίτηση με βάση τα στοιχεία που ταυτοποιούν αυτή, καθώς και ότι η καθ’ ης η ανακοπή ασκεί
νόμιμα τη διαχείριση της απαίτησης αυτής.
Από όλα ανεξαιρέτως τα
έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, των οποίων δεν
απαιτείται ειδική μνεία στην παρούσα (ΟλΑΠ 848/1981 ΝοΒ 30.441, ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988.75, ΑΠ 867/2011,ΑΠ 187/2010, ΑΠ 1697/2010 ΤΝΠ
ΝΟΜΟΣ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να
έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς (ΛΠ 211/2006 ΝοΒ 54.849, ΑΙΙ 1659/2005 ΔΕΕ 2006.173, Α1Ι 250/2000 ΕλλΔ/νη 41.980) και τα οποία
λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως
δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας,
αποδείχθηκαν, στα πλαίσια των οριζόμενων στη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’
αριθμόν ./28-06-2006 σύμβασης πίστωσης, που καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ της
δανείστριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία … και του
ανακόπτοντος, η ως άνω τράπεζα χορήγησε στον τελευταίο πίστωση μέχρι του ποσού
των [20.000] ευρώ, υπό τους όρους και τις συμφωνίες που αναφέρονται εκεί
(σύμβαση) και στις πρόσθετες αυτής πράξεις. Για την εξυπηρέτηση της σύμβασης
τηρήθηκε ο υπ’ αριθμόν . λογαριασμός, πλην όμως η σύμβαση δεν εξελίχθηκε ομαλά,
αφού ο ανακόπτων δεν ήταν συνεπής στην εκπλήρωση των
συμβατικών του υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα η ανωτέρω τραπεζική εταιρία να
κλείσει οριστικά τον ως άνω λογαριασμό πίστωσης λόγω μη εξυπηρέτησης αυτού, με
μεταφορά του υπολοίπου στον υπ’ αριθμόν . λογαριασμό και με την από 14-09-2017
έγγραφη καταγγελία της που επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την 0Γ’-11-2017 να
καταγγείλει τη σύμβαση πιστώσεως μετά των τροποποιητικών πράξεων αυτής. Με την
ως άνω έγγραφη καταγγελία, η προαναφερόμενη τράπεζα ενημέρωσε τον ανακόπτοντα
αφενός για το ύψος της ληξιπρόθεσμης απαίτησης, η οποία ανερχόταν στο ποσό των
[23.210,66] ευρώ, πλέον μη λογιστικοποιηθέντων κατά
νόμο τόκων από τις 31-01 -2014, οι οποίοι τόκοι ανατοκίζονται
ανά εξάμηνο, αφετέρου ότι μεταβίβασε κάθε απαίτηση που απορρέει από την ως άνω
σύμβαση πιστώσεως στην εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία …, δυνάμει
σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε
νόμιμα στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, κατ’ άρθρο 10 του Ν.
3156/2003, ότι στη συνέχεια η τελευταία αυτή εταιρία ειδικού σκοπού αναμεταβίβασε προς την τράπεζα λόγω πώλησης την ίδια ως άνω
απαίτηση δυνάμει συμβάσεως πώλησης και αναμεταβίβασης
επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω δημόσια
βιβλία και ακολούθως, ότι η τράπεζα μεταβίβασε την απαίτηση στην εταιρία
ειδικού σκοπού με την επωνυμία «… II ΑΡC LIMITED», δυνάμει σύμβασης πώλησης και
μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω
δημόσια βιβλία και η τελευταία αυτή εταιρία ειδικού σκοπού αναμεταβίβασε
προς την τράπεζα λόγω πώλησης την ένδικη απαίτηση δυνάμει συμβάσεως πώλησης και
αναμεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που
καταχωρήθηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω δημόσια βιβλία. Περαιτέρω, η εδώ καθ' ης η
ανακοπή, πρώην … ενεργούσα με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος
διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η
αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία … η οποία κατέστη ειδική
διάδοχος της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία …, κατόπιν
μεταβίβασης σε αυτήν από την τελευταία απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στα
πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 5072/2023, με
την από 26-11-2024 αίτησή της αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση της υπ’ αριθμόν
./2025 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με
την οποία ο ανακόπτων- εκεί καθ’ ου η αίτηση,
υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην αιτούσα- εδώ καθ' ης η ανακοπή, το συνολικό ποσό
των [86.614,35] ευρώ, έντοκα, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο
υπερβαίνει το ενήμερο συμβατικό επιτόκιο κατά δυόμισι (2,50%) εκατοστιαίες
μονάδες, από τις 14-11-2024 (επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία
συνυπολογίστηκαν τελευταία φορά κεφάλαιο, τόκοι και έξοδα) και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, καθώς
και το ποσό των 1.300 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Στις 27-03-2025 η καθ' ης η
ανακοπή επέδωσε στον ανακόπτονται την ως άνω προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής με
την από 24-03-2025 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου του υπ' αριθμόν
200/2025 α’ απογράφου εκτελεστού της προρρηθείσας
διαταγής πληρωμής, δυνάμει της οποίας επισπεύθηκε εις
βάρος του αναγκαστική εκτέλεση και με την οποία η καθ' ης η ανακοπή τον
επέτασσε να της καταβάλλει, α] ποσό [86.614,35] ευρώ, έντοκα, με το συμβατικό
επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο υπερβαίνει το ενήμερο συμβατικό επιτόκιο κατά
δυόμισι (2,50%) εκατοστιαίες μονάδες, από τις 14-11-2024 (επομένη της
ημερομηνίας κατά την οποία συνυπολογίστηκαν τελευταία φορά κεφάλαιο, τόκοι και
έξοδα) και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, μέχρις
ολοσχερούς εξόφλησης, β] ποσό 1.300 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, γ]
ποσό 91.66 ευρώ για τέλη απογράφου συν ΟΓΑ, δ] ποσό 31 ευρώ για τη σύνταξη της
επιταγής προς πληρωμή και ε] ποσό 43.40 ευρώ για δαπάνη επίδοσης της εν λόγω
επιταγής προς πληρωμή. Για την έκδοση της βαλλόμενης διαταγής πληρωμής
προσκομίστηκαν μετ’ επικλήσεως ενώπιον του εκδώσαντος
αυτή Δικαστή και λήφθηκαν υπόψη, αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση της
καθ’ ης η ανακοπή-ήδη εφεσίβλητης, τα ακόλουθα έγγραφα: 1] Η υπ’ αριθμόν
./28-06-2006 σύμβασης πίστωσης, 2] Το υπ’ αριθμόν 8195/03-08-2012 ΦΕΚ περί
μετονομασίας της τράπεζα … σε … εταιρεία», 3] Τα νομίμως κεκυρωμένα
από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας αποσπάσματα της κίνησης των λογαριασμόν εξυπηρέτησης της πίστωσης, εξηγμένα
εκ των επισήμων εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, 4] Η από 14-09-2017 καταγγελία
και την έκθεση κοινοποίησης στον καθ’ ου η αίτηση, 5] Το υπ’ αριθμόν
880/16-03-2017 ΦΕΚ τ.Β', στο οποίο δημοσιεύθηκε η με
αριθμό 220/1/13-03-2017 απόφαση της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος, που χορήγησε
άδεια στην εταιρία … για τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, 6]
Η με αρ.πρωτ. ./18-06-2019 δημοσίευση συμβάσεων του
άρθρου 10 παρ. 8 του Ν. 3156/2003. προς απόδειξη της πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικόν απαιτήσεων από την τράπεζα «… στην εταιρία
ειδικού σκοπού με την επωνυμία …, που καταχωρήθηκε στις 18-06-2019 στα βιβλία
του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, τ. 10 με αρ.184, 7]
Το με αρ.πρωτ. ./08-11-2019 κεκυρωμένο
απόσπασμα εξαχθέν εκ του παραρτήματος των δημοσίων βιβλίων του Ενεχυροφυλακείου
Αθηνών, προς απόδειξη της μεταβίβασης της ως άνω απαίτησης, 8] Η με αρ. πρωτ.
./18-06-2019 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003
που καταχωρήθηκε στις 18-06-2019 στα βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του
Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, προς απόδειξη ότι η διαχείριση των μεταβιβασθεισών
απαιτήσεων ανατέθηκε στις 18-06-2019 από την αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία …
στη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία … Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από
Δάνεια και Πιστώσεις», 9] Το από 17-06-2019 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου
Ιρλανδίας στην αγγλική με συνημμένη επίσημη μετάφραση στην ελληνική. 10] Η με αρ.πρωτ. ./10-06-2020 ανακοίνωσή της Δ/νσης
Γ.Ε.Μ.Η. ΑΕ, ΕΠΕ & Υ.Μ.Σ. του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου
Αθηνών, με το νέο κείμενο του καταστατικού της … από Δάνεια και Πιστώσεις»,
μαζί με τις τροποποιήσεις του, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ανωτέρω
ανακοίνωσης, περί μετεπωνυμίας της … Ανώνυμη Εταιρεία
Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις», 11] Η με αρ.πρωτ.
./08-11-2022 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ.14 και 16 του Ν. 3156/2003
που καταχωρήθηκε στις 08-11-2022 στο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του
Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, τ. . με αρ. ., 12] Η με αρ. πρωτ. ./08-11-2022 περίληψη
της από 08-11-2022 σύμβαση συμπλήρωσης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων
του άρθρου 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003 που καταχωρήθηκε στις 08-11-2022
στο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, τ. . με
αρ. ., 13] Η με αρ.πρωτ. ./15-04-2024 δημοσίευση
συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 5072/2023, προς απόδειξη της πώλησης
και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από την εταιρία ... στην εταιρία …,
που καταχωρήθηκε στις 15-04-2024 στα βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του
Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τ. 17 με αρ.442, 14] Το με αρ. πρωτ. ./17-04-2024 κεκυρωμένο απόσπασμα εξαχθέν εκ του παραρτήματος των
δημοσίων βιβλίων του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, προς απόδειξη της μεταβίβασης της
ένδικης απαιτήσεως, 15] Η με αρ. πρωτ. ./15-04-2024 δημοσίευση συμβάσεων,
σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 5072/2023, που καταχωρήθηκε στις 15-04-2024 στο
βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τ. . με
αρ. ., προς απόδειξη ότι η διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανατέθηκε
στις 15-04-2024 από την εταιρία στην αιτούσα εταιρία-ήδη καθ' ης η ανακοπή, 16]
Το υπ' αριθμόν ./16-04-2024 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου
Αθηνών …, 17] Η με αρ. ././09-07-2024 απόφαση της ΕΠΑΘ, 18] Το υπ’ αριθμόν
4257/19-07-2024 ΦΕΚ, προς απόδειξη της παροχής αδείας για τη διαχείριση
απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην αιτούσα εταιρία-ήδη καθ’ ης η ανακοπή.
19] Τις κεκυρωμένες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της
αιτούσας καρτέλες εξωλογιστικού υπολογισμού οφειλής
των με αριθμό . και . λογαριασμών, 20] Το κεκυρωμένο
από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας απόσπασμα της κίνησης του με αρ. .
λογαριασμού, εξηγμένο εκ των επισήμων εμπορικών
βιβλίων της αιτούσας και 21 ] Το με αρ. ./23-05-2024 πληρεξούσιο του
συμβολαιογράφου Αθηνών ... Ωστόσο, για την έκδοση της βαλλόμενης διαταγής
πληρωμής η καθ’ ης η ανακοπή-εκεί αιτούσα δεν προσκόμισε μετ’ επικλήσεως όλα τα
αναγκαία για τη νομιμοποίησή της έγγραφα, και δη τις περιλήψεις των συμβάσεων
πώλησης και μεταβίβασης από την αρχική δικαιούχο της ένδικης απαίτησης, ανώνυμη
τραπεζική εταιρία με την επωνυμία … προς τις εταιρίες ειδικού σκοπού με την
επωνυμία … και … αντίστοιχα, και τις συμβάσεις μεταβίβασης και επανεκχώρησης της επίδικης απαίτησης από τις τελευταίες ως
άνω εταιρίες προς την αρχική δικαιούχο της απαίτησης, καθώς και αποσπάσματα
αυτών εκ του παραρτήματος εξαχθέντα από το δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου
Αθηνών, προκειμένου να αποδείξει ότι μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν
με τις παραπάνω συμβάσεις από την αρχική δικαιούχο ανώνυμη τραπεζική εταιρία
προς τις ως άνω εταιρίες ειδικού σκοπού, μεταβιβάστηκε και στη συνέχεια επανεκχωρήθηκε προς την αρχική δικαιούχο η ένδικη απαίτηση,
ώστε αυτή νομίμως στη συνέχεια την μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού
σκοπού με την επωνυμία … και η τελευταία στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού
με την επωνυμία … οπότε συνακόλουθα ότι μεταξύ των απαιτήσεων, των οποίων την
εξουσία διαχείρισης έχει η καθ’ ης η ανακοπή, περιλαμβάνεται και η ένδικη
απαίτηση, και συνεπώς νομίμως η καθ’ ης η ανακοπή αιτήθηκε την έκδοση της
βαλλόμενης διαταγή πληρωμής και με την από 24-03-2025 επιταγή προς πληρωμή κάτω
από το αντίγραφο του α’ απογράφου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής. Μόνη
η προσκόμιση της υπ’ αριθμόν ./18-06-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης
επιχειρηματικών απαιτήσεων και της από ./15-04-2024 σύμβασης πώλησης και
μεταβίβασης, όπως ανωτέρω περιγράφονται. μετά των αποσπασμάτων αυτών, καλύπτει
μεν τις ανάγκες δημοσιότητας των συμβάσεων αυτών, δεν καλύπτει ωστόσο τις ανάγκες
δημοσιότητας των προγενέστερων συμβάσεων, ήτοι της σύμβασης πώλησης και
μεταβίβασης από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία … προς την
εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία …, της σύμβασης επανεκχώρησης
των απαιτήσεων από την τελευταία στην αρχική δικαιούχο, της σύμβασης
μεταβίβασης των ως άνω απαιτήσεων από την τελευταία στην εταιρία ειδικού σκοπού
με την επωνυμία … και τη σύμβαση επανεκχώρησης των
απαιτήσεων από την τελευταία στην αρχική δικαιούχο της απαίτησης, ώστε δεν
αποδεικνύεται ότι η αρχική δικαιούχος ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία
… δυνάμει της υπ’ αριθμόν ./18-06-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης
επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε στις 18-06-2019 στο βιβλίο του
Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τ. . με α.α. .,
μεταβίβασε στην εταιρία ειδικού σκοπού … και την επίδικη απαίτηση και ακολούθως
η τελευταία στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…», οπότε
αυτή κατέστη εκδοχέας της επίδικης απαίτησης με
νόμιμη ειδική διαδοχή. Επομένως, δεν μπορεί να καλυφθεί η εκ του νόμου
προβλεπόμενη δημοσιότητα ως προς τις απαιτήσεις που τίθενται υπό τη διαχείριση
της εκκαλούσας εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Ως εκ
τούτου, η καθ’ ης η ανακοπή-ήδη εφεσίβλητη δεν απέδειξε την ενεργητική της νομιμοποίηση
ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, και ως διαχειρίστριας της επίδικης
απαίτησης, ώστε να μπορεί αφενός να εκδώσει τη βαλλόμενη υπ’ αριθμόν ./2025
διαταγή πληρωμής αφετέρου να ξεκινήσει την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του
ανακόπτοντος-ήδη εκκαλούντος με βάση την ως άνω διαταγή πληρωμής. Επομένως, η
προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, ως εκδοθείσα
παρά την έλλειψη της απαιτούμενης διαδικαστικής προϋπόθεσης της έγγραφης
απόδειξης της ενεργητικής νομιμοποίησης της αιτούσας την έκδοσή της-ήδη
εφεσίβλητης, όπως άκυρη κατά λογική ακολουθία είναι και η από 24-03-2025
επιταγή προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του α' απογράφου εκτελεστού της ως
άνω διαταγής πληρωμής. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ανακοπής, που είναι νόμιμος
σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη στην αρχή της
παρούσας, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίαν
και να ακυρωθεί η βαλλόμενη διαταγή πληρωμής και η από 24-03-2025 επιταγή προς
πληρωμή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε
τον πρώτο λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο,
γενόμενου του πρώτου λόγου εφέσεως δεκτού ως βάσιμου. Κατόπιν τούτων και επειδή
παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων έφεσης, πρέπει να
γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να
εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς το αναφερόμενο ανωτέρω εκκληθέν
κεφάλαιό της, που απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής και αφού κρατηθεί από το
Δικαστήριο τούτο η ένδικη υπόθεση, να δικαστεί κατ’ ουσίαν
η από 10-04-2025 (αριθμ.εκθ. καταθ.
././10-04-2025) ανακοπή κατά το ίδιο μέρος, και δη ως προς τον πρώτο λόγο
ανακοπής, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων ανακοπής που έχουν
εκκληθεί, να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να
ακυρωθεί η υπ' αριθμόν ./2025 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Πειραιά και η από 24-03-2025 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του
αντιγράφου του α’ απογράφου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής. Περαιτέρω,
αφού η κρινόμενη έφεση έγινε δεκτή και εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση,
πρέπει, κατ’ άρθρο 495 παρ.3 του ΚΠολΔ. να διαταχθεί
η επιστροφή στον εκκαλούντα του κατατεθέντος με την έφεσή του παράβολου του
Δημοσίου. Τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας του εκκαλούντος,
κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος του (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης λόγιο
της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των
διαδίκων την από 06-02-2026 (αρ.εκθ.καταθ.
././12-02-2026) έφεση κατά της 5954/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Πειραιά.
Δέχεται την ως άνω έφεση
τυπικά και κατ’ ουσίαν.
Διατάσσει την απόδοση στον
εκκαλούντα του κατατεθέντος με την έφεσή του ε παράβολου του Δημοσίου με κωδικό
αριθμό ./2026.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη
5954/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά το εκκληθέν αυτής κεφάλαιο του πρώτου λόγου ανακοπής.
Κρατεί την υπόθεση και
δικάζει κατ' ουσίαν την από 09-04-2025 (αριθμ.εκθ. καταθ. ././10-04-2025)
ανακοπή κατά το ίδιο μέρος.
Δέχεται την ανακοπή.
Ακυρώνει την υπ’ αριθμόν
./2025 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και την
από 24-03-2025 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου του εκ του με αριθμό
./2025 πρώτου (α') απογράφου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής.
Καταδικάζει την εφεσίβλητη
στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος και για τους δύο βαθμούς
δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των …
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και
δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του,
χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, παρουσία
και της Γραμματέως στις 4.9.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ