ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΕφΑθ 4108/2026

 

Ζήτημα επιλογής δημοτικού σχολείου για το ανήλικο τέκνο ανάμεσα στο ελληνόφωνο δημόσιο σχολείο ή στο αγγλόφωνο ιδιωτικό σχολείο - Διαφωνία γονέων ως προς την επιλογή σχολείου του τέκνου τους, το οποίο, με ελληνική υπηκοότητα, Έλληνα πατέρα και αλλοδαπή μητέρα, διαμένει στην Ελλάδα -.

 

 

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο ήρε τη διαφωνία των γονέων επιτρέποντας την εγγραφή και φοίτηση του τέκνου τους σε αγγλόφωνο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, τόσο κατά την πρωτοβάθμια όσο και κατά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο), παρέχοντας στη μητέρα την εξουσία να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την εγγραφή του, έσφαλε ως προς την προσήκουσα εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που είχε τεθεί στην κρίση του. Το Εφετείο έκρινε ότι η επιλογή του δημόσιου ελληνικού σχολείου διασφαλίζει την παροχή μιας εκπαιδευτικής βάσης γενικής παιδείας, η οποία δεν προσανατολίζει από τόσο πρώιμο στάδιο το τέκνο προς συγκεκριμένο εκπαιδευτικό ή επαγγελματικό δρόμο, αλλά του επιτρέπει να διαμορφώσει σταδιακά τις προσωπικές του κλίσεις και ενδιαφέροντα, καθώς ωριμάζει. Αντιθέτως, η ένταξή του ήδη από την ηλικία των επτά περίπου ετών σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα, το οποίο είναι οργανωμένο με γνώμονα το αγγλικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα, στην ουσία προετοιμάζει το ανήλικο τέκνο για συνέχιση σπουδών σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, γεγονός που συνιστά επιλογή με σαφή εκπαιδευτικό προσανατολισμό, η οποία προδικάζει, σε σημαντικό βαθμό, τη μελλοντική εκπαιδευτική διαδρομή του ανηλίκου, πριν ακόμα καταστεί δυνατή η διαμόρφωση της προσωπικής του βούλησης και των ιδιαίτερων ακαδημαϊκών του ενδιαφερόντων. Και τούτο διότι δεν θα δύναται να συμμετάσχει στις πανελλήνιες εξετάσεις για εισαγωγή του σε ελληνικά πανεπιστημιακά ιδρύματα εάν και εφόσον το επιθυμεί. Η επιλογή της δημόσιας εκπαίδευσης εμφανίζεται, υπό την έννοια αυτή, ως η περισσότερο κατάλληλη εκπαιδευτική λύση, καθόσον δεν αποκλείει μελλοντικά καμία εκπαιδευτική κατεύθυνση. Η παρούσα κρίση αφορά αποκλειστικά στην επιλογή του σχολείου πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης του ανηλίκου και δεν προκαταλαμβάνει την φοίτησή του στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Εφόσον η διαφωνία των γονέων εξακολουθεί να υφίσταται, η επιλογή του σχολείου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης θα αποτελέσει αντικείμενο νέας δικαστικής κρίσης, με αποκλειστικό γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, όπως αυτό θα έχει διαμορφωθεί κατά τον χρόνο εκείνο.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Αθηνών, Αθανασίου Παπαγεωργίου).

 

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 4108/2026

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ: 9ο

 

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ελευθερία Κώνστα, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τον Γραμματέα Μιχάλη Αλεξάκη.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2026, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Του . . του . και της ., κατοίκου Ελλάδος, Δήμος Μεταμόρφωσης Αττικής, οδός ., αριθμ. ., με ΑΦΜ ., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθανασίου Παπαγεωργίου (Α.Μ. ΔΣΑ 012855), με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, και προκατέθεσε προτάσεις.

 

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΉΣ: (επ) . (.) (ον) . (.) του . (.), κατοίκου Ελληνικού, οδός ., αριθμ. ., (Α.Φ.Μ. .), ατομικά και ως ασκούσης προσωρινά την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της, . ., που παραστάθηκε στο δικαστήριο δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου Ναταλίας Λιαροπούλου (Α.Μ. 26.593), με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, και προκατέθεσε προτάσεις.

 

Η ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση) την από 19-12-2024 και με αριθμό κατάθεσης ././2024 αγωγή της κατά του εναγομένου. Ο εναγών, ήδη εκκαλών, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση) την από 25-02-2025 και με αριθμό κατάθεσης ././2025 αγωγή του κατά της εναγόμενης.

 

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την 937/2025 απόφασή του με την οποία αφού συνεκδίκασε τις δύο αγωγές και έκανε δεκτή την πρώτη αγωγή και απέρριψε την δεύτερη εκκαλούντα-ενάγοντα. Κατά της απόφασης αυτής ο εκκαλών- ενάγων-εναγόμενος άσκησε την από 25-9-2025 έφεσή του (αρ. εκθ. καταθ. ././25-9-2025 στο Πρωτοδικείο και ././6-10-2025 στο Εφετείο), που προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

 

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου και κατά τη συζήτησή της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και προκατέθεσαν προτάσεις με τις οποίες ζητούν να γίνουν δεκτά όσα σ' αυτές αναφέρονται.

 

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

1 .- Η από 25-9-2025 (αρ. εκθ. καταθ. ././25-9-2025 στο Πρωτοδικείο και ././6-10-2025 στο Εφετείο) έφεση του ενάγοντος-εναγομένου και ήδη εκκαλούσας κατά της 937/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της οριζόμενης στο άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθόσον αντίγραφό της επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 11-9-2025 (βλ. την υπ' αρ. .Β/11-9-2025 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών . .) και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 25-9-2025 (άρθρα 495 παρ.1, 2, 496, 511 513 παρ. 1β, 514 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ.1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ειδική διαδικασία (άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ) των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 592 -613 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι προσκομίζονται το κατ’ άρθρ. 61 ν. 4194/2013 γραμμάτια προκαταβολής εισφορών των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων. Το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαία την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο, σύμφωνα με το άρθρο 612 ΚΠολΔ, καθόσον, ενόψει της ηλικίας του (επτά ετών) και της φύσης του επίδικου ζητήματος, το οποίο αφορά την επιλογή μεταξύ διαφορετικών εκπαιδευτικών συστημάτων με συνέπειες για τη μελλοντική εκπαιδευτική του πορεία, δεν είχε ακόμη αναπτύξει τον απαιτούμενο βαθμό πνευματικής και συναισθηματικής ωριμότητας, ώστε να διαμορφώσει και να εκφράσει γνώμη προϊόν επαρκούς αντίληψης και στάθμισης των σχετικών παραμέτρων.

 

2 .- Ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκαν οι κάτωθι αγωγές με αντικείμενο άρση διαφωνίας γονέων σχετικά με θέμα επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους : Α) Η ενάγουσα, Καναδή και Ελληνίδα υπήκοος, με την με αριθμό ././2024 αγωγή της, επικαλείται ότι από τον γάμο της με τον εναγόμενο απέκτησαν ένα ανήλικο τέκνο, του οποίου ασκεί προσωρινά την αποκλειστική επιμέλεια δυνάμει απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, ενώ εκκρεμεί η έκδοση οριστικής απόφασης επί των αντίθετων αγωγών επιμέλειας. Υποστηρίζει ότι μεταξύ των γονέων υφίσταται διαφωνία ως προς τη σχολική φοίτηση του ανηλίκου, καθώς ο εναγόμενος επιθυμεί την εγγραφή του στην Ελληνογερμανική Σχολή ή στο 2ο Δημόσιο Δημοτικό Σχολείο Μεταμόρφωσης, ενώ η ίδια ζητεί τη φοίτησή του στο δίγλωσσο ιδιωτικό σχολείο «. .», προβάλλοντας ότι δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα και ότι η δίγλωσση εκπαίδευση εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον του τέκνου. Για τον λόγο αυτό ζητεί την άρση της διαφωνίας των γονέων και την ανάθεση της σχετικής απόφασης υπέρ της εγγραφής του ανηλίκου στο ανωτέρω σχολείο, β) Ο ενάγων, με αριθμό κατάθεσης ././2025 αγωγή του απευθυνόμενος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιστορούσε ότι από γάμο που έχει τελέσει με την εναγομένη, απέκτησαν ένα ανήλικο τέκνο και ότι, μετά τη λύση του γάμου τους, με οριστική απόφαση έχει ανατεθεί η συνεπιμέλειά του στους δύο γονείς, με τόπο διαμονής την κατοικία της μητέρας. Υποστηρίζει ότι μεταξύ τους υφίσταται διαφωνία ως προς τη σχολική φοίτηση του ανηλίκου, καθώς η εναγόμενη επιθυμεί την εγγραφή του στο δίγλωσσο ιδιωτικό σχολείο «. .», ενώ ο ίδιος προκρίνει τη φοίτησή του στην «Ελληνογερμανική Αγωγή Σχολή . . Α.Ε.» ή σε άλλο ελληνόφωνο σχολείο, προβάλλοντας ότι, μολονότι το τέκνο διαμένει στην Ελλάδα και έχει την ελληνική υπηκοότητα, δεν κατέχει επαρκώς την ελληνική γλώσσα και ότι το συμφέρον του επιβάλλει τη φοίτησή του σε σχολείο με κύρια γλώσσα διδασκαλίας την ελληνική. Για τον λόγο αυτό ζητεί την άρση της διαφωνίας των γονέων και την εγγραφή του ανηλίκου σε ελληνόφωνο σχολείο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αγωγές, εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφασή του, με την οποία ήρε τη διαφωνία των διαδίκων - γονέων υπέρ της μητέρας του ανήλικου τέκνου, ώστε το ανήλικο τέκνο, Λύσανδρος, να φοιτήσει στο δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο του ιδιωτικού σχολείου «. .», το οποίο βρίσκεται επί της οδού . αριθ . στη Γλυφάδα Αττικής (δημοτικό) και επί της οδού . . στον Άλιμο Αττικής (γυμνάσιο — λύκειο), και επέτρεψε στην μητέρα του να προβεί στις σχετικές εγγραφές. Κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων-εναγόμενος και ήδη εκκαλών πατέρας άσκησε την κρινόμενη έφεσή του με την οποία παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένη, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του και να απορριφθεί η αγωγή της αντιδίκου του.

 

3 . - Η μέριμνα για τη μόρφωση και την εκπαίδευση του ανηλίκου αποτελεί ειδικότερη έκφανση του γενικότερου καθήκοντος των γονέων για την ανατροφή και την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου. Η ιδιαίτερη σημασία της αναδεικνύεται από το γεγονός ότι το δικαίωμα του παιδιού στη μόρφωση και την εκπαίδευση κατοχυρώνεται όχι μόνο στο εσωτερικό δίκαιο αλλά και σε διεθνή κείμενα υπερνομοθετικής ισχύος. Ειδικότερα, η εκπαίδευση συνιστά αναπόσπαστο στοιχείο του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.) και προστατεύεται αυτοτελώς από το άρθρο 16 του Συντάγματος, ενώ κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 26 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 14 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο άρθρο 28 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού και στο άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Στο πλαίσιο αυτό, το καθήκον επιμέλειας των γονέων ως προς την εκπαίδευση του τέκνου δεν εξαντλείται στην υποχρέωση εγγραφής του σε εκπαιδευτικό ίδρυμα κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, αλλά περιλαμβάνει το σύνολο των ενεργειών που είναι αναγκαίες για την ομαλή και αποτελεσματική εκπαιδευτική του πορεία. Ειδικότερα, οι γονείς υποχρεούνται να εξασφαλίζουν την τακτική φοίτηση του παιδιού, την κατάλληλη προετοιμασία του για το σχολείο, να παρακολουθούν την πρόοδο, τη σχολική και εξωσχολική του συμπεριφορά, να αποτρέπουν αδικαιολόγητες απουσίες, να συνεργάζονται με τους εκπαιδευτικούς και τη σχολική μονάδα, καθώς και, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, να απευθύνονται στις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και δομές υποστήριξης (Κ.Ε.Σ.Υ., Μονάδες Ειδικής Αγωγής, Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα, Κέντρα Ψυχικής Υγείας κ.λπ.), προκειμένου να αντιμετωπισθούν μαθησιακές, αναπτυξιακές ή συμπεριφορικές δυσκολίες του τέκνου (άρθρο 1518 § 3 ΑΚ). Στην έννοια της επιμέλειας για την εκπαίδευση περιλαμβάνεται, περαιτέρω, και η επιλογή του κατάλληλου εκπαιδευτικού φορέα. Η καταλληλότητα του σχολείου δεν αξιολογείται αφηρημένα, αλλά εξατομικευμένα, με γνώμονα τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε συγκεκριμένου παιδιού. Προς τούτο συνεκτιμώνται ιδίως η ηλικία του, η κατάσταση της υγείας του, τυχόν αναπηρία ή μαθησιακές δυσκολίες, οι ιδιαίτερες ικανότητες και κλίσεις του, οι συνθήκες διαβίωσής του, ο τόπος κατοικίας του, η καθημερινότητά του, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που μπορεί να επηρεάσει την ομαλή εκπαιδευτική, κοινωνική και ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη (Γ. Λέκκας, Η επιμέλεια του παιδιού κατά τον Αστικό Κώδικα, 2021, § 5, σ. 157, αρ. 327 = sakkoulas-online). Αντίστοιχα, οι γονείς οφείλουν, ανάλογα με τις δυνατότητες και τις προσωπικές κλίσεις του παιδιού, να του εξασφαλίζουν και την κατάλληλη επαγγελματική εκπαίδευση, ώστε να αποκτήσει τις αναγκαίες γνώσεις και δεξιότητες για την άσκηση επαγγέλματος (άρθρο 1518 § 3 ΑΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1519 § 1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά τον ν. 4800/2021, οι αποφάσεις που αφορούν την εκπαίδευση του τέκνου και επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, όπως ιδίως η επιλογή σχολείου, η συνέχιση της εκπαίδευσής του και ο επαγγελματικός του προσανατολισμός, λαμβάνονται υποχρεωτικά από κοινού από τους δύο γονείς, ανεξαρτήτους του αν η επιμέλεια ασκείται από κοινού, αποκλειστικά από τον έναν ή έχει κατανεμηθεί μεταξύ τους, εκτός των εξαιρετικών περιπτώσεων αφαίρεσης της επιμέλειας λόγω κακής άσκησης ή άλλου σπουδαίου λόγου (άρθρα 1532 και 1535 ΑΚ). Η συναπόφαση εκφράζει τη θεμελιώδη αρχή της ισότιμης συμμετοχής αμφότερων των γονέων στις κρίσιμες αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή και την εξέλιξη του παιδιού ( Β. Χρηστίδου, Η (συν)επιμέλεια μετά το διαζύγιο, ΕλλΔνη 4/2023.961-973 = sakkoulas-online). Αντιδιαστέλλεται προς τις συνήθεις και καθημερινές αποφάσεις της επιμέλειας, οι οποίες σχετίζονται με την καθημερινή φροντίδα του τέκνου και λαμβάνονται από τον γονέα με τον οποίο αυτό διαμένει. Ο ν. 4800/2021 ενίσχυσε περαιτέρω την υποχρέωση συνεργασίας των γονέων μετά τη διάσταση ή τη λύση του γάμου, καθιερώνοντας ως βασική αρχή ότι οι γονείς οφείλουν να επιδιώκουν την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων για κάθε σημαντικό ζήτημα που αφορά το τέκνο και να συνεργάζονται τόσο κατά τη λήψη όσο και κατά την εκτέλεση των σχετικών αποφάσεων. Η δικαστική παρέμβαση έχει πλέον επικουρικό χαρακτήρα και ενεργοποιείται μόνο όταν, παρά την επιβαλλόμενη προσπάθεια συνεργασίας, οι γονείς αδυνατούν να καταλήξουν σε κοινή απόφαση επί συγκεκριμένου και αντικειμενικά σοβαρού ζητήματος της γονικής μέριμνας. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1512 ΑΚ, η οποία έχει εφαρμογή τόσο κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης όσο και μετά τη διάσταση, το διαζύγιο ή τη λύση συμφώνου συμβίωσης. Προϋπόθεση εφαρμογής της αποτελεί η ύπαρξη πραγματικής διαφωνίας των γονέων ως προς συγκεκριμένο και εξατομικευμένο ζήτημα της γονικής μέριμνας. Το δικαστήριο δεν υποκαθιστά γενικώς τους γονείς στην άσκηση της γονικής μέριμνας, αλλά επιλύει αποκλειστικά τη συγκεκριμένη διαφορά που έχει ανακύψει. Καθοδηγητική αρχή για τη δικαστική κρίση αποτελεί αποκλειστικά το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1511 ΑΚ και στο άρθρο 3 παρ. 1 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Η έννοια αυτή, μολονότι αόριστη, δεν είναι αυθαίρετη, αλλά εξειδικεύεται κάθε φορά με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις του συγκεκριμένου παιδιού. Στο πλαίσιο αυτό συνεκτιμώνται, μεταξύ άλλων, η ηλικία του, η κατάσταση της υγείας του, η προσωπικότητα, οι πνευματικές και συναισθηματικές του ανάγκες, οι οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες διαβίωσής του, η ανάγκη για ψυχική και συναισθηματική σταθερότητα, η ομαλή κοινωνική ένταξη, η εκπαιδευτική του εξέλιξη, καθώς και οι προοπτικές της συνολικής ανάπτυξής του σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Η αξιολόγηση αυτή πραγματοποιείται με βάση τους κανόνες της λογικής, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και της παιδοψυχιατρικής, ενώ συνεκτιμώνται και οι παράμετροι του άρθρου 1511 § 2 ΑΚ, όπως η ικανότητα και η πρόθεση κάθε γονέα να συνεργάζεται και να σέβεται τα δικαιώματα του άλλου, η μέχρι τότε συμπεριφορά του έναντι του τέκνου, καθώς και η συμμόρφωσή του προς τις νόμιμες υποχρεώσεις και τις δικαστικές αποφάσεις που το αφορούν. Το συμφέρον του τέκνου αποτελεί, τέλος, το υπέρτερο κριτήριο κάθε σχετικής δικαστικής κρίσης και υπερισχύει κάθε αντίθετου συμφέροντος των γονέων ή τρίτων προσώπων. Το συμφέρον του παιδιού προσδιορίζεται εξατομικευμένα με αναφορά σε συγκεκριμένο εκάστοτε παιδί και τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται ιδίως από την κατάσταση της υγείας του, την ηλικία του, τις οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες αυτό διαβιώνει και αναλύεται στις επιμέρους πτυχές του δικαιώματος της προσωπικότητας του παιδιού, δηλαδή κυρίως στη ζωή, σωματική ακεραιότητα, υγεία, συναισθηματική και ψυχολογική ασφάλεια και σταθερότητα, διανοητική πρόοδο, κοινωνική ένταξη και αποδοχή, υπευθυνότητα, κοινωνική συνείδηση και ανεξαρτησία του παιδιού. Επίσης, το παιδί εξελίσσεται και μαζί του εξελίσσονται οι ανάγκες του και αναπροσδιορίζεται το συμφέρον του. Η χρονική παράμετρος για τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος του παιδιού είναι σημαντική. Ιδανικά, οι γονείς πρέπει να επιδιώκουν την προαγωγή εξίσου του βραχυπρόθεσμου, του μεσοπρόθεσμου και του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού. Στις περιπτώσεις που η ταυτόχρονη αυτή επιδίωξη δεν μπορεί να επιτευχθεί στο βέλτιστο βαθμό, πρέπει στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση να επιχειρείται η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη ικανοποίηση του βραχυπρόθεσμου και του μεσοπρόθεσμου συμφέροντος. Ποιο είναι το μακροπρόθεσμο συμφέρον του παιδιού είναι συχνά αβέβαιο στο σύγχρονο συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Ενόψει της κατάστασης αυτής, η θυσία του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού χάριν του μακροπρόθεσμου συμφέροντος μπορεί τελικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να αποβεί αλυσιτελής, εκτός αν κατά την επιδίωξη αυτή τα μειονεκτήματα από τη θυσία του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος αντισταθμίζονται από την κατά το δυνατό βέβαιη προαγωγή του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού. Η κρίση πάντως αυτή δεν μπορεί να είναι γενική και πρέπει να εκφέρεται κατά τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος συγκεκριμένου εκάστοτε παιδιού και ενόψει της λήψης συγκεκριμένης απόφασης που το αφορά και απαιτεί στάθμιση του βραχυπρόθεσμου με το μακροπρόθεσμο συμφέρον. Στη δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο, ούτως ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει το δικαστήριο σε ρύθμιση τέτοια που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανήλικου τέκνου, για τη διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντοτε τα επωφελεί και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και οι συναφείς περιστάσεις (ΑΠ 119/2023, ΑΠ 157/2022). Η εξειδίκευση του «βέλτιστου συμφέροντος» του παιδιού γίνεται πάντοτε in concrete, με βάση τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης υπόθεσης και του συγκεκριμένου παιδιού, μέσω στάθμισης τόσο των άμεσων όσο και των μακροπρόθεσμων συνεπειών της εκάστοτε λύσης (ΑΠ 1585/2023, ΑΠ 119/2023, ΑΠ 157/2022, Ε. Κώνστα, Το «βέλτιστο συμφέρον» του τέκνου και ο ρυθμιστικός του ρόλος μετά τις τροποποιήσεις στο Οικογενειακό Δίκαιο, ΕλλΔνη 4/2021.1061-1066 = sakkoulas-online).

 

4.- Από τις υπ’ αριθ. ./11-04-2025 και ./11-04-2025 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Προξενικού Γραφείου της Πρεσβείας της Ελλάδας στην Οττάβα του Καναδά, που προσκομίζει η ενάγουσα της πρώτης αγωγής με τις προτάσεις της μετά από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου (βλ. την υπ’ αριθ. ./17-03-2025 έκθεση επίδοση της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, . .),καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και αυτά που προσκομίζονται για πρώτη φορά στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας με επίκληση, όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια (άρθρο 529 ΚΠολΔ), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον κάθε διάδικο έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα, και όπως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1628/2003, ΕλλΔ/νη 2004/723), χωρίς να ληφθούν υπόψη τα προσκομιζόμενα από την εφεσίβλητη έγγραφα που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, χωρίς να συνυποβάλλεται και επίσημη μετάφραση τους στην ελληνική γλώσσα (ΑΠ 1627/2010 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 1462/1996 ΕλλΔνη 2011. 432, 389, ΕφΠειρ 37/2023 ΝΟΜΟΣ), τις προσκομισθείσες φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 παρ.1 εδ.γ 448 παρ.2 και 457 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στις 22.12.2017 ενώπιον του Δημάρχου Μεταμόρφωσης Αττικής, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν ένα τέκνο, τον . ., γεννηθέντα στις 2.12.2018 στο Καζακστάν, ενώ περαιτέρω προέκυψε ότι ο μεν πατέρας του ανηλίκου είναι Έλληνας υπήκοος, η δε μητέρα του κατέχει την καναδική υπηκοότητα. Οι διάδικοι γνωρίστηκαν κατά το χρονικό διάστημα που αμφότεροι διέμεναν και εργάζονταν στο Καζακστάν, στο Πανεπιστήμιο «. University», όπου ο μεν πατέρας απασχολείτο ως ερευνητικός συνεργάτης και καθηγητής φυσικής, η δε μητέρα ως βιβλιοθηκονόμος, ενώ, στη συνέχεια, κατά το έτος 2020, εγκαταστάθηκαν στο Βιετνάμ, όπου ο πρώτος ανέλαβε καθήκοντα στο Πανεπιστήμιο «.» και η δεύτερη εργάστηκε ως υπάλληλος διαπίστευσης, εξακολουθώντας να διαβιούν από κοινού με το ανήλικο τέκνο τους, το οποίο, κατά το διάστημα της παραμονής της οικογένειας στο Ανόι, εγγράφηκε σε ιδιωτικό αγγλόφωνο παιδικό σταθμό. Τον Σεπτέμβριο του έτους 2021, εκμεταλλευόμενοι τη δυνατότητα του πατέρα να παρέχει πλέον την εργασία του εξ αποστάσεως, οι διάδικοι επαναπατρίστηκαν και εγκαταστάθηκαν στη Μεταμόρφωση Αττικής, σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του τελευταίου, πλην όμως η κοινή τους διαβίωση στον εν λόγω χώρο δεν εξελίχθηκε ομαλά, καθώς αναπτύχθηκαν έντονες έριδες και επαναλαμβανόμενες διαφωνίες, οι οποίες κατέστησαν ανέφικτη τη συνέχιση της έγγαμης συμβίωσης και είχαν ως αποτέλεσμα την αποχώρηση της μητέρας από τη συζυγική κατοικία μαζί με το ανήλικο τέκνο στις 30.12.2021, οπότε και επήλθε η οριστική διάσπαση της συμβίωσης των συζύγων. Ακολούθως, ο γάμος των διαδίκων λύθηκε δυνάμει της υπ’ αριθ. 5794/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του συζύγου περί λύσεως του γάμου λόγω συμπλήρωσης διετούς διάστασης, ενώ απορρίφθηκε η αντίστοιχη αγωγή της συζύγου, με την οποία αυτή επιδίωκε τη λύση του γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού στο πρόσωπο του εναγόμενου, χωρίς όμως να προκύπτει ότι αυτή κατέστη αμετάκλητη.

 

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις αρχές του έτους 2022 ο πατέρας αναχώρησε για την Τουρκία, προκειμένου να αναλάβει επαγγελματική δραστηριότητα, χωρίς, ωστόσο, να διακόψει πλήρως την επικοινωνία του με το ανήλικο τέκνο του, με το οποίο διατηρούσε τηλεφωνική επαφή. Ενόψει δε της αντιπαράθεσης που είχε ήδη ανακύψει μεταξύ των διαδίκων ως προς τη ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούσαν την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επιμέλεια, τη διατροφή και την επικοινωνία με το τέκνο, υποβλήθηκαν εκατέρωθεν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7126/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία ανατέθηκε προσωρινά η αποκλειστική επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου στη μητέρα, επιδικάστηκε διατροφή υπέρ τόσο της ίδιας όσο και του τέκνου και καθορίστηκε ο τρόπος και ο χρόνος επικοινωνίας του πατέρα με αυτό, ενώ συγχρόνως κρίθηκε ότι κάθε ζήτημα σχετικό με την εκπαίδευση του ανηλίκου, το οποίο ασκεί καθοριστική επιρροή στη μελλοντική του εξέλιξη, θα αποτελεί αντικείμενο κοινής απόφασης των δύο γονέων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1519 ΑΚ. Παρά ταύτα, κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε, οι διάδικοι δεν κατόρθωσαν να επιτύχουν συμφωνία ούτε ως προς την επιλογή του εκπαιδευτικού ιδρύματος στο οποίο θα φοιτούσε το τέκνο τους, δεδομένου ότι ο πατέρας αρνήθηκε να συναινέσει στην εγγραφή του στον δίγλωσσο παιδικό σταθμό «Early Learning», που λειτουργεί στο Ελληνικό Αττικής, γεγονός που οδήγησε τη μητέρα στην άσκηση της από 14.9.2022 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. ./2023 απόφαση, με την οποία της παρασχέθηκε η σχετική άδεια εγγραφής του ανηλίκου στον ανωτέρω παιδικό σταθμό. Μετά την επάνοδο του πατέρα στην Ελλάδα, τον Σεπτέμβριο του 2022, αυτός επιδίωξε τη μεταβολή της υφιστάμενης προσωρινής ρύθμισης, ασκώντας την από 5.1.2023 αίτηση μεταρρύθμισης της υπ’ αριθ. ./2022 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, με αίτημα να ανατεθεί η επιμέλεια του τέκνου από κοινού στους δύο γονείς με σύστημα εναλλασσόμενης κατοικίας, να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής διατροφής προς τη σύζυγό του και να μειωθεί η διατροφή που κατέβαλλε για το ανήλικο τέκνο, πλην όμως τα αιτήματα αυτά απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως ουσιαστικά αβάσιμα με την υπ' αριθ. 5232/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 

Στη συνέχεια, οι διάδικοι προέβησαν στην άσκηση αντίθετων αγωγών, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 50358/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, με την οποία ανατέθηκε η άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου από κοινού στους δύο γονείς, ορίστηκε ως τόπος διαμονής του η κατοικία της μητέρας στο Ελληνικό Αττικής και υποχρεώθηκε ο πατέρας να καταβάλλει διατροφή τόσο προς τη μητέρα ατομικά όσο και για λογαριασμό του τέκνου. Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκαν εφέσεις και από τους δύο διαδίκους, οι οποίες εκκρεμούν προς συζήτηση, με αποτέλεσμα, ως προς το ζήτημα της επιμέλειας, εξακολουθεί να ισχύει η προσωρινή ρύθμιση που θεσπίστηκε με την υπ' αριθ. ./2022 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, δυνάμει της οποίας η αποκλειστικοί επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου έχει ανατεθεί στη μητέρα του, στην κατοικία της οποίας οφείλει και να διαμένει. Η διαφωνία των διαδίκων επεκτάθηκε, τέλος, και ως προς την επιλογή του σχολείου φοίτησης του ανηλίκου, γεγονός που οδήγησε τη μητέρα στην άσκηση της υπ' αριθ. ././2024 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκαν αρχικώς η από 9.9.2024 προσωρινή διαταγή και, ακολούθως, η υπ’ αριθ. ./2024 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες της επετράπη να εγγράψει το τέκνο στο ιδιωτικό σχολείο «. .» της Γλυφάδας, όπου αυτό πράγματι ενεγράφη και φοίτησε στην πρώτη τάξη. Αντιθέτως, ο πατέρας εξακολουθεί να αντιτίθεται στη φοίτηση του ανηλίκου στο συγκεκριμένο αγγλόφωνο εκπαιδευτήριο, υποστηρίζοντας ότι, λόγω της χρήσης της αγγλικής γλώσσας ως βασική γλώσσα διδασκαλίας, δεν εξασφαλίζεται η παροχή εκπαίδευσης με επαρκή ελληνοκεντρικό προσανατολισμό. Η ουσιαστική διαφωνία των διαδίκων επικεντρώνεται στην επιλογή του εκπαιδευτικού ιδρύματος στο οποίο θα φοιτήσει το ανήλικο τέκνο τους. Ειδικότερα, η μητέρα, καναδικής υπηκοότητας, υποστηρίζει τη φοίτησή του στο διεθνές ιδιωτικό σχολείο «. . .», στο οποίο η αγγλική αποτελεί τη γλώσσα διδασκαλίας και το εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι προσανατολισμένο στην προετοιμασία των μαθητών για συνέχιση των σπουδών τους σε εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού, ενώ, αντιθέτως, ο πατέρας, ελληνικής υπηκοότητας, επιδιώκει την εγγραφή του τέκνου σε ιδιωτικό άλλως δημόσιο σχολείο που εφαρμόζει το ελληνικό πρόγραμμα σπουδών του Υπουργείου Παιδείας, υποστηρίζοντας ότι η επιλογή αυτή εξυπηρετεί καλύτερα την ομαλή ένταξη του ανηλίκου στην ελληνική κοινωνία όπου πλέον διαμένει μόνιμα και την απόκτηση ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης. Από την προσκομιζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου «Πολιτική Γλώσσας» (Language Policy) του εκπαιδευτηρίου «. . .», στην αγγλική γλώσσα μετά της επισήμου ελληνικής μεταφράσεώς της, αποδεικνύεται ότι το εν λόγω εκπαιδευτήριο λειτουργεί ως διεθνές σχολείο, στο οποίο η αγγλική γλώσσα αποτελεί τη βασική και αποκλειστική γλώσσα διδασκαλίας του εκπαιδευτικού του προγράμματος. Ειδικότερα, στην ενότητα «Language Profile» αναφέρεται ρητώς ότι «. International School's instructional language is English», ήτοι ότι η γλώσσα διδασκαλίας του σχολείου είναι η αγγλική, ενώ η ίδια θέση επαναλαμβάνεται στην ενότητα «The English Language», όπου ορίζεται ότι τα αγγλικά αποτελούν τη γλώσσα διδασκαλίας του σχολείου και ότι όλα τα εκπαιδευτικά προγράμματα διδάσκονται στην αγγλική γλώσσα από το νηπιαγωγείο έως και το λύκειο. Παράλληλα, προβλέπεται ότι το σχολείο εφαρμόζει το εκπαιδευτικό μοντέλο της γλωσσικής «εμβάπτισης» (immersion model) για τη διδασκαλία της αγγλικής, γεγονός που καταδεικνύει ότι η αγγλική δεν αποτελεί απλώς διδακτικό αντικείμενο, αλλά το κύριο μέσο μετάδοσης της γνώσης σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα του αναλυτικού προγράμματος.

 

Περαιτέρω, μολονότι το σχολείο αναγνωρίζει τη σημασία της ελληνικής γλώσσας, τόσο ως γλώσσας της χώρας υποδοχής όσο και ως μητρικής γλώσσας των Ελλήνων μαθητών που φοιτούν σε αυτό, η ελληνική δεν καθίσταται γλώσσα διδασκαλίας του εκπαιδευτικού προγράμματος, αλλά διδάσκεται ως αυτοτελές γνωστικό αντικείμενο, με περιορισμένο εβδομαδιαίο χρόνο διδασκαλίας. Ειδικότερα, η πολιτική του σχολείου προβλέπει ότι οι Έλληνες μαθητές παρακολουθούν μαθήματα ελληνικής γλώσσας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και ενθαρρύνονται να συνεχίσουν τη μελέτη της, ενώ για όλους τους μαθητές του δημοτικού η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας πραγματοποιείται πέντε (5) διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως. Αντιθέτως, ουδεμία πρόβλεψη περιλαμβάνεται περί διδασκαλίας των λοιπών μαθημάτων στην ελληνική γλώσσα ή περί δυνατότητας επιλογής της ελληνικής ως κύριας γλώσσας διδασκαλίας κατά το δημοτικό σχολείο. Εξάλλου, όσον αφορά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η πολιτική του σχολείου προβλέπει ότι οι Έλληνες μαθητές δύνανται, με την είσοδό τους στη βαθμίδα αυτή, να συνεχίσουν τη μελέτη της ελληνικής ως κύριας γλώσσας ή, εναλλακτικά, να επιλέξουν την αγγλική ως κύρια γλώσσα και μία ακόμη ως τρίτη γλώσσα. Η ρύθμιση αυτή, όμως, αφορά αποκλειστικά το γλωσσικό πρόγραμμα και τη διδασκαλία του μαθήματος της γλώσσας και δεν συνεπάγεται ότι η ελληνική μετατρέπεται σε γλώσσα διδασκαλίας των λοιπών μαθημάτων του αναλυτικού προγράμματος, τα οποία εξακολουθούν να διδάσκονται στην αγγλική γλώσσα. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της πολιτικής δεν προκύπτει συγκεκριμένος αριθμός εβδομαδιαίων ωρών διδασκαλίας της ελληνικής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, παρά μόνον ότι η ελληνική εξακολουθεί να διδάσκεται σε όλες τις τάξεις ως δευτερεύουσα επιλογή γλώσσας. Συνεπώς, από το σύνολο των ανωτέρω προβλέψεων της γλωσσικής πολιτικής του σχολείου προκύπτει ότι το «. . School» δεν λειτουργεί ως ελληνόφωνο ή ισότιμα δίγλωσσο εκπαιδευτήριο, αλλά ως αγγλόφωνο διεθνές σχολείο, στο οποίο η αγγλική αποτελεί τη γλώσσα μέσω της οποίας παρέχεται το σύνολο σχεδόν της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ενώ η ελληνική διδάσκεται ως διακριτό γνωστικό αντικείμενο, σύμφωνα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών, χωρίς να υποκαθιστά την αγγλική ως γλώσσα διδασκαλίας των λοιπών μαθημάτων του αναλυτικού προγράμματος. Υπό τα δεδομένα αυτά, η επιλογή του συγκεκριμένου εκπαιδευτικού περιβάλλοντος δεν αφορά απλώς την επιλογή ενός ιδιωτικού σχολείου, αλλά την επιλογή διαφορετικού εκπαιδευτικού συστήματος, διαφορετικής γλώσσας διδασκαλίας και διαφορετικού παιδαγωγικού και ακαδημαϊκού προσανατολισμού, η οποία είναι προφανές ότι, κατά την έννοια του άρθρου 1519 ΑΚ, επιδρά αποφασιστικά στη μελλοντική εκπαιδευτική και προσωπική πορεία του ανηλίκου και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκομμένα από το συνολικό συμφέρον του. Ειδικότερα, το ανήλικο τέκνο με ελληνική υπηκοότητα και Έλληνα πατέρα, διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα και το φυσικό κοινωνικό, πολιτισμικό και εκπαιδευτικό του περιβάλλον είναι το ελληνικό. Υπό τις συνθήκες αυτές, η φοίτησή του σε δημόσιο ελληνικό σχολείο εξυπηρετεί πρωτίστως την ομαλή ένταξή του στην κοινωνία μέσα στην οποία αναπτύσσεται, μέσω της καθημερινής επαφής του με την ελληνική γλώσσα, την ιστορία, τη λογοτεχνία και την πολιτιστική παράδοση, στοιχεία τα οποία συγκροτούν βασικούς άξονες της ελληνικής εκπαίδευσης και συμβάλλουν ουσιωδώς στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της κοινωνικής του ταυτότητας.

 

Περαιτέρω, η συστηματική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τόσο στη σύγχρονη μορφή της όσο και της αρχαίας ελληνικής, δεν αποτελεί απλώς επίτευγμα γλωσσικής κατάρτισης, αλλά καλλιεργεί την αφαιρετική σκέψη, τη γλωσσική ακρίβεια, την κριτική ικανότητα και τη βαθύτερη κατανόηση της ελληνικής γραμματείας και του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η δε διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών, η οποία εντάσσεται οργανικά στο ελληνικό πρόγραμμα σπουδών σε δεύτερο στάδιο, κατά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, διευρύνει τις γνωστικές δεξιότητες του μαθητή και ενισχύει την πνευματική του συγκρότηση, χωρίς να περιορίζει τις δυνατότητες μελλοντικής ακαδημαϊκής του εξέλιξης. Εξάλλου, η επιλογή του δημόσιου ελληνικού σχολείου διασφαλίζει την παροχή μιας εκπαιδευτικής βάσης γενικής παιδείας, η οποία δεν προσανατολίζει από τόσο πρώιμο στάδιο το τέκνο προς συγκεκριμένο εκπαιδευτικό ή επαγγελματικό δρόμο, αλλά του επιτρέπει να διαμορφώσει σταδιακά τις προσωπικές του κλίσεις και ενδιαφέροντα, καθώς ωριμάζει. Αντιθέτως, η ένταξή του ήδη από την ηλικία των επτά περίπου ετών σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα το οποίο είναι οργανωμένο με γνώμονα το αγγλικό εκπαιδευτικό σύστημα, στην ουσία προετοιμάζει το ανήλικο τέκνο για συνέχιση σπουδών σε πανεπιστήμια του εξωτερικού γεγονός που συνιστά επιλογή με σαφή εκπαιδευτικό προσανατολισμό, η οποία προδικάζει, σε σημαντικό βαθμό, τη μελλοντική εκπαιδευτική διαδρομή του ανηλίκου, πριν ακόμη καταστεί δυνατή η διαμόρφωση της προσωπικής του βούλησης και των ιδιαίτερων ακαδημαϊκών του ενδιαφερόντων. Και τούτο διότι δεν θα δύναται να συμμετάσχει στις πανελλήνιες εξετάσεις για εισαγωγή του σε ελληνικά πανεπιστημιακά ιδρύματα εάν και εφόσον το επιθυμεί. Η επιλογή της δημόσιας εκπαίδευσης εμφανίζεται, υπό την έννοια αυτή, ως η περισσότερο κατάλληλη εκπαιδευτική λύση, καθόσον δεν αποκλείει μελλοντικά καμία εκπαιδευτική κατεύθυνση. Αντιθέτως, παρέχει στο τέκνο τη δυνατότητα, μετά την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, να επιλέξει ελεύθερα είτε τη συνέχιση των σπουδών του στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, εφόσον το επιθυμεί και πληροί τις κατά περίπτωση προϋποθέσεις. Αντίθετα, η αποκλειστική ένταξή του από τόσο νεαρή ηλικία σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα αλλοδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, τόσο κατά την πρωτοβάθμια όσο και κατά την δευτεροβάθμια εκπαίδευση του, καθιστά δυσχερέστερη τη μελλοντική επιλογή του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, περιορίζοντας στην πράξη το εύρος των διαθέσιμων επιλογών του. Εάν δηλαδή στο μέλλον το ίδιο το ανήλικο επιθυμεί να συνεχίσει την εκπαίδευση του σε ελληνικό σχολείο, θα αδυνατεί να ανταποκριθεί λόγω βασικών ελλείψεων του στην ελληνική γλώσσα και γραμματεία. Επιπλέον, η φοίτηση στο δημόσιο σχολείο ευνοεί την ουσιαστική κοινωνικοποίηση του ανηλίκου μέσα στο περιβάλλον στο οποίο ζει και αναπτύσσεται καθημερινά, διευκολύνοντας τη δημιουργία σταθερών κοινωνικών δεσμών με συνομηλίκους του ίδιου κοινωνικού και πολιτισμικού πλαισίου, καθώς και την ανάπτυξη αισθήματος ασφάλειας, οικειότητας και συμμετοχής στην τοπική κοινωνία, στοιχεία που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία κατά τα πρώτα σχολικά χρόνια και συμβάλλουν στην ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη και στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Τέλος, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στην ηθική, πνευματική και επαγγελματική αγωγή των Ελλήνων, καθώς και στην ανάπτυξη της εθνικής τους συνείδησης και στη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες. Η συνταγματική αυτή επιταγή δεν συνεπάγεται, βεβαίως, ότι τα ιδιωτικά ή διεθνή σχολεία στερούνται εκπαιδευτικής αξίας, αποτελεί όμως κρίσιμο ερμηνευτικό κριτήριο κατά την εκτίμηση του συμφέροντος του ανηλίκου, όταν το Δικαστήριο καλείται να επιλέξει μεταξύ δύο διαφορετικών εκπαιδευτικών προσανατολισμών για ένα τέκνο ελληνικής καταγωγής, το οποίο διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή, η επιλογή της δημόσιας ελληνικής εκπαίδευσης ανταποκρίνεται πληρέστερα στην ανάγκη εξασφάλισης μιας ευρείας, ισόρροπης και πολιτισμικά εναρμονισμένης παιδείας, χωρίς να προκαταλαμβάνει τις μελλοντικές εκπαιδευτικές επιλογές του ανηλίκου, αλλά, αντιθέτως, διατηρώντας ακέραιο το εύρος των δυνατοτήτων του να καθορίσει ο ίδιος, όταν αποκτήσει την αναγκαία ωριμότητα, την ακαδημαϊκή του πορεία. Ενόψει των ανωτέρω, και λαμβάνοντας αποκλειστικά υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, το οποίο προσδιορίζεται πάντοτε εξατομικευμένα, με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες του συγκεκριμένου παιδιού, την ηλικία του, το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται, τις παρούσες εκπαιδευτικές και ψυχοσυναισθηματικές του ανάγκες, αλλά και τις προοπτικές της συνολικής εξέλιξης της προσωπικότητάς του, το Δικαστήριο κρίνει ότι, κατά το παρόν στάδιο της ανάπτυξής του, το οποίο αντιστοιχεί στην έναρξη της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, η φοίτηση του ανηλίκου πρέπει να είναι σε δημόσιο ελληνικό δημοτικό σχολείο. Η επιλογή αυτή εξυπηρετεί πληρέστερα το βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο συμφέρον του, καθόσον του παρέχει ένα σταθερό εκπαιδευτικό και κοινωνικό περιβάλλον, ενισχύει την ομαλή ένταξή του στην ελληνική κοινωνία, στην οποία διαμένει μόνιμα, καλλιεργεί συστηματικά την ελληνική γλώσσα, τη γνώση της ελληνικής ιστορίας, της πολιτιστικής παράδοσης και της γραμματείας, διευρύνει το φάσμα των μελλοντικών εκπαιδευτικών του επιλογών, χωρίς να το προσανατολίζει ήδη από τόσο μικρή ηλικία προς συγκεκριμένο αλλοδαπό εκπαιδευτικό σύστημα, ενώ παράλληλα του επιτρέπει να αναπτύξει τις γνωστικές, κοινωνικές και συναισθηματικές του δεξιότητες μέσα στο φυσικό γλωσσικό και πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο ζει και μεγαλώνει. Η παρούσα κρίση αφορά αποκλειστικά στην επιλογή του σχολείου πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης του ανηλίκου και δεν προκαταλαμβάνει τη φοίτησή του στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το σχετικό ζήτημα θα πρέπει να επανεκτιμηθεί κατά τον χρόνο που θα ανακύψει, υπό το πρίσμα των τότε πραγματικών δεδομένων, της ηλικίας, της προσωπικότητας, των επιδόσεων, των κλίσεων και των εκπαιδευτικόν αναγκών του τέκνου, καθώς και της δυνατότητας των γονέων να καταλήξουν σε κοινή απόφαση. Εφόσον δε η διαφωνία τους εξακολουθεί να υφίσταται, η επιλογή του σχολείου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης θα αποτελέσει αντικείμενο νέας δικαστικής κρίσης, με αποκλειστικό γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, όπως αυτό θα έχει διαμορφωθεί κατά τον χρόνο εκείνο.

 

Περαιτέρω, προς διασφάλιση της ομαλής μετάβασης του ανηλίκου από το αγγλόφωνο εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο ελληνικό πρόγραμμα της δημόσιας πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, κρίνεται ότι ο πατέρας, ο οποίος επιδίωξε την εγγραφή του τέκνου σε δημόσιο ελληνικό σχολείο, οφείλει να αναλάβει τη δαπάνη παρακολούθησης υποστηρικτικών εξωσχολικών μαθημάτων ελληνικής γλώσσας κατά το πρώτο χρονικό διάστημα της φοίτησής του. Το μέτρο αυτό δεν αποσκοπεί στην υποκατάσταση της παρεχόμενης σχολικής εκπαίδευσης, αλλά στη διευκόλυνση της προσαρμογής του ανηλίκου στις αυξημένες γλωσσικές απαιτήσεις του ελληνικού εκπαιδευτικού προγράμματος, ώστε να εξασφαλισθεί η απρόσκοπτη παρακολούθηση των μαθημάτων, να περιορισθεί ο κίνδυνος δημιουργίας μαθησιακών κενών και να ενισχυθεί η ομαλή εκπαιδευτική και ψυχοκοινωνική του ένταξη στο νέο σχολικό περιβάλλον. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του ήρε τη διαφωνία των γονέων υπέρ της εφεσίβλητης - ενάγουσας μητέρας, επιτρέποντας την εγγραφή και φοίτηση του ανήλικου τέκνου τους, Λυσάνδρου, στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο «. . School», τόσο κατά την πρωτοβάθμια όσο και κατά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο), και ειδικότερα στις εγκαταστάσεις αυτού επί της οδού . αριθ. . στη Γλυφάδα Αττικής (δημοτικό) και επί της οδού . . στον Άλιμο Αττικής (γυμνάσιο και λύκειο), παρέχοντας συγχρόνως στη μητέρα την εξουσία να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την εγγραφή του, έσφαλε ως προς την προσήκουσα εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που είχε τεθεί στην κρίση του. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω παραδοχών, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών - εναγόμενος αποδίδει στην εκκαλουμένη πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τις συνεκδικασθείσες αγωγές και, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ, να δικασθούν αυτές εκ νέου.

 

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η με αριθμό κατάθεσης ././2024 αγωγή της εφεσίβλητης - ενάγουσας-εναγομένης και να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η με αριθμό κατάθεσης ././2025 αγωγή του εκκαλούντος - ενάγοντος-εναγόμενου, και να αρθεί η διαφωνία των διαδίκων - γονέων υπέρ του πατέρα του ανήλικου τέκνου, ώστε το ανήλικο τέκνο, Λύσανδρος, να φοιτήσει σε δημοτικό της περιοχής του Ελληνικού όπου διαμένει, επιτρεπόμενου στην μητέρα του να προβεί στις ενέργειες εγγραφής του, και υποχρεώνει τον πατέρα να αναλάβει τη δαπάνη παρακολούθησης υποστηρικτικών εξωσχολικών μαθημάτων ελληνικής γλώσσας κατά τον πρώτο χρόνο της φοίτησής του. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παρόντων διαδίκων θα συμψηφιστούν συνολικά μεταξύ τους, λόγω του δυσερμήνευτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 183, 179 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 25-9-2025 (αρ. εκθ. καταθ. ././25-9-2025 στο Πρωτοδικείο και ././6-10-2025 στο Εφετείο) έφεση κατά της 937/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών).

 

Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση.

 

Εξαφανίζει την άνω εκκαλούμενη απόφαση.

 

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει τις από α) 19-12-2024 και με αριθμό κατάθεσης ././2024 και β) από 25-02-2025 και με αριθμό κατάθεσης ././2025 αγωγές.

 

Απορρίπτει την από 19-12-2024 και με αριθμό κατάθεσης ././2024 αγωγή.

 

Δέχεται εν μέρει την από 25-02-2025 και με αριθμό κατάθεσης ././2025 αγωγή.

 

Αίρει τη διαφωνία των διαδίκων - γονέων υπέρ του πατέρα του ανήλικου τέκνου, ώστε το ανήλικο τέκνο, ., να φοιτήσει σε δημοτικό της περιοχής του Ελληνικού όπου διαμένει, επιτρεπόμενου στην μητέρα του να προβεί στις ενέργειες εγγραφής του και υποχρεώνει τον πατέρα να αναλάβει τη δαπάνη παρακολούθησης υποστηρικτικών εξωσχολικών μαθημάτων ελληνικής γλώσσας κατά τον πρώτο χρόνο της φοίτησης του.

 

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα συνολικά μεταξύ των παρόντων διαδίκων.

 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι στην Αθήνα στις 24/08/2026.

 

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ       Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ