ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΕφΑθ 2761/2026

 

Ερμηνεία του άρθρου 1019 ΚΠολΔ.

 

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Αριθμός 2761/2026

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

(8ο Τμήμα Εμπραγμάτου Δικαίου)

 

 

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Γεώργιο Γρίβα Εφέτη και από την Γραμματέα Κυριακή Σωτηράκου.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα, την 21η Μαΐου 2026 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΦΑΡΜΑΚΑΠΟΘΗΚΗ . Α.Ε.», η οποία εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής, οδός Ηρώων Πολυτεχνείου, αριθ. 144 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο Δικαστήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μανιαδάκη.

 

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ., συζύγου . ., το γένος . και . ., κατοίκου Μαρκόπουλου Αττικής, θέση « ...», οδός  ..., η οποία στο Δικαστήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Στεφανάκη.

 

Η αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 29/1/2026 αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών-Περιφερειακή Έδρα Κρωπίας, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ./2026 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης ./2026, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή.

 

Το Δικαστήριο εκείνο που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ' αριθ. 8/2026 οριστική του απόφαση με την οποία δέχτηκε την ένδικη αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη και διέταξε την ανατροπή της κατάσχεσης που επιβλήθηκε δυνάμει της υπ’ αριθ.  ...-2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά . .. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η καθής η αίτηση και ήδη εκκαλούσα με την από 11/3/2026 έφεσή της προς το Δικαστήριο αυτό, που κατατέθηκε στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ./2026 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης ./2026, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, καθόσον αμφότεροι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο Δικαστήριο για λογαριασμό αυτών, περαιτέρω δε, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν εμπρόθεσμα.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 

 

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ' αριθ. 8/2026 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών-Περιφερειακής Έδρας Κρωπίας Αττικής, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ, σε συνδυασμό με άρθρο 1019 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα από την ανωτέρω εκκαλούσα που ηττήθηκε στην πρωτόδικη δίκη, με την κατάθεση του δικογράφου της στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου [άρθρο 495 παρ. 1,2, όπως οι ως άνω διατάξεις ισχύουν μετά τον ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015) και εμπρόθεσμα, καθόσον αυτή ασκήθηκε στις 16/3/2026 με κατάθεσή της στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εντός της υπό του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ ετήσιας προθεσμίας από την δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης που έλαβε χώρα στις 1/3/2026, όπως η ανωτέρω διάταξη τροποποιήθηκε και ισχύει από την 1/1/2026 δυνάμει του άρθρου 43 του ν. 5221/2025. Πρέπει επομένως η υπό κρίση έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την αυτή ως άνω διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ, σε συνδυασμό με άρθρο 1019 ΚΠολΔ), κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, καθόσον για το παραδεκτό αυτής (έφεσης) έχει καταβληθεί και το νόμιμο παράβολο με αριθμό …, ποσού εκατό (100) ευρώ που ορίζεται στην διάταξη του άρθρου 495 παρ.3Αβ ΚΠολΔ.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 29/1/2026 (με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ./2026 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης ./2026) ένδικη αίτηση που κατέθεσε στην γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών-Περιφερειακή Έδρα Κρωπίας, ζήτησε την ανατροπή της κατάσχεσης που επιβλήθηκε, δυνάμει της υπ’ αριθ.  ...- 2024 Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, . ., επί του περιγραφόμενου στην προαναφερόμενη ένδικη αίτηση κειμένου στο Μαρκόπουλο Αττικής ακινήτου. Ζήτησε επίσης να διαταχθεί η υπάλληλος του πλειστηρίασμού να απόσχει από κάθε περαιτέρω ενέργεια, να καταχωρηθεί η σχετική σημείωση της απόφασης περί ανατροπής της κατάσχεσης στο οικείο κτηματολογικό φύλλο και να καταδικαστεί η καθής η αίτηση και ήδη εκκαλούσα στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

 

Κατά της εκκαλουμένης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη και: 1) διατάχθηκε η ανατροπή της κατάσχεσης που επιβλήθηκε δυνάμει της υπ’ αριθ.  ...-2024 Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά . . επί του ακινήτου που βρίσκεται στο Μαρκόπουλο Αττικής και περιγράφεται στην ένδικη αίτηση, 2) διατάχθηκε η άμεση γνωστοποίηση της απόφασης, με επιμέλεια της γραμματείας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, ήτοι στην συμβολαιογράφο Αθηνών Δέσποινα Σακκά, προκειμένου να απέχει από κάθε περαιτέρω ενέργεια και να ζητήσει να εγγράφει σχετική με την ανατροπή της κατάσχεσης σημείωση στο βιβλίο κατασχέσεων, επικυρώθηκε η υπ' αριθ. ./2014 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παραπονείται η καθής η αίτηση και ήδη εκκαλούσα με τους λόγους της έφεσής της, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

 

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ, η κατάσχεση, εφόσον δεν ακολούθησε πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος αφότου επιβλήθηκε ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι μήνες από τον πλειστηριασμό, ανατρέπεται, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, με απόφαση του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, το οποίο δικάζει κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. Το δικαστήριο γνωστοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αμέσως την απόφαση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού που οφείλει να σταματήσει κάθε παραπέρα ενέργεια και να ζητήσει να εγγράφει σχετική σημείωση στο βιβλίο κατασχέσεων. Η ανατροπή λογίζεται ότι έχει επέλθει ως προς όλους αφότου δημοσιευτεί η απόφαση. Επίσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 1019 παρ. 2 ΚΠολΔ, στις προθεσμίες που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από την έκδοση απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 966 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίστηκε σύμφωνα με αυτή, το διάστημα αναστολής της εκτέλεσης, η οποία χορηγήθηκε με δικαστική απόφαση ή με κοινή συναίνεση εκείνου που επισπεύδει και του οφειλέτη, η οποία βεβαιώνεται με συμβολαιογραφική πράξη, καθώς και ο χρόνος από την 1η έως την 1η Αυγούστου. Η ανωτέρω διάταξη έχει σκοπό την επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, την αποφυγή της παρέλκυσής της από τον επισπεύδοντα, ο οποίος ενδεχομένως αδρανεί, και την αποφυγή της μακροχρόνιας δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη (ΑΠ 1508/2018, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), που οδηγεί στην οικονομική απονέκρωσή τους. Η ανατροπή της κατάσχεσης αποτελεί οιονεί ποινή της αδράνειας του επισπεύδοντας, ο οποίος δεν μπόρεσε να αποπερατώσει εντός της ετήσιας ή εξάμηνης προθεσμίας την διαδικασία του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, ενώ συγχρόνως επιδιώκεται με αυτή η απελευθέρωση του κατασχεθέντος από το βάρος της κατάσχεσης και της περαιτέρω διαδικασίας. Επομένως, σκοπός της ανατροπής της κατάσχεσης είναι η αποφυγή διαιώνισης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και η αποφυγή παρέλκυσής της από τον επισπεύδοντα, ο οποίος αδρανεί. Η ανατροπή της επιβληθείσας αναγκαστικής κατάσχεσης επέρχεται με διαπλαστική δικαστική απόφαση (ΑΠ 1531/1995, ΕλλΔνη 1997. 1548-1549). Στην δίκη της αίτησης ανατροπής της κατάσχεσης, ο επισπεύδων την εκτέλεση και ο οφειλέτης του αιτούντος δανειστή είναι αναγκαίοι ομόδικοι. Σε σχέση με το εκκλητό ή μη της προκείμενης απόφασης με ένδικα μέσα, το Ακυρωτικό δέχτηκε ότι η απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του άρθρου 1019 ΚΠολΔ είναι εκκλητή, καθόσον δεν συνιστά ασφαλιστικό μέτρο. Την αίτηση για την ανατροπή της κατάσχεσης νομιμοποιείται να ασκήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης έχει ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης, κάποιος εκ των δανειστών του οφειλέτη, ο τρίτος κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου, αλλά όχι και ο υπερθεματιστής, ακόμα και αν επικαλείται νομικό ελάττωμα του πλειστηριασθέντος. Η παθητική νομιμοποίηση στην αίτηση ανατροπής της κατάσχεσης εξαρτάται από το πρόσωπο του αιτούντος. Εάν την αίτηση ασκεί ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης, αυτή στρέφεται κατά του επισπεύδοντας την εκτέλεση δανειστή. Εάν δε η αίτηση ασκείται από δανειστή του καθού η εκτέλεση οφειλέτη, ο οποίος προφανώς επιθυμεί να ανατρέψει την κατάσχεση για να επιβάλλει νέα, η αίτηση στρέφεται τόσο κατά του επισπεύδοντας δανειστή, όσο και κατά του καθού η εκτέλεση οφειλέτη (Χαρ. Απαλαγάκη-Στ. Σταματόπουλος «Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας-Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους ν. 4842 & 4855/2021», τόμος 2, έκδοση 2022, άρθρο 1019, αριθ. 1, σελ. 3.367, 3.368, 3.369). Το χρονικό διάστημα του έτους που απαιτείται για την ανατροπή της κατάσχεσης υπολογίζεται από την επόμενη ημέρα της επιβολής της κατάσχεσης (ΑΠ 1531/1995, ΕλλΔνη 1997, 1548-1549), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 993 ΚΠολΔ και όχι από την ημέρα εγγραφής της κατάσχεσης στα βιβλία κατασχέσεων, εφόσον πρόκειται για ακίνητο. Στον υπολογισμό των προθεσμιών του έτους από την επιβολή της κατάσχεσης και του εξαμήνου από τον πλειστηριασμό, ως τασσόμενων εκ του νόμου για την ανατροπή, δεν θα πρέπει να υπολογιστούν τα κάτωθι χρονικά διαστήματα:

1) το χρονικό διάστημα από την έκδοση απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 966 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ, μέχρι την ημέρα του νέου πλειστηριασμού, ο οποίος ορίστηκε σύμφωνα με αυτή, λόγω έλλειψης πλειοδοτών ή έλλειψης κατακύρωσης στον νέο πλειστηριασμό,

2) το χρονικό διάστημα της αναστολής που χορηγήθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 1000 ΚΠολΔ, ακόμη και αν πρόκειται για χρόνο μεγαλύτερου του εξαμήνου, ενώ αν χορηγήθηκε αναστολή υπό όρο με δικαστική απόφαση, από την ετήσια προθεσμία της πρώτης παραγράφου αφαιρείται μόνο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο επισπεύδων δανειστής κωλυόταν να επισπεύσει την εκτέλεση,

3) το διάστημα αναστολής πλειστηριασμού, όπως αυτό συμφωνήθηκε διά συμβολαιογραφικού εγγράφου και όχι προφορικά μεταξύ επισπεύδοντας και οφειλέτη, ενώ η περιβολή της συμφωνίας αυτής με συμβολαιογραφικό τύπο ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού δεν αποτελεί όρο ισχύος της (ΑΠ 1170/1997, ΕλλΔνη 1999. 602),

4) το χρονικό διάστημα μεταξύ πτώχευσης και παύσης διαδικασίας της πτώχευσης,

5) το χρονικό διάστημα μεταξύ της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης που ακύρωσε την κατάσχεση έως την δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης, η οποία έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση,

6) το χρονικό διάστημα μεταξύ της τελευταίας ημερομηνίας διεξαγωγής του πλειστηριασμού και της νέας ημερομηνίας διενέργειάς του, κατά την οποία ματαιώθηκε αυτός ελλείψει πλειοδοτών. Από την ετήσια προθεσμία της πρώτης παραγράφου της διάταξης του άρθρου 1019 ΚΠολΔ, δεν αφαιρείται το χρονικό διάστημα μετά το οποίο προσδιορίστηκε ο πλειστηριασμός, αφού εκδόθηκε απόφαση επί ανακοπής διόρθωσης κατασχετήριας έκθεσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ.

 

Περαιτέρω, γίνεται δεκτό με αναλογική εφαρμογή ότι δεν υπολογίζεται στο διάστημα του έτους και το χρονικό διάστημα, το οποίο με νομοθετική παρέμβαση, εμποδίζεται η διενέργεια του πλειστηριασμού, όπως π.χ. με το άρθρο 5 της από 16/9/2009 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 3814/2010, με τον οποίο ανεστάλησαν οι πλειστηριασμοί οι οποίοι επισπεύδονταν για την ικανοποίηση απαιτήσεων που δεν υπερέβαιναν το ποσό των 200.000 ευρώ από πιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες παροχής πιστώσεων, καθώς και από τους εκδότες των απαιτήσεων αυτών ή βάσει της υπ’ αριθ. 864/15-3-2020 ΚΥΑ, η οποία προβλέπει στο άρθρο 3 παρ. 1γ’, αναστολή των διαδικασιών εκτέλεσης και της διενέργειας πλειστηριασμών προς αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας COVID 19, καθώς και βάσει του άρθρου 74 του ν. 4690/2020. Πέραν των χρονικών διαστημάτων που αναφέρονται στην διάταξη του άρθρου 1019 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν υπολογίζονται και εκείνα τα χρονικά διαστήματα απροσδιορίστου διάρκειας, τα οποία παρεμποδίζουν και αδρανεί η εκκρεμής διαδικασία του πλειστηριασμού. Τέλος, δεν θα πρέπει να υπολογιστεί στην ετήσια προθεσμία και το χρονικό διάστημα μεταξύ 1ης έως και 31ης Αυγούστου. Πλην όμως, πρόσφατα ανέκυψε το ζήτημα για το εάν θα προσμετράται ή θα αφαιρείται ο χρόνος που οριοθετεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 954 παρ. 2ε και 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, το ελάχιστο χρονικό διάστημα που πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ κατασχέσεως και πλειστηριασμού. Η πρόσφατη νομολογία δέχεται ότι σκοπός της ανατροπής είναι να «τιμωρήσει» τον επισπεύδοντα για την αδράνειά του και να αποφύγει την μακροχρόνια δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη που οδηγεί στην οικονομική απονέκρωσή τους. Από την διατύπωση της διάταξης, στην οποία δεν γίνεται χρήση του στερητικού μορίου «μόνο», δεν προκύπτει ο περιοριστικός χαρακτήρας των περιπτώσεων αυτών. Η δε εξαιρετική φύση των περιπτώσεων του άρθρου 1019 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν εμποδίζει την αναλογία, καθόσον ο σκοπός της καθιέρωσης των εξαιρέσεων του άρθρου αυτού, ήτοι η αφαίρεση του χρόνου της παρεμπόδισης της προόδου της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντρέχει και σε άλλες περιπτώσεις.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 περ. ε’ ΚΠολΔ, η ημέρα του πλειστηριασμού προσδιορίζεται υποχρεωτικά επτά (7) μήνες μετά από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά από την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημέρα αυτή. Η ανωτέρω ρύθμιση που εισήχθη με τον ν. 4335/2015 και διατηρήθηκε και με τον ν. 4842/2021, συνιστά τυπική περίπτωση νομικής αδυναμίας συνέχισης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης από τον επισπεύδοντα δανειστή, αφού λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό της διάταξης του άρθρου 1019 ΚΠολΔ για την ανατροπή της κατάσχεσης, που δεν είναι άλλος από την πάταξη της αδράνειας του κατασχόντος δανειστή κατά τα αναφερόμενα, είναι πλέον προφανές ότι για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία εκκρεμεί ο πλειστηριασμός, ο κατασχών επισπεύδων δεν αδρανεί, αλλά αντίθετα είναι αναγκασμένος εκ του νόμου να περιμένει την παρέλευση των σχετικών προθεσμιών για την διενέργεια του πλειστηριασμού. Επομένως, κατά την συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 954 παρ. 2 περ. ε’, 993 παρ. 2 και 1019 ΚΠολΔ και ενόψει του σκοπού της όλης ρύθμισης για την ανατροπή της κατάσχεσης, γίνεται δεκτό ότι το χρονικό διάστημα των επτά (7) μηνών, το οποίο υποχρεωτικά πρέπει να παρεμβάλλεται από την περάτωση της κατάσχεσης μέχρι τον ορισμό του πλειστηριασμού, δεν προσμετράται στην ενιαύσιο προθεσμία της διάταξης του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ και συνεπώς αυτή δεν μπορεί να αρχίζει νωρίτερα από την αναγκαστική παρέλευση των επτά (7) μηνών από την ημερομηνία της κατάσχεσης, κατά την οποία ο επισπεύδων βρίσκεται σε εκ του νόμου αδράνεια. Άλλωστε, τυχόν αντίθετη ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα ο επισπεύδων να υποχρεούται να επιτύχει νέο ευδόκιμο πλειστηριασμό εντός του στενού περιθωρίου των υπολειπόμενων πέντε (5) το πολύ μηνών, άλλως να εκπίπτει της κατάσχεσης και να πρέπει να επιβάλλει νέα. Η ανωτέρω προσέγγιση, παρά την έλλειψη σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, είναι ενδιαφέρουσα, καθόσον πράγματι το χρονικό διάστημα, το οποίο ex lege οριοθετεί την κατάσχεση από τον πλειστηριασμό, δεν συνιστά αδράνεια του επισπεύδοντας, αλλά αντικειμενική αδυναμία αυτού να επιχειρήσει σε διαφορετικό χρόνο τον πλειστηριασμό, ενώ θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι κατά τον χρόνο που θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 1019 ΚΠολΔ δεν υπήρχαν οι νέοι χρονικοί περιορισμοί μεταξύ κατάσχεσης και πλειστηριασμού (Χαρ. Απαλαγάκη-Στ. Σταματόπουλος «Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας-Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους ν. 4842 & 4855/2021», έκδοση 2022, τόμος 2, άρθρο 1019, πριθ 2, σελ 3.369, 3.370, 3.371).

 

Από την επανεκτίμηση των μετ' επικλήσεως εκ μέρους των διαδίκων προσκομιζόμενων εγγράφων που χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς (ΑΠ 827/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 306/2018, ΑΠ 342/2016, ΑΠ 491/2015, ΜΕφΠειρ 47/2021, ΕφΑΘ 338/2020, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ») και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, καθόσον όλα είναι ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την εκφορά της δικαστικής κρίσης (ΑΠ 623/2018, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 336 παρ. 4 ΚΠολΔ, πιθανολογήθηκαν κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

 

Σε εκτέλεση του πρώτου (α’) απογράφου εκτελεστού της υπ’ αριθ. ./2024 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δυνάμει της υπ’ αριθ.  ...-2024 Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά . ., καθώς και του υπ’ αριθ. ...-2024 αποσπάσματος αυτής του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, η καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση ποσού 40.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο (ποσό) συνιστά μέρος της εκτελούμενης απαίτησης αυτής και με την ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο αυτής, επί του δικαιώματος πλήρους κυριότητας της ανακόπτουσας και ήδη εφεσίβλητης στο κάτωθι περιγραφόμενο ακίνητο, ήτοι: επί ακινήτου μετά του επ’ αυτού κτίσματος, το οποίο βρίσκεται στην θέση «...» ή «.» της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μαρκόπουλου, επί αγροτικής οδού  ..., το οποίο (ακίνητο) φέρει ΚΑΕΚ …, τοπογραφήθηκε από τον Τεχνολόγο Τοπογράφο-Πολιτικό Μηχανικό . ., ο οποίος συνέταξε το από μηνός Σεπτεμβρίου έτους 2019 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο προσαρτάται στο υπ’ αριθ. …-2019 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας . . . Το ανωτέρω ακίνητο έχει εμβαδόν 7.094,67 τ.μ, κατά το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, και 6.969 τ.μ, κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο, φέρει περιμετρικά στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα ρ=τα κεφαλαία γράμματα A, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Α και συνορεύει ανατολικά, επί πλευράς Γ, Δ, Ε, μήκους στην πλευρά Γ, Δ 67,35 μέτρων και στην πλευρά Δ, Ε 41,25 μέτρων, με ιδιοκτησία πρώην Κωνσταντίνου Σουρμπάτη και ήδη αγνώστου, δυτικά επί πλευράς A, Ζ, μήκους 115,50 μέτρων με ιδιοκτησία Βασιλείου Παναγιώτου, βόρεια επί πλευράς Α, Β, Γ και σε πρόσωπο στην πλευρά A, Β 43,35 μέτρων και στην πλευρά Β, Γ 23,55 μέτρων με αγροτική οδό  ... πλάτους 6 μέτρων και νότια επί πλευράς Ε, Ζ μήκους 60,20 μέτρων με ιδιοκτησία πρώην Εμμανουήλ Σουλιώτη και ήδη αγνώστου. Επί του ανωτέρω περιγραφόμενου ακινήτου έχει ανεγερθεί οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο εμβαδού 152,20 τ.μ, ισόγειο εμβαδού 164 τ.μ. και α’ όροφο εμβαδού 103 τ.μ, η οποία έχει ανεγερθεί δυνάμει της υπ’ αριθ. ./1980 άδειας της Νομαρχίας Αττικής. Στην ανωτέρω οικοδομή έχουν λάβει χώρα καθ’ υπέρβαση των όρων και περιορισμών δόμησης της ανωτέρω οικοδομικής άδειας οι κάτωθι αλλαγές χρήσης και υπερβάσεις δόμησης που ρυθμίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4178/2013, ήτοι:

α) στο υπόγειο έγινε επέκταση του μπαζωμένου χώρου αυτού κατά 66,37 τ.μ,

β) στο ισόγειο έγινε υπέρβαση δόμησης κατά 4,80 τ.μ, ο οποίος κατέστη χώρος κυρίας χρήσης,

γ) στον α’ όροφο έγινε υπέρβαση δόμησης κατά 1,42 τ.μ, ο οποίος κατέστη χώρος κυρίας χρήσης.

Το εν λόγω κτίριο είναι συμβατικής κατασκευής με τοίχους πλήρωσης από οπτοπλινθοδομή με επίχρισμα. Η κατοικία διαθέτει στέγες με κεραμίδια και τοξωτά παράθυρα. Έχει διαμορφωθεί πλήρως ο περιβάλλον χώρος, στον οποίο υπάρχει διαστρωμένος διάδρομος για την κυκλοφορία αυτοκινήτων. Επιπλέον, εντός του ακινήτου υφίσταται γεώτρηση. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι εντός του ακινήτου υφίστανται 90 ελαιόδεντρα. Τέλος, το ακίνητο είναι περιφραγμένο περιμετρικά με τοιχίο μεγάλου ύψους, το οποίο σε μέρος των πλαϊνών τμημάτων είναι επενδυμένο με πέτρα και στην πλευρά της οδού  ... είναι επενδυμένο με πέτρα και φέρει μεταλλικό κιγκλίδωμα στο πάνω μέρος. Η είσοδος στο ακίνητο γίνεται από την οδό  ..., επί της οποίας υφίσταται μεταλλική είσοδος- θύρα πεζών και μεταλλική θύρα εισόδου-εξόδου οχημάτων. Η προαναφερόμενη αναγκαστική κατάσχεση καταχωρήθηκε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του εν λόγω ακινήτου με τον ανωτέρω ΚΑΕΚ. Τιμή πρώτης προσφοράς ορίστηκε από τον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή η εμπορική αξία του προαναφερόμενου περιγραφόμενου ακινήτου, όπως αυτή προσδιορίστηκε κατά τον χρόνο επιβολής της ανωτέρω κατάσχεσης, ήτοι το ποσό των 565.000 ευρώ και ο πλειστηριασμός του εν λόγω ακινήτου ορίστηκε να διενεργηθεί με ηλεκτρονικά μέσα στις 11/6/2025 ενώπιον της πιστοποιημένης για τον σκοπό αυτό συμβολαιογράφου Αθηνών . .. Ταυτοχρόνως, κατόπιν της από 15/5/2025 (με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης …/2025 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης …/2025) ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ που άσκησε η αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3480/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ορίστηκε ως τιμή πρώτης προσφοράς για το ανωτέρω κατασχεμένο επίδικο ακίνητο το ποσό των 800.000 ευρώ. Πλην όμως, κατά την ανωτέρω ημερομηνία (11/6/2025) ο πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε λόγω έλλειψης εμφάνισης πλειοδοτών και προς τον σκοπό αυτό συντάχθηκε η από 11/6/2020 έκθεση ματαίωσης πλειστηριασμού της ανωτέρω συμβολαιογράφου. Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι η καθής η αίτηση και ήδη εκκαλούσα εταιρεία προέβη σε νέα επίσπευση του ανωτέρω πλειστηριασμού δυνάμει της υπ’ αριθ. …-2025 πράξης δήλωσης-εντολής της ανωτέρω συμβολαιογράφου κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 966 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ως ημερομηνία διενέργειας του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού με την ίδια ως άνω τιμή πρώτης προσφοράς (800 000 ευρώ) ορίστηκε η 23/7/2025. Πλην όμως, κατά την ανωτέρω ημερομηνία ο πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε λόγω έλλειψης εμφάνισης πλειοδοτών και προς τον σκοπό αυτό συντάχθηκε η από 23/7/2025 έκθεση ματαίωσης πλειστηριασμού της ανωτέρω συμβολαιογράφου. Εν συνεχεία πιθανολογήθηκε ότι η καθής η αίτηση και ήδη εκκαλούσα εταιρεία προέβη σε νέα επίσπευση του ανωτέρω πλειστηριασμού δυνάμει της υπ’ αριθ. …-2025 πράξης δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 966 παρ. 2Α ΚΠολΔ.

 

Ως νέα ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου ορίστηκε η 10/10/2025, με τιμή πρώτης προσφοράς ίση προς το 80% της αρχικώς ορισθείσας τιμής, ήτοι το ποσό των 640.000 ευρώ. Πλην όμως, κατά την ανωτέρω ημερομηνία ο πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε λόγω έλλειψης εμφάνισης πλειοδοτών και προς τον σκοπό αυτό συντάχθηκε η από 10/10/2025 έκθεση ματαίωσης πλειστηριασμού της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου. Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι στις 14/10/2025 η καθής η αίτηση και ήδη εκκαλούσα εταιρεία προέβη σε νέα επίσπευση του ανωτέρω πλειστηριασμού δυνάμει της υπ’ αριθ. …-2025 πράξης δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 966 παρ. 2Β ΚΠολΔ. Ως νέα ημερομηνία για την διεξαγωγή του ανωτέρω πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου ορίστηκε η 14/11/2025, με τιμή πρώτης προσφοράς ίση προς το 65% της αρχικώς ορισθείσας τιμής, ήτοι το ποσό των 520.000 ευρώ. Πλην όμως, κατά την ανωτέρω ημερομηνία ο πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε λόγω έλλειψης εμφάνισης πλειοδοτών και προς τον σκοπό αυτό συντάχθηκε η από 14/11/2025 έκθεση ματαίωσης πλειστηριασμού της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου. Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι η καθής η αίτηση και ήδη εκκαλούσα εταιρεία κατέθεσε την από 17/11/2025 (με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης …/2025 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης …/2025) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 966 παρ. 3 ΚΠολΔ, με την οποία ζήτησε να οριστεί νέα ημερομηνία διενέργειας πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα του ανωτέρω περιγραφόμενου ακινήτου και να οριστεί τιμή πρώτης προσφοράς αυτού το ποσό των 350.000 ευρώ. Η ανωτέρω αίτηση συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 27/11/2025 και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 8.038/2025 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία ορίστηκε νέα ημερομηνία διενέργειας ηλεκτρονικού πλειστηριασμού μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την κατάθεση αυτής στην ιδία ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 520.000 ευρώ.

 

Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης η καθής η αίτηση και ήδη εκκαλούσα εταιρεία προέβη σε νέα επίσπευση του ανωτέρω πλειστηριασμού στις 5/1/2026 δυνάμει της υπ’ αριθ. …-2026 πράξης-δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 966 παρ. 3 ΚΠολΔ. Ως νέα ημερομηνία διεξαγωγής του πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου ορίστηκε η 1//3/2026 με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 520.000 ευρώ.

 

Από τα ανωτέρω αναφερόμενα, ήτοι από τις δηλώσεις συνέχισης του εν λόγω πλειστηριασμού, μετά τις διαδοχικές ματαιώσεις αυτού, πιθανολογήθηκε η επιμελής και συνεχής προσπάθεια της καθής η αίτηση και ήδη εκκαλούσας εταιρείας να ολοκληρώσει τον προαναφερόμενο πλειστηριασμό εντός της ενιαύσιας προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς επίσης ότι από την επομένη ημέρα επιβολής της προκείμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, η οποία έλαβε χώρα στις 31/10/2024, ήτοι από την 1/11/2024, έως την συζήτηση της ένδικης αίτησης ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (11/2/2026) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τετρακοσίων εξήντα οκτώ (468) ημερών. Από αυτό το χρονικό διάστημα πρέπει να αφαιρεθούν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, τα κάτωθι χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία, λόγω νομικής ή πραγματικής αδυναμίας, η καθής η αίτηση και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία δεν προέβη σε συνέχιση της προκείμενης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και δη: α) το χρονικό διάστημα των επτά (7) μηνών της διάταξης του άρθρου 993 παρ. 2 ΚΠολΔ ή διακοσίων είκοσι τριών (223) ημερών, ήτοι από την επιβολή της κατάσχεσης έως την αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού (1/11/2024 έως 11/5/2025) και β) το χρονικό διάστημα από 1η Αυγούστου έτους 2025 έως την 31η Αυγούστου έτους 2025 ή τριάντα ενός (31) ημερών. Επομένως, εάν από το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των 468 ημερών, αφαιρεθούν οι 254 ημέρες, κατά τις οποίες η καθής η αίτηση και ήδη εκκαλούσα εταιρεία δεν μπορούσε εκ του νόμου να προβεί σε πλειστηριασμό, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, πιθανολογείται ότι από την επομένη ημέρα επιβολής της κατάσχεσης (1/11/2024) μέχρι την συζήτηση της ένδικης αίτησης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (11/2/2026), έχει παρέλθει χρονικό διάστημα διακοσίων δεκατεσσάρων (214) ημερών, ήτοι μικρότερο του έτους, χωρίς να έχει διενεργηθεί πλειστηριασμός και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η ανατροπή της προκείμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ.

 

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε τα αντίθετα, ήτοι ότι από την επόμενη ημέρα σύνταξης της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης (1/11/2024) μέχρι την συζήτηση της ένδικης αίτησης ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, συμπληρώθηκε η ενιαύσια προθεσμία της διάταξης του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ, χωρίς να λάβει χώρα πλειστηριασμός, εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει επομένως, δεκτού γενομένου του 3ου λόγου της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι στην ενιαύσια προθεσμία της διάταξης του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν συμπεριλαμβάνεται το χρονικό διάστημα των 7/8 μηνών από την κατάσχεση, το οποίο ορίζεται στην διάταξη του άρθρου 993 παρ. 2 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ουδέποτε συμπληρώθηκε η ενιαύσια προθεσμία της διάταξης τηι.ι άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ, ώστε να υφίσταται δυνατότητα ανατροπής της επίδικης αναγκαστικής κατάσχεσης, να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ), να απορριφθεί η ένδικη αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη.

 

Σε ότι αφορά την δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος τής εφεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

 

Πρέπει επίσης να διαταχθεί η επιστροφή του νόμιμου παράβολου στην εκκαλούσα, λόγω της νίκης της (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

-ΔΙΚΑΖΕΙ την από 11/3/2026 (με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ./2026 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης ./2026) έφεση αντιμωλία των διαδίκων

 

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσία την ανωτέρω έφεση

 

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην εκκαλούσα του νόμιμου παράβολου με αριθμό …, ποσού εκατό (100) ευρώ

 

-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ' αριθ. 8/2026 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

 

-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 29/1/2026 (με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ./2026 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης ./2026) αίτηση

 

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση

 

-ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ την δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, σε βάρος της εφεσίβλητης, το ύψος της οποίας ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ

 

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε, δημοσιεύτηκε στις 02/06/2026 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ