ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
«ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΜονΕφΑθ 930/2026
Μεταβίβαση
επιχείρησης από μισθώτρια εταιρεία -.
Η αποκτώσα εταιρεία
υποχρεούται να καταβάλλει και τα μισθώματα που ώφειλε
η μεταβιβάζουσα εταιρεία.
(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία
της δικηγόρου Αθηνών Άννας Τσουλφίδου).
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
7o ΤΜΗΜΑ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ
Αριθμός Απόφασης 930/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από το Δικαστή Δημήτριο Μόκο,
Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και την
Αγγελική Κυριαζή, Γραμματέα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21
Οκτωβρίου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ (ΓΠΝ . ….):
1 ΤΗΣ
ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ (ΠΙΝ .): της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «. . Ε.Ε.» και
το δ.τ «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ .», που εδρεύει στην Αθήνα, επί
της οδού . αρ. . με ΑΦΜ ., η οποία εκπροσωπήθηκε από
τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Λιάρο -
Παπαχαραλάμπους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Της . . του ., κατοίκου
Πειραιά, οδός . αρ. ., με ΑΦΜ .,2) Της εταιρείας
περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «. . . . ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ»
και τον δ.τ. «. ΕΠΕ», που εδρεύει στην Αθήνα,
Λεωφόρος . αρ. ., με ΑΦΜ ., νομίμως εκπροσωπούμενης,
οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Τσουλφίδου, 3) Της . συζ. . ., τo
γένος . ., κατοίκου Κορυδαλλού, οδός . αρ. ., με ΑΦΜ
., 4) Του . . του . και της ., κατοίκου Κορυδαλλού, οδός . αρ.
., με ΑΦΜ ., 5) Του . . του . και της . κατοίκου Κορυδαλλού, οδός . αρ. ., με ΑΦΜ ., 6) Της μονοπρόσωπης Ιδιωτικής
Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία «. . ΜΟΝ ΙΚΕ» και το διακριτικό τίτλο
«.. & .. . . ΙΚΕ», που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής, οδός . αρ. ., με ΑΦΜ ., νομίμως εκπροσωπούμενης, 7) Της
ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία με την επωνυμία «. . ΕΕ» και το δ.τ. «. .» πρώην «. . ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ» και το διακριτικό τίτλο
«. Ε.Ε.», που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής, επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης αρ. .-., με ΑΦ.Μ. ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 8) Της . -
. . του ., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, οδός . αρ. .,
με ΑΦΜ ., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο
δικηγόρο.
II .
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΣΩΝ (ΠΙΝ .): 1) Της . . του ., κατοίκου Πειραιά, οδός . αρ. . - ., με ΑΦΜ ., 2) Της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης
με την επωνυμία «. . . . ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και τον δ.τ. «. ΕΠΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, Λεωφόρος . αρ. ., με ΑΦΜ ., νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίες
εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Τσουλφίδου.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Της ετερόρρυθμης
εταιρείας με την επωνυμία «. . ΕΕ» και το δ.τ. «. .»
πρώην με την επωνυμία «. . ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε» και το διακριτικό τίτλο «. Ε.Ε.», που
εδρεύει πρώην στο Δήμο Αθηναίων, οδός . αρ. . και νυν
στην Αργυρούπολη Αττικής, επί της Λεωφόρου . αρ. .-.,
με Α.Φ.Μ ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον
πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λιάρο -
Παπαχαραλάμπους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,
2) της ετερρόρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «. .
Ε.Ε.» και το δ.τ. «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ .», που εδρεύει στην
Αθήνα, επί της οδού . αρ. . με ΑΦΜ . και
εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της
Χαράλαμπο Λιάρο - Παπαχαραλάμπους, με δήλωση κατ’
άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 3) Της . συζ. . ., το γένος .
., κατοίκου Κορυδαλλού, οδός . αρ. ., με ΑΦΜ .,4) Του
. . του . και της ., κατοίκου Κορυδαλλού, οδός . αρ.
., με ΑΦΜ .,5) Του . . του . και της . κατοίκου Κορυδαλλού, οδός . αρ. ., με ΑΦΜ ., οι οποίοι παραστάθηκαν διά του
πληρεξουσίου δικηγόρου τους Απόστολου Πατρικίου, μέλους της δικηγορικής
εταιρείας με την επωνυμία «. .. . και Συνέταιροι Δικηγορική Εταιρεία», με
δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 6) Της
μονοπρόσωπης Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία «. . ΜΟΝ ΙΚΕ»
και το διακριτικό τίτλο «.. & .. . . ΙΚΕ», που εδρεύει στη Μεταμόρφωση
Αττικής, οδός . αρ. ., με ΑΦΜ ., νομίμως
εκπροσωπούμενης, 7) Της . - . . του ., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, οδός . αρ. ., με ΑΦΜ ., που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση και
εκπροσωπείται νόμιμα από το σύνδικο . ., οι οποίες δεν εμφανίστηκαν, ούτε
εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών κατατέθηκαν: α) η από 23.4.2024 με αρ. κατ. ././2024 αγωγή και β) η από 31.5.2024 με αρ. κατ. ././2024 αγωγή,
αμφότερες των εκκαλουσών της υπό στοιχείο (II) ως άνω έφεσης - πρώτης και
δεύτερης των εφεσιβλητών της υπό στοιχείο (I) έφεσης.
Το εν λόγω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 723/2025 απόφασή του απέρριψε την υπό
στοιχείο (α) αγωγή και έκανε εν μέρει δεκτή την υπό στοιχείο (β) αγωγή
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν
ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: 1} η πρωτοδίκως δεύτερη εναγόμενη της υπό
στοιχείο (β) ως άνω αγωγής με την ανωτέρω υπό στοιχείο (I) από 13.7.2025 έφεσή
της με αρ. κατ.
././14.7.2025 (αρ. προσδ. εφετείου ././14.7.2025)
[ΠΙΝ .] και 2) οι πρωτοδίκως ενάγουσες αμφοτέρων των ως άνω αγωγών με την
ανωτέρω υπό στοιχείο (II) από 29.7.2025 έφεσή τους με αρ.
κατ. ././30.7.2025 (αρ.
προσδ. εφετείου ././30.7.2025) [ΠΙΝ .], Για τις εν λόγω εφέσεις ορίστηκε
δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία, οι
υποθέσεις συνεκφωνήθηκαν από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν, αφού ακούσθηκε
η πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλουσών της υπό στοιχείο (II) έφεσης - πρώτης
και δεύτερης των εφεσιβλητών της υπό στοιχείο (I)
έφεσης. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των λοιπών παρόντων διαδίκων, οι οποίοι
παραστάθηκαν με δηλώσεις, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους μέσοι των προτάσεων
τους, που προκατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενάγουσες, αμφοτέρων των ενώπιον του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 23.4.2024 με αρ. κατ. ././2024, [υπό στοιχείο (α)] και 31.5.2024 με αρ. κατ. ././2024 [υπό στοιχείο
(β)|, ένδικων αγωγών - πρώτη και δεύτερη των εφεσιβλήτων
της από 13.7.2025 με αρ. κατ.
././14.7.2025 (αρ. προσδ. εφετείου ././14.7.2025)
[ΠΙΝ 35] {υπό στοιχείο (I)} έφεσης - εκκαλούσες της από 29.7.2025 με αρ. κατ. ././30.7.2025 (αρ. προσδ. εφετείου ././30.7.2025) [ΓΠΝ 46] {υπό στοιχείο
(ΙΙ)} έφεσης, εξέθεσαν: ί) με την υπό στοιχείο (α) ως άνω ένδικη αγωγή, που
επιγράφεται «αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας καταγγελίας επαγγελματικής μίσθωσης
και καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων», ότι δυνάμει
του από 18.7.2007 «ιδιωτικού συμφωνητικού - σύμβασης μισθώσεως ξενοδοχείου», οι
αναφερόμενοι σε αυτό πέντε συνιδιοκτήτες του μισθίου
ακινήτου, οι οποίοι τύγχαναν κύριοι αυτού σε ποσοστό 70 % εξ αδιαιρέτου και
δέσμευαν κατ’ άρθρο 789 ΑΚ την τότε μειοψηφία αποτελούμενη από τους, επίσης,
διαλαμβανόμενους δύο συνιδιοκτήτες, εκμίσθωσαν στην πρώτη εναγόμενη ετερόρρυθμη
εταιρεία ένα πολυώροφο κτίριο - ξενοδοχείο, που βρίσκεται στην Αθήνα, στην οδό
. αρ. ., προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιήσει
ως ξενοδοχείο. Ότι ως εγγυήτρια της τήρησης των όρων της άνω μισθωτικής
σύμβασης συμβλήθηκε η δεύτερη εναγόμενη. Ότι η διάρκεια της μίσθωσης
συμφωνήθηκε μέχρι την 31.12.2025 και το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε αρχικά στο
συνολικό ποσό των 21.246,00 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου με τις αναφερόμενες
αναπροσαρμογές. Ότι η σύμβαση αυτή λειτούργησε μέχρι τον 1Γ του 2023 οπότε η
πρώτη εναγομένη προσπάθησε να την καταστρατηγήσει Ότι
η πρώτη και δεύτερη ενάγουσες έχουν καταστεί με τους αναφερόμενους τρόπους, η
μεν πρώτη, επικαρπώτρια του ανωτέρω μισθίου ακινήτου κατά ποσοστό 35 % εξ αδιαιρέτου και η
δεύτερη πλήρης κυρία του ως άνω μισθίου ακινήτου κατά
ποσοστό 5 % εξ αδιαιρέτου. Ότι στην πορεία ακολούθησαν οι διαλαμβανόμενες
λεπτομερώς και αναρτημένες στο σύστημα τα ΑΑΔΕ τροποποιήσεις της αρχικής
σύμβασης μίσθωσης, με λήξη της τελευταίας τροποποίησης την 1.5.2023. Ότι έκτοτε
η πρώτη εναγομένη μισθώτρια όφειλε να καταβάλει το
μίσθωμα σύμφωνα με την αρχική μίσθωση, πλην όμως, η τελευταία απέστειλε σχέδιο
νέας μίσθωσης και στη συνέχεια τροποποίησης της αρχικής μίσθωσης, που δεν
υπεγράφησαν από τις ίδιες (ενάγουσες). Ότι με σχετικές από 30.8.2023 εξώδικές
τους προς την πρώτη των εναγόμενων, συγκοινοποιούμενη
στους λοιπούς, σι ίδιες (ενάγουσες) καλούσαν σε
καταβολή των ποσών εγγύησης, που αναλογούσαν στο ποσοστό συνιδιοκτησίας της το
χρόνο εκείνο και να τηρηθούν οι όροι της από 18.7.2007 σύμβασης, ενημέρωναν για
το ύψος του οφειλομένου τότε μισθώματος, καθώς και να
απέχει η πρώτη εναγόμενη από κάθε βλαπτική για τα συμφέροντα τους ενέργεια. Ότι
στις 13.9.2023 ο δικηγόρος της οικογένειας . απέστειλε το αναφερόμενο νέο
σχέδιο μίσθωσης, που δεν ανταποκρινόταν στα συμφέροντα των ιδίων (εναγουσών)
και δεν έγινε δεκτό. Ότι δυνάμει των ρητώς συμφωνηθέντων, από 1.5.2023 το
ισχύον μίσθωμα επανήλθε στο αναφερόμενο πόσο, που είχε συμφωνηθεί με την αρχική
μίσθωση, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατόπιν των ενδιάμεσων αναπροσαρμογών όλων
τα προηγούμενα έτη. Ότι παρά το ότι η εναγόμενη παρέλαβε και έκανε χρήση του μισθίου ακώλυτα δεν κατέβαλε το συμφωνημένο μίσθωμα από
1.5.2023 με αποτέλεσμα να οφείλεται στην πρώτη ενάγουσα για τους μήνες από 5° -
1Γ του 2023 το συνολικό ποσό των 100.968,70 ευρώ, καθώς και αναπροσαρμογές
εγγυήσεων βάσει του σχετικού συμβατικού όρου εκ ποσού 23.947,52 ευρώ. Ότι οι
ίδιες (ενάγουσες) απέστειλαν τις αναφερόμενες από 20.10.2023 επιδοθείσες στους αντιδίκους τους την 23.10.2023, έγγραφες
οχλήσεις τους για καταβολή καθυστερούμενων μισθωμάτων και υπολοίπων
αναπροσαρμογών αυτών. Ότι κατόπιν αυτών εκδόθηκαν μετά από αιτήσεις των ιδίων
(εναγουσών), οι αναφερόμενες διαταγές πληρωμής οφειλομένων
μισθωμάτων για τα εκτιθέμενα χρηματικά ποσά σε βάρος της πρώτης εναγομένης. Ότι κατά των ανωτέρω διαταγών πληρωμής οι
αντίδικοι τους, άσκησαν τις διαλαμβανόμενες ανακοπές ενώπιον του Μονομελούς
πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι η πρώτη εναγόμενη δια της από 13.11.2023 εξώδικης
καταγγελίας, κατήγγειλε την ένδικη μίσθωση με την περιεχόμενη αυτούσια στο αγωγικό δικόγραφο καταγγελία, προκειμένου να αποφύγει την
καταβολή στις ίδιες οφειλόμενων ποσών από την ως άνω μισθωτική σχέση. Ότι οι
ίδιες έλαβαν το πρώτον γνώση της εν λόγω καταγγελίας την 9.1.2024. Ότι, οι
ίδιες μέσω της υπηρεσίας του Γ.Ε.ΜΗ. διαπίστωσαν ότι στο μίσθιο είχε
εγκατασταθεί η νέα προσφάτως συσταθείσα ετερόρρυθμη
εταιρεία με την επωνυμία «. . Ε.Ε.» και το δ.τ.
«ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ .» με εταίρους τους εγγονούς της δεύτερης
εναγομένης εγγυήτριας - ομορρύθμου
μέλους και διαχειρίστριας της πρώτης εναγομένης
εταιρείας. Ότι κατόπιν αυτών με εισαγγελική
παραγγελία οι ίδιες έλαβαν δήλωση μίσθωσης
ακίνητης περιουσίας από 2.1.2014 και τροποποιητική δήλωση μίσθωσης ακίνητης
περιουσίας με ημερομηνία υποβολής 12.1.2024, με τις οποίες οι αντίδικοι μετά
την επίδοση σ’ αυτούς των ως άνω διαταγών πληρωμής αντισυμβατικά και κυρίως
καταχρηστικά, προκειμένου να αποφύγουν την καταβολή οφειλομένων
ποσών από τη μίσθωση, χωρίς να τους έχουν κοινοποιήσει την καταγγελία της από
18.7.2007 μίσθωσης και χωρίς να έχει λυθεί η τελευταία, σύναψαν με ετερόρρυθμη
εταιρεία με την επωνυμία «. . Ε.Ε.» μέσω νέας εταιρείας συμφερόντων τους ως
μισθώτρια νέα μίσθωση με τους εκμισθωτές, που κατέχουν το 60% του μισθίου, η οποία δεν είναι νόμιμη. Ότι το σχετικό
συμφωνητικό έγινε δεκτό 4 μέρες μετά την επίδοσης στις αντιδίκους τους των ως
άνω διαταγών πληρωμής με επιταγές προς πληρωμή. Ότι οι συμβαλλόμενοι στο νέο
συμφωνητικό συμφώνησαν σε μίσθωμα 25.000 ευρώ αντί του προηγουμένου των 46.000
ευρώ. Ότι οι εκμισθωτές και η μισθώτρια γνώριζαν ότι η πρώτη ενάγουσα ως επικαρπώτρια κατέχει το 35% και η δεύτερη ως κυρία το 5%
του μισθίου. Ότι στο συμφωνητικό δεν γίνεται λόγος
για τη οφειλή στην ΕΥΔΑΠ. Ότι σε κάθε περίπτωση οι αντίδικοι αναγνώριζαν τους δικαιοπαρόχους τους και τις ίδιες επί 16 έτη ως
συνιδιοκτήτες και εκμισθωτές σε ποσοστό 40% συνολικά εξ αδιαιρέτου, κατήγγειλαν
την αρχική σύμβαση μίσθωσης, χωρίς τη συνδρομή νομίμου
λόγου, που να ερείδεται επί πραγματικού γεγονότος, λόγω δήθεν έλλειψης
εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους επί του μισθίου ακινήτου
και κατέβαλαν κανονικά τα μισθώματα όλα τα έτη έως και τον Απρίλιο του 2023.
Ότι τόσο η πρώτη των εναγουσών, η δικαιοπάροχός της . ., όσο και η
δικαιοπάροχος της δεύτερης των εναγουσών «. ΚΕΑΣ Ξενοδοχειακές και Τουριστικές
Επιχειρήσεις Α.Ε.» συμβλήθηκαν στις τροποποιήσεις του αρχικού συμφωνητικού
χωρίς αντίρρηση από τις μισθώτριες. Ότι το Μάιο του 2023 οι αντίδικοι
σταμάτησαν από δυστροπία να τους καταβάλουν τα μισθώματα αν και έκαναν ανενόχλητα
χρήση του μισθίου. Ότι η ως άνω καταγγελία είναι
άκυρη ως μη νόμιμη και καταχρηστική. Ότι η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν
ασκεί επιρροή στην ισχύ και λειτουργώ της σύμβασης η κυριότητα επί του μισθίου. Ότι η εν λόγω σχετικότητα έχει ως αποτέλεσμα να
ανήκουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από αυτή μόνο στα συμβαλλόμενα μέρη.
Ότι εκτός του ότι η δικαιοπάροχος της πρώτης των εναγουσών ήταν κυρία του
επιδίκου μισθίου κατά το ως άνω ποσοστό, η πρώτη των
εναγουσών κληρονόμησε μετά το θάνατο της την επικαρπία επί του ιδίου ποσοστού
και η δεύτερη είναι κυρία του μισθίου επίσης, κατά το
ανωτέρω ποσοστό. Ότι ακόμη και αν δεν είχαν εμπράγματα δικαιώματα επί του μισθίου η επίδικη μίσθωση θα ήταν έγκυρη λόγω του ότι, κατά
τα ανωτέρω, η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και
λειτουργία της σύμβασής η κυριότητα επί του μισθίου.
Ότι κατά συνέπεια ο λόγος επί του οποίου επιχειρεί πρώτη αντίδικος να στηρίξει
την καταγγελία της είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου η καταγγελία άκυρη. Ότι η
επίδικη από 13.11.2023 καταγγελία είναι καταχρηστική καθώς κατά τα ανωτέρω οι
αντίδικοι αναγνώριζαν τους δικαιοπαρόχους τους και
τις ίδιες (ενάγουσες) επί 16 έτη ως συνιδιοκτήτες και εκμισθωτές σε ποσοστό 40%
συνολικά εξ αδιαιρέτου και τους κατέβαλαν τα μισθώματα μέχρι και τον Απρίλιο
του 2023. Ότι τόσο η πρώτη των εναγουσών, η δικαιοπάροχός της . ., όσο και η
δικαιοπάροχος της δεύτερης των εναγουσών «ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΚΕΑΣ Ξενοδοχειακές και
Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε.» συμβλήθηκαν στις τροποποιήσεις του αρχικού
συμφωνητικού χωρίς αντίρρηση από τις μισθώτριες. Ότι στο από 15.4.2014
τροποποιητικό της αρχικής μίσθωσης συμφωνητικό διαλαμβάνεται ως συνεκμισθώτρια η . .. Ότι από το Μάιο του έτους 2023 οι
αντίδικοι σταμάτησαν από δυστροπία να καταβάλλουν τα μισθώματα στην πρώτη
ενάγουσα και από τον Ιούνιο του 2023 στη δεύτερη επειδή οι ίδιες (ενάγουσες)
δεν αποδέχτηκαν παρατάσεις ως προς τη μείωση των μισθωμάτων. Ότι, επομένως, η
επίδικη καταγγελία ασκείται καταχρηστικά διότι απαγορεύεται από το νόμο καθώς
υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο
κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού. Ότι το γεγονός αυτό επιρρωνύεται και εκ του ως άνω χρόνου, που φέρεται ότι
έγινε καταγγελία, ήτοι λίγες μέρες μετά την επίδοση στις 23.10.2023 εξώδικων
διαμαρτυριών - οχλήσεων τους, με τις οποίες ζητούσαν να τους καταβληθούν τα
μισθώματα από τον 5° - 10° του 2023 στην πρώτη των εναγουσών και από 6° - 10°
του 2023 για τη δεύτερη εξ αυτών. Ότι ενόψει των ανωτέρω, αλλά και επιπλέον με
τις επαναλαμβανόμενες ενέργειες των αντιδίκων τους συνιστάμενες στην εκ μέρους
τους καταβολή του μισθώματος, που αναλογούσε στους δικαιοπάροχους τους και
αναλογεί στις ίδιες, ποσοστού 40% εξ αδιαιρέτου επί του μισθίου,
αποδέχονται ανεπιφύλακτα τις ίδιες ως εκμισθώτριες. Ότι από τη αντισυμβατική
αυτή μη νόμιμη και καταχρηστική συμπεριφορά, προκύπτει η καταχρηστικότητα
της καταγγελίας, αφού μεταβάλλοντας τη στάση που είχαν όλα αυτά έτη επιχειρούν
εκ των υστέρων ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης, με την από δυστροπία μη
καταβολή των αναφερόμενων μισθωμάτων, με τη συνδρομή και. των λαϊκών εκμισθωτών
προκαλώντας με τη συμπεριφορά αυτή δυσβάσταχτες επιπτώσεις, καθώς η νέα μίσθωση
έχει δυσμενέστατους όρους για τους εκμισθωτές και με μισθώτρια άλλη εταιρεία
συμφερόντων των ανοδικών, χωρίς εμφανή περιουσιακά στοιχεία. Ότι ως εκ τούτου η
από 18.7.2007 σύμβαση μίσθωσης εξακολουθεί να είναι ισχυρή καθότι λήγει την
31.12.2025. Ότι η πρώτη εναγόμενη δεν έχει καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα τα
μισθώματα των μηνών Δεκεμβρίου 2023 έως και Απριλίου 2024, συνολικού ποσού
84.460,02 ευρώ και την αναπροσαρμογή της εγγύησης για το έτος 2024, ποσού 4.272,40
ευρώ και ότι με βεβαιότητα δεν θα καταβάλει η πρώτη εναγόμενη τα μισθώματα των
μηνών Μαΐου έως Οκτωβρίου 2024, ποσού 101.945,88 ευρώ. Ότι, επίσης, η πρώτη
εναγόμενη δεν έχει καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα τα μισθώματα των μηνών
Δεκεμβρίου 2023 έως και Απριλίου 2024, συνολικού ποσού 12.065,60 ευρώ και την
αναπροσαρμογή της εγγύησης για το έτος 2024, ποσού 610,32 ευρώ και ότι με
βεβαιότητα δεν θα καταβάλει η πρώτη εναγόμενη τα μισθώματα των μηνών Μαΐου έως
Οκτωβρίου 2024, ποσού 14.563,56 ευρώ.
Με βάση τα ανωτέρω, οι ενάγουσες, όπως πριν
από την έναρξη της προφορικής συζήτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου,
με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρίστηκε στα πρακτικά,
έτρεψαν παραδεκτά το αίτημα της ένδικης αγωγές από καταψηφιστικό,
σε έντοκο αναγνωριστικό, ζήτησαν με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά
εκτελεστή, να αναγνωριστεί η ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας
της από 13.11.2023 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, να αναγνωριστεί η
εγκυρότητα της από 18.7.2007 σύμβασης μίσθωσης μέχρι τη λήξη της και να
υποχρεωθούν οι εναγόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον
η καθεμία τους, να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των
190.678,30 ευρώ για τις παραπάνω αιτίες και στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό
ποσό των 27.239,48 ευρώ για τις παραπάνω αιτίες όπως αυτά αναλύονται ειδικότερα
στην ένδικη αγωγή και Π) με την υπό στοιχείο (β) ως άνω ένδικη αγωγή, που
επιγράφεται «μεταβίβαση επιχείρησης - υπεισέλευση
αποκτώσας στη μισθωτική σύμβαση - αναγνώριση εικονικότητας σύμβασης μίσθωσης -
καταβολή οφειλών εκ μισθωμάτων και ευδαπ», ότι με το
από 18.7.2007 «ιδιωτικό συμφωνητικό - σύμβασης μισθώσεως ξενοδοχείου»,
εκμισθώθηκε στην πρώτη εναγόμενη ένα πολυώροφο κτίριο - ξενοδοχείο, που
βρίσκεται στην Αθήνα, στην οδό . αρ. ., προκειμένου
να το χρησιμοποιήσει η τελευταία ως ξενοδοχείο. Ότι η διάρκεια της μίσθωσης
συμφωνήθηκε μέχρι την 31.12.2025 και τo μηνιαίο
μίσθωμα ορίστηκε αρχικά στο συνολικό ποσό των 21.246,00 ευρώ πλέον τέλους
χαρτοσήμου με τις, επίσης, εκτιθέμενες αναπροσαρμογές. Ότι ως εγγυήτρια της
τήρησης των όρων της άνω μισθωτικής σύμβασης συμβλήθηκε η έβδομη εναγόμενη,
ομόρρυθμος εταίρος και διαχειρίστρια της πρώτης εναγόμενης. Ότι οι ίδιες
(ενάγουσες) έχουν καταστεί με τους αναφερόμενους τρόπους, η μεν πρώτη, επικαρπώτρια του ανωτέρω μισθίου
ακινήτου κατά ποσοστό 35 % εξ αδιαιρέτου και η δεύτερη, πλήρης κυρία αυτού (μισθίου ακινήτου) κατά ποσοστό 5 % εξ αδιαιρέτου, ενώ η 3η
, 4η, 5η , και 6η των εναγόμενων είναι οι λοιποί συνιδιοκτήτες του μισθίου, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά έκαστος, άπαντες δε
αποτελούν τους συνεκμισθωτές αυτού. Ότι στην πορεία
ακολούθησαν οι διαλαμβανόμενες λεπτομερώς και αναρτημένες στο σύστημα τα ΑΑΔΕ
τροποποιήσεις της αρχικής σύμβασης μίσθωσης, με λήξη της τελευταίας
τροποποίησης την 1.5.2023. Ότι έκτοτε η πρώτη εναγόμενη μισθώτρια όφειλε να
καταβάλει το μίσθωμα σύμφωνα με την αρχική μίσθωση, πλην όμως, η τελευταία την
30.6.2023 απέστειλε σχέδιο νέας μίσθωσης και στη συνέχεια τροποποίησης της
αρχικής μίσθωσης, που δεν υπεγράφησαν από τις ίδιες (ενάγουσες). Ότι η πρώτη εναγομένη πλαστογράφησε τη υπογραφή της πρώτης ενάγουσας
ώστε να παραπλανήσει ότι η εκείνη δέχθηκε τη μείωση του μισθώματος για
περαιτέρω χρονικό διάστημα, γεγονός για το οποίο υπέβαλε την από 19.4.2024
έγκληση. Ότι με σχετικές από 30.8.2023 εξώδικές τους προς την πρώτη των
εναγόμενων, συγκοινοποιούμενη στους λοιπούς, οι ίδιες
(ενάγουσες) καλούσαν σε καταβολή των ποσών εγγύησης, που αναλογούσαν στο
ποσοστό συνιδιοκτησίας της το χρόνο εκείνο και να τηρηθούν οι όροι της από
18.7.2007 σύμβασης, ενημέρωναν για το ύψος του οφειλομένου
τότε μισθώματος, καθώς και να απέχει η πρώτη εναγόμενη από κάθε βλαπτική για τα
συμφέροντά τους ενέργεια. Ότι οι ίδιες (ενάγουσες) απέστειλαν τις αναφερόμενες
από 20.10.2023 επιδοθείσες στους αντιδίκους τους την
23.10.2023, έγγραφες οχλήσεις τους για καταβολή καθυστερούμενων μισθωμάτων και
υπολοίπων αναπροσαρμογών αυτών. Ότι κατόπιν αυτών εκδόθηκαν μετά από αιτήσεις
των ιδίων (εναγουσών), οι αναφερόμενες διαταγές πληρωμής οφειλομένων
μισθωμάτων για τα εκτιθέμενα χρηματικά ποσά σε βάρος της πρώτης εναγόμενης, οι
οποίες επιδόθηκαν στην τελευταία την 29.12.2023. Ότι την 2.1.2024 δηλώθηκε στο
σύστημα της ΑΑΔΕ από 15.12.2023 σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης μεταξύ της
δεύτερης και των 3ης - 6ης εναγόμενων ως
αποτελούντων της πλειοψηφία της κοινωνίας των συνιδιοκτητών του μισθίου. Ότι την 2.1.2024 οι πρώτη και δεύτερη εναγόμενες
αντάλλαξαν έδρες, ενώ την 4.1.2024 εκδόθηκαν ταυτόχρονα για τις εν λόγω
εναγόμενες οι ανακοινώσεις του ΓΈΜΗ, με τις οποίες βεβαιώνεται η παραπάνω
ανταλλαγή εδρών. Ότι την 15.12.2023 αφενός η δεύτερη εναγόμενη ως μισθώτρια και
αφετέρου οι τρίτη, τέταρτος, πέμπτος και έκτη εναγόμενοι, οι οποίοι αποτελούν
την πλειοψηφία της κοινωνίας των συνιδιοκτητών του μισθίου
ακινήτου ως εκμισθωτές, συνήψαν την από ίδια ημερομηνία σύμβαση επαγγελματικής
μίσθωσης για την εκμίσθωση στη δεύτερη εναγόμενη του ένδικου μισθίου ακινήτου. Ότι η ανωτέρω σύμβαση μίσθωσης τυγχάνει
εικονική, με αποκλειστικό σκοπό να ματαιωθεί η είσπραξη από τις ενάγουσες των
ανωτέρω οφειλών τους έναντι της πρώτης εναγόμενης και επειδή οι ίδιες
(ενάγουσες) δεν συμφωνούσαν στην τροποποίηση της από 18.7.2007 σύμβασης
μίσθωσης και τη μείωση του μηνιαίου μισθώματος. Ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρεία
μεταβίβασε στη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία, που συνεστήθη
την 2.5.2023 το σύνολο της επιχείρησής της και το εργατικό δυναμικό. Ότι
δεύτερη εναγόμενη έχει ως μοναδικούς εταίρους τους εγγονούς
της νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης. Ότι η
πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη τη
χρήση του εμπορικού σήματος του ξενοδοχείου «HOTEL .». Ότι η πρώτη εναγομένη από την 4.1.2004 παρέμεινε αδρανής. Ότι δεν
υπήρξε καμία ημέρα διακοπής της δραστηριότητας προκειμένου να γίνει η ως άνω
μεταβίβαση. Ότι οι σκοποί αμφοτέρων των εν λόγω εταιρειών είναι πανομοιότυποι,
η δε μοναδική επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης εναγομένης
μεταβιβάστηκε, κατά τα ανωτέρω, στη δεύτερη. Ότι έχει διατηρηθεί ο ίδιος
τηλεφωνικός αριθμός και ή ίδια ιστοσελίδα Ότι η δεύτερη εναγομένη
με κεφάλαιο 40.000 ευρώ αγόρασε πάγιο εξοπλισμό τουλάχιστον 350.000 ευρώ. Ότι,
επίσης, η ανωτέρω από 15.12.2023 σύμβαση μίσθωσης τυγχάνει εικονική, με
αποκλειστικό σκοπό να καλυφθεί η μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης στη δεύτερη προκειμένου οι ίδιες (ενάγουσες) να
μη δύνανται να προβούν σε εκτέλεση των οφειλών τους. Ότι η δεύτερη εναγομένη εισπράττει τα έσοδα του ως άνω ξενοδοχείου χωρίς
το βάρος των οφειλών της πρώτης εναγομένης. Ότι στα
ανωτέρω συνέπραξαν με γνώση της εικονικότητας οι λοιποί των εναγομένων,
όπως τούτο προκύπτει από τη συμφωνία τους στην από 15.12.2023 σύμβαση. Ότι στις
13.9.2023 ο δικηγόρος της οικογένειας . απέστειλε το αναφερόμενο νέο σχέδιο
μίσθωσης που δεν ανταποκρινόταν στα συμφέροντα των ιδίων (εναγουσών) και δεν
έγινε δεκτό. Ότι η ως άνω μίσθωση αν δεν ήταν εικονική θα υπήρχαν
διαπραγματεύσεις των μερών για ικανό χρονικό διάστημα. Ότι η ίδια μίσθωση
είναι, επίσης, εικονική καθώς είναι διάρκειας 12 ετών σε σχέση με τη συνήθη
στις συναλλαγές μικρότερη διάρκεια, το μίσθωμα σε σχέση με το ελεύθερο μίσθωμα
της αγοράς είναι μικρό, όπως μικρή είναι και η αναπροσαρμογή, η δε καταβολή
εγγύησης είναι ένα μίσθωμα. Ότι έπρεπε να κληθούν και οι ίδιες να λάβουν μέρος
στις διαπραγματεύσεις. Ότι η δεύτερη εναγόμενη υπεισήλθε αυτοδικαίως, λόγω των
ανωτέρω, στις υποχρεώσεις της πρώτης, που είχαν συντελεστεί πριν τη μεταβίβαση
της επιχείρησης της πρώτης εταιρείας στη δεύτερη. Ότι η πρώτη εναγόμενη έπρεπε
να καταβάλει από 1.5.2023 ως μηνιαίο μίσθωμα στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των
16.496,11 ευρώ και στη δεύτερη το ποσό των 2.356,57 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου
τέλους χαρτοσήμου και για αναπροσαρμογές εγγύησης το ποσό των 23.947,52 ευρώ
και 9.098,72 ευρώ αντίστοιχα. Ότι δυνάμει της με αρ.
./2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών
υποχρεώθηκαν η πρώτη και η έβδομη εναγόμενη να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα
το συνολικό ποσό των 124.916,22 ευρώ, για ληξιπρόθεσμα μισθώματα των μηνών
Μαΐου - Νοεμβρίου 2023 και για οφειλόμενες αναπροσαρμογές της εγγύησης από το
έτος 2019. Ότι δυνάμει της με αρ. ./2013 διαταγής
πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υποχρεώθηκαν η πρώτη
και η έβδομη εναγόμενη να καταβάλουν στην δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των
9.098,72 ευρώ, για ληξιπρόθεσμα μισθώματα των μηνών Σεπτεμβρίου - Νοεμβρίου
2023 και για οφειλόμενες αναπροσαρμογές της εγγύησης από το έτος 2019, Ότι οι
παραπάνω διαταγές πληρωμής επιδόθηκαν στις πρώτη και έβδομη εναγόμενες την
29.12.2023. Ότι επιπλέον για το διάστημα από 1.12.2023 έως 31.12.2023 οφείλεται
στην πρώτη των εναγουσών για την ίδια αιτία το ποσό των 16.496,11 ευρώ και στη
δεύτερη το ποσό των 2.356,57 ευρώ. Ότι για το διάστημα από 1.1.2024 έως
31.5.2024 και αναπροσαρμογή εγγύησης για το έτος 2024 οφείλονται στην πρώτη
ενάγουσα 84.954,95 ευρώ για μισθώματα και 1.910 ευρώ για αναπροσαρμογές και στη
δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 12.136,22 ευρώ για μισθώματα και 272,96 ευρώ για
αναπροσαρμογές, άλλως και όλως επικουρικά, εφόσον η
από 15.12.2023 σύμβαση είναι έγκυρη οφείλονται, στην πρώτη ενάγουσα, για τα
ανωτέρω μισθώματα, το συνολικό ποσό των 43.750,00, πλέον του αναλογούντος
χαρτοσήμου, ποσού ευρώ 1.575,00, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μίσθωμα
κατέστη απαιτητό και το ποσό των 8.750,00 ευρώ για εγγύηση και στη δεύτερη
ενάγουσα, για τα ανωτέρω μισθώματα, το ποσό καν 6.250,00, πλέον του
αναλογούντος χαρτοσήμου, ποσού ευρώ 225,00, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε
μίσθωμα κατέστη απαιτητό και το ποσό των 1.250,00 ευρώ για εγγύηση.
Με βάση τα ανωτέρω οι ενάγουσες, ζήτησαν,
όπως πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης η δεύτερη ενάγουσα, με δήλωση
του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, περιόρισε το
κάτωθι αίτημά της όσον αφορά τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1.1.2024
έως 31.52014 στο ποσό των 5.886,22 ευρώ, ενώ αμφότερες οι ενάγουσες
παραιτήθηκαν από το κονδύλιο της ύδρευσης λόγω εξόφλησής του από την δεύτερη
εναγόμενη, να αναγνωριστεί ότι μεταβιβάστηκε η επιχείρηση του ξενοδοχείου
"...", που ασκείτο στο μίσθιο ακίνητο, ως σύνολο περιουσίας από την
πρώτη εναγόμενη εταιρεία στη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία: α) να αναγνωριστεί ότι
είναι έγκυρη και ισχυρή και δεσμεύει τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία, η οποία
υπεισήλθε σε αυτή στη θέση της αρχικής μισθώτριας - πρώτης εναγόμενης η από
18.7.2007 σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης β) να αναγνωριστεί η εικονικότητα της
από 15.12.2023 σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης γ) να υποχρεωθεί η δεύτερη
εναγόμενη να καταβάλει εις ολόκληρον: γα) στην πρώτη ενάγουσα, το ποσό που επιδικάστηκε κατά της
πρώτης εναγόμενης δυνάμει της με αρ. ./2023 διαταγής
πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δη για το χρονικό
διάστημα από 5° του 2023 έως και 1Γ του 2023 το ποσό των 100.968 ευρώ και το
ποσό των 23.947,52 ευρώ για αναπροσαρμογές νομιμότοκα
από τότε που κάθε κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, καθώς και για το
χρονικό διάστημα του 12°° του 2023 το ποσό των 16.496,11 ευρώ για το οφειλόμενο
μίσθωμα του εν λόγω μηνάς Δεκεμβρίου 2023, με το νόμιμο τόκο από τότε που
κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και γβ) στη δεύτερη
ενάγουσα, το ποσό που επιδικάστηκε κατά της πρώτης εναγόμενης δυνάμει της μ« αρ. ./2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών και δη για το χρονικό διάστημα από 9° του 2023 έως και 1Γ
του 2023 το ποσό των 7.035,42 ευρώ και το ποσό των 9.098,72 ευρώ για εγγύηση
και αναπροσαρμογές εγγυήσεων, νομιμότοκα από τότε που
κάθε κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, καθώς και για το χρονικό
διάστημα του 12W του 2023 το ποσό των 2.356,57 ευρώ για το οφειλόμενο μίσθωμα
του εν λόγω μηνάς Δεκεμβρίου 2023, νομιμότοκα από
τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, δ) να υποχρεωθούν η
πρώτη εναγόμενη, η δεύτερη εναγόμενη και η έβδομη εναγόμενη να καταβάλουν
αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η καθεμία στην πρώτη
ενάγουσες το ποσό των 49.856,1 8 για την οφειλή ύδρευσης του μισθίου ακινήτου, ε) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη
εταιρεία να καταβάλει, δυνάμει της από 18.7.2007 σύμβασης μίσθωσης, εα) για τα
μηνιαία μισθώματα του χρονικού διαστήματος 1.1.2024 έως 31.5.2024, στην πρώτη
ενάγουσα το ποσό των 84.954,95 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα, το ποσό των
12.136,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μίσθωμα κατέστη απαιτητό
και εβ) για τις αναπροσαρμογές της εγγύησης για το
έτος 2024, στην πρώτη ενάγουσα to ποσό των 1.910,75
ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 272,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από
την 1.1.2024, άλλως από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και
μέχρις εξοφλήσεως, άλλως και όλως επικουρικά, να υποχρεωθεί
η δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει α) στην πρώτη ενάγουσα, για τα ανωτέρω
μισθώματα fl. 1.2024 - 31.5.2024], το ποσό των
43.750,00, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου, ποσού ευρώ 1.575,00, με το νόμιμο
τόκο από τότε που κάθε μίσθωμα κατέστη απαιτητό και το ποσό των 8.750,00 ευρώ
για εγγύηση, με το νόμιμο τόκο από την 15.1.2024 και στη δεύτερη ενάγουσα, για
τα ανωτέρω μισθώματα, το ποσό των 6.250,00, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου,
ποσού ευρώ) 225,00, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μίσθωμα κατέστη
απαιτητό και το ποσό των 1.250,00 ευρώ για εγγύηση, με το νόμιμο τόκο από την
15.1.2024 και να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή.
L α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ.
271, 272 παρ. 1, 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τα δύο πρώτα,
τροποποιήθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου I και το άρθρο 524 παρ. 1 με το
άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύουν από 1-1-2016 σύμφωνα με
το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου προκύπτει ότι, αν ο εφεσίβλητος
δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση, το δευτεροβάθμιο
δικαστήριο έχει υποχρέωση να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλητεύθηκε
νόμιμα και εμπρόθεσμα. Στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία ενώπιον
των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, αν κατά τη συζήτηση της έφεσης ερημοδικεί ο
εφεσίβλητος, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, εφόσον ο ίδιος
επέσπευσε τη συζήτηση, ή κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί σ’ αυτή. Από
τα ως άνω συνάγεται ότι επί ερημοδικίας του εφεσιβλήτου,
ως προς την έφεση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, το δε
δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που
κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη από το διάδικο που δεν εμφανίσθηκε, καθώς και
τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτή, τα οποία είναι
υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος
διάδικος (ΑΠ 845/2018, 1103/2014, ΕφΛαρ 168/2022 ΤΝΠ
ΔΣΑ, ΕφΑΘ 2658/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
& Από τη διάταξη του άρθρου 64 § 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα νομικά πρόσωπα παρίστανται στο
δικαστήριο με τα φυσικά πρόσωπα, που τα εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο ή το
καταστατικό ή τη συστατική ή την ιδρυτική πράξη τους. Η αντιπροσωπευτική
εξουσία του φυσικού προσώπου, που εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, αποτελεί
διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε
στάση της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΠολΔ.
Κάθε νομικό πρόσωπο επιτάσσεται με αναγκαστικού δικαίου διάταξη να έχει
διοίκηση, είναι δε αυτό επιτακτική προϋπόθεση (άρθρο 65 του ΑΚ). Χωρίς διοίκηση
το νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να υπάρχει σε ενέργεια.
Εξάλλου, σύμφωνα με τον νόμο μόνον ο φορέας
του αξιούμενου δικαιώματος έχει κατά κανόνα την
εξουσία να εγείρει αγωγή ή να παραστεί στο δικαστήριο αιτούμενος τη δικαστική
προστασία του δικαιώματος αυτού, προκειμένου δε περί νομικού προσώπου διάδικος
είναι αυτό τούτο το νομικό πρόσωπο, το οποίο μπορεί να εναγάγει και να παραστεί
επί δικαστηρίου με τον κατά νόμο ορισμένο αντιπρόσωπό του, με τον οποίο, ως το
αρμόδιο όργανο, εκφράζεται η νόμιμη, έγκυρη προς τούτο βούληση του νομικού
προσώπου (ΑΠ 609/1985 ΝοΒ 1986.402, ΕφΑΘ 108/2011 ΕλλΔνη 2011.1074).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 67 παρ. 1 εδαφ.
α’ του ΚΠολΔ, αν υπάρχουν ελλείψεις σχετικά με την
ικανότητα των διαδίκων για δικαστική παράσταση με το δικό τους άνομα ή σχετικά
με τη νόμιμη εκπροσώπησή τους και την άδεια ή την εξουσιοδότηση που απαιτείται
για τη διεξαγωγή της δίκης, εφόσον μπορούν να συμπληρωθούν, το δικαστήριο
αναβάλλει την πρόοδο της δίκης και ορίζει προθεσμία για τη συμπλήρωση των
ελλείψεων (ΑΠ 1182/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1473/2009 ΕφΑΔ
2009.1365, ΑΠ 1814/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 637/2020
ΤΝΠ ΔΣΑ).
& Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.
94§l, 96§§ I και 2, 104 ΚΠολΔ , όπως αντικαταστάθηκαν
με τα άρθρα 1 Ν. 4335/2016 και 7 Ν. 3994/2011 αντίστοιχα, προκύπτει ότι (α) στα
πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με δικηγόρο
(β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με
προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο,
εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από
δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες
εκείνου που την παρέχει (γ) αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με δικηγόρο, όπου
είναι υποχρεωτική η παράσταση του ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν
αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που απαιτείται κατά τη συζήτηση
της υπόθεσης και την ύπαρξη της οποίας αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο
διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών (ΑΠ 230/2011 ΤΝΠ Νόμος), δηλαδή
θεωρείται ως μη παριστάμενος, διότι δεν λαμβάνει μέρος στη δίκη με τον τρόπο
που ορίζει ο νόμος (ΑΠ 190/2012 ΕλλΔ/νη 53.964, ΑΠ 782/2007 ΝοΒ
2007.1590, ΑΠ 102/2006 ΝοΒ 2006.1507). Το δικαστήριο
εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας,
καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 89/2014, ΑΠ 60/2014, ΑΠ 23/2014, ΑΠ 18/2014, ΑΠ
1794/2012, ΑΠ 1436/2012, ΑΠ 189/2010 ΤΝΠ Νόμος). Κατά το άρθρο 105 ΚΠολΔ, αν αυτός που παρίσταται ως πληρεξούσιος δεν
αποδεικνύει την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει σύντομη
προθεσμία για τη συμπλήρωση της έλλειψης και να επιτρέψει σε εκείνον που δεν
αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του να συμμετάσχει στη δίκη προσωρινά. Το κύρος
των πράξεων που επιτράπηκαν εξαρτάται από την εμπρόθεσμη συμπλήρωση της
έλλειψης. Η οριστική απόφαση δεν επιτρέπεται να εκδοθεί προτού συμπληρωθεί η
έλλειψη ή πριν παρέλθει η προθεσμία που ορίστηκε. Η προαναφερομένη
διάταξη έχει την έννοια ότι κατά τη διάρκεια της προθεσμίας το δικαστήριο δεν
δύναται να εκδώσει απόφαση, εάν δεν έχει συμπληρωθεί η έλλειψη, η μη
συμπλήρωση, όμως, της έλλειψης εντός της ταχθείσης προθεσμίας δεν επάγεται την
κατ' άρθρο 151 ΚΠολΔ έκπτωση από του σχετικού
δικαιώματος, αλλά η συμπλήρωση παραδεκτώς δύναται να
γίνει και μετά την πάροδο της προθεσμίας μέχρι του πέρατος της νέας συζήτησης
της υπόθεσης, οπότε πλέον, εάν δεν έχει γίνει, η έλλειψη οριστικοποιείται (ΕφΠειρ 705/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ
2292/2004 ΕλλΔνη 45.230). Η ρύθμιση αυτή, οπωσδήποτε
δεν ενέχει κίνδυνο καθυστέρησης της δίκης, αφού, με βάση την αρχή της
πρωτοβουλίας των διαδίκων (άρθρο 108 ΚΠολΔ), ο
αντίδικος του διαδίκου που φέρει το βάρος συμπλήρωσης της έλλειψης μπορεί, με
δική wo πρωτοβουλία και επιμέλεια, να προκαλέσει τον
ορισμό δικασίμου και τη νέα συζήτηση της υπόθεσης σε ημεροχρονολογία
μεταγενέστερη της λήξης της προθεσμίας που έχει ταχθεί, και κατά το δυνατό,
συντομότερη (ΕφΑαρ 86/2021 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑΘ 2292/2004 ό.π., ΕφΑΘ 3341/1997 ΕλλΔνη 39.920).
δ. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 2 του
ν. 4919/2022 «Αν το σφάλμα καταχώρισης οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη της
αρμόδιας Υ.Γ.Ε.ΜΗ., η εσφαλμένη καταχώριση υπόκειται σε διόρθωση σφάλματος ή
και σε διαγραφή, εφόσον η Υ.Γ.Ε.ΜΗ., εκ παραδρομής, προέβη σε οποιαδήποτε
καταχώριση που δεν είναι σύμφωνη με τις δηλώσεις, τις πράξεις ή λοιπά στοιχεία
που υπέβαλε ο υπόχρεος. Η διόρθωση γίνεται είτε αυτεπάγγελτα από την αρμόδια
Υ.Γ.Ε.ΜΗ., μόλις διαπιστώσει το σφάλμα της, είτε μετά από αίτηση του υπόχρεου,
των καθολικών διαδόχων του ή οποιουδήποτε τρίτου που έχει έννομο συμφέρον. Κάθε
διόρθωση ή διαγραφή των καταχωρίσεων κατόπιν αίτησης από τον ενδιαφερόμενο στο
Γ.Ε.ΜΗ. πραγματοποιείται μετά από έλεγχο της αίτησης και αναφέρει τον ακριβή
χρόνο αυτής την αρμόδια ΥΓ.Ε.ΜΗ. και τον υπάλληλο που την πραγματοποίησε. Οι
διορθώσεις ή οι διαγραφές της παρούσας έχουν αναδρομική ισχύ και ανατρέχουν
στην ημέρα καταχώρισης και δημοσίευσης.».
Με τις διατάξεις, που περιλαμβάνονται στο
ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ (άρθρα 249 έως και 294) του ν. 4072/2012 "Βελτίωση
επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή κλπ." (Α’
86/11-4-2012), η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα
της Κυβερνήσεως, πλην ορισμένων διατάξεων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω,
(άρθρο 330 παρ. 2 του νόμου), ρυθμίζονται θέματα, που αφορούν στις προσωπικές
εμπορικές εταιρείες (ομόρρυθμη, ετερόρρυθμη, αφανή και κοινοπραξία).
Ειδικότερα, τα θέματα που αφορούν στην ομόρρυθμη εταιρεία ρυθμίζονται από τις
διατάξεις των άρθρων 249 έως και 270, που περιλαμβάνονται στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' του
Μέρους αυτού. Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 294 παρ 1 και 2 του ανωτέρω νόμου, αυτός εφαρμόζεται και στις
εταιρείες, σι οποίες κατά την έναρξη της ισχύος του
(11-4-2012) δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση, ενώ από την έναρξη ισχύος
του καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 18-28,38,39,47 - 50 και 64 του
Εμπορικού Νόμου. Με τη διάταξη του άρθρου 249 παρ. 1 και 2 του ως άνω ν.
4072/2012 ορίζεται ότι "1. Ομόρρυθμη είναι η εταιρεία με νομική
προσωπικότητα που επιδιώκει εμπορικό σκοπό και για τα χρέη της οποίας
ευθύνονται παράλληλα όλοι οι εταίροι απεριόριστα και εις ολόκληρον.
2. Εφόσον δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στο παρόν κεφάλαιο, εφαρμόζονται στην
ομόρρυθμη εταιρεία οι διατάξεις του αστικού κώδικα για την εταιρεία, με
εξαίρεση τις διατάξεις των άρθρων 758 και 761 του Αστικού Κώδικα". Με τη
διάταξη του άρθρου 259 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: ”1. Η ομόρρυθμη
εταιρεία λύνεται: α) με την πάροδο του χρόνου διάρκειας της, β) με απόφαση των
εταίρων, γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση και δ) με δικαστική απόφαση ύστερα
από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Στην εταιρική σύμβαση
μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι λύσης της εταιρείας’1, ενώ με τη διάταξη
TOW άρθρου 260 το» ιδίου νόμο» ορίζεται ότι: " I. Ο θάνατος, η πτώχευση
και η υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση εταίρου επιφέρουν την έξοδό του από την
εταιρεία, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση. 2. Η εταιρική
σύμβαση μπορεί να προβλέπει και άλλα γεγονότα που συνεπάγονται την έξοδο του
εταίρου".
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 267 του
ιδίου νόμου 4072/2012 [όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 27 του
ν. 4403/2016 (ΦΕΚ A 125/7-7-2016)] ορίζεται ότι: "Αν αποχωρήσουν για
οποιονδήποτε λόγο ένας ή περισσότεροι εταίροι και παραμείνει μόνο ένας εταίρος,
η εταιρεία λύνεται, εφόσον μέσα σε δύο μήνες δεν δημοσιευτεί στο Γ.Ε.ΜΗ. η
είσοδος νέου εταίρου", ενώ ήδη μετά την αντικατάσταση του εν λόγω άρθρου
267, με το άρθρο 27 του ν. 4403/2016 προβλέπεται δυνατότητα εισόδου νέο» εταίρου
εντός τεσσάρων μηνών. Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 268 παρ. 1 του ως άνω
νόμου 4072/2012 ορίζεται ότι: "Αν σε περίπτωση λύσης της εταιρείας οι
εταίροι δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, τη λύση της εταιρείας ακολουθεί η
εκκαθάριση”. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι λόγοι λύσης των
προσωπικών εταιρειών υπό το ισχύον δίκαιο του ν. 4072/2012 διαφέρουν από αυτούς
που γίνονταν δεκτοί κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και
καθορίζονται πλέον με κεντρικούς άξονες τη γενική αρχή της διατήρησης της
εμπορικής επιχείρησης και το επιβεβλημένο απομάκρυνσης από τον απόλυτα
προσωποπαγή χαρακτήρα των προσωπικών εταιρειών (ΑΠ 1157/2022, 473/2019 ΤΝΠ
ΔΣΑ). Ειδικότερα, από την άνω διάταξη του άρθρου 267 του 4072/2012 προβλέπεται
ως λόγος λύσης της ομόρρυθμης εταιρείας και η παραμονή, για οποιονδήποτε λόγο,
στην εταιρεία ενός μόνο εταίρου, εφόσον μέσα σε δύο μήνες (και ήδη τέσσερις
μήνες), δεν δημοσιευτεί στο Γ.Ε.ΜΗ. η είσοδος νέου εταίρου. Η συγκέντρωση των
εταιρικών μεριδίων σε ένα πρόσωπο είναι δυνατόν να γίνει με την απόκτηση από
έναν εταίρο των μεριδίων των άλλων με μεταβίβαση εν ζωή ή λόγω θανάτου. Με την
ως άνω πρόβλεψη δίδεται η δυνατότητα στον εναπομείναντα μόνο εταίρο να
συνεχίσει τη λειτουργία της εταιρείας με την ανεύρεση νέου εταίρου. Με τη
διάταξη αυτή εισάγεται ο θεσμός της μονοπρόσωπης ομόρρυθμης εταιρείας, πολύ
περιορισμένης όμως χρονικής διάρκειας και με ειδικό σκοπό τη διερεύνηση της
δυνατότητας διάσωσης της εταιρείας με την είσοδο νέο» εταίρου. Ενώ, κατά το προϊσχύον δίκαιο, μια τέτοια εταιρική μορφή, όταν έμενε με έναν
μόνο εταίρο, θα οδηγούσε στην άμεση λύση της εταιρείας (αφού ο εταιρικός δεσμός
προϋποθέτει τη συμμετοχή δύο τουλάχιστον προσώπων), με το νόμο 4072/2012
δίνεται η δυνατότητα παράτασης στην πράξη της εταιρικής ζωής για δύο και ήδη
τέσσερις μήνες. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η εταιρεία διατηρείται υπό το
σχήμα της μονοπρόσωπης εταιρείας και προϋπόθεση για τη συνέχισή της είναι μέσα
σε αυτή τη χρονική προθεσμία να δημοσιευθεί στο Γ.Ε.ΜΗ. η είσοδος νέου εταίρο».
Αν αυτό δεν συμβεί στην ανωτέρω προθεσμία, του άρθρο» 267 του ν. 4072/2012,
ήτοι αν παρέλθει αυτή χωρίς να δημοσιευθεί στο ΓΕΜΗ η είσοδος νέου εταίρου, η
λύση της εταιρείας επέρχεται αυτομάτως χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη
ενέργεια (ΑΠ 225/2022 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω
διατάξεων των άρθρων 249 παρ. 2, 267 και 268 ν. 4072/2012 προκύπτει ότι το
ενδεχόμενο να μείνει ένας μόνον εταίρος σε προσωπική εταιρεία, χωρίς να
εισέλθει νέος, εντός δύο και ήδη τεσσάρων μηνών, συνιστά, όπως προαναφέρθηκε,
λόγο λύσης αυτής καθώς και ότι μετά τη λύση της η εταιρεία εισέρχεται στο
στάδιο της εκκαθάρισης για τις ανάγκες της οποίας διατηρεί τη νομική
προσωπικότητά της εκτός αν οι εταίροι έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, δηλαδή να
μη γίνει εκκαθάριση, αλλά άλλος τρόπος ρύθμισης των εταιρικών εκκρεμοτήτων (ΑΠ
780/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Άνευ συμφωνίας των εταίρων το στάδιο της εκκαθάρισης
ακολουθεί υποχρεωτικώς τη λύση της εταιρείας Η εκκαθάριση αποσκοπεί στην
περάτωση των νομικών σχέσεων, που προήλθαν από τη σύσταση και τη λειτουργία της
εταιρείας και ήταν εκκρεμείς κατά το χρόνο της λύσης της. Οι εν λόγω σχέσεις
ανάγονται: α) είτε σε σχέσεις μεταξύ της εταιρίας και των τρίτων (στις οποίες
περιλαμβάνονται και οι εξωεταιρικές σχέσεις μεταξύ
εταιρίας και εταίρων, που σ' αυτή την περίπτωση αντιμετωπίζονται σαν τρίτοι),
β) είτε σε σχέσεις από την εταιρική σύμβαση, μεταξύ των εταίρων ή μεταξύ
εταίρων και εταιρίας, γ) είτε σε σχέσεις, μεταξύ των εταίρων, ως προς το καθαρό
προϊόν της εκκαθάρισης δηλαδή την ενεργητική εταιρική περιουσία, που απομένει
μετά την εκπλήρωση των εταιρικών υποχρεώσεων. Ειδικότερα, κατά το στάδιο της
εκκαθάρισης γίνεται η ρευστοποίηση του ενεργητικού, η διαπίστωση και εξόφληση
των χρεών, η απόδοση των εισφορών και η διανομή, μεταξύ των εταίρων, του καθαρού
ενεργητικού της εταιρικής περιουσίας που τυχόν απομένει, μετά την εξόφληση των
εταιρικών χρεών και την απόδοση των εισφορών. Το στάδιο της εκκαθάρισης
ομόρρυθμης εταιρείας δεν παύει, πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις αυτής και,
εάν μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής
απαίτησης ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και
συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον εκκαθαριστή. Κατά το στάδιο της
εκκαθάρισης εφαρμόζονται. ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης στο ν. 4072/2012, οι
διατάξεις του αστικού κώδικα, για την εταιρεία, ήτοι οι διατάξεις των άρθρων
777 επ. Α.Κ. (ΑΠ 219/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του εμπορικού
δικαίου δεν προβλέπεται δυνατότητα μετατροπής προσωπικής εταιρείας σε ατομική
επιχείρηση, με την έννοια ότι η τελευταία υπεισέρχεται ως οιονεί
καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρείας (ad hoc ΑΠ
1668/2023, 780/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ). Η λύση του νομικού προσώπου προσωπικής εταιρείας
(όπως είναι και η ομόρρυθμη εταιρεία), δεν θίγει την ικανότητά της να είναι
υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής
των δικών της, ούτε καν επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, διότι και μετά τη
λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρείας λογίζεται υφιστάμενη, εφόσον
τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης. Εφεξής η
εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι
εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το
δικαστήριο (πρβλ. ΑΠ 970/2019,748/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
στ. Το άρθρο 240 ΚΠολΔ ορίζει ότι "για την επαναφορά ισχυρισμών, που
υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις
σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν οι
προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται, απαραιτήτως, σε
επικυρωμένο αντίγραφο". Ειδικότερα, προς μη προταθέντες
εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες
αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, δηλ. εκείνος που για την επαναφορά τους από
προηγούμενη συζήτηση, δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Επιβάλλεται δε, η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου
240 ΚΠολΔ, για τους αυτοτελείς πραγματικούς
ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, με τις έγγραφες
προτάσεις και όχι για εκείνους, που περιέχονται στην αγωγή και συγκροτούν τη
νομική και ιστορική αιτία του αγωγικού δικαιώματος
(ΑΠ 1386/2009,729/2006 ΤΝΠ ΔΣΑ). Στην κατ’ έφεση δίκη, η επαναφορά ισχυρισμών
δια των εγγράφων προτάσεων στο εφετείο, με γενική αναφορά στις πρωτόδικες
προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών, στις προτάσεις του εφετείου, δεν
αρκεί ούτε είναι νόμιμη. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν
στο κείμενο των προτάσεων της κατ’ έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη και
το κείμενο των πρωτόδικων προτάσεων, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το
οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του συντάκτη
τους, πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου στην κατ’ έφεση δίκη διότι έτσι,
καθίστανται, οι πρωτόδικες και στο εφετείο προτάσεις, ενιαίες (ΑΠ
474/2021,258/2019,696/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την
υπ’ αριθ. 723/2025 απόφασή του, αφού έκρινε ως προς αμφότερες τις παραπάνω
ένδικες αγωγές ότι αυτές εισήχθησαν αρμοδίως και παραδεκτώς
ενώπιον του, κατ’ άρθρ. 16 αρ. 1 σε συνδυασμό με 14
παρ. I περ. β και 29 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την ειδική
διαδικασία των άρθρων 614 αρ. 1, 615 έως 620 ΚΠολΔ, ότι αυτές είναι ορισμένες και νόμιμες, στηριζόμενες
η μεν υπό στοιχείο (α) στις διατάξεις των άρθρων 281, 361, 574 επ. ΑΚ, 69, 176,619, 907 και 910 αρ.
1 ΚΠολΔ και η υπό στοιχείο (β) στις διατάξεις των
άρθρων 138, 180, 361, 479,574 επ. ΑΚ, 176,619,907 και
910 αρ. 1 ΚΠολΔ, ακολούθως,
αφού συνεκδίκασε αυτές απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη
την υπό στοιχείο (α) αγωγή και έκανε εν μέρει δέκτη την υπό στοιχείο (β) αγωγή
και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία «ΑΗ ΠΑΓΚΡΑΤΊ ΑΕ» να καταβάλει: 1)
στην πρώτη ενάγουσα: α) το ποσό των 124.916,22 ευρώ, το οποίο επιδικάστηκε σε
βάρος της πρώτης εναγόμενης δια της με αρ. . διαταγής
πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) το ποσό των
16.496,11 ευρώ για το μίσθωμα του μηνός Δεκεμβρίου 2013, με το νόμιμο τόκο από
την επομένη της ημέρας κατά την οποία αυτό κατέστη απαιτητό, ως χρέη της
επιχείρησης τα οποία είχαν δημιουργηθεί πριν από τη μεταβίβαση αυτής κατά τα
ανωτέρω και γ) το ποσό των (43.750,00 + 1.575,00 + 8.750,00 =) 54.075,00 ευρώ,
από την επομένη της ημέρας που κάθε ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και
2) στη δεύτερη ενάγουσα: α) το ποσό των 10.134,14 ευρώ, το οποίο επιδικάστηκε
σε βάρος της πρώτης εναγόμενης δια της με αρ. ./2023
διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) το ποσό
των 2.356,57 ευρώ για το μίσθωμα του μηνός Δεκεμβρίου 2023, με το νόμιμό τόκο
από την επομένη της ημέρας κατά την οποία αυτό κατέστη απαιτητό, ως χρέη της
επιχείρησης, τα οποία είχαν δημιουργηθεί πριν από τη μεταβίβαση αυτής και γ) το
ποσό των 1.250,00 ευρώ, από την επομένη της ημέρας, που κατέστη ληξιπρόθεσμο
και απαιτητό. Ως εκ τούτου η εκκαλουμένη απόφαση είναι οριστική κατά την έννοια
του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ,
καθότι κερατώθηκε όλη η δίκη και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απεκδύθηκε της
εξουσίας του επ’ αυτής, οπότε και υπόκειται σε έφεση. Κατά της εκκαλουμένης
απόφασης, ασκήθηκαν οι προαναφερθείσες: 1) υπό στοιχείο (I) από 13.72025 με αρ. κατ. ././14.7.2025 (αρ. προσδ. εφετείου ././14.7.2025) [Π1Ν .] και 2) υπό
στοιχείο (II) από 29.7.2025 με αρ. κατ. ././30.7.2025 (αρ. προσδ.
εφετείου ././30.7.2025) [ΠΙΝ .] εφέσεις, νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον οι
διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει επίδοση
της εκκαλουμένης απόφασης προς τις εκκαλούσες αμφοτέρων των εφέσεων, ενώ δεν
παρήλθε σε κάθε περίπτωση διετία από τη δημοσίευση αυτής την 26.6.2025 μέχρι
την άσκηση (κατάθεσή) τους κατά τα ανωτέρω, στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου
στις 14.7.2025 και 30.7.2025, αντίστοιχα (άρθρα 495 επ.,
511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ,
όπως το τελευταίο άρθρο ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο
τρίτο του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται, ως εκ του χρόνου έκδοσης της
εκκαλουμένης απόφασης, καθότι οι σχετικές διατάξεις του εν λόγω νόμου για τα
ένδικα μέσα, κατ’ αρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού
έχουν έναρξη εφαρμογής την 1.1.2016 (ΟλΑΠ 10/2018 ΤΝΠ
ΔΣΑ]), αρμοδίως δε φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (αρθρ. 19 ΚΠολΔ, όπως
αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/25.7.2011). Επίσης, οι
εκκαλούσες αμφοτέρων των εφέσεων κατέβαλαν τα νόμιμα παράβολα, σύμφωνα με την
παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε
με το άρθρο 1 άρθρο 3 του ν. 4335/2015 και το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του
εν λόγω άρθρου αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016.
Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, όσον
αφορά: ϊ) την υπό στοιχείο (I) έφεση, από τις υπ’ αριθ. .Γ”, Π..Γ, .Γ,
.Γ/17.7.2025, .Γ717.7.2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο
Εφετείο Αθηνών . .. . με τις παρά πόδας της
τελευταίας εξ αυτών, από ίδια ημέρα: α) απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος
εγγράφου από τον αστ/κα του AT Ελληνικού Αργυρούπολης
. . και β) υπ’ αριθ. RE.GR βεβαίωση του υπαλλήλου των ΕΛ.ΤΑ. κεντρικό
κατάστημα, . . και την υπ’ αριθ. ...2025 έκθεση επίδοσης του ιδίου δικαστικού
επιμελητή με τις παρά πόδας αυτής από ίδια ημέρα: α)
απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος εγγράφου από τον
Υ/Β του AT Γλυφάδας . . και β) υπ’ αριθ. RE.GR. βεβαίωση του υπαλλήλου των
ΕΛ.ΤΑ κεντρικό κατάστημα,. . και με την υπό στοιχείο (II) έφεση, από τις υπ’
αριθ. ./1.8.2025 και ./1.8.2025 με τις παρά πόδας
αυτής από ίδια ημέρα: α) απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος
εγγράφου από τον αστ/κα του AT Γλυφάδας . . και β)
υπ’ αριθ. RE.GR βεβαίωση του υπαλλήλου των ΕΛΤΑ κεντρικό κατάστημα, . .,
εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά . .. .,
προκύπτει αφενός ότι κλητεύτηκαν νομότυπα για να
παραστούν κατά τη δικάσιμο της 21.10.2025, όσον αφορά την υπό στοιχείο (I)
έφεση, οι τρίτος έως και όγδοη εφεσίβλητοι και όσον αφορά την υπό στοιχείο (II)
έφεση, οι έκτη και έβδομη εφεσίβλητες και αφετέρου ότι αμφότερες οι εφέσεις με
πράξεις ορισμού δικασίμου για συζήτηση αυτών την παραπάνω αναφερόμενη
ημερομηνία (21.102025), επισπεύστηκαν από τις ως άνω εκκαλούσες. Πλην όμως,
όσον αφορά την υπό στοιχείο (I) έφεση οι ως άνω τρίτος έως και όγδοη
εφεσίβλητοι και όσον αφορά την υπό στοιχείο (II) έφεση, οι ως άνω έκτη και
έβδομη εφεσίβλητες, παρότι κλήθηκαν, κατά τα ανωτέρω, δεν εμφανίστηκαν ούτε
εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εν λόγω δικάσιμο. Για το λόγο
αυτό, σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη υπό
στοιχείο (I α), πρέπει, καθόσον η έφεση επιδόθηκε νόμιμα σ’ αυτούς, να
προχωρήσει η διαδικασία σαν να ήταν αυτοί παρόντες, ενώ λαμβάνονται υπόψη το
εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης και οι προτάσεις όλων των ανωτέρω, που
κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη από εκείνους και προσκομίζονται. Περαιτέρω
και αναφορικά με την παράσταση της πρώτης εφεσίβλητης της υπό στοιχείο (II)
έφεσης ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «. . ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε», το διακριτικό
τίτλο «. Ε.Ε.» και τον αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ., που εδρεύει, πρώην στο Δήμο Αθηναίων,
οδός . αρ. . και νυν στην Αργυρούπολη Αττικής επί της
Λεωφόρου Βουλιαγμένης αρ. .-., με Α.Φ.Μ. ., λεκτέα τα ακόλουθα: Η ανωτέρω διάδικος εταιρεία παραστάθηκε
ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας
απόφασης δικάσιμο, δια του δικηγόρου της Δημητρίου Λώρου - Παπαχαραλάμπους ο
οποίος εξουσιοδοτήθηκε προς τούτο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από
αυτήν από 15.10.2025 «εξουσιοδότηση» του . . του . και της . με την ιδιότητα
του τελευταίου ως διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου
της. Ο ανωτέρω (.. .) κατέστη νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της ως άνω
διαδίκου εταιρείας με το από 15.9.2025 συμφωνητικό των εταίρων της ως άνω εταιρείας
για τροποποίηση των άρθρων 1,5,6,7,10 και αναρίθμηση
του καταστατικού της εν λόγω εταιρείας, το οποίο καταχωρήθηκε στο Γ.Ε/ΜΗ. του
ΕΒΕΑ με ΚΑΚ ., με την υπ’ αριθ. πρωτ. ./16.9.2025
ανακοίνωση αυτού, το οποίο (συμφωνητικό), κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω
μέρος, περιλαμβάνει μεταβολή της επωνυμίας της ως άνω εταιρείας σε «. . ΕΕ»
(άρθρο Ο, την αναφορά ως έδρας της το Δήμο Αργυρούπολης Αττικής (άρθρο 2*), ενώ
περαιτέρω διαλαμβάνει ειδικότερα και ότι:«(...) ί Μετά την αποχώρηση της
ομόρρυθμου εταίρου . . . του . λόγω της πτώχευσης της, το εταιρικό μερίδιο της
50 % περιττοί στο μοναδικό εναπομείναντα ετερόρρυθμο εταίρο εταιρεία «. . ΕΠΕ».
Σύμφωνα με το άρθρο 267 ν. 4072 η εταιρεία
εντός τετράμηνου για να συνεχίσει την λειτουργία της θα πρέπει να εισέλθει νέος
ομόρρυθμος εταίρος, ii. Η μοναδική ως σήμερα εταίρος
εταιρεία «. . ΕΠΕ» νομίμως εκπροσωπούμενη από την . . εκπροσωπώντας το 100% της
εταιρικής συμμετοχής αποφασίζει την μείωση του εταιρικού κεφαλαίου κατά
τριακοσίων σαράντα χιλιάδων ευρώ (340.000,00€) λόγω κάλυψης ζημιών. Οπότε το
κεφάλαιο της εταιρείας ορίζεται στο ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00€),
στο οποίο η εταιρεία «. . ΕΠΕ», ως ετερόρρυθμος εταίρος, συμμετέχει σε αυτό με
ποσοστό 100 %, iii. Για λόγους συνέχισης της
λειτουργίας της εταιρείας η μοναδική εταίρος εταιρεία «. . ΕΠΕ» νομίμως
εκπροσωπούμενη από την . . εντός του προβλεπόμενου τετράμηνου που ορίζει ο
νόμος εκχωρεί, πωλεί, μεταβιβάζει και παραδίδει το 2%
από το ποσοστό συμμετοχής της στην παραπάνω εταιρεία κατά τους όρους του
εταιρικού καταστατικού, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τον
νεοεισερχόμενο ομόρρυθμο εταίρο . . του ..» Επιπροσθέτως, ο τελευταίος (. .)
ορίστηκε με το άρθρο 6° του τροποποιηθέντος, κατά τα
ανωτέρω, καταστατικού της προαναφερθείσας ετερόρρυθμης εταιρείας με την
επωνυμία «. . ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε» και πλέον «. . ΕΕ» ως διαχειριστής αυτής. Ακολούθως,
με την υπ’ αριθ. ./2025 διάταξη της εισηγήτριας πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου
του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν, αφού έλαβε υπόψη
της το από 2.10.2025 υπόμνημα της νυν δεύτερης εκκαλούσας της υπό στοιχείο (II)
έφεσης, που κατατέθηκε ενώπιον της με αρ. πρωτ. ./6.1.2025, - όπως αναγράφεται στη σχετική διάταξη -,
στη συνέχεια διέλαβε ειδικότερα ότι: «( - )Με την W αριθμ.
70507/2025 απόφαση ταυ Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κηρύχθηκε σε κατάσταση
πτώχευσης η . . . του ., ορίστηκε ως ημερομηνία παύσης πληρωμών η 28-5-2023 και
διορίστηκε Σύνδικος της πτώχευσης ο δικηγόρος Καβάλας, Χαράλαμπος Κουφατζής. Κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης για κήρυξη
σε πτώχευση της ανωτέρω οφειλέτριας από την πιστώτριά
της . ., εκδοθείσας της άνω πτωχευτικής απόφασης
ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία το τίμημα από την πώληση 1. του ποσοστού
συμμετοχής της οφειλέτριας 61,50%, στην εταιρεία
«Ξενοδοχείο . . ΕΕ», αξίας 5.000 ευρώ, 2. των εταιρικών μεριδίων στην αλλοδαπή
εταιρεία «. . . Ltd», αξίας 13.040 βουλγαρικών λέβα, ήτοι περίπου 6.667,45 ευρώ, καθώς και τα εταιρικά
μερίδια στην αλλοδαπή εταιρεία «. . Ltd», ονομαστικής
αξίας 6.520 βουλγαρικών λέβα, ήτοι περίπου 3.333,55
ευρώ. Με βάση τα αναφερόμενα στο από 2-10-2025 Υπόμνημα της πιστώτριας
εταιρείας . ΕΠΕ, η πτωχή . ., είναι ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας με την
επωνυμία «. . & ΣΙΑ Ε.Ε» και σύμφωνα με το άρθρο 260 του Ν. 4072/2012
εξέρχεται από τη θέση του ομορρύθμου εταίρου από τη
δημοσίευση της πτωχευτικής απόφασης στις 28-5-2025 και εφόσον μέσα σε 4 μήνες
δεν δημοσιευτεί στο ΓΕΜΗ η είσοδος νέου εταίρου, λύνεται η εταιρεία κατά το
άρθρο 267 του Ν. 4072/2012, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 227 του Ν.
4403/2016. Αναφέρει επίσης η πιστώτριά ότι έγινε τροποποίηση του καταστατικού
της ετερόρρυθμης εταιρείας με ανακοίνωση προς το ΓΕΜΗ στις 16-9-2025 με αρ. πρωτ. . και εισήλθε στα
δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρείας ο έτερος εταίρος, στον οποίο
μεταβιβάσθηκαν τα εταιρικά μερίδια της πτωχής, ποσοστού συμμετοχής 50%,
ενιστάμενη η πιστώτριά ότι το άνω ποσοστό των εταιρικών μεριδίων ανήκει στην
πτωχευτική περιουσία και μόνο ο Σύνδικος της πτώχευσης νομιμοποιείται στις
σχετικές ενέργειες. Επί του άνω Υπομνήματος επισημαίνεται ότι τα εταιρικά
μερίδια συμμετοχής της πτωχής, κατά ποσοστό 50%, με την ιδιότητα της ομορρύθμου εταίρου στην εταιρεία με την επωνυμία «. . &
ΣΙΑ ΕΈ», δεν έχουν συμπεριληφθεί στην πτωχευτική απόφαση. Εντούτοις αποτελούν
μέρος της πτωχευτικής περιουσίας από την κήρυξη της πτώχευσης και μόνο ο
Σύνδικος της πτώχευσης νομιμοποιείται σε σχετικές ενέργειες για τη διαφύλαξη
της πτωχευτικής περιουσίας Συνεπώς καλείται ο Σύνδικος της πτώχευσης να λάβει
γνώση των ανωτέρω και να ενεργήσει τα δέοντα προς όφελος των πιστωτών και τη
διαφύλαξη της πτωχευτικής περιουσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Καλείται ο Σύνδικος της πτώχευσης, . ., να
προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια για τη διαφύλαξη της πτωχευτικής περιουσίας της
πτώχευσης της . - . ., να αναρτήσει την παρούσα στο Ηλεκτρονικό Μητρώο
Φερεγγυότητας και να την κοινοποιήσει προς το Γενικό Εμπορικό Μητρώο. Διατάσσει
την ειδοποίηση του συνδίκου από τη Γραμματεία των πτωχεύσεων με κάθε πρόσφορο
μέσο. Δημοσιεύτηκε στις 7-10- 2025». Κατόπιν αυτού, μετά από σχετική αίτηση του
ανωτέρω συνδίκου εκδόθηκε η υπ’ αριθ. πρωτ.
./20.10.2025 ανακοίνωση του Γ.Ε.ΜΗ του ΕΒΕΑ, στην οποία αναφέρεται ότι: «Την
20/10/2025 καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), με ΚΑΚ ., η από
8/10/2025 αίτηση του συνδίκου της πτώχευσης (. .) της ομόρρυθμου εταίρου (.. .)
της εταιρείας ". . ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε" με αρ. ΓΕΜΗ
. κατόπιν της υπ' αρ. 287/2025 Διάταξης της
Εισηγήτριας της πτώχευσης κας . ., σύμφωνα με την
οποία αιτείται η διαγραφή της από 16/09/2025 καταχώρησης της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ που
έλαβε αριθμό ΚΑΚ . και αρ. πρωτ.
./16-09- 2025 και αφορούσε τροποποίηση των άρθρων τα 1,5,6,7,10 της ανωτέρω
εταιρείας. Η ανωτέρω ανακοίνωση διαγράφεται από το ΓΕΜΗ σύμφωνα με το άρθρο 27
παρ. 2 του Ν.4919/2022 με αναδρομική ισχύ ». Ενόψει όλων των ανωτέρω αδιαστίκτως προκύπτει ότι μετά την, σύμφωνα με τα
εκτιθέμενα στην σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (I δ), κατ
αρθρ. 27 παρ. 2 του ν. 4919/2022, με αναδρομική ισχύ
διαγραφή της προαναφερθείσας καταχώρησης στο Γ.Ε.ΜΗ., που είχε λάβει αριθμό ΚΑΚ
. και αρ. πρωτ.
./16-09-2025 και αφορούσε, μεταξύ άλλων και το διορισμό του . . ως διαχειριστή
της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «. . ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε», αυτός
(διορισμός), κατά τον ως άνω χρόνο της 15.10.2025, οπότε και εξουσιοδότησε,
κατά τα ανωτέρω, με την εν λόγω ιδιότητά του τον προαναφερθέντα δικηγόρο, ώστε
εκείνος να ενεργήσει ως πληρεξούσιος δικηγόρος της παραπάνω διαδίκου εταιρείας
ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 21.10.2025, ήτοι σε χρόνο
μεταγενέστερο της ανωτέρω διαγραφής, δεν είχε την ανωτέρω ιδιότητα, δυνάμει της
οποίας, κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική ως άνω νομική σκέψη υπό στοιχείο (I β) δύνατο να προβεί στην προαναφερθείσα εξουσιοδότηση, με
αποτέλεσμα να ελλείπει εν προκειμένω η αναγκαία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη υπό στοιχείο (I γ), δικαστική
πληρεξουσιότητα εκπροσώπησης της παραπάνω διαδίκου εταιρείας, ενώπιον του
παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα και με την προβληθείσα
από τις εκκαλούσες της υπό στοιχείο (II) έφεσης σχετική ένσταση, ενώ τα
περιεχόμενα στις προτάσεις αυτών σχετικά ως άνω έγγραφα, παραδεκτά
προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 529 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω του χρόνου
έκδοσής τους.
Εξάλλου, κρίνεται ότι οι ανωτέρω ελλείψεις,
σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπηση της ανωτέρω διαδίκου εταιρείας και την
εξουσιοδότηση, που απαιτείται για τη διεξαγωγή, της παρούσας δίκης στον
προαναφερθέντα δικηγόρο, δεν μπορούν να συμπληρωθούν ώστε να αναβληθεί η
πρόοδος της δίκης και να ορισθεί προθεσμία για τη συμπλήρωση αυτών (ελλείψεων),
κατά τα οριζόμενα ως άνω στη νομική σκέψη υπό στοιχείο (I γ) και τούτο διότι,
σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο
(I ε), κατ’ άρθρο 260 ν. 4072/2012, η κήρυξη σε πτώχευση της ομορρύθμου εταίρου της παραπάνω διαδίκου εταιρείας, . . .
του ., την 28.5.2023 κατά τα ανωτέρω, επέφερε την έξοδό της από την εν λόγω
εταιρεία, μη υπάρχουσας αντίθετης πρόβλεψης στο καταστατικό της εν λόγω
εταιρείας, ενώ περαιτέρω παρήλθε διάστημα μείζον των τεσσάρων μηνών από την
κήρυξη της ως άνω πτώχευσης χωρίς την είσοδο νέου εταίρου, λόγω της
προαναφερθείσας αναδρομικής διαγραφής της εισόδου σ’ αυτήν του .. . ως
διαχειριστή της με αποτέλεσμα, κατά την ίδια ανωτέρω νομική σκέψη, να λυθεί η
εν λόγω εταιρεία και να εισέλθει στο στάδιο της εκκαθάρισης, όπου διατηρεί τη
νομική προσωπικότητά της, απορριπτομένου ως εκ τούτου
το σχετικού προβαλλομένου από τις εκκαλούσες ισχυρισμού περί έλλειψης
νομιμοποίησης αυτής ως μη νομίμου. Κατόπιν αυτού η
παράσταση της πρώτης εφεσίβλητης της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης ενώπιον του
παρόντος Δικαστηρίου δεν κρίνεται νόμιμη, γι’ αυτό και πρέπει αυτή να θεωρηθεί
ως δικονομικά απούσα και ως εκ τούτου ως ερήμην δικαζόμενη και να προχωρήσει η
διαδικασία σαν να ήταν και αυτή παρούσα, ενώ λαμβάνονται υπόψη το εισαγωγικό
δικόγραφο της δίκης και οι προτάσεις της που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη
από εκείνη και προσκομίζονται, σύμφωνα, επίσης με τα διαλαμβανόμενα παραπάνω
στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (I α). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω,
αμφότερες οι εφέσεις είναι τυπικά δεκτές και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν
λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους καθώς αφορούν την ίδια ένδικη περίπτωση και
διότι με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθ. 31, 246 και
524 παρ.1 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (αρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την
ίδια διαδικασία, όπως και πρωτοδίκως.
Ακολούθως και αναφορικά με το προβαλλόμενο
ισχυρισμό των εκκαλουσών της υπό στοιχείο (II) έφεσης - πρώτης και δεύτερης των
εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο (I) έφεσης, όπως
εκτιμάται, περί του ότι στα δικόγραφα των προτάσεων' της εκκαλούσας της υπό
στοιχείο (I) έφεσης - δεύτερης εφεσίβλητης της υπό στοιχείο (II) έφεσης δεν
έχουν ενσωματωθεί οι προβληθέντες ενώπιον του
πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρισμοί αυτής, από την επισκόπηση του δικογράφου
αυτής, που αφορά την έφεση της ιδίας, προκύπτει ότι παραδεκτά, σύμφωνα με τα
εκτιθέμενα στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (I στ),
έχουν ενσωματωθεί οι εν λόγω πρωτοβάθμιοι ισχυρισμοί αυτής, καθώς στο κείμενο
των προτάσεων της κατ’ έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο το κείμενο των
πρωτόδικων προτάσεων, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο
καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του συντάκτη τους,
πληρεξουσίου δικηγόρου της στην κατ’ έφεση δίκη (ΑΠ 474/2021 ο.π.).
ΙΙ. a. Περαιτέρω, η καταγγελία είναι
διαπλαστικό μη αυτοτελές δικαίωμα (Μπαλής, Γεν.Αρχ.
1961, παρ. 28, σελ. 88, Παπαδάκης, Αγωγές, 1990, άρθρ. 1194) και ασκείται με
μονομερή δήλωση που απευθύνεται προς τον αντισυμβαλλόμενο (ΕφΠειρ
1344/95 ΕλλΔνη 37.1152), έχει δε σκοπό τη λύση μιας
διαρκούς ενοχικής σχέσης για κάποιο νόμιμο λόγο. Η καταγγελία, ούσα άτυπη
δικαιοπραξία, μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, να συνάγεται, δηλαδή από ορισμένη
συμπεριφορά του καταγγέλλοντας, εφόσον, ο αντισυμβαλλόμενός του όφειλε σύμφωνα
με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αντιληφθεί τη συγκεκριμένη
συμπεριφορά ως καταγγελία (Π. Κορνηλάκης Ειδικό
Ενοχικό Δίκαιο Π, 2005, σελ. 197, Χαρ. Παπαδάκης Αγωγές Απόδοσης μισθίου, τόμος 1ος, Τρίτη έκδοση 2006, No
2295, σελ. 649). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 281,288,588,672,752 και
766 του ΑΚ, τα οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 44 του π. δ. 34/1995,
εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, αλλά και στις μετά την 28η-2-2014
νέες τοιαύτες (άρθρ. 13 παρ. Ια του ν. 424272014)
συνάγεται γενική αρχή του Δικαίου, κατά την οποία επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση
να καταγγελθεί μία διαρκής έννομη σχέση, όπως είναι και η εμπορική μίσθωση, για
σπουδαίο λόγο. Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται κάθε περιστατικό που, κατά την καλή
πίστη σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη
περίπτωση, συντελεί ώστε να μην είναι πλέον ανεκτή η διατήρηση της ενοχικής
σχέσης έως το χρόνο της λήξης της. Μη ανεκτή είναι η συνέχισή της και όταν,
σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, γίνεται υπέρμετρα
δυσβάστακτη είτε για τα δύο μέρη είτε για το ένα μόνο από αυτά, όπως συμβαίνει
σε περίπτωση που επήλθε ουσιώδης μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων
αμφοτέρων των μερών ή του ενός μέρους, ανεξάρτητα από τη συνδρομή ή όχι
οποιοσδήποτε υπαιτιότητας στην επέλευση της μεταβολής αυτής. Τα περιστατικά, που συνιστούν σπουδαίο λόγο
αφορούν συνήθως στον αποδέκτη της καταγγελίας, δεν αποκλείεται όμως να
ευρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος. Περαιτέρω, η συνδρομή
ή όχι σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δεν απαιτείται
δηλαδή, κατ' αρχήν, πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία.
Αν, όμως, εκείνος που καταγγέλλει είναι υπαίτιος, δεν επιτρέπεται να προβεί σε
καταγγελία, διότι είναι επίσης Γενική Αρχή του Δικαίου, συναγόμενη από τα άρθρα
200,281 και 288 του ΑΚ, άτι κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει ωφελήματα από
παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά που οφείλεται σε υπαιτιότητά του (ΑΠ1030/2015
ΤΝΠ ΔΣΑ). Ειδικά, για την πρόωρη καταγγελία της εμπορικής μίσθωσης για την
οποία ο Νόμος έχει θεσπίσει και ειδικούς προς τούτο λόγους για αμφότερους τους
συμβαλλόμενους, το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου πρέπει να προσδιορίζεται
στενά (ΑΠ 639/2007 ΕΠ.Δικ. Πολ. 2007,354, ΑΠ 441/2000
ΕλλΔνη 41, 1353, ΕφΠατρ
886/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για τη συγκεκριμενοποίηση της έννοιας του σπουδαίου λόγου
μπορεί να γίνει και στάθμιση του συμφέροντος του καταγγέλλοντος για πρόωρη λύση
της σύμβασης με το συμφέρον του αντισυμβαλλομένου για διατήρηση της σύμβασης
μέχρι την κανονική λύση της. Τα συγκροτούντο τον σπουδαίο αυτό λόγο περιστατικά
πρέπει να αποτελούν και το περιεχόμενο της καταγγελίας. Αν δεν συντρέχουν οι
επικαλούμενοι λόγοι της καταγγελίας, αυτή είναι άκυρη, δηλαδή θεωρείται σαν να
μην έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ) και δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα. Συνεπώς, δεν
επέρχεται λύση της μίσθωσης και ο μισθωτής οφείλει μίσθωμα, ανεξάρτητα αν
χρησιμοποιεί το μίσθιο ή όχι (ΑΠ 33/2014, ΑΠ 1516/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 574
και 596 ΑΚ (σε συνδυασμό με άρθρο 44 ΠΔ/τος 34/1995) προκύπτει ότι επί μίσθωσης
ορισμένης διάρκειας ο μισθωτής, στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου, υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα
στον εκμισθωτή, και αν ακόμη αδυνατεί από λόγους που αφορούν τον ίδιο ή δεν
θέλει να κάνει χρήση του μισθίου. Έτσι, αν ο μισθωτής
εγκαταλείψει το μίσθιο πριν από τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου χωρίς νόμιμο ή
συμβατικό δικαίωμα, η μίσθωση δεν λύνεται και ο μισθωτής υποχρεούται να
καταβάλει το μίσθωμα για ολόκληρο το μέχρι τη λήξη υπόλοιπο χρόνο της μίσθωσης,
έστω και αν δεν κάνει χρήση του μισθίου για λόγους
που αφορούν τον ίδιο, ή δεν οφείλει κανένα μίσθωμα κατά το χρόνο της
εγκατάλειψης του μισθίου (ΑΠ 1548/2018, 1582/2014 ΤΝΠ
ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 232/2020 ΤΝΠΔΣΑ).
£· Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 185,
189, 192,361,574, 599,608 παρ. I ΑΚ συνάγεται ότι λύση της εμπορικής μισθώσεως
είναι δυνατόν να επέλθει μετά την κατάρτιση αυτής, στα πλαίσια της αρχής της
ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, με
νεότερη συμφωνία των μερών, η οποία μπορεί να είναι και σιωπηρή και η οποία
υπάρχει και όταν, προ της παρελεύσεως του συμβατικού ή νομίμου
χρόνου, ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και ο τελευταίος το
παραλαμβάνει, με σκοπό την λύση της μισθώσεως, για την απόδειξη δε της
συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, που προβλέπεται από
την διάταξη του άρθρου 5 του ΕΔ. 34/1995 (ΑΠ 236/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η απόδοση του
μισθίου, προς το σκοπό να λυθεί η μίσθωση, στον
εκμισθωτή, ο οποίος δεν αρνείται την παραλαβή του, έστω κι εάν διατυπώσει
επιφυλάξεις ως προς την κατάσταση του μισθίου,
συνεπάγεται την άμεση λύση της μίσθωσης (ΑΠ 998/2006, ΕφΛαρ
232/2020 ο. π., ΕφΘεσ 1544/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
χ. Με τον όρο απόδοση του μισθίου
νοείται η από μέρους του μισθωτή ή άλλου κατόχου παράδοση της κατοχής του μισθίου. Αν πρόκειται για μίσθιο που ασφαλίζεται με
κλειδαριά η παράδοση των κλειδιών στον εκμισθωτή επαναθέτει το μίσθιο στη
διάθεση του εκμισθωτή, ώστε να μπορεί αυτός να ασκήσει τη φυσική εξουσία πάνω
στο πράγμα ακώλυτα και σε οποιαδήποτε στιγμή, κατά αναλογική εφαρμογή της
διάταξης του άρθρου 976 εδ.β' ΑΚ. Για να χωρήσει, όμως, παράδοση της κατοχής κατά τα ανωτέρω
απαιτείται ο μεν κάτοχος να αποξενωθεί από κάθε μορφής φυσική εξουσία επί του
πράγματος, ο δε αποκτών να την αποκτήσει, και η μετακίνηση αυτή (υλική ή
σωματική) να γίνει με τη βούληση αμφοτέρων, ήτοι να χωρήσει
σύμβαση (Χαρ. Παπαδάκης Αγωγές Απόδοσης μισθίου,
τόμος 2ος, Τρίτη έκδοση 2007, No 2863, σελ. 60).
Περαιτέρω, η απόδοση του μισθίου
γίνεται στον τόπο στον οποίο βρίσκεται, όπου πρέπει να μεταβεί ο εκμισθωτής να
το παραλάβει (χρέος άρσιμο - 321 ΑΚ). Σε περίπτωση δε
λύσης της μίσθωσης λ.χ. λόγω καταγγελίας και προσφοράς (κατ’ ακριβολογία
πρόσκλησης σε παραλαβή) το» μίσθιου από το μισθωτή στον εκμισθωτή, ο τελευταίος
υποχρεούται να το παραλάβει (καθότι στο άρσιμο χρέος
η πρόσκληση έχει ως αντικείμενο τη σύμπραξη του δανειστή στην εκπλήρωση της
παροχής) ειδάλλως περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή (άρθρο 351 ΑΚ) (Χαρ.
Παπαδάκης Αγωγές Απόδοσης μισθίου, τόμος 2ος Τρίτη
έκδοση 2007, No 2870-2871, σελ. 62,63).
ΙΙΙ. α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των
άρθρων 574 επ του ΑΚ με αυτές των άρθρων 785, 787,
793, 480, 481, 494 παρ. 1 και 495 του ΑΚ, που ρυθμίζουν τις εσωτερικές και
εξωτερικές σχάσεις των κοινωνών στις περιπτώσεις που από το νόμο ή τη σύμβαση
δημιουργείται ενοχή εις ολόκληρον ή κοινή ενοχή,
δηλαδή ενοχή, της οποίας η παροχή είναι αδιαίρετη, εκτός των άλλων, προκύπτει
και ότι η ενοχή που δημιουργείται από τη μίσθωση για παραχώρηση της χρήσεως στο
μισθωτή ή για την από τον τελευταίο προς τον εκμισθωτή απόδοσή της είναι
αδιαίρετη, χωρίς να προσκρούει τούτο στην ΑΚ 480, επειδή η διάταξη αυτή δεν
αποκλείει άλλη μορφής συμμετοχή στο δικαίωμα (ΕφΑΘ
6762/2005 ΕλλΔνη 47.1112, ΤΝΠ ΔΣΑ, Σκούρας στον ΑΚ
Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, αρθρ. 785 αριθ. 26, Φίλιος
στην ΕρμΑΚ, άρθ. 785 αρ. 66
και 69). Και τούτο διότι σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 α’ ΚΠολΔ
Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα
εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι
ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας
των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες
αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους οι πράξεις του
καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη
δίκη ή έχουν προσεπικληθεί αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται
από εκείνους που παρίστανται". Ειδικότερα, η διάταξη αυτή προσδίδει
ευρύτερα όρια στην έννοια της αναγκαστικής ομοδικίας εφόσον αναφέρεται σε όλες
τις περιπτώσεις στις οποίες αν και δεν υπάρχει κίνδυνος συγκρούσεως δεδικασμένου, δεν νοείται, όμως η έκδοση αντιφατικών
αποφάσεων, αλλά κατά τους κανόνες της λογικής και το» δικαίου επιβάλλεται η
έκδοση όμοιας απόφασης Έτσι, αναγκαστική ομοδικία υφίσταται και σε κάθε
περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει πλήρης ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης
κάθε ομοδίκου, καθόσον η λογική αναγκαιότητα
επιβάλλει την έκδοση όμοιας απόφασης και, συνεπώς δεν είναι νοητή η έκδοση
αντίθετων αποφάσεων. Πράγματι, λόγω του αδιαίρετου της χρήσης του μισθίου, που αποτελεί τη βάση του μισθωτικού δικαιώματος
δεν νοείται η έκδοση διαφορετικών αποφάσεων, ώστε η ίδια νομική πράξη
(μισθωτική σύμβαση) να είναι έγκυρη για τον ένα από τους συνεκμισθωτές
και βέβαια, κατ’ ανάλογο ποσοστό και κατά το υπόλοιπο άκυρη (ΑΠ
42/2016,1683/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ). Συνακόλουθα, μεταξύ των πολλών συνεκμισθωτών,
η μίσθωση, σε σχέση προς τη ρύθμιση των εσωτερικών σχέσεων, διέπεται
από τις περί κοινωνίας διατάξεις (άρθρο 785 επ ΑΚ, ΑΠ
481/1971 ΝοΒ 19. 1269, ΕφΑΘ
6762/2005 ο.π., ΕφΘεσ
2591/1999 Αρμ 54, 29, Σκούρας στον ΑΚ Γεωργιάδη -
Σταθόπουλο, άρθ. 785, αριθ. 26), οι οποίες κάνουν διάκριση μεταξύ πράξεων'
διάθεσης (άρθρο 793 ΑΚ) και πράξεων διοίκησης - διαχείρισης (άρθρο 788 επ ΑΚ) (ΕφΑΘ 7021/2006 ΕλλΔνη 2007.916, ΕφΛαρ 295/2001
ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2001.432, ΕφΑΘ 6576/1994 ΕλλΔνη 1995.1605, ΑΠ1379/1991 ΕλλΔνη
1992.1212,1. Κατράς, Πανδέκτης Μισθώσεων και Οροφοκτησίας, 9η έκδοση - 2009, παρ. 21, σελ. 158 - 159, X.
Παπαδάκης, Αγωγές Απόδοσης Μισθίου, 3η έκδοση - 2006,
παρ. 14, σελ. 167).
β. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 789
ΑΚ με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθορισθεί για το κοινό
αντικείμενο ο προσήκων τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης. Η
πλειοψηφία λαμβάνεται κατά to μέγεθος των μερίδων.
Στις εν λόγω πράξεις τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης περιλαμβάνεται και η
σύμβαση μίσθωσης του κοινού αντικειμένου, καθώς και κάθε άλλη πράξη, η οποία
τείνει στη διατήρηση ή άρση των συνεπειών της μισθώσεως, όπως η παράταση, η ανανέωση
- αναμίσθωση ή η τροποποίηση της συμβάσεως μισθώσεως
ή καταγγελία αυτής. Η απόφαση της πλειοψηφίας που λήφθηκε μέσα στα πλαίσια του
άρθρου 789 ΑΚ δεν αφορά μόνο τις εσωτερικές σχέσεις των κοινωνών, αλλά ενέχει
και εξουσία αντιπροσωπεύσεως και συνακόλουθα είναι έγκυρη και δεσμεύει όλους
τους κοινωνούς, δηλαδή και εκείνους που διαφώνησαν και μειοψήφησαν (ΑΠ
665/2008, 1259/2007,255/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κατράς, Παδέκτης Μισθώσεων σελ. 255 παρ. 2). Όπως προαναφέρθηκε
πράξεις τακτικής διοικησεως και διαχειρίσεως του
κοινού πράγματος αποτελούν, μεταξύ άλλων, η εκμίσθωση του πράγματος, η παράταση
της διάρκειας λήγουσας ή λήξασας μισθώσεως και η ανανέωση αυτής, ουσιώδες δε
στοιχείο κατά νόμο της συμβάσεως μισθώσεως εκτός από τη χρήση και τη διάρκεια
είναι και ο καθορισμός μισθώματος. Επομένως αποτελεί πράξη τακτικής διοικήσεως
και διαχειρίσεως τόσο η αρχική σύναψη της μισθώσεως όσο και η παράταση ή
ανανέωση αυτής που περιλαμβάνει και καθορισμό μισθώματος, ίσου ή μικρότερου
ή υψηλότερου, σε σχέση
με το προηγουμένως καταβαλλόμενο, που
καταρτίζεται εγκύρως στο πλαίσιο
εφαρμογής του άρθρου 789 του ΑΚ. από την πλειοψηφία των συνεκμισθωτών
όχι μόνο για νέα χρονική διάρκεια της μισθώσεως, αλλά και για το καταβλητέο
μίσθωμα (μικρότερο ή υψηλότερο σε σχέση με το προηγουμένως καταβαλλόμενο).
Δηλαδή η πράξη διοικήσεως - διαχειρίσεων για την οποία απαιτείται πλειοψηφία
των συνεκμισθωτών, περιλαμβάνει τόσο την νέα διάρκεια
της μισθώσεως όσο και το νέο μίσθωμα. Επομένως η νέα μίσθωση, με την έννοια της
αναμισθώσεως στο πλαίσιο εφαρμογής της ελευθερίας των
συμβάσεων (άρθρα 436, 361 ΑΚ), εφόσον επιτρεπτός συνάπτεται από την πλειοψηφία
των συνεκμισθωτών, δεσμεύει την μειοψηφία τόσο ως
προς την διάρκεια όσο και ως προς το ύψος του μισθώματος και όχι μόνο ως προς
το πρώτο υπό την έννοια ότι η μειοψηφία των μισθωτών δεν θα δικαιούται να
αξιώσει για τη μερίδα της το τυχόν αυξημένο μίσθωμα που καταβαλλόταν πριν από
την παράταση ή την ανανέωση της μισθώσεως. Εξάλλου, το δικαίωμα αναπροσαρμογής
του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσεως, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να
επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσεως της μισθώσεως,
μεταβαλλόμενης ως προς το ύψος του μισθώματος από της ασκήσεως της αγωγής Όμως,
το δικαίωμα τούτο δεν είναι αδιαίρετο κατά την κτήση ή την άσκησή του, αφού
μάλιστα η χρηματική παροχή του μισθώματος έχει διαιρετό αντικείμενο. Συνεπώς,
κατά την κρατήσασα στη νομολογία άποψη σε περίπτωση
υπάρξεως περισσότερων εκμισθωτών, καθένας, από αυτούς, σύμφωνα με τον κανόνα
του άρθρου 480 ΑΚ, δικαιούται να ζητήσει την αναπροσαρμογή του μισθώματος, στο ποσοστό
που αντιστοιχεί στην ιδανική του μερίδα επί του κοινού μίσθιου πράγματος (ΑΠ
1746/2006, 871/2003, αντιθ. ΑΠ 1020/2003 ΤΝΠ ΔΣΑ) και σε περίπτωση επίτευξης
συμφωνίας για τον καθορισμό του μισθώματος μεταξύ του μισθωτή και της
πλειοψηφίας των εκμισθωτών, η τελευταία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκπροσωπεί
και τον εκμισθωτή που δεν συμμετείχε στη συμφωνία. Τα προαναφερθέντα όμως
ισχύουν κατά την εξέλιξη και λειτουργία της συμβάσεως μισθώσεως μέσα στα νόμιμα
όρια που ορίζονται από το πδ. 34/1995 για τις εμπορικές
μισθώσεις αναγκαστικά και με την προϋπόθεση αναπροσαρμογής στο ίδιο χρονικό
διάστημα που ορίζονται από την ίδια ειδική νομοθεσία αλλά και τον ΑΚ (288,388
ΑΚ) και δεν αφορούν την κατάρτιση νέας συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως με την
έννοια και της αναμισθώσεως ή ανανεώσεως, η οποία
κατά τα προαναφερθέντα αποτελεί πράξη τακτικής διαχειρίσεως καταρτιζόμενη
εγκύρως επί κοινωνίας συνεκμισθωτών από την
πλειοψηφία τους, η οποία δεσμεύει και τους μειοψηφίσαντες,
χωρίς η νέα αυτή συμφωνία σε σχέση με τον καθορισμό του μισθώματος για τη
λειτουργία και εξέλιξή της στο μέλλον να ενέχει την έννοια της αναπροσαρμογής
μεμονωμένα του μισθώματος που ίσχυε μέχρι τη λήξη της χρονικής διάρκειας της
προηγούμενης μίσθωσης (ad hoc ΑΠ 635/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ).
γ. Ενόψει όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι,
πλην άλλων και η καταγγελία από την πλευρά των συνεκμισθωτών
της σύμβασης μίσθωσης κοινού αντικείμενου συνιστώ πράξη τακτικής διοίκησης και
εκμετάλλευσης αυτού (ΕφΑΘ 9789/1998, ΕλΔ 40,1612, Χαρ. Παπαδάκη, Αγωγές Απόδοσης Μισθίου 1990, § 19, 10, 181, Σκούρας, ο.π.,
άρθ. 789, αριθ. 12), η οποία ενεργείται από τους κοινωνούς κατά τις διατάξεις
περί κοινωνίας, δηλ. από όλους μαζί, ή από τους κοινωνούς που διαθέτουν την
πλειοψηφία των μερίδων, οι οποίες σε περίπτωση αμφιβολίας είναι ίσες (ΑΚ 785 §
2) ή το διαχειριστή που ενδεχομένως διορίστηκε από τους κοινωνούς ή το
δικαστήριο, ο οποίος είναι γενικός εντολοδόχος όλων των συγκοινωνών και ασκεί
τις πράξεις αυτές για λογαριασμό όλων (ΕφΘεσ 2591/
1999 Αρμ. 54,29, ΕφΑΘ 9789/1998, ο.π.).
Στα πλαίσια της ΑΚ 789 στην πλειοψηφία των κοινωνών ανήκει και η εξουσία να
αντιπροσωπεύσει τους κοινωνούς απέναντι των τρίτων (Σκούρας, ο.π., άρθ. 789, αριθ. 32), στην περίπτωση δε αυτή εμπίπτει
στα όρια της αντιπροσωπεύσεως και η παθητική νομιμοποίηση της πλειοψηφίας να
δεχτεί επιδιδόμενη σ’ αυτήν εξώδικη δήλωση του τρίτου μισθωτή του ακινήτου,
περιέχουσα δήλωση βουλήσεως (διαπλαστικού χαρακτήρα μονομερή δικαιοπραξία
έχουσα ορισμένο λήπτη, Μπαλή Γεν· αρχές, παρ. 33), όπως είναι η καταγγελία της
μισθώσεως, όταν προβλέπεται δικαίωμα καταγγελίας από το νόμο ή από τη σύμβαση.
Έτσι εάν οι εκμισθωτές είναι περισσότεροι η καταγγελία απευθύνεται και
επιδίδεται σε όλους ή τουλάχιστον προς την πλειοψηφία (ad hoc ΕφΑΘ 6762/2005 ο.π., σχετ. ΕφΠειρ 598/2021 ΤΝΠ ΔΣΑ,
Φλούδα, § 94 και 147 σελ. 115, αντιθ. ΑΠ 1818/2007, όπου δέχεται ότι αν η
καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως γίνει από το μισθωτή ή τους συμμισθωτές πρέπει να ασκείται εναντίον όλων των συνεκμισθωτών, αλλά και αν η καταγγελία της μίσθωσης
γίνεται από όλους τους συνεκμισθωτές πρέπει να
γίνεται κατά όλων των συμμισθωτών στην περίπτωση που
αυτοί είναι περισσότεροι του ενός και Χαρ. Παπαδάκη, Σύστημα Εμπορικών
Μισθώσεων, ο.π., ο οποίος δέχεται ότι η καταγγελία
πρέπει να ασκηθεί εναντίον όλων των συνεκμισθωτών).
& Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 480
ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας το δικαίωμα περισσοτέρων να λάβουν παροχή διαιρετή,
δεν είναι εις ολόκληρον. Εάν δε το μίσθωμα είναι ως
συνήθως χρηματικό, η παροχή είναι διαιρετή και, επομένως οι περισσότεροι
εκμισθωτές υποχρεούνται στην είσπραξη ή καταβολή αντιστοίχως αναλόγου προς τη μερίδα τους εκτός αν συμφωνήθηκε ενοχή εις
ολόκληρο (ΑΠ 61/2024, 639/2023 ΤΝΠ ΔΣΑ), ο δικό νομικός δε δεσμός των συνεκμισθωτών στην προκειμένη περίπτωση είναι αυτός της
απλής ομοδικίας (άρθρο 74 ΚΠολΔ) (ΑΠ
1697/2023,686/2020, ΕφΠειρ 582/2022, ΕφΛαρ 651/2022 ΤΝΠ ΔΣΑ).
IV α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση
διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν
και υποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος
ορίζει διαφορετικά, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 111 παρ. 2 ΚΠολΔ καμία κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση για δικαστική
προστασία δεν μπορεί να εισαχθεί στο δικαστήριο χωρίς να τηρηθεί προδικασία,
εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 Κ.ΠολΔ. είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής
επιτρέπεται, όμως στον ενάγοντα, με τις κατατιθέμενες κατά το άρθρ. 237 παρ. 1
του ίδιου Κώδικα, προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να συμπληρώσει,
διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται έτσι
η βάση της αγωγής του. Με το εδ. α’ καθιερώνεται η
αρχή της απαγόρευσης της μεταβολής της βάσης της αγωγής για λόγους αποτροπής
αιφνιδιασμού του εναγομένου και παγιοποίησης του
αντικειμένου της δίκης και συνακόλουθα της αποδεικτικής διαδικασίας και της
διάγνωσης από το δικαστήριο. Ως βάση της αγωγής της οποίας δεν επιτρέπεται η
μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής ήτοι το σύνολο των γεγονότων
(πραγματικών περιστατικών) επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (ΟλΑΠ 2/1994, Α.Π. 473/2022, 1110/2020, Α.Π. 1152/2017,
1087/2014,460/2013, 309/2011, 1261/1993 ΤΝΠ ΔΣΑ) (ανεξαρτήτως του δοθέντος από
τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού), χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι
εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Μεταβολή της ιστορικής βάσης της
αγωγής η οποία επάγεται το, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη
νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα
οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή
προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση ή μεταβάλλεται η σειρά των
περισσοτέρων βάσεων, που ασκούνται επικουρικώς. Έτσι, η επίκληση νέων
πραγματικών περιστατικών με τις προτάσεις είναι απαράδεκτη, εφόσον χωρίς αυτή η
αγωγή ήταν απορριπτέα ως αόριστη. Αντιθέτως, είναι επιτρεπτή η με τις προτάσεις
εξειδίκευση πραγματικών γεγονότων, στα οποία στηρίζεται ο νομικός
χαρακτηρισμός, καθώς και η επίκληση των πραγματικών γεγονότων, που είναι
παραγωγικά ενός δικαιώματος. Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής υπάρχει
όταν η προσθήκη, που γίνεται, αφορά το αντικείμενο της δίκης, την επίδικη
έννομη σχέση, της οποίας η διάγνωση δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την προσθήκη. Η
κατά παράβαση του άρθρου 224 Κ-ΠολΔ. μεταβολή της
βάσης της αγωγής ή η ανεπίτρεπτη συμπλήρωση ισχυρισμών, καθιστά απαράδεκτη αυτή
(ΑΠ 1110/2020 ό.π). Δεν συνιστά, όμως, όμως,
απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής Ί συγκεκριμενοποίηση
αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις
προτάσεις του ή από το δικαστήριο, με βάση τα ειδικότερα περιστατικά, που προκύπτουν
από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική
έννοια, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή,
ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα ή η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή
του αποδεικτικού πορίσματος του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν
ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συναστούν μη
αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα
του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (Α.Π,
1110/2020 δημ. ΤΝΠ Νόμος), αρκεί έτσι να μην
μεταβάλλεται ριζικά η έννοια αυτή και να προσδίδεται σε αυτήν εντελώς
διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής. Και
στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν λαμβάνονται υπόψη του περιστατικά που
προστέθηκαν και προβάλλονται το πρώτον με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση
έφεσης, προς συμπλήρωση της ιστορικής βάσης της αγωγής, αφού η προσθήκη αυτή
είναι απαράδεκτη (ΑΠ 121/1995 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της
αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά
παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο III του ΚΠολΔ
αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο,
αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η
ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθετα στην
αγωγή και νέα ιστορική βάση ( ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ
473/2022, 816/2022, 695/2021, 1183/2015, 962/2012, 389/2010 ΤΝΠ, ΕφΛΑρ 30/2025 ΤΝΠ ΔΣΑ).
β. Περαιτέρω το Δικαστήριο βάσει της αρχής
της συζητήσεως που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ,
λαμβάνει υπόψη του μόνο περιστατικά που προβάλουν οι διάδικοι και δεν
επιτρέπεται να λάβει υπόψη του ή να διατάξει αποδείξεις για ισχυρισμό που δεν
προτάθηκε από τους διαδίκους όπως και να υποκαταστήσει πραγματικά περιστατικά,
έστω κι αν αυτά προκύπτουν από τη διαδικασία (Ολ ΑΠ
294/1989 Νοβ 1981.1500). Έτσι εάν το Δικαστήριο λάβει
υπόψη του πραγματικά περιστατικά που δεν προτάθηκαν ή προβεί σε διάγνωση
έννομης σχέσης που δεν εκτέθηκε στην αγωγή ή διαγνώσει έννομη σχέση κατ’ ουσίαν διάφορη από αυτήν που εκτίθεται στην αρωγή, η
απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 154/1979 ΝοΒ
79.1103, ΕφΑΘ 2438/1994 ΕΔΠολ
1994.224, Κεραμεύς - Κονδύλης - ΝίκαςΕρμ
ΚΠολΔ εκδ. 2000 άρθρο 106
σελ. 227, αρ. 2).
V. Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139 και
180 ΑΚ, προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο
φαινομενικά, χαρακτηρίζεται ως εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην
έγινε. Εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν
ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να
δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής νομικής κατάστασης, χωρίς να
υπάρχει πράγματι στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι
η δικαιοπραξία, όχι μόνο όταν είναι μονομερής αλλά και όταν είναι σύμβαση, στην
τελευταία δε αυτή περίπτωση για την ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση
της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενό του δηλούντος. Για την ακυρότητα, ως
εικονικής, μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων
των, κατά τον χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα
σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα,
δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με
ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των
εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου, δεν
είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική
αυτή δήλωση (ΑΠ 1195/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ), ούτε δε αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξή
της η πρόθεση εξαπατήσεως κάποιου τρίτου, αλλά ούτε και η ύπαρξη απαιτήσεως
προγενέστερης της εικονικής δικαιοπραξίας (ΑΠ 160/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ). Η κατά τα άνω
ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα
που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και
70 ΚΠολΔ. Η εικονικότητα, εξάλλου, δεν εμποδίζεται,
αν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφων, αφού αυτός είναι
εντεταλμένος απλώς να πιστοποιεί τη δήλωση των δικαιοπρακτούντων,
όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικά και όχι να συμπράττει με τη βούληση του στη
δικαιοπραξία (ΑΠ 1195/2017, 563/2016, 1615/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Εξάλλου, σε περίπτωση καταχωρημένης σε
συμβολαιογραφικό έγγραφο συμβάσεως εκμισθώσεως ακινήτου, αν οι αντίστοιχες για
τη μίσθωση δηλώσεις βουλήσεως αφενός του εκμισθωτή και αφετέρου του μισθωτή
ήταν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά πάρα μόνον έγιναν
φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν, είτε να μην υπάρχει υποχρέωση του
εκμισθωτή να παραδώσει το εκμισθούμενο ακίνητο και η
υποχρέωση του μισθωτή να πληρώσει το μίσθωμα, είτε να μην υπάρχει μία μόνον από
αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση αυτή λόγω της εικονικότητας είναι
άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη. Επίσης, από τις ανωτέρω διατάξεις
προκύπτει περαιτέρω, ότι απόλυτη είναι η εικονικότητα της μισθώσεως, όταν (χυτή
δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλαδή όταν οι δικαιοπρακτούντες
δεν ήθελαν να επέλθει με τη δικαιοπραξία καμιά έννομη μεταβολή. Αντιθέτως,
σχετική είναι η εικονικότητα, όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη
δικαιοπραξία (ΑΠ 1195/2017, 429/2015, 1671/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, έχει
γίνει δεκτό ότι είναι εικονική η μίσθωση, η οποία έχει συναφθεί για
καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του νέου κτήτορα του μισθίου.
Στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν στην εικονικότητα της μίσθωσης είναι: η
μεγάλη, σε σχέση με τη συνηθιζόμενη στις συναλλαγές,
διάρκειά της, η προκαταβολή μισθωμάτων πολλών μηνών, το μικρό μίσθωμα σε σχέση
με το ελεύθερο της αγοράς, η μη καταβολή εγγύησης, η πρόβλεψη μικρής
αναπροσαρμογής του μισθώματος. Η ανωτέρω ακυρότητα χωρεί ipso
jure και δεν απαιτείται να κηρυχθεί με δικαστική
απόφαση. Δεν αποκλείεται, όμως εκείνος που έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει
σχετική αναγνωριστική αγωγή για να κηρυχθεί η ακυρότητα αυτή από το δικαστήριο
(ΑΠ 1995/2017, 382/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης εικονική μπορεί να είναι όχι μόνο
σύμβαση μίσθωσης κατά την έννοια του άρθρου 573 επ.
ΑΚ, αλλά και εμπορική μίσθωση διεπόμενη από τον Ν.
813/1978 και ήδη ΠΔ 34/1995 (ΑΠ 1092/2023, 1995/2017, 382/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ).
VI a. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου
479 του ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι «Αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή
επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των
μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην
επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει...»,
καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια
του άρθρου 477 του ιδίου Κώδικα και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντας και του
αποκτώντος, από αυτούς δε ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος
περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων κατά το χρόνο
της μεταβίβασης (ΑΠ 1571/2017, 1146/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για τη θεμελίωση της
ευθύνης του αποκτώντας απαιτείται όπως η μεταβίβαση περιλαμβάνει ένα προς ένα
όλα τα στοιχεία, που συναστούν το ενεργητικό της μεταβιβαζόμενης περιουσίας,
έστω και αν εξαιρέθηκαν από αυτήν αντικείμενα ασήμαντης αξίας. Επί μεταβίβασης
μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της
περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής. Στρεφόμενος ο δανειστής κατά του
αποκτώντος με αγωγή, που έχει ως έρεισμα την ύπαρξη σύμβασης για μεταβίβαση
περιουσίας ή ποσοστού αυτής, οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει: α) τη
σύμβαση μεταβίβασης περιουσίας ή επιχείρησης ή άλλο νόμιμο λόγο που θεμελιώνει
τη μεταβίβαση, λχ. μονομερή δικαιοπραξία, διάταξη νόμου κλπ,
β) την απαίτησή του εναντίον εκείνου που μεταβίβασε την επιχείρηση ή περιουσία
του, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση γ) αν έχουν μεταβιβασθεί μεμονωμένα
περιουσιακά στοιχεία ότι εξαντλούν την περιουσία ή το σημαντικότερο μέρος αυτής
και δ) ότι το γεγονός τούτο το γνώριζε ο εναγόμενος, υπό τις εκτιθέμενες
ειδικές συνθήκες ή ήταν σε θέση να το γνωρίζει, κατά τις αντιλήψεις των
συναλλαγών (ΑΠ 723/2025, 533/2021, 409/2020, 969/2019, 1987/2014, 1486/2014,
910/2010, 909/2010, ΕφΑΘ 170/2023, ΕφΑΘ 56/2022, ΕφΘεσ 103/2021, ΕφΛαρ 94/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεν αποτελεί, όμως, αναγκαίο
στοιχείο της αγωγής η αναφορά και της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που
μεταβιβάστηκαν, καθώς η μέχρι της αξίας αυτής ευθύνη εκείνου που τα απέκτησε,
προβάλλεται μόνο κατ’ ένσταση (ΑΠ 409/2020 ΝοΒ 2020.
1244, ΑΠ 1407/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 318/2008 ΕλλΔνη
2009. 482, ΕφΠειρ 544/2022, ΕφΠειρ
699/2020 ΝΟΜΟΣ). Η μεταβίβαση της επιχείρησης είναι άτυπη, μη υποκείμενη σε
κάποιο συστατικό ή αποδεικτικό τύπο, γίνεται δε με την παράδοση της επιχείρησης
ως οικονομικής ενότητας στο νέο φορέα, που μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό
πρόσωπο. Γίνεται, ωστόσο, δεκτό στη θεωρία και στη νομολογία ότι, σύμφωνα με
τον σκοπό του άρθρου 479 του ΑΚ (δηλαδή την προστασία των δανειστών), η διάταξη
εφαρμόζεται και αν ακόμη δεν καταρτίσθηκε καμία ενοχική σύμβαση ή εκείνη που
καταρτίσθηκε, είναι άκυρη. Αρκεί ότι πράγματι επακολούθησε μεταβίβαση της
επιχείρησης με την εκτέλεση των μεταβιβαστικών πράξεων, ήτοι αρκεί να έλαβε
χώρα η εμπράγματη μεταβίβαση της περιουσίας ή της επιχείρησης και ειδικότερα,
των κατ’ ιδίαν στοιχείων που απαρτίζουν την περιουσία, για τα οποία πρέπει να
τηρηθεί ο τόπος που αρμόζει σε καθένα, δηλαδή παράδοση για τα κινητά, μεταγραφή
για τα ακίνητα και εκχώρηση και αναγγελία για τις απαιτήσεις (ΕφΛαμ 23/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ
798/2004 ΑχαΝομ 2005. 103, ΕφΑΘ
5235/1990 ΕλλΔνη 1990.1532). Επιπλέον, ο αποκτών
πρέπει να τελούσε εν γνώσει του ότι του μεταβιβάστηκε όλη η περιουσία ως σύνολο
ή το σημαντικότερο ποσοστό της Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν,
ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν
γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η
περιουσία, που του μεταβιβάστηκε, αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο
ποσοστό της (ΑΠ 1179/2020, 1995/2014, 451/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 910/2010 ΕπισκΕμπΔ. 2010. 1053). Στην περίπτωση δε κατά την οποία
μεταβιβάσθηκε επιχείρηση ή άλλη περιουσιακή ομάδα ως τέτοια, η γνώση του
αποκτώντος προκύπτει από αυτή την ίδια τη σύμβαση, ώστε, δεν παρίσταται ανάγκη
να γίνει ιδιαίτερη επίκληση και απόδειξη αυτής (ΑΠ 829/2003, ΕφΠειρ 699/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, επιχείρηση (ως αντικείμενο
δικαίου), αποτελεί σύνολο ποικίλων ανομοιογενών στοιχείων, πραγμάτων,
δικαιωμάτων, άυλων αγαθών (εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα),
πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά, στην οποία δραστηριοποιείται
(πελατεία, φήμη, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες), το
οποίο (σύνολο) τελεί υπό οικονομική οργάνωση και ενότητα που ανήκει σε ορισμένο
φορέα. Έτσι η επιχείρηση συνιστώ αναμφίβολα μία οικονομική ενότητα, που
οργανώνεται στη βάση μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και
δραστηριότητας, οι οποίες αποτελούν προϊόν της διανοίας του επιχειρηματία. Με
την έννοια αυτή η επιχείρηση συνιστά αυτή καθαυτή άυλο αγαθό, που περιλαμβάνει
το σύνολο των κατ’ ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων επί άυλων αγαθών
δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένας από τα περιουσιακά
στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία
σήμα, διακριτικά γνωρίσματα (ΟλΑΠ 7/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Βασικό δε κριτήριο για τη διαπίστωση της ύπαρξης μεταβίβασης επιχείρησης είναι
η διατήρηση της ταυτότητάς της. Έτσι, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει μεταβίβαση
επιχείρησης όταν ο διάδοχος εγκαθίσταται στον ίδιο χώρο και αναλαμβάνει να
συνεχίζει την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα της επιχείρησης νοούμενης ως
ενιαίας οικονομικής μονάδας, διατηρούσας την ταυτότητά της με τον νέο
επιχειρηματικό φορέα με τον ίδιο ή διαφορετικό τίτλο ή μορφή (ΑΠ 842/1983 ΕΕργΔ 43. 268, ΕφΑΘ 1507/2023, ΕφΘεσ 295/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν
μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα
στοιχεία και νέα, όπως νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο
προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και
νέων προϊόντων κλπ. (ΑΠ 1850/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της
ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι
μεταβίβαση επιχείρησης εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική
εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής
αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών
στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κλπ), 2) η
μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί
τίτλοι κλπ.) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους
του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από το νέο
επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των
δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της
ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1369/2018, 997/2018 ΤΝΠ
ΝΟΜΟΣ). Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της
ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ
των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα, που θα αποδοθεί στο καθένα από τα
κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται
σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή
των εφαρμοζόμενων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών. Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή
ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει, όμως, στο πλαίσιο
της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, τη λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων,
όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή
εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας
επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενά
συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη, που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή
η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες
εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά
δεν «τονιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της
διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (ΑΠ
444/2019, ΕφΑΘ 1507/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι ως άνω
ρυθμίσεις ισχύουν και όταν ολόκληρη η περιουσία ή η επιχείρηση του οφειλέτη
μεταβιβάζεται σε άλλον, όχι με μία, αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις
και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση, όμως, στην
τελευταία περίπτωση, ότι οι πράξεις αποτελούν μεταξύ τους ενότητα ή, με άλλη
διατύπωση, βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση, όπως και όταν δεν
μεταβιβάζεται στον αποκτώντα η επιχείρηση ως προς όλα τα επί μέρους στοιχεία
της, αλλά ως προς ορισμένα, τα οποία, όμως, συνθέτουν τον πυρήνα που είναι
αναγκαίος, ώστε να είναι δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας της. Οι
διατάξεις, όμως, αυτές δεν εφαρμόζονται, όταν το σύνολο περιουσίας ή εγχείρησης
μεταβιβάζεται τμηματικά σε περισσότερα διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν εκείνοι,
που αποκτούν, γνωρίζουν αυτό, ότι, δηλαδή, οι πλείονες
συμβάσεις έγιναν με το σκοπό της μεταβίβασης της περιουσίας, οπότε η ευθύνη
καθενός από αυτούς περιορίζεται ανάλογα με το τμήμα της περιουσίας που απέκτησε
(ΜονΕφΑΘ 1066/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Εξάλλου, ως χρέη της περιουσίας που
μεταβιβάστηκε νοούνται οποιοσδήποτε φύσης είτε από σύμβαση, είτε από
αδικοπραξία (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος
να υπήρχε κατά το χρόνο της μεταβίβασης, ενώ, δεν απαιτείται για τη δημιουργία
ευθύνης του αποκτώντος, να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών κατά τη
μεταβίβαση, ούτε να είχαν, μέχρι τότε, αναγνωριστεί, δικαστικώς, σε δίκη μεταξύ
του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή (ΑΠ 1530/2022, 533/2021, 409/2020
ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με την έννοια αυτή εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 479 του ΑΚ και
τα χρέη που τελούσαν, κατά το χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, υπό προθεσμία
ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από αλλοίωση ή επέκταση της αρχικής
ενοχής, εφόσον αυτή υπήρχε, ήδη, κατά το χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 723/2025,
1707/2022, 708/2020, 1369/2018, 1987/2014, 909/2010, 829/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,
1154/1998 ΕλλΔνη 1998. 1572 και 1623, ΕφΠειρ 545/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με τις ως άνω διατάξεις
επεκτείνεται απλώς ο ενοχικός δεσμός και στο πρόσωπο του αποκτώντος την
περιουσία, ο οποίος καθίσταται πρόσθετος οφειλέτης του ίδιου χρέους, που
περιέρχεται σε αυτόν στην κατάσταση που βρισκόταν κατά το χρόνο της
μεταβίβασης, μεταξύ δε των ως άνω συνοφειλετών
δημιουργείται δικονομικός δεσμός απλής ομοδικίας (ad hoc ΕφΠειρ
267/2024 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜονΕφΠειρ 187/2023, ΕφΑθ 3438/2022, ΕφΠειρ 207/2011
ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 424/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑΘ 6812/2005 ΔΕΕ 2006. 71), ο δανειστής δε μπορεί
επιλεκτικά να εναγάγει και τους δυο μαζί συγχρόνως ή διαδοχικής ή όποιον από
τους δύο συνοφιλέτες κρίνει (βλ. ΕφΘεσ
2383/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΘεσ 922/2006 όπ),
κατά το άρθρο 482 ΑΚ όπου «σε περίπτωση οφειλής, εις ολόκληρον
ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή κατά την προτίμησή του από
οποιονδήποτε συνοφειλέτη είτε ολικά είτε μερικά. Έως
την καταβολή ολόκληρης της παροχής παραμένουν υπόχρεοι όλοι οι οφειλέτες».
β. Ειδικότερα, καθόσον κατά τα ανωτέρω, η
διάταξη του άρθρο» 479 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και ιδρύεται με αυτήν
παθητική εις ολόκληρον ενοχή (άρθρο 481 επ. ΑΚ) μεταξύ του μεταβιβάζοντας και το» αποκτώντος για τα
χρέη του πρώτου, που υπήρχαν μέχρι τον χρόνο της μεταβίβασης και που είχαν
δημιουργηθεί έως τη μεταβίβαση αυτή, η σωρευτική, από τη διάταξη αυτή, ευθύνη
του αποκτώντας την περιουσία ή επιχείρηση καταλαμβάνει και τις παρεπόμενες της
κυρίας απαίτησης υποχρεώσεις, όπως είναι και αυτή περί καταβολής νομίμων τόκων (βλ. ΑΠ 1228/2014 ΧρΓΔ
2015.109, ΕφΠατρ 496/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 990/1993 ΕΝΔ 1994-166, Βαθρακοκοίλη,
ΕρΝομΑΚ, τόμ. Β', έκδ. 2003, άρθρο 479 αριθ. 23). Επομένως, εφόσον με τη
σωρευτική αναδοχή ο αποκτών υπέχει έναντι του δανειστή την ίδια υποχρέωση όπως
ο μεταβιβάζω» οφειλέτης έχει τα ίδια με αυτόν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα
όσον αφορά τα χρέη, όμως οι ενοχές των δυο αυτών συνοφειλετών
είναι αυτοτελείς ως προς την ύπαρξη και εξέλιξή τους και καθεμία υπόκειται σε
γεγονότα υποκειμενικά και αντικειμενικά. Από αυτό έπεται ότι ενστάσεις, που
είχαν γεννηθεί κατά το χρόνο μεταβιβάσεως υπέρ του μεταβιβάζοντα ή υπέρ του
δανειστή, αντιτάσσονται από και κατά του αποκτώντα. Όμως, μετά τη μεταβίβαση,
λόγω της αυτοτέλειας της ενοχής των δύο εις ολόκληρον
συνοφειλετών, ανατάσσονται μόνο όσα γεγονότα ενεργούν
αντικειμενικά (άρθρα 483-485 ΑΚ) και όχι εκείνα που ενεργούν υποκειμενικά
(άρθρο 486 ΑΚ) (ad hoc ΑΠ 1571/2017 ο.π.), ήτοι ο
κατ’ άρθρο 479 ΑΚ εναγόμενος - αποκτών μπορεί να προβάλει κατ’ ένσταση: α. όσα
γεγονότα σχετίζονται με τον ίδιο, β. όσα γεγονότα σχετίζονται με τον συνοφειλέτη του - μεταβιβάζοντα, υπό την προϋπόθεση ότι
ενεργούν αντικειμενικά. Έτσι όσον αφορά τις ενστάσεις, του εναγόμενου -
αποκτώντας ως προς τα γεγονότα, που τοποθετούνται χρονικά πριν τη μεταβίβαση,
χρήζουν αναλογικής και όχι ευθείας εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 473 και
474 ΑΚ, καθότι αφορούν τη συμβατική αναδοχή χρέους, ενώ η 479 ΑΚ εγκαθιδρύει,
ως έχει λεχθεί, εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή. Έτσι, ως νόμιμες κρίνονται οι
ενστάσεις, που απορρέουν από την προυπάρχουσα σχέση
μεταξύ δανειστή και μεταβιβάζοντας - αρχικού οφειλέτη (άρθρο 473 παρ. 1 ΑΚ)
(π.χ. ένσταση ακυρότητας, εικονικότητας, παραγραφής) (ΑΠ 1571/2017 ο.π.), αντίθετα δε μη νόμιμες κρίνονται η ένσταση
συμψηφισμού της απαίτησης TOO δανειστή με ανταπαίτηση του μεταβιβάζοντας -
οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 ΑΚ, κατά το οποίο «Απαίτηση του
παλαιού οφειλέτη κατά του δανειστή δεν μπορεί να την αντιτάξει σε συμψηφισμό ο αναδοχέας» και οι ενστάσεις που απορρέουν από την σχέση
αποκτώντος - μεταβιβάζοντας κατ’ άρθρο 474 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο «Ο αναδοχέας δεν έχει τις ενστάσεις από τη σχέση του με τον
παλαιό οφειλέτη».
VII α. Στις διατάξεις των άρθρων 1193, 1846
και 1198 ΑΚ ορίζεται ότι «μεταγράφεται κάθε αποδοχή κληρονομιάς ή κληροδοσίας,
εφόσον με αυτή περιέρχεται στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο ακίνητο της
κληρονομιάς» (1193), ότι «ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις
γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 1198» (1846) και ότι
«χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1192 εδάφια 1 έως 4 και 1193 δεν
επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου » (1198). Όμως, εν όψει των
διατάξεων των άρθρων 1710 και 1199 ΑΚ, που ορίζουν ότι «κατά το θάνατο του
προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από
διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι)» (1710) και ότι «με τη
μεταγραφή κατά το άρθρο 1193 η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε
ακίνητο θεωρούνται ότι περιήλθαν στον κληρονόμο από το θάνατο του
κληρονομούμενου » (1199), η μεν κυριότητα του κληρονομιαίου
ακινήτου με το θάνατο του κυρίου παύει να υπάρχει γι’ αυτόν, με την αυτοδίκαιη
δε περιέλευση της περιουσίας του ως συνόλου στον
κληρονόμο, ο τελευταίος αποκτά αυτοδικαίως το κληρονομικό δικαίωμα, που
αποτελεί την ιδιάζουσα λόγω της άνω αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής,
νομική αιτία κτήσεως της κυριότητας του κληρονομιαίου
ακινήτου. Δηλονότι μέχρι της μεταγραφής της αποδοχής ο κληρονόμος δεν έχει
απλώς κυριότητα υπό αναβλητική αίρεση με τις συνέπειες του άρθρου 201 ΑΚ, ως
προς το χρόνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων, αλλά έχει κυριότητα μετέωρη από την
ως άνω αίρεση δίκαιον, η πλήρωση της οποίας επάγεται την αναδρομική από τον
θανάτου τον κληρονομούμενου κτήση αυτής. Στον ενδιάμεσο δε τούτο χρόνο η
κυριότητα επί του κληρονομιαίου δεν ανήκει σε άλλον
(ad hoc ΟλΑΠ 7/2004 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 985/2008, ΑΠ 81/2007,
ΑΠ 106/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
β. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 ν.
2882/2001, όπως ισχύει: «Κατά την έννοια του παρόντος νόμου, ενδιαφερόμενοι, οι
οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικός τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό
της αποζημίωσης, είναι : α) ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση, β) ο υπέρ
ου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο
εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο». Επίσης,
σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 ν. 2664/1998 «Ακίνητα που δεν έχουν εγγραφεί ως
ανήκοντα σε ορισμένο πρόσωπο και φέρονται στα κτηματολογικά βιβλία και στα
λοιπά στοιχεία του Κτηματολογίου ως ‘αγνώστου ιδιοκτήτη’ θεωρείται ότι ανήκουν
στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου» μόλις καταστεί οριστική η πρώτη εγγραφή.
Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται υπέρ του Δημοσίου το κατά τη παράγραφο 1 του
άρθρου 7 αμάχητο τεκμήριο και ισχύουν όσα ορίζονται στη παράγραφο 2 του ίδιου
άρθρου». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 ν. 2664/1998 «Οι πρώτες
εγγραφές των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η ακρίβεια ενώπιον των δικαστηρίων μέσα
στην προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 6 καθίστανται οριστικές και παράγουν
αμάχητο τεκμήριο υπέρ των φερομένων με τις πρώτες
αυτές εγγραφές ως δικαιούχων για τα δικαιώματα στα οποία αυτές αφορούν. Από τη
δημιουργία του κατά την προηγούμενη παράγραφο αμάχητου τεκμηρίου αποκλείεται
οποιαδήποτε μεταβολή του περιεχομένου των πρώτων εγγραφών. Σε περίπτωση
ανακριβούς πρώτης εγγραφής, ο πραγματικός δικαιούχος, έχει ενοχική μόνον αξίωση
κατά του αναφερομένου ανακριβώς ως δικαιούχου για την απόδοση του πλουτισμού από
τη δημιουργία του αμάχητου τεκμηρίου. ...». Η αναφερόμενη ανωτέρω
οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών τελεί υπό την αποσβεστική προθεσμία του
άρθρου 6 παρ. 2 ν. 2664/1998 και επέρχεται άμεσα με την άπρακτη παρέλευση της
προθεσμίας προς άσκηση από τον αληθή δικαιούχο της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2
ν. 2664/1998, εφόσον η ακρίβεια της πρώτης εγγραφής δεν αμφισβητήθηκε εντός της
ως άνω προθεσμίας. Σε περίπτωση άσκησης της αγωγής διόρθωσης των πρώτων
εγγραφών, η οριστικοποίηση γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 ν. 2664/1998 με
αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Έχει δε ως συνέπεια την παραγωγή αμάχητου
τεκμηρίου για την ακρίβεια της (πρώτης εγγραφής) υπέρ των φερομένων
με αυτή ως δικαιούχων για τα δικαιώματα, που αφορά. Οι συναλλασσόμενοι και οι
αποκτώντες από αυτούς περιβάλλονται με καθεστώς απόλυτης προστασίας, ακόμη και
αν γνωρίζουν την ανακρίβεια της έγγραφης, αφού το αμάχητο τεκμήριο της πρώτης
εγγραφής αποτελεί - από τη σκοπιά του τρίτου που συναλλάσσεται με τον
εγγεγραμμένο - αμάχητο τεκμήριο της καλής πίστης του και δεν επιδέχεται
ανταπόδειξη. Οι οριστικές πρώτες εγγραφές καθίστανται δικαστικά απρόσβλητες,
προκειμένου να αποτελέσουν μία απολύτως σταθερή βάση εκκίνησης για την
περαιτέρω λειτουργία του κτηματολογίου και των συναλλαγών και το ασφαλές
υπόβαθρο για τις μεταγενέστερες εγγραφές. Έτσι, σε περίπτωση ανακρίβειας της
πρώτης εγγραφής η οριστικοποίηση έχει διαπλαστική ενέργεια, αφού με αυτήν
επέρχεται απώλεια του δικαιώματος για τον πραγματικό δικαιούχο και πρωτότυπη
κτήση δικαιώματος υπέρ του αναγραφόμενου ως δικαιούχου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 περ.
α ν. 2664/1998, όπως η περ. α', αντικαταστάθηκε με το άρθρο 102 παρ. 1 ν.
4623/2019 (ΦΕΚ 134/α/9.8.2019), για τις περιοχές των νέων προγραμμάτων κτηματογράφησης, ισχύει οκταετής προθεσμία υπολογιζόμενη
από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης για την έναρξη
ισχύος του Κτηματολογίου στην οικεία κτηματογραφημένη
περιοχή και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου (31.12) του έτους εντός του οποίου
συμπληρώνεται η οκταετής προθεσμία. Η εγγραφή δε «αγνώστου ιδιοκτήτη» δεν
ενέχει αμφισβήτηση, αλλά έλλειψη διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος,
καθόσον υποδεικνύεται με αυτήν ότι ο δικαιούχος κυριότητας δεν υπέβαλε δήλωση
ιδιοκτησίας κατά την κτηματογράφηση της περιοχής (ΕφΠειρ 245/2023, efeteio-peir.gr).
VIIL Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων
των άρθρων 432, 433 και 435 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι
ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να συγκαταλέγεται
στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου
Κώδικα, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή
διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη
(άρθρο 433 Κ.ΠολΔ) και να είναι γνήσιο. Περαιτέρω,
ένα ιδιωτικό έγγραφο για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή για να μπορεί να
συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης, πρέπει να φέρει την υπογραφή του
εκδότη (άρθρο 433 ΚΠολ.Δ, πρβλ.
και άρθρο 160 ΑΚ) ενώ δεν αποδεικνύει, καταρχήν, υπέρ του εκδότη του (άρθρο 447
ΚΠολ,Δ). Επομένως, ένα ιδιωτικό έγγραφο που απλώς
περιέχει κάποιες "ιδιόγραφες σημειώσεις" χωρίς καμιά υπογραφή δεν
έχει, καταρχήν, αποδεικτική ισχύ υπέρ του εκδότη του, σύμφωνα με τις διατάξεις
των άρθρων 443 και 447 Κ.Πολ.Δ. Δεν παύει όμως να
έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και είναι υποστατό ως έγγραφο.
Αποτελεί ένα αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου, με την
έννοια της διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β' Κ.ΠολΔ και συνεπώς λαμβάνεται υπόψη στην τακτική διαδικασία
(π.ρ.β.λ Ολ ΑΠ 15/2003). Τα
ιδιωτικά, επίσης, έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημόσιων εγγράφων
(άρθρο 455 Κ Πολ Δ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και
προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει,
έτσι, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος αυτού
έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας, ενώ ο πρώτος της
απόδειξης αυτής, εάν αμφισβητηθεί. Εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο,
αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσκομίζεται ή τρίτου,
το παραγόμενο από την μη αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής αμάχητο
τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που
καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως
πλαστού, του επικαλούμενου την πλαστότητα, βαρυνόμενου
με την απόδειξή της (άρθρο 463 Κ.Πολ.Δ). Η απόδειξη
από εκείνον που προσκόμισε το ιδιωτικό έγγραφο της γνησιότητας της υπογραφής σ’
αυτό που αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο επιβάλλεται όχι μόνο όταν γίνεται χρήση
του εγγράφου αυτού για άμεση απόδειξη αλλά και όταν από αυτό συνάγονται
δικαστικά τεκμήρια. Και αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία
εκδικάζεται η υπόθεση και προσκομίζεται το έγγραφο, η μη γνησιότητα του
περιεχομένου του, το τελευταίο, κατά το μη γνήσιο μέρος του, δεν μπορεί να
ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ, αν προκύπτει ότι αυτό είναι γνήσιο, τότε
το έγγραφο λαμβάνεται υπόψη. Αν όμως το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή χωρίς να
εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου του, λάβει ή δεν λάβει
υπόψη το πιο πάνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.
11 περίπτ. α’ του Κ.Πολ.Δ,
αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο προτού διαπιστώσει, όπως οφείλει, αν αυτό
εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ
1707/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Κ. Κατά τη γενική δικονομική αρχή, που
συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 69,70,223,224,269 και 281 ΚΠολΔ, ως απώτερος χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται η
συνδρομή των στοιχείων της κτήσης και του απαιτητού του συγκεκριμένου
δικαιώματος του ενάγοντος είναι ο χρόνος της πρώτης συζήτησης της αγωγής του
στο ακροατήριο, δηλαδή εκείνης κατά την οποία εκφωνείται η υπόθεση και αρχίζει
η κατ’ ουσίαν εκδίκασή της. Κατ’ εξαίρεση και υπό τις
περιοριστικές προϋποθέσεις που εισάγονται από το άρθρο 69 ΚΠολΔ
συγχωρείται η έγερση αγωγής για παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή, καθώς
και σας αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο ενάγων έχει
ήδη εκπληρώσει από την πλευρά του την αντιπαροχή (ΕφΑΘ
161/2010 ΕφΑΔ 2010, 564) και συνδέεται με τη
μελλοντική επέλευση χρονικού σημείου ή γεγονότος ή την πλήρωση αίρεσης, οπότε ο
εναγόμενος καταδικάζεται στην παροχή ευθύς ως επέλθουν τα παραπάνω γεγονότα Σε
όλες όμως τις περιπτώσεις πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής οι
συγκεκριμένοι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την πρόωρη έγερσή της και
θεμελιώνουν το έννομο προς τούτο συμφέρον του ενάγοντος (ΕφΠειρ
104/2024,305/2023 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 1131/2012 ΤΝΠΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1312/2005 ΕλλΔνη 47.1698,
Νίκα, σε: Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία, 2000, τ. I., υπό άρθρο 69, Κ Μπέη
“Πολιτική Δικονομία”, υπό το άρθρο 69, σελ. 375, II). Αν η προϋπόθεση αυτή δεν
συντρέχει, δεν είναι δυνατή η παροχή προληπτικής προστασίας (άρθρο 69 ΚΠολΔ), καθόσον το δικαστήριο δεν μπορεί να στηρίξει την
κρίση του σε απαραίτητα κατά το ουσιαστικό δίκαιο στοιχεία που θα επέλθουν σε
μελλοντικό χρονικό σημείο (ΕφΑθ 4118/2003
ΕΔικΠολυκ2004.277).
Xj. Σύμφωνα με το άρθρο
321 ΚΠολΔ., το δεδικασμένο,
το οποίο κατ’ άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από
το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και εμποδίζει το
δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου
συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των αυτών
διαδίκων, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν
μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες
αποφάσεις. Κατά τo άρθρο 324 ΚΠολΔ.,
εξάλλου, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων
προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, για δικαίωμα που έχει προβληθεί
με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού και κρίθηκε, εφόσον
πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που
συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής, με την ίδια νομική διάταξη
στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή, ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας σε
συγκεκριμένη έννομη σχέση προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στον ίδιο
νομικό κανόνα (ΑΠ 1150/2017, 960/2015 ΤΝΠ Νόμος). Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και
όχι από αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το
δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από
αυτό (ΑΠ 1559/2017 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 702Q011 ΕλλΔνη
2011.602, ΑΠ 166/2010 ΝοΒ 2011.335, ΑΠ 298/2004 ΕλλΔνη 200.757).
β. Κατ’ άρθρο 221 παρ. 1 εδ.
α’ ΚΠολΔ με την άσκηση της αγωγής σύμφωνα με το άρθρο
215, η κατάθεση της έχει ως συνέπεια α) εκκρεμοδικία (...). Κατά δε το άρθρο
222 ΚΠολΔ όταν επέλθει εκκρεμοδικία και όσο αυτή
διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο, νέα δίκη, για την ίδια
επίδικη διαφορά, ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονταν με την
ίδια ιδιότητα. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, για
την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση της εωσότου
κερατωθεί η πρώτη δίκη. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, η έναρξη της
εκκρεμοδικίας που αποτελεί την πρώτη κατά σειρά δικονομική συνέπεια άσκησης της
αγωγής εντοπίζεται στο χρονικό σημείο κατάθεσης του αγωγικού
δικογράφου, εφόσον όμως ολοκληρώθηκε η άσκηση της με επίδοση αντιγράφου στον
αντίδικο. Η εκκρεμοδικία λήγει με την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής,
ανεξαρτήτως αν τη δέχεται ή την απορρίπτει για λόγο δικονομικό ή ουσιαστικό.
Αναβιώνει δε η εκκρεμοδικία της αγωγής με την άσκηση έφεσης και ειδικότερα από
τη στιγμή της σύνταξης της έκθεσης κατάθεσης του ενδίκου μέσου, χωρίς να
απαιτείται ο προσδιορισμός δικασίμου και ανατρέχει στο χρόνο έκδοσης της
οριστικής απόφασης. Δεν προτείνεται, όμως, επιτυχώς η ένσταση εκκρεμοδικίας στο
διάστημα μεταξύ έκδοσης της οριστικής απόφασης και άσκησης του ενδίκου μέσου,
ούτε αναβιώνει η εκκρεμοδικία με την άσκηση των εκτάκτων ενδίκων μέσων, αλλά
μόνον αφού γίνουν αυτά δεκτά και εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση
(Ολ ΑΠ 38/1996). Ενώ εξάλλου η εκκρεμοδικία αποτελεί
μεν αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή των προϋποθέσεων
αυτής λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ως προνομιακός δε
ισχυρισμός προτείνεται παραδεκτά σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας
δίκης (ΑΠ 1528/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ). Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με
εκείνες των άρθρων 321 επ. ΚΠολΔ,
συνάγεται ότι για να υπάρχει εκκρεμοδικία, η οποία συνεπάγεται την αναστολή
εκδίκασης της επίδικης διαφοράς και όχι στην απόρριψη της αγωγής, δεν αρκεί να
συμπίπτουν τα αιτήματα των δυο αγωγών, αλλά απαιτείται να συμπίπτουν τα
αιτήματα των δυο αγωγών και η ιστορική και νομική βάση τους, έτσι ώστε να
παράγεται δεδικασμένο από την τελική εκδίκαση της
μιας αγωγής, ως προς τη διαφορά που εισάγεται με την άλλη αγωγή (ΑΠ 472/1996
ΤΝΠ ΔΣΑ).
Περαιτέρω, αναφορικά με τα κάτωθι επιμέρους αγωγικά αιτήματα των ενδίκων αγωγών, σημειωτέον
ότι αφενός τα, κατ’ αρθρ. 69 ΚΠολΔ,
αιτήματα αμφοτέρων των εναγουσών της υπό στοιχείο (α) ένδικης αγωγής, για
καταβολή εις ολόκληρον από τις εναγόμενες οφειλομένων μισθωμάτων των μηνών Μαΐου έως Οκτωβρίου 2024,
ποσού 101.945,88 ευρώ στην πρώτη των εναγουσών και ποσού 14.563,56 ευρώ στη
δεύτερη εξ αυτών, λόγω του ότι με βεβαιότητα δεν θα καταβληθούν από την πρώτη
εναγόμενη, είναι νόμιμα, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα ως άνω στην οικεία
μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (IX), καθώς εκτίθενται στο δικόγραφο της εν λόγω
αγωγής οι συγκεκριμένοι δικαιολογητικοί λόγοι της πρόωρης έγερσής της [υπό
στοιχείο (α) ένδικης αγωγής], που θεμελιώνουν το έννομο προς τούτο συμφέρον των
εναγουσών και αφετέρου παρότι με την, μεταγενεστέρως
της υπό στοιχείο (α) ένδικης αγωγής, εγερθείσα υπό στοιχείο (β) ένδικη αγωγή,
υπήρξε άσκηση ιδίων αγωγικών αξιώσεων ως προς
μερικότερα οφειλόμενα μισθώματα μηνών 12™ του έτους 2023 και I™ έως και 5™ του
έτους 2024, από την εν λόγω δε άσκηση δεν δημιουργείται εκκρεμοδικία, καθόσον,
κατά τα ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (X β), δεν αρκεί να
συμπίπτουν τα αιτήματα των δυο ως άνω αγωγών, αλλά απαιτείται να συμπίπτει και
η ιστορική και νομική βάση τους, το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη
περίπτωση, επίσης, κατά τα προεκτεθέντα.
XI. Από τις διατάξεις των άρθρων 533 και 535 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 522 του ίδιου
Κώδικα, συνάγεται ότι η δίκη που διεξάγεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει
την υπόθεση, ως εφετείο, διέρχεται τρία στάδια. Κατά το πρώτο, εξετάζεται το
παραδεκτό της έφεσης (άρθρο 532) ήτοι αν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και με τις νόμιμες
διατυπώσεις, αν η απόφαση είναι προσβλητή με το
ένδικο μέσο της έφεσης, εάν ασκείται υπό ή κατά προσώπου νομιμοποιούμενου κατά
νόμο, εάν ο ασκών έχει έννομο συμφέρον, εάν ασκήθηκε για πρώτη φορά ή υπό
αίρεση, πλην της επικουρικής άσκησης, όπου αυτή επιτρέπεται, ή ασκήθηκε μετά
την παραίτηση απ' αυτήν. Κατά το δεύτερο ερευνάται το παραδεκτό των κατ' ιδίαν
λόγων της έφεσης (533 § 1). Αν λείπει μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού
της εφέσεως, το δικαστήριο απορρίπτει αυτήν ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.
Κατά το τρίτο στάδιο κρίνεται το βάσιμο ή όχι (νομικό και ουσιαστικό) των λόγων
αυτής. Η βασιμότητα ή μη των λόγων της έφεσης κρίνεται από την εκτίμηση του
αποδεικτικού υλικού που προσκομίστηκε στο Εφετείο, στο οποίο περιλαμβάνεται και
εκείνο που για πρώτη φορά προσκομίζεται ενώπιον του στην κατ’ έφεση δίκη κατά
τους ορισμούς του άρθρου 529 §§}, 2 ΚΠολΔ (Ολομ. ΑΠ 1235/1982 ΝοΒ 31.219, ΜονΕφΛαρ 40/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑΘ.
7792/2002 ΕλλΔνη 46.558 ΕφΑΘ
5827/2004 ΕλλΔνη 46.243).
Καταρχήν, ο προβληθείς από τις εκκαλούσες στο
δικόγραφο της προσθήκης και αντίκρουσής τους, ισχυρισμός περί απαράδεκτου των
προβαλλόμενων το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρισμών των εφεσιβλήτων, ως επιχειρούμενος, όπως εκτιμάται» να βρει
αναλογική εφαρμογή στην ανωτέρω μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (IV α), κρίνεται
πρωτίστως ως αόριστος και ως τέτοιος απορριπτέος, για το λόγο ότι δεν
διαλαμβάνεται οποιοδήποτε στοιχείο για την εξέταση της βασιμότητάς του.
Με τον (1ο) λόγο της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης
ως προς το συναφές σκέλος του, όπως αυτό εκτιμάται, το οποίο εξετάζεται
παραδεκτά στο παρόν δικονομικό στάδιο, σύμφωνα με τα ως άνω στη νομική σκέψη
υπό στοιχείο (XI). οι εκκαλούσες - ενάγουσες παραπονούνται για μη αναφορά από
κανένα διάδικο και δη από τους αντιδίκους τους στο δικόγραφο των προτάσεων τους
ενώπιον TOO πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πραγματικών περιστατικών αναφορικά με την
απόδοση της χρήσης του ακινήτου από την πρώτη εφεσίβλητη τότε μισθώτρια προς τους
3η έως και 6η των εφεσιβλήτων συνεκμισθωτών,
τα οποία (περιστατικά) στη συνέχεια έγιναν δεκτά από την εκκαλουμένη απόφαση. Ο
συγκεκριμένος ισχυρισμός, παρότι είναι παραδεκτά προβαλλόμενος ως λόγος έφεσης,
σύμφωνα με τα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (IV β), καθότι το
Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του μόνο περιστατικά, που προβάλουν οι διάδικοι και
δεν επιτρέπεται να λάβει υπόψη του ή να διατάξει αποδείξεις για ισχυρισμό, που
δεν προτάθηκε από τους διαδίκους, όπως και να υποκαταστήσει πραγματικά
περιστατικά, έστω κι αν αυτά προκύπτουν από τη διαδικασία, είναι απορριπτέος ως
«λυσιτελώς προβαλλόμενος και τούτο διότι στο δικόγραφο των προτάσεων της πρώτης
και δεύτερης των εναγόμενων της υπό στοιχείο (α) από 23.4.2024 με αρ. κατ. ././2024 ένδικης αγωγής
- πρώτης και έβδομης των εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο
(II) έφεσης, ρητά διαλαμβάνεται ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός (σελ. 4),
περί του ότι θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι με την παράδοση του μισθίου από την πρώτη εφεσίβλητη και την παραλαβή από την
πλειοψηφία των συνεκμισθωτών χωρίς επιφύλαξη, αλλά
και την μετά από 32 ήμερες εκ νέου εκμίσθωσή του, επήλθε σιωπηρή κατάργηση της
αρχικής από 18.7.2007 σύμβασης μίσθωσης. Συνεπώς, ο (Γ’) λόγος της υπό στοιχείο
(ΙΙ) έφεσης ως προς το συναφές σκέλος του, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ακολούθως, με το (2°) λόγο της υπό στοιχείο
(ΙΙ) έφεσης ως προς το συναφές σκέλος του, όπως αυτό εκτιμάται, το οποίο,
επίσης, εξετάζεται στο παρόν δικονομικό στάδιο, σύμφωνα με τα ως άνω στη νομική
σκέψη υπό στοιχείο (XI), οι εκκαλούσες - ενάγουσες παραπονούνται για εσφαλμένη
κρίση της εκκαλουμένης αποφάσεως για το λόγο ότι έκρινε νόμιμο τον ισχυρισμό
της πρώτης εφεσίβλητης περί εγκύρου της από 13.Π.2023 δήλωσης - καταγγελίας της
από 18.7.2007 σύμβασης μίσθωσης, παρότι η εν λόγω καταγγελία περιήλθε σε γνώση
μόνον του 60 % των συνεκμισθωτών του επιδίκου μισθίου και σε κάθε περίπτωση όχι των ιδίων (εκκαλουσών -
εναγουσών) με οποιονδήποτε τρόπο, ενώ η καταγγελία της μίσθωσης χωρεί από όλους
τους συνεκμισθωτές ή καθ’ όλων των συμμισθωτών ή το αντίθετο. Ότι η πρώτη εκκαλούσα έχει
υπεισέλθει στην από 8.7.2007 σύμβαση ως συνεκμισθώτρια
του επιδίκου μισθίου ακινήτου, ιδιότητα γνωστή στην
πρώτη εφεσίβλητη και ως εκ τούτου η καταγγελία της επίδικης σύμβασης θα έπρεπε
να κοινοποιηθεί και στην πρώτη εκκαλούσα. Ότι με τις αναφερόμενες επτά
τροποποιήσεις της ανωτέρω αρχικής μίσθωσης η ίδια συμβλήθηκε ως συνεκμισθώτρια του επιδίκου μισθίου
με την ιδιότητά τα ως κληρονόμος της μητέρας της . .. Ότι η δεύτερη των
εκκαλουσών κατέστη συνεκμισθώτρια σε ποσοστό 5% του
επιδίκου μισθίου με την αναφερόμενη συμβολαιογραφική
πράξη. Ο συγκεκριμένος, όμως, ισχυρισμός των εκκαλουσών κρίνεται μη νόμιμος,
σύμφωνα με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (III α, β, γ) και τούτο
διότι στα πλαίσια της ΑΚ 789 στην πλειοψηφία των κοινωνών, όπως εν προκειμένω,
ανήκει και η εξουσία να αντιπροσωπεύσει τους κοινωνούς απέναντι των τρίτων,
εμπίπτει δε στα όρια της εν λόγω αντιπροσώπευσης και η παθητική νομιμοποίηση
της πλειοψηφίας να δεχτεί επιδιδόμενη σ’ αυτήν εξώδικη δήλωση του μισθωτή του
ακινήτου, περιέχουσα καταγγελία της μίσθωσης, καθώς αυτή προβλέπεται ως
δυνατότητα του μισθωτή, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα ανωτέρω στη νομική σκέψη
υπό στοιχείο (II α), με αποτέλεσμα εάν οι εκμισθωτές είναι περισσότεροι, η
καταγγελία του μισθωτή νόμιμα να απευθύνεται και επιδίδεται τουλάχιστον προς
την πλειοψηφία τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, κατ’ αποτέλεσμα
έκρινε ομοίως ως προς τα ανωτέρω, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι’ αυτό
και συμπληρουμένης της αιτιολογίας της εκκαλουμένης
απόφασης με αυτή της παρούσας απόφασης, κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ,
το συναφές ως άνω σκέλος το» (2*) λόγο» της κρινόμενης υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης
κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο.
Επίσης με το συναφές σκέλος του (2“) λόγου
της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, όπως αυτό εκτιμάται και επίσης, εξετάζεται στο
παρόν δικονομικό στάδιο, σύμφωνα με τα ως άνω στη νομική σκέψη υπό στοιχείο
(XI), οι εκκαλούσες εκθέτουν ότι το διαλαμβανόμενο έγγραφο της δήλωσης της
πλειοψηφίας των συνεκμισθωτών ότι έληξε η επίδικη
μίσθωση με την ανωτέρω καταγγελία, αντίγραφο της οποίας έλαβαν οι εν λόγω
εκμισθωτές, που δήλωσαν ότι παρέλαβαν το μίσθιο και τα κλειδιά του από τη
μισθώτρια, δεν μπορεί να θεωρηθεί από κοινού λύση της επίδικης σύμβασης
μίσθωσης, καθώς δεν έχει λάβει βέβαιη ημερομηνία. Και ο συγκεκριμένος, όμως,
ισχυρισμός, κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη
νομική σκέψη υπό στοιχείο (II β), καθώς ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον
εκμισθωτή και ο τελευταίος το παραλαμβάνει, με σκοπό την λύση της μισθώσεως,
για την απόδειξη δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται έγγραφο βέβαιος
χρονολογίας, που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 5 το» Π.Δ. 34/1995, απορριπτομένου ως αβασίμου το» σχετικού ως άνω σκέλος το»
(2**) λόγου της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης.
Επιπρόσθετός, με το σχετικό σκέλος το» (3*)
λόγου της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, όπως αυτό εκτιμάται και επίσης, εξετάζεται
στο παρόν δικονομικό στάδιο, σύμφωνα με τα ως άνω στη νομική σκέψη υπό στοιχείο
(XI), οι εκκαλούσες εκθέτουν ότι από την υπ’ αριθ. 452/2020 τελεσίδικη απόφαση
του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος, κατά την ειδική διαδικασία των
περιουσιακών διαφορών με ενάγουσα την πρώτη εφεσίβλητη της εν λόγω αγωγής και
εναγόμενους τους νυν εφεσιβλήτους ., . και . ., καθώς
και τον . ., κρίθηκε ως προδικαστικό ζήτημα, που καλύπτεται από το δεδικασμένο που δεσμεύει όλους τους διαδίκους, που είναι
διάδικοι και στην παρούσα δίκη, η υπεισέλευση της
πρώτης εκκαλούσας ως συνεκμισθώτριας του επιδίκου μισθίου σε ποσοστό 35 %. Ο συγκεκριμένος, όμως ισχυρισμός
κρίνεται πρωτίστως απορριπτέος ως μη νόμιμος, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη σχετική
νομική σκέψη υπό στοιχείο (X α) εκτιθέμενα, καθώς εν προκειμένω δεν υφίσταται η
απαραίτητη προϋπόθεση της ταυτότητας των προσώπων με τη δίκη επί της οποίας
εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση,λόγω του ότι η νυν πρώτη
εκκαλούσα δεν αποτελούσε διάδικο σε εκείνη τη δίκη, όπως απαιτείται σε κάθε
περίπτωση και για την κρίση περί ύπαρξης προδικαστικού ζητήματος. Συνεπώς το
σχετικό ως άνω σκέλος του (3ου) λόγου της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης κρίνεται
απορριπτέο ως αβάσιμο.
ΧΙΙ. Περαιτέρω, αγωγική
αξίωση μπορεί να αποκρουστεί ως καταχρηστική, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου
281 ΑΚ, όταν η άσκηση της υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή
πίστη, τα χρηστά "ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος
(ΑΠ 442/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ). Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, η οποία αποσκοπεί
στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές, για να
θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των
ορίων, τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο
οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από προηγηθείσα
συμπεριφορά του δικαιούχου ή από δημιουργηθείσα
πραγματική κατάσταση ή από τις μεσολαβήσασες
περιστάσεις ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη
γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την
άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού
ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα
έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική
η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του
δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η
πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι
πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού
κατάσταση πραγμάτων πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη
συμπεριφορά του δικαιούχου, καθόσον, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι
συνέπειες, οι οποίες απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά,
δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Ειδική
περίπτωση καταχρήσεως δικαιώματος αποτελεί η αποδυνάμωση αυτού, η οποία
προϋποθέτει: α) ύπαρξη δικαιώματος, β) την επί κάποιο χρόνο μη άσκηση αυτού και
γ) συμπεριφορά του δικαιούχου τέτοιου είδους, η οποία, αντικειμενικά κρινόμενη,
όπως απαιτεί η καλή πίστη, παρέχει στο άλλο μέρος την εύλογη πεποίθηση ότι ο
δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η μακροχρόνια
αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση
ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί,
προκειμένου να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή το», αλλά
απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετός ειδικές συνθήκες και περιστάσεις,
προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά
του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του
δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα σε ανατροπή της δημιουργηθείσας υπό τις ως άνω ειδικές συνθήκες και
διατηρηθείσας επί μακρό χρόνο καταστάσεων να εξέρχεται των τιθεμένων
με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων.
Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της
καταστάσεως προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο, το ζήτημα δε του εάν οι
συνέπειες, τις οποίες επάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον
υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες
συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να επέλθουν εις βάρος το» δικαιούχου από την
παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του
δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας
σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να επάγεται δυσμενείς απλώς
επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ, 2/2019, 6/2016,
5/2011, 7/2002, 8/2001 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 36.1531, ΑΠ 1112/2019, ΑΠ 881/2019, ΑΠ 172/2019 ΤΝΠ
ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 151/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 496/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1432/2010 ΕλλΔνη 52.492). Καθόσον αφορά στα προβλεπόμενα από τη
διάταξη του άρθρο» 281 ΑΚ κριτήρια ελέγχου της καταχρηστικής ασκήσεως του
δικαιώματος, τα οποία τίθενται διαζευκτικής, υπό την έννοια ότι αρκεί η πλήρωση
έστω ενός, προκειμένου να διαγνωσθεί η κατάχρηση, ως «καλή πίστη» νοείται η
ευθύτητα, εμπιστοσύνη και εντιμότητα, οι οποίες πρέπει να κρατούν στις
συναλλαγές, δηλαδή η συμπεριφορά η επιβαλλόμενη στις συναλλαγές κατά την κρίση
χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοούμενη αντικειμενικής, ώστε να μην βλάπτει
ο δικαιούχος κάποιον άλλον, δυσαναλόγως προς την ωφέλεια, την οποία αποκομίζει
από την άσκηση του δικαιώματος του, αλλά να προτιμά ηπιότερο τρόπο ασκήσεως του
δικαιώματος. Ως κριτήριο των «χρηστών ηθών» χρησιμεύει το περί ηθικής
συναίσθημα του κατά τη γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονος
και υγιώς σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου. Ο
«κοινωνικός» και «οικονομικός» σκοπός του δικαιώματος συναρτάται προς την
επιτελούμενη με το δικαίωμα λειτουργία, πέραν της εξυπηρετήσεως των ατομικών
συμφερόντων του φορέα του, στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως. Τέλος, «προφανής»
είναι η υπέρβαση των ορίων ασκήσεως του δικαιώματος, όταν είναι έκδηλη,
καταφανής. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει, όταν ο ασκών το δικαίωμα, δεν προσδοκά
κάποιο συμφέρον ή, κατ’ άλλη έκφραση, όταν η υπέρβαση προκαλεί έντονη εντύπωση
αδικίας (ΑΠ 1162/2019, 114/2019, 601/2013, 578/2012, 307/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Εξάλλου, δεν είναι νόμιμος ο ισχυρισμός περί
καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όταν ουσιαστικά τα
επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος,
αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν τo δικαίωμα, ώστε
να πλήττουν αυτήν την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι
ασκείται καταχρηστικά, αφού στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τα ανωτέρω
αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν
μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικό του (ΑΠ
783/2023, 2115/2022, 1475/2022, 144/2019, 1884/2013, ΕφΛαρ
6/2024 ΤΝΠ Νόμος), καθώς η εφαρμογή του άρθρου 2 81 του ΑΚ προϋποθέτει παραδοχή
της αξίωσης και όχι άρνηση της ύπαρξης του δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΠ
265/2015,314/2023,2215/2022, 144/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Οι εκκαλούσες - ενάγουσες, με το συναφή (3*)
λόγο της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, ως προς το σχετικό σκέλος του, επαναφέρουν
τον πρωτοδίκως προβληθέντα με το εισαγωγικό δικόγραφο
της ένδικης αγωγής, ισχυρισμό τους, περί του ότι η προαναφερθείσα καταγγελία
της επίδικης μισθωτικής σύμβασης από την πρώτη εφεσίβλητη ασκήθηκε καταχρηστικά
κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς η πρώτη εφεσίβλητη αναγνώριζε τους δικαιοπαρόχους τους και τις ίδιες επί 16 έτη ως
συνιδιοκτήτες και εκμισθωτές σε ποσοστό 40% συνολικά εξ αδιαιρέτου και τους
κατέβαλαν τα μισθώματα μέχρι και τον Απρίλιο του 2023. Ότι τόσο η πρώτη των
εκκαλουσών - εναγουσών και η δικαιοπάροχός της . ., όσο και η δικαιοπάροχος της
δεύτερης των εκκαλουσών - εναγουσών, εταιρεία με την επωνυμία «. ΚΕΑΣ Ξενοδοχειακές και Τουριστικές
Επιχειρήσεις Α.Ε.», συμβλήθηκαν στις τροποποιήσεις του αρχικού συμφωνητικού
χωρίς αντίρρηση από τη μισθώτρια. Ότι στο από 15.4.2014 τροποποιητικό της
αρχικής μίσθωσης συμφωνητικό διαλαμβάνεται ως συνεκμισθώτρια
η . .. Ότι από το Μάιο του έτους 2023 η πρώτη εφεσίβλητη — μισθώτρια εταιρεία
σταμάτησε από δυστροπία να καταβάλλει τα μισθώματα στην πρώτη εκκαλούσα και από
τον Ιούνιο του 2023 στη δεύτερη εξ αυτών, επειδή οι εκκαλούσες δεν αποδέχτηκαν
παρατάσεις ως προς τη μείωση των μισθωμάτων. Ότι, επομένως, η επίδικη
καταγγελία ασκείται καταχρηστικά διότι απαγορεύεται από το νόμο καθώς
υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο
κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού. Ότι το γεγονός αυτό επιρρωνύεται και εκ του ως άνω χρόνου, που φέρεται ότι
έγινε η καταγγελία, ήτοι λίγες μέρες μετά την επίδοση στις 23.10.2023 εξώδικων
διαμαρτυριών - οχλήσεων τους, με τις οποίες ζητούσαν να τους καταβληθούν τα
μισθώματα από τον 5° - 10° του 2023 στην πρώτη των εναγουσών και από 6° - 10°
του 2023 για τη δεύτερη εξ αυτών. Ότι ενόψει των ανωτέρω, αλλά και επιπλέον με
τις επαναλαμβανόμενες ενέργειες της πρώτης εφεσίβλητης συνιστάμενες στην εκ
μέρους της καταβολή του μισθώματος, που αναλογούσε στους δικαιοπάροχους τους
και αναλογεί στις ίδιες συνολικού ποσοστού 40% εξ αδιαιρέτου επί του μισθίου, αποδέχονται ανεπιφύλακτα τις ίδιες ως συνεκμισθώτριες. Ότι από τη αντισυμβατική αυτή, μη νόμιμη
και καταχρηστική συμπεριφορά, προκύπτει η καταχρηστικότητα
της καταγγελίας, αφού μεταβάλλοντας τη στάση, που είχε όλα αυτά έτη επιχειρεί
εκ των υστέρων ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης, με την από δυστροπία μη
καταβολή των αναφερόμενων μισθωμάτων, με τη συνδρομή και των λοιπών συνεκμισθωτών, προκαλώντας με τη συμπεριφορά αυτή δυσβάσταχτες
επιπτώσεις, καθώς η νέα μίσθωση έχει δυσμενέστατους όρους για τους εκμισθωτές
και με μισθώτρια άλλη εταιρεία συμφερόντων των αντιδίκων των εκκαλουσών, χωρίς
εμφανή περιουσιακά στοιχεία. Με το συγκεκριμένο, όμως, περιεχόμενο ο εν λόγω
ισχυρισμός, επιχειρούμενος να βρει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ,
τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη σχετική νομική
σκέψη υπό στοιχείο (ΧΙΓ) διαλαμβανόμενα και τούτο διότι κατά μεν το σκέλος
αυτού, στο οποίο οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι η πρώτη εφεσίβλητη ενεργώντας
αντισυμβατικά και μη νόμιμα προέβη στην επίδικη καταγγελία λόγω της εκ
δυστροπίας μη καταβολής οφειλομένων σ’ αυτές ποσοστών
μισθωμάτων, επειδή οι ίδιες (εκκαλούσες) δεν αποδέχτηκαν παρατάσεις ως προς τη
μείωση των μισθωμάτων, δεν διαλαμβάνουν οιοδήποτε στοιχείο αποδοχής της
σχετικής αξίωσης της πρώτης εφεσίβλητης, όπως απαιτείται για να κριθεί η καταχρηστικότητα της άσκησης του σχετικού δικαιώματος της
εν λόγω εφεσίβλητης, καθότι η εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ προϋποθέτει
παραδοχή της αξίωσης και όχι άρνηση της ύπαρξης του δικαιώματος αυτής, ενώ οι
εκκαλούσες - ενάγουσες με τον παραπάνω ισχυρισμό αρνούνται την ύπαρξη της
αξίωσης αυτής (πρώτης εφεσίβλητης), κατά δε το σκέλος, όπου εκτίθεται ότι η
πρώτη εφεσίβλητη μεταβάλλοντας τη στάση που είχε επί 16 έτη, καθώς αναγνώριζε
τους δικαιοπαρόχους των εκκαλουσών και τις ίδιες ως
συνιδιοκτήτες και εκμισθωτές του επιδίκου μισθίου,
επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης, με τη μη
καταβολή των αναφερόμενων μισθωμάτων, με τη συνδρομή και των λοιπών εκμισθωτών
προκαλώντας με τη συμπεριφορά αυτή δυσβάσταχτες επιπτώσεις, καθώς η νέα μίσθωση
έχει δυσμενέστατους όρους για τους εκμισθωτές και με μισθώτρια άλλη εταιρεία
συμφερόντων των αντιδίκων των εκκαλουσών, χωρίς εμφανή περιουσιακά στοιχεία,
τούτο δεν αποτελεί συμπεριφορά που πληροί τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον
οι εκ μέρους των εκκαλουσών - εναγουσών εισφερόμενοι ισχυρισμοί, με τα
επικαλούμενα από αυτές πραγματικά περιστατικά και αληθείς υποτιθέμενοι δεν
συναστούν το πραγματικό του εν λόγω κανόνα δικαίου, διότι αφενός δεν γίνεται
ειδική επίκληση από τις εκκαλούσες - ενάγουσες, πραγματικών περιστατικών περί
του ότι η άσκηση του δικαιώματος της πρώτης εφεσίβλητης με την καταγγελία της
επίδικης σύμβασης, υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή
τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος της,
καθώς μόνη η μετά από μακρό χρόνο αναφερομένη μεταβολή της στάσης της
εφεσίβλητης δεν αρκεί για την κατάφαση της σχετικής υπέρβασης των ως άνω ορίων
και αφετέρου δεν διαλαμβάνονται ειδικές περιστάσεις, βάσει των οποίων να
προκύπτει ότι οι συνέπειες, τις οποίες επάγεται η άσκηση του εν λόγω
δικαιώματος της πρώτης εφεσίβλητης, είναι επαχθείς για τις υπόχρεες, καθώς η
αναφορά περί νέας μίσθωσης του μισθίου από έτερη εταιρεία συμφερόντων της πρώτης εφεσίβλητης με
δυσμενείς όρους, ως γεγονός μεταγενέστερο της επίδικης καταγγελίας, δεν δύναται
καθ’ οιονδήποτε τρόπο να αποτελέσει συνέπεια αυτής της καταγγελίας και μάλιστα
σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να επέλθουν
εις βάρος της δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεων του δικαιώματος
της. Τέλος δε, σε κάθε περίπτωση η άσκηση δικαιώματος καταγγελίας σύμβασης από
μόνη δεν συνιστά συμπεριφορά που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφονται
από την ανωτέρω διάταξη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο στην προκειμένη
περίπτωση, κατ’ αποτέλεσμα όπως εκτιμάται, έκρινε ομοίως και απέρριψε έστω και
σιωπηρά, για την ίδια αιτία τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό,
ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι’ αυτό και συμπληρουμένης
της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πρωτοβάθμιας απόφασης με αυτή της παρούσας
απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ο σχετικός (3ος)
λόγος της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, ως προς
το συναφές σκέλος του, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ακολούθως, η εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I)
έφεσης, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης, ως προς τα σχετικά κάτωθι
αναφερόμενα σκέλη αυτού, όπως εκτιμώντας παραπονείται για εσφαλμένη κρίση της
προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τη μη αποδοχή των ισχυρισμών: α) περί
εκκρεμοδικίας από την έκδοση των υπ’ αριθ. ., ./2023 διαταγών πληρωμής του
δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (σελ. 8 -9) επιγραφόμενο
«Β. ένσταση εκκρεμοδικίας», - κατά των οποίων έχουν ασκηθεί ανακοπές -, με τις
οποίες (διαταγές πληρωμής) επιδικασθήκαν στις εφεσίβλητες τα αιτούμενα από
εκείνες χρηματικά ποσά για οφειλόμενα μισθώματα 5“’ - 11ου του έτους 2023 και
αναπροσαρμογές εγγυήσεων, ήτοι για χρονικά διαστήματα, τα οποία ζητούνται και
με τη νυν ένδικη υπό στοιχείο (β) ένδικη αγωγή, g) περί καταχρηστικότητας
της άσκησης από την πρώτη εφεσίβλητη, επιγραφόμενο
«4. Η κατάχρηση δικαιώματος» (σελ. 14 -15), με τη σχετική αίτηση για έκδοση
διαταγής πληρωμής, των αξιώσεων από οφειλές μισθωμάτων και αναπροσαρμογές
εγγυήσεων, για το λόγο ότι υπήρξε προφορική συμφωνία με αυτήν (πρώτη
εφεσίβλητη) για παράταση των μειωμένων μισθωμάτων μέχρι το τέλος του έτους 2023
και με τον τρόπο αυτό πείσθηκε η τότε μισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία «. .
ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε» και μετέπειτα με την επωνυμία «. . ΕΕ» και το δ.τ.
«ΑΕ EQUITY», ότι η πρώτη εφεσίβλητη δεν θα αρνηθεί ποτέ την εν λόγω προφορική
συμφωνία, με αποτέλεσμα να μην απαιτηθεί έγγραφο και ανάρτηση στην ΑΑΔΕ της εν
λόγω συμφωνίας, η δε πρώτη εφεσίβλητη αιφνιδίως μετέβαλε τη στάση της, όταν η
ως άνω μισθώτρια εντόπισε ότι δεν είχε καταχωρισθεί από την πρώτη των εφεσιβλήτων τίτλος απόκτησης επικαρπίας και της δηλώθηκε
ότι μέχρι τη νομιμοποίησή της δεν θα καταβάλλονται μισθώματα, λόγω αχρεώστητης καταβολής τους σε έτερες περιπτώσεις. Οι εν
λόγω ισχυρισμοί προβαλλόμενοι από τη νυν εκκαλούσα ως αποκτώσα εταιρεία, καίτοι
αφορούν τη μεταβιβάσασα — αρχική οφειλέτρια εταιρεία
με την επωνυμία «. . ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε», σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη σχετική
νομική σκέψη υπό στοιχείο (VI β), παραδεκτά μεν προβάλλονται και από την
αποκτώσα εταιρεία καθότι είχαν γεννηθεί κατά το χρόνο της αναφερόμενης στη
σχετική ένδικη αγωγή, μεταβιβάσεως, πλην όμως, κρίνονται απορριπτέοι ως μη
νόμιμοι ως ακολούθως: β ο υπό στοιχείο (α) ως άνω ισχυρισμός καθότι από την
άσκηση των σχετικών αγωγικών αξιώσεων των εφεσιβλήτων - εναγουσών με την υπό στοιχείο (β) ένδικη
αγωγή για οφειλόμενα μισθώματα και αναπροσαρμογές εγγυήσεων για χρονικά
διαστήματα, τα οποία ζητούντο και με τις αιτήσεις για την έκδοση των
προαναφερθεισών διαταγών πληρωμής, δεν δημιουργείται εκκρεμοδικία και τούτο
διότι, κατά τα ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (X β) εκτιθέμενα,
δεν αρκεί να συμπίπτουν τα σχετικά αιτήματα, αλλά απαιτείται να συμπίπτει και η
ιστορική και νομική βάση τους, το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη
περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, καθώς τα αιτούμενα
με την υπό στοιχείο (β) ένδικη αγωγή ζητούνται βάσει του άρθρου 479 ΑΚ, ΐί) ο υπό στοιχείο (β) ως άνω ισχυρισμός διότι με το
συγκεκριμένο περιεχόμενο επιχειρούμενος να βρει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου
281 ΑΚ, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, σύμφωνα με τα ανώτεροι στη σχετική
νομική σκέψη υπό στοιχείο (XII) διαλαμβανόμενα και τούτο διότι κατά μεν το
σκέλος αυτού, στο οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η πρώτη εφεσίβλητη είχε
προβεί σε προφορική συμφωνία με την τότε μισθώτρια μεταβιβάσασα εταιρεία με την
επωνυμία «. . ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε» για τη μείωση των μισθωμάτων, δεν διαλαμβάνει
οιοδήποτε στοιχείο αποδοχής της σχετικής αξίωσης της πρώτης εφεσίβλητης, όπως
απαιτείται για να κριθεί η καταχρηστικότητα της
άσκησης του σχετικού δικαιώματος της εν λόγω εφεσίβλητης, καθότι η εφαρμογή του
άρθρου 281 του ΑΚ. προϋποθέτει παραδοχή της αξίωσης και όχι άρνηση της ύπαρξης
του δικαιώματος αυτής, ενώ η εκκαλούσα με τον παραπάνω ισχυρισμό αρνείται την
ύπαρξη της αξίωσης αυτής (πρώτης εφεσίβλητης), κατά δε το σκέλος, που εκτίθεται
ότι η πρώτη εφεσίβλητη αιφνίδια μετέβαλε τη στάση της όταν η ως άνω μισθώτρια
εντόπισε ότι δεν είχε καταχωρισθεί από την πρώτη των εφεσιβλήτων
τίτλος απόκτησης επικαρπίας και της δήλωσε ότι μέχρι τη νομιμοποίησή της δεν θα
καταβάλλονται μισθώματα, τούτο δεν αποτελεί συμπεριφορά, που πληροί τη διάταξη
του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον οι εν λόγω ισχυρισμοί και αληθείς υποτιθέμενοι δεν
συνιστούν το πραγματικό του εν λόγω κανόνα δικαίου, διότι δεν γίνεται ειδική
επίκληση από την εκκαλούσα πραγματικών περιστατικών περί του ότι η άσκηση του
σχετικού δικαιώματος της πρώτης εφεσίβλητης υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που
επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του
εν λόγω δικαιώματος της, καθώς μόνη η έστω μετά από μακρό χρόνο αναφερόμενη
μεταβολή της στάσης της πρώτης εφεσίβλητης δεν αρκεί για την κατάφαση της
σχετικής υπέρβασης των ως άνω ορίων και αφετέρου δεν διαλαμβάνονται ειδικές
περιστάσεις, βάσει των οποίων να προκύπτει ότι οι συνέπειες, τις οποίες
επάγεται η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος της πρώτης εφεσίβλητης είναι επαχθείς
για την υπόχρεη τότε μισθώτρια μεταβιβάσασα εταιρεία και μάλιστα σε συνάρτηση
με τις αντίστοιχες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να επέλθουν εις βάρος της
δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος της.
XΙΙΙ α. Από τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1
του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένσταση, ως καταλυτικό
γεγονός της αγωγής, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη
θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον
εναγόμενο κατά του ενάγοντα. Δηλαδή, για να κριθεί η ένσταση ότι επιδέχεται
δικαστική εκτίμηση, πρέπει να περιέχει στοιχεία ανάλογα προς εκείνα που είναι
αναγκαία για την τυπική παραδοχή της αγωγής, διαφορετικά, αν τα γεγονότα που
αποτελούν την ιστορική βάση της δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη, η ένσταση
απορρίπτεται ως αόριστη και αυτεπαγγέλτως. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν
μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των
αποδείξεων (ΑΠ 529/2016,575/2015, 1069/ 2014,359/2012,737/2012 ΤΝΠ Νόμος).
Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης
εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους και ισχυριζόμενος απόσβεση αυτού με
καταβολή, αρκεί να αποδείξει την καταβολή αυτή, χωρίς να είναι ανάγκη να
αποδείξει και ότι η γενομένη καταβολή αφορά το επίδικο χρέος γιατί τούτο
εξυπακούεται, αφού μόνο γι’ αυτό είναι η διαφορά (ΑΠ 575/2015, 531/2015, ΤΝΠ
Νόμος, ΑΠ 1653/2011, ΕπίσκΕμπΔ 2012.343).
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με
εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι
στοιχεία για το ορισμένο της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε,
η αιτία και ο χρόνος καταβολής (ΑΠ 381/2014, ΧρΙΔ
2014.498, ΑΠ 1881/2014, 1069/2014, 1781/2014, 1208/2013 ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω,
ο ενάγων (δανειστής), ισχυριζόμενος κατ’ αντένσταση ότι υπάρχουν και άλλα χρέη
και ότι η καταβληθείσα παροχή δεν αφορούσε το επίδικο, αλλά άλλο ληξιπρόθεσμο
χρέος φέρει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης του άλλου χρέους. Αν αποδειχτεί η
ύπαρξη του άλλου χρέους ο εναγόμενος οφείλει, προτείνοντας σχετική επαντένσταση, να αποδείξει ότι ο καταλογισμός της παροχής
στο επίδικο χρέος έγινε, είτε βάσει συμφωνίας των μερών, είτε κατόπιν άσκησης
από αυτόν του σχετικού δικαιώματος επιλογής είτε σύμφωνα με την προβλεπόμενη
στο άρθρο 422 εδ.β Α.Κ. σειρά (ΑΠ 1259/2029,
954/2011, 1977/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ). Επομένως για να είναι ορισμένη η ένσταση
εξόφλησης χρηματικής απαίτησης, που έχει ως βάση είτε περισσότερες της μιας
καταβολές ή το συμψηφισμό περισσότερων’ της μιας ανταπαιτήσεων του ενιστάμενου
κατά του ενάγοντος, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικώς τα επιμέρους ποσά που
απαρτίζουν το συνολικό ποσό που φέρεται καταβληθέν ή προταθέν
σε συμψηφισμό και το χρόνο καταβολής ή της πρότασης προς συμψηφισμό καθενός από
αυτά (ΑΠ 1163/2011, ΕπισκΕμπΔ 2011.984, ΑΠ 960/2011, ΕΠολΔ 2011,787, ΜΕφΠειρ 85/2015,
ΤΝΠ Νόμος). Τέλος, όταν ο διάδικος επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης,
συμψηφισμό που έχει λάβει χώρα εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, δεν
υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση εξόφλησης (ΑΠ
450/2013, ΑΠ 1460/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
β. Από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422
ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν ο
οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς τον δανειστή και η καταβαλλόμενη παροχή
δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων, τότε ο προσδιορισμός του εξοφλούμενου χρέους
θα γίνει με βάση την τυχόν συμφωνία των μερών, ελλείψει δε τέτοιας συμφωνίας, ο
προσδιορισμός αυτός θα γίνει μονομερώς από τον οφειλέτη, κατά την καταβολή,
ενώ, σε περίπτωση που ούτε ο οφειλέτης άσκησε το εν λόγω δικαίωμα επιλογής, η
παροχή θα καταλογισθεί με τη σειρά που ορίζει το εδάφιο β' του άρθρου 422 ΑΚ,
πρώτον στο ληξιπρόθεσμο χρέος και επί πολλών ληξιπρόθεσμων χρεών, σε εκείνο που
παρέχει μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή, επί χρεών δε με ίση ασφάλεια, στο
επαχθέστερο για τον οφειλέτη και επί χρεών εξίσου επαχθών, στο αρχαιότερο, αν
δε τα περισσότερα χρέη έχουν γεννηθεί συγχρόνως, ο καταλογισμός θα γίνει
συμμέτρως (ΑΠ 1947/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 954/201 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1977/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ
1562/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
XIV. α. Το χρηματικό ποσό, που κατά τη σύναψη
της σύμβασης μίσθωσης δίνεται από το μισθωτή στον εκμισθωτή και αντιστοιχεί,
συνήθως, σε πολλαπλάσιο του μηνιαίου μισθώματος, αποκαλούμενο καταχρηστικώς
«εγγύηση», αφού η τελευταία αυτή σύμβαση, όπως ρυθμίζεται από τα άρθρα 847 επ. Α.Κ., συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και του εγγυητή, ο
οποίος είναι τρίτο πρόσωπο εκτός των συμβαλλόμενων, διέπεται
ως προς τη λειτουργία του και ιδίως την τύχη του από την ειδικότερη συμφωνία
των συμβαλλόμενων στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 A. Κ.) σε
συνδυασμό και με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, κατ’ αρθρ. 173, 200, 288 ΑΚ (ΑΠ 236/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), διότι αυτό
είναι δυνατό να συμφωνήθηκε προς εξασφάλιση του μισθώματος. Η εξασφάλιση αυτή
περιλαμβάνει απαιτήσεις: (α) για ζημιές από μεταβολές και φθορές στο μίσθιο
πέρα από τη συνήθη χρήση, (β) για την πληρωμή δαπανών που βαρύνουν το μισθωτή
(κοινόχρηστα, δαπάνες κατανάλωσης νερού, ηλεκτρικού ρεύματος και τηλεφώνου κλπ.
(γ) για την εξόφληση καθυστερούμενων μισθωμάτων με το αναλογούν σε αυτά τέλος
χαρτοσήμου και τους τόκους υπερημερίας αυτών, (δ) την καταβολή συμφωνημένων
ποινών και (ε) ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη εκπληρώσεως των
υποχρεώσεων του μισθωτή (ΕφΠειρ 106/2024 ΤΝΠ
nomotelia.gr). Συνήθως δίνεται ως εγγυοδοσία και ειδικότερα αποτελεί
προκαταβολή έναντι μελλοντικού χρέους του μισθωτή που θα παραμείνει τυχόν
ανεξόφλητο, οπότε και θα καταλογισθεί σ’ αυτό το ποσό της εγγυοδοσίας (ΑΠ
1193/2013,394/2007, 496/2003, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΕφΑΘ 2857/2018,
ΔΕΕ 2018/1056). Η αξίωση του μισθωτή για απόδοση της εγγυοδοσίας γίνεται
ληξιπρόθεσμη με τη λήξη της μίσθωσης και πρέπει να επιστραφεί εάν ο εκμισθωτής
δεν έχει απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωσης από ζημίες στο μίσθιο και
εφόσον βεβαίως δεν είχε συμφωνηθεί διαφορετικά (ΑΠ 236/2010 ΕλλΔνη
51.1015). Η αξίωση περί απόδοσης της ως άνω συμβατικής εγγυοδοσίας η οποία
καθίσταται ληξιπρόθεσμη με τη λήξη της μίσθωσης και μάλιστα εντόκως προβάλλεται
νόμιμα σε συμψηφισμό, έναντι των αξιώσεων του εκμισθωτή για οφειλόμενα
μισθώματα (ΑΠ 496/03 ΕφΑΘ 6563/03 ο.π.,
ΕφΑΘ 6017/00 ΕλλΔνη 42.220,
ΕΑ 7663/00, ο.π. ΕφΑΘ
1791/00 ΕλλΔνη 41.837, ΕΑ 6329/03, ο.π., ΕΑ 10040/96 ΕλλΔνη 38.1867,
με παρατηρ. Κ. Βαλμαντώνη,
Διαμαντόπουλος σε Αρμ. 2005.824, Π. Κορνηλάκης: Εώ. Ενοχ. Δίκαιο, Η, έκδ. 2005, § 12 8, σελ. 9 5, Απ.
Γεωργιάδης: Ενοχ. Δίκαιο, Εκδ.
Μέρος I, έκδ. 2004, §24, σελ. 339-340, Ιω. Κ.: Π. Μισθώσεων, έκδ. 2001,
§19, σελ. 94-95), ακόμη και αν ρητώς έχει συμφωνηθεί το αντίθετο (ΕφΑΘ 2199/2011, ΕλλΔ/νη 2012/ 833), ο δε μισθωτής που επιδιώκει την επιστροφή
της «εγγύησης», για το ορισμένο είτε της αγωγής απόδοσης εγγυοδοσίας
καταβληθείσας κατά τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης ακίνητου είτε της προβαλλόμενης
από τον ίδιο σχετικής ένστασης συμψηφισμού, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του
άρθρου 216 του ΚΠολΔ, να διαλαμβάνει σ’ αυτήν τα
εξής: α) την ειδικότερη συμφωνία ως προς τη λειτουργία και την τύχη του ποσού
που αποκαλείται ως "εγγύηση", αν δηλαδή δόθηκε για εξασφάλιση του
μισθώματος ή για κάλυψη ζημίας από την μη εκπλήρωση της σύμβασης είτε ως
ποινική ρήτρα, είτε ως συμβατική εγγυοδοσία, ώστε με βάση τα συμφωνηθέντα να
κριθεί το ληξιπρόθεσμο του εν λόγω αγωγικού κονδυλίου
και β) την απαιτούμενη λήξη της ένδικης μίσθωσης, ώστε να υπάρχει νόμιμος λόγος
απόδοσης της εγγύησης (ad hoc ΑΠ 986/2023, 971/2022, 2058/2017), άλλως το
σχετικό αίτημα είναι αόριστο (ΕφΠατρ 387/2018, ΕφΠειρ 624/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ
318/2011, Δικ/φία 2011,
σελ. 515, I. Κατράς, Αστικές και Νέες Εμπορικές
Μισθώσεις, έκδοση 2019, σελ. 231-232).
β. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων
των άρθρων 404 - 407 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση που στη σύμβαση μίσθωσης το
διδόμενο ποσό χρηματικής εγγύησης, για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης,
έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η κατάπτωσή της υπέρ του εκμισθωτή μπορεί να
συμφωνηθεί για κάθε περίπτωση παράβασης των όρων της μισθωτικής σύμβασης,
ανεξαρτήτως άλλης ζημίας του εκμισθωτή (ΑΠ 236/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ), έναντι της οποίας
δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό το χρηματικό ποσό, στο οποίο ανάγεται η ποινική
ρήτρα (ΑΠ 585/1997, ΕφΠειρ 106/2024, ΕφΑθ 2857/2018, 2428/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ
769/2010, ΕΔικΠολυκ 2011.164, ΕφΑΘ
6382/2009, ΕΔικΠολυκ 2011.179, ΕφΑθ
4543/2009, ΕΔικΠολυκ 2011.189, ΕφΠειρ
750/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ, Στ. Ματθίας παρατηρήσεις κάτω από
ΑΠ 463/94, ΕλλΔνη 36.822-826 σελ. 826). Η παραπάνω
αξίωση υπόκειται σε πενταετή παραγραφή και είναι δυνατόν στη σύμβαση της
μίσθωσης να έχει ρητά συμφωνηθεί ότι καταπίπτει αυτοδικαίως υπέρ του εκμισθωτή,
με τη λήξη απλώς της μίσθωσης, το ανωτέρω ποσό. Κατά δε τo
άρθρο 407 εδ. α' ΑΚ, αν η ποινή συμφωνήθηκε για την
περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής,
ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει, εκτός από την ποινή, που κατέπεσε και
την εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 836/2021, σχετ. ΑΠ
762/2000 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Ακολούθως, η εκκαλούσα της υπό στοιχείο (1)
έφεσης, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης, ως προς το σχετικό σκέλος
αυτού, όπως εκτιμάται, το οποίο επιγράφεται «6. Η ένστασή μας για συμψηφισμό»
(σελ. 15 - 17) - και το οποίο αφορά τους περιεχόμενους στη σχετική ένδικη
ανακοπή κατά της υπ’ αριθ. ./2023 διαταγής πληρωμής ισχυρισμούς - εκθέτει ότι
έχουν επιδικασθεί στην πρώτη εφεσίβλητη της εν λόγοι έφεσης τρία μισθώματα
συνολικού ποσού 49.488,30 ευρό), χωρίς εκείνη να τα
δικαιούται. Ότι από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από 12.5.2023 απόδειξη
υποδεικνύεται ότι έλαβε από την αρχική μισθώτρια ποσό 15.000 ευρώ για να
καταλογισθούν ανά 1.000 ευρώ σε έκαστο των επόμενων 15 μισθωμάτων και το οποίο
όφειλε να αφαιρέσει από το αιτούμενα μισθώματα. Ότι από την περιεχόμενη στην
από 20.11.2023 αίτηση της για έκδοση της ./2023 Διαταγής Πληρωμής προκύπτει ότι
η αρχική μισθώτρια κατέβαλε στην πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I) έφεσης:
α) για τους μισθωτικούς μήνες από 8° - IΓ του έτους 2023, 2.072 ευρώ για κάθε
μήνα και συνολικά 8.288 ευρώ και β) ως εγγύηση την οποία έχει στα χέρια της
ποσό 39.744 ευρώ. Ότι μετά τη λήξη της αρχικής επίδικης σύμβασης η πρώτη
εκκαλούσα όφειλε να καταβάλει στην αρχική μισθώτρια το παραπάνω ποσό. Ότι αν
ήθελε γίνει δεκτό ότι δεν καταρτίστηκε προφορική σύμβαση μειωμένου μισθώματος
ποσού 2.072 ευρώ με την πρώτη εφεσίβλητη μέχρι το τέλος του 2023 τότε εκείνη
δικαιούται ποσό 53.251,60 ευρώ, κατά τους υπολογισμούς της, αφαιρουμένου
του παραπάνω ποσού των 8.288 ευρώ οπότε απομένει υπόλοιπο εκ ποσού 44.963,40
ευρώ, πλην όμως, η ως άνω εφεσίβλητη καθώς οφείλει και τα ως άνω ποσά εγγύησης
και προκαταβληθέντων ποσών μισθωμάτων ποσών, 39.744
και 15.000 ευρώ, απομένει πιστωτικό υπόλοιπο εκ ποσού 9.780,04 ευρώ. Επίσης, η
ίδια εκκαλούσα της υπό στοιχείο (1) έφεσης, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης
έφεσης, ως προς το σχετικό σκέλος αυτού, όπως εκτιμάται, το οποίο επιγράφεται
«3. Επί του 3ου λόγου - Άρνηση Απαιτήσεων της Αντιδίκου» (σελ. 19 - 20) - και
το οποίο αφορά τους περιεχόμενους στη σχετική ένδικη ανακοπή κατά της υπ’ αριθ.
./2023 διαταγής πληρωμής ισχυρισμούς - εκθέτει ότι βάσει δικαστικής απόφασης το
μηνιαίο οφειλόμενο μίσθωμα στη δικαιοπάροχο της δεύτερης εφεσίβλητης της υπό
στοιχείο (I) έφεσης ανήλθε στο ποσό των 325 ευρώ πλέον χαρτοσήμου και, συνεπώς
αυτό δικαιούτο και η ως άνω εφεσίβλητη. Ότι η εν λόγω εφεσίβλητη ομολογεί ότι
για τους μήνες από 6” - 11° του 2023 η αρχική μισθώτρια της έχει καταβάλει το
συνολικό ποσό των 7.104 ευρώ. Ότι, συνεπώς τα σχετικά μισθώματα είχαν εξοφληθεί
Ότι η εγγύηση, που έχει στα χέρια της η δεύτερη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο (I)
έφεσης καλύπτει το τετραπλάσιο του τελευταίου μισθώματος ποσού 1.408 ευρώ.
Τέλος, η ίδια εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I) έφεσης, με το δεύτερο λόγο της
κρινόμενης έφεσης, ως προς το σχετικό σκέλος αυτού, όπως εκτιμάται, το οποίο
επιγράφεται «4. Επί του 4 λόγου — Έλλειψη εννόμου συμφέροντος για συμπλήρωση
της εγγύησης» (σελ. 20) - και το οποίο αφορά τους περιεχόμενους στη σχετική
ένδικη ανακοπή κατά της υπ’ αριθ. ./2023 διαταγής πληρωμής ισχυρισμούς -
εκθέτει ότι η δεύτερη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο (1) έφεσης δεν έχει έννομο
συμφέρον να ζητεί οποιοδήποτε ποσό εγγύησης, καθώς η αρχική μισθώτρια τήρησε
όλους τους όρους από τη σύμβαση μίσθωσης, με αποτέλεσμα οι πλειοψηφούντες
κοινωνοί να της επιστρέφουν την κατατεθείσα εγγύηση. Ότι επικουρικά η δεύτερη
εφεσίβλητη της υπό στοιχείο (I) έφεσης δεν νομιμοποιείται να ζητά αναπροσαρμογή
εγγύησης για το προ του Οκτωβρίου του 2023 διάστημα, που υπεισήλθε στην επίδικη
μίσθωση, καθώς μόνη δικαιούχος θα ήταν η εταιρεία «... ΚΕΑΣ ΑΕ».
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί που περιέχονται στα
σχετικά τμήματα του συναφούς σκέλους του δευτέρου λόγου έφεσης, καθ’ ο μέρος
αφορούν συμψηφισμό με εγγυήσεις, όπως αυτές διαλαμβάνονται ανωτέρω στη σχετική
νομική σκέψη υπό στοιχείο (XV), που βρίσκονται στα χέρια των εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο (I) έφεσης, ανεξαρτήτως του
ορισμένου του εν λόγω ισχυρισμού, κρίνονται απορριπτέοι ως μη νόμιμοι επίσης
σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (VI β),
καθότι κατ’ άρθρο 473 παρ. 2 ΑΚ, την ένσταση συμψηφισμού της απαίτησης του
δανειστή με ανταπαίτηση του μεταβιβάζοντας - οφειλέτη δεν μπορεί να την
αντιτάξει σε συμψηφισμό ο αναδοχέας και εν προκειμένω
η εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I) έφεσης - αποκτώσα εταιρεία. Επίσης, οι
διαλαμβανόμενοι ισχυρισμοί στο επιγραφόμενο «4. Επί
του 4ου λόγου - Έλλειψη εννόμου συμφέροντος για συμπλήρωση της εγγύησης» σκέλος
του ιδίου λόγου έφεσης κρίνονται απορριπτέοι πρωτίστως ως μη νόμιμος καθόσον
αφενός αν γίνει δεκτό, όπως εκτίθεται εν προκειμένω ότι η δεύτερη εφεσίβλητη
είχε την ιδιότητα της συνεκμισθώτριας του επιδίκου μισθίου τότε, κατά τα προεκτεθέντα
στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (ΠΙ β), σε περίπτωση υπάρξεως
περισσότερων εκμισθωτών, καθένας, από αυτούς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου
480 ΑΚ, δικαιούται κας συνεπώς, έχει έννομο συμφέρον
να ζητήσει την αναπροσαρμογή του μισθώματος, στο ποσοστό που αντιστοιχεί στην
ιδανική του μερίδα επί του κοινού μίσθιου πράγματος και αφετέρου αν γίνει
δεκτό, όπως εκτίθεται εν προκειμένω ότι η δεύτερη εφεσίβλητη είχε υπεισέλθει
την επίδικη μίσθωση από τον Οκτώβριο του 2023, τότε υπεισήλθε και στα
δικαιώματα και υποχρεώσεις από την εν λόγω σύμβαση και του δικαιοπαρόχου
της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο και στην προκειμένη περίπτωση, κατ’
αποτέλεσμα όπως εκτιμάτας έκρινε ομοίως και απέρριψε
έστω και σιωπηρά, για την ίδια αιτία τους ανωτέρω ισχυρισμούς, ορθά το νόμο
ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι’ αυτό και συμπληρουμένης
της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πρωτοβάθμιας απόφασης με αυτή της παρούσας
απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ο σχετικός (2ος) λόγος
της υπό στοιχείο (I) έφεσης, ως προς τα συναφή ως άνω σκέλη του, κρίνεται
απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω και όσον αφορά τους λοιπούς ως άνω
περιεχόμενους στα συναφή σκέλη, ισχυρισμούς της εκκαλούσας της υπό στοιχείο (1)
έφεσης, καθόσον σε αυτούς διαλαμβάνεται συμψηφισμός που έχει λάβει χώρα
εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, τότε σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα
ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (ΧΙΠ α), ως προς τα σχετικά
αναφερόμενα ως καταβληθέντα ποσά, δεν υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού,
αλλά απλή ένσταση εξόφλησης, περί της οποίας κάτωθι στο σκεπτικό της παρούσας.
Εξάλλου, η εκκαλούσα της υπό στοιχείο (1)
έφεσης με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της ως προς το σχετικό σκέλος
του, όπως εκτιμάιας προβάλλει τον ισχυρισμό ότι κατά
τη συζήτηση των ένδικων αγωγών στον πρώτο βαθμό, η πρώτη εφεσίβλητη παραιτήθηκε
του κονδυλίου της ΕΥΔΑΠ, πλην όμως, δεν έπραξε τούτο και η δεύτερη εφεσίβλητη,
παρότι το εν λόγω ποσό είχε εξοφληθεί, προκειμένου να αυξήσει τις απαιτήσεις
της Ο εν λόγω, όμως ισχυρισμός, κρίνεται πρώτιστος απορριπτέος ως αλυσιτελώς
προβαλλόμενος καθόσον η εν λόγω εφεσίβλητη δεν είχε προβάλλει τέτοιο αγωγικό ισχυρισμό, όπως αντίστοιχα κρίνεται απορριπτέο ως
απαράδεκτο, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (XI),
το συναφές σκέλος του ως άνω τέταρτου λόγου της υπό στοιχείο (I) έφεσης.
Επίσης η εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I)
έφεσης με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της παραπονείται για την
εσφαλμένη απόρριψη του ισχυρισμού της, περί αοριστίας της υπό στοιχείο (ii) από 31.5.2024 με αρ. κατ. .../2024 ένδικης αγωγής των εναγουσών - εφεσιβλήτων της εν λόγω υπό στοιχείο (1) έφεσης αναφορικά
με το ότι δεν εκτίθεται η αξία ούτε του συνόλου, ούτε των επιμέρους στοιχείων
της δήθεν μεταβιβασθείσας επιχείρησης προκειμένου η ίδια να δύναται να αρνηθεί
αυτή και το Δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις και ως εκ τούτου η
συγκεκριμένη ένδικη αγωγή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Ο επαναφερόμενος όμως αυτός ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος
ως μη νόμιμος σύμφωνα με τα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (VI
α) ειδικότερα διαλαμβανόμενα, καθώς στην ως άνω ένδικη αγωγή εκτίθενται τα
προβλεπόμενα εκ του νόμου στοιχεία και δη η σύμβαση μεταβίβασης επιχείρησης η
απαίτηση των εναγουσών εναντίον εκείνου που μεταβίβασε την επιχείρηση, που
είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση, ότι τα περιουσιακά στοιχεία εξαντλούν την
περιουσία και το ότι γεγονός τούτο το γνώριζε η εκκαλούσα, υπό τις εκτιθέμενες
ειδικές συνθήκες ενώ δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της αγωγής η αναφορά και
της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, που μεταβιβάστηκαν. Το πρωτοβάθμιο
Δικαστήριο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση, έκρινε ομοίως και απέρριψε για
την ίδια αιτία τον ανωτέρω ισχυρισμό, έστω και με ελλείπουσα αιτιολογία, ορθά
το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι’ αυτό και συμπληρουμένης
της εν λόγω αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πρωτοβάθμιας απόφασης με αυτή της
παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ο σχετικός
πέμπτος λόγος της υπό στοιχείο (I) έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, η ίδια εκκαλούσα [της υπό στοιχείο
(I) έφεσης], με τον έβδομο λόγο της κρινόμενης έφεσης της, όπως αυτός
εκτιμάται, παραπονείται για εσφαλμένη κρίση της εκκαλουμένης αποφάσεως
αναφορικά με το ότι μη νομίμως δέχθηκε ότι η ίδια δεν προέβαλε
ένσταση περιορισμού ευθύνης της μέχρι την αξία της επιχείρησης καθώς η προβολή
της εν λόγω ένστασης θα προϋπέθετε την προηγούμενη αποδοχή ότι έγινε η
αιτούμενη, με την υπό στοιχείο (β) απο 31.5.2024 με αρ. κατ. .../2024 ένδικη αγωγή,
μεταβίβαση επιχείρησης πλην όμως η ίδια αρνήθηκε την εν λόγω μεταβίβαση και ως
εκ τούτου δεν δυνατοί νομικά να ζητείται από την εκκαλουμένη απόφαση η προβολή
ένστασης και με τον τρόπο αυτό να ομολογείται η ένδικη αγωγή, με αποτέλεσμα να
υφίσταται η ίδια (εκκαλούσα), βλάβη, προκειμένου να ωφεληθεί το έλασσον, ήτοι
τη διαφορά της αξίας της επιχείρησης με το ύψος των χρεών, που βαρύνεται ο μεταβιβάζων, για τους λόγους δε αυτούς το
πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ύψος της αξίας της
μεταβιβαζόμενης επιχείρησης και, αφού δεν το έπραξε, έσφαλε σχετικώς η
εκκαλουμένη απόφαση. Ο συγκεκριμένος, όμως ισχυρισμός ως περιεχόμενος στον πιο
πάνω λόγο έφεσης, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη υπό
στοιχείο (XI) εξετάζεται παραδεκτά στο παρόν δικονομικό στάδιο, κρίνεται
απορριπτέος ως μη νόμιμος, επίσης, κατά ως άνω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό
στοιχείο (VI α) ειδικότερα διαλαμβανόμενα, καθώς η, μέχρι της αξίας των
περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν, ευθύνη εκείνου που τα απέκτησε,
δύναται να προβληθεί μόνο κατ’ ένσταση, χωρίς ουδόλως να υφίστανται έννομες
προϋποθέσεις, αναφορικά με δυνατότητα αυτεπάγγελτης εξέτασης από το Δικαστήριο
της εν λόγω ένστασης περί του ύψους της αξίας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης
από τον μεταβιβάσαντα στον αποκτώντα, όπως της προαναφερθείσας στον εξεταζόμενο
λόγο έφεσης και της στάθμισης- συνυπολογισμού κόστους και οφέλους του
αποκτώνται. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο και στην προκειμένη περίπτωση,
κατ’ αποτέλεσμα, όπως εκτιμάται έκρινε ομοίως έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία,
ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι’ αυτό συμπληρουμένης
της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πρωτοβάθμιας απόφασης με αυτή της παρούσας
απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ο σιτικός έβδομος λόγος
της υπό στοιχείο (I) έφεσης, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του
μάρτυρα απόδειξης . ., αδελφού της πρώτης εκκαλούσας και διαχειριστή της
δεύτερης εκκαλούσας της υπό στοιχείο (Η) έφεσης, ενώπιον του ακροατηρίου του
πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου
του Δικαστηρίου και όλων των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και
προσκομίζουν νόμιμα, μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται ρητώς κατωτέρω, χωρίς
να παραλειφθεί η εκτίμηση κανενός κατά την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας
των ισχυρισμών των διαδίκων, ενώ σημειώνεται ότι στην έννοια των εγγράφων
περιλαμβάνονται: α) τα προσκομιζόμενα αντίγραφα μηνυμάτων ηλεκτρονικού
ταχυδρομείου, τα οποία εμπίπτουν στην έννοια της μηχανικής απεικόνισης κατ’ αρθρ. 444 παρ. 1 στ. γ' και παρ.
2 ΚΠολΔ, εξομοιούμενα με
ιδιωτικά έγγραφα (βλ ΕφΑθ
636/2017 ΔΕΕ 2017.684, ΕφΠειρ 46/2014 ΔΕΕ 2014373, ΕφΑθ 1711/2013 ΔΕΕ 2013/672 και ΕπιθΕμπΔ
2013.724, ΕφΑθ 32/2011 ΔΕΕ 2011.591) και β) η κατ’ αρθρ. 390 ΚΠολΔ, γνωμοδότηση
προσώπου, που έχει ειδικές γνώσεις επιστήμης σε ζητήματα που αφορούν την
παρούσα εκκρεμή δίκη, η οποία συντάχθηκε ύστερα από αίτηση διαδίκου και
προσάγεται από αυτόν, η οποία δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά
εντάσσεται στην έννοια των εγγράφων (αρ. 432 επ. ΚΠολΔ), εκτιμάται δε ελεύθερα
από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να τη μνημονεύσει ειδικά και
κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά
μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του (ΟλΑΠ 8/2005 ΕλλΔνη 2005.694
(όμοιες και οι ΟλΑΠ 9/2005, 10/2005, 11/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ,
12/2005 ΧριΔ, ΑΠ 64/2019, 445/2019, 1634/2018,
251/2017, 408/2016, 1106/2014, 425/2013, 256/2013, 104/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), των
φωτογραφιών, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ. 3,448
παρ. 2,457 παρ. 4 ΚΠοΔ), από τις ομολογίες των
διαδίκων (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με
τα νέα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του
παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και λαμβάνονται υπόψη, αφού δεν συντρέχουν εν
προκειμένω οι κατά την παρ. 2 του άρθρου 529 του ΚΠολΔ
λόγοι απόκρουσής τους και τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της
κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 του ΚΠολΔ),
υποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Βάσει του από 18.7.2007
ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, οι, κατά το χρόνο κατάρτισης αυτού, πλειοψηφούντες συνιδιοκτήτες και συννομείς
σε ποσοστό 70% εξ αδιαιρέτου, του σ’ αυτό αναφερομένου ακινήτου - ξενοδοχείου,
που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ... αρ. 26,
αποτελούμενου από οκτώ ορόφους με ημιυπόγειο συνολικής επιφάνειας 2.154 τ.μ περίπου και δη η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...
ΑΕ» με ποσοστό συνιδιοκτησίας 22,50%, ο πέμπτος εφεσίβλητος αμφοτέρων των
κρινόμενων υπό στοιχεία (I και H) εφέσεων, . ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας
11,25%, η τρίτη εφεσίβλητη αμφοτέρων των κρινόμενων υπό στοιχεία (I και II)
εφέσεων, . ., με ποσοστό επικαρπίας 12,50%, ψιλή κυρά του οποίου (ποσοστού)
είναι ή . ., ο τέταρτος εφεσίβλητος αμφοτέρων των κρινόμενων υπό στοιχεία (1
και II) εφέσεων, . ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας 11,25% και ο . . «ως εν τοις πράγμασι ασκών του 12,50% εξ αδιαιρέτου επί του
ξενοδοχείου», εκμίσθωσαν στην πρώτη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης -
έβδομη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο (I) έφεσης - ετερόρρυθμη εταιρεία «... Ε.Ε»,
το ανωτέρω ακίνητο, για χρονικό διάστημα μέχρι την 31.12.2005. Επίσης,
συνιδιοκτήτης του εν λόγω ακινήτου κατά τον ως άνω χρόνο ήταν ο . . με ποσοστό
συνιδιοκτησίας 25% και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «. ΚΕΑΣ ΑΕ» με ποσοστό συνιδιοκτησίας 5%. Το
συνολικό μηνιαίο μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο συμφωνήθηκε με το ίδιο
συμφωνητικό, στο ποσό των 21.246 ευρώ πλέον του ανάλογου τέλους χαρτοσήμου
3,6%, καταβαλλόμενο εντός του πρώτου δεκαημέρου κάθε μισθωτικού μήνα σε έκαστο
των συνεκμισθωτών, ανάλογα με το ποσοστό
συγκυριότητάς του και αντίστοιχα συμμετοχής του στη μισθωτική σύμβαση. Επίσης,
με τον όρο 2 της ως άνω σύμβασης συμφωνήθηκε ετήσια αναπροσαρμογή του
μισθώματος ίση με τη μεταβολή του μέσου ετήσιου επίσημου πληθωρισμού στην
Ελλάδα κατά το προηγούμενο μισθωτικό έτος πλέον ποσοστού 2%, σε κάθε, όμως,
περίπτωση τουλάχιστον κατά ποσοστό 5%. Η ανωτέρω μισθώτρια εταιρεία παρέλαβε το
μίσθιο και λειτούργησε σ’ αυτό επιχείρηση ξενοδοχείο» με το διακριτικό τίτλο
«...», κατηγορίας δύο αστέρων, με 50 δωμάτια και 92 κλίνες. Στη συνέχεια μόνον
ο . . και η εταιρεία «... Κέας Α.Ε.» αφενός και η ανωτέρω μισθώτρια εταιρεία, η
όγδοη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο (I) έφεσης - έβδομη εφεσίβλητη της υπό
στοιχείο (If) έφεσης, . . και ο . . αφετέρου,
συμφώνησαν με το από 12.12.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της ως άνω
αρχικής από 18.7.2007 σύμβασης μίσθωσης - σε συνδυασμό και με το από 13.12.2011
ιδιωτικό συμφωνητικό, που κατήχησε την ισχύ του ως άνω (από 12.12.2011)
τροποποιητικού συμφωνητικού μεταξύ των ήδη συμβληθέντων
. . και . . του . αφενός και της ανωτέρω μισθώτριας εταιρείας και της . . και
του . . αφετέρου -, την αναπροσαρμογή του συνολικού μηνιαίου μισθώματος στο
ποσό των 22.473,32 ευρώ, συμπεριλαμβανόμενό» του τέλους χαρτοσήμου 3,6%, για
τρία έτη ήτοι από 2012 έως και 2014 (αντί του αρχικώς ορισθέντος ποσού
28.081,66 ευρώ για το έτος 2012, 29.495,25 ευρώ για το έτος 2013 και 30.971,06
ευρώ για το έτος 2014), ενώ από 1.1.2015 συμφώνησαν την αναπροσαρμογή αυτού στο
ποσό των 23.590,69 ευρώ, με την επισήμανση ότι εξακολουθεί να ισχύει ο αρχικός
συμβατικός όρος περί ετήσιας αναπροσαρμογής κατά ποσοστό 5%. Σημειώνεται ότι
παρόλο, που η εν λόγω συμβατική αναπροσαρμογή αναφέρεται στο σύνολο του
οφειλόμενου από τη μισθώτρια μισθώματος η σχετική συμφωνία ανέπτυξε ισχύ μόνο
μεταξύ των ως άνω συμβαλλόμενων σε αυτή μερών χωρίς να δεσμεύει τους λοιπούς συνεκμισθωτές που δεν συμβλήθηκαν σε αυτήν, σύμφωνα με τα
ειδικότερα οριζόμενα ως άνω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (III β),
καθώς το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος που είναι χρηματική παροχή,
είναι διαιρετό και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ του
μισθωτή και ορισμένων μόνο εκ των συνεκμισθωτών.
Έτσι, η οφειλόμενη σε αυτούς από την τότε μισθώτρια αναλογία επί του συνολικού
μηνιαίου μισθώματος διαμορφώθηκε για τα έτη 2012 έως και 2014 στο ποσό των
5.618,33 ευρώ για τον . . και στο ποσό των 1.123,66 ευρώ για την εταιρεία «...
Κέας Α.Ε.». Ακολούθως η ως άνω μισθώτρια άσκησε ενώπιον του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών την από 9.3.2012 και με αριθμό κατάθεσης .../2012 αγωγή της
κατά των ., . και . ., του . . και της . ., η οποία είχε υπεισέλθει ως συνεκμισθώτρια στην επίδικη μισθωτική σύμβαση την 1.1.2010
στη θέση της αρχικής συνεκμισθώτριας εταιρείας «...»,
σύμφωνα με τα κάτωθι, κατά το αντίστοιχο ποσοστό 22,50%, ζητώντας τη μείωση του
μηνιαίου μισθώματος, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 388, 288 ΑΚ, στο ποσό των 16.855
ευρώ, πλην όμως, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ως άνω ένδικης αγωγής, μετά
την από 15.4.2014 έγγραφη τροποποίηση της μισθωτικής σύμβασης μεταξύ των ., .
και . ., του . . και της . . αφενός και της ιδίας αφετέρου και ως εκ τρίτου
συμβαλλόμενων των . . και του . ., σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας το μηνιαίο
μίσθωμα καθορίσθηκε από 1.1.2014 έως 31.12.2015 στο ποσό των 2.000,53 ευρώ για
το . ., των 2.089,48 ευρώ για τη . ., των 2.690,53 ευρώ για τον . ., των
2.089,48 ευρώ για τον . . και των 5.381,07 ευρώ για την . ., πλέον τέλους
χαρτοσήμου 3,6%, ενώ από 1.1.2016 το μηνιαίο μίσθωμα θα αναπροσαρμοζόταν βάσει
του όρου 2 της αρχικής σύμβασης περί ετήσιας αναπροσαρμογής κατά ποσοστό 5%.
Ειδικότερα, η Π. . είχε ασκήσει: α) κατά της ανώνυμης εταιρείας «... ΑΕ.» και
τότε συνιδιοκτήτριας του επιδίκου μισθίου κατά
ποσοστό 22,50% την από 6.6.2011 με αρ. κατ. .../2011 ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ενώπιον
του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιλύθηκε συμβιβαστικά με το υπ’
αριθ. ./2011 Πρακτικό Εξωδικαστικής Επίλυσης Διαφοράς, που έχει μεταγραφεί
νόμιμα στο τόμο 5084 με αα. του υποθηκοφυλακείου
Αθηνών, σύμφωνα με το οποίο η ανωτέρω αναγνωρίσθηκε ι»ς
κυρία επί του ανωτέρω μίσθιου ακινήτου κατά ποσοστό 22,5% εξ αδιαιρέτου και β)
κατά του εκ των αρχικών εκμισθωτών και συνιδιοκτήτη κατά ποσοστό 12,5% εξ αδιαιρέτου
του μισθίου ακινήτου, . . του Αλεξάνδρου, ενώπιον του
Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1.7.2014 με αρ.
κατ. .../2014 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας, η
οποία, επίσης, επιλύθηκε συμβιβαστικά με το υπ’ αριθ. ./2015 Πρακτικό
Εξωδικαστικής Επίλυσης Διαφοράς, το οποίο επικυρώθηκε με την με αριθμό 30/2015
απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η ανωτέρω αναγνωρίσθηκε
ως κυρία επί του ανωτέρω μίσθιου ακινήτου κατά ποσοστό 12,5% εξ αδιαιρέτου. Από
τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι η . . είχε
αποκτήσει συνολικά ποσοστό 35% (22,50 + 12,50) εξ αδιαιρέτου του ενδίκου μισθίου. Στα δικαιώματα και υποχρεώσεις εκ της ως άνω
μισθώσεως υπεισήλθε ως επικαρπώτρια κατά το άνω
ποσοστό του 35% δυνάμει της υπ’ αριθ. ./2019 Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς της .
. από τη συμ/φο Αθηνών . .,
νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του
υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο . και α.α. ., σε
συνδ. με τα υπ’ αριθ.: α) ...2024 πιστ/κο περί μη προσβολής δικαιώματος του τμήματος πολιτικού
αρχείου του πρωτοδικείου Περαιά και β) τα υπ’ αριθ.
...2024 και ...2024 πιστ/κα μη αποποίησης και μη
δημοσίευσης έτερης εκ της ανωτέρω διαθήκης των
τμημάτων αποποιήσεων και διαθηκών, αντίστοιχα, του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η
πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης - πρώτη εφεσίβλητη της υπό
στοιχείο (I) έφεσης - πρώτη ενάγουσα των υπό στοιχεία (α και β) ενδίκων αγωγών,
κατά το οποίο συμμετείχε η ως άνω δικαιοπάροχός της αποβιώσασα την 21.9.2015,
ενώ ψιλοί κύριοι του εν λόγω ποσοστού είναι οι . . του . και . . του . σε
ποσοστό 17,50% εξ αδιαιρέτου έκαστος. Επίσης, δυνάμει του υπ’ αριθ. …/1998
συμβολαίου του συμ/φου Πευκης . ., νόμιμα μεταγεγραμμένου
στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο . και α. α. ., η
εταιρεία «... ΑΈ» είχε μεταβιβάσει στην εταιρεία «... ΚΕΑΣ Α.Ε.», ποσοστό 5%
επί του μισθίου ακινήτου, με το οποίο ποσοστό η
τελευταία συμβλήθηκε στην από 18.7.2007 ως συνεκμισθώτρια
κατά τα ανωτέρω στην επίδικη μισθωτική σύμβαση. Το ανωτέρω αυτό εξ αδιαιρέτου
ποσοστό επί του μίσθιου ακινήτου κατασχέθηκε αναγκαστικά δυνάμει της υπ’ αριθ.
467/23.12.2022 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του
Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Πρωτοδικείου Πειραιά . ., σε εκτέλεση
του με αριθμό ...2020 πρώτου (Α*) εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ...2022 Διαταγής
Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Ακολούθως με την υπ’ αριθ. 463/2023 απόφαση
του Ειρηνοδικείου Αθηνών, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, εκδοθείσα
κατόπιν της από 28.12.2022 και με αρ. κατ. …/2022 αίτησης της εταιρείας «... ΚΕΑΣ Α.Ε.», επετράπη
η ελεύθερη πώληση του κατασχεμένου ως άνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου και δυνάμει
της υπ’ αριθ. ...2023 Έκθεσης Ελεύθερης Εκποίησης ακίνητης περιουσίας του συμ/φου Αθηνών . . και το
κατασχεμένο ποσοστό κατακυρώθηκε υπέρ της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με
την επωνυμία «. . . ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» - δεύτερης εκκαλούσας της
υπό στοιχείο (Η) έφεσης - δεύτερης εφεσίβλητης της υπό στοιχείο (I) έφεσης -
δεύτερης ενάγουσας των υπό στοιχεία (α και β) ενδίκων αγωγών. Ενόψει αυτών η εν
λόγω εταιρεία κατέστη κυρία κατά ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου του επιδίκου μισθίου, συνταχθείσας σχετικά της υπ’ αριθ. ...2023
Περίληψης Κατακυρωτικής Έκθεσης του ανωτέρω συμ/φου Αθηνών . ., γεγονός το οποίο ανήγγειλε στη μισθώτρια,
αρχικά με το από 26.5.2023 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και στη συνέχεια με
την από 30.8.2013 σχετική εξώδικη δήλωση, συνταχθείσας σχετικά της ./2023
Έκθεσης Επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά . . . .
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της υπό
στοιχείο (I) έφεσης, ως προς τα συυναφή σκέλη του,
όπως εκτιμώντας επαναφέρονται οι σχετικοί πρωτοδίκως προβληθέντες
ισχυρισμοί της εκκαλούσας της εν λόγω αγωγής σύμφωνα με τους οποίους: α) στον
υπ’ αριθ. 1 με τίτλο «επί του 1ου λόγου ανακοπής [επί της .../2023 Διαταγής
Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών]- έλλειψη νόμιμης
βάσης» (σελ. 9 επ.) εκτίθεται ότι η . . και η
δικαιοπάροχος της δεν ήταν συνεκμισθώτριες στην
αρχική μισθωτική σύμβαση της 18.7.2007. Ότι είναι αναληθής ο ισχυρισμός της . .
ότι η ίδια είχε καταστεί επικαρπώτρια σε ποσοστό 35%
επί του επιδίκου μισθίου ακινήτου μέχρι την
13.9.2024, καθώς απερρίφθησαν σχετικές αιτήσεις της
στο κτηματολόγιο για καταχώρηση του ως άνω τίτλου της, ήτοι της σχετικής
δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς. Οτι το εν λόγω δικαίωμα
τελικά το απέκτησε το πρώτον η ανωτέρω την 13.9.2024 με τη σχετική απόφαση του
Κτηματολογίου, β) στον υπ’ αριθ. 2 με τίτλο «επί του 2ου λόγου ανακοπής -
έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης» (σελ. II επ.)
εκτίθεται ότι καθώς η . . ζήτησε με αίτησή της στο κτηματολόγιο με αρ. πρωτ. ...2023 την απόδοση
στην ίδια ποσοστού επικαρπίας 22,50 % επί του επιδίκου μισθίου,
ομολόγησε σε κάθε περίπτωση την κατοχή μόνο του ως άνω ποσοστού και, επομένως,
τότε δεν κατείχε επιπλέον ποσοστό, γ) στον υπ’ αριθ. 1 με τίτλο «επί του 1ου
λόγου ανακοπής [επί της ./2023 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών]- έλλειψη νόμιμης βάσης» (σελ 18)
και δ) στον υπ’ αριθ. 2 με τίτλο «επί του 2ου λόγου ανακοπής — έλλειψη
ενεργητικής νομιμοποίησης» (σελ. 18 - 19) εκτίθεται ότι η εταιρεία
περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «.. Ε.Π.Ε.» δεν έχει καταστεί συγκυρία
του επιδίκου μισθίου ακινήτου σε ποσοστό 5% καθώς η
ανωτέρω περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης δεν καταχωρήθηκε στο κτηματολόγιο και,
συνεπώς, γνώριζε ότι δεν έχει υπεισέλθει στα δικαιώματα της επίδικης μίσθωσης
για να λαμβάνει μισθώματα. Οι ανωτέρω, όμως, ισχυρισμός οι οποίοι παραδεκτά
προβάλλοντας κατά τα ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (VI β) από
την αποκτώσα εταιρεία, ενώ αφορούν τη μεταβιβάσασα εταιρεία λόγω του ανατρέχουν
σε χρόνο πριν την αναφερόμενη στην υπό στοιχείο (β) ένδικη αγωγή, μεταβίβαση,
κρίνονται πρωτίστως απορρυττέοι ως αλυσαελώς προβαλλόμενος καθόσον οι ως άνω ενάγουσες
αμφοτέρων των ενδίκων υπό στοιχεία (α και β) αγωγών, έχουν καταχωρίσει με
διορθωτικές εγγραφές στο κτηματολογικό γραφείο Αθηνών τα προαναφερθέντα
δικαιώματά τους, στο ΚΑΕΚ του επιδίκου μισθίου
ακίνητου με αριθμό …, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες σχετικές εγγραφές του
Ελληνικού Κτηματολογίου, ενώ περαιτέρω, αφενός ως προς την πρώτη ενάγουσα -
πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης - πρώτη εφεσίβλητη της υπό
στοιχείο (I) έφεσης, σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στη σχετική νομική
σκέψη υπό στοιχείο (VII α), η προαναφερθείσα μεταγραφή της αποδοχής κληρονομιάς
της ανωτέρω ως κληρονόμου της δικαιοπαρόχου της . .,
επάγεται την αναδρομική, από του θανάτου της κληρονομούμενης, κτήση ««της,
χωρίς στον ενδιάμεσο χρόνο (μέχρι τη μεταγραφή) η κυριότητα επί του κληρονομιαίου να ανήκει σε άλλον και αφετέρου επίσης,
σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο
(VII β), η σε κάθε περίπτωση έγγραφη στο κτηματολόγιο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη»
του ανήκοντος στην ανωτέρω ενάγουσα, ποσοστού επικαρπίας επί του επιδίκου μισθίου ακινήτου, δεν ενέχει αμφισβήτηση, αλλά έλλειψη
διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος της, κατά το χρόνο μέχρι τη διορθωτική
εγγραφή, καθόσον υποδεικνύεται με αυτήν ότι ο δικαιούχος κυριότητας δεν υπέβαλε
ή δεν υπέβαλε ορθά δήλωση ιδιοκτησίας κατά την κτηματογράφηση
της οικείας περιοχής. Σημειωτέον δε ότι αναφορικά με
τους εκτιθέμενους στα ως άνω σκέλη του ίδιου λόγου έφεσης, ισχυρισμούς, που
διαλαμβάνονται αυτούσιοι στις ασκηθείσες ανακοπές
κατά των προαναφερθεισών Διαταγών Πληρωμής, των πρώτης και έβδομης των εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο (II) έφεσης - έβδομης και
όγδοης των εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο (1) έφεσης
κατά των καθ’ ων οι εν λόγω ανακοπές νυν εκκαλουσών της υπό στοιχείο (II)
έφεσης και οι οποίοι, ως περιεχόμενοι στους συναφείς λόγους ανακοπών,
στρέφονται αποκλειστικά κατά των αιτήσεων των και νυν εναγουσών για έκδοση των
ανωτέρω διαταγών πληρωμής ειδικά ως προς το βάσιμο και την ύπαρξη των
απαιτήσεων αυτών κατά το χρόνο κατάθεσης τους, αλλά και κατά του κύρους των εν
λόγω διαταγών πληρωμής, αυτοί (ισχυρισμοί) δεν επαναφέρονται παραδεκτά από την
εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I) έφεσης, καθότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα
ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (VI β), μετά τη μεταβίβαση, λόγω
της αυτοτέλειας της ενοχής των δύο εις ολόκληρον συνοφειλετών, ανατάσσονται μόνο όσα γεγονότα ενεργούν
αντικειμενικά (άρθρα 483-485 ΑΚ) και όχι εκείνα που ενεργούν υποκειμενικά
(άρθρο 486 ΑΚ) (ad hoc ΑΠ 1571/2017 ο.π.), όπως εν
προκειμένω είναι οι σχετικοί ως άνω ισχυρισμοί της αρχικής μισθώτριας
μεταβιβάσασας εταιρείας, καθώς αυτοί, επίσης κατά τα ανωτέρω, ως στρεφόμενοι
τόσο κατά των αιτήσεων των και νυν εναγουσών για έκδοση των παραπάνω διαταγών
πληρωμής ειδικά ως προς το βάσιμο και την ύπαρξη των απαιτήσεων αυτών συγκεκριμένα
κατά το χρόνο κατάθεσής τους (αιτήσεων), όσο και κατά του κύρους των εν λόγω
διαταγών πληρωμής, αφορούν αποκλειστικά την ανοιγείσα,
με τις οικείες ανακοπές, δίκη, μεταξύ των εκεί διαδίκων, για συγκεκριμένους
(δικονομικούς και ουσιαστικούς) λόγους και δύνανται να προβληθούν
(υποκειμενικά) μόνο μεταξύ εκείνων των διαδίκων εκ της ως άνω αιτίας της
έκδοσης διαταγών πληρωμής και άσκησης σχετικών ανακοπών. Το πρωτοβάθμιο
Δικαστήριο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση, έκρινε ομοίως και απέρριψε
σιωπηρά τους ανωτέρω ισχυρισμούς, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι’ αυτό
και συμπληρουμένης της εν λόγω αιτιολογίας της
προσβαλλόμενης πρωτοβάθμιας απόφασης με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ο σχετικός δεύτερος λόγος της υπό στοιχείο (I)
έφεσης, ως προς τα συναφή ως άνω σκέλη ταυ, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ως άνω μισθώτρια
άσκησε, επίσης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27.1.2017
και με αριθμό κατάθεσης .../2017 αγωγή κατά των ., . και . ., . ., της
εταιρείας «... Κέας Α.Ε.» και της . ., με την οποία ζήτησε την αναπροσαρμογή
του μηνιαίου μισθώματος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, στο ποσό των 6.500
ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.2.2017 έως και 31.1.2019. Επί της εν λόγω
ένδικης αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1429/2018 οριστική απόφαση, με την οποία η
εν λόγω ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, δυνάμει των από 20.7.2018 και
28.12.2018 δυο ιδιωτικών συμφωνητικών συμφωνήθηκε μεταξύ της . . και της ως άνω
μισθώτριας, εκ των οποίων το δεύτερο υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο
της Αντώνιο Παναγιωταράκο, η αναπροσαρμογή της
οφειλόμενης σε αυτήν αναλογίας του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ
πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% για το χρονικό διάστημα από 1.1.2017 έως και
31.12.2019, ενώ επιπροσθέτως ορίστηκε, αφενός ότι για την επόμενη τριετία, ήτοι
από 1.1.2020 έως 31.12.2022 το καταβλητέο μίσθωμα θα προσδιοριστεί με νεώτερη συμφωνία των μερών και αφετέρου ότι κατά τα λοιπά
εξακολουθεί το αρχικό μισθωτήριο συμφωνητικό, όπως είχε τότε τροποποιηθεί
Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, το μηνιαίο οφειλώμενο
μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο ακίνητο ανήλθε συνολικά για το έτος 2017 στο ποσό
των 21.033,13 €, για το έτος 2018 στο ποσό των 21.884,80 € και για το έτος 2019
στο ποσό των 22.779,02 €, το δε μηναίο μίσθωμα ανήλθε: α) για το έτος 2017 στο
ποσό των 2.968,31 € για τον πέμπτο εφεσίβλητο αμφοτέρων των κρινόμενων υπό
στοιχεία (I και II) εφέσεων, . ., στο ποσό των 3.295,90 € για την τρίτη
εφεσίβλητη αμφοτέρων των κρινόμενων υπό στοιχεία (1 και 10 εφέσεων, . ., στο
ποσό των 2.966,31 € για τον τέταρτο εφεσίβλητο αμφοτέρων των κρινόμενων υπό
στοιχεία (I και Π) εφέσεων, . ., στο ποσό των 8.503,84 € για τον . ., στο ποσό
των 1.300,77 € για την εταιρεία με την επωνυμία «... ΚΕΑΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ
ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.» και στο ποσό των 4.000 € για την πρώτη εκκαλούσα
της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης - πρώτη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο (I) έφεσης .
., β) για το έτος 2018 στο ποσό των 3.114,63 € για το . ., στο ποσό των
3.460,70 € για τη . ., στο ποσό των 3.114,63 € για το . ., στο ποσό των
6.829,03 € για το . ., στο ποσό των 1.365,81 € για την εταιρεία με την επωνυμία
«... ΚΕΑΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.» και στο ποσό των
4.000 € για την . ., γ) για το έτος 2019 στο ποσό των 3.270,36 € για το . .,
στο ποσό των 3.633,73 € για τη . ., στο ποσό των 3.270,36 € για το . ., στο
ποσό των 7.170,48 € για το . ., στο ποσό των 1.434,00 € για την εταιρεία με την
επωνυμία «... ΚΕΑΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.» και στο
ποσό των 4.000 € για την . .. Ακολούθως, για το έτος 2020 το αναλογούν στην . .
μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο παρέμεινε στο ποσό των 4.000 €, βάσει του από
3.12.2019 τροποποιητικού συμφωνητικού μεταξύ αυτής και της μισθώτριας, το οποίο
υπογράφεται από τον πληρεξούσιό της Αντώνιο Παναγιωταράκο
και δηλώθηκε στο σύστημα της ΑΑΔΕ με αρ. ...2019, ενώ
για το έτος 2021 το αναλογούν στην . . μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο ανήλθε στο
ποσό των 8.000 €, βάσει τον από 2.1.2021 τροποποιητικού συμφωνητικού μεταξύ
αυτής και της μισθώτριας, το οποίο, επίσης, υπογράφεται από τον πληρεξούσιο
δικηγόρο της Αντώνιο Παναγιωταράκο και δηλώθηκε στο
σύστημα της ΑΑΔΕ με αρ. …2021, για δε το σύνολο των συνεκμισθωτών [. ., . ., . ., . ., εταιρεία με την επωνυμία
«... ΚΕΑΣ Α.Ε.» και . .] στο ποσό των 25.111,63 όπως τούτο προκύπτει από τη
δήλωση στο σύστημα της ΑΑΔΕ με αρ. ...2021, στην
οποία διαλαμβάνεται ότι μετά την 1.1.2022 το μίσθωμα θα αναπροσαρμοστεί και θα
εξακολουθεί να αναπροσαρμόζεται ετησίως σύμφωνα με τον όρο 2 του αρχικού
συμφωνητικού. Στη συνέχεια, βάσει του από 3.11.2021 τροποποιητικού συμφωνητικού
μεταξύ όλων των ως άνω συνεκμισθωτών και της
μισθώτριας εταιρείας, το οποίο δηλώθηκε στο σύστημα της ΑΑΔΕ με αρ. ...2021, το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε εξαιρετικά στο
ποσό των 5.715 € από 1.11.2021 έως 1.5.2022, ενώ ως προς την . . ορίστηκε σε
2.000 ευρώ και δηλώθηκε ότι δεν θεμελιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα της μισθώτριας
για παράταση ισχύος της εν λόγω τροποποίησης πέραν του ως άνω διαστήματος.
Περαιτέρω, βάσει του από 29.4.2022
τροποποιητικού συμφωνητικού μεταξύ της . . και της μισθώτριας εταιρείας, το
μίσθωμα ορίστηκε για την ίδια στο ποσό των 2.000 € πλέον χαρτοσήμου για το
διάστημα από 1.5.2022 έως 31.10.2022, στη συνέχεια δε με την με αρ. ...2022 δήλωση στο σύστημα της ΑΑΔΕ, δηλώθηκε ότι το
συνολικό μηνιαίο μίσθωμα παρέμεινε εξαιρετικά στο ποσό των 5.715 € για το ίδιο
διάστημα (από 1.5.2022 έως 31.10.2022). Εξάλλου, βάσει του από 1.11.2022
τροποποιητικού συμφωνητικού μεταξύ της . . και της μισθώτριας εταιρείας, το
μίσθωμα ορίστηκε για την ίδια στο ποσό των 2.000 € πλέον χαρτοσήμου για το
διάστημα από 1.11.2022 έως 1.5.2023, στη συνέχεια δε με την με αρ. ...2022 δήλωση στο σύστημα της ΑΑΔΕ, δηλώθηκε ότι το
συνολικό μηνιαίο μίσθωμα παρέμεινε εξαιρετικά στο ποσό των 5.715 € για το ίδιο
διάστημα (από 1.11.2022 έως 1.5.2023), έγινε , δε αποδεκτό από τους . ., . .
και . . την 3.10.2023 και από το . . την 16.1.2023 Ακολούθως, με τις από
30.82023 εξώδικες δηλώσεις - προσκλήσεις - οχλήσεις των εκκαλουσών της υπό
στοιχείο (II) έφεσης - πρώτης και δεύτερης των εφεσιβλήτων
της υπό στοιχείο (I) έφεσης προς την τότε μισθώτρια έταιρεία
του επιδίκου μισθίου ακινήτου, κοινοποιούμενες προς
τους λοιπούς συνεκμισθωτές (βλ. τις υπ’ αριθ. .,
...2023, ., ., ., ...2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο
Εφετείο Πειραιά . .), οι ανωτέρω κάλεσαν τη μισθώτρια να τους καταβάλει
αναπροσαρμογές εγγυήσεων συνολικού ποσού 23.947,52 ευρώ για την πρώτη και
9.098,72 ευρώ για τη δεύτερη.
Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό
υλικό αποδείχθηκε ότι: α) με την από 20.10.2023 εξώδικη διαμαρτυρία και
πρόσκληση της πρώτης εκκαλούσας της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης - πρώτης
εφεσίβλητης της υπό στοιχείο (I) έφεσης προς τις πρώτη και έβδομη των εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο (ΙΓ) έφεσης - έβδομη και όγδοη
των εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο (1) έφεσης, που
επιδόθηκε σ’ αυτές την 23.10.2023 (βλ τις υπ’ αριθ.
., ...2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά . .),
αυτή διαμαρτυρήθηκε, μεταξύ άλλων, για τη μη καταβολή από την τότε μισθώτρια
εταιρεία των ακόλουθων μισθωμάτων και αναπροσαρμογών εγγυήσεων, ως εξής: «(...)
οφείλετε μέχρι σήμερα μέρος του μισθώματος που αντιστοιχεί στο 35% εξ
αδιαιρέτου ποσοστό μου για τον μήνα Μάιο 2023, το οποίο ανέρχεται στο υπόλοιπο
των 4.064,10 € (καθώς το βασικό μίσθωμα που μου αντιστοιχεί ανέρχεται στο ποσό
των 16.498,10 € από το οποίο αφαιρώ τις μέχρι σήμερα τμηματικές καταβολές σας
εξ ευρώ 2.072,00 € στις οποίες προβήκατε κατά τους μήνες Μάιο - Οκτώβριο 2023,
όπως προκύπτει από τις κινήσεις του τραπεζικού μου λογαριασμού, με αποτέλεσμα
να απομένει ανεξόφλητο υπόλοιπο ποσού κατά τα προαναφερόμενο 4.001,10 €) και
περαιτέρω και παρά τις επαναλαμβανόμενες οχλήσεις μου, δεν μου έχετε καταβάλει
τα μισθώματα ολόκληρων των κάτωθι μισθωτικών μηνών: Ιουνίου 2023, Ιουλίου 2023,
Αυγούστου 2023, Σεπτεμβρίου 2023 και Οκτωβρίου 2023, εξ Ευρώ Δέκα Πέντε
χιλιάδων Εννιακοσίων Είκοσι Δύο Ευρώ και Ογδόντα οκτώ Λεπτών (15.922,88 €)
έκαστο μίσθωμα, πλέον χαρτοσήμου 3,6%, ήτοι συνολικά 16.498,10 € το μήνα Δηλαδή
συνολικά οφείλετε μέχρι σήμερα ογδόντα Έξι Χιλιάδες Πεντακόσια Σαράντα τέσσερα
ευρώ και Εξήντα λεπτά και αναλυτικότερα: 14.064,10 € ως υπόλοιπο μισθώματος
Μαΐου 2023 + (16.498,10 € x 5 μήνες =) 86.544.60 €. Επειδή, έξαλλου, όπως
γνωρίζετε και δια προηγούμενης οχλήσεως μου, σε εκκρεμότητα παραμένει η
καταβολή των αναπροσαρμογών και της εγγύησης, όπως είχε συμφωνηθεί δια της από
18-07-2007 αρχικής σύμβασης μίσθωσης και για την πιστή τήρηση των όρων της. Οι
προβλεπόμενες αναπροσαρμογές επί της εγγύησης μου έχουν καταβληθεί μέχρι και το
2019 και ουδέν σχετικά έκτοτε μέχρι σήμερα. Ως εκ τούτου, απομένει προς
εξόφληση ποσό διαφοράς σήμερα ανερχόμενο στο ύψος των 23.947,52 €(...)», για το
λόγο δε αυτό αιτήθηκε την έκδοση της ανωτέρω με αρ.
./2023 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,
δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκαν οι πρώτη και έβδομη των εφεσιβλητών
της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης - έβδομη και όγδοη των εφεσιβλήτων
της υπό στοιχείο (I) έφεσης να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 124.916,22
ευρώ (100.968,70 + 23.947,52) και β) με την από 20.10.2023 εξώδικη διαμαρτυρία
και πρόσκληση της δεύτερης εκκαλούσας της υπό στοιχείο (II) έφεσης - δεύτερης
εφεσίβλητης της υπό στοιχείο (I) έφεσης προς τις πρώτη και έβδομη των εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο (II) έφεσης - έβδομη και όγδοη
των εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο (I) έφεσης, που
επιδόθηκε σ’ αυτές την 23.10.2023 (βλ. τις υπ’ αριθ. ./, ./...2023 εκθέσεις
επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή), αυτή διαμαρτυρήθηκε για τη μη
καταβολή από την τότε μισθώτρια εταιρεία των ακόλουθων μισθωμάτων και
αναπροσαρμογών εγγυήσεων, ως εξής: «(...) οφείλετε μέχρι σήμερα μέρος του
μισθώματος που αντιστοιχεί στο 5% εξ αδιαιρέτου ποσοστό μας για τον μήνα
Αύγουστο 2023, το οποίο ανέρχεται στο υπόλοιπο των (2.356,57 € μείον 1.206,86 €
που έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα ίσον) 1.150,70 € και
περαιτέρω και παρά τις επαναλαμβανόμενες οχλήσεις μας, δεν μας έχετε καταβάλει
τα μισθώματα ολόκληρων των κάτωθι μισθωτικών μηνών: Σεπτεμβρίου 2023 και
Οκτωβρίου 2023, εξ Ευρώ) Δύο Χιλιάδων Διακοσίων. Εβδομήντα Τεσσάρων Ευρώ και
Εξήντα οκτώ Λεπτών (2.274,68 € έκαστο μίσθωμα, πλέον χαρτοσήμου 3,6%, ήτοι
συνολικά 2.356,57 € έκαστο μήνα Δηλαδή συνολικά οφείλετε μέχρι σήμερα Πέντε
Χιλιάδες Οκτακόσια Εξήντα Τρία Ευρώ και Ογδόντα Τέσσερα λεπτά και
αναλυτικότερα: 1.150,70 € ως υπόλοιπο μισθώματος Αυγούστου 2023 + (2.355,57€ x
2 μήνες =) 5.863,84 €. Επειδή, έξαλλου, όπως γνωρίζετε και δια προηγούμενης
οχλήσεως μας, σε εκκρεμότητα παραμένει η καταβολή και της εγγύησης μετά των
μέχρι σήμερα αναπροσαρμογών αυτής, όπως είχε συμφωνηθεί δια της από 18-07-2007
αρχικής σύμβασης μίσθωσης και για την πιστή τήρηση των όρων της, η οποία
μάλιστα ουδέποτε είχε αποδοθεί στην προκάτοχο εταιρία. Το προβλεπόμενο ποσό της
οφειλόμενης εγγύησης και των αναπροσαρμογών της που μας αντιστοιχεί, ως ειδικής
διαδόχου της προκατόχου μας, είναι σήμερα ανερχόμενο στο ύψος των 9.098,72 €(..
.)», για το λόγο δε αυτό αιτήθηκε την έκδοση της με αρ.
.../2023 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,
δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκαν οι πρώτη και έβδομη των εφεσιβλήτων
της υπό στοιχείο (II) έφεσης - έβδομη και όγδοη των εφεσιβλήτων
της υπό στοιχείο (I) έφεσης να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 16.134,14
ευρώ (7.035,42 + 9.098,72). Σημειωτέον ότι οι
σχετικές ένδικες ανακοπές κατά των εν λόγω διαταγών πληρωμής έγιναν δεκτές και
οι τελευταίες ακυρώθηκαν σε πρώτο βαθμό με τις υπ’ αριθ. 2284,2286/2025
αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εξάλλου, από το ίδιο παραπάνω
αποδεικτικό υλικό ουδόλως αποδείχθηκαν ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα
οι παραδεκτός προβαλλόμενοι, κατά τα ανωτέρω, ισχυρισμοί της εκκαλούσας της υπό
στοιχείο (1) έφεσης σε αμφότερα τα σκέλη του δευτέρου λόγου της υπό στοιχείο
(1) έφεσής της με τίτλο «3. Επί του 3ου λόγου - Άρνηση Οφειλής Μισθωμάτων»
(σελ. 12 - 14) περί του ότι κατόπιν της τελευταίας ανωτέρω τροποποίησης του
αρχικού μισθωτηρίου συμφωνητικού για το χρονικό διάστημα από 1.11.2022 έως
1.5.2023, σχετικά με το μηνιαίο οφειλώμενο μίσθωμα
για το επίδικο μίσθιο, υπήρξε μεταξύ των εκκαλουσών της υπό στοιχείο (II )
έφεσης - πρώτης και δεύτερης των εφεσιβλήτων της υπό
στοιχείο (1) έφεσης - εναγουσών αμφοτέρων των ενδίκων υπό στοιχεία (α και β)
αγωγών με την τότε μισθώτρια εταιρεία του επιδίκου μισθίου
ακινήτου, τροποποίηση τόσο έγγραφη για το διάστημα από 1.5.2023 έως 31.7.2023
όσο και στη συνέχεια προφορική για το υπόλοιπο διάστημα μέχρι το τέλος του
2023, αναφορικά δε: α) με την επικαλούμενη από την εκκαλούσα στο συναφές σκέλος
του δευτέρου λόγου της υπό στοιχείο (I) έφεσής της με τίτλο «3. Επί του 3ου λόγου - Άρνηση Οφειλής
Μισθωμάτων» έγγραφη τροποποίηση, το προσκομιζόμενο από τις ανωτέρω συνεκμισθώτριες σχέδιο συμφωνητικού με ημερομηνία
29.4.2023, to οποίο απεστάλη σε εκείνες την
30.6.2023, όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο από αυτές σε αντίγραφο
από ίδια ημερομηνία μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από «...», το οποίο φέρει
αναφορά για συνημμένο αρχείο με τίτλο «Σχέδιο Ιδιωτικού Συμφωνητικού .», δεν
αποδείχθηκε ότι υπογράφηκε σε οποιοδήποτε χρόνο από τη δηλούμενη ως «Η
ΕΚΜΙΣΘΩΤΡΙΑ», τούτου μη αναιρούμενου από οιοδήποτε προσκομιζόμενο από την
εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I) έφεσης αποδεικτικό στοιχείο, συμπεριλαμβανόμενος
της προσκομιζόμενης από αυτήν από 16.9.2024 τεχνικής «έκθεσης γραφολογικής
γνωμοδότησης» του. ., που αφορά το προσκομιζόμενο από την ίδια ακριβές
αντίγραφο «ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης σύμβασης μισθώσεως» από
29.4.2023, το οποίο στη θέση «Η ΕΚΜΙΣΘΩΤΡΙΑ» φέρει σχετική υπογραφή, η οποία
στα συμπεράσματα της ως άνω τεχνικής έκθεσης (σελ. 49) αποδίδεται στον
πληρεξούσιο δικηγόρο και υιό της . ., Αντώνιο Παναγιωταράκο,
ως επιχειρούντα να θέσει την υπογραφή της . ., η
οποία έκθεση δεν κρίνεται πειστική, καθώς έρχεται σε ευθεία αντίθεση αφενός με
το ότι στις προαναφερθείσες περιπτώσεις υπογραφής τροποποιητικών συμφωνητικών
από τον ανωτέρω (28.12.2018, 3.12.209, 2.1.2021), εκείνος υπέγραψε με τη
σχετική ιδιότητά του και με την υπογραφή του, χωρίς στη συγκεκριμένη περίπτωση
του από 29.4.2023 σχεδίου συμφωνητικού, να αποδεικνύεται η ανάγκη του για θέση
υπογραφής από τον ίδιο, ομοιάζουσας με της ανωτέρω (.
.), τα περί του αντιθέτου δε αναφόμενα από την
εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I) έφεσης κρίνονται παντελώς αβάσιμα ως μη
υποστηριζόμενα σε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο και αφετέρου με τη σαφή και
κατηγορηματική ως προς τούτο μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ενώπιον
του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και β) με την επικαλούμενη από την
εκκαλούσα στο έτερο συναφές σκέλος του δευτέρου λόγου της υπό στοιχείο (I)
έφεσης της με τίτλο «3. Επί του 3ου λόγου - Άρνηση Οφειλής Μισθωμάτων»,
προφορική ως άνω τροποποίηση του αρχικού μισθωτηρίου συμφωνητικού, για το
διάστημα από 1.8.2023 έως και το τέλος του έτους αυτού, αυτή ουδόλως
αποδείχθηκε ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα από κανένα προσκομιζόμενο από
την ίδια αποδεικτικό στοιχείο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο στην
προκειμένη περίπτωση, έκρινε ομοίως και απέρριψε σιωπηρά τους ανωτέρω
ισχυρισμούς, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι’ αυτό και συμπληρουμένης της εν λόγω αιτιολογίας της προσβαλλόμενης
πρωτοβάθμιας απόφασης με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ο σχετικός δεύτερος λόγος της υπό στοιχείο (I)
έφεσης, ως προς τα σχετικά ως άνω σκέλη του, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Αντίθετα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την τότε μισθώτρια εταιρεία
ιδιωτικό συμφωνητικό, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των εκ των συνεκμισθωτών
του επιδίκου μισθίου ., . και . . αφενός και της τότε
μισθώτριας εταιρείας αφετέρου και ως εκ τρίτου συμβαλλομένης της . . .,
υπογράφηκε το από 31.10.2023 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο, αφού αναφέρθηκε
ότι κατά τον εν λόγω χρόνο το συνολικό μηνιαίο μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο
ανέρχεται στο ποσό των 25.111,63 €, εκ του οποίου το συνολικά καταβαλλόμενο
στους ίδιους ανέχεται στο ποσό των 8.789,07 ευρώ, συμφωνήθηκε εντελώς έκτακτα
και εξαιρετικά για το χρονικό διάστημα από 1.11.2023 έως και 30.4,2024 το
αναλογούν στους ίδιους ως άνω συνεκμισθωτές μίσθωμα
να ανέρχεται σε 2.000 €, επιμεριζόμενο στο ποσό των 643 € για τον . ., στο ποσό
των 714 € για τη . . και στο ποσό των 643 € για το . ..
Περαιτέρω, η εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I)
έφεσης, με το σχετικό σκέλος του δευτέρου λόγου της κρινόμενης έφεσής της επιγραφόμενο ως «5. Ένσταση μη εκκαθαρισμένης απαίτησης»
(σελ. 15), διαλαμβάνει ότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα από την ίδια στα τέσσερα
προηγούμενα σκέλη του συγκεκριμένου λόγου της, όπως το περιεχόμενο αυτών
διαλαμβάνεται ανωτέρω και δη: α) στο σκέλος επιγραφόμενο
«επί του 1ου λόγου ανακοπής [επί της .../2023 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών]- έλλειψη νόμιμης βάσης» (σελ. 9 επ.), β) στο σκέλος επιγραφόμενο
«επί του 2ου λόγου ανακοπής - έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης» (σελ. 11 επ.), γ) στο σκέλος επιγραφόμενο
«3. Επί του 3ου λόγου - Άρνηση Οφειλής Μισθωμάτων» (σελ. 12 - 14) και δ) στο
σκέλος επιγραφόμενο «4. Η κατάχρηση δικαιώματος»
(σελ. 14 - 15), αποδεικνύεται ότι η πρώτη εφεσίβλητη της ίδιας αγωγής δεν έχει
βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση κατά της αρχικής μισθώτριας εταιρείας και ως
εκ τούτου δεν δύναται να ζητεί από την ίδια να της καταβάλει μισθώματα, που δεν
δικαιούταν Με το παραπάνω, όμως, περιεχόμενο το συγκεκριμένο σκέλος του
δευτέρου λόγου της υπό στοιχείο (I) έφεσης, το οποίο περιλαμβάνεται στην ασκηθείσα ανακοπή κατά της ανωτέρω υπ’ αριθ. .../2023
Διαταγής Πληρωμής, των πρώτης και έβδομης των εφεσιβλήτων
της υπό στοιχείο (II) έφεσης - έβδομης και όγδοης των εφεσιβλήτων
της υπό στοιχείο (1) έφεσης, κατά της καθ’ ης η εν λόγω ανακοπή, . . και ο
οποίος ως λόγος ανακοπής στρέφεται αποκλειστικά κατά του εκκαθαρισμένου της
απαίτησης αυτής κατά το χρόνο κατάθεσής της, δεν επαναφέρεται παραδεκτά από την
εκκαλούσα της υπό στοιχείο (Ι) έφεσης, καθότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα
ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (VI β), μετά τη μεταβίβαση, λόγω
της αυτοτέλειας της ένοχης των δύο εις ολόκληρον συνοφείλετών, αντιτάσσονται μόνο όσα γεγονότα ενεργούν
αντικειμενικά (άρθρα 483-485 ΑΚ) και όχι εκείνα που ενεργούν υποκειμενικά
(άρθρο 486 ΑΚ) (ad hoc ΑΠ 1571/2017 ο.π.), όπως εν
προκειμένω είναι ο σχετικός ως άνω ισχυρισμός της αρχικής μισθώτριας
μεταβιβάσασας εταιρείας, καθώς αυτός, επίσης κατά τα ανωτέρω, ως στρεφόμενος
ειδικά ως προς το εκκαθαρισμένο της απαίτησης αυτής συγκεκριμένα κατά το χρόνο
έκδοσης της σχετικής διαταγής πληρωμής, αφορά αποκλειστικά την ανοιγείσα, με την οικεία ανακοπή, δίκη, μεταξύ των εκεί
διαδίκων, για συγκεκριμένους (δικονομικούς και ουσιαστικούς) λόγους και δύναται
να προβληθεί (υποκειμενικά) μόνο μεταξύ εκείνων των διαδίκων εκ της ως άνω
αιτίας της έκδοσης διαταγής πληρωμής και άσκησης σχετικής ανακοπής. Το
πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση, έκρινε ομοίως και
απέρριψε σιωπηρά το ανωτέρω σκέλος του δευτέρου λόγου της υπ' στοιχείο (I)
έφεσης, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι’ αυτό και συμπληρουμένης
της εν λόγω αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πρωτοβάθμιας απόφασης με αυτή της
παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ο σχετικός
δεύτερος λόγος της υπό στοιχείο (I) έφεσης, ως προς το συναφές ως άνω σκέλος
του, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος
XV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων
106, Π1 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1, 8 και 10 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο εναγών δεν υποχρεούται να αναφέρει
τις νομικές διατάξεις, στις οποίες στηρίζει το αίτημά του, ούτε να
χρησιμοποιήσει νομική ορολογία προς χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που τον
συνδέει με τον εναγόμενο, ενώ δεν καθίσταται απαράδεκτο το αίτημά του εκ μόνου
του λόγου ότι τυχόν υποστηρίζει, κατά εσφαλμένη νομική εκδοχή, διάφορα
αποτελέσματα των υπ1 αυτού εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών, αλλά αρκεί
βάσει τούτων το αίτημά του και η αγωγή να ευσταθούν
κατ’ εφαρμογή άλλων διατάξεων νόμου (ΑΠ 734/2011, 881/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ), αφού η
υπαγωγή στον κατάλληλο νομικό κανόνα γίνεται αυτεπάγγελτα από το δικαστή (iura novit curia)
(ΑΠ 83/2021 ΤΝΠ ΔΣΑ), το δε Δικαστήριο αναζητεί αυτεπαγγέλτως την κατάλληλη
νομική διάταξη (ή διατάξεις), που πρέπει να εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη
περίπτωση, χωρίς να εμποδίζεται από την μη επίκληση αυτών από τους διαδίκους ή
να δεσμεύεται από επίκληση αυτών από αυτούς (ΑΠ 431/2005 ΕλλΔνη
2005. 1058, ΕφΑθ 3428/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ, X Τριανταφυλλίδης
σε Παν. Κατσηχιύμπας, Ενστάσεις στην Πολιτική Δίκη,
2018, σσ. 357, Ν. Νίκα, ΠολΔικ
τόμ. 1,2003, σσ. 485).
Με τον (3°) λόγο της υπό στοιχείο (ΙΙ)
έφεσης, ως προς το σχετικό σκέλος του, όπως αυτός εκτιμάται, οι εκκαλούσες
παραπονούνται για παράλειψη της εκκαλουμένης αποφάσεως να αποφανθεί επί του αγωγικού αιτήματος της υπό στοιχείο (α) αγωγής για ακύρωση
της καταγγελίας της από 18.7.2007 μισθωτικής σύμβασης λόγω μη συνδρομής
σπουδαίου λόγου.
Περαιτέρω, με τον (I*) λόγο της υπό στοιχείο
(ΙΙ) έφεσης ως προ το έτερο συναφές σκέλος του, όπως αυτό εκτιμάται, οι
εκκαλούσες παραποιούνται για εσφαλμένη κρίση της εκκαλουμένης αποφάσεως
αναφορικά με το ότι την 13.11.2023 ελαβε χώρα
καταγγελία από την πρώτη εφεσίβλητη - μισθώτρια της από 18.7.2007 σύμβασης
μίσθωσης η οποία εγχειρίστηκε στους 3η – 6η εφεσίβλητους - συνεκμισθωτές
και έγινε αποδεκτή από αυτούς, ενώ δέχθηκε την απόδοση της χρήσης του ακινήτου
από την πρώτη εφεσίβλητη - μισθώτρια εταιρεία στους ανωτέρω την 4.1.2024. Ότι η
παραπάνω καταγγελία προσβλήθηκε από τις ίδιες ως μη γνήσια, ως προς το χρόνο
σύνταξης, ενώ οι από 15.11.2023 δηλώσεις αμφισβητήθηκαν από τις ίδιες ως προς
το χρόνο παράδοσης και παραλαβής από τους 3η - 6η εφεσίβλητους - συνεκμισθωτές. Ότι στις εν λόγω δηλώσεις δεν διαλαμβάνεται
ότι οι ανωτέρω εκ των εφεσιβλήτων αποδέχθηκαν την
καταγγελία και όπ την 15.11.2023 επήλθε η λύση της
επίδικης σύμβασης μίσθωσης με την απόδοση του επιδίκου μισθίου
και την παραλαβή αυτού από την πλειοψηφώ των συνεκμισθωτών.
Ότι οι ίδιες έλαβαν γνώση των ανωτέρω την 9.1.2024, ενώ η πρώτη εφεσίβλητη δεν
απέδειξε τη γνησιότητα των ως άνω εγγράφων. Ότι μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης
στον πρώτο βαθμό δεν είχε υποβληθεί στο σύστημα της ΑΑΔΕ δήλωση λύσης της
αρχικής από 18.7.2007 μίσθωσης από τους ως άνω 3η - 6η εφεσίβλητους - συνεκμισθωτές, οι οποίοι δήλωσαν ότι εισέπρατταν μέχρι
31.12.2023 μίσθωμα από την πρώτη εφεσίβλητη. Οτι η
πρώτη εφεσίβλητη ήταν εγκατεστημένη στο μίσθιο τουλάχιστον μέχρι την 4.1.2024.
Ότι, συνεπώς, οι ως άνω 3η – 6η εφεσίβλητοι δεν αποδέχθηκαν την καταγγελία ούτε
παρέλαβαν την 15.11.2023 το επίδικο μίσθιο και κατ’ επέκταση η δεύτερη
εφεσίβλητη δεν εγκαταστάθηκε ποτέ στο επίδικο μίσθιο, όπως ψευδώς δηλώθηκε από
τους 3η - 6η εφεσίβλητους - συνεκμισθωτές με τη
σχετική υποβληθείσα την 2.1.2024 δήλωση στο σύστημα της ΑΑΔΕ. Ότι έσφαλε η
εκκαλουμένη απόφαση, που δέχθηκε ότι η μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης
εφεσίβλητης προς τη δεύτερη έγινε την 4.1.2024 χωρίς να διακοπεί η λειτουργία
του μισθίου ξενοδοχείου, ενώ θα έπρεπε αυτό να
αποδοθεί στους συνεκμισθωτές μετά την ως άνω λύση της
σύμβασης. Ότι ποτέ δεν υπήρξε τέτοια απόδοση της χρήσης του μισθίου
στους 3η — 6η εφεσίβλητους — συνεκμισθωτές, αλλά στην
πραγματικότητα έγινε η προσπάθεια κατασκευής προχρονολογημένων πραγματικών
περιστατικών, καθώς αν δεν είχε λυθεί η αρχική σύμβαση δεν θα μπορούσε να
συναφθεί νέα. Ότι ποτέ οι εφεσίβλητοι δεν ισχυρίστηκαν συναινετική λύση της
σύμβασης. Ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχθηκε ως γνήσια την παραπάνω
καταγγελία της πρώτης εφεσίβλητης και τις από 15. 11.2023 δηλώσεις των 3η – 6η
των εφεσιβλήτων χωρίς να εξετάσει την άρνησή των
ιδίων (εκκαλουσών) περί γνησιότητας των ανωτέρω.
Επίσης με το συναφές έτερο σκέλος του (2ου)
λόγου της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, όπως αυτό εκτιμάται, οι εκκαλούσες εκθέτουν
ότι η ανωτέρω από 13.11.2023 καταγγελία δεν περιήλθε νόμιμα στις 3η - 6η των εφεσιβλήτων εκμισθωτών του επιδίκου μισθίου,
καθώς από την επισκόπηση των τεσσάρων αναφερόμενων ιδιωτικών εγγράφων υπό τον
τίτλο «ΔΗΛΩΣΗ», τα οποία φέρουν ημερομηνία 15.11.2023 οπότε και δήθεν
παρελήφθησαν από τους ανωτέρω εφεσιβλήτους τα σχετικά
έγγραφα καταγγελίας της επίδικης μισθωτικής σύμβασης, προκύπτει ότι
παρελήφθησαν όμοια αντίτυπα της ως άνω καταγγελίας και όχι τα πρωτότυπα
έγγραφα. Ότι συνέπεια της ακυρότητας της παραπάνω καταγγελίας η επίδικη σύμβαση
δεν λύθηκε και, επομένως, η νέα σύμβαση μεταξύ της δεύτερης εφεσίβλητης και των
λοιπών ως άνω 3η – 6η των εφεσιβλήτων είναι
ανυπόστατη. Ότι η ως άνω νέα σύμβαση δεν συνήφθη την
15.12.2023, ούτε δε η πλειοψηφία των συνεκμισθωτών
κατείχε το επίδικο μίσθιο. Ότι μέχρι την 4.1.2024 στο μίσθιο ήταν εγκατεστημένη
η πρώτη εφεσίβλητη. Ότι, συνεπώς, οι ως άνω 3η - 6η εφεσίβλητοι δεν αποδέχθηκαν
την καταγγελία ούτε παρέλαβαν την 15.11.2023 το επίδικο μίσθιο και κατ’
επέκταση η δεύτερη εφεσίβλητη δεν εγκαταστάθηκε ποτέ στο επίδικο μίσθιο, όπως
ψευδώς δηλώθηκε από τους εφεσίβλητους - συνεκμισθωτές
με τη σχετική υποβληθείσα την 2.1.2024 δήλωση στο σύστημα της ΑΑΔΕ. Επί των
συγκεκριμένων λόγων και σκελών λόγων της υπό στοιχείο (Β) έφεσης, λεκτέα τα ακόλουθα: Με την από 13.11.2023 «καταγγελία
συμβάσεως μισθώσεως με επιφύλαξη δικαιωμάτων», η πρώτη εφεσίβλητη της υπό
στοιχείο (II) έφεσης - έβδομη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο (I) έφεσης,
κατήγγειλε την αρχική από 18.7.2007 σύμβαση μίσθωσης, για το λόγο ότι: α) από
την έρευνα στο κτηματολογικό γραφείο Αθηνών προέκυψε ότι στο επίδικο μίσθιο
πέραν των . . συγκυρίου με ποσοστό 11,25 % εξ
αδιαιρέτου, . . συγκυρίου με ποσοστό 11,25 % εξ
αδιαιρέτου, . . ψιλής συγκυρίας με ποσοστό 12,50 % εξ αδιαιρέτου με επικαρπώτρια επί του ίδιου ποσοστού τη . . και τον . . με
ποσοστό 11,25 %, συγκύριοι του μισθίου ήταν, επίσης
και ο . . σε ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου, όπως και άγνωστος με ποσοστό 27,50 %
εξ αδιαιρέτου, β) από την έρευνα στο υποθηκοφυλακείο Αθηνών στην οποία, πλην
άλλων, εμφαίνεται ότι η έχουσα τη διαλαμβανόμενη
μερίδα, εταιρεία με την επωνυμία «... Α.Ε», με το σχετικό ως άνω πρακτικό
εξώδικης επίλυσης διαφοράς με την . ., που μεταγράφηκε νόμιμα, έχει παραχωρήσει
στην τελευταία ποσοστό 22,50 % επί του επιδίκου μισθίου,
ότι η . . έχει μεταγράψει το ως άνω πρακτικό, καθώς και ότι επί της μερίδας της
υπάρχει δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, μεταξύ άλλων και της . . και ότι η
τελευταία (. .) έχει μερίδα, όπου, επίσης έχει μεταγραφεί η ανωτέρω δήλωση
αποδοχής κληρονομιάς και γ) από το απόσπασμα περιγραφικής βάσης προκύπτει ότι
την 187.2007 μόνοι συνιδιοκτήτες του επιδίκου μισθίου
ήταν οι . και . . με συνολικό ποσοστό 22,50 % η επικαρπώτρια
. . με ποσοστό 12,50%, ο . . με ποσοστό 25%, ο . . με ποσοστό 12,50%, η
εταιρεία με την επωνυμία «... ΚΕΑΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΈ.» με ποσοστό 5 % και άγνωστος ιδιοκτήτης με ποσοστό 27,50 %, ενώ η εταιρεία
με την επωνυμία «... Α.Ε», ο . . και η . ., δεν είχαν εμπράγματο δικαίωμα στο
επίδικο ακίνητο. Ότι, συνεπώς, «(...) στις 18.7.2007 από τους συμβληθέντες συνεκμισθωτές (...)
μόνον οι ., . και . . ήταν εξ αδιαιρέτου συγκύριοι και κατείχαν μερίδες
συνολικού ποσοστού 25%, που όμως δεν αποτελούσαν την πλειοψηφία, με άμεσο
αποτέλεσμα η σύμβαση αυτή να είναι άκυρη και με προφανή κίνδυνο εμείς, που
καταβάλαμε μισθώματα σε μη δικαιούχους, να κινδυνεύουμε πλέον να υποχρεωθούμε
να τα καταβάλλουμε εκ νέου στους εμφανισθησόμενους
πραγματικούς κυρίους (...)». Με το συγκεκριμένο, όμως, περιεχόμενο, ο παραπάνω
λόγος καταγγελίας της από 18.7.2007 εμπορικής μισθωτικής σύμβασης από την
πλευρά της μισθώτριας εταιρείας, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια,
που διαλαμβάνεται ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (II α) και,
συνεπώς, η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην
ίδια ως άνω νομική σκέψη και τούτο, - πέραν του ότι ακόμη και αν οι εκκαλούσες
της υπό στοιχείο (II) έφεσης δεν είχαν εμπράγματα δικαιώματα επί του επιδίκου μισθίου και πάλι δεν θα παρίστατο σπουδαίος λόγος
καταγγελίας, δεδομένου ότι η μίσθωση τυγχάνει ενοχική σύμβαση και επομένως δεν
απαιτείται η κυριότητα του μισθίου από τον εκμισθωτή
προκειμένου να είναι ισχυρή η σύμβαση μίσθωσης (ΑΠ 660/2021 ΤΝΠ ΔΣΑ) -, αφενός
λόγω της αντιφατικότητας των διαλαμβανόμενων στο κείμενο της ανωτέρω
καταγγελίας, αναφορικά με την ακυρότητα της από 18.7.2007 σύμβασης, εκ της μη
ύπαρξης πλειοψηφίας των συνεκμισθωτών, κατά το χρόνο
σύναψης αυτής, ενώ προηγουμένως στο ίδιο κείμενο διαλαμβάνεται ότι τουλάχιστον
οι συνεκμισθωτές ., . και . . έχουν συνολικό ποσοστό
35%, η δε . . είχε καταστεί κυρία του επιδίκου σε ποσοστό τουλάχιστον 22,50 %,
με τον ως άνω τρόπο, κληρονόμος της οποίας κατέστη, επίσης με τον πιο πάνω
τρόπο η . . και αφετέρου λόγω του ότι τα αναφερόμενα ως άνω περιστατικά κατά
την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, σε συνδυασμό με το σύνολο των
περιστάσεων, που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ουδόλως συντελούν ώστε
να μην είναι πλέον ανεκτή η διατήρηση της ενοχικής σχέσης της επίδικης
εμπορικής μισθωτικής σύμβασης έως το χρόνο της λήξης της, ούτε δε προέκυψε, ότι
η εν λόγω σύμβαση έγινε υπέρμετρα δυσβάστακτη για τη μισθώτρια αξιολογούμενου
τούτου με κριτήρια αντικειμενικά, από μόνη την αναφορά σε προηγούμενη καταβολή
μισθωμάτων σε μη δικαιούχους και στην εξ αυτού του λόγου καταβολή αυτών σε
πραγματικούς δικαιούχους και στη συνακόλουθη τυχόν νέα ανάγκη καταβολής σε
πραγματικούς δικαιούχους των μισθωμάτων. Ενόψει αυτών, το πρωτοβάθμιο
Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την εγκυρότητα της προαναφερθείσας καταγγελίας
λόγω ύπαρξης σπουδαίου λόγου, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και
την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, για το λόγο δε αυτό, δεκτού γενομένου ως
και κατ’ ουσία βασίμου του συναφούς (3*”) λόγου της
υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, ως προς το σχετικό σκέλος του και συνακόλουθα αυτού
στο σύνολό του, όπως αντίστοιχα δεκτής γενομένης ως κατ’ ουσίαν
βάσιμης της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, πρέπει, αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη
απόφαση και κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, να
εκδικαστεί περαιτέρω ως προς την ουσία της και να αναγνωρισθεί, κατά τα
ανωτέρω, η ακυρότητα της προαναφερθείσας από 13.11.2023 καταγγελίας από τη
μισθώτρια εταιρεία της αρχικής από 18.7.2007 επίδικης εμπορικής μισθωτικής
σύμβασης, λόγω μη ύπαρξης σπουδαίου λόγου. Εξάλλου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα
ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (XV), ο περιεχόμενος στη σελ. 5
του δικογράφου των προτάσεων της πρώτης εφεσίβλητης της οπό στοιχείο (II)
ισχυρισμός αυτής περί του ότι στο αγωγικό δικόγραφο
δεν περιέχεται αίτημα ακύρωσης της ως άνω καταγγελίας για σπουδαίο λόγο,
κρίνεται μη νόμιμος, καθώς η προδιαληφθείσα αναφορά
στην ένδικη υπό στοιχείο (α) αγωγή περί μη νομίμου
(και όχι σπουδαίο») λόγου άσκησης της διαλαμβανόμενης καταγγελίας της επίδικης
μισθωτικής σύμβασης, ουδόλως δεσμεύει το Δικαστήριο αναφορικά με την υπαγωγή
στον κατάλληλο νομικό κανόνα, καθώς αναζητείται αυτεπαγγέλτως η κατάλληλη
νομική διάταξη, που πρέπει να εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς να
δεσμεύεται από σχετική επίκληση των εναγουσών της συγκεκριμένης αγωγής
-εκκαλουσών της υπό στοιχείο (II) έφεσης.
Στη συνέχεια, αποδείχθηκε από το ίδιο ως άνω
αποδεικτικό υλικό ότι η παραπάνω από 13.11.2023 καταγγελία της μισθώτριας
εταιρείας εγχειρίστηκε την 15.11.2013 σε ένα έκαστο των ., . και . ., καθώς και
στον . ., οι οποίοι αποδέχθηκαν το περιεχόμενό της και τη λύση της επίδικης
μισθωτικής σύμβασης, όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τους
παρόντες διαδίκους, επισυναφθέντα στην ως άνω «καταγγελία», έγγραφα με τίτλο
«ΔΗΛΩΣΗ» και με ημερομηνία 15.11.2023, που φέρουν υπογραφή των ανωτέρω, τα
οποία, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στην οικεία
μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (VIII), αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα φέροντα ημεροχρονολογία και υπογραφή των εκδοτών τους και τα οποία
κρίνονται γνήσια, απορριπτομένων ως κατ’ ουσίαν αβασίμων των σχετικών πρωτοδίκως προβληθέντων
και επαναφερόμενων με τα συναφή ως άνω σκέλη των (1ου
και 2ου) λόγων της κρινόμενης υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, ισχυρισμών των
εκκαλουσών περί αμφισβήτησης της γνησιότητας των εν λόγω εγγράφων, συνισταμένων
στο ότι αυτά δεν παρελήφθησαν από τους ανωτέρω εφεσιβλήτους
την παραπάνω ημερομηνία, μη προκύπτοντος από το ίδιο
ως άνω αποδεικτικό υλικό, οποιοσδήποτε λόγου των ως άνω εφεσιβλήτων
για τη μεταχρονολογημένη υπογραφή από τους ίδιους των ως άνω «ΔΗΛΏΣΕΩΝ».
Εξάλλου και ο σχετικός ισχυρισμός των εκκαλουσών περί του ότι από την
επισκόπηση του κειμένου των ιδίων εγγράφων «ΔΗΛΩΣΕΩΝ» των ως άνω εφεσιβλήτων, προκύπτει ότι παρελήφθησαν όμοια αντίτυπα της
ως άνω καταγγελίας και όχι τα πρωτότυπα έγγραφα κρίνεται πρωτίστως ως
αλυσιτελώς προβαλλόμενος και τούτο ενόψει του προαναφερθέντος άκυρου της
σχετικής καταγγελίας. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο εν
προκειμένω, έκρινε ομοίως ως ανωτέρω και δέχθηκε τη γνησιότητα των παραπάνω
εγγράφων, έστω και με ελλειπή αιτιολογία, που
συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ),
ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι’ αυτό και
τα συναφή ως άνω σκέλη των (1ου και 2ου) λόγων της κρινόμενης υπό στοιχείο (ΙΙ)
έφεσης, κρίνονται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα. Ακολούθως, από το ίδιο
ανωτέρω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η περιέλευση
της προαναφερθείσας καταγγελίας σε γνώση των άνω συνεκμισθωτών,
που αντιπροσωπεύουν από κοινού, κατά τα ανωτέρω σε ποσοστό 60 % την κοινωνία
των συνεκμισθωτών του επιδίκου μισθίου
ακινήτου και η αποδοχή αυτής από τους ίδιους, λειτούργησε, σύμφωνα με τα
προαναφερθέντα στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (ΙΙ β) στα πλαίσια του
άρθρου 361 ΑΚ, ως συμφωνία των μερών προ της παρελεύσεως του συμβατικού χρόνου
της επίδικης μίσθωσης, με την οποία συμφωνία αποδόθηκε από τη μισθώτρια
εταιρεία το επίδικο μίσθιο στους ίδιους, υπό την έννοια, που διαλαμβάνεται
ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (ΙΙ γ), ως η από μέρους της
μισθώτριας παράδοση της κατοχής του επιδίκου μισθίου
με την παράδοση των κλειδιών στους ως άνω εκ των συνεκμισθωτών,
ώστε να μπορούν εκείνοι να ασκήσουν φυσική εξουσία πάνω σ’ αυτό και η κάτοχος
μισθώτρια να αποξενωθεί από κάθε μορφής φυσική εξουσία επί του πράγματος, ενό) οι ως άνω εκ των συνεκμισθωτών
να την αποκτήσουν, η μετακίνηση δε αυτή έγινε με τη βούληση αμφοτέρων, χωρίς να
απαιτείται έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, που προβλέπεται από την διάταξη του
άρθρου 5 του Π.Δ. 34/1995 και αυτοί (ως άνω συνεκμισθωτές)
δεν αρνήθηκαν την παραλαβή του έστω και με τη διατύπωση επιφυλάξεων, με σκοπό
τη λύση της μίσθωσης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στη σχετική νομική σκέψη
υπό στοιχείο (ΙΙ β), επιφέροντας με τον τρόπο αυτό την εν λόγω λύση (της
επίδικης από 18.7.2007 μισθωτικής σύμβασης), δεδομένου του αδιαιρέτου της
παροχής στην περίπτωση της μίσθωσης και της αντιπροσώπευσης της κοινωνίας των συνεκμισθωτών από την απόλυτη πλειοψηφία αυτών, όπως εν
προκειμένω, από το ως άνω ποσοστό του 60 %, ως απόφαση της πλειοψηφίας των συνεκμισθωτών, που λήφθηκε στα πλαίσια του άρθρου 789 ΑΚ,
όσον αφορά πράξεις τακτικής διαχείρισης, μεταξύ των οποίων και η άρση των
συνεπειών της επίδικης μίσθωσης με την άμεση λύση αυτής, που είναι έγκυρη και
δεσμεύει όλους τους κοινωνούς, δηλαδή και εκείνους που διαφώνησαν, επίσης, κατά
την ίδια ως άνω νομική σκέψη.
Τα ανωτέρω αποδειχθέντα, εξάλλου, δεν
αναιρούνται από τους κάτωθι στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης αναλυόμενους,
ισχυρισμούς των εκκαλουσών της υπό στοιχείο (II) έφεσης, αναφορικά με τη μη
απόδοση του επιδίκου μισθίου στους ως άνω συνεκμισθωτές από την αρχική εκμισθώτρια τον παραπάνω
χρόνο, περί ανταλλαγής εδρών αρχικής και νέας μισθώτριας την 4.1.2024 και περί
επιδόσεων στο επίδικο μίσθιο σε υπαλλήλους της αρχικής μισθώτριας την 29.12.203
και 4.1.2024, η αναλυτική εκτίμηση των οποίων (ισχυρισμών) λαμβάνει χώρα κατά
τη χρονική σειρά των πραγματικών περιστατικών, που διαλαμβάνονται σ’ αυτούς.
Επίσης, η εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I)
έφεσης με τα συναφή σκέλη του πρώτον λόγου της κρινόμενης έφεσής της, όπως
εκτιμώντας παραπονείται για εσφαλμένη και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων
αναφορικά με το ότι έγινε δεκτό ότι την 4.1.2024 έγινε η απόδοση του επιδίκου μισθίου από την έβδομη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο (I)
έφεσης, στην εκκαλούσα, ενώ από το σχετικό συμφωνητικό προκύπτει ότι η εν λόγω
απόδοση έγινε την 15.12.2023 από την πλειοψηφία των συνεκμισθωτών.
Ότι στις 4.1.2024, που έγινε επίδοση συντηρητικής κατάσχεσης στο μίσθιο προς
την έβδομη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο (1) έφεσης η εν λόγω εταιρεία είχε
αποχωρήσει από το μίσθιο την 13.11.2023 και είχε μεταφέρει την έδρα της από την
2.1.2024, με αποτέλεσμα η εν λόγω επίδοση να είναι άκυρη. Ότι η ίδια παρέλαβε
το μίσθιο την 15.12.2023 και ξεκίνησε να λειτουργεί την επιχείρηση ξενοδοχείου
στο επίδικο μίσθιο την 5.1.2024. Ότι εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση
ότι δεν διακόπηκε η λειτουργία του ξενοδοχείου την 15.12.2023, παρότι η ίδια
δεν κατέβαλε μίσθωμα μέχρι την 4.1.2024, διότι στο μεσοδιάστημα έπρεπε να
γίνουν απαραίτητες εργασίες.
Στη συνέχεια, με τον (4°) λόγο -της υπό
στοιχείο (ΙΙ) έφεσης όπως αυτός εκτιμάται, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, οι
εκκαλούσες - ενάγουσες της υπό στοιχείο (β) ένδικης αγωγής παραποιούνται για
εσφαλμένη και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την απόρριψη από
την εκκαλουμένη απόφαση ως ουσιαστικά αβασίμου του πρωτοδίκως προβληθέντος από τις ίδιες αγωγικού
ισχυρισμού περί εικονικότητας της από 15.12.2023 σύμβασης μίσθωσης Ειδικότερα
με τους σχετικούς επαναφερόμενους αγωγικούς
ισχυρισμούς εκτίθεται ότι η εν λόγω μίσθωση είναι εικονική διότι υποβλήθηκε στο
σύστημα της ΑΑΔΕ την 2.1.2024, ενώ δεν υπήρξε απόδοση του μισθίου
ακινήτου από την πρώτη εφεσίβλητη στην κατοχή των εφεσιβλήτων
- συνεκμισθωτών της πλειοψηφίας. Ότι, ακολούθως, δεν
υπήρξε παράδοση του ακινήτου ελεύθερου από τους εφεσιβλήτους
στη δεύτερη εφεσίβλητη. Ότι η δεύτερη εφεσίβλητη εγκαταστάθηκε στο μίσθιο λόγω
μεταβίβασης σ’ αυτήν της επιχείρησης του ξενοδοχείου, που λειτουργούσε σ’ αυτό
(μίσθιο) και όχι λόγω σύναψης νέας μίσθωσης. Ότι η πρώτη εφεσίβλητη παρέδωσε
στη δεύτερη εφεσίβλητη ολόκληρη την παραπάνω επιχείρηση χωρίς τη μεσολάβηση των
3ης – 6ης των εφεσιβλήτων. Ότι λόγοι υποψιών
αναφορικά με τη σύσταση της δεύτερης των εφεσιβλήτων
με σκοπό της μεταβίβασης της επιχείρησης της πρώτης εξ αυτών, η πρώτη των
εκκαλουσών είχε αποστείλει στην πρώτη εφεσίβλητη και στους 3η - 6η των εφεσιβλήτων, την από 30.8.2023 εξώδικη δήλωση, να απέχουν
από ενέργειες που θα προσέβαλαν τα δικαιώματα της, τα
οποία ανέφερε ότι είχε επί του επιδίκου μισθίου. Ότι
μετά την έκδοση των ως άνω διαταγών πληρωμής, αυτές επιδόθηκαν από τις ίδιες
(εκκαλούσες) την 29.12.2023 στην πρώτη και έβδομη εφεσίβλητες και παρελήφθησαν
από την αναφερόμενη υπάλληλο της πρώτης εφεσίβλητης. Ότι οι δηλώσεις των 3'κ -
6ης των εφεσιβλήτων στο σύστημα της ΑΑΔΕ την 2.1.2024
είναι ψευδείς κατ, συνεπώς εικονικές, σκοπό δε είχαν
να παραπλανήσουν ως προς τη μεταβίβαση του στεγαζόμενου,
στο επίδικο μίσθιο, ξενοδοχείου από την πρώτη στη δεύτερη των εφεσιβλήτων, ώστε να μην ευθύνεται η δεύτερη εφεσίβλητη για
τα χρέη της πρώτης και να μην καταβάλει η δεύτερη εφεσίβλητη το ποσοστό
μισθώματος, που αναλογεί στις εκκαλούσες, αλλά και να μειώσει το ποσό του οφειλομένου στις ίδιες μηνιαίου μισθώματος για το επίδικο
μίσθιο, αυξάνοντας αντίστοιχα το ποσό που θα λάμβαναν οι 3η - 61 των εφεσιβλήτων. Ότι την 2.1.2024 δεν αποδόθηκε η χρήση του μισθίου από την πρώτη εφεσίβλητη, καθώς μέχρι την 4.1.2024
αυτή ήταν εγκατεστημένη στο μίσθιο ως μισθώτρια, όπως τούτο προκύπτει από την
ανταλλαγή εδρών τη συγκεκριμένη ημερομηνία της πρώτης με τη δεύτερη των εφεσιβλήτων, τότε δε μεταβιβάστηκε και η επιχείρηση που
στεγαζόταν στο μίσθιο χωρίς τη μεσολάβηση της 3η – 6ης των εφεσιβλήτων. Ότι
δεν υποβλήθηκαν δηλώσεις λύσης της μίσθωσης από τους 3η - 6η των εφεσιβλήτων. Ότι η έβδομη εφεσίβλητη πτώχευσε την
28.5.2025, το οποίο ενισχύει την εικονικότητα της ως άνω μίσθωσης, με μοναδικό
σκοπό να μεταβιβαστεί στη δεύτερη εφεσίβλητη συμφερόντων της το υγιές τμήμα της
μεταβιβάζουσας επιχείρησης. Ότι οι 3η - 6η των εφεσιβλήτων
συμφώνησαν με την ως άνω μίσθωση με μία εταιρεία, που έχει εταιρικό κεφάλαιο
μόλις 40.000 ευρώ, σε μίσθωμα μόλις 25.000 ευρώ έναντι των 46.000 ευρώ, που
οφειλόταν ως μίσθωμα βάσει της αρχικής σύμβασης. Ότι ενισχυτικό της
εικονικότητας είναι η αναφορά περί αγνώστων ιδιοκτητών αναφορικά με το 40% των συνεκμισθωτών του επιδίκου μισθίου,
καθώς και ότι δεν υπήρξαν διαπραγματεύσεις, που προηγήθηκαν της νέας ως άνω
σύμβασης μίσθωσης. Ότι η γνώση της εικονικότητας της ως άνω σύμβασης από τους
3η – 6ης των εφεσιβλήτων προκύπτει και από
σχετική δικαστική απόφαση μεταξύ της πρώτης εφεσίβλητης και των λοιπών 3η - 6η
των εφεσιβλήτων, όπου αναφέρονται οι ίδιες
(εκκαλούσες) ως συνεκμισθώτριες του επιδίκου μισθίου και από το άρθρο 4 παρ. 4 της νέας σύμβασης
μίσθωσης, όπου αναφέρεται ότι η μισθώτρια θα καταθέτει στο ταμείο παρακαταθηκών
το υπόλοιπο ποσό, που αναλογεί στους άγνωστους εκμισθωτές. Ότι η πρώτη
εφεσίβλητη και οι 3η - 6η των εφεσιβλήτων
χρησιμοποίησαν την αμφισβήτηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των εκκαλουσών ως
σπουδαίο λόγο για την επίδικη καταγγελία. Ότι, επίσης, η εικονικότητα της νέας
μίσθωσης προκύπτει ότι είναι εικονική, καθώς είναι διάρκειας 12 ετών σε σχέση
με τη συνήθη στις συναλλαγές μικρότερη διάρκεια, καθώς και εκ του ότι το
μίσθωμα σε σχέση με το ελεύθερο μίσθωμα της αγοράς είναι μικρό, όπως μικρή
είναι και η αναπροσαρμογή, η δε καταβολή εγγύησης είναι ένα μίσθωμα. Επί των
ανωτέρω, λεκτέα τα ακόλουθα: Από το ως άνω
αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I) έφεσης -
δεύτερη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, ετερόρρυθμη εταιρεία με την
επωνυμία «ΑΗ ΠΑΓΚΡΑΤΙ Ε.Ε.» με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. και ΚΑΚ …, είχε συσταθεί την
2.5.2023, σύμφωνα δε με το καταστατικό της έχει έδρα το Δήμο Αργυρούπολης
Αττικής (άρθρο 2), σκοπό, πλην άλλων, «υπηρεσίες ξενοδοχείου Β' κατηγορίας και
κάτω χωρίς εστιατόριο» (άρθρο 3), με συμμετέχοντες, τους . . του . ως
ιδιόρρυθμο εταίρο και . - . . του . ως ετερόρρυθμο εταίρο, σε ποσοστό 50%
έκαστο αυτών, οι οποίοι σημειωτέον ότι είναι εγγονοί της . ., όγδοης εφεσίβλητης της υπό στοιχείο (I)
έφεσης - έβδομης εφεσίβλητης της υπό στοιχείο (II) έφεσης, όπως τούτο δεν
αμφισβητείται ειδικά από την παραπάνω εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I) έφεσης, εκ
του οποίου κρίνεται ότι συνομολογείται.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι στη συνέχεια με το
από 15.12.2023 «ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης», αφενός οι ., .
και . ., καθώς και η εταιρεία με την επωνυμία «... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΚΕ», 3η, 4η, 5η
και 6η των εφεσιβλήτων αμφοτέρων των κρινόμενων
εφέσεων, με την ιδιότητά τους ως συνεκμισθωτών του
επιδίκου μισθίου ακινήτου σε συνολικό ποσοστό 60% και
ως εκ τούτου ως αντιπροσωπεύοντες την κοινωνία των συνεκμισθωτών, καθώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω ειδικότερα στην
οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (III β) εκτιθέμενα, στις πράξεις τακτικής
διοίκησης και εκμετάλλευσης περιλαμβάνεται και η σύμβαση μίσθωσης του κοινού
αντικειμένου και αφετέρου η ως άνω ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «…
ΠΑΓΚΡΑΤΙ Ε.Ε.», ως μισθώτρια εταιρεία, συνήψαν μίσθωση του επιδίκου ακινήτου,
όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται, ότι οι συνεκμισθωτές
είχαν παραλάβει μετά την παραπάνω καταγγελία, το επίδικο μίσθιο και τα κλειδιά
του από την αρχική μισθώτρια ετερόρρυθμη εταιρεία «… Ε.Ε» (άρθρο 1 παρ. 2), για
χρονικό διάστημα 12 ετών (άρθρο 2 παρ. 1), προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί
ως ξενοδοχείο (άρθρο 3 παρ. I), αντί συνολικού μηνιαίου μισθώματος 25.000 ευρώ
επιμεριζόμενο κατά το ποσοστό αναλογίας εκάστσυ των συνεκμισθωτών, αναπροσαρμοζόμενου κατά ποσοστό 1% κατ’ έτος
από το δεύτερο μισθωτικό έτος και εφεξής, ενώ η μισθώτρια θα παρακαταθέτει το
υπόλοιπο μίσθωμα, που αναλογεί στους άγνωστους συνεκμισθωτές
ποσοστού 40% στο ταμείο παρακαταθηκών και δανείων (άρθρο 4 παρ. παρ. 1, 2 και
4) και τέλος, ότι η μισθώτρια θα καταβάλει μέχρι 15.1.2024 ένα μίσθωμα ως
εγγύηση επιμεριζόμενο κατά το ποσοστό αναλογίας εκάστου των συνεκμισθωτών
(άρθρο 5).
Ακολούθως, καθόσον κατά τα ανωτέρω, μετά την
τροποποίηση του αρχικού μισθωτηρίου συμφωνητικού για το χρονικό διάστημα από
1.11.2022 έως 1.5.2023, σχετικά με το μηνιαίο οφειλόμενο μίσθωμα για το επίδικο
μίσθιο, δεν υπήρξε μεταξύ των εκκαλουσών της υπό στοιχείο (II) έφεσης — πρώτης
και δεύτερης των εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο (I)
έφεσης - εναγουσών αμφοτέρων των ενδίκων υπό στοιχεία (α και β) αγωγών με την
τότε μισθώτρια εταιρεία του επιδίκου μισθίου
ακινήτου, οποιαδήποτε έγγραφη ή προφορική τροποποίηση αυτού (μισθωτηρίου) για
οποιοδήποτε χρονικό διάστημα μέχρι την ανωτέρω λήξη της αρχικής σύμβασης την
15.12.2023, το εν λόγω μηνιαίο μίσθωμα, αναφορικά με τις ως άνω εκμισθώτριες
ανήλθε εκ νέου στο ποσό, που είχε συμφωνηθεί με την αρχική από 18.7.2007
σύμβαση μίσθωσης, παρά το γεγονός ότι η αρχική μισθώτρια εταιρεία επεδίωκε,
επίσης, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα, τη διατήρηση της καταβολής μειωμένου
μαθήματος. Επιπροσθέτως, την 13.9,2013, οι 3η έως και 6η των εφεσιβλήτων αμφοτέρων των κρινόμενων εφέσεων, δια του δικηγόρου
τους Σ. Ευσταθίου, κοινοποίησαν στον ανωτέρω δικηγόρο της πρώτης των εκκαλουσών
της υπό στοιχείο (II) έφεσης, Αν. Παναγιωταράκο,
σχέδιο νέας σύμβασης μίσθωσης του επιδίκου μισθίου,
όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την ίδια μήνυμα ηλεκτρονικού
ταχυδρομείου, όπου εμφαίνεται συνημμένο αρχείο με
τίτλο «Σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης» με όμοιο περιεχόμενο με την ως
άνω από 15.12.2023 σύμβαση μίσθωσης, ειδικά ως προς το ύψος του μηνιαίου
μισθώματος και τη διάρκεια της σύμβασης, ενώ αναφέρονται ρητά οι ανωτέρω
εκκαλούσες της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης ως συνεκμισθώτριες
με ποσοστά 35% και 5% αντίστοιχα και αναλογία επί του μηνιαίου μισθώματος 8.750
και 1.250 ευρώ αντίστοιχα, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, χωρίς να
περιλαμβάνεται το πρόσωπο του μισθωτή, εκ του οποίου αποδεικνύεται ότι η ως άνω
πλειοψηφία των συγκοινωνών ήδη τότε (13.9.2023), ήτοι σε χρόνο προγενέστερο
πλέον των τριών μηνών από τη σύναψη της νέας από 15.12.2023 σύμβασης μίσθωσης,
σκόπευε να προβεί στη σύναψη τέτοιας σύμβασης με τους αυτούς όρους και
συμφωνίες που τελικά περιελήφθησαν στην τελευταία
(από 15.12.2023 νέα μισθωτική σύμβαση) ως προς το ύψος του συνολικού μηναίου
μισθώματος και τη διάρκεια τη σύμβασης και τούτο ανεξαρτήτως του προσώπου του
μισθωτή. Εξ αυτού του λόγου προκύπτει ότι η νέα ως άνω από 15.12.2023 σύμβαση
μίσθωσης μεταξύ των 3ης έως και 6ης των εφεσιβλήτων
αμφοτέρων των κρινόμενων εφέσεων, ως αντιπροσωπευόντων
την κοινωνία των συνεκμισθωτών του επιδίκου μισθίου ακινήτου αφενός και της ετερόρρυθμης εταιρείας με
την επωνυμία «.. ΠΑΓΚΡΑΤΙ Ε.Ε.» αφετέρου, συνήφθη στα
σοβαρά και όχι εικονικά, κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική νομική σκέψη υπό
στοιχείο (V), δεδομένου ότι, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα, ήδη το μηνιαίο
μίσθωμα του επιδίκου μισθίου είχε καταστεί υψηλό για
την αρχική μισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία «... ΕΕ», ώστε η εταιρεία με την
επωνυμία «. ΠΑΓΚΡΑΤΙ ΑΕ» με εταίρους τους εγγενούς της . . να μην επιθυμεί να
υπεισέλθει στην εν λόγω επαγγελματική μίσθωση, αλλά να προβεί στη σύναψη νέας
με ευνοϊκότερους όρους ο περί του αντιθέτου δε σχετικός πρωτοδίκως προβληθείς
και επαναφερόμενος με τον ως άνω (4ο) λόγο της υπό
στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, ως προς το σχετικό σκέλος του, ισχυρισμός των εκκαλουσών
της εν λόγω έφεσης ότι αυτή (από 15.12.2023 σύμβαση) συνήφθη
μόνο φαινομενικά, υποκρύπτοντας την υπεισέλευση της
ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «.. ΠΑΓΚΡΑΤΙ Ε.Ε.» με την ιδιότητα της
μισθώτριας στην από 18.7.2007 σύμβαση μίσθωσης ουδόλως αποδείχθηκε ούτε εκ του
ότι η χρονική διάρκεια της μίσθωσης είναι 12ετής καθώς τούτο προβλεπόταν ήδη
από το προαναφερθέν από 13.9.2023 σχέδιο σύμβασης ούτε δε και από την κατάθεση
του μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία δεν
κρίνεται ως προς τα ανωτέρω πειστική, αλλ’ ούτε και από τα προσκομιζόμενα από
τις εκκαλούσες της υπό στοιχείο (II) έφεσης έγγραφα του ΚΕ.ΦΟ.Δ.Ε. Αττικής με
αριθμούς πρωτοκόλλου ...2024 και ...2024, τα οποία λήφθηκαν κατόπιν σχετικών
εισαγγελικών παραγγελιών μετά από αιτήσεις των εκκαλουσών της υπό στοιχείο (ΙΙ)
έφεσης, σύμφωνα με τα οποία: 1) δεν έχει υποβληθεί από κάποια εκ των εκκαλουσών
της υπό στοιχείο (II) έφεσης, της αρχικής μισθώτριας και των 3ης – 6ης των εφεσιβλήτων αμφοτέρων των κρινόμενων εφέσεων δήλωση λύσης
της αρχικής σύμβασης μίσθωσης της 18.7.20027 και 2) οι 3η, 4ος και 5ος των εφεσιβλήτων για το διάστημα από 1.1.2023 έως 3.12.2.2023
δήλωναν ως μισθώτρια στην ΑΑΔΕ την αρχική μισθώτρια εταιρεία, ενώ η 6’’
εφεσίβλητη δεν υπέβαλε δήλωση Ε2 για τα ίδιο διάστημα και τούτο διότι οι
συγκεκριμένες συμπεριφορές των 3ης – 6ης των εφεσιβλήτων
ως προς αμφότερες τη μη δήλωση της λύσης της αρχικής σύμβασης και τη μη δήλωση
ολικώς (6η εφεσίβλητη) και μερικώς (3η, 4ος και 5ος των εφεσιβλήτων
αμφοτέρων των κρινόμενων εφέσεων) των ορθών χρονικών διαστημάτων μέχρι τη λήξη
της αρχικής μίσθωσης και από την έναρξη της νέας μίσθωσης, με τον ενδιάμεσο
χρόνο των 30 ημερών (από 16.11.2023 έως και 14.12.2023) να μην υφίσταται
ενεργής μισθωτική σύμβαση του επιδίκου μισθίου,
αποτελούν αμελείς τέτοιες (συμπεριφορές) και δεν συνιστούν από μόνες, στοιχεία
υπέρ της εικονικότητας της νέας ως άνω σύμβασης μίσθωσης, έτι δε περισσότερο
καθόσον στην περίπτωση, που ήθελε υποτεθεί η εν γνώσει και επί σκοπώ των
ανωτέρω εφεσιβλήτων αμφοτέρων των κρινομένων
εφέσεων, κατάρτιση εικονικής μίσθωσης με τη νέα μισθώτρια την 15.12.2023 -
πράγμα που δεν αποδείχθηκε - σαφώς και θα κάλυπταν, λόγω ακριβώς της κατάρτισης
με σκοπό εικονικότητας της νέας μίσθωσης, με ακριβόχρονες
δηλώσεις στο σύστημα της ΑΑΔΕ, τις ανωτέρω λήξη και έναρξη των αμφοτέρων των
προαναφερθεισών επίδικων μισθωτικών συμβάσεων. Επομένως, ο παραπάνω ισχυρισμός
των εκκαλουσών κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, το πρωτοβάθμιο δε
Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ανωτέρω αναφορικά με το ότι η ως άνω από
15.12.2023 νέα μισθωτική σύμβαση συνήφθη σοβαρά και
όχι εικονικά, έστω και με εν μέρει ελλειπή ή
συνοπτικότερη αιτιολογία, ορθά κατά αποτέλεσμα τις αποδείξεις εκτίμησε και το
νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, εν προκειμένω, γι’ αυτό και συμπληρούμενης
της εν λόγω αιτιολογίας της εκκαλούμενης απόφασης με αυτή της παρούσας, πρέπει
να απορριφθεί το ως άνω συναφές σκέλος του (4" ) λόγου της κρινόμενης υπό
στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επίσης, με το από 2.12024
συμφωνητικό των εταίρων της ως άνω εταιρείας με την επωνυμία «... ΕΕ», το οποίο
καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με την υπ’ αριθ. πρωτ. …
ανακοίνωση και με ΚΑΚ …, συμφωνήθηκε η μεταφορά της έδρας της άνω εταιρείας,
από την οδό ... αρ. ., στην Αθήνα, όπου και το μίσθιο
ακίνητο, στη ... αρ. ..., στην Αργυρούπολη Αττικής,
ενώ με το από ίδια ημερομηνία συμφωνητικό των εταίρων της εταιρείας με την
επωνυμία «ΑΗ ΠΑΓΚΡΑΤΙ ΑΕ», το οποίο καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με την υπ’ αριθ. πρωτ. … ανακοίνωση και με ΚΑΚ …, συμφωνήθηκε η μεταφορά της
έδρας αυτής από τη ... αρ. ..., στην Αργυρούπολη
Αττικής στην οδό ... αρ. ., στην Αθήνα, όπου και το
μίσθιο ακίνητο. Όμως, ούτε η ανωτέρω ανταλλαγή εδρών αρχικής και νέας
μισθώτριας του επιδίκου μισθίου, αλλ’ ούτε και: α) η
υπ’ αριθ. ...2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά
. ., σύμφωνα με την οποία επιδόθηκε από την . . στην εταιρεία «... ΕΕ» η
προαναφερθείσα υπ’ αριθ. .../2023 Διαταγή Πληρωμής και β) η υπ’ αριθ. ...2024
έκθεση επίδοσης του ιδίου δικαστικού επιμελητή, σύμφωνα με την οποία ο άνω
δικαστικός επιμελητής επέδωσε στην παραπάνω εταιρεία, μετά από παραγγελία της .
., την από 28.12.2023 συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τρίτων, οι οποίες
παρελήφθησαν αντίστοιχα από τις . . και . ., που δήλωσαν υπάλληλοι της παραπάνω
εταιρείας δύνανται να αναιρέσουν τα ως άνω αποδειχθέντα περί του ότι το μίσθιο είχε
αποδοθεί για την ως άνω αιτία από την ανωτέρω εταιρεία - αρχική μισθώτρια προς
τους ως άνω συνεκμισθωτές την 15.11.2023 και τούτο
καθότι μετά την ως άνω νέα μίσθωση την 15.12.2023 και μέχρι την 4.1.2024 οπότε
και έγινε η παραπάνω ανταλλαγή εδρών, αποδείχθηκε από το ίδιο ως άνω
αποδεικτικό υλικό η ύπαρξη υπαλλήλων της νέας μισθώτριας στο επίδικο μίσθιο,
που αποτελούσαν στο σύνολό τους υπάλληλους της πρώην μισθώτριας - περί του
οποίου κατωτέρω -, η δε παραλαβή από αυτές των προαναφερθέντων εγγράφων, που απευθύνονταν
σε εκείνη, με την αναφορά τους ως υπαλλήλων της αρχικής μισθώτριας πριν την
παραπάνω μεταβολή εδρών, ήτοι καθ’ ο χρόνο η έδρα της αρχικής μισθώτριας
εξακολουθούσε να είναι, λόγω της μη μέχρι τότε μεταβολής της στο επίδικο
μίσθιο, ήταν μεν προδήλως εσφαλμένη, αλλά έγινε, επίσης προφανώς κατά τη
συμπίπτουσα χρονικά ως άνω μεταβολή των εδρών της αρχικής και της νέας
μισθώτριας του επιδίκου μισθίου με την παραμονή των
αυτών υπαλλήλων της επιχείρησης ξενοδοχείου, που λειτουργούσε, κατά τα ανωτέρω
χρονικά διαστήματα από αμφότερες τις ως άνω εταιρείες στο επίδικο μίσθιο.
Άλλωστε, για την ταυτότητα του παραπάνω ουσιαστικού λόγου, ενόψει των άνω
αποδειχθέντων, ούτε από τα προδιαληφθέντα έγγραφα του
ΚΕ.ΦΟ.Δ.Ε. Αττικής με αριθμούς πρωτοκόλλου ...2024 και ...2024 περί μη υποβολής
από κάποιους τόσο εκ των εκκαλουσών της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, όσο και της
αρχικής μισθώτριας, αλλά και των 3ης – 6ης των εφεσιβλήτων
αμφοτέρων των κρινομένων εφέσεων, δήλωσης λύσης της
αρχικής σύμβασης μίσθωσης της 18.7.20027 και περί του ότι οι 3η, 4ος και 5ος
των εφεσιβλήτων για το διάστημα από 1.1.2023 έως
3.12.2.2023 δήλωναν ως μισθώτρια στην ΛΑΛΕ την αρχική μισθώτρια εταιρεία, ενώ η
6η εφεσίβλητη δεν υπέβαλε δήλωση Ε2 για τα ίδιο διάστημα, δυνατοί να κριθεί ότι
το μίσθιο δε είχε αποδοθεί από την αρχική μισθώτρια προς τους ως άνω συνεκμισθωτές την 15.11.2023.
Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, δεκτού
γενομένου ως και κατ΄ ουσίαν
βάσιμου του περιεχομένου στο προεκετεθέν συναφές
σκέλος του πρώτου λόγου της υπό στοιχείο (I) έφεσης, ισχυρισμού της εκκαλούσας
της εν λόγω κρινόμενης έφεσης περί εσφαλμένης εκτίμησης από την εκκαλουμένη
απόφαση των αποδείξεων αναφορικά με το ότι έγινε δεκτό ότι την 4.1.2024
πραγματοποιήθηκε η απόδοση του επιδίκου μισθίου από
την αρχική μισθώτρια, ενώ από το σχετικό συμφωνητικό προκύπτει ότι η εν λόγω
απόδοση έγινε την 15.12.2023 από την πλειοψηφία των προαναφερθέντων συνεκμισθωτών και ότι η ίδια παρέλαβε το μίσθιο έκτοτε,
πρέπει να γίνει δεκτό ως κατ’ ουσίαν βάσιμο το
συγκεκριμένο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό στοιχείο (I) έφεσης, όπως
αντίστοιχα να γίνει δεκτή αυτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν
και καθόσον έχει ήδη εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά τα ανωτέρω, να
κρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο ως προς την ουσία
της και να γίνει δεκτός ως κατ’ ουσίαν βάσιμος ο
παραπάνω ισχυρισμός περί του ότι η απόδοση του επιδίκου μισθίου
έγινε την 15.12.2023 από την πλειοψηφία των προαναφερθέντων συνεκμισθωτών
στην εκκαλούσα νέα μισθώτρια. Επίσης, ενόψει όλων των ανωτέρω, λαμβανομενου υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τα
ειδικότερα προεκτεθέντα στην οικεία μείζονα σκέψη υπό
στοιχείο (1 α), του δικογράφου προτάσεων του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου της
ερήμην δικαζόμενης, κατά τα ανωτέρω, πρώτης εφεσίβλητης της υπό στοιχείο (II)
έφεσης και δεκτών γενομένων ως και κατ’ ουσίαν
βάσιμων των περιεχομένων σ’ αυτό (δικόγραφο), σχετικών επικουρικός
προβαλλόμενων ισχυρισμών, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η από 18.7.2007 σύμβαση
μίσθωσης λύθηκε την 15.11.2023 και να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι ως
άνω περιεχόμενοι στα συναφή σκέλη των (1ου, 2ου και 4ου) λόγων της κρινόμενης
υπό στοιχείο (II) έφεσης, ισχυρισμοί των εκκαλουσών, το δε πρωτοβάθμιο
Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε με επάλληλη σκέψη και παρά την εσφαλμένη αποδοχή
ως έγκυρης της ανωτέρω καταγγελίας της επίδικης μισθωτικής σύμβασης τη λύση της
ίδιας σύμβασης με τη σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των ως άνω μερών, έστω και
με εν μέρει εσφαλμένη και εν μέρει ελλειπή ή
συνοπτικότερη αιτιολογία, ορθά κατ’ αποτέλεσμα τις αποδείξεις εκτίμησε και το
νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, εν προκειμένω, γι’ αυτό και το μεν
αντικαθιστάμενης το δε συμπληρούμενης της εν λόγω
αιτιολογίας της εκκαλουμένης απόφασης με αυτή της παρούσας πρέπει να
απορριφθούν τα ως άνω συναφή σκέλη των (1ου, 2ου και 4ου) λόγων της κρινόμενης
υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμα, απορριπτομένων
κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω λόγων της συγκεκριμένης έφεσης ως ουσιαστικά
αβασίμων στο σύνολό τους.
Εξάλλου, από το ίδιο υλικό ουδόλως
αποδείχθηκαν οι, κατά τα ανωτέρω, οι επαναφερόμενοι
ισχυρισμοί της εκκαλούσας της υπό στοιχείο (I) έφεσης περί του ότι η αρχική
μισθώτρια είχε μεταφέρει την έδρα της από την 2.1.2024, καθώς και ότι η ίδια ως
νέα μισθώτρια εταιρεία δεν υποχρεούτο σε καταβολή μισθώματος από 15.12.2023
μέχρι την 4.1.2024, καθώς στο μεσοδιάστημα έπρεπε να γίνουν απαραίτητες
εργασίες και η ίδια ξεκίνησε τη λειτουργία της την 5.1.2024, απορρυπομένου αντίστοιχα ως κατ’ ουσίαν
αβασίμου του συναφούς σκέλους του πρώτου λόγου της υπό στοιχείο (I) έφεσης το
δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε σιωπηρά τους ανωτέρω ισχυρισμούς,
ορθά κατά αποτέλεσμα τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και
εφάρμοσε, εν προκειμένω, συμπληρούμενης ως προς τούτο
της αιτιολογίας της εκκαλούμενης απόφασης με αυτή της παρούσας κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ.
Επίσης η εκκαλούσα της υπό στοιχείο (1)
έφεσης με το έτερο συναφές σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης έφεσής της,
όπως εκτιμάται, παραπονείται για εσφαλμένη και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων
αναφορικά με την αποδοχή του αγωγικού ισχυρισμού από
την εκκαλουμένη απόφαση περί του ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης, κατά
την έννοια του αρ. 479 ΑΚ, από την εταιρεία «… ΚΑΙ
ΣΙΑ ΕΕ» στην εταιρεία «. ΠΑΓΚΡΑΤΙΑΕ». Ότι η εκκαλουμένη παρείδε
ότι το μίσθιο λειτουργούσε ως ξενοδοχείο από το έτος 2007, ότι η προηγούμενη
μισθώτρια πώλησε την 14.8.2023 το εμπορικό σήμα του ξενοδοχείου σε άλλη
εταιρεία και όπ την 2.1.2024 μετέφερε την έδρα της
από το μίσθιο. Ότι με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε αίτηση των πρώτης
και δεύτερης των εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο (Ί)
έφεσης για συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της ιδίας, εκ της οποίας
δημιουργήθηκε προσωρινό δεδικασμένο, στις παραδοχές
δε της εν λόγω δε απόφασης έπρεπε να καταλήξει και η εκκαλουμένη απόφαση.
Επί του λόγου αυτού έφεσης, λεκτέα τα εξής: Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε
ότι; ί) η πρώτη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης - έβδομη εφεσίβλητη της
υπό στοιχείο (1) έφεσης ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «... ΕΕ» είχε
αρχικά ως ομόρρυθμο εταίρο, κατά τα ανωτέρω, την . . και ετερόρρυθμο εταίρο την
εταιρεία «… ΕΠΕ», «1: «1 με την υπ’ αριθ. πρωτ.
...2019 ανακοίνωση του Γ.Ε.ΜΗ, καταχωρίσθηκε σ’ αυτό την 25.1.2019 με ΚΑΚ ., η
από 1.1.2019 απόφαση έκτακτης ΓΣ της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «...
LTD», που εδρεύει στο Δήμο … (περιοχή …) Βουλγαρίας, οδός ., αρ.., με την οποία αποφασίστηκε η εγκατάσταση στην Ελλάδα
υποκαταστήματος με την επωνυμία «... LTD ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ», που έλαβε αριθμό
Γ Ε ΜΗ. …, η δε διοίκηση - εκπροσώπησή της είναι από τους . . - Διευθύντρια και
τους . - . ., . . και . ., εταίρους, β) με την υπ’ αριθ. πρωτ.
...2019 ανακοίνωση του Γ.Ε.ΜΗ, καταχωρίσθηκε σ’ αυτό την 11.6.2019 με ΚΑΚ ...
το από 15.5.2019 πρακτικό έκτακτης ΓΣ της ίδιας ως άνω αλλοδαπής εταιρείας, με
την οποία αποφασίστηκε η μεταβολή της έδρας του ως άνω υποκαταστήματος της στην
Ελλάδα από την οδό . αρ, . στην Αθήνα, στη συμβολή
των οδών . και ... αρ. . στη Αργυρούπολη Αττικής και
γ) με την υπ’ αριθ. πρωτ. ...2023 ανακοίνωση του
Γ.Ε.ΜΗ, καταχωρίσθηκε σ’ αυτό την 10.7.2023 με ΚΑΚ . το από 1.3.2023 πρακτικό
ΓΣ της ίδιας ως άνω αλλοδαπής εταιρείας, με την οποία αποφασίστηκε η
αντικατάσταση του δ/ντη της . . του . από τον . . του
. και της . ., ο οποίος αντικαθιστά τον ανωτέρω και στη θέση του νομίμου εκπροσώπου του εν λόγω
υποκαταστήματος, iii)
με το συμφωνητικό των εταίρων της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…
Ε.Ε» και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ …, μεταξύ άλλων, διαλαμβάνεται ότι: «(...) Γ.
ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ Κατόπιν της ανωτέρω τροποποίησης, οι εταίροι, από
κοινού και εκ συμφώνου, αποδέχονται ότι το κωδικοποιημένο Καταστατικό της
ετερόρρυθμης εταιρείας θα έχει πλέον ως εξής. ΣΥΣΤΑΣΗ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 110.000 ΕΥΡΩ Στην Αθήνα σήμερα στις 2 Ιουνίου του έτους 2020, οι
παρακάτω συμβαλλόμενοι: 1. Ο . . του . και της . - . (...) 2. Η αλλοδαπή
εταιρεία με την επωνυμία «... ΕΠΕ», που εδρεύει στο Δήμο . (περιοχή .)
Βουλγαρίας, οδός ., ορ. ., η οποία διατηρεί
υποκατάστημα στην Ελλάδα με την επωνυμία «... LTD ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ» στην
Αργυρούπολη Αττικής, επί της συμβολής των οδών Κρήτης και ... αρ. ., με Α.Φ.Μ. . της ΔΟΥ ΦΑΕ ΠΕΙΡΑΙΑ νόμιμα
εκπροσωπούμενη από τον ως άνω . . 3. Η . . του . και . (...) Συστήνουν
ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «… Ε.Ε.»(...)», ίν)
σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η εταιρεία «… ΕΠΕ», που εκπροσωπείται νόμιμα από
την προαναφερθείσα . ., είναι ετερρόρυθμος εταίρος
της προαναφερθείσας ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «... ΕΈ» και v) η
ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «. ΠΑΓΚΡΑΤΙ Ε.Ε.» με αριθμό ΓΕ ΜΗ. και ΚΑΚ
…, έχει ως συμμετέχοντες, τους . . του . ως ομόρρυθμο εταίρο και . - . . του .
ως ετερόρρυθμο εταίρο, σε ποσοστό 50% έκαστο αυτών. Εξ όλων των ανωτέρω
προκύπτει ότι το σύνολο των προαναφερθεισών ημεδαπών εταιρειών ή
υποκαταστημάτων αλλοδαπών εταιριών είναι συμφερόντων των μελών της οικογένειας
., καθώς εταίροι αυτών είναι είτε φυσικά πρόσωπα της παραπάνω οικογένειας, είτε
εταιρείες συμφερόντων αυτής, ενώ η νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας με την
επωνυμία «... ΕΠΕ», η οποία εταιρεία είναι ετερόρρυθμος εταίρος της
ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «... Ε.Ε» είναι και εκ των συνιδρυτών
της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…. Ε.Ε.», όπως συνιδρύτρια
αυτής είναι και το υποκατάστημα αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «…», νόμιμα
εκπροσωπούμενο από τον προαναφερόμενο . . και με αρχική διευθύντρια αυτού
(υποκαταστήματος) την ανωτέρω νόμιμη εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία
«... ΕΠΕ».
Περαιτέρω, αποδέχθηκε ότι η ανωτέρω
εγκατεστημένη στο επίδικο μίσθιο ακίνητο αρχική μισθώτρια εταιρεία με την
επωνυμία «... Ε.Ε», που ήταν ιδιοκτήτρια του εμπορικού σήματος «...» το οποίο
έχει συγκεκριμένη γραμματοσειρά και φόντο, όπως αυτή αποτυπώνεται στην υπ’
αριθ. ...2011 αίτηση στον OBI γραφείο εμπορικών σημάτων για την κλάση .,
«Υπηρεσίες για Εστίαση και ποτά», για το χρονικό διάστημα από 19.11.2012 έως
30.3.2031, όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τις εκκαλούσες της
υπό στοιχείο (Η) έφεσης, έγγραφο και της οποίας ομόρρυθμος εταίρος ήταν η . .
μέχρι την προαναφερθείσα κήρυξή της σε πτώχευση, κατόπιν δε αυτής και μέχρι την
παραπάνω διαγραφή, διαχωριστής της και ομόρρυθμος εταίρος ορίστηκε με το από
15.9.2023 συμφωνητικό, ο . . του . και της . ., πώλησε (η αρχική μισθώτρια
εταιρεία), όπως τούτο, επίσης, προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την
εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I) έφεσης, τιμολόγιο της 14.8.2023, στην
ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «... Ε.Ε.», συνιδρυτής της οποίας ήταν,
κατά τα ανωτέρω, ο . . του . και της . - ., αντί ποσού 500 ευρώ
συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, το ανωτέρω εμπορικό σήμα, το οποίο στη συνέχεια
παραχωρήθηκε εκ νέου από την παραπάνω αγοράστρια εταιρεία στην εκκαλούσα της
υπό στοιχείο (I) έφεσης - νέα μισθώτρια του επιδίκου μισθίου,
στην οποία συμμετέχουν, επίσης κατά τα ανωτέρω, οι . . του . ως ομόρρυθμος
εταίρος και . . του . ως ετερόρρυθμος εταίρος, με το από 4.1.2024 ιδιωτικό
συμφωνητικό παραχώρησης άδειας χρήσης σήματος, που προσκομίζεται από την
τελευταία. Επίσης, κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ.
...2024 αίτησης των εκκαλουσών της υπό στοιχείο (II) έφεσης προς το Σ.ΕΠ.Ε. για
παροχή στοιχείων για τους εργαζόμενους στην επιχείρηση ξενοδοχείου στο επίδικο
μίσθιο, από τον 10 του 2023 έως τον 10° του 2024, για αμφότερες τις ως άνω
μισθώτριες εταιρείες, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. πρωτ.
...2024 «απάντηση» της ως άνω υπηρεσίας, στην οποία επισυνάπτονται: α) ο
υποβληθείς υπ’ αριθ. πρωί. ...2023 «πίνακας προσωπικού» της αρχικής μισθώτριας
εταιρείας με την επωνυμία «... ΕΕ» προς την αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ και β) ο
υποβληθείς υπ’ αριθ. πρωτ. ...2024 «πίνακας
προσωπικού» της νέας μισθώτριας εταιρείας με την επωνυμία «. ΠΑΓΚΡΑΤΙ ΕΕ», από
την αντιπαραβολή των οποίων προκύπτει ότι στην εν λόγω νέα μισθώτρια εταιρεία
εργάζονταν κατά το μήνα Ιανουάριο του έτους 2024, ακριβώς οι ίδιοι 17
εργαζόμενοι και με την αυτή ακριβώς σειρά, οι οποίοι εργάζονται' και στην
αρχική μισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία «… ΕΕ» το μήνα Οκτώβριο του έτους
2023, ήτοι κατά τον, αμέσως προ της λήξης της παραπάνω αρχικής από 18.7.2007
μισθωτικής σύμβασης, χρόνο.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το μίσθιο ακίνητο,
το οποίο ήταν διαμορφωμένο και λειτουργούσε ως ξενοδοχείο οκτώ ορόφων με
ημιυπόγειο συνολικής επιφάνειας 2.154 τ.μ. περίπου από την αρχική μισθώτρια
εταιρεία με την επωνυμία «... ΕΕ», μέχρι την 15.11.2023, υπό το διακριτικό
τίτλο «...», εξακολούθησε να λειτουργεί με πανομοιότυπο τρόπο ως ξενοδοχείο και
μετά τη σύναψη της νέας ως άνω μίσθωσης την 15.12.2023 από την εταιρεία με την
επωνυμία «. ΠΑΓΚΡΑΤΙ ΑΕ», - ήτοι κατόπιν ενδιάμεσης ανυπαρξίας ενεργούς
μισθωτικής σύμβασης μόλις 30 ημερών, κατά τα ανωτέρω, εντός του οποίου δεν
αποδείχθηκε η αφαίρεση - απομάκρυνση με οιοδήποτε τρόπο κάποιου μέρους του
εξοπλισμού λειτουργίας του ως άνω ξενοδοχείου -, υπό τον αυτό διακριτικό τίτλο,
χωρίς να επέλθει καμία μεταβολή, ούτε στον εξοπλισμό, ούτε στα στοιχεία
επικοινωνίας της επιχείρησης, ούτε στη διαφημιστική προώθηση σε μέσα κοινωνικής
δικτύωσης της επιχείρησης, καθώς χρησιμοποιούσε τους ίδιους τηλεφωνικούς
αριθμούς και την ίδια ιστοσελίδα (χρωματικά, σχηματικά, λεκτικά), ούτε στην
επωνυμία της επιχείρησης, αλλ’ ούτε και στο εμπορικό σήμα αυτής, το οποίο με
σκοπό τη μη εμφάνιση απευθείας συναλλαγών μεταξύ αρχικής και νέας μισθώτριας,
παραχωρήθηκε στην τελευταία από εταιρεία συμφερόντων της οικογένειας ., κατά τα
ανωτέρω, μετά την πώληση του σε εκείνη κατόπιν της προαναφερθείσας ημερομηνίας
παύσης πληρωμών (28.5.2023) της ομορρύθμου εταίρου
της αρχικής μισθώτριας εταιρείας, . .. Είναι πρόδηλο, επομένως, ότι ολόκληρος ο
μηχανολογικός και μη εξοπλισμός, τα κινητά πράγματα, το προσωπικό, αλλά και τα
άυλα στοιχεία, ήτοι πελατεία, εμπορική πίστη, εμπορική φήμη, τεχνογνωσία, θέση
ξενοδοχειακής επιχείρησης, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες, που συνέθεταν
την επιχείρηση της αρχικής μισθώτριας εταιρείας και τελούσαν υπό οικονομική οργάνωση
και ενότητα, μεταβιβάσθηκαν ατύπως στη νέα μισθώτρια εταιρεία, τούτων μη
αναιρούμενων, ούτε από το προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα της υπό στοιχείο (1)
έφεσης από 15.12.2023 τιμολόγιο προμήθειας εξοπλισμού ποσού 15.040 ευρώ, που
αφορά, κατά τα ανωτέρω, επιχείρηση ξενοδοχείου οκτώ ορόφων με ημιυπόγειο
συνολικής επιφάνειας 2.154 τ.μ. περίπου, 50 δωματίων με 92 κλίνες, ούτε και από
το απόσπασμα από το βιβλίο μητρώου παγίων της 23.10.2025, ήτοι σε χρόνο κατά
πολύ μεταγενέστερο αυτού της σύναψης της νέας μισθωτικής σύμβασης, αλλ’ ούτε
και από κάποιο άλλο προσκομιζόμενο από την ίδια αποδεικτικό στοιχείο.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι μετά την εγκατάσταση της νέας μισθώτριας εταιρείας
στο ίδιο ακριβώς ακίνητο, όπου προηγουμένως λειτουργούσε η ξενοδοχειακή επιχείρηση
της αρχικής μισθώτριας εταιρείας, ήταν αδύνατο σε οποιονδήποτε τρίτο να
αντιληφθεί ότι επρόκειτο για διαφορετική επιχείρηση από αυτήν που λειτουργούσε
η αρχική μισθώτρια, αφού η επιχείρηση της νέας μισθώτριας διατήρησε αναλλοίωτα,
από την πρώτη ημέρα της λειτουργίας της, τα ίδια ακριβώς εσωτερικά και
εξωτερικά χαρακτηριστικά, κατά τα προαναφερθέντα. Κατόπιν των αποδειχθέντων ως
άνω πραγματικών περιστατικών και εφόσον έγινε δεκτό στη νομική σκέψη υπό
στοιχείο (VI α) ότι βασικό κριτήριο για την διαπίστωση της ύπαρξης μεταβίβασης
επιχείρησης είναι η διατήρηση της ταυτότητας μεταξύ της μεταβιβάζουσας και της
αποκτώσας εταιρείας, προέκυψε ότι η νέα μισθώτρια εταιρεία απέκτησε την
επιχείρηση της αρχικής μισθώτριας, υπό την έννοια της εμπορικής συνέχειας της,
ανεξάρτητα από το γεγονός εάν τηρήθηκε ή μη ο έγγραφος τύπος της σύμβασης
μεταβίβασης, δοθέντος ότι η σύμβαση αυτή μπορεί να είναι και άτυπη.
Περαιτέρω, λόγω των στενών οικογενειακών
σχέσεων των μελών μεταβιβάζουσας εταιρείας (αρχικής μισθώτριας) και αποκτώσας
εταιρείας (νέας μισθώτριας), προκύπτει ότι οι εταίροι της νέας μισθώτριας
εταιρείας, εγγονοί της ομορρύθμου
μέχρι την κήρυξή της σε πτώχευση εταίρου, της αρχικής μισθώτριας εταιρείας
γνώριζαν τις οφειλές της, που υφίσταντο κατά το χρόνο μεταβίβασης της
επιχείρησής της προς τη νέα μισθώτρια. Συνεπώς αποδείχθηκε ότι η νέα μισθώτρια
-εκκαλούσα της υπό στοιχείο (1) έφεσης υπήρξε πράγματι «εμπορική διάδοχος» της
αρχικής μισθώτριας - πρώτης εφεσίβλητης της υπό στοιχείο (II) έφεσης - έβδομης
εφεσίβλητης της υπό στοιχείο (I) έφεσης, ουδόλως δε αποδείχθηκε ο ισχυρισμός
της νέας μισθώτριας περί ανεξάρτητης επαγγελματικής δραστηριότητας. Άλλωστε δεν
προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό μέσο από το οποίο να προκύπτει ότι η αρχική
μισθώτρια εταιρεία συνέχισε την εμπορική της δραστηριότητα, κατά το
μεσοδιάστημα πριν την προαναφερθείσα λύση της, στην εκμετάλλευση ξενοδοχείων ή
και σε οιαδήποτε έτερη εμπορική δραστηριότητα.
Κατόπιν τούτων αποδείχθηκε ότι η νέα μισθώτρια εταιρεία δημιουργήθηκε με
μοναδικό στόχο τη συνέχιση των εργασιών της αρχικής μισθώτριας εταιρείας, σε
συνδυασμό, κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια ως «νω νομική
σκέψη υπό στοιχείο ( VI α), με το ελάχιστο ως άνω χρονικό διάστημα μεταξύ της
λήξης της μίσθωσης με την αρχική μισθώτρια και της έναρξης της μίσθωσης με την
νέα μισθώτρια, έχουσα ταυτόσημο εμπορικό σκοπό και δράση, λαμβάνοντας, μάλιστα,
τον εξοπλισμό, τα κινητά πράγματα, το προσωπικό, αλλά και τα άυλα στοιχεία της
τελευταίας και αναπτύσσοντας την εμπορική της δραστηριότητα μετά τη σύναψη του
από 15.12.2023 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, ενώ έκτοτε η αρχική μισθώτρια
δεν ανέπτυξε καμία εμπορική δραστηριότητα, τεθείσα σε
αδράνεια. Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε
ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης της αρχικής στη νέα μισθώτρια, η
τελευταία ευθύνεται εις ολόκληρον με την αρχική για
τα γεγενημένα χρέη αυτής έως την ημέρα της μεταβίβασης, στα οποία
περιλαμβάνονται και απαιτήσεις των εκκαλουσών της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης κατ’
αυτής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως
ως προς την κύρια βάση της αγωγής και κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 479
ΑΚ και της εξ αυτής δημιουργούμενης σωρευτικής παθητικής αναδοχής χρέους,
αναγνώρισε την ευθύνη της εκκαλούσας της υπό στοιχείο (I) έφεσης - δεύτερης
εφεσίβλητης της υπό στοιχείο (II) έφεσης, λόγω της μεταβίβασης σ’ αυτήν της
επιχείρησης της πρώτης εφεσίβλητης της υπό στοιχείο (II) έφεσης - έβδομης
εφεσίβλητης της υπό στοιχείο (I) έφεσης, έστω και με εν μέρει ελλειπή και εν μέρει συνοπτικότερη αιτιολογία, που
συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ)
ορθά κατ’ αποτέλεσμα τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε
και ως εκ τούτου το προδιαληφθέν περί του αντιθέτου
συναφές σκέλος ταυ πρώτου λόγου της υπό στοιχείο (I) έφεσης τυγχάνει απορριπτέο
ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, όπως αντίστοιχα ουσιαστικά
αβάσιμος τυγχάνει στο σύνολό του ο συγκεκριμένος λόγος της υπό στοιχείο (1)
έφεσης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι των ανωτέρω
ακολούθησε η ανταλλαγή εξωδίκων μεταξύ της εκκαλούσας της υπό στοιχείο (I)
έφεσης νέας μισθώτριας του επιδίκου μισθίου και των
εκκαλουσών της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης συνεκμισθωτριών
αυτού και δη: β οι εκκαλούσες της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης με την από 5.6.2024
εξώδικη διαμαρτυρία τους προς την εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I) έφεσης
ανέφεραν, μεταξύ άλλων, στην τελευταία ότι αρνείται από δυστροπία την καταβολή
μισθωμάτων στις ίδιες για το επίδικο μίσθιο βάσει της αρχικής από 18.7.20027
σύμβασης, ενώ οι ίδιες της συγκοινοποιούν τους
νόμιμους τίτλους κτήσης των δικαιωμάτων τους επί του εν λόγω μισθίου, η οποία (εξώδικη διαμαρτυρία) επιδόθηκε στην
τελευταία αυθημερόν (βλ. την υπ’ αριθ. ...2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού
επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά . .), ii) η εκκαλούσα
της υπό στοιχείο (I) έφεσης με την από 10.6.2024 εξώδικη απάντησή της ανέφερε,
μεταξύ άλλων, ότι δεν προέβη σε καταβολές λόγω του ότι δεν εμφαίνονταν
μέχρι τότε, οι ανωτέρω εκκαλούσες της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, στο
κτηματολόγιο ως έχουσες εμπράγματα δικαιώματα επί του μισθίου
και ότι ως προς τη δεύτερη εξ αυτών, που προσκόμισε σχετικά νομιμοποιητικά
έγγραφα προέβη σε κατάθεση της αναλογίας μισθωμάτων, που ανέρχεται στο συνολικό
ποσό των 1.250 ευρώ μηνιαίως για τους μήνες από Γ έως και 6° του 2024, όπως
προκύπτει από τις επισυναπτόμενες εκτυπώσεις μεταφοράς χρηματικών ποσών από την
Τράπεζα Πειραιώς, η οποία (εξώδικη απάντηση) επιδόθηκε στην πρώτη εκκαλούσα της
υπό στοιχείο (II) έφεσης αυθημερόν (βλ. την υπ’ αριθ. ...2024 έκθεση επίδοσης
ταυ δικαστικού επιμελητή στο Εφειείο Αθηνών. .), iii) η πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχείο (II) έφεσης με το
από 13.9.2024 εξώδικο ανταπάντησε, μεταξύ άλλων, στην εκκαλούσα της υπό
στοιχείο (I) έφεσης ότι εκείνη συνεχίζει να αρνείται την καταβολή μισθωμάτων
στις ίδιες για το επίδικο μίσθιο, ενώ της συγκοινοποιησε
τις σχετικές εγγραφές στο κτηματολόγιο, που αφορούν την ίδια επί του εν λόγω μισθίου, η οποία (εξώδικη απάντηση) επιδόθηκε στην
εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I) έφεσης αυθημερόν (βλ. την υπ’ αριθ. ...2024
έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών . .), iv) η εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I) έφεσης με την από
16.9.2024 εξώδικη απάντησή της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι αποδέχεται μεν την
σχετική καταχώριση στο κτηματολόγιο, πλην όμως, θα πρέπει η ανωτέρω (πρώτη
εκκαλούσα της υπό στοιχείο [II] έφεσης) ως συνεκμισθώτρια
να αναρτήσει η ίδια στην ΑΑΔΕ τη σχετική μισθωτική σύμβαση ώστε να την
αποδεχτεί αυτή ως μισθώτρια, η δε καταβολή θα γίνει μετά την εν λόγω ανάρτηση,
η οποία (εξώδικη απάντηση) επιδόθηκε στην πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχείο (ΙΙ)
έφεσης αυθημερόν (βλ. την υπ' αριθ. ...2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού
επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών. .), ν) η πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχείο (II)
έφεσης με την από 26.9.2024 εξώδικη απάντησή της ανταπάντησε, μεταξύ άλλων,
στην εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I) έφεσης ότι παρότι η τελευταία καταβάλλει
μίσθωμα στη δεύτερη εκκαλούσα της υπό στοιχείο (II) έφεσης δεν το πράττει για
την ίδια, ούτε το παρακαταθέτει στο ΓΠΔ, η οποία (εξώδικη απάντηση) επιδόθηκε
στην εκκαλούσα της υπό στοιχείο (Γ) έφεσης την 27.9.2024 (βλ. την υπ’ αριθ.
...2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών. .) και,
τέλος vi) η εκκαλούσα της υπό στοιχείο (I) έφεσης με
την από 30.9.2024 εξώδικη απάντηση στην πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχείο (II)
έφεσης ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι έχει αποδεχτεί τη σχετική καταχώριση στο
κτηματολόγιο, πλην όμως, έχει ασκηθεί αγωγή σε βάρος της και από την πρώτη
εκκαλούσα της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, με την οποία ζητείται η αναγνώριση της
εικονικότητας της από 15.12.2023 σύμβασης μίσθωσης με μισθώτρια την ίδια και,
συνεπώς, αν η μίσθωση είναι εικονική δεν δικαιούται η συνεκμισθώτρια,
μίσθωμα, αλλά αποζημίωση, γεγονός, που αρνείται η ίδια και εμμένει στο
προηγούμενο εξώδικό της, η οποία (εξώδικη απάντηση) επιδόθηκε στην πρώτη
εκκαλούσα της υπό στοιχείο (ΙΙ) έφεσης αυθημερόν (βλ
την υπ’ αριθ. ...2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο
Αθηνών . .).
Ενόψει όλων των ανωτέρω καθόσον έχουν γίνει
δεκτές ως κατ ουσίαν
βάσιμες οι κρινόμενες εφέσεις και έχει εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση,
πρέπει, συνεκδικαζομένων των υπό στοιχεία (α) από
23.4.2024 με αρ. κατ.
…/2024 και (β) από 31.5.2024 με αρ. κατ. .../2024, ενδίκων αγωγών, λόγω του ότι αυτές υπάγονται
στην ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, αφορούν το ίδιο βιοτικό
συμβάν και με τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται και
επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρο 31 και 246 ΚΠολΔ):
α) αναφορικά με την από 23.4.2024 με αρ. κατ. …/2024 ένδικη αγωγή, (πρέπει) να αναγνωρισθεί, κατά τα
ανωτέρω αποδειχθέντα, σύμφωνα με τα οποία έχει γίνει δεκτό ως κατ’ ουσίαν βάσιμο, το συναφές σκέλος του (3ου) λόγου της υπό
στοιχείο (ΙΙ) έφεσης, η ακυρότητα της από 13.11.2023 καταγγελίας της αρχικής
από 18.7.2007 επίδικης μισθωτικής σύμβασης από την πρώτη εναγόμενη - αρχική
μισθώτρια εταιρεία, απορριπτομένων κατά τα λοιπά ως
κατ’ ουσίαν αβασίμων των λοιπών αιτημάτων αυτής και
δη: i) του αιτήματος περί αναγνώρισης της εγκυρότητας της ίδιας ως άνω σύμβασης
μέχρι το συμβατικό χρόνο λήξης της την 31.12.205 και ii)
των αιτημάτων περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της πρώτης των εναγόμενων ως
μισθώτριας του επιδίκου μισθίου και της δεύτερης εξ
αυτών ως εγγυήτριας στην ως άνω σύμβαση, εις ολόκληρον
έκαστη, κατόπιν της προαναφερθείσας τροπής αυτών σε
αναγνωριστικά, να καταβάλουν σε έκαστη των’
εναγουσών, τα ειδικότερα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για οφειλώμενα
μισθώματα και αναπροσαρμογές εγγυήσεων, τα οποία στο σύνολό τους αφορούν χρόνους
από το Δεκέμβριο του 2023 και εντεύθεν, καθώς, κατά τα ίδια ως άνω
αποδειχθέντα, η πρώτη εναγόμενη δεν ήταν πλέον μισθώτρια του επιδίκου μισθίου ακινήτου μετά τη λύση της αρχικής επίδικης
μισθωτικής σύμβασης την 15,11,2023, ήτοι για όλα τα διαλαμβανόμενα στα σχετικά αγωγικά αιτήματα, χρονικά διαστήματα, το δε πρωτοβάθμιο
Δικαστήριο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση, απέρριψε στο σύνολο της την ως
άνω ένδικη αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, το μεν
έσφαλε, κατά τα ανωτέρω, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά τη μη
αποδοχή της ακυρότητας της από 13,112023 καταγγελίας της αρχικής από 18.7,2007
μισθωτικής σύμβασης, το δε ορθά έκρινε, απορρίψαν τα λοιπά ανωτέρω αγωγικά αιτήματα της ιδίας αγωγής έστω και με ελλειπή αιτιολογία, που αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας
απόφασης, απορριπτομένου ως εκ τούτου ως ουσιαστικά
αβασίμου του συναφούς σκέλους του μη ειδικά αριθμούμενου λόγου της υπό στοιχείο
(ΙΙ) έφεσης (σελ. 5 υπό [Α]), με το οποίο οι εκκαλούσες - ενάγουσες
παραπονούνται για εσφαλμένη απόρριψη από την εκκαλουμένη απόφαση των αγωγικών αιτημάτων για καταβολή από τις εναγόμενες σε έκαστη των ιδίων (εναγουσών), των ειδικότερα αναφερόμενων
χρηματικών ποσών για οφειλόμενα μισθώματα και αναπροσαρμογές εγγυήσεων του
επιδίκου μισθίου από το Δεκέμβριο του 2023 και
εντεύθεν και β] ως προς την από 31.5.2024 με αρ. κατ. .../2024 ένδικη αγωγή, λεκτέα
τα εξής: Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό, αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι παρότι έχει
γίνει κατά τη διάρκεια τόσο της αρχικής όσο και της νέας ως άνω μίσθωσης,
ακώλυτη χρήση του επιδίκου μισθίου από τις
μισθώτριες: 1) ως προς μεν την πρώτη ενάγουσα: 1i) η αρχική μισθώτρια εταιρεία
δεν έχει καταβάλει τόσο αναλογίες μισθωμάτων για το επίδικο μίσθιο από το μήνα
Ιούνιο του έτους 2023 και μέχρι την λύση της αρχικής μίσθωσης την 15.112023,
ήτοι για 5 και 1/2 μήνες, ενώ ειδυτά όσον αφορά τους
μήνες 5“ και 6° του ίδιου έτους, λεκτέα τα ειδικότερα
κάτωθι στο σκεπτικό, όσο και αναλογία επί εγγυήσεων και αναπροσαρμαγών
επί εγγυήσεων από το έτος 2007 έως και το έτος 2023, για τα οποία υφίσταται
παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ της πρώτης και
της δεύτερης των εναγόμενων, λόγω της ανωτέρω αποδειχθείσας μεταβίβασης της
επίδικης επιχείρησης ξενοδοχείου από την πρώτη στη δεύτερη των εναγόμενων,
δεκτού γενομένου ως κατ’ ουσίαν βάσιμου του έκτου
λόγου της υπό στοιχείο (1) έφεσης, στον οποίο εκτίθεται ότι δεν οφείλονται για
το μήνα Δεκέμβριο του 2023 μισθώματα από την αρχική μισθώτρια, λόγω λύσης της
αρχικής σύμβασης τον προηγούμενο μήνα και Hi) στη
συνέχεια η δεύτερη εναγομένη δεν έχει καταβάλει
αναλογίες μισθωμάτων για το χρονικό διάστημα από 15.12.2023, ήτοι το χρόνο
έναρξης της νέας μίσθωσης και μέχρι την 31.5.2024 - καθόσον όμως, με το σχετικό
αγωγικό αίτημα ζητούνται αναλογίες μισθωμάτων από την
1.1.2024 μέχρι την 31.5.2024, το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση δεν δύναται να
επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος κατ’ άρθρο 106 ΚΠολΔ,
αναφορικά με το χρονικό διάστημα από 15.12.2023 έως 31.12.2023 - και 2) ως προς
δε τη δεύτερη ενάγουσα: 2i) η αρχική μισθώτρια εταιρεία δεν έχει καταβάλει τόσο
αναλογίες μισθωμάτων για το επίδικο μίσθιο και δη υπόλοιπο μηνός Σεπτεμβρίου
του έτους 2023, περί του οποίου λεκτέα τα ειδικότερα
κάτωθι στο σκεπτικό και έκτοτε μέχρι την λύση της αρχικής μίσθωσης την
15.11.2023, ήτοι για 1 και 1/2 μήνες, όσο και αναλογία επί εγγυήσεων και
αναπροσαρμογών επί εγγυήσεων από το έτος 2007 έως και to
έτος 2023, για to οποία υφίσταται παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης των
εναγόμενων, λόγω της ανωτέρω αποδειχθείσας μεταβίβασης της επίδικης επιχείρησης
ξενοδοχείου από την πρώτη στη δεύτερη των εναγόμενων, ενώ στη συνέχεια 2ii) η
δεύτερη εναγομένη δεν έχει καταβάλει αναλογίες
μισθωμάτων για το επίδικο μίσθιο για το χρονικό διάστημα από 15.12.2023 ήτοι το
χρόνο έναρξης της νέας μίσθωσης έως 31.12.2023, ενώ έχει καταβάλει αναλογίες
μισθωμάτων για το επίδικο μίσθιο για το αιτούμενο με την ένδικη αγωγή χρονικό
διάστημα από την 1.1.2024 μέχρι την 31.5.2024, κατά τα κάτωθι διαλαμβανόμενα,
καθόσον όμως, με το σχετικό αγωγικό αίτημα ζητούνται
αναλογίες μισθωμάτων από την 1.1.2024 μέχρι την 31.5.2024, το Δικαστήριο, σε
κάθε περίπτωση δεν δυνατοί να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος κατ’ άρθρο 106 ΚΠολΔ, αναφορικά με το χρονικό διάστημα από 15.12.2023 έως
31.12.2023. Επίσης, αποδείχθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο 2 της αρχικής από
18.7.2007 επίδικης σύμβασης μίσθωσης, στο οποίο ορίζεται, κατά τα
προαναφερόμενα, ότι η ετήσια αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος είναι ίση με
τη μεταβολή του μέσου ετήσιου επίσημου πληθωρισμού στην Ελλάδα κατά το
προηγούμενο μισθωτικό έτος, πλέον ποσοστού 2% και σε κάθε περίπτωση με ελάχιστο
ποσοστό αναπροσαρμογής αυτό του 5%, για έκαστο έτος, ενώ αναφορικά με το έτος
2023 η αναπροσαρμογή του μισθώματος υπολογίζεται με ποσοστό 3%, λόγω καθορισμού
αυτού ως ανώτατου ορίου αναπροσαρμογής μισθώματος στις εμπορικές και
επαγγελματικές μισθώσεις ακινήτων κατ’ άρθρο 96 ν. 5007/2022, η αναλογία επί
του μηνιαίου μισθώματος του επιδίκου μισθίου, από την
έναρξη της αρχικής επίδικης μίσθωσης και μέχρι την 15 11.2023, θα
διαμορφωνόταν: 1) ως προς την πρώτη ενάγουσα της υπό στοιχείο (β) αγωγής, συνεκμισθώτρια του επιδίκου μισθίου
σε ποσοστό 35% εξ αδιαιρέτου, άνευ των ως άνω ειδικότερων τροποποιητικών ως
προς τη δικαιοπάροχό της και την ίδια, συμφωνητικών: 1) για το έτος 2007 σε
7.436,10 € (21.248,00 € αρχικό συνολικό μηνιαίο μίσθωμα x 35% ποσοστό
επικαρπίας της πρώτης ενάγουσας = 7.436,10), 2) για το έτος 2008 σε 7.436,10 χ
5% = 7.807,90 €, 3) για το έτος 2009 σε 7.807,90 χ 5% = 8.198,30 €, 4) για το
έτος 2010 σε 8.198,30 χ 5% = 8.608^1 €, 5) για το έτος 20Π σε 8.608,21 χ 5% =
9.038,62 €, 6) για το έτος 2012 σε 9.038,62 χ 5% = 9.490,55 €, 7) για το έτος
2013 σε 9.490,55 χ 5% = 9.965,08 €, 8) για το έτος 2014 σε 9.965,08 χ 5% =
10.463,33 €, 9) για το έτος 2015 σε 10.463,33 χ 5% = 10.986,50 €, 10) για το
έτος 2016 σε 10.986,50 χ 5% = 11.535,83 €, Π) για το έτος 2017 σε 11.535,83 χ
5% = 12.112,62 €, 12) για το έτος 2018 σε 12.112,62 χ 5% = 12.718,25 €, 13) για
το έτος 2019 σε 12.718,25 χ 5% - 13.354,16 €, 14) για το έτος 2020 σε 13.354,16
χ 5% = 14.021,87 €, 15) για το έτος 2021 σε 14.021,87 χ 5% = 14.722,96 €, 16)
για το έτος 2022 σε 14.722,96 χ 5% = 15.459,11 € και 17) για το έτος 2023
[μέχρι την 15.11.2023] σε 15.459,11 χ 3% = 15.922,88 € και 2) ως προς τη
δεύτερη ενάγουσα της υπό στοιχείο (β) αγωγής, συνεκμισθώτρια
του επιδίκου μισθίου σε ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου,
άνευ όσων εκ των ως άνω ειδικότερων τροποποιητικών συμφωνητικών αφορούσαν τη
δικαιοπάροχό της: 1) για το έτος 2007 σε 1.062,30 € (21.248,00 € αρχικό
συνολικό μηνιαίο μίσθωμα x 5% ποσοστό της δικαιοπάροχου της δεύτερης ενάγουσας
= 1.062,30 €, 2) για το έτος 2008 σε 1.062.30 € x 5% = 1.115.41 €, 3) για το
έτος 2009 σε 1.115,41 € χ 5% = L171.18 €, 4) για το έτος 2010 σε 1.171,18 € χ
5% = 1.229,74 €, 5) για το έτος 2011 σε 1.229,74 € χ 5% = 1.291.29 €, 6) για το
έτος 2012 σε 1.291.23 € χ 9% = 1.355,79 €, 7) για το έτος 2013 σε 1.355,79 € χ
5% = 1.423,58 €, 8) για το έτος 2014 σε 1.423,58 € χ 5% = 1.494,78 €, 9) για το
έτος 2015 σε 1.494,78 € χ5% = 1.569,50 €, 10) για το έτος 2016 σε 1.569,50 € χ
5% = 1.647,97 €, 11) για το έτος 2017 σε 1.647,97 € χ 5% = 1.730,36 €, 12) για
το έτος 2018 σε 1.730,36 € χ 5% = 1.816,88 €, 13) για το έτος 2019 σε 1.816,88
€χ 5% = 1.907,73 €, 14) για το έτος 2020 σε 1.907,73 € χ 5% = 2.003,11 €, 15)
για το έτος 2021 σε 2.003,11 €χ 5% = 2.103,27 €, 16) για το έτος 2022 σε
2.103,27 €χ 5% = 2.208,43 € και 17) για το έτος 2023 [μέχρι την 15.11.2023] σε
2.208,43 € χ 3% = 2.274,68 €. Συνεπώς, η αναλογία στο μηνιαίο μίσθωμα για το
επίδικο μίσθιο θα ανερχόταν για έκαστο των ως άνω μηνών του έτους 2023 [μέχρι
την 15.11.2023]: ο] για την πρώτη ενάγουσα στο ποσό των 15.922,88 € πλέον
τέλους χαρτοσήμου 3,6% και συνολικά στο ποσό των 16.496,10 € [(15.922,88 χ 3,6%
= 573,22) + 15.922,88] και β) για τη δεύτερη ενάγουσα στο ποσό των 2.274,68 €
πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% και συνολικά στο ποσό των 2356,57 € [(2.274,68 χ
3,6% = 2.356,57) + 2.274,68].
Επίσης, καθόσον κατά τα ανωτέρω, αποδειχθέντα
το συνολικό μηνιαίο μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο με τη νέα από 15.12.2023
σύμβαση μίσθωσης ορίστηκε στο ποσό των 25.000 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου
3,6%, αποδείχθηκε ότι η αναλογία στο μηνιαίο μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο θα
ανερχόταν για έκαστο των ως άνω μηνών του έτους 2024 [ήτοι από 1 1.2024 μέχρι
την 31.5.2024 οπότε και ζητείται σχετικά με την υπό στοιχείο (β) ένδικη αγωγή]:
α) για την πρώτη ενάγουσα στο ποσό των 8.750 € πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% και
συνολικά στο ποσό των 9.065 € [(8.750 x 3,6% = 315) + 8.750] και β) για τη
δεύτερη ενάγουσα στο ποσό των 1.250 € πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% και συνολικά
στο ποσό των 1.295 € [(1.250 x 3,6% = 45) + 1.250].
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ως προς την πρώτη
ενάγουσα αναφορικά με το οφειλόμενο για το μήνα Μάιο του έτους 2023 μίσθωμα,
που ανέρχεται, κατά τα ως άνω, στο ποσό των 16.496,10 €, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους έχει καταβληθεί από την
αρχική μισθώτρια εταιρεία σε τμηματικές καταβολές των 2.072 ευρώ κατά τους
μήνες 5“, 6°, 7°, 8°, 9°, 10“, 11° του έτους 2023 το συνολικό ποσό των (2.072 x
7 = 14.504), το οποίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω στην οικεία μείζονα
σκέψη υπό στοιχείο (XIII β), πρέπει να καταλογισθεί στο σύνολό του στο παλαιό τερυ χρονικά χρέος, το οποίο αποδείχθηκε εν προκειμένω ότι
είναι η αναλογία μισθώματος του ως άνω μήνα (Μαΐου 2023), καθώς ουδόλως
προέκυψε από το ίδιο αποδεικτικό υλικό συμφωνία δανείστριας με οφειλέτρια, ούτε δε και άσκηση δικαιώματος επιλογής της
τελευταίας ως προς τον καταλογισμό των ανωτέρω ποσών και τούτο διότι η ίδια
κατέβαλε τα παραπάνω μερικότερα ποσά ως την αναλογία της πρώτης ενάγουσας της
υπό στοιχείο (β) έφεσης επί ενός έκαστου των ως άνω
μισθωμάτων και όχι μόνον ως μέρος του συνολικά οφειλόμενου ποσού για έκαστο
μήνα. Επίσης, σύμφωνα με το σχετικό, πρωτοδίκως προβληθέντα
και επαναφερόμενο με το συναφές σκέλος του δεύτερου
λόγου της εκκαλούσας της υπό στοιχείο (I) έφεσης, ισχυρισμό αυτής περί
καταβολής ποσού 15,000 ευρώ από την αρχική μισθώτρια την 12.5,2023 έναντι
μισθωμάτων, ο οποίος, κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο
(ΧΙΠ α) αποτελεί νόμιμη ένσταση μερικής εξόφλησης και όχι συμψηφισμού, καθότι
εκτίθεται ότι έχει λάβει χώρα εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, η οποία
παραδεκτά, κατά τη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (VI β), προβάλλεται από
την αποκτώσα εταιρεία, από το ίδιο υλικό αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα της
υπό στοιχείο (β) ένδικης αγωγής είχε λάβει από την αρχική μισθώτρια δια του .
., αυτού ενεργούντος ως πληρεξουσίου και αντικλήτου
της (πρώτης ενάγουσας), ποσό 15.000 ευρώ ως προκαταβολή έναντι των επόμενων 15
μηνιαίων μισθωμάτων του επιδίκου μισθίου, όπως τούτο
σαφώς προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα της
υπό στοιχείο (I) έφεσης σε ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο «απόδειξη είσπραξης
προκαταβολής μισθωμάτων «Ξενοδοχείο ...» », με αριθμό σχετικού (29) αναφερόμενο
στη σελ. 26 των προτάσεων της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, παρότι αυτή δεν
αναφέρεται ειδικά είτε με αυτόν τον αριθμό σχετικού είτε και με άλλον και στον
«κατάλογο προσαγομένων εγγράφων» της ιδίας εκκαλούσας, που διαλαμβάνεται στις
σελ. 42 - 44 των ως άνω προτάσεων της, απορριπτομένης
ως ουσιαστικά αβάσιμης της εκ διαμέτρου αντίθετης κατάθεσης του μάρτυρα
απόδειξης και θείου του ανωτέρω πληρεξουσίου, ενώπιον του ακροατηρίου του
πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα, στην οποία
διαλαμβάνεται ότι ο ανωτέρω είχε λάβει δάνειο και ότι το συγκεκριμένο έγγραφο
δόθηκε από τον ίδιο ως εξασφάλιση, η οποία δεν κρίνεται πειστική.
Στην προκειμένη δε περίπτωση, επίσης, σύμφωνα
με τα εκτιθέμενα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (ΧΠ1 β) και το
εν λόγω ποσό πρέπει να καταλογισθεί στο σύνολό του στα παλαιότερα χρονικά χρέη,
τα οποία αποδείχθηκε εν προκειμένω ότι είναι αφενός το υπόλοιπο της αναλογίας
μισθώματος Μαΐου 2023 και αφετέρου μέρος της αναλογίας μισθώματος Ιουνίου και
τούτο λόγω του ότι η ως άνω αρχική μίσθωση λύθηκε, κατά τα ανωτέρω, πριν την
πάροδο του προβλεπομένου στην ως άνω «απόδειξη»
χρονικού διαστήματος 15 μηνών, μη υπάρχουσας δε έτερης
συμφωνίας μεταξύ δανείστριας οφειλέτριας
διαλαμβάνουσας και τη σχετική περίπτωση, ούτε και διάφορου τρόπου καταλογισμού
από την οφειλέτρια. Συνεπώς, καθώς καταβλήθηκε με
τους παραπάνω τρόπους για την ως άνω αιτία από την αρχική μισθώτρια στην πρώτη
ενάγουσα της υπό στοιχείο (β) αγαθής το συνολικό ποσό των 29.504 ευρώ (14.504 +
15.000), αυτό καταλογίζεται στην αναλογία μισθώματος Μαΐου 2023 εκ ποσού
16.496,10 ευρώ, το οποίο έτσι εξοφλήθηκε πλήρως και εξακολουθεί να οφείλεται
από την αρχική μισθώτρια στην πρώτη ενάγουσα αφενός για το μήνα Ιούνιο του
έτους 2023, υπόλοιπο αναλογίας μισθώματος 3.488,20 € ([29.504 συνολική καταβολή
- 16.496,10 αναλογία μισθώματος Μαΐου 2023 = 13.007,90 υπόλοιπο καταβολής καταλογιζόμενο στον Ιούνιο του 2023] και [16.496,10
αναλογία μισθώματος Ιουνίου 2023 - 13.007,90 = 3.488,20), ενώ περαιτέρω, για
τους μήνες 7ο, 8°, 9°, 10ο και 1/2 του 11ου του 2023 [από 1.11.2023 έως
15.11.2023 οπότε και λύθηκε η αρχική επίδικη μισθωτική σύμβαση] οφείλονται
αναλογίες μισθωμάτων συνολικού ποσού 74.232,45 € (16.496,10 ευρώ αναλογία
μηνιαίου μισθώματος για έκαστο των παραπάνω μηνών χ 4 και Ά μήνες) και συνολικά
από την ως άνω αιτία ποσό 77.720,65€ (3.488,20 + 74.232,45). Επίσης η δεύτερη
εναγόμενη δεν έχει καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα, κατά τα ανωτέρω, αναλογίες
μισθωμάτων για το χρονικό διάστημα από 1.1.2024 μέχρι την 31.5.2024, ήτοι για 5
μήνες, οφειλομένου ως εκ τούτου από την εν λόγω αιτία
συνολικού ποσού 45.325€ (9.065 ευρώ αναλογία μηνιαίου μισθώματος για έκαστο των
παραπάνω μηνών x 5 μήνες). Συνεπώς, η δεύτερη εναγόμενη οφείλει στην πρώτη
ενάγουσα εκ των ανωτέρω το συνολικό ποσό των 123.045,65 ευρώ (77.720,65 +
45.325), ενώ σημειωτέον ότι η τελευταία έχει προβει σε δηλώσεις στην ΑΑΔΕ για ανείσπρακτα εισοδήματα από
εκμίσθωση για το έτος 2023 ποσών 111.458,24 και 1.910,71 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο στην
προκειμένη περίπτωση αναγνώρισε ότι η δεύτερη εναγομένη
οφείλει οπό την ανωτέρω αιτία στην πρώτη ενάγουσα μεγαλύτερο από το ανωτέρω,
συνολικό ποσό, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, για το λόγο δε αυτό,
καθώς έχει ήδη εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει να κρατηθεί και ως
προς τούτο η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και γενομένης δεκτής ως εν μέρει
βάσιμης και κατ’ ουσίαν της περιεχόμενης στο δεύτερο
λόγο της υπό στοιχείο (1) έφεσης ως προς το προαναφερθέν σχετικό σκέλος αυτού,
το οποίο επιγράφεται «6. Η ένστασή μας για συμψηφισμό» (σελ. 15 - 17), ένστασης
της εκκαλούσας της εν λόγω έφεσης - δεύτερης εναγόμενης της υπό στοιχείο (β)
ένδικης αγωγής, περί μερικής εξόφλησης - όπως στην πραγματικότητα αφορά ο
συγκεκριμένος ισχυρισμός, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα - του οφειλομένου,
εκ των ανωτέρω αιτιών, ποσού, όπως αντίστοιχα γενομένου δεκτού ως κατ’ ουσίαν βασίμου του συγκεκριμένου
σκέλους του δευτέρου λόγου της εν λόγω υπό στοιχείο (I) έφεσης, πρέπει να αναγνωρισθεί
ότι η δεύτερη εναγόμενη νέα μισθώτρια εταιρία οφείλει το προαναφερθέν ποσό από
την παραπάνω αιτία της μη καταβολής αναλογιών μισθωμάτων για τα ως άνω χρονικά
διαστήματα Επίσης, αποδείχθηκε όπ ως προς τη δεύτερη
ελ-άγουσα της υπό στοιχείο (β) ένδικης αγωγής, η πρώτη εναγόμενη της ίδιας
αγωγής αρχική μισθώτρια εταιρεία, δεν έχει καταβάλει αναλογίες μισθωμάτων για
το επίδικο μίσθιο και δη υπόλοιπο μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2023, καθώς από
την αναλογία μισθώματος too εν λόγω μήνα πρέπει να
αφαιρεθεί ποσό 34,29 €, το οποίο η δεύτερη ενάγουσα συνομολογεί ότι της έχει
καταβληθεί και το οποίο από το ίδιο υλικό αποδείχθηκε ότι αποτελεί υπόλοιπο από
καταβολές συνολικού ποσού 7.104 ευρώ της αρχικής μισθώτριας, οι οποίες
καταλογίσθηκαν σε προηγούμενες οφειλές της εν λόγω μισθώτριας για τους μήνες 6ο
έως και 8ο του 2023 [7.104 - (2.356,57 € συμβατικά οφειλόμενη αναλογία
μισθώματος στη δεύτερη ενάγουσα για τους ως άνω μήνες x 3 μήνες = 34,29 €)],
απομένοντος του ως άνω υπολοίπου, που καταλογίζεται στο μήνα Σεπτέμβριο και απορριπτομένου ως εκ τούτου ως ουσιαστικά αβασίμου του
ισχυρισμού της εκκαλούσας της υπό στοιχείο (I) έφεσης, που επαναφέρεται με το
δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσής της, ως προς το σχετικό σκέλος αυτού, το
οποίο επιγράφεται «3. Επί του 3ου λόγου - Άρνηση Απαιτήσεων της Αντιδίκου»
(σελ. 19 - 20) και το οποίο αφορά τους περιεχόμενους στη σχετική ένδικη ανακοπή
κατά της υπ’ αριθ. .../2023 διαταγής πληρωμής, ισχυρισμούς, όπως απορριπτομένου ως κατ’ ουσίαν
αβασίμου και του ισχυρισμού της ιδίας ως άνω εκκαλούσας, που επαναφέρεται με το
αυτό σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου της υπό στοιχείο (I) έφεσης, όπου εκτίθεται
ότι βάσει της υπ’ αριθ. 452/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το
μηνιαίο οφειλόμενο μίσθωμα στη δικαιοπάροχο της δεύτερης εφεσίβλητης της υπό
στοιχείο (I) έφεσης ανήλθε στο ποσό των 325 ευρώ πλέον χαρτοσήμου και, συνεπώς,
αυτό μόνο δικαιούχο και η ως άνω εφεσίβλητη - δεύτερη ενάγουσα και τούτο διότι
από την επισκόπηση του διατακτικού της εν λόγω απόφασης αδιαστίκτως
προκύπτει ότι η διαλαμβανόμενη στη σχετική δικαστική απόφαση αναπροσαρμογή
μισθώματος, αφορά μεν τη δικαιοπάροχο της δεύτερης ενάγουσας, πλην όμος, αποκλειστικά για «το χρονικό διάστημα από 7-2-2017
έως 31-1-2019» και όχι έτερο. Επομένως, τα σχετικά τμήματα του ως άνω σκέλους
του δευτέρου λόγου της υπό στοιχείο (I) έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως
ουσιαστικά αβάσιμα, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε σιωπηρά
αυτά, όπως εκτιμάται για την ίδια αιτία, ορθά, κατ' απότομα ας απόδειξης
εκτίμησε, συμπληρουμένης της σχετικής αιτιολογίας της
πρωτοβάθμιας απόφασης, με αυτή της παρούσας κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ.
Ενόψει των ανωτέρω, συνεχίζει να οφείλεται στη δεύτερη ενάγουσα από την
παραπάνω αιτία: α) για το μήνα Σεπτέμβριο του 2023 το ποοο
των 2322,28 6.(2.356,57 6, συμβατικά οφειλόμενη αναλογία μισθώματος στη δεύτερη
ενάγουσα για τον ως άνω μήνα - 34,29 €, ανωτέρω υπόλοιπο καταβληθέντων ποσών),
β) για το μήνα Οκτώβριο του 2023 το ποσό των 2356,57 € και γ) για το 1/2 του
μήνα Νοεμβρίου τον 2023 [από 1.11.2023 έως και 15.11.2023 οπότε λύθηκε κατά τα
ανωτέρω, η αρχική μισθωτική σύμβαση] το ποσό των 1.178,28 € (2.356,57 €
συμβατικά οφειλόμενη αναλογία μισθώματος για τον ως άνω μήνα χ 14 μηνάς) και
συνολικά από την ως άνω αιτία 5.857J3 6 (2.32228 +2.356,57 + 1.17828)
Εξάλλου, από το ίδιο υλικό αποδείχθηκε ότι
αναφορικά με τους μήνες Γ έως και 5” του 2024, για τους οποίους η αναλογία
μηνιαίου μισθώματος τον επιδίκου για τη δεύτερη ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των
1.295 6, αυτό έχει καταβληθεί προσηκόντως από τη δεύτερη εναγομένη
(βλ. τις προσκομιζόμενες από την εν λόγω εναγομένη
εκτυπώσεις από τον τραπεζικό λογαριασμό της ιδίας στην Τράπεζα Πειραιώς: ί) με
κωδικό συναλλαγής … προς το λογαριασμό … (.. ΕΠΕ) ποσού 1.295 ευρώ με
αιτιολογία «ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΕΝΟΙΚΙΟΥ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2024 . ΠΑΓΚΡΑΤΙ Ε.Ε.»), ii) με κωδικό συναλλαγής … προς το λογαριασμό … (.. ΕΠΕ)
ποσού 1.295 ευρώ με αιτιολογία «ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΕΝΟΙΚΙΟΥ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2024 ΑΗ ΠΑΓΚΡΑΤΙ
Ε.Ε.»), Hi) με κωδικό συναλλαγής … προς το λογαριασμό
… (.. ΕΠΕ) ποσού 1.295 ευρώ με αιτιολογία «ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΕΝΟΙΚΙΟΥ ΜΑΡΤΙΟΥ 2024 .
ΠΑΓΚΡΑΤΙ ΕΕ»), iv) με κωδικό συναλλαγής … προς το
λογαριασμό … (… ΕΠΕ) ποσού 1.295 ευρώ με αιτωλογία
«ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΕΝΟΙΚΙΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2024 . ΠΑΓΚΡΑΤΙ Ε.Ε») και ν) με κωδικό συναλλαγής …
προς το λογαριασμό … (.. ΕΠΕ) ποσού 1.295 ευρώ με αιτωλογία
«ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΕΝΟΙΚΙΟΥ ΜΑΪΟΥ 2024 . ΠΑΓΚΡΑΤΙ Ε.Ε.») οι οποίες δεν αμφισβητούνται
ειδικότερα από τη δεύτερη ενάγουσα εκ τον οποίον κρίνεται ότι συνομολογούν™. Το
πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση αναγνώρισε ότι η
δεύτερη εναγομένη οφείλει από την ανωτέρω αιτία στη
δεύτερη ενάγουσα μεγαλύτερο από το ανωτέρω, συνολικό ποσό, έσφαλε ως προς την
εκτίμηση των αποδείξεων, για το λόγο δε αυτό, καθώς έχει ήδη εξαφανισθεί η
εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει να κρατηθεί και ως προς τούτο η υπόθεση από το
παρόν Δικαστήριο και γενομένης δεκτής ως εν μέρει βάσιμης και κατ' ουσίαν της περιεχόμενης στο δεύτερο λόγο της υπό στοιχείο
(I) έφεσης ως προς το προαναφερθέν σχετικό σκέλος αυτού, το οποίο επιγράφεται
«3. Επί του 3ου λόγου - Άρνηση Απαιτήσεων της Αντιδίκου» (σελ. 19 - 20),
ένστασης της εκκαλούσας της εν λόγω έφεσης - δεύτερης εναγόμενης της υπό
στοιχείο (β) ένδικης αγωγής, περί μερικής εξόφλησης - όπως στην πραγματικότητα
αφορά ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, κατά τα ως όνοι αποδειχθέντα - του οφειλομένου, εκ των ανωτέρω αιτιών, ποσού, όπως αντίστοιχα
γενομένου δεκτού ως κατ’ ουσίαν βάσιμου του
συγκεκριμένου σκέλους της εν λόγω έφεσης, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη
εναγόμενη νέα μισθώτρια εταιρίας οφείλει το προαναφερθέν ποσό από την παραπάνω
αιτία της μη καταβολής αναλογιών μισθωμάτων για τα ως άνω χρονικά διαστήματα.
Περαιτέρω και αναφορικά με τα αγωγικά αιτήματα της υπό στοιχείο (β) ένδικης αγωγής για
αναπροσαρμογές εγγυήσεων λεκτέα τα εξής: Από το ίδιο
υλικό αποδείχθηκε ότι στο άρθρο (2γ) της αρχικής από 18.7.2007 επίδικης
σύμβασης μίσθωσης ρητά διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «Επιπλέον η μισθώτρια
υπόσχεται και συμφωνεί να καταβάλλει στους συνεκμισθωτές,
αναλόγως του ποσοστού συνιδιοκτησίας του καθενός, ως εγγύηση, για την πιστή
τήρηση όλων των όρων, που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με την παρούσα μίσθωση,
τέσσερα (4) μισθώματος ήτοι 84.984 ευρώ, ατόκως, και η οποία εγγύηση σε καμία
περίπτωση δεν μπορεί να συμψηφιστεί με οφειλόμενα τυχόν μισθώματα, από τη
μισθώτρια εταιρεία. Η εγγύηση αυτή, συνολικού ποσού 84.984 ευρώ σήμερα, θα
αναπροσαρμόζεται και αυτή, αναλόγως κατ’ έτος, ούτως ώστε να αντιστοιχεί καθ’
όλη τη διάρκεια της μισθώσεως, σε τέσσερα (4) μηναία μισθώματα και συμφωνείται
να καταβληθεί στους συνεκμισθωτές αναλόγως, από τη
μισθώτρια εταιρία (...)». Επίσης, αναφορικά με τη νέα από 15.12.2023 μισθωτική
σύμβαση, στο άρθρο 4 παρ. 2 αυτής ορίζεται ότι «Από το δεύτερο μισθωτικό έτος
(01.01.2025 - 31.12.2025) και εφεξής κάθε επόμενο μισθωτικό έτος το συνολικό
μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται σε ποσοστό 1% του συνολικού μηνιαίου μισθώματος του
αμέσως προηγουμένου μισθωτικού έτους», ενώ στο άρθρο 5 με τίτλο «Εγγύηση»,
ουδόλως περιέχεται αναφορά σε αναπροσαρμογή εγγύησης, κατά τα πρότυπα του ως
άνω άρθρου της αρχικής μισθωτικής σύμβασης.
Ενόψει δε των ανωτέρω συμβατικών όρων της
νέας ως άνω από 15.12.2023 σύμβασης, τα σχετικά αιτήματα αμφοτέρων των
εναγουσών της υπό στοιχείο (β) ένδικης αγωγής για καταβολή οφειλόμενων
αναπροσαρμογών εγγυήσεων για το έτος 2024, κρίνονται απορριπτέα ως ουσιαστικά
αβάσιμα και τούτο διότι ρητά ορίζεται ως έναρξη του «δεύτερου» μισθωτικού έτους
η 1.1.2025, με αποτέλεσμα το έτος 2024 στο σύνολό του να αποτελεί αντίστοιχα το
πρώτο μισθωτικό έτος, για το οποίο δεν οφείλεται, σε κάθε περίπτωση,
αναπροσαρμογή εγγύησης και τούτο ανεξαρτήτως της μη ύπαρξης ρητής πρόβλεψης
περί της εν λόγω αναπροσαρμογής εγγύησης, η εξέταση της οποίας παρέλκει ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων.
Περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό
αποδείχθηκε ότι η αρχική μισθώτρια δεν έχει καταβάλει τις προβλεπόμενες
ετησίως, κατά την 1” ήμερα έκαστου ημερολογιακού
έτους, καθώς δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη περί μισθωτικού έτους, στον ως άνω υπ’
αριθ. 2γ' συμβατικό όρο της αρχικής επίδικης από 18.7.20027 σύμβασης μίσθωσης
αναπροσαρμογές εγγυήσεως που ορίστηκε σε τέσσερα (4) μισθώματα. Έτσι για έκαστη των εναγουσών ή/και των δικαιοπαρόχων
τους τα σχετικά χρηματικά ποσά από την ανωτέρω αιτία, για τα οποία, επίσης υφίσταται
παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ της πρώτης και
της δεύτερης των εναγόμενων, λόγω της ανωτέρω αποδειχθείσας μεταβίβασης της
επίδικης επιχείρησης ξενοδοχείου από την πρώτη στη δεύτερη των εναγόμενων,
διαμορφώνονται κατά τα κάτωθι ειδικότερα εκτιθέμενα, λαμβανομένου υπόψη ότι για
έκαστη των εναγουσών υπήρξαν οι προαναφερθείσες
τροποποιητικές συμβάσεις αναπροσαρμογής αναλογιών μισθωμάτων είτε των ιδίων
είτε των δικαιοπαρόχων τους βάσει των οποίων: για την πρώτη ενάγουσα: α) για τα έτη 2008 -
2013 δεν προκύπτει τροποποιητικη σύμβαση, β) για τα
έτη 2014 και 2015 βάσει του από 15.4.2024 τροποποιητικού συμφωνητικού προκύπτει
ότι η αναλογία μηνιαίου μισθώματος ανήλθε στο συνολικό ποσό των 7.470,55 ευρώ
πλέον τέλους χαρτοσήμου (2.089,48 ευρώ για τον απώτερο δικαιοπάροχό της . . +
5.381,07 ευρώ για τη δικαιοπάροχό της . .), γ) για το έτος 2016 δεν προκύπτει τροποποιητικη σύμβαση, δ) για τα έτη 2017,2018,2019,2020
προκύπτει οτι η αναλογία μηνιαίου μισθώματος ανήλθε
στο ποσό των 4.000, πλέον χαρτοσήμου €, δ) για το έτος 2021 προκύπτει ότι η
αναλογία μηνιαίου μισθώματος ανήλθε στο ποσο των
8.000 ευρώ πλέον χαρτοσήμου, ε) για το έτος 2022 προκύπτει ότι η αναλογία
μηνιαίου μισθώματος ανήλθε στο ποσό των 2.000 € πλέον χαρτοσήμου, καθώς βάσει
του σχετικού από 3.11.2021 τροποποιητικού συμφωνητικού, αυτό αφορά το διάστημα
από 1.11.2021 έως 1.5.2022 και, συνεπώς, η αντίστοιχη οφειλόμενη την 1.1.2022
αναπροσαρμογή εγγύησης υπολογίζεται επί της οφειλόμενης τη συγκεκριμένη
ημερομηνία αναλογίας μισθώματος και στ) για το έτος
2023 προκύπτει ότι η αναλογία μηνιαίου μισθώματος ανήλθε στο ποσό των 2.000 €
πλέον χαρτοσήμου, καθώς βάσει του σχετικού από 3.11.2021 τροποποιητικού
συμφωνητικού, αυτό αφορά το διάστημα από 1.Ϊ 1.2022 έως 1.5.2023 και, συνεπώς,
η αντίστοιχη οφειλόμενη την 1.1.2023 αναπροσαρμογή εγγύησης υπολογίζεται επί
της οφειλόμενης τη συγκεκριμένη ημερομηνία αναλογίας μισθώματος και ii) για τη δεύτερη ενάγουσα αναφορικά με τη δικαιοπάροχό
της εταιρεία με την επωνυμία «... ΚΕΑΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Α.Ε.»: α) για τα έτη 2008 - 2011 δεν προκύπτει τροποποιητική σύμβαση, β) για τα
έτη 2012,2013 και 2014 προκύπτει ότι η αναλογία μηνιαίου μισθώματος ανήλθε στο
ποσό 1.123,66 ευρώ μηνιαίως, γ) για τα έτη 2015, 2016 προκύπτει ότι η αναλογία
μηνιαίου μισθώματος ανήλθε στο ποσό των 1.179,53 ευρώ μηνιαίως, δ) για το έτος
2017 προκύπτει ότι η αναλογία μηνιαίου μισθώματος ανήλθε στο ποσό των 1.300,77
€ μηνιαίως, ε) για το έτος 2018 προκύπτει ότι η αναλογία μηνιαίου μισθώματος
ανήλθε στο ποσό 1.365,81 € μηνιαίως, στ) για το έτος
2019, 2020, 2021 προκύπτει ότι η αναλογία μηνιαίου μισθώματος ανήλθε στο ποσό
των 1.434,00 €, ζ) για το έτος 2022 στο ποσό των 1.255,58, η) για το έτος 2023
δεν προκύπτει τροποποιητική σύμβαση. Ακολούθως: Α. Για την πρώτη ενάγουσα: 1)
για το έτος 2007 η αναλογία επί της οφειλόμενης εγγύησης για το ποσοστό 35% της
πρώτης ενάγουσας ως συνεκμισθώτριας του επιδίκου μισθίου ανήλθε στο ποσό των 29.744,40 € (7.436,10 €
αναλογία μισθώματος x 4 μισθώματα), 2) για το έτος 2008 η διαφορά αναλογίας επί
της αναπροσαρμογής εγγύησης ανήλθε στο ποσό των 1.487,20 € [(7.807,90 αναλογία
μισθώματος x 4 μισθώματα = 31.231,60€) - 29.744,40 € ], 3) για το έτος 2009 η
διαφορά αναλογίας επί της αναπροσαρμογής εγγύησης ανήλθε στο ποσό των 1.561,60
€ [(8.198,30 χ 4 = 32.793,20 €) - 31.231,6 €[, 4) για το έτος 2010 η διαφορά
αναλογίας επί της αναπροσαρμογής εγγύησης ανήλθε στο ποσό των 1.639,64 €
[(8.608,21 χ 4 =34.432,84 €) -32.793,20 €], 5) για το έτος 2011 η διαφορά
αναλογίας επί της αναπροσαρμογής εγγύησης ανήλθε στο ποσό των 1.721,64 €
[(9.038,62 χ 4 =36.154,48 €) - 34.432,84 Q, 6) για το έτος 2012 η διαφορά
αναλογίας επί της αναπροσαρμογής εγγύησης ανήλθε στο ποσό των 1.807,72 €
[(9.490,55 χ 4 = 37.962,20 €) - 36.154,48 €], 7) για το έτος 2013 η διαφορά
αναλογίας επί της αναπροσαρμογής εγγύησης ανήλθε στο ποσό των 1.898,12 €
[(9.965,08 χ 4 = 39.860,32 €) - 37.962,20 €], 8) για τα έτη 2014 και 2015 δεν
προκύπτει διαφορά αναλογίας επί της αναπροσαρμογής εγγύησης, καθώς το ποσό των
7.470,55 € στο οποίο ποσό ανήλθε η αναλογία μισθώματος βάσει του σχετικού ως
άνω τροποποιητικού συμφωνητικού χ 4 μισθώματα = 29.882,20 €, είναι μικρότερο
από την προηγούμενη αναπροσαρμοσθείσα εγγύηση για το
έτος 2013, ποσού 39.860,32 €, 9) για το έτος 2016 η διαφορά αναλογίας επί της
αναπροσαρμογής εγγύησης ανήλθε στο ποσό των 6.283 € [(ί 1.535,83 χ 4 = 46143,32
€) - 39.860,32 € ποσό τελευταίας αναπροσαρμογής εγγύησης], 10) για τα έτη 2017
-2023 δεν προκύπτει διαφορά αναλογίας επί της αναπροσαρμογής εγγύησης, καθώς:
α) το ποσό των 4.000 ευρώ, στο οποίο ποσό ανήλθε η αναλογία μισθώματος βάσει
του σχετικού ως άνω τροποποιητικού συμφωνητικού για τα έτη 2017, 2018, 2019,
2020, β) το ποσό των 8.000 ευρώ, στο οποίο ποσό ανήλθε η αναλογία μισθώματος
για το έτος 2021 και γ) το ποσό των 2.000 ευρώ, στο οποίο ποσό ανήλθε η
αναλογία μισθώματος βάσει του σχετικού ως άνω τροποποιητικού συμφωνητικού για
τα έτη 2022 και 2023, x 4 μισθώματα = 16.000, 32.000 και 8.000 € αντίστοιχα,
είναι μικρότερα από τη τελευταία αναπροσαρμοσθείσα
εγγύηση για το έτος 2016, ποσού 46.143,32 €.
Από τις ανωτέρω αναπροσαρμογές επί της
εγγύησης έχει καταβληθεί το συνολικό ποσό των 39.744,00 €, όπως τούτο συνομολογείται από την πρώτη ενάγουσα και ως εκ τούτου,
απομένει οφειλή από την παραπάνω αιτία εκ ποσού 6.399,32 ευρώ [(29.744,40 +
1.487,20 + 1.561,60 + 1.639,64 + 1.721,64 + 1.807,72 + L898J2 + 6.283 -
46.143,32) - 39.744]. Η εν λόγω οφειλή, καθόσον το ανωτέρω ποσό των 39.744 ευρώ
καταλογίζεται στα παλαιότερα χρέη, αφορά μερικότερο ποσό 116,32 ευρώ, με το
νόμιμο τόκο από 1.1.2013 (6.399,32 - 6.283 = 116,32) και μερικότερο ποσό 6.283
ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1.1.2016. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο στην
προκειμένη περίπτωση αναγνώρισε ότι η δεύτερη εναγομένη
οφείλει από την ανωτέρω αιτία στην πρώτη ενάγουσα μεγαλύτερο από το ανωτέρω,
συνολικό ποσό, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, για το λόγο δε αυτό,
καθώς έχει ήδη εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει να κρατηθεί και ως
προς τούτο η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και γενομένης δεκτής ως εν μέρει
βάσιμης και κατ’ ουσίαν της περιεχόμενης στο δεύτερο
λόγο της υπό στοιχείο (I) έφεσης ως προς το προαναφερθέν σχετικό σκέλος αυτού,
το οποίο επιγράφεται «6. Η ένστασή μας για συμψηφισμό» (σελ. 15 - 17), ένστασης
της εκκαλούσας της εν λόγω έφεσης - δεύτερης εναγομένης
της υπό στοιχείο (β) ένδικης αγωγής περί μερικής εξόφλησης - όπως στην
πραγματικότητα αφορά ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα -
του οφειλομένου, εκ των ανωτέρω αιτιών, ποσού, όπως
αντίστοιχα γενομένου δεκτού ως κατ’ ουσίαν βάσιμου
του συγκεκριμένου σκέλους του δευτέρου λόγο» της εν λόγω υπό στοιχείο (I)
έφεσης, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγόμενη νέα μισθώτρια εταιρία
οφείλει το προαναφερθέν ποσό από την παραπάνω αιτία της μη καταβολής αναλογιών
μισθωμάτων για τα ως άνω χρονικά διαστήματα.
Περαιτέρω, Β. Για τη δεύτερη ενάγουσα: 1) για
το έτος 2007 η αναλογία επί της οφειλόμενης εγγύησης για το ποσοστό 5% της
δεύτερης ενάγουσας ως συνεκμισθώτριας του επιδίκου μισθίου ανήλθε στο ποσό των 4.249,20 € (1.062,30 € αναλογία
μισθώματος x 4 μισθώματα), η οποία αποδείχθηκε ότι δεν εισπράχθηκε από τη
δικαιοπάροχό της, 2) για το έτος 2008 η διαφορά αναλογίας επί της
αναπροσαρμογής εγγύησης ανήλθε στο ποσό των 212,44 € [(1115,41 αναλογία
μισθώματος x 4 μισθώματα = 4.461,64 €) - 4.249,20 €], 3) για το έτος 2009 η
διαφορά αναλογίας επί της αναπροσαρμογής εγγύησης ανήλθε στο ποσό των 223,08 €
[(1.171,18 χ 4 = 4.684,72 €) - 4.461,64 €], 4) για το έτος 2010 η διαφορά
αναλογίας επί της αναπροσαρμογής εγγύησης ανήλθε στο ποσό των 234,24 €
[(1.229,74 χ 4 = 4.918,96 €) -4.684,72 €[, 5) για το έτος 20 Π η διαφορά
αναλογίας επί της αναπροσαρμογής εγγύησης ανήλθε στο ποσό των 245,96 €
[(1.291,23 χ 4 = 5.164,92 €) - 4.918,96 €], 6) για τα έτη 2012 -2016 δεν
προκύπτει διαφορά αναλογίας επί της αναπροσαρμογής εγγύησης, καθώς: α) το ποσό
των 1.123,66 ευρό), στο οποίο ποσό ανήλθε η αναλογία
μισθώματος βάσει του σχετικού ως άνω τροποποιητικού συμφωνητικού για τα έτη
2012, 2013, 2014 και β) το ποσό των 1.179,53 ευρώ, στο οποίο ποσό ανήλθε η
αναλογία μισθώματος για τα έτη 2015, 2016, χ 4 μισθώματα = 4.494,64 και
4.718,12 € αντίστοιχα, είναι μικρότερα βοώ τη τελευταία αναπροσαρμοσθείσα
εγγύηση για το έτος 2011, ποσού 5.164,92 €, 7) για το έτος 2017 η διαφορά
αναλογίας επί της αναπροσαρμογής εγγύησης ανήλθε στο ποσό των 2.002,48 €
[(1.730,36 χ 4 = 6.921,44 €) - 4.918,96 €], 8) για τα έτη 2018 -2022 δεν
προκύπτει διαφορά αναλογίας επί της αναπροσαρμογής εγγύησης, καθώς: α) το ποσό
των 1.365,81 ευρώ), στο οποίο ποσό ανήλθε η αναλογία μισθώματος βάσει του
σχετικού ως άνω τροποποιητικού συμφωνητικού για το έτος 2018, β) το ποσό των
1.434,00 ευρώ, στο οποίο ποσό ανήλθε η αναλογία μισθώματος για τα έτη 2019,
2020, 2021 και γ) το ποσό των 1.255,58 ευρώ, στο οποίο ποσό ανήλθε η αναλογία
μισθώματος βάσει του σχετικού ως άνω τροποποιητικού συμφωνητικού για το έτος
2022, χ 4 μισθώματα = 5.463,24, 5.736 και 5.022,32 € αντίστοιχα, είναι
μικρότερα «πο τη τελευταία αναπροσαρμοσθείσα
εγγύηση για το έτος 2017, ποσού 6.921,44 € και 9) για το έτος 2023 η διαφορά
αναλογίας επί της αναπροσαρμογής εγγύησης ανήλθε στο ποσό των 2177,28 €
[(2.274,68 x 4 = 9.098,72 €) - 6.921,44 €. Ως εκ τούτου η οφειλή από την
παραπάνω αιτία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 9 344 68 ευρώ (4.249,20 + 212,44
+ 223,08 + 234,24 + 245,96 + 2.002,48 +
2.177,28), πλην όμως, με την ένδικη αγωγή ζητείται το συνολικό ποσό των
9.098,72 ευρώ και το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος
κατ’ άρθρο 106 ΚΠολΔ, αφαιρουμένου
ως εκ τούτου του ποσού των 245,96 ευρώ (9.344,68 - 9.098,72), που «φορά
συγκεκριμένα το έτος 2011, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα. Το πρωτοβάθμιο
Δικαστήριο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση, κατ’ αποτέλεσμα αναγνώρισε ότι
η δεύτερη εναγομένη οφείλει από την ανωτέρω αιτία στη
δεύτερη ενάγουσα το ίδιο ως άνω ποσό ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, για το λόγο
δε αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος
ο περιεχόμενος στο δεύτερο λόγο της υπό στοιχείο (I) έφεσης ως προς το
προαναφερθέν σχετικό σκέλος αυτού, το οποίο επιγράφεται «3. Επί του 3W λόγου -
Άρνηση Απαιτήσεων της Αντιδίκου» (σελ. 19 - 20), ισχυρισμός της εκκαλούσας της
εν λόγω έφεσης, όπως αντίστοιχα να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό
σκέλος του συγκεκριμένου δευτέρου λόγου της υπό στοιχείο (I) έφεσης.
XVI. Κατά το προηγούμενο του νόμου 4055/2012
νομικό καθεστώς είχε πάγια νομολογηθεί, αναφορικά με
τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ (τόκοι υπερημερίας και επιδικίας), ότι:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 340, 345,346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδάφ. Α’, 221 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ
συνάγεται ότι, αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με
αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό,
δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά to άρθρ.
346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής
(ΑΠ 989/2007), αφού η αγωγή αυτή θεωρείται από τότε ότι δεν ασκήθηκε κατά to καταψηφιστικό αίτημά της, δεν
αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά
τις διατάξεις των άρθρ. 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο
σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί
όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ Ολομ.
23-24/2004, ΑΠ Ολομ. 13/1994, ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1520/2010
ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι “ο οφειλέτης χρηματικής
οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε
η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος”, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 Ν. 4055/2012,
που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012, κατά το οποίο: “Ο
οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους
τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος
(τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες
μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από
το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη
συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί
εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με
αίτημα του εναγόμενου το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις
περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο
υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου
επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης
που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής
πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες
ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί
ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης”.
Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το
ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η
άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία,
ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων,
πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί
εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως,
διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι’ αυτό και εδώ
ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την
οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται
επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτύξεις που ο εναγόμενος
ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής
ικανοποίησης (π.χ. ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ.
αιτιολογική έκθεση Ν. 4055/2012) (ΑΠ 1207/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ). Τέλος και αναφορικά με
τον τρίτο λόγο της υπό στοιχείο (I) έφεσης, όπως εκτιμάς περί του ότι η εκκαλούσα
δεν οφείλε τόκους υπερημερίας λόγω του ότι δεν υπήρξε
υπαίτια υπερήμερη για την καταβολή των μισθωμάτων από 1.1.2024 - 31.15.2024,
καθώς προσφέρθηκε να τα αποδώσει με την προϋπόθεση αποδοχής από την πρώτη
ενάγουσα ως ισχυρής της από 15.12.2023 σύμβασης διότι δεν αναγνώριζε την ίδια
(εκκαλούσα) ως μισθώτρια, ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως
απαράδεκτος και τούτο διότι το περιεχόμενο σ’ αυτόν, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω
στη νομική σκέψη υπό στοιχείο (XVI) εκ του άρθρου 346 ΑΚ, αίτημα με τους σ’
αυτό διαλαμβανόμενους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς ως προς την, κατόπιν
αιτήματος του εναγόμενου, κατ’ εξαίρεση δυνατότητα του δικαστηρίου, με εκτίμηση
των περιστάσεων να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο
υπερημερίας, το οποίο (αίτημα) προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του παρόντος
δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση του
δικογράφου των προτάσεων της εκκαλούσας - δεύτερης εναγόμενης της υπό στοιχείο
(β) αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απαραδέκτως
κατ’ αρθρ. 525 ΚΠολΔ
προβλήθηκε, κατά τα ανωτέρω, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, μη υφισταμένου
κάποιου εκ των λόγων του άρθρου 527 ΚΠολΔ για τη
βραδεία προβολή αυτού (αιτήματος).
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και καθόσον
δεν υφίσταται έτερος λόγος των κρινομένων εφέσεων
προς εξέταση, πρέπει να εξαφανισθεί εν συνόλω η εκκαλουμένη οριστική απόφαση
(ήτοι και κατά τα κεφάλαια αυτής τα οποία είτε δεν προσβλήθηκαν με ειδικό λόγο
εφέσεως είτε προσβλήθηκαν μεν, αλλά οι σχετικοί λόγοι και σκέλη εφέσεως
απορρίφθηκαν και τα οποία θα περιληφθούν αυτούσια στο διατακτικό της παρούσας),
διότι τούτο κρίνεται σκόπιμο για την ενότητα της εκτελέσεως (ΑΠ 1279/2004 ΕλλΔνη 46 141, ΕφΑθ 3620/2022 αδημ., ΕφΑθ 2666/2021, ΕφΠειρ 9/2021, ΕφΠειρ 90/2020, ΕφΑθ 476/2019 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ») και ί) η ένδικη υπό στοιχείο
(α) αγωγή (πρέπει) να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη μόνον ως προς το
προαναφερθέν αγωγικό αίτημα περί αναγνώρισης της
ακυρότητας της από 13.11.2023 καταγγελίας της από 18.7.2007 αρχικής μισθωτικής
σύμβασης και ο) η ένδικη ™ό στοιχείο (β) αγωγή (πρέπει) να γίνει εν μέρει δεκτή
ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι
υφίσταται παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ της
πρώτης και της δεύτερης των εναγόμενων, λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης
από την πρώτη στη δεύτερη των εναγόμενων, καθώς και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση
της δεύτερης των εναγόμενων να καταβάλει: α) στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό
ποσό των εκατόν είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων
σαράντα τεσσάρων ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (129.444,97 €) (123.045,65 +
6.399,32), που αναλύεται ως ακολούθως: Α) για αναλογίες μισθωμάτων του επιδίκου
μισθίου ακίνητου: Α1) για το χρονικό διάστημα από
1.6.2023 μέχρι την 15.11.2023, το συνολικό ποσό των εβδομήντα επτά χιλιάδων
επτακοσίων είκοσι ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (77.720,65 €), που αναλύεται ως
ακολούθως: 1) ποσό τριών χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και είκοσι
λεπτών (3.488,20 €) με το νόμιμο τόκο από 11.6.2023, 2) ποσό δέκα έξι χιλιάδων
τετρακοσίων ενενήντα ευρώ και δέκα λεπτών (16.496,10 €) με το νόμιμο τόκο από
11.7.2023, 3) ποσό δέκα έξι χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα ευρώ και δέκα λεπτών
(16.496,10 €) με το νόμιμο τόκο από 11.8.2023, 4) ποσό δέκα έξι χιλιάδων
τετρακοσίων ενενήντα ευρώ) και δέκα λεπτών (16.496,10 €) με το νόμιμο τόκο από
11.9.2023, 5) ποσό δέκα έξι χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα ευρώ και δέκα λεπτών
(16.496,10 €) με το νόμιμο τόκο από 11.10.2023, 6) ποσό οκτώ χιλιάδων διακοσίων
σαράντα οκτώ ευρώ και πέντε λεπτών (8.248,05 €) με το νόμιμο τόκο από
11.11.2023, Α2) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2024 μέχρι την 31.5.2024, το
συνολικό ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων τριακοσίων είκοσι πέντε ευρώ (45.325
€), που αναλύεται ως ακολούθως: 1) ποσό εννέα χιλιάδων εξήντα πέντε ευρώ (9.065
€) με το νόμιμο τόκο από 11.1.2024, 2) ποσό εννέα χιλιάδων εξήντα πέντε ευρώ
(9.065 €) με το νόμιμο τόκο από 11.2.2024, 3) ποσό εννέα χιλιάδων εξήντα πέντε
ευρώ (9.065 €) με το νόμιμο τόκο από 11.3.2024, 4) ποσό εννέα χιλιάδων εξήντα
πέντε ευρώ (9.065 €) με το νόμιμο τόκο από 11.4.2024, 5) ποσό εννέα χιλιάδων
εξήντα πέντε ευριά (9.065 €) με το νόμιμο τόκο από
11.5.2024, Β) για αναπροσαρμογές επί της εγγύησης το συνολικό ποσό των έξι
χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (6.399,32 €),
που αναλύεται ως ακολούθως: 1) ποσό εκατόν δέκα έξι
ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (116,32 €), με το νόμιμο τόκο από 1.1.2013 και 2)
ποσό έξι χιλιάδων διακοσίων ογδόντα τριών ευρώ (6.283 €), με το νόμιμο τόκο από
1.1.2016 και β) στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των δέκα τεσσάρων
χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (14.955,85 €)
(5.857,13 + 9.098,72), που αναλύεται ως ακολούθως: Α) για αναλογίες μισθωμάτων
του επιδίκου μισθίου ακινήτου για το χρονικό διάστημα
από 1.9.2023 μέχρι την 15.11.2023, το συνολικό ποσό των πέντε οκτακόσιων
πενήντα επτά ευρώ και δέκα τριών λεπτών (5.857,13 €), που αναλύεται ως
ακολούθως: 1) ποσό δύο χιλιάδων τριακοσίων είκοσι δύο ευρώ και είκοσι οκτώ
λεπτών (2.322,28 €), με το νόμιμο τόκο από 11.9.2023,2) ποσό δύο χιλιάδων
τριακοσίων πενήντα έξι ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (2.356,57 €) με το νόμιμο
τόκο από 11.10.2023 και 3) ποσό χιλίων εκατόν
εβδομήντα οκτώ ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (1.178,28 €) με το νόμιμο τόκο από
11.11.2023, Β) για αναπροσαρμογές επί της εγγύησης το συνολικό ποσό των εννέα
χιλιάδων ενενήντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (9.098,72 €), που
αναλύεται ως ακολούθως: 1) ποσό τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων σαράντα εννεα ευρώ και είκοσι λεπτών (4.249,20 €) με το νόμιμο τόκο
από 1.1.2007,2) ποσό διακοσίων δώδεκα ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (212,44
€) με το νόμιμο τόκο από 1.1 2008, 3) ποσό διακοσίων είκοσι τριών ευρώ και οκτώ
λεπτών (223,08 €) με το νόμιμο τόκο από 1.1.2009,4) ποσό διακοσίων τριάντα
τεσσάρων ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (234,24 €) με το νόμιμο τόκο από
1.1.2010,5) ποσό δύο χιλιάδων δύο ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (2.002,48 Q με
το νόμιμο τόκο από 1.1.2017,6) και ποσό δύο χιλιάδων εκατόν
εβδομήντα επτά ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (2.177,28 6) με το νόμιμο τόκο από
1.1.2023.
XVI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 179 του Κ,Πολ,Δικ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο
8 του ν. 4842/2021 με έναρξη ισχύος κατ’ άρθρο 120 εδ.
β ιδίου νόμου την 1.1.2022 «Το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή
ένα μέρος τους, μόνο όταν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή σε
συγγενείς εξ αίματος έως και τον δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα
δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να
συμψηφίσει ένα μέρος των εξόδων, εάν, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, υπήρχε
εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης.». Εφόσον το δικαστήριο της ουσίας
κρίνει ότι συντρέχει μία των προϋποθέσεων του ως άνω άρθρου, ο συμψηφισμός ή μη
των δικαστικών εξόδων ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του, η κρίση του δε αυτή
είναι ανέλεγκτη υπό του Αρείου Πάγου, καθότι ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών
γεγονότων (ΑΠ 338/2019, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 99/2019, ΑΠ 476/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ
1176/2014, ΑΠ 773/2009, ΑΠ 1533/2008, ΑΠ 433/ 2007 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 625/2020 αδημ., ΕφΠειρ 400/2019, ΕφΠειρ 39/2011
ΤΝΠ ΔΣΑ, Βαθρακοκοίλη Β. Ερμηνεία Κ.Πολ,Δ.
υπό άρθρο 179, παρ. 4 και 6 σελ. 1032).
Περαιτέρω, ιδιαίτερη δυσχέρεια στην εφαρμογή
του κανόνα δικαίου, συντρέχει σε περίπτωση διακύμανσης της νομολογίας, ή πλοκής
των νομικών θεμάτων, που συνάπτονται με την υπόθεση (πρβλ.
ΕΑ 5540/2006 ο.π.) και όχι στην ιδιάζουσα φύση της
διαφοράς που αφορά την ουσία της υπόθεσης. Ως ουσία της υπόθεσης νοείται κάθε
τι που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα
εάν αφορά ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα (ΑΠ 1306/1990 ΕλλΔνηΔνη
1992.311, ΤριμΕφΑΘ 5451/2023, 4743/2021, ΕφΠειρ 160/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Εφθεσ
1077/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Περαιτέρω, μετά την αποδοχή αμφοτέρων των κρτνόμενων εφέσεων, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης
αποφάσεως και την εν μέρει αποδοχή ως κατ’ ουσίαν
βάσιμων των ενδίκων αγωγών, κατά τα ανωτέρω, θα πρέπει η πρωτοβάθμια υπ’ αριθ.
723/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να εξαφανιστεί αναγκαίως και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων, που θα
καθορισθούν από την αρχή (ad hoc ΕφΠειρ 701/2012 ο.π., ΑΠ 748/1984 ΕλΔ 26, 642, ΕφΔωδ 305/2005 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 277/2005 ΔΕΕ 2005, 685, ΕφΠειρ
91/2004 ΠειρΝομ 2004, 160), δεδομένου ότι πλέον
απαιτείται καθορισμός της δικαστικής δαπάνης για αμφότερους τους βαθμούς
δικαιοδοσίας (άρθρα 183, 176, 178, 179 ΚΠολΔ.), στην
προκειμένη δε περίπτωση κρίνεται ότι συντρέχει λόγος συμψηφισμού των δικαστικών
εξόδων κατ’ άρθρο 179, 183 ΚΠολΔ, μεταξύ των διαδίκων
αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα
στη σχετική αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη υπό στοιχείο (XV), λόγω του» ιδιαιτέρως
δυσχερούς της ερμηνείας των διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν, όπως ειδικότερα ορίζεται
στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, τα παράβολα των εφέσεων, που κατέθεσαν οι
πληρεξούσιοι δικηγόροι των εκκαλούντων αμφοτέρων των εφέσεων, κατά την κατάθεση
αυτών, πρέπει να επιστραφούν σ’ αυτούς λόγω της αποδοχής των εφέσεών τους (βλ.
άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την
αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και την εκ νέου
αντικ. του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 35
παρ. 2 του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α 240/22.12.2016] λόγω του χρόνου κατάθεσης των
εφέσεων).
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕ1: 1) την από 13.7.2025 με αρ. κατ. ...2025 (αρ. προσδ. εφετείου ….2025) [ΠΙΝ .] και 2) την από
29.7.2025 με αρ. κατ.
...2025 (αρ. προσδ. εφετείου ...2025) [ΠΙΝ .],
εφέσεις, ερήμην των τρίτης, τετάρτου, πέμπτου, έκτης, εβδόμης και ογδόης των εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο (1) αμέσως ανωτέρω έφεσης και
ερήμην της πρώτης, έκτης και έβδομης των
εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο (2) αμέσως ανωτέρω
έφεσης, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τοπικά και κατ’ ουσία τις ως άνω
εφέσεις.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 723/2025
οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατά την ειδική
διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591,614 περ. 1 ΚΠολΔ).
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ επί της
ουσίας: α) την από 23.4.2024 με αρ. κατ. …/2024 αγωγή και β) την από 31.5.2024 με αρ. κατ. .../2024 αγωγή.
I. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 23.4.2024 με αρ. κατ. …/2024 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΠΤΕΙ ότι στο σκεπτικό κρίθηκε ως
απορριπτέο.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 13.11.2023
καταγγελίας από την πρώτη εναγόμενη της από 18.7.20027 σύμβασης μίσθωσης.
ΙΙ.ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 31.5.2024 με αρ. κατ. .../2024 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΠΤΕΙ ότι στο σκεπτικό κρίθηκε ως
απορριπτέο.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι υφίσταται παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης των
εναγόμενων, λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης από την πρώτη στην δεύτερη των
εναγόμενων.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης να καταβάλει: α) στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό
ποσό των εκατόν είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων
σαράντα τεσσάρων ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (129.444,97 €), που αναλύεται ως
ακολούθως: Α) για αναλογίες μισθωμάτων του επιδίκου μισθίου
ακινήτου: Α1) για το χρονικό διάστημα από 1.6.2023 μέχρι την 15.11.2023, το
συνολικό ποσό των εβδομήντα επτά χιλιάδων επτακοσίων είκοσι ευρώ και εξήντα
πέντε λεπτών (77.720,65 €), που αναλύεται ως ακολούθως: 1) ποσό τριών χιλιάδων
τετρακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και είκοσι λεπτών (3.488,20 €) με το νόμιμο τόκο
από 11.6.2023, 2) ποσό δέκα έξι χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα ευρώ και δέκα
λεπτών (16.496,10 €) με το νόμιμο τόκο από 11.7.2023, 3) ποσό δέκα έξι χιλιάδων
τετρακοσίων ενενήντα ευρώ και δέκα λεπτών (16.496,10 €) με το νόμιμο τόκο από
11.8.2023, 4) ποσό δέκα έξι χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα ευρώ και δέκα λεπτών
(16.496,10 €) με το νόμιμο τόκο από 11.9.2023, 5) ποσό δέκα έξι χιλιάδων
τετρακοσίων ενενήντα ευρώ και δέκα λεπτών (16.496,10 €) με το νόμιμο τόκο από
11.10.2023, 6) ποσό οκτώ χιλιάδων διακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ και πέντε λεπτών
(8.248,05 €) με το νόμιμο τόκο από 11.11.2023, Α2) για το χρονικό διάστημα από
1.1.2024 μέχρι την 31.5-2024, το συνολικό ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων
τριακοσίων είκοσι πέντε ευρώ (45.325 €), που αναλύεται ως ακολούθως: 1) ποσό
εννέα χιλιάδων εξήντα πέντε ευρώ (9.065 €) με το νόμιμο τόκο από 11.1.2024, 2)
ποσό εννέα χιλιάδων εξήντα πέντε ευρώ (9.065 €) με το νόμιμο τόκο από
11.2.2024, 3) ποσό εννέα χιλιάδων εξήντα πέντε ευρώ (9.065 €) με το νόμιμο τόκο
από 113.2024, 4) ποσό εννέα χιλιάδων εξήντα πέντε ευρώ (9.065 €) με το νόμιμο
τόκο από Η.4.2024, 5) ποσό εννέα χιλιάδων εξήντα πέντε ευρώ (9.065 €) με το
νόμιμο τόκο από 11.5.2024, Β) για αναπροσαρμογές επί της εγγύησης το συνολικό
ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και τριάντα δυο λεπτών
(6.399,32 €), που αναλύεται ως ακολούθως: 1) ποσό εκατόν
δέκα έξι ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (116,32 €), με το νόμιμο τόκο από 1.1.2013
και 2) ποσό έξι χιλιάδων διακοσίων ογδόντα τριών ευρώ (6.283 6), με το νόμιμο
τόκο από 1.1.2016 και β) στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των δέκα
τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών
(14.955,85 €), που αναλύεται ως ακολούθως: Α) για αναλογίες μισθωμάτων του
επιδίκου μισθίου ακινήτου για το χρονικό διάστημα από
1.9.2023 μέχρι την 15.11.2023, το συνολικό ποσό των πέντε οκτακόσιων πενήντα
επτά ευρώ και δέκα τριών λεπτών (5.857,13 €), που αναλύεται ως ακολούθως: 1)
ποσό δύο χιλιάδων τριακοσίων είκοσι δύο ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (2.322,28
€), με το νόμιμο τόκο από 11.9.2023,2) ποσό δύο χιλιάδων τριακοσίων πενήντα έξι
ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (2.356,57 €) με το νόμιμο τόκο από 11.10.2023 και
3) ποσό χιλίων εκατόν εβδομήντα οκτώ ευρώ και είκοσι
οκτώ λεπτών (1.178,28 €) με το νόμιμο τόκο από 11.11.2023, Β) για
αναπροσαρμογές επί της εγγύησης το συνολικό ποσό των εννέα χιλιάδων ενενήντα
οκτώ ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (9.098,72 €), που αναλύεται ως ακολούθως: 1)
ποσό τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και είκοσι λεπτών (4.249,20
€) με to νόμιμο τόκο από 1.1.2007,2) ποσό διακοσίων
δώδεκα ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (212,44 €) με το νόμιμο τόκο από
1.1.2008, 3) ποσό διακοσίων είκοσι τριών ευρώ και οκτώ λεπτών (223,08 €) με το
νόμιμο τόκο από 1.1.2009,4) ποσό διακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι
τεσσάρων λεπτών (234,24 €) με το νόμιμο τόκο από 1.1.2010, 5) ποσό δύο χιλιάδων
δύο ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (2.002,48 €) με το νόμιμο τόκο από 1.1.2017, 6)
και ποσό δύο χιλιάδων εκατόν εβδομήντα επτά ευρώ και
είκοσι οκτώ λεπτών (2.177,28 €) με το νόμιμο τόκο από 1.1.2023.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη
αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή των κατατεθέντων
παραβολών εφέσεων υπέρ Δημοσίου στους εκκαλούντες: 1) της από 13.7.2025 με αρ. κατ. ...2025 (αρ. προσδ. εφετείου ...2025) [ΠΙΝ .] και 2] της από
29.7.2025 με αρ. κατ.
...2025 (αρ. προσδ. εφετείου ...2025) [ΠΙΝ .],
εφέσεων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, και αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε
έκτακτη και δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις
24-02-2026, χωρίς να πορίζονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ