ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΔΠρΜυτιλήνης 164/2026

 

Επιδικάζεται αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας σε δημόσιο υπάλληλο (γιατρό ΕΣΥ) επειδή λόγω αναρρωτικών αδειών και υποχρεωτικής συνταξιοδότησης στα 67 δεν πρόλαβε να πάρει τις ημέρες άδειας που δικαιούνταν. Η απόφαση επικαλείται μόνο ευρωπαϊκή νομολογία.

 

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Αθηνών Ήλιας Αλευρά, ΜΔΕ Εργατικού Δικαίου, Διαμεσολαβήτριας) 

 

 

Αριθμός απόφασης: 164/2026

 

ΤΟ

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

 

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΕΔΡΑ ΧΙΟΥ

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου Χίου, στις 23 Μαΐου 2025, ημέρα Παρασκευή και ώρα 12:00, με Δικαστή τη Σταματία Γιαννεσκή, Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων και Γραμματέα τη Νικολίνα Πετρέλλη, δικαστική υπάλληλο,

 

για να δικάσει την αγωγή με αριθμό κατάθεσης ./16.7.2024,

 

του …………………………., για τον οποίο παραστάθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος Ήλια Αλευρά,

 

κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «Γενικό Νοσοκομείο ……… όπως νομίμως εκπροσωπείται από τη Διοικήτριά του, για το οποίο παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ελευθέριος Μπλάτζιος.

 

Κατά τη συζήτηση, οι διάδικοι που παραστάθηκαν στο ακροατήριο ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

 

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

 

Σκέφθηκε κατά το νόμο

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, όπως το αίτημα αυτής μετατράπηκε νομίμως από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (βλ. σχετ. τα από 23.5.2025 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου), καθώς και με το από 23.5.2025 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ο ενάγων, συνταξιούχος ιατρός, ζητεί να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει, νομιμοτόκως από την ημέρα της αυτοδίκαιης αποχώρησής του από την υπηρεσία (στις 31.12.2023), άλλως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση, ως αποζημίωση, λόγω μη ληφθείσας κανονικής αδείας 76 ημερών κατά το έτος 2023, το ποσό των 14.965,92 ευρώ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 102 του π.δ. 611/1977 (Α’198), άλλως το ποσό των 10.536,64 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις αποδοχές του για το διάστημα των 76 ημερών κανονικής αδείας που δεν του χορηγήθηκαν από το εναγόμενο. Τα ανωτέρω ποσά τα ζητεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 – 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., αν.ν. 2783/1941 – Φ.Ε.Κ.Α΄ 29, όπως μεταγλωττίστηκε στη δημοτική με το π.δ. 456/1984 – Φ.Ε.Κ.Α΄ 164), επικουρικώς δε με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επομ. του Αστικού Κώδικα, π.δ. 456/1984, Φ.Ε.Κ.Α΄ 164). Περαιτέρω, ο ενάγων ζητεί να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 3.000,00 ευρώ, ομοίως νομιμοτόκως, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που, όπως ισχυρίζεται, υπέστη από την ίδια ως άνω αιτία.

 

2. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.…» και στο άρθρο 106 ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. προς αποζημίωση απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας κατά τη διεξαγωγή δημόσιας υπηρεσίας, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας. Οι ως άνω προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, εν όψει της συγκεκριμένης αξίωσης, της οποίας η ικανοποίηση επιδιώκεται με την αγωγή (Σ.τ.Ε. 1495/2021, 980/2019).

 

3. Επειδή, στο άρθρο 2 του «Κώδικα Δημόσιων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.» που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 26) ορίζεται ότι: «1. Στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα υπάγονται οι πολιτικοί διοικητικοί υπάλληλοι του κράτους και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου…», στο άρθρο 48, με τίτλο «Δικαίωμα κανονικής άδειας», ορίζεται ότι: «1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δικαιούνται κανονική άδεια με αποδοχές δύο (2) μήνες μετά το διορισμό τους. Η άδεια που δικαιούνται να λάβουν οι υπάλληλοι ορίζεται σε δύο (2) ημέρες για κάθε μήνα υπηρεσίας και δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τον αριθμό των ημερών κανονικής άδειας που δικαιούνται με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους δημόσιας πραγματικής υπηρεσίας. 2. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, μετά τη συμπλήρωση ενός (1) έτους πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, δικαιούνται κανονική άδεια απουσίας με αποδοχές, η διάρκεια της οποίας ορίζεται σε είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες αν ακολουθούν εβδομάδα πέντε (5) εργασίμων ημερών και είκοσι τέσσερις (24) εργάσιμες ημέρες αν ακολουθούν εβδομάδα έξι (6) εργασίμων ημερών. Ο χρόνος της κανονικής άδειας επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης και μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου των είκοσι πέντε (25) ή τριάντα (30) εργασίμων ημερών προκειμένου για πενθήμερη ή εξαήμερη εβδομάδα εργασίας, αντίστοιχα. 3. …» και στο άρθρο 49, με τίτλο «Χορήγηση κανονικής άδειας», ότι: «1. Δεκαπέντε (15) ημέρες από την κανονική άδεια χορηγούνται υποχρεωτικά, εφόσον το ζητήσει ο υπάλληλος, από 15 Μαΐου έως 31 Οκτωβρίου. … 2. Η υπηρεσία, στην οποία ανήκει ο υπάλληλος, χορηγεί υποχρεωτικά σε αυτόν μέσα στο δεύτερο εξάμηνο κάθε έτους την κανονική άδεια που δικαιούται και αν ακόμα δεν την ζητήσει. 3. Επιτρέπεται να μην χορηγείται, να περιορίζεται ή να ανακαλείται η κανονική άδεια προκειμένου να αντιμετωπιστούν έκτακτες ανάγκες της υπηρεσίας, μετά όμως από έγκριση του οργάνου που προΐσταται εκείνου το οποίο είναι αρμόδιο για τη χορήγηση της άδειας. Αν τέτοιο όργανο δεν υπάρχει, αποφασίζει το αρμόδιο για τη χορήγηση της άδειας όργανο. 4. Η άδεια που δεν χορηγήθηκε κατ’ εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, χορηγείται υποχρεωτικά το επόμενο έτος». Εξ άλλου, στο άρθρο 102 παρ.3 του π.δ. 611/1977 («Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον, υπό τίτλον "Υπαλληλικός Κώδιξ", των ισχυουσών διατάξεων των αναφερομένων εις την κατάστασιν των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., Φ.Ε.Κ.Α’198) οριζόταν ότι: «…3. Ο υπάλληλος, στον οποίο δεν χορηγήθηκε άδεια σύμφωνα με την παρ. 1, δικαιούται αποζημίωση. Η αποζημίωση για κάθε ημέρα κανονικής άδειας, που δεν χορηγήθηκε, ορίζεται ίση με το 1/22 ή 1/26 του συνόλου των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του υπαλλήλου, ανάλογα με το σύστημα της πενθήμερης ή εξαήμερης εβδομάδας εργασίας, προσαυξημένο κατά 25%. Αντί για αποζημίωση, ο υπάλληλος μπορεί να μεταφέρει στο επόμενο έτος την άδεια που δεν του χορηγήθηκε. Αν έως τις 31 Ιανουαρίου του επόμενου έτους ο υπάλληλος δεν υποβάλει αίτηση για αποζημίωση, η άδεια που δεν χορηγήθηκε μεταφέρεται αυτοδικαίως στο έτος αυτό. Περαιτέρω μεταφορά κανονικής άδειας δεν επιτρέπεται. Η αποζημίωση για τη μη χορήγηση της κανονικής άδειας υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές της 31ης Δεκεμβρίου του έτους, κατά το οποίο δεν χορηγήθηκε…»

 

4. Επειδή, στο άρθρο 7, με τίτλο «Ετήσια άδεια», της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Νοεμβρίου 2003 ορίζεται ότι: «1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας». Όπως έχει κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, κάθε εργαζόμενος δικαιούται ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων. Το εν λόγω δικαίωμα σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών πρέπει να θεωρείται ως ιδιαίτερης σημασίας αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης, της οποίας η εφαρμογή από τις αρμόδιες εθνικές αρχές μπορεί να γίνεται μόνον εντός των ορίων που ρητώς καθορίζει η Οδηγία 2003/88 (αποφάσεις Δ.Ε.Ε. της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Fraport AG Frankfurt Airport Services Worldwide, C518/20 και St. Vincenz-Krankenhaus GmbH, C727/20, σκέψη 24, και της 6ης Νοεμβρίου 2018, Max-Planck-Gesellschaft zur Förderung der Wissenschaften, C684/16, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εξ άλλου, επισημαίνεται ότι το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών δεν αποτελεί απλώς αρχή ιδιαίτερης σημασίας στο κοινωνικό δίκαιο της Ένωσης, αλλά είναι και ρητώς κατοχυρωμένο στο άρθρο 31 παρ. 2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον οποίο το άρθρο 6 παρ. 1 της Συνθήκης της Ε.Ε. αναγνωρίζει το αυτό νομικό κύρος με εκείνο των Συνθηκών (αποφάσεις Δ.Ε.Ε. της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Fraport AG Frankfurt Airport Services Worldwide, C518/20 και St. Vincenz-Krankenhaus GmbH, C727/20, σκέψη 25, και της 22ας Νοεμβρίου 2011, KHS, C214/10, σκέψη 37). Επομένως, το άρθρο 7 παρ. 1 της Οδηγίας 2003/88 αντανακλά και συγκεκριμενοποιεί το θεμελιώδες δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που κατοχυρώνεται στο άρθρο 31 παρ. 2 του Χάρτη. Πράγματι, ενώ η τελευταία αυτή διάταξη διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε εργαζομένου σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, η πρώτη διάταξη θέτει σε εφαρμογή την αρχή αυτή καθορίζοντας τη διάρκεια της εν λόγω άδειας (αποφάσεις Δ.Ε.Ε. της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Fraport AG Frankfurt Airport Services Worldwide, C518/20 και St. Vincenz-Krankenhaus GmbH, C727/20, σκέψη 26, και της 13ης Ιανουαρίου 2022, Koch Personaldienstleistungen, C514/20, σκέψη 25). Επίσης, κατά πάγια νομολογία του αυτού Δικαστηρίου, το δικαίωμα σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών έχει διττό σκοπό, ο οποίος συνίσταται στην παροχή στον εργαζόμενο της δυνατότητας, αφενός, να αναπαυθεί από την εκτέλεση των καθηκόντων τα οποία έχει αναλάβει στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας του και, αφετέρου, να έχει στη διάθεσή του ένα χρονικό διάστημα αναψυχής και ψυχαγωγίας (αποφάσεις Δ.Ε.Ε. της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Fraport AG Frankfurt Airport Services Worldwide, C518/20 και St. Vincenz-Krankenhaus GmbH, C727/20, σκέψη 27, της 13ης Ιανουαρίου 2022, Koch Personaldienstleistungen, C514/20, σκέψη 30, και της 25ης Ιουνίου 2020, Varhoven kasatsionen sad na Republika Bulgaria και Iccrea Banca SpA, C762/18 και C37/19, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Τέλος, όπως έχει κριθεί από το ανωτέρω Δικαστήριο, τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88 περί χορηγήσεως στους εργαζομένους ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 αυτής, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 της Οδηγίας 89/391 στο οποίο παραπέμπει η διάταξη αυτή, εφαρμόζονται σε όλους τους τομείς δραστηριοτήτων, ιδιωτικού ή δημόσιου χαρακτήρα, με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, καθώς και τη ρύθμιση ορισμένων στοιχείων της οργάνωσης του χρόνου εργασίας τους. Και τούτο διότι νομικοί χαρακτηρισμοί, όπως: ημερομίσθιος εργάτης, υπάλληλος με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ή δημόσιος υπάλληλος ή το γεγονός ότι η σχέση εργασίας διέπεται από το ιδιωτικό ή το δημόσιο δίκαιο, ποικίλλουν αναλόγως της εθνικής νομοθεσίας και δεν μπορούν να αποτελέσουν κριτήριο ερμηνείας, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις Δ.Ε.Ε. της 3ης Μαΐου 2012, Georg Neidel, C-337/10, σκέψεις 20 και 25, και Δ.Ε.Κ. της 12ης Φεβρουαρίου 1974, Sotgiu, C-152/73, σκέψη 5, βλ. και Δ.Εφ.Θεσ. 2380/2014).

 

5. Επειδή, ακόμη, στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου 7 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ ορίζεται ότι: « Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης». Ερμηνεύοντας την παράγραφο αυτή, το Δ.Ε.Ε., με την απόφαση 20-7/2016 (C-341/2015), κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος του Verwaltungsgericht Wien (Διοικητικό Δικαστήριο Βιέννης), περί του εάν είναι συμβατή με το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88 εθνική ρύθμιση, η οποία δεν προβλέπει αποζημίωση χρηματικής φύσεως για μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, κατά την έννοια του άρθρου 7 της εν λόγω οδηγίας προς εργαζόμενο, ο οποίος σε ορισμένη χρονική στιγμή και οικεία βουλήσει λύει την εργασιακή σχέση, αποφάνθηκε ότι: «… 26. Όταν έχει λυθεί η σχέση εργασίας και, επομένως, είναι πλέον αδύνατη η πραγματική λήψη της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, το άρθρο 7 παρ. 2 της Οδηγίας 2003/88 ορίζει ότι ο εργαζόμενος δικαιούται χρηματική αποζημίωση, για να μην αποκλείεται, εξαιτίας της αδυναμίας αυτής, η απόλαυση του δικαιώματος αυτού από τον εργαζόμενο, έστω και σε χρηματική μορφή (βλ. αποφάσεις της 20ής Ιανουαρίου 2009, Schultz-Hoff κ.λπ., C-350/06 και C 520/06, EU:C:2009:18, σκέψη 56· της 3ης Μαΐου 2012, Neidel, C-337/10, EU:C:2012:263, σκέψη 29, καθώς και της 12ης Ιουνίου 2014, Bollacke, C 118/13, EU:C:2014:1755, σκέψη 17). 27. Ακολούθως … το άρθρο 7 παρ. 2 της Οδηγίας 2003/88, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, δεν θέτει καμία προϋπόθεση για τη θεμελίωση δικαιώματος χρηματικής αποζημιώσεως, πέραν εκείνης κατά την οποία, αφενός, η σχέση εργασίας πρέπει να έχει λυθεί και, αφετέρου, ο εργαζόμενος δεν πρέπει να έχει λάβει όλη την ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών την οποία δικαιούτο κατά τον χρόνο λύσεως της σχέσεως αυτής (απόφαση της 12ης Ιουνίου 2014, Bollacke, C-118/13, EU:C:2014:1755, σκέψη 23). 28. Συνεπώς, κατά το άρθρο 7 παρ. 2 της Οδηγίας 2003/88, ο εργαζόμενος ο οποίος δεν ήταν σε θέση να λάβει όλη την ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών πριν από τη λύση της σχέσεως εργασίας του δικαιούται χρηματική αποζημίωση για τη μη ληφθείσα άδεια. Δεν ασκεί, συναφώς, επιρροή ο λόγος για τον οποίο λύθηκε η σχέση εργασίας. 29. Ως εκ τούτου, οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο εργαζόμενος λύει, οικεία βουλήσει, τη σχέση εργασίας του δεν έχουν καμία επίπτωση στο δικαίωμά του να λάβει, ενδεχομένως, χρηματική αποζημίωση για την ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών την οποία δεν μπόρεσε να εξαντλήσει πριν από τη λύση της εργασιακής του σχέσεως. … Το άρθρο 7 παρ. 2 της Οδηγίας 2003/88 … αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία δεν αναγνωρίζει αξίωση αποζημιώσεως για μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών σε εργαζόμενο του οποίου η σχέση εργασίας λύθηκε κατόπιν αιτήματος συνταξιοδοτήσεώς του και ο οποίος δεν ήταν σε θέση να εξαντλήσει την άδεια αυτή πριν από τη λύση της εργασιακής σχέσεως». Εξ άλλου, με τις δύο αποφάσεις της 6ης Νοεμβρίου 2018, σε μείζονα σύνθεση, Max-Planck-Gesellschaft zur Förderung der Wissenschaften C-684/16 και Kreuziger, C-619/16, κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος του Bundesarbeitsgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών, Γερμανία) και του Oberverwaltungsgericht Berlin-Brandenburg (ανώτερο διοικητικό δικαστήριο Βερολίνου-Βραδεμβούργου, Γερμανία) αντίστοιχα, το Δ.Ε.Ε., ερμηνεύοντας το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, έκρινε ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται στην αυτοδίκαιη απόσβεση τόσο του δικαιώματος του εργαζομένου στις κεκτημένες δυνάμει του δικαίου της Ένωσης ημέρες ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών όσο και, συνακόλουθα, του δικαιώματός του να λάβει χρηματική αποζημίωση για την ως άνω μη ληφθείσα άδεια, για τον μοναδικό λόγο ότι δεν ζήτησε να λάβει άδεια πριν από τη λύση της σχέσης εργασίας (ή κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς). Η απόσβεση των δικαιωμάτων αυτών επιτρέπεται μόνον εφόσον ο εργοδότης παρέσχε πράγματι στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να λάβει τις εν λόγω ημέρες άδειας εγκαίρως, μεταξύ άλλων με κατάλληλη εκ μέρους του ενημέρωση του εργαζομένου, όπερ οφείλει να αποδείξει ο εργοδότης. Ειδικότερα, αν ο εργοδότης είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο συναφές βάρος απόδειξης και αποδείξει ότι ο εργαζόμενος, σκοπίμως και με πλήρη επίγνωση των συνεπειών, επέλεξε να μην κάνει χρήση της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που δικαιούνταν, αφού του είχε παρασχεθεί η δυνατότητα πραγματικής άσκησης του δικαιώματός του σε αυτή, το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται στην απόσβεση του δικαιώματος αυτού ούτε στη συνακόλουθη, σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας, μη καταβολή χρηματικής αποζημίωσης για τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών. Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι οι ανωτέρω αρχές ισχύουν ανεξαρτήτως του αν ο εργοδότης είναι δημόσια αρχή (όπως το ομόσπονδο κράτος του Βερολίνου) ή ιδιώτης (όπως η Max-PlanckGesellschaft).

 

6. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων, σύμφωνα με το με ημερομηνία 5.1.2024 πιστοποιητικό υπηρεσιακών μεταβολών της Διοικήτριας του Γενικού Νοσοκομείου (Γ.Ν.) ……”, διορίσθηκε την 1η.10.2007 στο Γενικό Νοσοκομείο – ………….. στη θέση του Διευθυντή ……………. του κλάδου ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ). Στις 11.3.2009 κατέστη Συντονιστής Διευθυντής …………. στο ως άνω νοσοκομείο, ενώ μονιμοποιήθηκε στη θέση του Διευθυντή Νεφρολογίας δυνάμει της με ………… απόφασης του Υπουργείου Υγείας. Ακολούθως, στις 3.7.2018 μετατάχθηκε στο Γ.Ν.  “…..” σε κενή οργανική θέση αντίστοιχης ειδικότητας και με το βαθμό του Διευθυντή (σχετ. η ……….. απόφαση του Υπουργείου Υγείας) και από 19.12.2019 κατείχε τον βαθμό του Συντονιστή Διευθυντή. Από 1.9.2021, δυνάμει της ………… απόφασης της Διοικήτριας του προαναφερθέντος νοσοκομείου, του επιβλήθηκε το διοικητικό μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του, για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, ενώ με την ……… απόφαση της εν λόγω Διοικήτριας, επανήλθε στην υπηρεσία λόγω άρσης της επιβολής του ανωτέρω μέτρου. Περαιτέρω, με την ……/.2023 απόφαση της Διοικήτριας του νοσοκομείου ορίσθηκε Προϊστάμενος στη Μονάδα Εξωνεφρικής Κάθαρσης. Στη συνέχεια, στις 31.12.2023, λόγω συμπλήρωσης του 67ου έτους της ηλικίας του, αποχώρησε από την υπηρεσία. Κατά την αποχώρησή του δε είχε συνολικό υπόλοιπο κανονικής αδείας, ήτοι μετά από μεταφορά και από προηγούμενα έτη, 76 ημερών, καθώς και 4 ημερών παραμεθορίου έτους 2023 (βλ. την προσκομισθείσα ………. βεβαίωση της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης Διεύθυνσης Διοικητικού Οικονομικού του Γ.Ν. …….”).

 

7. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη αγωγή, όπως αυτή αναπτύσσεται με το από 23.5.2025 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι όταν αποχώρησε από την υπηρεσία του λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, του απέμεναν 76 ημέρες αδείας, οι οποίες δεν του χορηγήθηκαν παρόλο που τις δικαιούτο, για λόγους που δεν σχετίζονται με τον ίδιο. Ειδικότερα, όπως ισχυρίζεται, κάθε έτος δικαιούτο 25 ημέρες κανονικής αδείας, βάσει της προϋπηρεσίας του. Κατά το έτος 2018, είχαν μεταφερθεί οι 22 ημέρες αδείας που δικαιούτο από προηγούμενο έτος (2017), εκ των οποίων έλαβε 17 ημέρες αδείας και επιπλέον δικαιούτο και 25 ημέρες αδείας του τρέχοντος έτους 2018. Ακολούθως, κατά το έτος 2019 μεταφέρθηκαν οι 5 ημέρες αδείας που υπολείπονταν από το έτος 2017 (22-17=5), καθώς και 25 ημέρες αδείας του έτους 2018, ήτοι συνολικά δικαιούτο 30 ημέρες αδείας, πλέον 25 ημερών αδείας για το έτος 2019. Στο δε έτος 2019 έλαβε 21 ημέρες αδείας, με αποτέλεσμα κατά το έτος 2020 να μεταφερθούν οι 9 ημέρες που δεν έλαβε το έτος 2018 (30-21=9), καθώς και οι 25 ημέρες αδείας του έτους 2019, ήτοι συνολικά 34 ημέρες αδείας, στις οποίες προστέθηκαν και οι 25 ημέρες αδείας του έτους 2020, που ήταν αδύνατον να λάβει λόγω της πανδημίας του covid-19. Κατά το έτος δε 2020 έλαβε μόνο 2 ημέρες κανονικής αδείας, ενώ το έτος 2021 οι ημέρες αδείας που δικαιούτο ήταν συνολικά 82 [(9-2=7) ημέρες από το έτος 2018 + 25 ημέρες από το έτος 2019 + 25 ημέρες από το έτος 2020 + 25 ημέρες από το έτος 2021)]. Στις 11.8.2021 αιτήθηκε να λάβει την άδεια που δικαιούτο, ωστόσο, το αίτημά του αυτό έγινε εν μέρει δεκτό με απόφαση της Διοικήτριας του εναγόμενου νοσοκομείου, καθώς του εγκρίθηκαν μόνο 10 ημέρες αδείας. Στη συνέχεια, από 1.9.2021 έως 1.1.2023 του επιβλήθηκε το ειδικό διοικητικό μέτρο της αναστολής καθηκόντων για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Μετά την άρση του μέτρου αυτού και την επάνοδό του στην υπηρεσία, χρειάστηκε να λάβει αναρρωτική άδεια λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε (επιπλοκών από χειρουργική επέμβαση στην οποία είχε υποβληθεί), ενώ στις 31.12.2023 λύθηκε αυτοδικαία η υπαλληλική του σχέση με το εναγόμενο, λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας για τη συνταξιοδότησή του. Κατόπιν τούτων, ο ενάγων διατείνεται ότι η μη χορήγηση της κανονικής αδείας που δικαιούτο είναι παράνομη και γι’ αυτό θα πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση, ως αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105-106 του ΕισΝΑΚ, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 14.965,92 ευρώ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 102 του π.δ. 611/1977, άλλως το ποσό των 10.536,64 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις αποδοχές του για το διάστημα των 76 ημερών αδείας. Περαιτέρω, ζητεί να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει, ομοίως νομιμοτόκως, το ποσό των 3.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που, όπως ισχυρίζεται, υπέστη από την ίδια ως άνω αιτία. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του, επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής έγγραφα: 1) την από 11.8.2021 αίτησή του προς το εναγόμενο νοσοκομείο, προκειμένου να του χορηγηθεί άδεια για χρονικό διάστημα 82 ημερών και τη σχετική απάντηση της Διοικήτριας του νοσοκομείου, σύμφωνα με την οποία εγκρίθηκαν μόνο 10 ημέρες αδείας “για υπηρεσιακούς λόγους λειτουργίας της ΜΤ.Ν. ...”, 2) α) την από 3.1.2023 γνωμάτευση από τον παθολόγο ιατρό ……….., για χορήγηση στον ενάγοντα 3 ημερών αδείας από 3.1.2023, λόγω ιογενών και άλλων καθορισμένων εντερικών λοιμώξεων, β) την από 26.1.2023 απόφαση της Διοικήτριας του νοσοκομείου με την οποία ενέκρινε τη χορήγηση στον ενάγοντα 30 ημερών αναρρωτικής αδείας από 20.1.2023, καθώς και 1 ημέρα νοσηλείας στις 19.1.2023, γ) τις …../7.4.2023, …../18.5.2023, …./3.6.2023, …./13.6.2023, …/10.7.2023, …/11.9.2023, …./20.10.2023, …/4.12.2023, …/4.12.2023, και …/29.1.2024 γνωματεύσεις της Πρωτοβάθμιας Υπηρεσιακής Υγειονομικής Επιτροπής …., σύμφωνα με τις οποίες ο ενάγων είχε ανάγκη αναρρωτικής αδείας και εγκρίθηκε η χορήγηση σε αυτόν αναρρωτικής αδείας από τον Φεβρουάριο του έτους 2023 έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2023, 3) την από 23.1.2024 αίτηση του ενάγοντος προς το εναγόμενο, με την οποία αιτείτο να λάβει χρηματική αποζημίωση για 75 ημέρες κανονικής αδείας που δεν έλαβε, 4) εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας του ενάγοντος, που αφορά τον Δεκέμβριο του έτους 2023, από το οποίο προκύπτει ότι ο ενάγων έλαβε ως αποδοχές συνολικά το ποσό των 3.466,00 ευρώ και 5) την από 7.4.2025 ιατρική βεβαίωση του ιατρού …………., χειρουργού-ουρολόγου, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων πάσχει “από ……………, το οποίο πρωτοδιαγνώστηκε τον Ιανουάριο του 2023. Υπεβλήθει σε έξι ενδοκυστικές εγχύσεις BCG, λόγω των οποίων παρουσίασε σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.…”.

 

8. Επειδή, αντιθέτως, το εναγόμενο με την από 24.4.2025 έκθεση απόψεών του, καθώς και το από 22.5.2025 νομίμως κατατεθέν υπόμνημά του, ζητεί την απόρριψη της αγωγής. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι οι ημέρες αδείας που δικαιούτο ο ενάγων κάθε έτος ανέρχονταν σε 22 και όχι 25 και ως εκ τούτου, τυχόν αποζημίωση δεν θα πρέπει να υπολογισθεί για 76 ημέρες αδείας. Επιπλέον, προβάλλει ότι για το διάστημα από 1.9.2021 έως 1.1.2023 ο ενάγων είχε τεθεί σε αναστολή άσκησης των καθηκόντων του λόγω άρνησης του να εμβολιαστεί κατά του covid-19 και στη συνέχεια, το έτος 2023 ο ενάγων ευρισκόταν σε αναρρωτική άδεια. Συνεπώς, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι δεν φέρει το ίδιο ευθύνη που ο ενάγων δεν έλαβε τις ημέρες κανονικής αδείας που δικαιούτο.

 

9. Επειδή, με βάση τα ανωτέρω, λαμβάνεται υπ’όψη: α) ότι κατά το προπαρατεθέν άρθρο 7 παρ. 2 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ, στην περίπτωση κατά την οποία η εργασιακή σχέση τερματιστεί και είναι πλέον αδύνατη η πραγματική λήψη της ετήσιας άδειας με αποδοχές, καταβάλλεται στον εργαζόμενο χρηματική αποζημίωση για τη μη χορηγηθείσα σε αυτόν ελάχιστη περίοδο ετήσιας άδειας με αποδοχές, β) ότι το Δ.Ε.Ε., ερμηνεύοντας το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ έκρινε ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται στην αυτοδίκαιη απόσβεση τόσο του δικαιώματος του εργαζομένου στις κεκτημένες δυνάμει του δικαίου της Ένωσης ημέρες ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών όσο και, συνακόλουθα, του δικαιώματός του να λάβει χρηματική αποζημίωση για την ως άνω μη ληφθείσα άδεια, για τον μοναδικό λόγο ότι δεν ζήτησε να λάβει άδεια πριν από τη λύση της σχέσης εργασίας, γ) εν προκειμένω, σύμφωνα με το ……/28.3.2024 έγγραφο της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Διοικητικού Οικονομικού του εναγόμενου νοσκομείου, ο ενάγων, μέχρι 30.12.2023, οπότε και αποχώρησε από την υπηρεσία του λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας (67 ετών), δικαιούτο να λάβει 76 ημέρες αδείας, δ) το έτος 2023 δεν μπόρεσε να λάβει την κανονική άδεια του, λόγω λήψης αναρρωτικής αδείας εξαιτίας προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε, όπως προκύπτει και από τα προσκομισθέντα έγγραφα, ε) στις 11.8.2021, ήτοι πριν την επιβολή του ειδικού διοικητικού μέτρου της αναστολής των καθηκόντων του, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, είχε ζητήσει να λάβει άδεια 82 ημερών που δικαιούτο, ωστόσο, το αίτημά του με απόφαση της Διοικήτριας του νοσοκομείου, έγινε δεκτό μόνο για 10 ημέρες, επικαλούμενη λόγους λειτουργίας της μονάδος όπου ήταν Συντονιστής Διευθυντής ο ενάγων, χωρίς όμως να εξειδικεύονται περαιτέρω οι εν λόγω λόγοι και στ) ότι η χρηματική αποζημίωση, ελλείψει σχετικής διάταξης, πρέπει να υπολογισθεί κατ’ εφαρμογή της παρ.3 του άρθρου 102 του προϊσχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (π.δ. 611/1977), η οποία πρέπει να γίνει δεκτό πως συνεχίζει να ισχύει, κατά το άρθρο 168 παρ.10 του ν.3528/2007 (Δ.Εφ.Πατ. 607/2018). Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει αποζημίωση για τη μη ληφθείσα άδεια των 76 ημερών που δικαιούτο. Συνεπώς, θα πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα το αιτούμενο ποσό των 14.965,92 ευρώ [(3.466,00 ευρώ μηνιαίες αποδοχές διά 22 ημέρες) = 157,55 € + προσαύξηση 25% (39,37 €) = 196,92 €, ώστε να υπολογισθεί η ημερήσια αποζημίωση που, κατόπιν, πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό 76 των οφειλομένων ημερών κανονικής αδείας], τούτο δε νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής στις 30.7.2024 (βλ. την υπ’ αριθ.1…….ΣΤ’ έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Βορείου Αιγαίου …….) και έως την εξόφληση.

 

10. Επειδή, περαιτέρω, όσον αφορά την ηθική βλάβη του ενάγοντος, λαμβάνοντας υπόψη ότι: α) το δικαίωμα λήψης κανονικής άδειας όλων των εργαζομένων είναι κατοχυρωμένο τόσο στο εθνικό δίκαιο όσο και στο ενωσιακό δίκαιο, β) το δικαίωμα αυτό αποσκοπεί στην παροχή στον εργαζόμενο της δυνατότητας ανάπαυσης από την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του, αναψυχής και ψυχαγωγίας, στο πλαίσιο της μέριμνας για την αποτελεσματική προστασία της ασφάλειας κατά την εργασία και της υγείας του και γ) εν προκειμένω, η μη χορήγηση στον ενάγοντα των 76 ημερών κανονικής αδείας που δικαιούτο του προκάλεσε αισθήματα κόπωσης και ψυχολογικής πίεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής στις 30.7.2024, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, λόγω μη χορήγησης σε αυτόν των 76 ημερών κανονικής αδείας που δικαιούτο, το προσήκον και εύλογο ποσό των 1.000,00 ευρώ, κατά μερική αποδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής.

 

11. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 14.965,92 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας κανονικής αδείας 76 ημερών, καθώς και το ποσό των 1.000,00 ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη για την ίδια αιτία, νομιμοτόκως, με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α΄ 65), από την επίδοση της αγωγής στο εναγόμενο στις 30.7.2024 και έως την εξόφληση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ΄ του Κ.Δ.Δ.).

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

 

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

 

Αναγνωρίζει την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 14.965,92 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας κανονικής αδείας 76 ημερών, καθώς και το ποσό των 1.000,00 ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη για την ίδια αιτία, νομιμοτόκως, με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α΄ 65), από την επίδοση της αγωγής στο εναγόμενο στις 30.7.2024 και έως την εξόφληση.

 

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

 

 Η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στη Μυτιλήνη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 5 Ιουνίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου Ελένη Θεοφανίδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., η οποία υπογράφει το παρόν πρωτότυπο, κατ’ άρθρο 194 παρ. 3 περ. α΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, λόγω άδειας μητρότητας της Σταματίας Γιαννεσκή, Πρωτοδίκη Δ.Δ..

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΕΛΕΝΗ ΘΕΟΦΑΝΙΔΟΥ   ΝΙΚΟΛΙΝΑ ΠΕΤΡΕΛΛΗ