ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
«ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΜΠρ(Ασφ.Μ.)Αθ 737/2026
Αίτηση αναστολής εκτελέσεως
διαταγής πληρωμής (632 § 3 ΚΠολΔ) - Ακυρότητα
σύμβασης ως προς έναν ή περισσότερους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) λόγω καταχρηστικότητας αυτών -.
Αίτημα αυτής μπορεί να
αποτελέσει η αναστολή της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής έως την έκδοση
οριστικής και όχι τελεσίδικης απόφασης επί της αντίστοιχης ανακοπής κατά της
αναγκαστικής εκτέλεσης. Βασικές περιστάσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής
προς αναγκαστική είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων. Βασική εξ αυτών αποτελεί η
έγγραφη απόδειξη της απαίτησης και του ύψους αυτής διά ιδιωτικών ή δημοσίων
εγγράφων. Ελλείψει έγγραφης απόδειξης της απαίτησης δεν πρέπει να εκδίδεται
διαταγή πληρωμής άλλως αυτή τυγχάνει ακυρωτέα λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου
στα πλαίσια σχετικής ανακοπής του οφειλέτη κατ αυτής. Η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, σχετικού λόγου ανακοπής κατά διαταγής
πληρωμής που στηρίζεται στην προαναφερόμενη ένσταση, επιφέρει μόνο τη μερική
ακύρωσή της και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ή των ΓΟΣ
μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος. Άκυρος ως αντίθετος στην
αρχή της διαφάνειας ο όρος δανείου περί υπολογισμού του επιτοκίου δανεισμού με
το σύστημα των 360 ημερών ανά έτος. Μη έγγραφη απόδειξη της απαίτησης δεδομένου
πως κατά την υποβολή αίτησης προς έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής,
η καθής δεν προσκόμισε πρόσθετη πράξη της σύμβασης
δανείου διά της οποίας τροποποιήθηκαν ουσιώδεις όρο αυτής όπως το επιτόκιο
δανεισμού αλλά και η διάρκεια της. Επιπρόσθετη κρίση του δικαστηρίου περί
έλλειψης εκκαθαρισμένου χαρακτήρα της άνω απαίτησης καθώς η καθ’ ης, κατά τον
υπολογισμό των τόκων από την επίδικη σύμβαση, έκανε χρήση ημερολογιακού έτους
360 ημερών βάσει σχετικού συμβατικού όρου που τυγχάνει κατά τα άνω οριζόμενα
άκυρος, καταχρηστικός, αδιαφανής ενώ επιφέρει συνάμα σημαντική και ουσιώδη
διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων
μερών σε βάρος των αιτούντων-ανακοπτόντων. Πιθανολόγηση ευδοκίμησης της ανακοπής των αιτούντων αλλά
και πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης σε αυτούς επί εκτέλεσης της διαταγής
πληρωμής. Δέχεται αίτηση.
(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Αθηνών Προξενίας
Α. Καρτσωνάκη)
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 737/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή
Κωνσταντίνα Μπαϊρακτάρη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, η οποία ορίστηκε με κλήρωση.
Συνεδρίασε δημόσια στο
ακροατήριό του την 1η Ιουλίου 2025, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα, για να δικάσει
την υπόθεση μεταξύ:
Των αιτούντων : 1) . . του .
και της ., κατοίκου Αθηνών (οδός . αρ..), 2) . . του . και της ., κατοίκου
Περιστερίου Αττικής (οδός . αρ..) και 3) . . του . και της ., κατοίκου Περιστερίου
Αττικής (οδός . αρ..), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο
τους Προξενία Καρτσωνάκη, που προσκόμισε το υπ’ αριθμ. Π./2025 γραμμάτιο
προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ.
Της καθ’ ης η αίτηση: Της
ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΙNTRUΜ HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και τον διακριτικό τίτλο «ΙNTRUM HELLAS
Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π» (πρώην «ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» με διακριτικό τίτλο
«ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π») που εδρεύει στην Αθήνα (Λ.
Μεσογείων αρ. 109-111) και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των
απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «SUNRISE I ΝΡL FINANCE
DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», με αριθμό
μητρώου ., που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας (. . ., ., 4ος όροφος, Δουβλίνο
1), η οποία έχει καταστεί, κατόπιν μεταβίβασης τιτλοποιούμενων
επιχειρηματικών απαιτήσεων σύμφωνα με το ν. 3156/2003, ειδική διάδοχος της
ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε», με αρ.
ΓΕΜΗ ., που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αμερικής αρ.4), νομίμως εκπροσωπούμενης, η
οποία με τη σειρά της υποκαταστάθηκε , δυνάμει καθολικής διαδοχής, συνεπεία
διάσπασης διά απόσχισης κλάδου, στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, εννόμων
σχέσεων και εν γένει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ανώνυμης τραπεζικής
εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε», με αρ. ΓΕΜΗ, η οποία
εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Μουζακίτη,
που προσκόμισε το υπ’ αριθμ. Π/2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων
του ΔΣΑ.
Οι αιτούντες ζητούν να γίνει
δεκτή η από 7-2-2025 αίτησή τούς, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του
Δικαστηρίου αυτού με αριθμό //18- 2-2025 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά
τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Κατά τη συζήτηση της
υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους
και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι αιτούντες εκθέτουν ότι
στις 6-12-2023 η καθ’ ης τους κοινοποίησε την υπ’ αριθμ. ./2023 διαταγή
πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία
υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον σε αυτήν το ποσό των 124.801,29 ευρώ,
εντόκως από την 31-12- 2022, με επιτόκιο υπερημερίας το συμφωνηθέν συμβατικό
επιτόκιο πλέον 2,5 εκατοστιαίων μονάδων, των τόκων ανατοκιζόμενων
ανά εξάμηνο, καθώς και το ποσό των 2.570 ευρώ για δικαστική δαπάνη, για
απαίτηση από την υπ’ αριθμ. ./2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο
λογαριασμό και τις 16-10-2009 και από 9-9-2010 πρόσθετες πράξεις αυτής, που
είχαν συνάψει με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία «Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος
Α.Ε» ο πρώτος εξ αυτών ως οφειλέτης και οι δεύτερος και τρίτη εξ αυτών ως εγγυητές.
Ότι έχουν ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού τις από 28-12- 2023 και με
αριθμό κατάθεσης ././29-12-2023 και από 28-12-2023 και με αριθμό κατάθεσης
././29-12-2023 ανακοπές, το περιεχόμενο των οποίων παραθέτουν κατά λέξη, με τις
οποίες ζήτησαν να ακυρωθεί η ανωτέρω διαταγή πληρωμής, ότι οι ανωτέρω ανακοπές
επιδόθηκαν στην καθ’ ης στις 29-12-2025 και έχουν προσδιοριστεί να συζητηθούν
κατά τη δικάσιμο της 13-1-2027. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούν να ανασταλεί η
εκτέλεση της υπ' αριθμ. αριθμ. ./2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί των
ανωτέρω ανακοπών που έχουν ασκήσει, επικαλούμενοι ότι πρόκειται να ευδοκιμήσουν
οι ανακοπές τους, καθώς και ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη από την εκτέλεση
σε βάρος τους. Τέλος, ζητούν να καταδικαστεί η καθ’ ης στη δικαστική τους
δαπάνη.
Η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως
φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού για να δικαστεί με τη διαδικασία των
ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου
632 παρ.3 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος να ανασταλεί η εκτελεστότητα της ανωτέρω διαταγής πληρωμής μέχρι την
έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί των ασκηθεισών από
τους αιτούντες ανακοπών, το οποίο είναι μη νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί,
γιατί σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ. 3 εδ. β του ΚΠολΔ. η αναστολή της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής
μπορεί να χορηγηθεί μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής.
Ομοίως απορριπτέο ως μη νόμιμο είναι και το αίτημα περί επιβολής των δικαστικών
εξόδων των αιτούντων σε βάρος της καθ’ ης η αίτηση, καθώς σύμφωνα με το άρθρο
84 παρ. 2 του ν.4194/2013 (Κώδικα Δικηγόρων) επί αίτησης χορήγησης αναστολής
εκτέλεσης επιδικάζονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα του
καθ’ ου η αίτηση. Επομένως πρέπει η αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη
και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθεί και ως προς την ουσιαστική
βασιμότητά της.
Από όλα τα έγγραφα που
επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, πιθανολογήθηκαν τα εξής: Κατόπιν
αιτήσεως της καθ’ ης η υπό κρίση αίτηση, ήτοι της ανώνυμης εταιρείας με την
επωνυμία «ΙΝΤRUΜ HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ»
και τον διακριτικό τίτλο «INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π» (πρώην «ALTERNATIVE
FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ
ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» με διακριτικό τίτλο «ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS
Μ.Α.E.Δ.Α.Δ.Π») ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την
επωνυμία «SUNRISE I NPL FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», η οποία κατέστη,
κατόπιν μεταβίβασης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών
απαιτήσεων σύμφωνα με το ν. 3156/2003, ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής
εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε», στην οποία είχαν μεταβιβαστεί
απαιτήσεις της υπό εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία
«Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε» σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3601/2007,
εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ./2023 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι αιτούντες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εις
ολόκληρον στην καθ’ ης, με την ανωτέρω ιδιότητά της, το ποσό των 124.801,29
ευρώ, εντόκως από την 31-12-2022, με το επιτόκιο υπερημερίας το συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο
πλέον 2,5 εκατοστιαίων μονάδων, των τόκων ανατοκιζόμενων
ανά εξάμηνο, για απαίτησή της από την υπ’ αριθμ. ./2008 σύμβαση πίστωσης με
ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που είχαν συνάψει με την ανώνυμη τραπεζική
εταιρεία «Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε» ο πρώτος αϊτών ως οφειλέτης και οι
δεύτερος και τρίτη των αιτούντων ως εγγυητές και τις υπ’ αριθμ. Νο1 και Νο2,
από 16-10-2009 και από 9-9-2010 αντίστοιχα πρόσθετες πράξεις αυτής, καθώς και
το ποσό των 2.570 ευρώ για δικαστική δαπάνη. Στις 6-12-2023 η καθ’ ης η υπό
κρίση αίτηση επέδωσε στους αιτούντες αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο
της ανωτέρω διαταγής πληρωμής. Οι' αιτούντες άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου
αυτού τις από 28-12-2023 και με αριθμό κατάθεσης ././29-12-2023 και από
28-12-2023 και με αριθμό κατάθεσης ././29-12-2023 ανακοπές, με τις οποίες
ζήτησαν να ακυρωθεί η ανωτέρω διαταγή πληρωμής και οι οποίες επιδόθηκαν στην
καθ’ ης στις 29-12-2023 (βλ. την υπ' αριθμ. . Στ.-12-2023 έκθεση επίδοσης του
δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το
Πρωτοδικείο Αθηνών . . και την υπ’ αριθμ. .Δ.-12-2023 έκθεση επίδοσης του
δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το
Πρωτοδικείο Αθηνών . .). Οι ανωτέρω ανακοπές των αιτούντων έχουν ασκηθεί
νομότυπα και εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 632 παρ.2 ΚΠολΔ
προθεσμίας.
Ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει ότι
οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της
διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο,
ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας
τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης
καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον
αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε
έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι
το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό
έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό
θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ.
Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ’
απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το
έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία
πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή- δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το
επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα
επιβαρύνεται με, κατά 1,3889 % περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο
υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η
επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου
χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή
λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της δανείστριας τράπεζας, ιδίως
στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη
δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε το
έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ’ επιταγή της προαναφερόμενης
κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ. , που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την
ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας
και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ
Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει
τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ’ αυτόν τον
τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου. Τέλος, κατά την αληθή έννοια της
διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος
της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως
μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη
στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της,
αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο
πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος. Δηλαδή, αν η ευδοκίμηση του
σχετικού λόγου της ανακοπής (ένστασης) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της
οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή
πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας. Ενόψει όλων
αυτών, επί διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως δανείστριας
τράπεζας με βάση σύμβαση πίστωσης, συναφθείσα μεταξύ αυτής και του καθ' ού η διαταγή (δανειολήπτη), ο οποίος με ανακοπή του άρθρου
632 ΚΠολΔ προβάλλει ότι η δανειακή σύμβαση πάσχει ως
προς ένα ή περισσότερους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) από ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας, η ευδοκίμηση, εν όλω
η εν μέρει, του λόγου της, ο οποίος στηρίζεται στην προαναφερόμενη ένσταση,
επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωσή της και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η
ακυρότητα του ή των ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ
143/2024, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 105/2019, ΑΠ 3868/2019, ΜΠρΠειρ 41/28/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση,
με το δεύτερο σκέλος του όγδοου λόγου της με αριθμό κατάθεσης ././29-12-2023
ανακοπής τους και με τον πέμπτο λόγο της με αριθμό κατάθεσης ././29-12-2023
ανακοπής τους, οι αιτούντες-ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η ανακοπτόμενη διαταγή
πληρωμής είναι άκυρη, διότι οι τόκοι υπολογίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της
επίδικης σύμβασης, αλλά και μετά την καταγγελία αυτής, με βάση ημερολογιακό
έτος 360 και όχι 365 ημερών, κατ’ εφαρμογή σχετικού όρου που είχε συμπεριληφθεί
στην επίδικη σύμβαση, ο οποίος δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αλλά
ήταν προδιατυπωμένος για απροσδιόριστο αριθμό πελατών
της τράπεζας και είναι άκυρος, λόγω αντίθεσής του στο άρθρο 2 παρ.6 και 7 του
ν. 2251/1994 και έτσι επιδικάστηκαν με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής τόκοι
προσαυξημένοι κατά 1,3889%, με αποτέλεσμα αφενός να μην είναι εκκαθαρισμένη η
απαίτηση που ενσωματώνει η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αφού ο τρόπος με τον
οποίο υπολογίστηκαν οι τόκοι είναι εσφαλμένος, αφετέρου να μην είναι δυνατόν σε
αυτούς να προβάλουν με πληρότητα λόγους μείωσης της απαίτησης για μερική
ακύρωση της διαταγής πληρωμής, αφού απαιτούνται ειδικές γνώσεις λόγω του
πλήθους των κονδυλίων και της πολυπλοκότητας των αριθμητικών και λογιστικών
πράξεων. Πιθανολογήθηκε ότι η καθ’ ης, κατά τον υπολογισμό των τόκων από την
επίδικη σύμβαση, έκανε χρήση ημερολογιακού έτους 360 ημερών, κατ’ εφαρμογή
σχετικού όρου που είχε συμπεριληφθεί στο άρθρο 2Α της σύμβασης και των
πρόσθετων πράξεων αυτής, που προέβλεπε ότι «Ο τόκος υπολογίζεται τοκαριθμικά στο κάθε μέρα ανεξόφλητο χρεωστικό κεφάλαιο. Ο
εκτοκισμός θα γίνεται την 301 Ιουνίου και 31 π Δεκεμβρίου κάθε έτους, όταν,
σύμφωνα με τον όρο 6.1 της παρούσας, επέρχεται και το ανά εξάμηνο περιοδικό
κλείσιμο του λογαριασμού. Η χρονική βάση του υπολογισμού των τόκων είναι ο
λόγος των πραγματικών ημερών προς το έτος των 360 ημερών. Οι γεγεννημένοι τόκοι των ως άνω εκτοκισμών μειώνουν το
εκάστοτε διαθέσιμο υπόλοιπο του ποσού της πίστωσης του λογαριασμού αυτού» και
έτσι, υπερχρέωσε την επίδικη οφειλή των αιτούντων-ανακοπτόντων
με τόκο προσαυξημένο κατά 1,3889%. Ο ανωτέρω όρος ο οποίος δεν αποτέλεσε
αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συμφωνίας, παρά τη συνδρομή στο πρόσωπο των
αιτούντων-ανακοπτόντων της ιδιότητας του καταναλωτή,
κατά την έννοια του ν. 2251/1994, δεδομένου ότι ο πρώτος εξ αυτών ήταν ο
τελικός αποδέκτης του δανείου και οι δεύτερος και τρίτη εξ αυτών εγγυητές υπέρ
του πρώτου, είναι άκυρος και καταχρηστικός, αδιαφανής και δημιουργεί πρόσθετη
επιβάρυνση σε βάρος του καταναλωτή, καθώς προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας,
επιφέρει σημαντική και ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και
υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος των αιτούντων-ανακοπτόντων,
με αποτέλεσμα να δημιουργείται αδιαφάνεια και μη ομαλή λειτουργία του
ανταγωνισμού σε βάρος των καταναλωτών. Η παράνομη και καταχρηστική αυτή χρήση
ημερολογιακού έτους 360 ημερών, κατ’ εφαρμογή του ως άνω άκυρου ΓΟΣ της
επίδικης σύμβασης, επέδρασε στη διαμόρφωση του τελικά
οφειλόμενου ποσού και συνεπώς η απαίτηση της καθ’ ης δεν είναι εκκαθαρισμένη,
με αποτέλεσμα να είναι ακυρωτέα η διαταγή πληρωμής κατά το άκυρο μέρος της.
Επομένως πιθανολογείται ότι ο συγκεκριμένος λόγος των ανακοπών των αιτούντων-ανακοπτόντων ο οποίος είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη
διάταξη του άρθρου 2 παρ.6 και 7 του ν. 2251/1994, θα γίνει δεκτός και ως
ουσιαστικά βάσιμος και θα ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής κατά το
μέρος που η οφειλή των αιτούντων-ανακοπτόντων
επαυξήθηκε από την ακυρότητα του ανωτέρω ΓΟΣ.
Σύμφωνα με τη διάταξη του
άρθρου 623 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των
άρθρων 624 έως 636 του ίδιου κώδικα μπορεί να ([ζητηθεί η έκδοση διαταγής
πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η
απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Ορίζεται, δηλαδή, στον νόμο ως ειδική τυπική διαδικαστική προϋπόθεση της
έκδοσης της διαταγής πληρωμής η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης και του
δικαιούχου και υπόχρεου αυτής προϋπόθεση που δικαιολογεί κατ' εξαίρεση την
απόκτηση εκτελεστού τίτλου, δίχως την ακρόαση του οφειλέτη και τη διάγνωση της
αξίωσης κατ' ενάσκηση, πλήρους δικαιοδοσίας με την έκδοση δικαστικής απόφασης.
Η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης που επικαλείται ο δανειστής (ο οποίος επίσης
πρέπει να προκύπτει από το έγγραφο), δεν σχετίζεται με την πραγματική ύπαρξη
αυτής, καθόσον το τελευταίο συνδέεται με τους υποβαλλόμενους ισχυρισμούς του
οφειλέτη, και για τον λόγο αυτόν δεν υπάρχει υποχρέωση εκ μέρους του να
αποδείξει εγγράφως ότι ο οφειλέτης δεν έχει εκπληρώσει την παροχή του προς
αυτόν. Ακολούθως εάν η απαίτηση ή το ποσό της ή ο δικαιούχος και ο υπόχρεός της
δεν αποδεικνύονται εγγράφως ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε παρά την
έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής τότε αυτή
ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 αυτού, με
την οποία πρέπει να προταθεί κατ' εφαρμογή της αρχής της διάθεσης η έλλειψη
αυτή. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται, άνευ
ετέρου, λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου, το οποίο δημιουργείται από την έκδοση
διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το
ποσό αυτής ανεξαρτήτως όπως προαναφέρθηκε, της ύπαρξης της απαίτησης και της
δυνατότητας απόδειξής της με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και συνεπώς η απόφαση
δεν δημιουργεί δεδικασμένο για την ουσιαστική αξίωση, δηλαδή για την ύπαρξη ή
μη και το μέγεθος της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, το
οποίο περιορίζεται μόνο στο δικονομικό ζήτημα του κύρους και της ισχύος ή μη
της τελευταίας (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 43/2022, ΑΠ
872/2017, ΑΠ 1850/2017, ΕΑ 5645/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση,
με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου της με αριθμό κατάθεσης ././29-12-2023
ανακοπής τους, οι αιτούντες-ανακόπτοντες ισχυρίζονται η ανακοπτόμενη διαταγή
πληρωμής είναι άκυρη λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου, καθώς κατά έκδοση της δεν
είχε χωρήσει νομότυπη έγγραφη απόδειξη της απαίτησης,
εφόσον η καθ' ης δεν προσκόμισε τη με αριθμό 3, από 30-11-2011 πρόσθετη πράξη
της επίδικης σύμβασης, με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται η απαίτησή της από το
σύνολο των προσκομιζόμενων εγγράφων, αφού παραλήφθηκαν οι όροι που
περιλαμβάνονταν στην ως άνω πρόσθετη πράξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος είναι
νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 623, 624 παρ.1, 626 παρ.2 και
628 παρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ,
πιθανολογείται και ουσιαστικά βάσιμος. Ειδικότερα, πιθανολογήθηκε ότι οι
αιτούντες-ανακόπτοντες είχαν συνάψει με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία
«ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», ο μεν πρώτος εξ αυτών ως οφειλέτης, οι δε
δεύτερος και τρίτη εξ αυτών ως εγγυητές, την υπ’ αριθμ. ./2008 σύμβαση πίστωσης
με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις Νο1, Νο2 και Νο3, από 16-10-2009, από
9-9-2010 και από 30-11-2011 αντίστοιχα πρόσθετες πράξεις αυτής. Η τελευταία,
από 30-11-2011 πρόσθετη πράξη της επίδικης δανειακής σύμβασης δεν αναφέρθηκε
ειδικώς στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και πολύ περισσότερο
δεν προσκομίστηκε με τα λοιπά αποδεικτικά της απαίτησης έγγραφα. Με την
πρόσθετη αυτή πράξη τροποποιήθηκε η σύμβαση ως προς τη διάρκεια του δανείου και
ως προς το ύψος του επιτοκίου, καθώς ορίστηκε ότι «1. Παρατείνεται η διάρκεια
της ισχύος του πιστοδοτικού ορίου του Οφειλέτη των ΕΥΡΩ είκοσι πέντε χιλιάδες
(25.000,00€) μέχρι την 7/08/2012, με όλους τους όρους της αρχικής σύμβασης και
όσων θα προστεθούν εδώ. 2. Η παρούσα σύμβαση παράτασης πιστοδοτικού ορίου ισχύει
από σήμερα μέχρι 7/08/2012, με υποχρέωση του Οφειλέτη να επιστρέφει τα ποσά που
χορηγούνται κάθε φορά με βάση την παραπάνω σύμβαση και την παρούσα ανά τη λήξη
του πιστοδοτικού ορίου. 3. Το ποσό της πίστωσης από την υπογραφή της παρούσας
επιβαρύνεται με ετήσιο συνολικό κυμαινόμενο επιτόκιο 12,10%, πλέον τ<1ν
τυχόν επιβαλλόμενων εκάστοτε εκ του Νόμου ισχυουσών εισφορών (σήμερα εισφορά
του Ν. 128/75, που ανέρχεται σε ποσοστό 0,60%). Το συνολικό ετήσιο κυμαινόμενο
επιτόκιο αποτελείται από το βασικό επιτόκιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη
κατηγορία χρηματοδότησης, 8,50% και το περιθώριο προσαύξησης 3,60%. Το βασικό
επιτόκιο είναι αυτό που η Τράπεζα ανακοινώνει διά του τύπου και ισχύει για
όλους τους πελάτες για τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοδότησης. ...», ενώ στην
αμέσως προηγούμενη, από 9-9-2010 πρόσθετη πράξη είχε οριστεί ότι «1.
Παρατείνεται η διάρκεια της ισχύος του πιστοδοτικού ορίου του Οφειλέτη των ΕΥΡΩ
είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000,00€) μέχρι 07/08/2011, με όλους τους όρους της
αρχικής σύμβασης και όσων θα προστεθούν εδώ. 2. Η παρούσα σύμβαση παράτασης
πιστοδοτικού ορίου ισχύει από σήμερα μέχρι 7/08/2011, με υποχρέωση του Οφειλέτη
να επιστρέφει τα ποσά που χορηγούνται κάθε φορά με βάση την παραπάνω σύμβαση
και την παρούσα στη λήξη του πιστοδοτικού ορίου. 3. ...Το ποσό της πίστωσης
επιβαρύνεται,! από την υπογραφή της παρούσας, με ετήσιο συνολικό κυμαινόμενο
επιτόκιο 9,00%, πλέον των τυχών επιβαλλόμενων εκάστοτε εκ του Νόμου ισχυουσών
εισφορών (σήμερα εισφορά του Ν. 128/75), που ανέρχεται σε ποσοστό 0,60%). Το
συνολικό ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελείται από το βασικό επιτόκιο, που
ισχύει για τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοδότησης, 8,50% και το περιθώριο
προσαύξησης 0,50%. Το βασικό επιτόκιο είναι αυτό που η Τράπεζα ανακοινώνει διά
του τύπου και ισχύει για όλους τους πελάτες για τη συγκεκριμένη κατηγορία
χρηματοδότησης. ...». Συνεπώς με την από 30-11-2011 πρόσθετη πράξη
προσδιορίζονται ουσιώδεις όροι της συμφωνίας των 10 συμβαλλόμενων, το
περιεχόμενο των οποίων δεν αποδεικνύεται από τα λοιπά έγγραφα που είχαν
προσκομιστεί. Η παράλειψη προσκόμισης της προαναφερόμενης πρόσθετης πράξης, με
την οποία συμπληρώνονται οι όροι της πίστωσης και συνιστούν ενιαίο τμήμα και
αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης πίστωσης δεν αμφισβητείται από την καθ’ ης η
αίτηση. Ας σημειωθεί ότι η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον τυπικό λόγο
της μη έγγραφης απόδειξης απαγγέλλεται, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη
της παρούσας, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ήτοι σχετίζεται με την έλλειψη
της ειδικής τυπικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της έκδοσης της διαταγής
πληρωμής, αυτή της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης ανεξαρτήτως της ύπαρξης και
της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα και εντεύθεν
έπεται, ότι για την παραδοχή της ανακοπής δεν αποτελεί προκριματικό ζήτημα η
ύπαρξη της απαίτησης η οποία δεν ερευνάται παρεμπιπτόντως από το Δικαστήριο που
δικάζει την ανακοπή, αλλά αυτό περιορίζεται μόνο στο δικονομικό ζήτημα του
κύρους της διαταγής πληρωμής και δεν επεκτείνεται στην ύπαρξη και το μέγεθος
της απαίτησης. Βάσει των ανωτέρω και επειδή, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω
νομική σκέψη, στην αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να αναφέρονται
και να επισυνάπτονται όλα τα κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η απαίτηση της
απούσας τη διαταγή πληρωμής, τυχόν δε παραδοχή της αίτησης παρά τη μη αναφορά
και μη προσκόμιση των άνω αποδεικτικών εγγράφων, θεμελιώνει λόγο ακυρότητας της
εκδοθείσας διαταγής πληρωμής και στην προκειμένη
περίπτωση το έγγραφο-πρόσθετη πράξη, που δεν προσκομίστηκε ήταν κρίσιμο, λόγω
των ρυθμιζόμενων με αυτό ζητημάτων (μεταξύ άλλων και της τροποποίησης του
επιτοκίου που επιβαρύνει την οφειλή), ως αναπόσπαστο μέρος της κύριας δανειακής
σύμβασης ώστε το περιεχόμενό της να καθίσταται ελλιπές χωρίς αυτό,
πιθανολογείται ότι ο σχετικός λόγος της ανακοπής θα γίνει δεκτός ως ουσιαστικά
βάσιμος και θα ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής στο σύνολό της.
Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε
ότι η εκτέλεση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής θα προκαλέσει στους αιτούντες
ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη, καθώς πιθανολογείται η απώλεια περιουσιακών τους
στοιχείων, που θα τους οδηγήσει σε μη αναστρέψιμη οικονομική αδυναμία, λαμβανομένης
υπόψη της οικογενειακής και της οικονομικής κατάστασης, χωρίς ταυτόχρονα η
αναστολή της διαταγής πληρωμής να επιφέρει ανάλογη επιβάρυνση για τη δικαιούχο
της απαίτησης. Με βάση τα προεκτεθέντα, συντρέχουν οι
προϋποθέσεις για να διαταχθεί η αναστολή της εκτέλεσης της ανωτέρω διαταγής
πληρωμής.
Επομένως πρέπει να γίνει
δεκτή η υπό κρίση αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη και να ανασταλεί η εκτέλεση της
υπ’ αριθμ. ./2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί των α) από 28-12-2023 και με αριθμό
κατάθεσης ././29-12-2023 και β) από 28-12-2023 και με αριθμό κατάθεσης
././29-12-2023 ανακοπών που έχουν ασκήσει οι αιτούντες ενώπιον του Δικαστηρίου
αυτού. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η αίτηση σε
βάρος των αιτούντων [άρθρα 176 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ,
σε συνδ. με άρθρο 84 παρ. 2 του ν. 4194/2013 (Κώδικα Δικηγόρων)], κατά τα
ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των
διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτέλεση της
υπ’ αριθμ. ./2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί των α) από 28-12-2023 και με
αριθμό κατάθεσης ././29-12-2023 και β) από 28-12-2023 και με αριθμό κατάθεσης
././29-12-2023 ανακοπών που έχουν ασκήσει οι αιτούντες ενώπιον του Δικαστηρίου
αυτού.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των
αιτούντων τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των
διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και
δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις
11-2-26.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(για τη δημοσίευση)