ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΠειρ 6717/2026

 

 

Αναγκαστική εκτέλεση. Κατάταξη προσημειούχου δανειστή. Απορρίπτει ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου.

 

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Αθηνών Άννας Τσουλφίδου).

 

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ - ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

 

Αριθμός απόφασης 6717 /2026

 

(Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. ανακοπής …/2024)

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

 

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βαρβάρα Ψύχα, Πρωτόδικη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης Πρωτοδικείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Σουλτάνα Τσέπελα.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 27η Απριλίου 2026 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ : Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και ήδη, από 1.1.2017, από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (οδός Καραγεώργη Σερβίας αρ.10) (ΑΦΜ .) (άρθρα 1 παρ. 1, 36 παρ. 1,41 παρ. 4 και 43 ν. 43 89/2016) και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ε’ Πειραιά (ήδη ΚΕ.Β.ΕΙΣ. Αττικής), το οποίο παραστάθηκε δια του δικαστικού πληρεξουσίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Πάνου Μελανούρη (Α.Μ. 594), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις επί της έδρας.

 

ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: . . του ., κατοίκου Σαλαμίνας, οδός . αρ. ., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αθηνών, Άννας Τσουλφίδου (Α.Μ. 23505), η οποία κατέθεσε προτάσεις επί της έδρας και το με αριθμό …-2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς.

 

Το ανακόπτον ζητά να γίνει δεκτή η από 15-07-2024 ανακοπή, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου με αριθμό κατάθεσης Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. …/2024,

δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.

 

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

I. Με την ένδικη ανακοπή, το ανακόπτον νομικό πρόσωπο εκθέτει ότι με επίσπευση της [. . του ., εκπλειστηριάστηκε την 01-03-2023 από το Συμβολαιογράφο Πειραιώς . ., η κατασχεθείσα ακίνητη περιουσία της οφειλέτιδος του Δημοσίου Θεώνης Λύτρα του Δημητρίου, ήτοι δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες όπως αναλυτικώς περιγράφονται στο υπό κρίση δικόγραφο, αντί συνολικού πλειστηριάσματος 36.100 ευρώ.

Ότι το ίδιο (ανακόπτον) αναγγέλθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πλειστηριασμό δια του Προϊσταμένου της Ε’ Δ.Ο.Υ. Πειραιώς (ήδη ΚΕ.Β.ΕΙΣ. Αττικής), προκειμένου να καταταγεί ως γενικώς προνομιούχος δανειστής για τις αναλυτικά αναφερόμενες ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του κατά της ως άνω οφειλέτιδος, ύψους, 20.454,15 ευρώ.

Ότι, λόγω της ανεπάρκειας του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο το ανακόπτον δεν κατετάγη καθόλου.

 

Με βάση αυτό το ιστορικό και για το μοναδικό λόγο, που εκθέτει στην υπό κρίση ανακοπή, το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι η κατάταξη που έγινε από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού είναι εσφαλμένη για το λόγο της υπό κρίση ανακοπής, και ζητά τη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης, προκειμένου να αποβληθεί ο καθ’ ου από το ποσό στο οποίο κατετάγη και να καταταγεί στη θέση του το ανακόπτον οριστικά και προνομιακά, μέχρι του ποσού των 20.454,15 ευρώ, προς πλήρη και ολοσχερή ικανοποίηση των αναγγελθεισών απαιτήσεών του. Τέλος, ζητά να καταδικασθεί ο καθ’ ου στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη ανακοπή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπο δικαστηρίου, προκειμένου να εκδικασθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2, 933, 937 παρ. 3, 591 σε συνδυασμό με τα άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ. Έχει δε ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δοθέντος ότι η υπ’ αριθμ. …-2023 πρόσκληση δανειστών του υπαλλήλου του πλειστηριασμού επιδόθηκε στο Κατάστημα της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ν.Σ.Κ. την 01-07-2024 (βλ. το προσκομιζόμενο αντίγραφο της πρόσκλησης δανειστών με την επ’ αυτού επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στην εμπρόσθια σελίδα του), και διαβιβάσθηκε στο Γραφείο Ν.Σ.Κ. του Πειραιά την 02-07-2024, χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής στον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., πράγμα που σημαίνει ότι δεν αφετηριάσθηκε καν η 30ήμερη προθεσμία για την άσκηση της υπό κρίση, η οποία προβλέπεται κατ’ άρθρο 85 ΚΕΔΕ [άρθρα 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, 10 Ν.Δ. 26.6/10.07.1944, 58 παρ. 4 του ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ) και ΑΠ 1801/2012, ΑΠ 15/2011, ΑΠ 295/1997, ΕφΠειρ 400/2015, ΤΝΠ Νόμος], εφόσον για την αφετηρίαση της ως άνω προθεσμίας απαιτείται να συντελεσθούν αμφότερες οι επιδόσεις, ήτοι τόσο στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. για απαίτηση της οποίας έγινε η αναγγελία, όσο και στον Υπουργό των Οικονομικών (βλ. Βαθρακοκοίλη, «Ο πίνακας κατάταξης και η ανακοπή κατ’ αυτού», εκδ. Σάκκουλα Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2020, αρ. 598), ενώ η ένδικη ανακοπή κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού την 16-07- 2024 και αντίγραφο αυτής επιδόθηκε εμπρόθεσμα τόσο στον υπάλληλο του πλειστηριασμού όσο και στον καθ’ ου την 23-07-2024 (βλ. τις υπ’ αριθμ. ... και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, . .). Η υπό κρίση ανακοπή είναι, επίσης, αρκούντως ορισμένη, καθώς περιέχει ακριβή περιγραφή των ένδικων απαιτήσεων, για τις οποίες ζητείται η κατάταξη του ανακόπτοντος και του προνομίου αυτών, δηλαδή παράθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά νόμο θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντος, αλλά και τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, από την οποία πηγάζουν οι απαιτήσεις του και το προνόμιό τους, ώστε να μπορεί και το δικαστήριο να ερευνήσει την ουσιαστική και νομική βασιμότητα της καταταγείσας απαίτησης και οι καθ’ ων η ανακοπή ν’ αμυνθούν ικανοποιητικά και δεν απαιτούνταν, για την πληρότητα αυτής, να εκτίθενται και άλλα πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση των απαιτήσεών του. Αρκούσε δε για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του Δημοσίου προς άσκηση της ανακοπής η αναφορά των απαιτήσεών του κατά της καθ’ ης η εκτέλεση, αφού - με την ενσωμάτωση στην ανακοπή των αναγγελιών του για τις ως άνω απαιτήσεις του και των πινάκων χρεών του κατά της καθ’ ης η εκτέλεση- εξειδικεύονται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα αναγκαία στοιχεία των απαιτήσεών του, που δικαιολογούσαν τη νομιμοποίησή του (βλ. σχετ. ΑΠ 129/2018, ΑΠ 461/2018, ΑΠ 679/2016, 1353/2015, ΑΠ 240/2015 άπασες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής.

 

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933, 979 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο λόγος ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης δανειστών, που ασκεί ο μη καταταγείς δανειστής προς τον σκοπό αποβολής άλλου καταταγέντος και αντίστοιχης κατάταξης αυτού, συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθ’ ου που. έχει καταταγεί ή του προνομίου της, για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής αρκεί μόνο η άρνηση αυτή, δεδομένου ότι ο καθ’ ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο καθ’ ου η ανακοπή οφείλει κατά την συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο και να αποδείξει την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησης για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της (Βλ. ΑΠ 687/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

Ακόμα, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1257, 1258, 1265, 1268, 1291, 1292, 1297, 1295 ΑΚ, 977 παρ. 2, 993 παρ. 1 εδ. β’ και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαίωμα υποθήκης παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή, παράλληλα με την ενοχική αγωγή κατά του προσωπικού οφειλέτη του και εμπράγματη αγωγή, στην οποία υπόκειται και ο τρίτος κύριος που παραχώρησε την υποθήκη, καθώς και κάθε τρίτος που απέκτησε κυριότητα μετά την εγγραφή της υποθήκης ή που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο ακίνητο (ΑΠ 1093/2013). Η ενυπόθηκη απαίτηση ασφαλίζεται υπό την έννοια όχι ότι ο δανειστής λαμβάνει και ενσωματώνει στην περιουσία του το υπέγγυο ακίνητο, αλλά ικανοποιείται προνομιακώς έναντι των εγχειρογράφων και των χρονικώς επομένων ενυποθήκων πιστωτών από το τίμημα που επιτυγχάνεται κατά την αναγκαστική εκποίηση αυτού, δηλαδή με τον πλειστηριασμό υποκαθίσταται στην θέση του υπεγγύου πράγματος, η χρηματική του αξία και ακριβέστερα, το επιτυγχανόμενο τίμημα (ΑΠ 1543/2007).

 

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1276, 1277, 1278 ΑΚ και 28 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσημείωση υποθήκης αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, που πληρούται με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης και ότι η πλήρωση της αίρεσης δεν εμποδίζεται από το ότι το ακίνητο, στο οποίο έχει εγγραφεί η προσημείωση, περιήλθε στην κυριότητα άλλου (ΑΠ 1093/2013, ΑΠ 31/2009). Εν όψει αυτού, η ως άνω εμπράγματη υποθηκική αγωγή, δηλαδή η αξίωση για αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ενυπόθηκου ακινήτου μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο από τον ενυπόθηκο δανειστή αλλά και από τον προσημειούχο. Η δυνατότητα αυτή της έγερσης της ως άνω εμπράγματης αγωγής και από τον προσημειούχο, ο οποίος έχει τίτλο εκτελεστό για την αξίωση υπέρ της οποίας εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης, παρέχεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 993 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ και 41 ΕισΝΚΠολΔ (ΑΠ 1093/2013).

 

Συνεπώς, ο προσημειούχος αποκτά ταυτόσημη ασφάλεια προς εκείνη του ενυπόθηκου δανειστή, εφόσον πληρωθούν οι (δύο) αιρέσεις υπό τις οποίες τελεί η προσημείωση, ήτοι η τελεσίδικη επιδίκαση της ουσιαστικής απαίτησης και η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, εντός ενενήντα ημερών από την τελεσίδικη επιδίκασή της (άρθρο 1323 εδ. β’ ΑΚ). Έτσι, μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης που ασφαλίζεται με την προσημείωση, η τελευταία τρέπεται σε υποθήκη και ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης και θεωρείται σαν να έχει έκτοτε εγγραφεί. Στην περίπτωση κατά την οποίαν το υπέγγυο ακίνητο εκποιείται αναγκαστικώς πριν την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, τούτο μετουσιώνεται σε χρηματική αξία έναντι των δανειστών και του οφειλέτη, οπότε ο προσημειούχος δανειστής κατατάσσεται στο πλειστηρίασμα «τυχαίως», ήτοι προσωρινώς μέχρι να κριθεί τελεσίδικα η ουσιαστική βασιμότητα της ασφαλιζόμενης απαίτησής του και πάντως, προνομιακώς, με την έννοια ότι η κατάταξή του θα λάβει την τάξη και την σειρά που θα ελάμβανε, αν αντί της προσημείωσης είχε εγγράψει υπέρ αυτού από την αρχή υποθήκη (ΑΠ 1543/2007). Συνεπώς, ο προσημειούχος εξομοιούται πλήρως με τον ενυπόθηκο δανειστή, με μόνη την διαφορά ως προς τον τρόπο οριστικής ή τυχαίας κατάταξης κατ' άρθρο 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 14/2006, ΑΠ 50/2021, ΑΠ 1134/2012).

 

Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση ανακοπής, το ανακόπτον αρνείται την ύπαρξη, το μέγεθος και τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησης του καθ’ ου, για την οποία κατατάχθηκε προνομιακά και τυχαία στο ποσό που αντιστοιχεί στο 65 % του διανεμητέου πλειστηριάσματος, ήτοι στο ποσό των 20.688,25 ευρώ, για το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται ότι η ασφαλιζόμενη απαίτηση του καθ’ ου η παρούσα κατά της καθ’ ης η εκτέλεση οφειλέτιδος έχει επιδικασθεί με τελεσίδικη απόφαση και σε κάθε περίπτωση ότι μέσα σε ενενήντα ημέρες από την τελεσίδικη απόφαση που την επιδικάζει τράπηκε σε υποθήκη. Για το λόγο αυτό ζητά να αποβληθεί ο καθ’ ου από τον πίνακα κατάταξης, ώστε το ποσό αυτό να απελευθερωθεί και να καταταγεί το ίδιο, οριστικά και προνομιακά, μέχρι του ποσού των 20.454,15 ευρώ, ώστε από το μέρος αυτό του πλειστηριάσματος να ικανοποιηθούν πλήρως οι απαιτήσεις του. Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός της ανακοπής, είναι ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στις διαλαμβανόμενες στην ανωτέρω μείζονα νομική σκέψη διατάξεις, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία του.

 

Από όλα τα έγγραφα που προσάγουν με επίκληση οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν της από 26-09-2013 αίτησης του καθ’ ου η παρούσα ανακοπή, εξεδόθη η με αριθμό 1731/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά με την οποία επετράπη η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, μέχρι του ποσού των 65.000 ευρώ, στην ψιλή κυριότητα δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών της . . του ., προς εξασφάλιση απαίτησης ποσού 55.000 ευρώ που διατηρούσε ο αϊτών σε βάρος αυτής ως εγγυήτριας υπέρ του πρωτοφειλέτη . . του . (σε βάρος του οποίου διατηρούσε ο αϊτών - καθ’ ου η υπό κρίση ανακοπή, απαίτηση από σύμβαση ατόκου δανείου). Δυνάμει της απόφασης αυτής ενεγράφη στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων, με αριθμό πρωτοκόλλου …-2013, προσημείωση υποθήκης ποσού 65.000 ευρώ στην ψιλή κυριότητα της οριζόντιας ιδιοκτησίας με αριθμό ΚΑΕΚ . (βλ. προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως κτηματολογικό φύλλο της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας). Κατόπιν, με επίσπευση της . . του ., εκπλειστηριάσθηκαν, συνταχθείσας της με αριθμό …-2023 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του Συμβολαιογράφου Πειραιώς . . ., οι προειρημένες δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες της . . του ., και συγκεκριμένα : α. η ψιλή κυριότητα της φέρουσας αριθμό ΚΑΕΚ … οριζόντιας ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα του α’ πάνω από το ισόγειο ορόφου διώροφης οικοδομής, που κείται σε οικόπεδο εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Σαλαμίνας, επί της . ., αρ. ., στη θέση …, του Δήμου Σαλαμίνας, όπως το οροφοδιαμέρισμα αυτό περιγράφεται αναλυτικά στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, έναντι πλειστηριάσματος 27.050 ευρώ, και β. η ψιλή κυριότητα του μέλλοντος να ανεγερθεί β’ πάνω από το ισόγειο ορόφου (δώμα), στην προειρημένη οικοδομή, με αριθμό ΚΑΕΚ …, έναντι πλειστηριάσματος 9.050 ευρώ. Ήτοι συνολικά οι δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες εκπλειστηριάσθηκαν έναντι ποσού 36.100 ευρώ. Στον ως άνω πλειστηριασμό, ο καθ’ ου η παρούσα ανακοπή, ανήγγειλε, με την από 10-03-2023 αναγγελία του, την απαίτηση ποσού 91.913,72 ευρώ που διατηρούσε έναντι της καθ’ ης η εκτέλεση οφειλέτιδος, προερχόμενης από την από 15-05-2011 έγγραφη σύμβαση ατόκου δανείου, στην οποία η τελευταία, . . του ., είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια υπέρ του πρωτοφειλέτη . ., ισχυριζόμενος ότι η απαίτησή του αυτή έχει εξασφαλισθεί με προσημείωση υποθήκης ποσού 65.000 ευρώ και αιτούμενος να καταταγεί στο συνταχθησόμενο πίνακα κατάταξης ως προνομιούχος δανειστής, εξοπλισμένος με εμπράγματη ασφάλεια, τυχαία, υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής του και προσκομίζοντας τα σχετικά έγγραφα που αποδεικνύουν αυτήν. Περαιτέρω επικαλέστηκε την άσκηση της από 16-02-2023 και με ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2023 αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά των . . και . ., με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το ποσό των 55.000 ευρώ εις ολόκληρον έκαστος, ως οφειλόμενο ποσό εκ του δανείου. Μετά την επίδοση της ως άνω αγωγής, ο καθ’ ου η υπό κρίση ανακοπή και οι εναγόμενοι συνέταξαν το από 03-03-2023 πρακτικό διαμεσολάβησης, με το οποίο οι τελευταίοι αναγνώρισαν και αποδέχθηκαν την οφειλή τους. Το ως άνω έγγραφο ωστόσο, το οποίο αποτελεί αναγνώριση οφειλής, δεν συνιστά εκτελεστό τίτλο, ο οποίος θα μπορούσε να στηρίξει τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, συνεπώς ορθώς ο καθ’ ου η παρούσα ανακοπή αναγγέλθηκε ως προσημειούχος δανειστής και ορθώς ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, αφού αφαίρεσε από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα το ποσό των 4.271,92 ευρώ ως έξοδα εκτέλεσης, τον κατέταξε προνομιακά και τυχαία στο 65 % του εναπομείναντος πλειστηριάσματος (31.828,08 ευρώ), ήτοι στο ποσό των 20.688,25 ευρώ (βλ. φύλλο 18-19 του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης), υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής του, η οποία από κανένα εκ των προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων δεν αποδεικνύεται ότι έχει ήδη λάβει χώρα. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.

 

Επομένως, κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντας άλλου λόγου ανακοπής, πρέπει η ένδικη ανακοπή να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να καταδικαστεί το ανακόπτον νομικό πρόσωπο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου, κατ' αποδοχή του σχετικού αιτήματος του (άρθρα 66, 65, 63 ν.4194/2013, 176, 191 ΚΠολΔ), μη δυνάμενου του ποσού αυτού να υπερβεί τα 300 ευρώ (ΑΠ 576/2018), σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή.

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το ανακόπτον στα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300 €).

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, την 27-05-2026.

 

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ