ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΡεθύμνης 109/2026

 

Ανακοπή κατά αναγκαστικής εκτέλεσης και δη αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης - Βασικά στοιχεία σύμβασης τιτλοποίησης απαιτήσεων - Συνηθέστερη μορφή αυτής στις συναλλαγές -.

 

Μη νόμιμο το αίτημα της για ακύρωση της έγγραφης εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της επισπεύδουσας της τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή της εκτέλεση καθότι δεν αποτελεί πράξη εκτέλεσης. Αποκτά έννομες συνέπειες έναντι τρίτων μόνο δια της καταχώρησης της σε περίληψη στο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000. Εταιρείες απόκτησης και διαχείρισης αντίστοιχα απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις κατά Ν. 4354/2015. Συμβαλλόμενα επί των άνω συμβάσεων μέρη. Αναγκαίος συστατικός έγγραφος τύπος για την εγκυρότητα της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις κατά Ν. 4354/2015. Στην άνω σύμβαση πρέπει να αναφέρονται οι της διαχείριση απαιτήσεις αθροιστικά και ανά απαίτηση  και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης. Επί μη αναφοράς των άνω στοιχείων η άνω σύμβαση είναι άκυρη. Ακυρότητα δικαιοπραξίας λόγω μη τήρησης του αναγκαίου της τούτο τύπου. Η άνω ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και δεν μπορεί να ιαθεί με συμφωνία μεταξύ των μερών. Οι εταιρείες διαχείρισης κατά Ν. 4354/2015 φέρουν την κατ εξαίρεση νομιμοποίηση ανεξαρτήτως αν η μεταβίβαση των απαιτήσεων της εταιρεία ειδικού σκοπού έλαβε χώρα κατά Ν. 3156/2003 ή κατά Ν. 4354/2015. Αναγκαία προδικασία για την κατά πρώτον επίσπευση ή συνέχιση διαδικασίας εκτέλεσης κατά του οφειλέτη εκ μέρους ειδικού διαδόχου του αρχικού δανειστή κατ άρθρο 925 §1 ΚπολΔ. Ο ανωτέρω οφείλει να προβεί σε επίδοση της επιταγής εκτέλεσης της τον οφειλέτη μετά όλων των εγγράφων που τον νομιμοποιούν σε πλήρες κείμενο κατ’ άρθρο 925 § 1 ΚπολΔ. Αναγκαία της τούτο νομιμοποιητικά έγγραφα εκ μέρους εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων κατά Ν. 4354/2015. Έλλειψη νομιμοποίησης της καθής ένεκα ακυρότητας της σχετικής σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων επί της οποία δεν αναφερόταν και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης. Δέχεται ανακοπή.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Αθηνών Προξενίας Α. Καρτσωνάκη)

 

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΕΘΥΜΝΗΣ

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 109/2026

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΕΘΥΜΝΗΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Γεώργιο Γρηγοριάδη, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε η Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Ρεθύμνης Πρόεδρος Πρωτοδικών και τη Γραμματέα Ελευθερία Προκοπάκη.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στο Ρέθυμνο την 27η Φεβρουαρίου 2026 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: . . του ., κατοίκου Ρεθύμνου, επί της οδού .. . αρ ., με Α.φ.Μ. ., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Ρεθύμνης Ευαγγελίας Σταθουράκη (Α.Μ.Δ.Σ.Ρ. 203) που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, προκατέβαλε δε τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 παρ. 1 και 2 του Ν. 4194/2013 (βλ. το υπ' αριθμ. Α./27.02.2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Ρεθύμνης).

 

ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και τον διακριτικό τίτλο «INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της Λεωφόρου Μεσογείων αρ. 109-111, με Α.Φ.Μ. ., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου διαδίκου, ενεργούσας ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA II ΝΡL FINANCE DAC» («ΒΕΓΚΑ II ΕΝ.ΠΙ.ΕΛ. ΦΑΪΝΑΝΣ ΝΤΑΚ»), που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, οδός . . αρ. ., 4ος όροφος, IFCS, Δουβλίνο 1, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Ρεθύμνης Δήμητρας Καρπουζάκη (Α.Μ.Δ.Σ.Ρ. 235), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις τις οποίες συνυπογράφει με τον δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Παναγιώτη Σταμαδιανό (Α.Μ.Δ.Σ.Α. 35990), προκατέβαλε δε τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 παρ. 1 και 2 του Ν. 4194/2013 (βλ. τα υπ' αριθμ. Α./02.03.2026 και Π./26.02.2026 γραμμάτια προκαταβολής εισφορών των Δικηγορικών Συλλόγων Ρεθύμνης και Αθηνών αντίστοιχα).

Ο ανακόπτων κατέθεσε την 31η.10.2025 στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την από 22.10.2025 ανακοπή, η οποία έλαβε αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΜΕΙ/./2025, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό πινακίου ..

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 

Με την υπό κρίση ανακοπή, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, ο ανακόπτων ζητάει να ακυρωθούν α) η από 01.09.2025 επιταγή προς πληρωμή παρά πόδα τεθείσα του αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. ./ΠΙΤ/./2010 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, β) η με αριθμό ./18.09.2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ρεθύμνου . ., με την οποία επιβλήθηκε κατάσχεση, στο πλαίσιο της επισπευδόμενης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης από την καθ' ης, ενεργούσα υπό την ιδιότητά της ως δικαιούχου και μη υποχρέου διαδίκου και συγκεκριμένα ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA II ΝΡL FINANCE DAC», στα περιγραφόμενα ακίνητα ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος που βρίσκονται στο Ρέθυμνο και ο πλειστηριασμός τους έχει οριστεί να λάβει χώρα, με ηλεκτρονικά μέσα, ενώπιον του συμβολαιογράφου Χανίων . ., την 29η Απριλίου 2026, γ) το με αριθμό ./29.09.2025 απόσπασμα της με αριθμό ./18.09.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ρεθύμνου . . και δ) η από 12.09.2025 έγγραφη εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθ' ης προς την ανωτέρω δικαστική επιμελήτρια για αναγκαστική εκτέλεση και να καταδικασθεί η καθ' ης η ανακοπή στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση ανακοπή παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 937 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκαση της υπό κρίση ανακοπής, καθώς, μετά την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή, ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, δεδομένου δε ότι πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τόπος εκτέλεσης είναι ο τόπος κατάσχεσης και εν προκειμένω η περιφερειακή ενότητα Ρεθύμνου (άρθρο 933 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Ακόμα, η ανακοπή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ προθεσμίας, καθόσον η προσβαλλόμενη κατάσχεση έλαβε χώρα τη 18η.09.2025 διά της ως άνω με αριθμό ./18.09.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και επιδόθηκε αυθημερόν στον ανακόπτοντα (βλ. την επισημείωση της ανωτέρω δικαστική επιμελήτριας στην προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τον ανακόπτοντα έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης), η υπό κρίση ανακοπή κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 31η.10.2025, επιδόθηκε δε αυθημερόν στην καθ' ης η ανακοπή (βλ. τη με αριθμό .Ε..10.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, . .), ήτοι ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 934 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προθεσμίας των σαράντα πέντε ημερών. Περαιτέρω, η υπό κρίση ανακοπή είναι παραδεκτή και νόμιμη πλην του αιτήματος να ακυρωθεί η από 12.09.2025 έγγραφη εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθ' ης προς την ανωτέρω δικαστική επιμελήτρια να επισπεύσει την ανακοπτόμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς δεν αποτελεί πράξη εκτέλεσης ώστε να δύναται να προσβληθεί με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ (Π. Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής εκτελέσεως, Γενικό μέρος (2017), σελ. 665, παρ. 39 αρ. 32, υποσημ. 149). Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση ανακοπή, καθ' ο μέρος κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

 

Με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3156/2003 "Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα κλπ.", προβλέφθηκε η δυνατότητα μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων (αλλά όχι μόνον) απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις πάσης φύσεως λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντας και του αποκτώντας σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιοσδήποτε είδους ή μορφής η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως «ιδιωτική τοποθέτηση» θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατό πενήντα. «Μεταβιβάζων», κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και «αποκτών» μόνο νομικό πρόσωπο - ανώνυμη εταιρία - με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού, σύμφωνα με την ορολογία που έχει επικρατήσει διεθνώς). Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και «τιτλοποιεί» τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα, «ομολογίες», ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 € η κάθε μία (παρ. 5). Στην πιο απλή μορφή της η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, το οποίο η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό και το διαθέτει σε τρίτους (επενδυτές) και στη συνέχεια με το αντίτιμο των ομολογιών εξοφλεί το τίμημα της αγοράς. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης και η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ίδιου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παρ. 1. Ακόμη, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μιας τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων είναι δυνατό να ανατεθεί, με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως και σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (παρ. 16), η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του, στον Ευρωπαϊκό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή (παρ. 14). Εξάλλου, με τον ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ.", εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι «εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις» (ΕΑΑΔΠ) και οι «εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις» (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενό τους που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του άνω ν. 4354/2015.

 

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 β' του ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4643/2019, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια, που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, αποκλειστικά προς αα) Ανώνυμες εταιρίες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ββ) Εταιρίες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Χώρο, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γγ) Εταιρίες που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις υπό την επιφύλαξη διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας οι οποίες έχουν διακριτική ευχέρεια να εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος υπό την προϋπόθεση ότι η έδρα τους δεν βρίσκεται σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς ή σε μη συνεργάσιμο κράτος. Η πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ρυθμίζεται στο άρθρο 3 του ν. 4354/2015, και μπορεί να γίνει μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) (ή ανάλογη αλλοδαπή εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 β' περ. ββ και γγ Ν. 4354/2015) και διέπονται (όπως και στις περιπτώσεις της μεταβίβασης απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων), η μεν πώληση από τις διατάξεις του άρθρου 513 επ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ του ν. 4354/2015, η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογράφει συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και

εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται από

την Τράπεζα της Ελλάδος τα δε δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παραγράφου αυτής. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Το άρθρο 2 ν. 4354/2015 ορίζει ότι η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή/και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα δύναται να ανατίθεται στις ΑΕΔΑΔΠ που προβλέπονται στο άρθρο 1 παρ. 1 περ. α του ίδιου νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 4354/2015, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων προς τις ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και περιλαμβάνει, κατ' ελάχιστο περιεχόμενο, τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης (β) τις πράξεις της διαχείρισης οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871 - 872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας όπως έχει θεσπισθεί με την υπ' αριθμ. ./25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 και (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Επίσης σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχείρισης ως μη δικαιούχου διαδίκου, διευκολύνει τις εταιρίες απόκτησης οι οποίες συνήθως έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδίωξής τους αφού αυτή ασκείται αποκλειστικά από τις εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ. γ' ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών - καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιρειών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος. Από τη σύγκριση των προπαρατιθέμενων διατάξεων προκύπτει ότι αμφότεροι οι ως άνω νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την μεταβίβαση - πώληση των απαιτήσεων (ειδικά δε στην περίπτωση του ν. 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους με τη διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του ν. 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο τη έκδοσης ομολογιών (της τιτλοποίησης) και ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρίες διαχείρισης. Ωστόσο ο ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιριών διαχείρισης τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου.

 

Όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση σύμφωνα με το ν. 3156/2003, στο άρθρο 10 παρ. 14 αυτού ορίζεται ότι η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται συμβατικά σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα στον ίδιο τον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο - εγγυητή με προϋποθέσεις που ειδικότερα ορίζονται σ' αυτή. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται ρητά στην εταιρία διαχείρισης η οποία συμβαλλόμενη με τις δεν την εταιρία απόκτησης αποκτά κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εξουσία είσπραξης αλλότριας απαίτησης (της απαίτησης της εταιρίας απόκτησης), και η δικονομική εξουσία να εγείρει αγωγή και κάθε άλλο ένδικο βοήθημα για την είσπραξή της με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά της όπως ρητά προβλέπεται τούτο για τις εταιρίες διαχείρισης στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, δυνάμει της οποίας ο νομοθέτης εξόπλισε τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων, με βάση το νόμο αυτό, και με τη δικονομική εξουσία να ενεργούν, ως μη δικαιούχοι διάδικοι στο όνομά τους το σύνολο των αναγκαίων δικαστικών, αλλά και εξώδικων ενεργειών, προς είσπραξη των υπό την διαχείρισή τους απαιτήσεων. Ωστόσο, οι εταιρίες διαχείρισης που προβλέπονται στο άρθρο 2 ν. 4354/2015 υπάγονται σε μια ευρύτερη κατηγορία εταιριών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις όπως είναι και εκείνες του ν. 3156/2003. Ως εκ τούτου η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιριών διαχείρισης του ν. 3156/2003 από εκείνες του ν. 4354/2015 θα έχει ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου, οι οποίοι παρουσιάζουν νοηματική και λειτουργική συνοχή μεταξύ τους αφού και οι δύο ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη απαιτήσεων τρίτων. Επιπλέον στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 δ' του ν. 4354/2015 ορίζεται ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3156/2003, ενώ και στην αιτιολογική έκθεση αυτού σημειώνεται ότι «παρέχονται στα πιστωτικά ιδρύματα τα θεσμικά εργαλεία αξιοποίησης του χαρτοφυλακίου τους καθώς θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε την εφαρμογή του νόμου περί τιτλοποίησης απαιτήσεων (ν. 3156/2003) είτε το θεσμικό πλαίσιο που προκρίνεται με το ν. 4354/2015». Κατόπιν των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι ανωτέρω δύο νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους ανεξαρτήτως αν η απόκτηση των απαιτήσεων από τις εταιρείες ειδικού σκοπού έγινε με τη διαδικασία της τιτλοποίησης και εκχώρησης βάσει του ν. 3156/2003 ή με τη διαδικασία της πώλησης βάσει του ν. 4354/2015. Επομένως επιβάλλεται μια ενιαία εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 ν. 4354/2015, τόσο στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003, όσο και όταν έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του ν. 4354/2015, αφού έτσι εξυπηρετείται ο νομοθετικός σκοπός της διευκόλυνσης της διαχείρισης των απαιτήσεων και επιλύεται κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιριών διαχείρισης απαιτήσεων, επιτυγχάνοντας έτσι την αρμονική ένταξη του ερμηνευόμενου ν. 3154/2003 στο σύστημα χωρίς η προσέγγιση αυτή να επηρεάζεται από τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θεσπίστηκαν τα ως άνω δύο νομοθετήματα. Διαφορετική αντιμετώπιση των εταιριών διαχείρισης των δύο νομοθετημάτων θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. α' του Συντάγματος και επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερομένους όπως οι προαναφερόμενες διατάξεις (βλ ΟλΑΠ 1/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ για το επί μέρους ζήτημα της εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 2 ν. 4354/2015 σε περίπτωση μεταβίβασης δανειακής απαίτησης λόγω τιτλοποίησης).

 

Ακόμα, το άρθρο 2 ν. 4354/2015 εξειδικεύει το περιεχόμενο κάθε σύμβασης διαχείρισης ανεξάρτητα από το αν έχει λάβει χώρα μεταβίβαση της δανειακής απαίτησης. Τούτο προκύπτει από το σαφές γράμμα της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, στο οποίο αναφέρεται ότι «Στις εταιρίες της περίπτωσης α' της παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου (δηλαδή στις ΑΕΔΑΔΠ) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων...» και όχι «Στην περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 7...». Δηλαδή στην εισαγωγική αναφορά του άρθρου 2 εκτίθεται σαφώς ότι πρόκειται να ρυθμιστούν στις επόμενες παραγράφους του άρθρου αυτού - γενικώς - τα περί ανάθεσης της διαχείρισης σε ΑΕΔΑΔΠ (αυτές μνημονεύονται - για πρώτη φορά - στην περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 1) και όχι ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού αφορούν περιοριστικά μόνον στην «στην περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 7». Άλλωστε και στο σκεπτικό της ΟλΑΠ 1/2023 αναφέρεται ότι «ο ν. 4354/2015 (σε αντίθεση με τον ν. 3756/2003) περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιριών διαχείρισης τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου». Το ρυθμιστικό αυτό πλαίσιο περιλαμβάνεται ως προς το περιεχόμενο της σύμβασης στο άρθρο 2 υπό τον τίτλο «συμβάσεις ανάθεσης της διαχείρισης». Επιπλέον η παρ. 4 του άρθρου 2 αναφέρεται σε κάθε περίπτωση ανάθεσης της διαχείρισης. Εξάλλου ο λόγος για τον οποίο θεσπίζεται ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης συνιστάμενος σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, στην προστασία των μικρών δανειοληπτών, και επιβάλλεται στο πλαίσιο αυτό, ειδικότερα, η αναφορά μεταξύ άλλων, των προς διαχείριση απαιτήσεων ισχύει προδήλως για κάθε περίπτωση ανάθεσης της διαχείρισης είτε συνοδεύεται από μεταβίβαση της απαίτησης είτε όχι. Πράγματι σε αμφότερες τις περιπτώσεις καταφάσκεται (δυνητικά τουλάχιστον) ανάγκη εξατομίκευσης των προς διαχείριση απαιτήσεων, αφού ακόμη και στην περίπτωση της μεταβίβασης δανειακών απαιτήσεων, οπότε είναι υποχρεωτική η προηγούμενη σύναψη σύμβασης διαχείρισης δεν απαγορεύεται η αλλαγή του προσώπου του διαχειριστή ως προς ορισμένες από τις ήδη αποκτηθείσες απαιτήσεις ώστε εν τελεί από ένα σύνολο δανειακών απαιτήσεων που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη ΑΕΔΑΔΠ, ορισμένες ανατίθενται προς διαχείριση στην εταιρία Α και ορισμένες στην εταιρία Β. Σε κάθε πάντως περίπτωση η ερμηνεία του νόμου δεν μπορεί να είναι συγκυριακή ή περιπτωσιολογική. Αλλά και ανεξάρτητα από τα παραπάνω η χρεία αναφοράς «του τυχόν σταδίου μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης» καταφάσκεται σε κάθε περίπτωση ανεξαιρέτως δεδομένου ότι δεν αποτελεί υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης. Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί, ότι όπως σαφώς αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του νόμου «Οι συμβάσεις ανάθεσης διαχείρισης υπόκεινται σε προληπτικό έλεγχο από την Τράπεζα της Ελλάδος πριν ισχύσουν. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι ο εν λόγω έλεγχος δεν υποκαθιστά τη δικαστική κρίση». (ΜΠρΑθ 936/2023, ΜΠρΑθ 937/2023 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακόμα, επειδή το άρθρο 159 ΑΚ ορίζει ότι «Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη. Σε περίπτωση αμφιβολίας είναι επίσης άκυρη η δικαιοπραξία, αν δεν τηρήθηκε ο τύπος που είχαν καθορίσει τα μέρη. Αλλά η εκπλήρωση της δικαιοπραξίας με επίγνωση της έλλειψης του τύπου, θεραπεύει την έλλειψη αυτή». Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι η ακυρότητα από τη μη τήρηση του απαιτούμενου από το νόμο τύπου για δικαιοπραξία, που αποτελεί συστατικό στοιχείο της δικαιοπραξίας και αφορά το όλο περιεχόμενό της συνεπάγεται, αν δεν υπάρχει προς τούτο αντίθετη στο νόμο ρύθμιση, ακυρότητα της

δικαιοπραξίας ανεξάρτητα αν αυτή απαγγέλλεται ρητά από τη διάταξη που διαγράφει τον τύπο της δικαιοπραξίας. Η ακυρότητα αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αν έχουν προταθεί τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι δεν τηρήθηκε ο νόμιμος συστατικός τύπος μπορεί ωστόσο να την επικαλεστεί και όποιος έχει έννομο συμφέρον (Απ. Γεωργιάδης Γενικές Αρχές 3η εκδ. παρ. 31 αρ. 35, Β, Βαθρακοκοίλης ΕρΝομΑΚτομ Α σελ 665, ΕφΑθ 316/1994, ΕλλΔνη 36.711). Θεραπεία αυτής αποκλείεται με την πάροδο του χρόνου ή με συμφωνία των μερών, προηγούμενη ή μεταγενέστερη, γιατί οι ως προς τον τύπο διατάξεις είναι δημόσιας τάξης και η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή τους (3 ΑΚ). Η γνώση ή άγνοια από τα μέρη του επιβαλλόμενου από το νόμο τύπου είναι αδιάφορη, δηλαδή είναι χωρίς έννομη επιρροή ή γνώση του ενός και η καλή πίστη του άλλου ως προς τη συνέπεια της ακυρότητας καθώς και ο λόγος στον οποίον οφείλεται η μη τήρηση του τύπου, και ο λόγος θέσπισης της ακυρότητας. Τέλος η τήρηση του τύπου πρέπει να καλύπτει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της δικαιοπραξίας και η πλήρωσή τους δεν μπορεί να γίνει με παραπομπή σε άτυπες συμφωνίες παρά μόνον με παραπομπή σε άλλη πράξη που έχει περιβληθεί τον απαιτούμενο τύπο (π.χ. για το τίμημα πώλησης ακινήτου σε άλλο συμβολαιογραφικό έγγραφο), η οποία στην περίπτωση αυτή βρίσκεται σε ενότητα με την πρώτη πράξη (Β. Βαθρακοκοίλης ΕρΝομΑΚ τομ Α σελ 665 επ.). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση η επιταγή και τα έγγραφα που τον νομιμοποιούν. Η υποχρέωση συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων από τον καθολικό ή ειδικό διάδοχο επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξαμένης εκτέλεσης είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν ο καθ' ου η εκτέλεση έλαβε από αλλού γνώση της διαδοχής. Ως νομιμοποιούντο το διάδοχο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται είτε αυτά είναι δημόσια, είτε ιδιωτικά. Αυτά πρέπει να κοινοποιούνται ως πρωτότυπα επίσημα έγγραφα ή επικυρωμένα αντίγραφα, μη αρκούσης της απλής μνείας τούτων στην επιταγή. Απαιτείται δε, κατά κανόνα, η επίδοση ολοκλήρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Ωστόσο, όταν η ειδική διαδοχή λαμβάνει χώρα βάσει σύμβασης που περιλαμβάνει εκτενή και πολυσέλιδα παραρτήματα, όπως συμβαίνει και επί μεταβίβασης λόγω πώλησης από τραπεζικό ίδρυμα δανειακής απαίτησης προς εταιρία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις («ΕΑΑΔΠ.») κατ' άρθρα 1 και 3 του ν. 4354/2015, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ολόκληρων των παραρτημάτων των συμβάσεων μεταβίβασης τα οποία κατά κανόνα αφορούν σε μεγάλο αριθμό οφειλετών, δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, λαμβάνοντας υπ' όψη και ότι συνεπάγεται την κοινολόγηση στοιχείων που καταλαμβάνονται από το τραπεζικό απόρρητο αλλά και προσωπικών δεδομένων, επιπλέον δε είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής εξόχως δαπανηρή και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια, παρεμποδίζοντας την πρόσβαση των δανειστών αδικαιολογήτως στην εκτελεστική διαδικασία (έτσι και Ν. Κατηφόρης ΕΠολΔ 2020 (4), σελ 432-435, βλ. και προσκομιζόμενη ΜονΕφΠειρ 574/2020, αδημοσίευτη στο νομικό τύπο). Επομένως κατά συσταλτική ερμηνεία της ΚΠολΔ 925 παρ. 1 υπό το πρίσμα του κανόνα δικαίου που τίθεται στο άρθρο 453 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι «Αν πρόκειται να διεξαχθεί απόδειξη με βιβλίο, ή άλλο εκτενές έγγραφο που περιέχει περισσότερα θέματα τα οποία δεν έχουν συνάφεια με τη δίκη, μπορεί να υποβληθεί επικυρωμένο απόσπασμα που περιέχει τα μέρη του εγγράφου τα οποία έχουν συνάφεια με τη δίκη», πρέπει να γίνει δεκτό ότι για την κατ' άρθρο 925 ΚΠολΔ θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης στην επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης αρκεί η κοινοποίηση επικυρωμένου αποσπάσματος εκ του παραρτήματος της σύμβασης πώλησης που περιέχει το μέρος εκείνο που ενδιαφέρει τον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη. Περαιτέρω στην περίπτωση της διαδοχής του δικαιούχου λόγω σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων τραπεζικών απαιτήσεων κατά τους ορισμούς των ν. 4354/2015 και 3156/2003, τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000, επομένως είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης είναι τα μόνα κρίσιμα και θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα υπόλοιπα, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ' εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς την εταιρία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψή που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης σύμφωνα με το αρ. 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την υπ' αριθμ 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο Ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντας με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ' όπου θα φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ ΕφΘεσ 160/2022 αδημ, ΜονΕφΘεσ 177/2022 δημ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 574/2020

αδημ, ΕφΘεσ 1643/2019, αδημ Π. Γιαννόπουλο, Η Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις ως μη δικαιούχος διάδικος στη διαγνωστική δίκη και στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης - Κριτική επισκόπηση των ρυθμίσεων του Ν. 4354/2015 και de lege ferenda προτάσεις Αρμ 2019/233 επ., Ν. Κατηφόρης σχόλιο κάτωθι ΜΠρΝαξ 57/2020, ΕΠολΔ 2020 σελ 432 επ, αντίθετα Κ. Παπαχρήστου-Δημητράς. Η νομιμοποίηση των διαδίκων στην πολιτική δίκη εκδ. 2021 σελ 137-140 με παραπομπές σε σύγχρονη νομολογία Πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων, Γ. Αποστολάκης Ζητήματά από την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση των εταιρειών διαχειρίσεως απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια ΕπΑΚ 2021 σελ 703-704). Τέλος, επισημαίνεται ότι λύθηκε, πλέον, νομοθετικά, δυνάμει του άρθρου 115 (§§ 2 και 3) του ν. 5072/2023, το ζήτημα των αναγκαίων εγγράφων για την απόδειξη της εξαιρετικής νομιμοποίησης του διαχειριστή πιστώσεων. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 115 παρ. 2 του ν. 5072/2023 «Τα έντυπα δημοσίευσης στο αρμόδιο ενεχυροφυλακείο της παρ. 7 του άρθρου 14 και της παρ. 7 του άρθρου 21 αποτελούν πλήρη απόδειξη για την εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή πιστώσεων, χωρίς να απαιτείται η προσκομιδή πρόσθετων εγγράφων ή η τήρηση άλλης διατύπωσης», σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 2 του ίδιου νόμου «Η σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων της παρ. 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον, μεταξύ άλλων, τις προς διαχείριση απαιτήσεις αθροιστικά (αριθμός απαιτήσεων, ύψος συνολικής νομικής απαίτησης κατά την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης) και ανά απαίτηση (ύψος συνολικής νομικής απαίτησης) και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης. Κατά δε την παρ. 3 του άρθρου 115 το παρόν εφαρμόζεται και σε όσες περιπτώσεις ο διαχειριστής πιστώσεων αναλαμβάνει τη διαχείριση απαιτήσεων που έχουν τιτλοποιηθεί σύμφωνα με τον ν. 3156/2003, η οποία (εξαιρετική νομιμοποίηση) και αποδεικνύεται πλήρως μέσω των εντύπων που προβλέπονται στις §§ 8 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση πρόσθετων εγγράφων ή η τήρηση άλλης διατύπωσης, όπως λ.χ. η προσκόμιση συμβατικού εγγράφου που να αναφέρεται ρητά στη μεταβίβαση συγκεκριμένης σύμβασης πίστωσης ή βεβαίωσης της μεταβιβάσας την απαίτηση περί μεταβίβασής της ή του ισοζυγίου της επίμαχης περιόδου της μεταβίβασης (ΠΠρΛαρ 23/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 41 του Ν. 5072/2023, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 101 Ν.5079/2023, οι πράξεις πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, καθώς και οι συμβάσεις διαχείρισης αυτών, οι οποίες λαμβάνουν χώρα μέχρι την 30η Δεκεμβρίου 2023, εξακολουθούν να

διέπονται από τον ν. 4354/2015.

 

Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό κρίση ανακοπής, την έρευνα του οποίου παραδεκτώς προτάσσει το Δικαστήριο, μη δεσμευόμενο από τη σειρά προτεραιότητας που επιλέγει ο ανακόπτων (ΑΠ 696/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η ανακοπής, προς απόδειξη της ενεργητικής της νομιμοποίησης του συγκοινοποίησε με την ανακοπτόμενη επιταγή προς πληρωμή α) τη με αριθμό πρωτοκόλλου ./22.07.2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περίληψης της από 21.07.2020 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, β) τη με αριθμό πρωτοκόλλου ./17.03.2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περίληψης της από 01.03.2021 μεταβολής - λύσης της από 21.07.2020 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, γ) τη με αριθμό πρωτοκόλλου ./17.03.2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περίληψης της από 01.03.2021 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων και δ) τη με αριθμό πρωτοκόλλου ./24.11.2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περίληψης της από 24.11.2022 σύμβασης συμπλήρωσης της από 01.03.2021 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων. Ότι η σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, δυνάμει της οποίας ανατέθηκε η διαχείριση της επίδικης απαίτησης στην καθ' ης η ανακοπή, είναι άκυρη διότι δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος στο άρθρο 2 παρ. 2 ν. 4354/2015 συστατικός τύπος ως προς το ελάχιστο περιεχόμενο της εν λόγω δικαιοπραξίας και ειδικότερα δεν αναφέρονται στην εν λόγω σύμβαση οι προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης. Ότι εξαιτίας της ακυρότητας αυτής είναι άκυρες οι ανακοπτόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης διότι από τα έγγραφα που τους συγκοινοποιήθηκαν κατ' άρθρο 925 ΚΠολΔ δεν αποδεικνυόταν η ενεργητική νομιμοποίηση της καθ' ης ΑΕΔΑΔΠ να επισπεύσει εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση. Με το ως άνω περιεχόμενο ο υπό κρίση λόγος ανακοπής είναι επαρκώς ορισμένος και νόμιμος ερειδόμενος στα άρθρα 158, 159 ΑΚ, 2 παρ. 2 Ν. 4354/2015, 115 παρ. 1 και 2 και 925 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

 

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα . . του ., ο οποίος εξετάστηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και η κατάθεση του οποίου περιέχεται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου η τήρηση των οποίων έγινε με φωνοληψία (αρ. 256 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), από το σύνολο των νομίμως προσκομιζόμενων εγγράφων λαμβανομένων υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά κάποιων εξ αυτών να τους προσδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία (ΑΠ 1628/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αρ. ./ΠΙΤ/./2010 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης ο ανακόπτων μαζί με τη . ., συζ. . ., το γένος . . και τον . . του . υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ» το ποσό των 898.059,73 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση η οποία προέρχεται από την υπ' αριθμ. Η.Τ./27.05.2008 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και των υπ' αριθμ. Η.Τ././11.07.2008 και Η.Τ./0/11.07.2008 πρόσθετων πράξεων αυτής. Στη συνέχεια, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» κατέστη ειδική διάδοχος των εργασιών της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ» στην Ελλάδα. Η ειδική διαδοχή επήλθε σύμφωνα με 1) την υπ' αριθμ. ./26.03.2013 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών θεμάτων (ΕΠΑ0) της Τράπεζας της Ελλάδας, 2) το υπ' αριθμ. 96/26.03.2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, που νόμιμα δημοσιεύτηκε στο με αριθμό ./26.03.2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας και 3) την από 26.03.2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης. Ειδικότερα, με την από 26.03.2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης μεταβιβάστηκαν στην καθ' ης η ανακοπή στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του υποκαταστήματος στην Ελλάδα της «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», δι' εκχωρήσεως των δικαιωμάτων και αναδοχής των υποχρεώσεων, όπως αυτά ρητώς εξειδικεύονται στην ως άνω σύμβαση. Μεταξύ δε των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων συγκαταλέγεται και η υπό κρίση απαίτηση (βλ. το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από 27.10.2021 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλών μεταξύ του ανακόπτοντος και της καθ' ης η ανακοπή). Εν συνεχεία, αποδεικνύεται ότι δυνάμει της από 12.09.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας δημοσιεύτηκε τη 16η.09.2019 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αρ. πρωτ. ./16.09.2019, στον τόμο . με αύξ. αριθμό . μετά του παραρτήματος αυτής, η επίδικη απαίτηση μεταβιβάστηκε από την «Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.» με Α.φ.Μ. . στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY». Κατόπιν, δυνάμει της από 12.09.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας δημοσιεύτηκε τη 13η.07.2020 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αρ. πρωτ. ./13.07.2020, στον τόμο . με αύξ. αριθμό . μετά του παραρτήματος αυτής, η επίδικη απαίτηση επαναμεταβιβάστηκε από την «Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.», με Α.Φ.Μ. ., στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY». Στη συνέχεια, δυνάμει της από 21.07.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας δημοσιεύτηκε την 21η.07.2020 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αρ. πρωτ. ./16.09.2019, στον τόμο . με αύξ. αριθμό . μετά του παραρτήματος αυτής, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την από 24.11.2022 σύμβαση συμπλήρωσης, περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο . με αύξ. αριθμό . και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ./24.11.2022, η επίδικη απαίτηση μεταβιβάστηκε από την «Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.» με Α.Φ.Μ. . στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA II ΝΡL FINANCE DAC». Ακόμη αποδεικνύεται ότι η καθ' ης η ανακοπή επέδωσε την 08η.09.2025 την από 01.09.2025 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία τον επέτασσε να της καταβάλει υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της προαναφερόμενης αλλοδαπής εταιρίας νέας δικαιούχου της ένδικης απαίτησης το συνολικό ποσό των 921.159,73 ευρώ. Ακολούθως, βάσει της ως άνω επιταγής προς πληρωμής και της από 12.09.2025 έγγραφης εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση για το ποσό των 450.000 ευρώ επί των αναλυτικά περιγραφομένων στην υπ' αριθμ. ./18.09.2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ρεθύμνου . ., ήτοι επί του δικαιώματος της πλήρους κυριότητας σε ποσοστό 100% α) επί της με ΚΙ οριζόντιας ιδιοκτησίας (καταστήματος), εμβαδού 101,67   τ.μ., με ΚΑΕΚ, ././., β) επί της με ΙΔ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) ισογείου, εμβαδού 39,92 τ.μ., με ΚΑΕΚ ././., γ) επί της με ΑΔ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 167,74 τ.μ., με ΚΑΕΚ, ././. και δ) επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας (δώμα) που περιλαμβάνει το ακάλυπτο δώμα (ταράτσα) του πρώτου ορόφου πάνω από το ισόγειο όροφο - ήδη κτισμένο - επί του οποίου θα κτισθεί ο μελλοντικός δεύτερος όροφος ή τυχόν άλλοι επιτρεπόμενοι όροφοι και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου 185/1000 και αναλογία οικοπέδου 62.03 τ.μ., με ΚΑΕΚ, ././., που βρίσκονται στη δημοτική κοινότητα και ενότητα Ρεθύμνης, του δήμου Ρεθύμνης, της περιφερειακής ενότητας Ρεθύμνου, της περιφέρειας Κρήτης και ειδικότερα στην Παλαιά Πόλη και επί της οδού . . αρ. .. Προκειμένου η καθ' ης να επισπεύσει την επίδικη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης συγκοινοποίησε στον ανακόπτοντα, κατ' άρθρο 925 ΚΠολΔ, εκτός των ανωτέρω αναφερομένων εγγράφων και α) τη με αριθμό πρωτοκόλλου ./22.07.2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περίληψης της από 21.07.2020 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων (τ. ., α.α. .), β) τη με αριθμό πρωτοκόλλου ./17.03.2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περίληψης της από 01.03.2021 μεταβολής - λύσης της από 21.07.2020 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων (τ. ., α.α. .), γ) τη με αριθμό πρωτοκόλλου ./17.03.2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περίληψης της από 01.03.2021 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων (τ. ., α.α. .), δ) τη με αριθμό πρωτοκόλλου ./24.11.2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περίληψης της από 24.11.2022 σύμβασης συμπλήρωσης της από 01.03.2021 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων (τ. α. .) και ε) τη με αριθμό πρωτοκόλλου ./24.11.2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περίληψης της από 24.11.2022 σύμβασης συμπλήρωσης της από 21.07.2020 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων (τ. . α. .).

 

Από τα ανωτέρω έγγραφα αποδεικνύεται ότι μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA II ΝΡL FINANCE DAC» καταρτίστηκε η από 21.07.2020 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο . με αύξ. αριθμό . και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ./22.07.2020, η οποία λύθηκε με το από 01.03.2021 ιδιωτικό συμφωνητικό, περίληψη του οποίου καταχωρίστηκε στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο . με αύξ. αριθμό . και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ./17.03.2021. Εν συνεχεία, μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA II ΝΡL FINANCE DAC» καταρτίστηκε η από 01.03.2021 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο . με αύξ. αριθμό . και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ./17.03.2021, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την από 24.11.2022 σύμβαση συμπλήρωσης, περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο . με αύξ. αριθμό . και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ./24.11.2022. Από τις ανωτέρω περιλήψεις του δημοσιευθέντος ουσιώδους περιεχομένου των συμβάσεων διαχείρισης ευθέως αποδεικνύεται ότι στη με αριθμό πρωτοκόλλου ./24.11.2022 περίληψη της από 24.11.2022 σύμβασης συμπλήρωσης της από 01.03.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων αναφέρονται, έστω και κατά παραπομπή, οι προς διαχείριση απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η επίδικη, πλην όμως δεν αναφέρεται στη σύμβαση διαχείρισης και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης το οποίο θα έπρεπε να αναφέρεται στο χωρίο της περίληψης «στ. λοιποί ουσιώδεις όροι». Η ως άνω παράλειψη συνιστά μη τήρηση του νόμιμου συστατικού τύπου ως προς το ουσιώδες ελάχιστο περιεχόμενο της από 01.03.2021 σύμβασης διαχείρισης όπως αυτή συμπληρώθηκε με την από 24.11.2022 σύμβαση συμπλήρωσης , για τις οποίες τυγχάνει ευθείας εφαρμογής το άρθρο 2 παρ. 2.Ν. 4354/2015. Ειδικότερα, ναι μεν η μεταβίβαση της ένδικης απαίτησης έλαβε χώρα λόγω τιτλοποίησης κατ' άρθρο 10 παρ. 1 ν. 3156/2003, πλην όμως η καθ' ης είναι ΑΕΔΑΔΠ που έχει συσταθεί με βάση τον ν. 4354/2015 και πλέον διέπεται από τον Ν. 5072/2023 και προκειμένου να έχει τη δικονομική δυνατότητα να επισπεύδει, όπως εν προκειμένω, αναγκαστική εκτέλεση, δυνάμει και κατ' επίκληση της παρ. 4 του άρθρου 2 ν. 4354/2015 απαιτείται να πληρούνται οι προϋποθέσεις ολόκληρου των άρθρων αυτών. Εξάλλου ερμηνεία κατά την οποία το άρθρο 2 παρ. 2 ν. 4354/2015 εφαρμόζεται μόνον στην περίπτωση αυτοτελούς ανάθεσης της διαχείρισης ανεξάρτητα δηλαδή από σύμβαση πώλησης δεν μπορεί να υιοθετηθεί ως αντιβαίνουσα στο γράμμα του νόμου αλλά και στην τελεολογία της διάταξης (ΜΠρΑθ 936/2023, ΜΠρΑθ 937/2023 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει κατ' αποδοχή του υπό κρίση λόγου ανακοπής να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση ανακοπή και να ακυρωθεί α) η από 01.09.2025 επιταγή προς πληρωμή παρά πόδα τεθείσα του αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. ./ΠΙΤ/./2010 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, β) η με αριθμό ./18.09.2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ρεθύμνου . . και γ) το με αριθμό ./29.09.2025 απόσπασμα της με αριθμό ./18.09.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ρεθύμνου . .. Σημειωτέον ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της ανακοπής, διότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 216, 218, 583 και 933 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι όταν υπάρχουν περισσότεροι λόγοι, νομικοί ή πραγματικοί, που όλοι μαζί ή καθένας χωριστά αποβλέπουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην ακύρωση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, τότε, αν το δικαστήριο κάνει δεκτό έναν λόγο και ικανοποιώντας το αίτημα της ανακοπής ακυρώσει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν πρέπει να προχωρήσει στην έρευνα των λοιπών λόγων, καθώς μετά την ακύρωση της διαδικασίας της εκτέλεσης θεωρείται ότι έχει ικανοποιηθεί πλήρως το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος και οι λοιποί λόγοι ανακοπής καθίστανται άνευ αντικειμένου, εφόσον κατατείνουν στην ακύρωση των ίδιων πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ. ΑΠ 462/2012, ΕΠολΔ 2013). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του ως και κατ' ουσίαν βάσιμου, θα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της καθ' ης η ανακοπή λόγω της ήττας της και μάλιστα στο σύνολό τους, όπως αυτά προσδιορίζονται στο διατακτικό της παρούσας, παρά τη μερική νίκη του ανακόπτοντος καθώς το μέρος που απορρίφθηκε από την ανακοπή είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή για να αυξηθούν τα έξοδα (άρθρα 178 παρ. 2, 191 παρ. 2 και 591 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 63 παρ 1 στοιχ. ί περ. α', 65, 66 και 68 παρ. 1 Ν. 4194/2013), λαμβανομένου υπόψη ότι η αξία του αντικειμένου της υπό κρίση ανακοπής, προκειμένου να υπολογισθούν τα δικαστικά έξοδα, ταυτίζεται πάντοτε εκ των πραγμάτων με το χρηματικό ποσό, για το οποίο επισπεύδεται η εκτέλεση και όταν ακόμη η προσβαλλόμενη με την ανακοπή αντίρρηση δεν αφορά την ίδια την απαίτηση, αλλά το κύρος καθ' εαυτό των πράξεων εκτέλεσης (ΑΠ 905/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό της παρούσας.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ανακοπή.

 

ΑΚΥΡΩΝΕΙ α) την από 01.09.2025 επιταγή προς πληρωμή παρά πόδα τεθείσα του αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. ./ΠΙΤ/./2010 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, β) τη με αριθμό ./18.09.2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ρεθύμνου . . και γ) το με αριθμό ./29.09.2025 απόσπασμα της με αριθμό ./18.09.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ρεθύμνου . ..

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ' ης η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του ανακόπτοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δεκατριών χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα τριών ευρώ και σαράντα λεπτών (13.543,40 €).

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στο Ρέθυμνο, την 6η Απριλίου του έτους 2026, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και θεωρήθηκε αυθημερόν.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ