Έγιναν
δεκτοί ο δεύτερος και ο συναφής τρίτος λόγος έφεσης, επειδή το έγγραφο με τίτλο
«Σύμβαση Δανείου» δεν έφερε στοιχεία και υπογραφές των συμβαλλομένων,
ημερομηνία, αριθμό σύμβασης ή σφραγίδα της τράπεζας. Το υπογεγραμμένο
«Παράρτημα» δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της κύριας
σύμβασης και δεν αρκούσε η απλή συρραφή των δύο εγγράφων. Συνεπώς, ο
δανειολήπτης δεν δεσμευόταν από τους ΓΟΣ και ιδίως από τον όρο που επέτρεπε την
απόδειξη της οφειλής μέσω αποσπάσματος των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας. Δεν
συνέτρεχαν, επομένως, οι νόμιμες διαδικαστικές προϋποθέσεις έκδοσης της
διαταγής πληρωμής. Η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και η διαταγή πληρωμής
ακυρώθηκε τελεσίδικα λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου.
(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία
της δικηγόρου Αθηνών Προξενίας Α. Καρτσωνάκη)
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 3256/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
[ΤΜΗΜΑ 16°]
ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Ηλιάνα Ζαμανίκα, Εφέτη, και από τη Γραμματέα Μαρία
Αναγνωστοπούλου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στην
Αθήνα, στις 13.11.2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
[A] ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: . . του ., κατοίκου
Πειραιά, οδός . ., αριθ. .-. [ΑΦΜ .], ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας
Δικηγόρου του Προξενίας Καρτσωνάκη,
η οποία κατέθεσε το υπ' αριθ. Π./13.11.2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και
ενσήμων του ΔΣ Αθηνών.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής
Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και δ.τ. «ALPHA BANK Α.Ε.», [ΑΦΜ .], που εδρεύει στην Αθήνα,
οδός Σταδίου, αριθ. 40, νομίμως εκπροσωπούμενης, ως ειδικής διαδόχου της πρώην
ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «CITIBANK INTERNATIONAL PLC»,
δυνάμει της από 30.9.2014 σύμβασης μεταβίβασης απαίτησης - σύμβασης εκχώρησης (Receivables Transfer Agreement),
η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο, ούτε
κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατ' άρθρα 524 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι επιθυμεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την
εμφάνισή της στο ακροατήριο, με έγγραφες προτάσεις,
Ο ανακόπτων άσκησε
αρχικά, κατά της καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την
επωνυμία «CITIBANK INTERNATIONAL PLC», την από 18.7.2011 με αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. ././19.7.2011
ανακοπή του, και στη συνέχεια τους από 20.11,2017 με αριθ. έκθ.
καταθ. δικογρ. ./22.11.2017
πρόσθετους λόγους ανακοπής, κατά της διαδόχου της άνω δανείστριας Τράπεζας και
δη της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.»,
ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.», άσκησε ενώπιον
του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 29.8.2016 (αριθ. εκθ.
καταθ. ././2016) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της. Το
Δικαστήριο εκείνο, εξέδωσε αντιμωλία των διαδίκων την υπ’ αριθ.
14171/22.10.2020 οριστική απόφασή του με την οποία, αφού συνεκδίκασε
την ανακοπή, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση
της «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.», απέρριψε την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ και τους πρόσθετους λόγους αυτής, επικύρωσε την υπ’
αριθ. ./2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,
και δέχθηκε την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ανακόπτων και ήδη
εκκαλών με την από 30.3.2023 έφεσή του, στρεφόμενη κατά της καθ’ ης η ανακοπή
και ήδη εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», ως ειδικής διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας
με την επωνυμία «CITIBANK fNTERNATIONAL PLC», η οποία
[έφεση] κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθ. εκθ. κατ. δικογρ. ενδ. μέσου ././3.4.2023 και στο παρόν Δικαστήριο με αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. προσδ.
././10.4.2023 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο της 26.9.2024, και
μετά από αναβολή στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και
εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
[Β] ΤΗΣ ΕΚΟΥΣΙΩΣ ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΠΡΟΣΘΕΤΟΣ
ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “CEPAL HELLAS
ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ”, και δ.τ. «CEPAL
HELLAS ΑΕΔΑΔΠ», που εδρεύει στη Ν.Σμύρνη, Λ. Συγγρού,
αριθ. 209-211 [ΑΦΜ .], νομίμως εκπροσωπούμενης, αδειοδοτηθείσας
σύμφωνα με το Ν.4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος δυνάμει της με αριθ.
././29.11.2016 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων,
εντολοδόχου, ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας
ειδικού σκοπού με την επωνυμία «GEMINI CORE SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY
COMPANY», με έδρα το Δουβλίνο, Ιρλανδίας, 1-2 Victoria
Buildings, Haddington Road, Dublin 4, D04 XN32 [αριθ.
καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας .], νομίμως εκπροσωπούμενης,
δυνάμει του από 25.6.2021 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης απαιτήσεων, που
καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθ. πρωτ.
./28.6.2021 (Τόμος ., α/α .) και του υπ’ αριθ. ./25.6.2021 ειδικού πληρεξουσίου
του Συμβολαιογράφου Αθηνών . ., η οποία αλλοδαπή εταιρεία έχει καταστεί ειδική
διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» [ΑΦΜ ., Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών και αρ. ΓΕΜΗ .] (επωφελούμενη),
υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την
επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (και ήδη μετονομασθείσα
σε «ALPHA ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ») [ΑΦΜ . και αρ. ΓEΜΗ
.] (διασπώμενη), εγκριθείσας της διάσπασης με την υπ’
αριθ. πρωτ. ./16.4.2021 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων,
δυνάμει της από 25.6.2021 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών
Απαιτήσεων, καταχωρηθείσας νομίμως στα βιβλία του
Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθ. πρωτ. ./28.6.2021 (Τομ. ., α/α .), σύμφωνα με
τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 σε συνδ. με το άρθρο 3 του Ν.
2844/2000, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας «CITIBANK
INTERNATIONAL PLC», δυνάμει της από 30.9.2014 Σύμβασης Μεταβίβασης Απαίτησης (Receivables Transfer Agreement) -
Σύμβασης Εκχώρησης, με την οποία εκχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στην «ΑΛΦΑ
ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του
υποκαταστήματος στην Ελλάδα της «CITIBANK INTERNATIONAL PLC», η οποία αυτοτελώς
προσθέτως παρεμβαίνουσα παραστάθηκε δια της
πληρεξούσιας Δικηγόρου της Ευδοξίας Τσιλιμαντού,
μέλους της Δ.Ε. με την επωνυμία «., ., . - ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», η οποία
κατέθεσε ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΕΚΟΥΣΙΑ ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: . . του ., κατοίκου
Πειραιά, οδός . ., αριθ. .-. [ΑΦΜ .], ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας
Δικηγόρου του Προξενιάς Καρτσωνάκη, η οποία κατέθεσε το υπ' αριθ. Π./13.11.2025
γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣ Αθηνών.
ΥΠΕΡ ΗΣ Η ΕΚΟΥΣΙΑ ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: «Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» [ΑΦΜ ., Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών και αρ. ΓΕΜΗ .] (επωφελούμενη),
υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την
επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (και ήδη μετονομασθείσα
σε «ALPHA ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ»), [ΑΦΜ . και αρ.ΓΈΜΗ .] (διασπώμενη), εγκριθείσας
της διάσπασης με την υπ’ αριθ. πρωτ. ./16.4.2021 απόφαση του Υπουργείου
Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Σταδίου, αριθ.40,
νομίμως εκπροσωπουμένης, της τελευταίας ως ειδικής
διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «CITIBANK
INTERNATIONAL PLC», δυνάμει της από 30.9.2014 σύμβασης μεταβίβασης απαίτησης -
σύμβασης εκχώρησης (Receivables Transfer
Agreement), η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο
Δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατ’ άρθρα 524 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι επιθυμεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την εμφάνισή
της στο ακροατήριο, με έγγραφες προτάσεις.
Η εκουσίως αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία
"CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ”, υπό την ως άνω ιδιότητά της,
άσκησε ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την από 5.9.2024 εκούσια
αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος
Δικαστηρίου με αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ.
././6.9.2024 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 26.9.2024, οπότε αναβλήθηκε
για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και εκφωνήθηκε στη
σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Κατά τη συζήτηση αμφοτέρων των
ως άνω υποθέσεων, τα δικόγραφα των οποίων συνεκφωνήθηκαν, η εφεσίβλητη
τραπεζική εταιρεία της υπό στοιχείο [Α] υπόθεσης και υπέρ ης η ως άνω υπό
στοιχείο [Β] εκούσια αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, δεν παραστάθηκε στο
ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο
Δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατ' άρθρα 524 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι επιθυμεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την
εμφάνισή της στο ακροατήριο, με έγγραφες προτάσεις, ενώ οι λοιποί διάδικοι,
ήτοι ο εκκαλών - καθ' ου η εκούσια αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και η εκούσια
αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία,
παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, αντίστοιχα, και κατέθεσαν στο
ακροατήριο τις έγγραφες προτάσεις τους, αιτούμενοι να γίνουν δεκτά όσα
αναφέρονται σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 30.3.2023 [αριθ. εκθ. κατ. δικογρ. ενδ. μέσου ././3.4.2023 και αριθ. έκθ.
κατάθ. δικογρ. προσδ. ././10.4.2023] έφεση του
εκκαλούντος-ανακόπτοντος, που ηττήθηκε στην πρωτόδικη δίκη, κατά της υπ' αριθ.
14171/22.10.2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία
εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών
διαφορών, και με αυτήν απορρίφθηκαν (α) η από 18.7.2011 με αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. ././19.7.2011
ανακοπή του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος και (β) οι από 20.11.2017 (αριθ. έκθ. καταθ. δικογρ.
./22.11.2017) πρόσθετοι λόγοι αυτής, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα, πριν
από κάθε επίδοση της εκκαλουμένης σε αυτόν, δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν
επικαλούνται, ούτε αποδεικνύεται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως και δεν
έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησής της (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ)
από της δημοσιεύσεως αυτής την 22.10.2020, καθώς η από 30.3.2023 έφεση
κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 3.4.2023 (βλ. την
υπ’ αριθ. ././3.4.2023 έκθεση καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου του αρμοδίου
Τμήματος της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών) σύμφωνα με τα άρθρα 19, 495
παρ. 1, 498, 511, 513 παρ. 1 περ. β', 516, 517, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ,
όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν από 1.1.2016, κατά τα ρητώς οριζόμενα από τη
διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 2 Ν. 4335/2015 «Επείγοντα μέτρα
εφαρμογής του Ν. 4334/2015 [Α’ 80]», και εφαρμόζονται στην κρινόμενη έφεση ως
εκ του χρόνου ασκήσεως αυτής μετά την προαναφερόμενη ημερομηνία), σε συνδυασμό
(α) με το άρθρο 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 (ΦΕΚ Α’ 104/30-05-2020), σύμφωνα με
το οποίο το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής
της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 έως
31.5.2020, ήτοι 80 ημέρες - ΚΥΑ ΔΙα/ΓΠ.οικ. 17734/2020, 24403/2020, 18176/2020, 21159/2020,
24403/2020, 26804/2020, 30340/2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και
δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων,
καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των Δικαστηρίων, αφού μετά τη λήξη της
παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα
υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία
και ειδικότερα οι προθεσμίες των ένδικων μέσων δεν συμπληρώνονται, αν δεν
παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους, ενώ μετά
τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό
διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο
προθεσμία, (β) με το άρθρο 83 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α’ 43) σύμφωνα με το οποίο
«το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της
επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων
και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του
άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 55), η οποία
κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4682/2020 (Α’ 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες
και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων,
καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων
του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων
προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη
λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν
για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη
προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία και (γ) με την ερμηνευτική διάταξη του
άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (ΦΕΚ Α’ 54) σύμφωνα με την οποία ως ημερομηνία λήξης
της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών
δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών,
λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη
λήξη ισχύος της κοινής υπουργικής απόφασης υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.
18877/26.3.2021 «Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο
περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο
της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως
και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00» (Β’ 1194), ήτοι η 6η.4.2021,
καθώς, από 7.11,2020 έως 5.4.2021 λόγω της ίδιας ως άνω αιτίας (υπαγωγή όλης
της χώρας σε επιδημιολογικό επίπεδο αυξημένου κινδύνου) επιβλήθηκε εκ νέου το
μέτρο της προσωρινής αναστολής λειτουργίας πολιτικών, ποινικών δικαστηρίων, και
εισαγγελιών της Χώρας (ΚΥΑ ΔΙα/ΓΠ.οικ.
71342, 76629, 78363, 80189, 80588, 2, 1293, 3060, 4992, 6877 ορθή επανάληψη,
8378, 14453, 16320, 17698, 18877). Με βάση τα προαναφερόμενα, στην προκειμένη
περίπτωση, η προθεσμία προς άσκηση της υπό κρίση εφέσεως άρχισε την επομένη
ημέρα της ως άνω δημοσίευσης (22.10.2020) της εκκαλουμένης αποφάσεως (ήτοι την
23.10.2020), πλην όμως η συμπλήρωσή της (την 23.10.2022) ανεστάλη κατά το ως
άνω χρονικό διάστημα (από 7.11.2020 έως 5.4.2021, ήτοι για χρονικό διάστημα 150
ημερών, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί χρονικό διάστημα 15 ημερών που διέδραμε από την έκδοση της εκκαλουμένης έως την 7.11.2020,
οπότε εκκίνησε η άνω αναστολή), κατ’ εφαρμογή των ως άνω αναφερομένων Κ.Υ.Α.
και συμπληρώθηκε, μετά την έναρξη λειτουργίας των Πολιτικών Δικαστηρίων την
6η.4.2021 και συγκεκριμένα την 6.3.2023. Επιπλέον, κατ' εφαρμογήν
του ως άνω άρθρου 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020, σύμφωνα με το οποίο μετά τη λήξη
της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες των ένδικων μέσων δεν συμπληρώνονται, αν
δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους, στη
συγκεκριμένη περίπτωση η προθεσμία για την άσκηση της ένδικης έφεσης δεν
συμπληρώνεται αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την 6.3.2023.
Συνεπώς, η ένδικη έφεση μπορούσε να ασκηθεί έως και την 6.4.2023, απορριπτομένου του ισχυρισμού της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας περί εκπροθέσμου ασκήσεώς της.
Αρμόδια, δε, φέρεται αυτή προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου [άρθρα
495 επ., 511, 513 παρ. 1β’, 518 παρ.1 και 591 παρ.1 ΚΠολΔ]. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή, σημειουμένου ότι για το παραδεκτό αυτής p] έχει κατατεθεί
το κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 στοιχ. Α' περ. β' ΚΠολΔ, μετά την ισχύ του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α'
240/22-12-2016, με έναρξη ισχύος βάση άρθρου 35 παρ. 2 & 45 από 23/1/2017]
παράβολο ποσού εκατό [100 €] ευρώ [βλ. σχετ. το
αναγραφόμενο και συνημμένο στην ως άνω έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου υπ' αριθ.
. ηλεκτρονικό παράβολο, σε συνδ. με την από 3.4.2023 απόδειξη πληρωμής της
Τράπεζας Πειραιώς] και [II] προσκομίζεται το κατ’ άρθρο 61 Ν. 4194/2013
προαναφερόμενο γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών της παρισταμένης πληρεξούσιας
Δικηγόρου του εκκαλούντος, και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και
το βάσιμο των λόγων της [άρθρα 522 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ],
κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατά την
οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ερήμην της εφεσιβλητης
Τράπεζας. Ειδικότερα, από την υπ' αριθ. .ΣΤ/12.5.2023 έκθεση επίδοσης του
δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο
Αθηνών, . ., που επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών, προκύπτει ότι ακριβές
επικυρωμένο αντίγραφο της από 30.3.2023 έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και
κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 26.9.2024, επιδόθηκε νόμιμα και
εμπρόθεσμα στην εφεσιβλήτη - καθ’ ης η ανακοπή
Τράπεζα (άρθρο 126 παρ. 1 εδ. γ ΚΠολΔ).
Η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το
οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε
εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο, και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην.
Η διαδικασία, ωστόσο, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 524
παρ. 4 ΚΠολΔ), ενόψει του ότι η μετά από αναβολή της
συζήτησης εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων
και στον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 226 παρ.4 εδ. γ' και 498 παρ.2 εδ. τελευτ. ΚΠολΔ), ενώ για το
παραδεκτό της συζήτησης έχουν προσκομιστεί εμπροθέσμως από τον εκκαλούντα
αντίγραφο του εισαγωγικού δικογράφου και τα πρακτικά που τηρήθηκαν στην
πρωτοβάθμια δίκη, ενώ αντίγραφο των προτάσεων της απολειπόμενης
διαδίκου (εφεσίβλητης «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.») προσκομίζει παραδεκτώς η αυτοτελώς
προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία, όπως θα
αναφερθεί αναλυτικώς κατωτέρω, συνδέεται μαζί της με (επιγενόμενη) αναγκαστική
ομοδικία και ως «παριστάμενη» διάδικος προσκομίζει εγκύρως το έγγραφο αυτό,
διασφαλίζοντας την πρόοδο της διαδικασίας, καθώς ο σκοπός της διάταξης του
άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ είναι να έχει το Εφετείο στη
διάθεσή του το σύνολο του πρωτόδικου υλικού, ώστε να ελέγξει τα όρια της
αντιδικίας και να δικάσει «σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι», λαμβάνοντας
υπόψη τους ισχυρισμούς αμφοτέρων των διαδίκων μερών (ΕφΠειρ
51/2026, ΕφΠειρ 127/2025, ΕφΠειρ
585/2025).
[IJ. Βάσει της διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων
δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί
αμετάκλητη απόφαση, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη των λόγων της έφεσης,
εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων
81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η
πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή,
δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο
απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με
την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους - η οποία στην περίπτωση που ασκείται για
πρώτη φορά στο Εφετείο πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων
524 παρ.1 και 591 παρ.1 στοιχ. β και 7 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους -,
τουλάχιστον δέκα [10] ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά
κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης [ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1736/2019,
δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος]. Η μη κοινοποίησή της σε όλους τους διαδίκους δεν
ολοκληρώνει την άσκησή της με συνέπεια την απόρριψή της ως απαράδεκτης και
αυτεπαγγέλτως [ΑΠ 555/2019, ΑΠ 1433/2013, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος]. Έννομο
συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την
πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος
ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε
απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα
της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις
αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας
διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο
οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην
αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως [ΑΠ 368/2019, ΑΠ
1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος]. Εξάλλου, σύμφωνα
με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της
απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε
πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων
76 έως 78 του ιδίου κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό
κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η
επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας
και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον
αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης
παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της
απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν
στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος
προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την
άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη
δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η
διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη
κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση
δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση,
στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος
με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή
του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του
κυρίου διαδίκου [ΑΠ 1260/2019, ΑΠ 368/2019, ΕφΠατρών
142/2020, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος]. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει
να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου
όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής [άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ], αφού το δεδικασμένο από
τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ [ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ
Νόμος]. Για το χαρακτηρισμό της παρέμβασης ως αυτοτελούς αρκεί κατ’ αρχήν ο
ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος
βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο
όμως σε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να αποδεικνύεται [ΑΠ 1260/2019, ΑΠ
368/2019, ΑΠ 1564/2017, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος]. Συνέπειες, δε, της
αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ως προς τη διαδικαστική θέση του αυτοτελώς παρεμβαίνοντος είναι η χωριστή κίνηση προθεσμιών με τις
προς αυτόν επιδόσεις, η ελεύθερη εκτίμηση της ομολογίας του και ο αποκλεισμός
της εξέτασής του ως μάρτυρα, η επέλευση βίαιης διακοπής της δίκης με τη
μεταβολή του. προσώπου του, η εκπροσώπησή του κατά την απουσία του από τον υπέρ
ου η παρέμβαση και αντιοτρόφως, εφόσον υφίσταται
νόμιμη κλήτευση συμμετοχής στη δίκη, η καταδίκη στα έξοδα κατά τους κανόνες των
άρθρων 180 και 182 ΚΠολΔ και η απεύθυνση
των ενδίκων μέσων και κατ' αυτού [βλ. Π. Γέσιου-Φάλτση,
“Η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση”, σε τόμο εις μνήμην Κ. Καραβά σελ. 566-580, Β.
Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ,
τόμος Α', υπό ερμηνεία άρθρων 80 έως 83, ΕφΠατρών
142/2020, ό.π.].
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1
περ. γ' του Ν. 4354/2015 «Διαχείριση μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές
ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών
στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» προκύπτει ότι σε ανώνυμες εταιρείες,
που εδρεύουν στην Ελλάδα, στους σκοπούς των οποίων συμπεριλαμβάνεται η
διαχείριση απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια και πιστώσεις, αφού λάβουν
ειδική προς τούτο άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία δημοσιεύεται στην
Εφημερίδα της Κυβέρνησης, μπορεί να ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων από
συμβάσεις δανείων ή/και πιστώσεων, οι οποίες δεν εξυπηρετούνται για διάστημα
μεγαλύτερο των [90] ημερών. Οι μεταβιβαζόμενες αυτές απαιτήσεις λογίζονται ως
τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους, οι δε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων
ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι
οποίες βαρύνουν τις εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις
μεταβιβαζόμενες ως άνω απαιτήσεις. Στην περίπτωση αυτή οι εταιρείες διαχείρισης
νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να εγείρουν κάθε ένδικο βοήθημα και
να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό
διαχείριση απαιτήσεων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ως άνω
νόμου, όπως είναι η παράστασή τους σε εκκρεμή δίκη προς διασφάλιση της
απαίτησης που διαχειρίζονται κατ’ ανάθεση, οπότε δεν ενεργούν ως αντιπρόσωποι ή
εκπρόσωποι της αναθέτουσας τράπεζας, αλλά «ιδίω ονόματι». Άλλωστε, κατά την αυτή ως άνω διάταξη του άρθρου
2 παρ. 4 Ν. 4354/2015 η κύρια διάδικος Τράπεζα δεν υποκαθίσταται αυτοδικαίως
από την εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων στις εκκρεμείς δίκες, ούτε
αντιπροσωπεύεται από αυτήν. Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι στην προκειμένη
περίπτωση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, σε αντίθεση με την περίπτωση
της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση
κατά τους ορισμούς του Ν. 3156/2003, όπου δεν απονέμει στην εταιρεία
διαχειρίσεως, με την οποία συμβάλλεται η εταιρεία αποκτήσεως, την ιδιότητα του
μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου έστω και έμμεσα, χωρίς πανηγυρική
διατύπωση, ώστε η τελευταία να ασκεί ως μη δικαιούχος διάδικος, κατά παραχώρηση
του νομοθέτη, αγωγές και άλλα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των δικαστηρίων για τα
δικαιώματα της εταιρείας αποκτήσεως, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά της,
με άλλα λόγια δεν της απονέμει ενεργητική κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση, στις
εταιρίες διαχειρίσεως του Ν. 4354/2015 στο άρθρο 2§4 αυτού, η εν λόγω
(ενεργητική) νομιμοποίηση παρέχεται ρητά (ΟλΑΠ
1/2023, ΑΠ 822/2022). Εφόσον, δε, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4
Ν. 4354/2015 η κύρια διάδικος Τράπεζα δεν υποκαθίσταται αυτοδικαίως από την
εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων στις εκκρεμείς δίκες, ούτε αντιπροσωπεύεται από
αυτήν και ο νόμος δεν ορίζει τον τρόπο με τον οποίο η τελευταία εισέρχεται στη
δίκη, εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ.
Επομένως, για να εισέλθει η εταιρεία διαχείρισης στην εκκρεμή, ήδη μεταξύ του
οφειλέτη και της δανείστριας τραπεζικής εταιρείας, δίκη και να μετάσχει σε
αυτήν ως μη δικαιούχος διάδικος πρέπει να ασκήσει παρέμβαση, η οποία έχει το
χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κατά τα ανωτέρω. Συνεπώς, ασκείται
με αυτοτελές δικόγραφο, που πρέπει να κατατεθεί και να επιδοθεί σε όλους τους
υπόλοιπους διαδίκους, άρα και στην υπέρ ης κύρια διάδικο, εντός της νόμιμης
προθεσμίας πριν από τη συζήτηση, άλλως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως
απαράδεκτη, κατά τα ανωτέρω. Μεταξύ της κυρίας διαδίκου τραπεζικής εταιρείας
και της αυτοτελώς υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας
εταιρείας διαχείρισης δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας,
κατά τα αναλυτικά προεκτεθέντα [ΟλΑΠ
1/2023, ΑΠ 64/2017, ΕφΛαρ 299/2019, δημοσιευμένες
στην ΤΝΠ Νόμος]. Κατά δε την έννοια του άρθρου 76 παρ. 4 ΚΠολΔ
η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους αναγκαίους ομαδικούς έχει
αποτέλεσμα και για τους άλλους. Έτσι, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε
ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες
αυτό και οι ομαδικοί του παρόλο που αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως
προς αυτούς η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ
63/1981, ΝοΒ 29.1257, ΕφΑιγ
31/2020). Στην περίπτωση αυτή (της πλασματικής άσκησης του ενδίκου μέσου) οι μη
ασκήσαντες αυτό ομόδικοι πρέπει να καλούνται σε όλες
τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρα 76 παρ, 3 και
110 παρ. 2 ΚΠολΔ) διαφορετικά η συζήτηση αυτού
κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΕφΘεσ
266/2021, Αρμ 2021.416, ΕφΛαρ
212/2015, Δικογραφία 2015.510, βλ. Β.Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, υπό τα άρθρα 80 και 83). Άρα, για τους αναγκαίους
ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι
συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (ΑΠ 368/2019, ΕΠΟΛΔ 2019.423, ΕφΠατρ 128/2021, αδημ, ΕφΠατρ 58/2021, αδημ, ΕφΑιγ 31/2020, αδημ, βλ. Κεραμέως-Κονδύλη-Νίκα, ΕρμΚΠολΔ,
Τόμος I, υπ’ άρθρο 83, σελ. 193, παρ. 3 και υπ’ άρθρο 76 σελ. 178, παρ. 7).
Στην προκειμένη περίπτωση η ανώνυμη εταιρεία
με την επωνυμία “CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ” (εφεξής «CEPAL HELLAS
ΑΕΔΑΔΠ»), επικαλούμενη έννομο προς τούτο συμφέρον, ενόψει του ότι τυγχάνει μη
ειδική διάδοχος, νόμιμη διαχειρίστρια και εκπρόσωπος, των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας εταιρίας ειδικού σκοπού
με την επωνυμία «GEMINI CORE SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», της
τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με
την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» [ΑΦΜ ., Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών και αρ.
ΓΕΜΗ .] (επωφελούμενη), υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης
εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (και ήδη μετονομασθείσα σε «ALPHA ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ
ΕΤΑΙΡΕΙΑ») [ΑΦΜ .] (διασπώμενη), εγκριθείσας της
διάσπασης με την υπ1 αριθ. πρωτ. ./16.4.2021 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης
και Επενδύσεων, δυνάμει της από 25.6.2021 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης
Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, καταχωρηθείσας νομίμως
στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθ. πρωτ. ./28.6.2021 (Τομ. 12, α/α
221), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 σε συνδ. με το
άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής
εταιρείας «CITIBANK INTERNATIONAL PLC», δυνάμει της από 30.9.2014 Σύμβασης
Μεταβίβασης Απαίτησης (Receivables Transfer Agreement) - Σύμβασης Εκχώρησης, με την οποία
εκχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στην «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» στοιχεία του
ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του υποκαταστήματος στην Ελλάδα της
«CITIBANK INTERNATIONAL PLC», με το από 5.9.2024 [αριθ. έκθ.
κατάθ. δικογρ. ././6.9.2024] ιδιαίτερο δικόγραφο
άσκησε το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, εκούσια
αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της άνω εφεσίβλητης Τράπεζας. Ειδικότερα,
ισχυρίζεται ότι η προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρεία μετά την έναρξη της
εκκρεμοδικίας και την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης και πριν την αναβίωση
αυτής με την άσκηση της υπό κρίση έφεσης, έχει καταστεί ειδική διάδοχος της
εφεσίβλητης Τράπεζας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την
παρούσα κύρια δίκη [άρθρο 325 ΚΠολΔ], Συγκεκριμένα,
ότι η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ
ΕΤΑΙΡΕΙΑ» [ΑΦΜ .], κατέστη ειδική διάδοχος της δανείστριας Τράπεζας «CITIBANK
INTERNATIONAL PLC», δυνάμει της από 30.9.2014 Σύμβασης Μεταβίβασης Απαίτησης (Receivables Transfer Agreement) -
Σύμβασης Εκχώρησης, με την οποία εκχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στην ως άνω
Τράπεζα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του υποκαταστήματος
στην Ελλάδα της «CITBANK INTERNATIONAL PLC». Ότι στη συνέχεια, την 16.4.2021
εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ η προναφερόμενη
διάσπαση της «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» (διασπώμενη), με απόσχιση του κλάδου
τραπεζικής δραστηριότητας της διασπώμενης και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα
τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε» [ΑΦΜ . - επωφελούμενη], η
οποία υπεισήλθε αυτοδικαίως ως καθολική διάδοχος της διασπώμενης, στα στοιχεία
ενεργητικού και παθητικού του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας, μεταξύ των
οποίων και η επίδικη προαναφερόμενη αίτηση - σύμβαση προσωπικού δανείου. Ότι
την 25.6.2021 η επωφελούμενη «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» πώλησε και μεταβίβασε
επιχειρηματικές απαιτήσεις της στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την
επωνυμία «GEMINI CORE SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», σύμφωνα με
το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 25.6.2021 σύμβασης πώλησης και
μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία
του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθ. πρωτ. ./28.6.2021 (Τομ. ., α/α .), σύμφωνα
με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 8 και 10 του Ν. 3156/2003 σε συνδυασμό με
το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, η οποία καταχώρηση λογίζεται κατά πλάσμα δικαίου
ως αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω έγγραφη
γνωστοποίηση της μεταβίβασης σε αυτόν. Ότι στη συνέχεια, η ως άνω αλλοδαπή
εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε στην ανώνυμη εταιρεία «CEPAL HELLAS ΑΕΔΑΔΠ» τη
διαχείριση των εν θέματι απαιτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 14 του Ν.
3156/2003 και δυνάμει του από 25.6.2021 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης
απαιτήσεων, το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου
Αθηνών με αριθ. πρωτ. ./28.6.2021 (Τομ.., α/α .), σύμφωνα με τις διατάξεις του
άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 και του υπ1 αριθ. ./25.6.2021 ειδικού
πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών . .. Ότι συνεπεία των ανωτέρω, κάθε
ενέργεια στην οποία προβαίνει αυτή (η παρεμβαίνουσα
εταιρεία «CEPAL HELLAS ΑΕΔΑΔΠ») στο πλαίσιο λειτουργίας των σχετικών συμβάσεων,
όπως ισχύουν μετά των πρόσθετων πράξεων αυτών και της είσπραξης των εξ αυτών
απαιτήσεων, πραγματοποιείται στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω αλλοδαπής
εταιρείας ειδικού σκοπού, η οποία κατέστη μεταξύ άλλων απαιτήσεων, δικαιούχος
και της επίδικης απαίτησης της εφεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση
Τράπεζας, που απορρέει από την προαναφερόμενη αίτηση - σύμβαση προσωπικού
δανείου, την οποία είχε καταρτίσει με τον εκκαλούντα - καθ’ ου η αυτοτελής
πρόσθετη παρέμβαση, ο οποίος άσκησε την ένδικη ανακοπή του και τους πρόσθετους
λόγους αυτής, εκδοθείσας επ’ αυτών της εκκαλουμένης
απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας ερείδεται η ένδικη
έφεση της κύριας δίκης. Ζητεί, δε, ως διαχειρίστρια της άνω απαιτήσεως και
ειδική πληρεξούσια, της ειδικής διαδόχου της ως άνω εφεσιβλητης
Τράπεζας στο ουσιαστικό δικαίωμα που αποτελεί το αντικείμενο της προκείμενης
δίκης και συνακόλουθα ως αναγκαία με αυτήν ομόδικος, να αποβεί η δίκη υπέρ της
εφεσίβλητης δικαιοπαρόχου της Τράπεζας, με την απόρριψη της έφεσης του
εκκαλούντος, με την οποία ζητεί να γίνει δεκτή η ασκηθείσα εκ μέρους του ως άνω
ανακοπή (και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής), καθώς και να καταδικαστεί ο καθ’ ου στη
δικαστική της δαπάνη. Η παρέμβαση αυτή, σύμφωνα και με την υπό στοιχείο [I]
νομική σκέψη, φέρει το χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, διότι η παρεμβαίνουσα εταιρεία κατέστη νόμιμη διαχειρίστρια της
ειδικής διαδόχου της εφεσίβλητης Τράπεζας, απορριπτομένου
του ισχυρισμού του εκκαλούντος περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αυτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας
εταιρείας «CEPAL HELLAS ΑΕΔΑΔΠ», δεδομένου ότι αφενός η τελευταία προσκομίζει
τα νομιμοποιητικά της έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το σχετικό επικυρωμένο
αντίγραφο του με αριθ. πρωτ. ./6.7.2021 αποσπάσματος του Παραρτήματος της υπ'αριθ. ./28.6.2021 περίληψης της από 25.6.2021 σύμβασης
πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, στο οποίο περιλαμβάνονται τα απαιτούμενα εκ
του νόμου στοιχεία των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων που διατηρούσε η δανείστρια
Τράπεζα σε βάρος του εκκαλούντος, μεταξύ των οποίων και η επίδικη αίτηση -
σύμβαση προσωπικού δανείου, χωρίς να απαιτείται ούτε η προσκόμιση ολόκληρων των
συμβάσεων, ούτε η κοινοποίησή τους μαζί με το δικόγραφο της παρέμβασης,
ισχυρισμοί που τυγχάνουν απορριπτέοι ως μη νόμιμοι, καθώς αφενός αρκεί η
προσκόμιση των αποσπασμάτων των συμβάσεων και του ως άνω Παραρτήματος προς
απόδειξη της νομιμοποίησής της, ενώ υποχρέωση κοινοποίησής τους προβλέπεται μόνο
από την διάταξη του άρθρου 925 ΚΠολΔ, και αφορά στην
κοινοποίηση των νομιμοποιητικών εγγράφων του καθολικού ή ειδικού διαδόχου του
αρχικού δικαιούχου, προκειμένου να αρχίσει ή να συνεχιστεί η διαδικασία της
αναγκαστικής εκτέλεση και όχι τα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα. Όσον αφορά,
δε, στον ισχυρισμό του εκκαλούντος περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της
αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού «GEMINI CORE SECURITISATION DESIGNATED
ACTIVITY COMPANY» στην άσκηση της από 5.9.2024 αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης,
πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθώς η ως άνω εταιρεία
ειδικού σκοπού δεν έχει ασκήσει την ένδικη πρόσθετη παρέμβαση, αλλά απλώς
αναφέρεται στο δικονομικό ιστορικό για τη νομιμοποίηση της διαχειρίστριας
εταιρείας «CEPAL HELLAS ΑΕΔΑΔΠ», η οποία είναι και η μόνη αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η οποία στηρίζει την νομιμοποίησή της σε
αδιάκοπη σειρά σχετικών συμβάσεων (μεταβίβασης και διαχείρισης απαιτήσεων),
όπως αυτές αναλυτικά αναφέρονται στο σχετικό δικόγραφο.
Περαιτέρω, η ένδικη αυτοτελής πρόσθετη
παρέμβαση ασκήθηκε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του
παρόντος Δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται, συνταγείσας
σχετικώς της ανωτέρω σημειούμενης υπ’ αριθ. ././6.9.2024 έκθεσης κατάθεσης
δικογράφου, και επιδόθηκε σε όλους τους διαδίκους εμπρόθεσμα [βλ. την υπ' αριθ.
.ΣΤ/10.9.2024 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με
έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών . ., προς τον καθ’ ου η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση
(εκκαλούντα) και την υπ’ αριθ. .Β710.9.2024 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής
Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, . ., προς την
υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση (εφεσίβλητη Τράπεζα)]. Κατά συνέπεια, εφόσον η
αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, για τη συζήτηση της οποίας στο παρόν Δικαστήριο
προσκομίζονται τα κατ’ άρθρο 61 Ν. 4194/2013 προαναφερόμενα γραμμάτια
προκαταβολής εισφορών και ενσήμων των Δικηγόρων των παρισταμένων διαδίκων,
ασκήθηκε παραδεκτά και νόμιμα, κατ’ άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ,
δημιουργήθηκε μεταξύ αυτής και της κυρίας διαδίκου - εφεσίβλητης - υπέρ ης η
πρόσθετη παρέμβαση τραπεζικής εταιρείας σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας,
αυτή δε η τελευταία, η οποία όπως ήδη έχει αναφερθεί κλήθηκε νομοτύπως και
εμπροθέσμως [άρθρα 524 παρ 1 και 591 παρ. 1 β' και 7 ΚΠολΔ] δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο
κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και δεν έλαβε μέρος στη γενομένη συζήτηση,
θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως
παρεμβαίνουσα, κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτιθέμενα
στην υπό στοιχείο [!] νομική σκέψη, ως εκ τούτου, η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και η εφεσίβλητη - υπέρ ης η πρόσθετη
παρέμβαση παρούσα.
Μετά ταύτα, οι φερόμενες προς συζήτηση
ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου [Α] από 30.3.2023 [αριθ. εκθ.
κατ. δικογρ. ενδ. μέσου
././3.4.2023 και αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. προσδ. ././10.4.2023] έφεση και [Β] από 5.9.2024
[αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ.
././6.9.2024] αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή -
εφεσίβλητης Τράπεζας, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν,
κατ’ άρθρα 31, 80, 83 και 246 σε συνδ. με 524 παρ. 1 ΚΠολΔ,
καθόσον έχουν μεταξύ τους σχέση κύριου και παρεπόμενου, υπάγονται στην ίδια
διαδικασία, εκκρεμούν στο παρόν Δικαστήριο ανάμεσα σε διαφορετικούς διαδίκους
και από τη συνεκδίκασή τους, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διευκολύνεται η
διεξαγωγή της δίκης, ερήμην της εφεσίβλητης και υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη
παρέμβαση Τράπεζας, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση των υποθέσεων από
τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, καίτοι
κλήθηκε νόμιμα γι’ αυτήν από τον εκκαλούντα και την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως ήδη προεκτέθηκε.
Το Δικαστήριο ωστόσο θα ερευνήσει την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι
διάδικοι (άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ).
[AJ. Με την από 18.7.2011 (αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ.
././19.7.2011) ανακοπή του, και τους από 20.11.2017 (αριθ. έκθ.
καταθ. δικογρ.
./22.11.2017) πρόσθετους λόγους αυτής, ο ανακόπτων
και ήδη εκκαλών ζήτησε να ακυρωθεί, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτει στα
άνω δικόγραφα, η με αριθμό ./2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε βάρος του κατόπιν αιτήσεως της καθ' ης
η ανακοπή τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «CITIBANK INTERNATIONAL PLC»,
της οποίας ειδική διάδοχος κατέστη, κατά τα ως άνω αναλυτικώς αναφερόμενα, η
ανώνυμη τραπεζική εταιρεία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.», με βάση την αναφερόμενη σε αυτή
αίτηση - δανειακή σύμβαση και με την οποία διαταγή πληρωμής υποχρεώθηκε να
καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή το ποσό των 19.097,19 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την
εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε την ανακοπή (και τους πρόσθετους λόγους αυτής)
παραδεκτή και νόμιμη και ερευνώντας περαιτέρω το παραδεκτό, νόμιμο και βάσιμο
των προβαλλόμενων με τα ως άνω δικόγραφα λόγων, τους απέρριψε στο σύνολό τους
και επικύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Κατά της ως άνω αποφάσεως
παραπονείται ο εκκαλών με την κρινόμενη από 30.3.2023 έφεσή του, για τους
λόγους που αναφέρει σε αυτήν και που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και
εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η
προσβαλλόμενη υπ1 αριθ. 14171/22.10.2020 απόφαση, με. σκοπό να γίνει δεκτή η
ανακοπή του και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. ./2011
διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να
καταδικαστεί η εφεσίβλητη Τράπεζα στη δικαστική του δαπάνη και των δύο βαθμών
δικαιοδοσίας.
{II). Από το συνδυασμό των διατάξεων των
άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των
ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων
μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής
απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή,
καθώς και το ποσόν της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η
απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, και δεν είναι βεβαία και
εκκαθαρισμένη η απαίτηση ο Δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ,
να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής
αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από
ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω
διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα
αποδείξεως της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ
10/1997, ΑΠ 2206/2009). Συνεπώς, για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, η
οποία εκδόθηκε βάσει χρεωστικού υπολοίπου δανειακής σύμβασης, που καταρτίστηκε
με Τράπεζα, αρκεί να αναφέρεται, έστω και συνοπτικά, η κατάρτιση της συμβάσεως
από την αιτούσα δανείστρια Τράπεζα με τον πρωτοφειλέτη,
το κλείσιμο του λογαριασμού, καθώς και ότι το ποσό, το οποίο διατάσσεται ο καθ'
ου να πληρώσει, αποτελεί το σε βάρος του ως πρωτοφειλέτη
χρεωστικό υπόλοιπο ή αν πρόκειται για τον εγγυητή, η εκ μέρους του καθ' ου
παροχή εγγυήσεως για την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου, που οφείλει ο τρίτος
ως πρωτοφειλέτης στη δανείστρια Τράπεζα. Τέλος,
σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 623 ΚΠολΔ, κατά
την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ιδίου Κώδικα μπορεί να ζητηθεί
η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής
χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο
ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626 § 3 ΚΠολΔ,
στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να
επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό
της. Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το χρεωστικό υπόλοιπο
δανείου, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η δανειακή σύμβαση, η κίνηση του τηρηθέντος λογαριασμού, η καταγγελία της συμβάσεως και το
οριστικό υπόλοιπο του δανείου. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση χορήγησης δανείου
ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του δανειολήπτη προς την πιστώτρια τράπεζα θα
αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, είναι, ως
δικονομική σύμβαση, έγκυρη, εφόσον δεν επηρεάζει το βάρος απόδειξης, ούτε
αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του δανειολήπτη ή πιστούχου
καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού, οπότε με την
απόδειξη της ακρίβειας αυτών και του προκύπτοντος από
τη σύγκριση αυτών καταλοίπου, υποχρεούται η πιστώτρια Τράπεζα (ΑΠ 370/2012). Ο
δανειολήπτης, ωστόσο, έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που
περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, αυτός φέρει το βάρος των
σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και
ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1071/2017).
Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής του,
ο οποίος συνέχεται με υπό στοιχείο (Α) σκέλος του δεύτερου πρόσθετου λόγου
αυτής, κατ’ ορθήν εκτίμησή τους, ο ανακόπτων ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής
πάσχει ακυρότητας λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου. Ειδικότερα, από το με
ημερομηνία 20.11.2017 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της ένδικης ανακοπής,
προκύπτει ότι με τους ως άνω λόγους, ο ανακόπτων και
ήδη εκκαλών, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πάσχει ακυρότητας, διότι αφενός η αναφερόμενη
στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής από 16.2.2009 σύμβαση για χορήγηση δανείου,
στην οποία στηρίχθηκε για την έκδοσή της, δεν φέρει την υπογραφή του, ούτε στο
σώμα της κύριας σύμβασης, ούτε στους ουσιώδεις όρους αυτής, αλλά μόνο στην
αίτηση για την έκδοση του δανείου και στο Παράρτημα της σύμβασης, με αποτέλεσμα
τα ως άνω έγγραφα (αίτηση και παράρτημα) που φέρουν την υπογραφή του να μην
αποτελούν σύμβαση δανείου και συνεπώς η ύπαρξη της ένδικης χρηματικής απαίτησης
της απούσας δανείστριας Τράπεζας δεν απορρέει από νομίμως καταρτισθείσα
δανεική σύμβαση, η οποία σε κάθε περίπτωση διέπεται
από άκυρους και καταχρηστικούς ΓΟΣ, τους οποίους ο ίδιος ουδέποτε αποδέχθηκε,
καθώς το σχετικό τμήμα της δανειακής σύμβασης με τους όρους αυτής, δεν φέρει
την υπογραφή ούτε του ίδιου, ούτε του νομίμου
εκπροσώπου της δανείστριας Τράπεζας. Ότι εξαιτίας των ανωτέρω, η ένδικη
απαίτηση της δανείστριας Τράπεζας, καθώς και το ύψος αυτής, δεν αποδεικνύονται
με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και δη από νόμιμη σύμβαση δανείου και τις
αναλυτικές κινήσεις του τηρούμενου για την εξυπηρέτηση του δανείου λογαριασμού,
καθώς τα αποσπάσματα των μηχανογραφικώς τηρούμενων
λογαριασμών από τα βιβλία της δανείστριας Τράπεζας, μη νόμιμα προσκομίστηκαν εκ
μέρους της καθ’ ης η ανακοπή (ήδη εφεσίβλητη) κατά την υποβολή της αιτήσεώς της
για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, καθώς δεν υπήρχε νόμιμος
συμβατικός όρος και αποδοχή αυτού από τον ίδιο (εκκαλούντα) ως προς την
αποδεικτική δύναμη των ως άνω βιβλίων και των αποσπασμάτων αυτών, με αποτέλεσμα
να υπάρχει αμφιβολία τόσο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, όσο και ως προς το
ακριβές ύψος της οφειλής, με αποτέλεσμα η απαίτηση της Τράπεζας να μην είναι
βέβαιη και εκκαθαρισμένη, και ως εκ τούτων ο Δικαστής του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών δεν έπρεπε να προβεί στην έκδοση της προσβαλλόμενης
διαταγής πληρωμής.
Ειδικότερα, ο ανακόπτων
εκθέτει ότι η από 16.2.2009 αίτηση - σύμβαση χορήγησης προσωπικού δανείου δεν
φέρει την υπογραφή του, ούτε την υπογραφή των εκπροσώπων της πρώην τραπεζικής
εταιρείας με την επωνυμία «CITIBANK INETRNAT1ONAL PLC» στις σελίδες της
σύμβασης, όπου περιλαμβάνονται όλοι οι ουσιώδεις όροι αυτής, αλλά η υπογραφή
του έχει τεθεί μόνο στην αίτηση για τη χορήγηση του δανείου, όπου αναφέρονται
τα προσωπικά του στοιχεία (ονοματεπώνυμο, ΑΦΜ, διεύθυνση κατοικίας κ.λπ.), ενώ
στις σελίδες της δανειακής σύμβασης, με τίτλο «ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ» (σελ. 1-3) δεν
υπάρχει καμία υπογραφή, ούτε του ιδίου ως δανειολήπτη, ούτε των νομίμων εκπροσώπων ή των αρμοδίων υπαλλήλων της Τράπεζας,
με αποτέλεσμα να μην υφίσταται ο έγγραφος τύπος της ένδικης σύμβασης, που είναι
απαραίτητος για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Ότι στους
όρους της ανυπόγραφης σύμβασης περιλαμβάνονται άκυροι και καταχρηστικοί ΓΟΣ,
τους οποίους ο ίδιος ουδέποτε αποδέχθηκε, μεταξύ των οποίων και ο ουσιώδης όρος
ότι η απόδειξη της απαίτησης θα γίνεται με αποσπάσματα ή αντίγραφα από τα
εμπορικά βιβλία της Τράπεζας, εκδιδόμενα από εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό της ή
και Δικηγόρο, τα οποία ο ίδιος ως πιστούχος αναγνωρίζει ότι θα αποτελούν πλήρη
απόδειξη των απαιτήσεων της Τράπεζας, κατά της οποίας όμως θα επιτρέπεται
ανταπόδειξη. Με βάση όλα τα ανωτέρω ο ανακόπτων
ζήτησε να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Οι ως άνω, απολύτως
συνεχόμενοι μεταξύ τους, πρόσθετοι λόγοι ανακοπής είναι ορισμένοι και νόμιμοι,
σύμφωνα με τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην υπό στοιχείο [II] νομική σκέψη της
παρούσας, απορριπτομένων των ισχυρισμών της αυτοτελώς
προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας, με τους οποίους
ισχυρίζεται τα αντίθετα. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός, με τον οποίο η αυτοτελώς
προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία αντικρούει τους ως
άνω πρόσθετους λόγους έφεσης και εκθέτει αναλυτικώς την αποδεικτική δύναμη των
τηρούμενων εκ μέρους της δανείστριας Τράπεζας μηχανογραφικών βιβλίων και των
αποσπασμάτων αυτών, που προσκομίστηκαν σε αντίγραφα κατά την έκδοση της
προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, και ότι τα αντίγραφα αυτών έχουν αποδεικτική
δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά τους βεβαιώθηκε από τα
εξουσιοδοτημένα πρόσωπα της Τράπεζας, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθώς ο ανακόπτων στην κρινόμενη ανακοπή του και τους πρόσθετους
λόγους αυτής, δεν αμφισβήτησε την αποδεικτική ισχύ των ως άνω εγγράφων, αλλά
προσβάλλει τον σχετικό όρο (όπως και έτερους όρους),
ως καταχρηστικό και άκυρο γενικό όρο συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.), αντικείμενο στις
διατάξεις του Ν. 2251/1994. Επίσης, ο ισχυρισμός της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας περί καταχρηστικής ασκήσεως της
ένδικης ανακοπής εκ μέρους του ανακόπτοντος, διότι εφόσον ο ίδιος δεν
εξυπηρετούσε εμπρόθεσμα και τυπικά το δάνειό του, καταχρηστικώς ζητά την
ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, προκαλώντας ισόποση ζημία στην
δανείστρια Τράπεζα, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι, στο πεδίο του
δικονομικού δικαίου η διάταξη του 281 ΑΚ είναι ανεφάρμοστη και τούτο διότι αυτή
αναφέρεται σε ιδιωτικά δικαιώματα (Ράμμος, Εγχειρ. 1
(1980), παρ. 228, σελ. 624, 625, Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, υπ'
αρθ. 116, 111, σελ. 295). Εξάλλου, η καταχρηστική
άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων και ευχερειών ρυθμίζεται από το άρθρο 116 ΚΠολΔ. Όμως, η διάταξη αυτή δε θεσμοθετεί ως γνήσια
δικονομική κύρωση το απαράδεκτο διαδικαστικής πράξης, η οποία επιχειρήθηκε κατά
παράβασή της (Μπέης, ό.π., σελ. 595, Κεραμέως, Αστ.Δικ.Δ., έκδ. 11(1978), σελ. 148). Ειδικότερα, στις διαδικαστικές
πράξεις που ενεργούνται στο χώρο του δικονομικού δικαίου, όπως είναι η άσκηση
αγωγής ή ενδίκου μέσου, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που
απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ
735/2017, ΑΠ 221/2016, ΑΠ 331/2015), αλλά το άρθρο 116 ΚΠολΔ,
που επιβάλλει μεν και αυτό την καλόπιστη και σύμφωνη με τα χρηστά ήθη διεξαγωγή
της δίκης, χωρίς, όμως, κατά τα λοιπά να προβλέπει ακυρότητα της διαδικαστικής
πράξης που ενεργήθηκε κατά παράβασή του (ΑΠ 221/2016, ΑΠ 331/2015, ΑΠ
1595/2014), αλλά επάγεται ως κύρωση την, σύμφωνα με το άρθρο 205 ιδίου Κώδικα,
επιβολή στον παραβάτη διάδικο ή τον δικηγόρο ποινών τάξεως (ΑΠ 331/2015).
Άλλωστε, η άσκηση ενός αμιγώς δικονομικού δικαιώματος (άσκηση ανακοπής) δεν
μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική από το γεγονός και μόνο ότι επιφέρει επιβλαβή
αποτελέσματα για τον υπόχρεο και εν προκειμένω στην καθ’ ης η ανακοπή, ενώ το
γεγονός και μόνο ότι ο οφειλέτης δεν εξυπηρετούσε το δάνειό του δεν καθιστά
καταχρηστική την άσκηση της ένδικης ανακοπής, καθώς αποτελεί νόμιμη άσκηση
συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος για δικαστική προστασία και δεν
αντίκειται στην καλή πίστη.
Περαιτέρω, οι συγκεκριμένοι πρόσθετοι λόγοι
της κρινόμενης ανακοπής, όπως αυτοί αναλύονται ανωτέρω, κατά τα διαλαμβανόμενα
στην υπό στοιχείο [II] νομική σκέψη της παρούσας, αποδείχθηκε ότι είναι και
ουσιαστικά βάσιμοι. Ειδικότερα, από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι
νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς
συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση
της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως αν
μνημονεύεται ή όχι ειδικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας
που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη [άρθρο
336 ΚΠολΔ], αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών την 4.2.2009
υπέβαλε αίτηση προσωπικού δανείου στην Τράπεζα CITIBANK (βλ. προσκομιζόμενη).
Στην ως άνω αίτηση, την οποία υπογράφει ο αϊτών (εκκαλών) αναφέρονται αναλυτικά
τα προσωπικά και τα επαγγελματικά του στοιχεία, τα οικονομικά του στοιχεία
(συνολικό ετήσιο εισόδημα του ιδίου και της συζύγου του), το ποσό του δανείου
το οποίο αιτήθηκε (20.900 ευρώ), το σκοπό του δανείου, που αφορούσε σε αναχρηματοδότηση οφειλών του που παρουσίαζαν καθυστέρηση
στην αποπληρωμή τους, τη διάρκεια και την αποπληρωμή του δανείου σε εξήντα
μηνιαίες δόσεις, με επιτόκιο 12,95%, πλέον εισφοράς του Ν. 128/1975 και τους
λογαριασμούς στους οποίους θα γινόταν η πίστωση του δανείου. Στη συνέχεια,
αποδείχθηκε ότι η μνημονευόμενη στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής «από
16.2.2009 σύμβαση για χορήγηση δανείου», την οποία έλαβε ρητά υπόψη του ο
Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την έκδοσή της, αττοτελείται από . (Α) έντυπο με τίτλο «ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ»,
στο οποίο (i) δεν υφίσταται ο αριθμός της δανειακής σύμβασης, (ii) δεν υφίστανται τα στοιχεία αμφότερων των συμβαλλόμενων
μερών, αλλά μόνο η επωνυμία της Τράπεζας, χωρίς περαιτέρω στοιχεία των προσώπων
που την εκπροσωπούν και τη δεσμεύουν για την κατάρτιση της επίδικης δανειακής
σύμβασης, και χωρίς τα στοιχεία του δανειολήπτη, (iii)
δεν υπάρχει ημερομηνία, ούτε τόπος κατάρτισης της σύμβασης δανείου, (iv) δεν φέρει υπογραφές ή μονογραφές των συμβαλλόμενων
μερών σε κανένα ενδιάμεσο φύλλο της, ούτε στο οπισθόφυλλό της, ούτε σφραγίδα
της δανείστριας Τράπεζας, και στην πραγματικότητα η επίμαχη «ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ»
αποτελεί το σύνολο των προδιατυπωμένων όρων μίας
οποιοσδήποτε δανειακής σύμβασης (σκοπός δανείου, αποπληρωμή, προπληρωμή, τόκοι,
φόροι έξοδα, εγγύηση, καταγγελία, λογαριασμός, συμψηφισμός, μεταβίβαση δανείου
και διάφοροι λοιποί όροι), χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση για την επίδικη
δανειακή σύμβαση (ούτε καν τα στοιχεία των συμβαλλόμενων μερών) και (Β) έντυπο
με τίτλο «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ», όπου υφίσταται το λογότυπο της Τράπεζας, αναφέρεται ο
αριθμός σύμβασης, ο οποίος ταυτίζεται με τον λογαριασμό του δανείου (.), το
ονοματεπώνυμο του πιστούχου (εκκαλών) και ο τόπος κατοικίας του, το ποσό του
δανείου (20.900 ευρώ), ο σκοπός αυτού (αναχρηματοδότηση),
το ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο (13,55%) πλέον εισφοράς του Ν. 128/1975, έξοδα
δανείου (100 ευρώ) και το συνολικό ετήσιο πραγματικό ποσοστό επιβάρυνσης, ο
τρόπος αποπληρωμής του και ο λογαριασμός χρέωσης. Το τελευταίο αυτό έντυπο
είναι το μόνο το οποίο φέρει υπογραφή του πιστούχου και της Διευθύντριας του
Υποκαταστήματος της Τράπεζας, χωρίς Ημερομηνία και χωρίς περαιτέρω στοιχεία του
υποκαταστήματος (τόπος, διεύθυνση κ.λπ ). Πλην όμως,
το εν λόγω Παράρτημα, από το οποίο επίσης λείπουν ουσιώδη στοιχεία της
δανειακής σύμβασης, δεν αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της «ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΔΑΝΕΙΟΥ» καθώς
κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται ούτε στο Παράρτημα, ούτε στη Σύμβαση, ενώ ως
Παράρτημα της κύριας Σύμβασης όφειλε να φέρει δικό του αριθμό. Σημειώνεται, ότι
όπως είναι γνωστό στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά τα διδάγματα της
κοινής πείρας και σύμφωνα με την συναλλακτική πρακτική των τραπεζικών
ιδρυμάτων, η κύρια σύμβαση δανείου περιέχει τα στοιχεία των συμβαλλομένων μερών,
τον τόπο και το χρόνο κατάρτισής της και όλους τους ουσιώδεις όρους που τη
διέπουν, ενώ το τυχόν παράρτημα (ή τα παραρτήματα) που τη συνοδεύουν αποτελεί
ξεχωριστή, παρακολουθηματική της κύριας, σύμβαση,
στην οποία εξειδικεύονται (ή τροποποιούνται) ορισμένα στοιχεία της δανεικής
σύμβασης, ανάλογα με την ειδική περίπτωση της εκάστοτε κύριας δανειακής
σύμβασης. Σε αμφότερες, δε, τις περιπτώσεις (κύρια δανειακή σύμβαση και
παράρτημα αυτής) τίθενται οι υπογραφές όλων των συμβαλλομένων μερών
(δανείστριας Τράπεζας και δανειολήπτη), καθώς και των τυχόν εγγυητών της
δανειακής σύμβασης. Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, η επίδικη «ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ»,
στην οποία περιλαμβάνονται όλοι οι ουσιώδεις όροι της δανειακής σύμβασης και
ιδίως αυτοί που αφορούν στην έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν
φέρει στο έντυπό της ούτε αριθμό, ούτε ημερομηνία, ούτε υπογραφές των
συμβαλλομένων, ούτε σφραγίδες μεταξύ των σελίδων αυτής, ούτε υφίσταται κάποια
σύνδεση με τη σελίδα του Παραρτήματος, ώστε να προκύπτει η αδιάσπαστη συνέχεια
των δύο εντύπων (είναι αυτονόητο ότι η μεταξύ τους απλή συρραφή, χωρίς συνέχεια
υπογραφών και σφραγίδων μεταξύ τους, δεν αρκεί). Η αναφορά στην πρώτη παράγραφο
του εντύπου με τίτλο «ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ» ότι «η παρούσα σύμβαση συνάπτεται μεταξύ
της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «CITIBANK INTERNATIONAL plc» ... (β) του/των αντισυμβαλλομένων που αναφέρεται/ονται στο Παράρτημα ως Πιστούχος/οι, οι οποίοι συμφωνούν
την χορήγηση. δανείου από την Τράπεζα προς τον Πιστούχο με τους ακόλουθους
όρους (σ.σ. χωρίς κανένα άλλο στοιχείο)» δεν αρκεί για να καταστήσει το
«Παράρτημα» που περιέχει όρους της δανειακής σύμβασης αναπόσπαστο μέρος αυτής,
καθώς σε κανένα σημείο στο έντυπο με τίτλο «ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ» δεν προσδιορίζεται
σε πιο «Παράρτημα» αναφέρεται. Ήτοι, η εν λόγω «ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ», με τους
ειδικότερους όρους που αναφέρονται σε αυτή, μπορεί να αφορά σε οποιαδήποτε
δανειακή σύμβαση, οποιουδήποτε δανειολήπτη, και σε καμία περίπτωση οι όροι
αυτής δεν δεσμεύουν τον εκκαλούντα, ο οποίος δεν την έχει υπογράψει.
Συνακόλουθα, η ανυπαρξία έγκυρης και ισχυρής
έγγραφης σύμβασης και δη ουσιαστικής έννομης σχέσης, από την οποία επιπρόσθετα
χρειάζεται να προκύπτει ποια είναι τα αντισυμβαλλόμενα μέρη, και όταν μεταξύ
αυτών υπάρχει νομικό πρόσωπο, να αναφέρεται ρητά με ποιόν τρόπο αυτό
εκπροσωπείται νομίμως, δεν μπορεί να θεμελιώσει νομιμοποίηση της καθ’ ης η
ανακοπή για την υποβολή της αίτησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής
πληρωμής, ενώ δεν δύναται, με βάσει τα ανωτέρω, να ελεγχθεί ούτε η επικαλούμενη
μεταβίβαση της επίδικης δανειακής σχέσης στην αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, υπό την ιδιότητα που παρίσταται και
στηρίζει το δικαίωμά της. Πολλώ δε μάλλον η
προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής πάσχει ακυρότητας, καθώς η περιλαμβανόμενη στη
σύμβαση χορήγησης δανείου ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του δανειολήπτη προς την
πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της
Τράπεζας, δεν περιλαμβάνεται κατά τα αναλυτικώς προαναφερόμενα στην επίδικη
σύμβαση χορήγησης δανείου, καθώς τον σχετικό όρο (ΓΟΣ) δεν τον έχει υπογράψει ο
εκκαλών ως δανειολήπτης και συνεπώς υφίσταται αβεβαιότητα ως προς το υπόλοιπο
κατά την καταγγελία της συμβάσεως, κατά τα αναλυτικώς προαναφερόμενα, και ο
δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όφειλε, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής,
λόγω της έλλειψης της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης. Κατά συνέπεια, γενομένων
δεκτών ως ουσιαστικά βάσιμων των απολύτως συνεχόμενων μεταξύ τους ως άνω
πρόσθετων λόγων, η ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η
προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από
την ύπαρξη και τη δυνατότητα αποδείξεως της απαίτησης με τυχόν άλλα αποδεικτικά
μέσα, καθώς δεν υφίσταντο οι νόμιμες προϋποθέσεις της έκδοσής της έναντι του
οφειλέτη - ανακόπτοντος, ήδη εκκαλούντος, όπως αναπτύχθηκε στην υπό στοιχείο
[II] νομική σκέψη της παρούσας.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με
την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι υφίσταται έγκυρη σύμβαση δανείου μεταξύ
των διαδίκων, παρά το γεγονός ότι στο σώμα της σύμβασης δεν υφίστανται
υπογραφές των διαδίκων μερών και με την οποία δανειακή σύμβαση ο εκκαλών -
οφειλέτης αποδέχθηκε μεταξύ άλλων ΓΟΣ και την ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του
ως δανειολήπτη προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των
εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, και ορθώς προσκομίστηκαν τα ανωτέρω έγγραφα
(σύμβαση δανείου και αναλυτική κίνηση δανειακού λογαριασμού από τα εμπορικά
βιβλία της Τράπεζας) κατά την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής,
καταλήγοντας στο συμπέρασμα νόμιμα εκδόθηκε ο εκτελεστός τίτλος (προσβαλλόμενη
διαταγή πληρωμής), έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την υπαγωγή
αυτών στις ως άνω νομικές διατάξεις, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην υπό
στοιχείο [II] νομική σκέψη της παρούσας. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο
έπρεπε να δεχθεί ως βάσιμους κατ’ ουσίαν τους ως άνω,
απόλυτα συνεχόμενους μεταξύ τους, πρόσθετους λόγους της ένδικης ανακοπής και να
ακυρώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, εσφαλμένα δε απέρριψε, σύμφωνα με
τον βάσιμο δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης (σελ. 8), με τον οποίο συνέχεται ο
τρίτος λόγος έφεσης (σελ. 13), τους πρόσθετους αυτούς λόγους της ανακοπής.
Συνεπώς, γενομένων δεκτών στην ουσία τους, των αμέσως ανωτέρω συνεχόμενων
μεταξύ τους λόγων έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η από
30.3.2023 [αριθ. εκθ. κατ. δικογρ.
ενδ. μέσου ././3.4.2023 και αριθ. έκθ.
κατάθ. δικογρ. προσδ. ././10.4.2023] έφεση, να
εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, αναγκαίως
δε και κατά τη συναρτώμενη με την όλη έκβαση της δίκης διάταξη αυτής περί
δικαστικών εξόδων, αφού η δικαστική δαπάνη καθορίζεται εξ υπαρχής ενιαία για
αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της εξαφάνισης της υπόθεσης, και να διακρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση από το παρόν
Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στη συνέχεια,
πρέπει να γίνει δεκτή η από 18.7.2011 με αριθ. έκθ.
κατάθ. δικογρ. ././19.7.2011 ανακοπή και οι από
20.11.2017 (αριθ. έκθ. καταθ.
δικογρ. ./22.11.2017) πρόσθετοι λόγοι αυτής και να
ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών
λόγων ανακοπής, καθώς από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 216, 218,
583, 565 και 632 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι, όταν
υπάρχουν περισσότεροι λόγοι, νομικοί ή πραγματικοί, που όλοι μαζί ή καθένας
χωριστά αποβλέπουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην ακύρωση της διαταγής
πληρωμής, τότε, αν το Δικαστήριο κάνει δεκτό ένα λόγο και ικανοποιώντας το
αίτημα της ανακοπής ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, δεν πρέπει να προχωρήσει στην
έρευνα των λοιπών λόγων, καθώς μετά την ακύρωση της διαταγής θεωρείται ότι έχει
ικανοποιηθεί πλήρως το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος. Τα δικαστικά έξοδα του
εκκαλούντος (ανακόπτοντος), για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει,
κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος του, να
επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης Τράπεζας, λόγω της ήττας της, κατά τα
ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας [άρθρα 176, 183, 189
παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρα 58
παρ. 3 & 4, 63, 65 και 68, 69 Ν. 4194/2013]. Επίσης, πρέπει να οριστεί το
προκαταβλητέο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της
παρούσας απόφασης εκ μέρους της απολειπόμενης
εφεσίβλητης Τράπεζας [άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 στοιχ.
γ ΚΠολΔ], δεδομένου ότι δικαίωμα άσκησης ανακοπής
ερημοδικίας έχει ο απολειπόμενος διάδικος, χωρίς να
ερευνάται από το παρόν Δικαστήριο, η ύπαρξη ή μη εννόμου προς τούτο,
συμφέροντος της [ΟλΑΠ 15/2001]. Τέλος, πρέπει, κατ’
άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ νά
διαταχθεί η επιστροφή του υπ’ αριθ. . παράβολου της έφεσης ποσού εκατό [100 €]
ευρώ, στον καταθέσαντα το ένδικο μέσο εκκαλούντα, που νίκησε.
[Β] Περαιτέρω, αναφορικά με την από 5.9.2024
[αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ.
././6.9.2024] εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση αποδείχθηκε ότι η ανώνυμη
εταιρεία «CEPAL HELLAS ΑΕΔΑΔΠ» τυγχάνει μη ειδική διάδοχος, νόμιμη
διαχειρίστρια και εκπρόσωπος, των απαιτήσεων της εδρεύουσας
στο Δουβλίνο Ιρλανδίας εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «GEMINI CORE
SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου
της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» [ΑΦΜ ., Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών και αρ. ΓΕΜΗ .] (επωφελούμενη),
υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την
επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (και ήδη μετονομασθείσα
σε «ALPHA ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ») [ΑΦΜ .] (διασπώμενη), εγκριθείσας της διάσπασης με την υπ’ αριθ. πρωτ.
45089/16.4.2021 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, δυνάμει της
από 25.6.2021 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, καταχωρηθείσας νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου
Αθηνών με αριθ. πρωτ. ./28,6,2021 (Τομ. ., α/α .), σύμφωνα με τις διατάξεις του
άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 σε συνδ. με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, της
τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας «CITIBANK INTERNATIONAL
PLC», δυνάμει της από 30.9.2014 Σύμβασης Μεταβίβασης Απαίτησης (Receivables Transfer Agreement) -
Σύμβασης Εκχώρησης, με την οποία εκχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στην «ΑΛΦΑ
ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του υποκαταστήματος
στην Ελλάδα της «CITIBANK INTERNATIONAL PLC». Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η
ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ»
[ΑΦΜ .], κατέστη ειδική διάδοχος της δανείστριας Τράπεζας «CITIBANK
INTERNATIONAL PLC», δυνάμει της από 30.9.2014 Σύμβασης Μεταβίβασης Απαίτησης (Receivables Transfer Agreement) -
Σύμβασης Εκχώρησης, με την οποία εκχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στην ως άνω
Τράπεζα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του υποκαταστήματος
στην Ελλάδα της «CITBANK INTERNATIONAL PLC». Στη συνέχεια, την 16.4.2021
εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ η προναφερόμενη
διάσπαση της «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» (διασπώμενη), με απόσχιση του κλάδου
τραπεζικής δραστηριότητας της διασπώμενης και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα
τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» [ΑΦΜ . - επωφελούμενη],
η οποία υπεισήλθε αυτοδικαίως ως καθολική διάδοχος της διασπώμενης, στα
στοιχεία ενεργητικού και παθητικού του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας, μεταξύ
των οποίων και η επίδικη προαναφερόμενη αίτηση - σύμβαση προσωπικού δανείου.
Την 25.6.2021 η επωφελούμενη «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» πώλησε και μεταβίβασε
επιχειρηματικές απαιτήσεις της στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την
επωνυμία «GEMINI CORE SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», σύμφωνα με
το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 25.6.2021 σύμβασης πώλησης και
μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία
του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθ. πρωτ. ./28.6.2021 (Τομ. ., α/α .), σύμφωνα
με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 8 και 10 του Ν. 3156/2003 σε συνδυασμό με
το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000. Στη συνέχεια, η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού
σκοπού ανέθεσε στην ανώνυμη εταιρεία «CEPAL HELLAS ΑΕΔΑΔΠ» τη διαχείριση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων της, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.
14 του Ν. 3156/2003 και δυνάμει του από 25.6.2021 ιδιωτικού συμφωνητικού
διαχείρισης απαιτήσεων, το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του
Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθ. πρωτ. ./28.6.2021 (Τομ.., α/α .), σύμφωνα με
τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 και του υπ' αριθ.
./25.6.2021 ειδικού πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών . ., από χορηγήσεις
δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί
ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί, στις οποίες, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται
και η απαίτηση της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που
απορρέει από την προαναφερόμενη δανειακή σύμβαση, την οποία είχε καταρτίσει με
τον εκκαλούντα - καθ’ ου η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η δανείστρια Τράπεζα
«CITIBANK INTERNATIONAL PLC», της οποία ειδική διάδοχος κατέστη η εφεσίβλητη
«ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε », κατά τα αναλυτικώς προαναφερόμενα, ο οποίος (ανακόπτων) άσκησε την ένδικη ανακοπή του και τους
πρόσθετους λόγους αυτής, εκδοθείσας επ’ αυτών της
εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας
ερείδεται η ένδικη έφεση της κύριας δίκης. Έτσι, η ως άνω αλλοδαπή εταιρία με
την επωνυμία «GEMINI CORE SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», την
25.6.2021, ήτοι μετά την έκδοση της εκκαλουμένης και πριν τη γένεση της
εκκρεμοδικίας εκ της από 30.3.2023 [αριθ. εκθ. κατ. δικογρ. ενδ. μέσου ././3.4.2023
και αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ.
προσδ. ././10.4.2023] έφεσης του καθ'ου η αυτοτελής
πρόσθετη παρέμβαση, κατά της εφεσιβλητης «ΑΛΦΑ
ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατέστη ειδική διάδοχος της
τελευταίας στην έννομη σχέση, από την οποία απορρέει η από την επίδικη σύμβαση
δανείου απαίτηση, τυγχάνουσα μοναδική δικαιούχος κατ'
άρθρα 455 επ. ΑΚ τόσο των αξιώσεων της δικαιοπαρόχου,
όσο και του ουσιαστικού δικαιώματος για επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης,
δυνάμει του ως άνω εκτελεστού τίτλου κατ' άρθρα 325 παρ. 2 και 919 ΚΠολΔ.
Συνεπεία λοιπόν των ανωτέρω, η εταιρία «CEPAL
HELLAS ΑΕΔΑΔΠ», με την ως άνω ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος
διάδικος και ως διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων των οποίων
δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «GEMINI CORE
SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», ειδική διάδοχος της «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ
Α.Ε.», στα δικαιώματα της τελευταίας, που αποτελούν αντικείμενο της κύριας υπό
στοιχείο [Α] δίκης, έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει και μάλιστα αυτοτελώς
προσθέτως υπέρ της αρχικής διαδίκου Τράπεζας (δικαιοπαρόχου της ως προς την
επίδικη έννομη σχέση] προς υποστήριξη της ένδικης έφεσης, καθόσον η ισχύς της εκδοθησομένης απόφασης, δηλαδή το απορρέον εξ αυτής δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και
η τυχόν διαπλαστική ενέργεια, καταλαμβάνει και την ειδική διάδοχο μετά την
εκκρεμοδικία [άρθρα 83, 225, 325 και 919 ΚΠολΔ],
σύμφωνα και με τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην υπό στοιχείο [I] νομική σκέψη της
παρούσας.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, και ενόψει του ότι
η ένδικη έφεση του εκκαλούντος-καθ’ ου η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, έγινε
δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η αυτοτελής πρόσθετη
παρέμβαση, με την οποία η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα
εταιρεία ζητεί να απορριφθεί η έφεση του καθ’ ου η πρόσθετη παρέμβαση, προς
όφελος της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, πρέπει να
απορριφθεί ως ουσιαστικά βάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού
δικαιοδοσίας, για την από 5.9.2024 [αριθ. έκθ. κατάθ.
δικογρ. ././6.9.2024] εκούσια αυτοτελή πρόσθετη
παρέμβαση, κατόπιν σχετικού αιτήματος του καθ’ ου, πρέπει να επιβληθούν σε
βάρος της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας
εταιρείας λόγω της ήττας της, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό
της παρούσας (άρθρα 176, 180, 182, 190 παρ.3 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕI [Α] την από 30.3.2023 [αριθ. εκθ. κατ. δικογρ. ενδ. μέσου ././3.4.2023 και αριθ. έκθ.
κατάθ. δικογρ. προσδ. ././10.4.2023] έφεση και [Β]
την από 5.9.2024 [αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. ././6.9.2024] αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ερήμην
της πρώτης εφεσίβλητης - υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας και
αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
ΟΡΙΖΕΙ το προκαταβλητέο παράβολο για την
περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης από την απολειπομένη διάδικο - εφεσίβλητη Τράπεζα, στο ποσό των
διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
[Α] ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την από 30.3.2023 [αριθ. εκθ.
κατ. δικογρ. ενδ. μέσου
././3.4.2023 και αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. προσδ. ././10.4.2023] έφεση, κατά της υπ' αριθ.
14171/22.10.2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [ειδική
διαδικασία περιουσιακών διαφορών].
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου έφεσης
που καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της άνω εφέσεως, βάσει του
υπ1 αριθ. . ηλεκτρονικού παράβολου ποσού εκατό [100 €] ευρώ.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ’ αριθ.
14171/22.10.2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [ειδική
διαδικασία περιουσιακών διαφορών].
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 18.7.2011 με αριθ.
έκθ. κατάθ. δικογρ.
././19.7.2011 ανακοπή και τους από 20.11.2017 (αριθ. έκθ.
καταθ. δικογρ.
./22.11.2017) πρόσθετους λόγους αυτής.
ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή και τους πρόσθετους
λόγους αυτής.
ΑΚΥΡΩΝΕΙ την υπ’ αριθ. ./2011 διαταγή
πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος,
για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος της εφεσίβλητης Τράπεζας και
ορίζει αυτά στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.
[Β] ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5.9.2024 [αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. ././6.9.2024]
εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου η
αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σε βάρος της
αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας και
ορίζει αυτά στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημρσιεύθηκε
σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29/06/2026,
χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ