ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΠεριστερίου 60/2026

 

Απόρριψη αγωγής Ανώνυμης Εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις ως εντολοδόχου, ειδικού πληρεξουσίου και αντιπροσώπου αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού ως δικαιούχου της απαιτήσεως κατά των εναγομένων, δυνάμει σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρίσθηκε νομίμως στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 -.

 

Κρίθηκε ότι η ενάγουσα εταιρεία διαχείρισης δεν προσκόμισε βεβαίωση κατάθεσης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της σύμβασης διαχείρισης, την οποία επικαλείται, αλλά προσκόμισε μόνο ακριβές αντίγραφο αυτής μεταφρασμένης, χωρίς περαιτέρω να προσκομίσει αντίγραφο της σύμβασης διαχείρισης, που αναφέρεται στο προσκομισθέν πληρεξούσιο έγγραφο της, η οποία μάλιστα προκύπτει ότι τροποποίησε την αρχική σύμβαση διαχείρισής της. Επομένως δεν αποδείχθηκε η ενεργητική της νομιμοποίηση της ενάγουσας εταιρείας για την άσκηση της αγωγής, η ισχύς της οποίας ξεκινά από την καταχώριση της σύμβασης διαχείρισης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του Ν. 2844/2000, στην οποία όμως δεν απέδειξε ότι έχει προβεί.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία των δικηγόρων Αθηνών Φωτεινής Σπυρακοπούλου & Σωτήρη Χριστακόπουλου)

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΔΡΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΔΡΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ

 

Αριθμός 60/2026

(Τακτική Διαδικασία)

 

Συγκροτήθηκε από την Πρωτοδίκη Αλεξάνδρα Βουκελάτου Δελήγιαννη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Τατιάνα Ιωακειμίδη.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 25η Νοεμβρίου του 2025 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση:

 

Της ενάγουσας: Εταιρείας με την επωνυμία «CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, Λεωφόρος Συγγρού αρ. 209-211, με Α.Φ.Μ ., νομίμως εκπροσωπούμενης και νομίμως αδειοδοτηθείσας (αρ. απόφασης 505/20/28.06.2024 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), ως εντολοδόχου, ειδικού πληρεξουσίου και αντιπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία «HOIST FINANCE ΑΒ (ΡUBL)», που εδρεύει στη Σουηδία, Ρ.Ο Βοχ ., Στοκχόλμη, με αριθμό μητρώου εταιρειών ., νομίμως εκπροσωπούμενης, που κατέστη ειδική διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία «ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα, κατόπιν μεταβίβασης απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, η οποία διαχειρίστρια εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Ανδικόπουλο, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις νομίμως και εμπροθέσμως, δυνάμει των υπ' αριθμ. ./06.03.2024 και ./09.04.2024 πληρεξουσίων του Συμβολαιογράφου Αθηνών . το πρώτο και της Συμβολαιογράφου Μεγάρων και κάτοικο Αθηνών … το δεύτερο και προσκόμισε το υπ.’ αριθμ. Π./2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

 

Των εναγόμενων: 1) ., κατοίκου Περιστερίου Αττικής, οδός … αρ. ., με Α.Φ.Μ . ως οφειλέτη και 2) …, κατοίκου ομοίως, με Α.Φ.Μ ., ως εγγυητή, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Χρηστακόπουλο, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις νομίμως και εμπροθέσμως, δυνάμει των από 30.04.2025 πληρεξουσίων εγγράφων προς αυτόν και προσκόμισε το υπ’ αριθμ. Π./2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

 

Η ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από 03.01.2025 αγωγή της, με γενικό αριθμό κατάθεσης ./2025 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ./2025, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία, αφού εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως αναφέρεται παραπάνω.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δυνάμει της υπ’ αριθμ. ./03.02.2009 αίτησης-σύμβασης χορήγησης τοκοχρεωλυτικού δανείου, μετά της αυθημερόν πρόσθετης πράξης επ' αυτής, που καταρτίστηκε μεταξύ του α' των εναγομένων ως οφειλέτη, με την πλήρη εγγύηση του β' των εναγομένων, της πωλήτριας εταιρείας "... ΚΑΙ ΣΙΑ Α.Ε” και της “ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε”, ως δανείζουσας τράπεζας, χορηγήθηκε στον πιστούχο. τοκοχρεωλυτικό δάνειο 19.500 ευρώ για την αγορά αυτοκινήτου, με ονομαστικό σταθερό επιτόκιο ύψους 9,50% πλέον εισφοράς του Ν. 128/75, ύψους κατά την υπογραφή της σύμβασης 0,60%, αποπληρωτέο σε 72 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, έκαστης ποσού 362,24 ευρώ και με παρακράτηση της κυριότητας από την πωλήτρια εταιρεία έως την εξόφληση του τιμήματος από τους καθ' ων (όρος 2 της πρόσθετης πράξης επί της σύμβασης δανείου). Ότι με την ανωτέρω σύμβαση συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων και τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή, περί της εκταμίευσης του δανείου, των τόκων, την εξόφληση αυτού, τους λογαριασμούς (εκκαθαριστικά σημειώματα), το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης από τη δανείστρια, τις αποδεικτικές συμφωνίες, τους φόρους, τα έξοδα-ΣΕΠΠΕ-ασφάλιση, τους γενικούς όρους και τη δωσιδικία. Ότι για την εξυπηρέτηση της ανωτέρω σύμβασης τηρήθηκαν οι αναφερόμενοι στην αγωγή λογαριασμοί, όπως η κίνηση αυτών ενσωματώνεται σε φωτοαντίγραφο στην αγωγή. Ότι λόγω της μή εμπρόθεσμης και τακτικής εξυπηρέτησης της ανωτέρω σύμβασης, η “ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε”, ως είχε δικαίωμα, σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση, με την από 21.12.2018 εξώδικη καταγγελία- δήλωση-πρόσκλησή της, νομίμως κοινοποιηθείσας στους εναγόμενους κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, κήρυξε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το κατάλοιπο εκ της ως άνω συμβάσεως, έκλεισε τον τηρούμενο λογαριασμό και κάλεσε τους εναγόμενους να της καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας το διαμορφωθέν σε βάρος τους υπόλοιπο συνολικού ύψους, στις 20.09.2018, 12.371,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, μέχρι την πλήρη εξόφληση. Ότι ακολούθως, δυνάμει της αναφερόμενης σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων το ως άνω πιστωτικό ίδρυμα μεταβίβασε στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία HOIST FINANCE ΑΒ (ΡUBL)”, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και από μή εξυπηρετούμενα καταναλωτικά, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω απαίτηση, όπως η σύμβαση μεταβίβασης καταχωρήθηκε νομίμως κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή στοιχεία. Περαιτέρω εκθέτει ότι τη διαχείριση των εν λόγω μεταβιβασθέντων απαιτήσεων ανέλαβε η ενάγουσα, μη δικαιούχος διάδικος, όπως τούτο προκύπτει από την αναγραφόμενη στην αγωγή σύμβαση διαχείρισης, ήτοι ότι ανέλαβε να προβαίνει σε οιαδήποτε δικαστική ενέργεια που αποσκοπεί στην είσπραξη των οφειλών. Ότι ειδικότερα, στις 22.12.2018, η οφειλή των εναγομένων εκ των τηρούμενων για την ένδικη σύμβαση δανείου λογαριασμών, όπως αυτοί αναφέρονται στην αγωγή, εμφάνιζε το ποσό των 11.886,79 ευρώ χρεωστικό υπόλοιπο, 181,52 ευρώ εξωλογιστικούς τόκους και 655,17 ευρώ επίσης εξωλογιστικούς τόκους, ήτοι συνολικά οφειλόμενο το ποσό των 12.723,48 ευρώ. Οι

 

 

δε εναγόμενοι, όπως παραπονείται η ενάγουσα, παρά τις οχλήσεις της αρνούνται να της καταβάλουν το ανωτέρω ποσό. Για τους ανωτέρω λόγους ζητά, με απόφαση που 0α κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να της καταβάλουν το ποσό των πέντε επτά χιλιάδων ευρώ (7.000€), εντόκως με το ανώτατο συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων αν τοκιζόμενων ανά εξάμηνο κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2601/1998 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, από την επομένη της τελευταίας ημερομηνίας υπολογισμού των τόκων, ήτοι από την 23.12.2018, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων είκοσι τριών ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (5.723,48€) εντόκως με το ανώτατο συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2601/1998 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, από την επομένη της τελευταίας ημερομηνίας υπολογισμού των τόκων, ήτοι από την 23.12.2018, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση και να καταδικασθούν αυτοί στη δικαστική της δαπάνη και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της.

 

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αγωγή, η οποία επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους εναγόμενους (βλ. τις υπ' αριθμ. Ε- ./15.01.2025 και Ε-./15.01.2025 του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …), παραδεκτώς και αρμοδίως, καθ’ ύλην και κατά τόπο, εισάγεται να συζητηθεί με την τακτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 10, 12 παρ.1, 13, 14 και 22 ΚΠολΔ), είναι δε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 806 επ., 341 και 345 ΑΚ και 176, 904 και 908 του ΚΠολΔ. Επομένως η αγωγή πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι η ενάγουσα έχει καταβάλει το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου για το καταψηφιστικό μέρος της αγωγής, με τις νόμιμες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. προσαγόμενο υπ’ αριθ. . ηλεκτρονικό παράβολο το οποίο έχει πληρωθεί) και εντός του φακέλλου υπάρχει η από 03.12.2024 έγγραφη ενημέρωση για την δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με τη διαμεσολάβηση.

 

Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους, που κατατέθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, αρνούνται την υπό κρίση αγωγή και προτείνουν για τους λόγους που αναφέρουν ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, αοριστίας της υπό κρίση αγωγής διότι δεν αναφέρονται τα θεμελιωτικά στοιχεία της παθητικής νομιμοποίησης του β' των εναγομένων, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη δεδομένου ότι στην αγωγή αναφέρεται ότι ο β' εναγόμενος συμβλήθηκε στην ένδικη σύμβαση δανείου ως εγγυητής, επομένως ευθύνεται για την επίδικη οφειλή, μή απαιτούμενων άλλων στοιχείων για την παθητική του νομιμοποίηση, καθώς και ένσταση μερικής ακυρότητας της ένδικης συμβάσεως δανείου λόγω του άκυρου όρου που εμπεριέχει κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στις προτάσεις.

 

Από τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, από τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ), αλλά και από όλη γενικώς τη διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. ./03.02.2009 αίτησης-σύμβασης χορήγησης τοκοχρεωλυτικού δανείου, μετά της αυθημερόν πρόσθετης πράξης επ' αυτής, που καταρτίστηκε μεταξύ του α' των εναγομένων ως οφειλέτη, με την πλήρη εγγύηση του β' των εναγομένων, της πωλήτριας εταιρείας “…. ΚΑΙ ΣΙΑ Α.Ε” και της “ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε”, ως δανείζουσας τράπεζας, χορηγήθηκε στον πιστούχο τοκοχρεωλυτικό δάνειο 19.500 ευρώ για την αγορά αυτοκινήτου, με ονομαστικό σταθερό επιτόκιο ύψους 9,50% πλέον εισφοράς του Ν. 128/75, ύψους κατά την υπογραφή της σύμβασης 0,60%, αποπληρωτέο σε 72 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, έκαστης ποσού 362,24 ευρώ και με παρακράτηση της κυριότητας από την πωλήτρια εταιρεία έως την εξόφληση του τιμήματος του αναφερόμενου οχήματος. Το εν λόγω ποσό εκταμιεύθηκε στις 20.02.2009 και τηρήθηκε κατ' αρχήν ο υπ' αριθμ. . λογαριασμός εξυπηρέτησής του, εν συνεχεία δε, κατόπιν μεταφοράς ο υπ' αριθμ. . λογαριασμός, καθώς και ο υπ' αριθμ. . λογαριασμός εξωλογιστικών τόκων και ο υπ' αριθμ. . λογαριασμός εξωλογιστικών τόκων, το υπόλοιπο του οποίου τελευταίου μεταφέρθηκε στον υπ' αριθμ. . λογαριασμό της ως άνω δανείστριας. Λόγω της μή εμπρόθεσμης και τακτικής εξυπηρέτησης της ανωτέρω σύμβασης, η “ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε”, ως είχε δικαίωμα, σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση, με την από 21.12.2018 εξώδικη καταγγελία-δήλωση-πρόσκλησή της, νομίμως κοινοποιηθείσας στους εναγόμενους, με τις υπ' αριθμ. ./25.01.2019 και .ΣΤ/25.01.2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα του το Πρωτοδικείο Αθηνών, …, κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση δανείου και προχώρησε στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού αυτού στις 20.09.2018, ημερομηνία κατά την οποία το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό ανερχόταν στα 12.371,68 ευρώ, αναλυόμενο σε 10.604,13 ευρώ για κεφάλαιο, 1.767,55 ευρώ για τόκους και 0,00 ευρώ για έξοδα. Καλούνταν επίσης οι εναγόμενοι, εντός ανώτατης προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την επίδοση να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον το ως άνω ποσό. Εν συνεχεία η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με την από 21.12.2018 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει καταχωρηθεί στο δημόσιο βιβλίο του Ν. 2844/2000 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου ./21.12.2018, τόμος ., με αύξοντα αριθμό ., η “ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε”, πώλησε και μεταβίβασε, μεταξύ άλλων και την επίδικη απαίτηση, στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία “ HOIST FINANCE ΑΒ (ΡUBL)”, εδρεύεουσας στην Στοκχόλμη της Σουηδίας και επίσης ότι η ενάγουσα ανέλαβε την διαχείριση των μεταβιβασθέντων απαιτήσεων με την από 18.06.2019 σύμβαση διαχείρισης. Η ενάγουσα, μή δικαιούχος διάδικος, με την επωνυμία «CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», επικαλείται και προσκομίζει με τις προτάσεις της περίληψη της εν λόγω σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης με τη βεβαίωση κατάθεσής της στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, καθώς και βεβαίωση ότι μεταξύ των εκχωρημένων απαιτήσεων είναι και αυτή εκ του επίδικου δανείου, ωστόσο δεν προσκομίζει αντίστοιχη βεβαίωση κατάθεσης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της ως άνω από 18.06.2019 σύμβασης διαχείρισης, αλλά προσκομίζει μόνο ακριβές αντίγραφο αυτής μεταφρασμένης. Ούτε περαιτέρω προσκομίζει αντίγραφο της από 01.06.2022 σύμβασης διαχείρισης, που αναφέρεται στο προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. ./17.06.2022 πληρεξούσιο έγγραφο της Συμβολαιογράφου Αθηνών …, η οποία μάλιστα προκύπτει ότι τροποποίησε την από 18.06,2019 σύμβαση διαχείρισής της.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4354/2015 σχετικά με τη διαχείριση μη

εξυπηρετούμενων δανείων: «1. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα πλην της περίπτωσης δ' της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014, υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και αντικείμενό της μπορεί να είναι μεμονωμένες απαιτήσεις ή ομάδες απαιτήσεων κατά οποιουδήποτε δανειολήπτη, μη εφαρμοζομένου στην περίπτωση αυτή του άρθρου 479 ΑΚ. Άλλα δικαιώματα, ακόμα κι αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 ΑΚ, εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 513 επ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου. 2. ... 3. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων καταχωρίζεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (Α' 220). ...            Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση των πωλούμενων απαιτήσεων του μεταβιβάζοντας πιστωτικού ιδρύματος ... 4. Αναγγελία της καταχώρισης γίνεται ατύπως προς τους οφειλέτες και τους εγγυητές με κάθε πρόσφορο μέσο, συμπεριλαμβανομένων και των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Πριν από την καταχώριση δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση απαιτήσεων της παραγράφου 1 ...». Κατά δε το άρθρο 1 παρ. 1γ και δ του ίδιου ν. 4354/2015 «γ. Η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή μόνο εφόσον έχει υπογράφει συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η προϋπόθεση αυτή οφείλει να πληρούται και σε κάθε περαιτέρω μεταβίβαση. Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις”.

 

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, “Οι Εταιρείες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε, άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρείες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και το δικαιούχο της απαίτησης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 και 2 του ν. 3156/2003, η τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ «μεταβιβάζοντας» και «αποκτώντος» σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται με τους προβλεπόμενους στον ανωτέρω νόμο τρόπους. «Μεταβιβάζων» είναι μόνο έμπορος με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, εφόσον έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα (άρα και τραπεζικές ανώνυμες εταιρίες) και «αποκτών» είναι το νομικό πρόσωπο ή νομικά πρόσωπα, που έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση επιχειρηματικών απαιτήσεων για την τιτλοποίησή τους σύμφωνα με το νόμο αυτόν («εταιρεία ειδικού σκοπού»), προς τα οποία μεταβιβάζονται λόγω πώλησης οι επιχειρηματικές απαιτήσεις, εκδότης δε των ομολογιών είναι ο ίδιος ο αποκτών. Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοποίηση μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου ακόμη και των καταναλωτών, υφιστάμενες ή μελλοντικές, εφόσον αυτές προσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με οποιονδήποτε τρόπο (βλ. άρθρο 10 παρ. 6 του ως άνω νόμου). Περαιτέρω, η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων καταχωρίζεται σε δημόσια βιβλία σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (βλ. άρθρο 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η δε μεταβίβαση (εκχώρηση) αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την Εταιρία Ειδικού Σκοπού στον οφειλέτη (βλ. άρθρο 10 παρ. 9 του ν. 3156/2003). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παραγράφου 1 (βλ. άρθρο 10 παρ. 10 του ν. 3156/2003). Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161/337/2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης-ΦΕΚ Β' 1688/2003 και ήδη με την ΥΑ 207/2020) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντας, ως ενεχυροφυλακείο δε έως την ίδρυσή τους με π.δ. ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των ν. 4354/2015 και 3156/2003 προκύπτει ότι η μεταβίβαση απαιτήσεων κατά τους ορισμούς τους γίνεται με έγγραφο τύπο και συντελείται με την καταχώριση της σύμβασης πώλησης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, από την οποία (καταχώριση) αποκτώνται τα δικαιώματα του αναδόχου έναντι του τρίτου οφειλέτη και πριν την αναγγελία της εκχώρησης στον τελευταίο, αφού ως τέτοια ισχύει πλασματικά εκ του νόμου η καταχώριση της σύμβασης στο βιβλίο αυτό κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 παρ. 10 του ν. 3156/2003, εφόσον πρόκειται για τιτλοποίηση απαιτήσεων, η δε διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανατίθεται υποχρεωτικά σε εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά το ν. 4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος. Καθώς δε τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων αρχίζει ακριβώς από τότε.

 

Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν προσκομίζει βεβαίωση κατάθεσης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της ως άνω από 18.06.2019 σύμβασης διαχείρισης την οποία επικαλείται, αλλά προσκομίζει μόνο ακριβές αντίγραφο αυτής μεταφρασμένης, ούτε περαιτέρω προσκομίζει αντίγραφο της από 01.06.2022 σύμβασης διαχείρισης, που αναφέρεται στο προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. ./17.06.2022 πληρεξούσιο έγγραφο της Συμβολαιογράφου Αθηνών …, η οποία μάλιστα προκύπτει ότι τροποποίησε την από 18.06.2019 σύμβαση διαχείρισής της, κρίνεται ότι δεν αποδείχθηκε η ενεργητική της νομιμοποίηση για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, η ισχύς της οποίας ξεκινά από την καταχώριση της σύμβασης διαχείρισης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000, στην οποία όμως δεν απέδειξε ότι έχει προβεί.

 

Επομένως, ελλείψει της απόδειξης περί της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας ως διαχειρίστριας της ανωτέρω μεταβιβασθείσας επίδικης απαίτησης στην εταιρεία «HOIST FINANCE ΑΒ (ΡUBL)», πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί η ενάγουσα στη δικαστική δαπάνη των εναγομένων, κατ' άρθρο 176 ΚΠολΔ, κατόπιν σχετικού αιτήματος των τελευταίων (άρθρα 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

 

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στο Περιστέρι, στις 30η Ιουνίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ