ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρ(Ασφ.Μ.)Αθ 1735/2026

 

Αίτηση αναστολής κατά διαταγής πληρωμής και αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρα 632 § 3 και 938 § 1 ΚΠολΔ -.

 

Προϋποθέσεις βασίμου άσκησης αίτησης αναστολής εκτελέσεως διαταγής πληρωμής που πρέπει να ζητηθεί με αυτοτελή αίτηση κατά τα ασφαλιστικά μέτρα επί εκκρεμούς ανακοπής. Επαναφορά υπό περιορισμούς της δυνατότητας αναστολής της εκτέλεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπου εκκρεμούν ανακοπές των άρθρων 933 ή 936 κατά του κύρους εκτέλεσης, χωρίς διάκριση πλέον μεταξύ άμεσης και έμμεσης εκτέλεσης. Εξαιρέσεις από την άνω ρύθμιση. Κατηγορίες μέσων έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων που δύνανται να ανασταλούν βάσει αίτησης αναστολής στον α΄ βαθμό δικαιοδοσίας όπως διά κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Αίτηση αναστολής μπορεί να ασκηθεί πρωτόδικα και κατά της επιταγής προς πληρωμή κάτωθι του εκτελεστού τίτλου. Αντικείμενο και αίτημα της αιτήσεως αναστολής στην τελευταία περίπτωση. Υποχρεωτική κατά το άρθρο 630Α ΚΠολΔ επίδοση της διαταγής πληρωμής στον καθού οφειλέτη εντός 2 μηνών από την έκδοση της. Άπρακτη πάροδος της άνω προθεσμίας επιφέρει ως αποτέλεσμα την παύση ισχύος της διαταγής πληρωμής ενώ τυχόν έννομες συνέπειες που έχει επιφέρει ανατρέπονται αναδρομικά. Οι ίδιες συνέπειες επέρχονται και επί άκυρης επίδοσης της διαταγής πληρωμής εντός της άνω προθεσμίας. Η κατά τα άνω παύση της ισχύος της διαταγής πληρωμής επέρχεται χωρίς να απαιτείται άσκηση ανακοπής του οφειλέτη. Δύναται ωστόσο να ασκηθεί κατ’ εξαίρεση η άνω ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ. Προϋποθέσεις προς τούτο.  Αναγκαίες διατυπώσεις για την έγκυρη επίδοση δικαστικού εγγράφου προς φυσικό πρόσωπο.  Πρέπει να λάβει χώρα προσωπικά σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο και στον τόπο όπου είναι η κατοικία του. Έννοια κατοικίας προσώπου. Προσδιορισμός σύνοικων του αποδέκτη επίδοσης εγγράφου. Αποδεικτική ισχύς εκθέσεων επίδοσης των αρμόδιων δικαστικών επιμελητών που συνιστούν δημόσια έγγραφα. Για στοιχεία που βεβαιώνονται σε αυτές και όφειλαν οι άνω δικαστικοί επιμελητές να ελέγξουν την ορθότητα τους, όπως ότι ο τόπος της επίδοσης αποτελεί την πραγματική κατοικία του αποδέκτη της επίδοσης, υπάρχει δυνατότητα ανταπόδειξης με κάθε νόμιμο μέσο απόδειξης. Από τις αποδείξεις προέκυψε πως η επίδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής έγινε διά θυροκόλλησης σε διεύθυνση που δεν αποτελούσε την πραγματική κατοικία των αιτούντων με συνέπεια να ισοδυναμεί με παντελή έλλειψη επίδοσης. Μη εμπρόθεσμη συνεπώς επίδοση της διαταγής πληρωμής η οποία απέβαλλε την ισχύ της ως εκτελεστός τίτλος και συμπαρέσυρε σε ακυρότητα και τη δι’ αυτής επισπευδόμενη εκτέλεση. Δέχεται αίτηση.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Αθηνών Προξενίας Α. Καρτσωνάκη)

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 1735/2026

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Δικαστή Μαγδαληνή Σακέτου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, κατόπιν κλήρωσης.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2026, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την αίτηση μεταξύ:

 

ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1. . . του ., κατοίκου Πεντέλης Αττικής (οδός . και . αρ. ..), ΑΦΜ ., και 2. . . του ., κατοίκου ομοίως, ΑΦΜ ., οι οποίοι παραστάθηκαν ο πρώτος μετά και η δεύτερη δια της πληρεξούσιας τους δικηγόρου Προξενίας Καρτσωνάκη (ΑΜ ΔΣΑ 31259).

 

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «doValue Greece Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και το διακριτικό τίτλο «doValue», που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής (οδός Κύπρου αρ. 27 και Αρχιμίδους), ΑΦΜ ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «ΒLUΕΒΕLL ISSUER DΕSΙGΝΑΤΕD ΑCTIVITY COMPANY», που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY CΟΜΡΑΝΥ», η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Γεώργιου Σπηλιόπουλου (ΑΜ ΔΣΑ 13841).

 

Οι αιτούντες ζητούν να γίνει δεκτή η με αριθμό κατάθεσης ././2025 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των

διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Για τη χορήγηση της αναστολής της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ. 3 ΚΠολΔ, απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των εξής προϋποθέσεων (βλ. ΠΠρΓρεβ 2/2017 δημ Νόμος, ΜΠρΑθ 7624/2007 ΕλλΔνη 49 2008.936, Χαρ. Απαλαγάκη -Σ. Ανδρίτσος/ Κ.Βαρσάνης, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, άρθρο 632, αριθμ. 31, πρβλ. και ΚΚΝ, ΚΠολΔ II, εκδ. 2000, αριθμ. 31, I. Χαμηλοθώρης, Ασφαλιστικά Μέτρα, 2η έκδοση, 2016, σελ. 531, Στ. Πανταζόπουλος, «Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής» γ’ έκδοση, 2016, σελ. 382-384, Μ. Μαργαρίτης - Α. Μαργαρίτη «Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας», 2η έκδοση, 2018 υπό άρθρο 632, αριθμ. 38, σελ. 96): α) η νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 448/2006 ΕλλΔνη 2006 σελ. 778), β) η πιθανολόγηση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας ενός τουλάχιστον λόγου της ανακοπής (ΜΠρΑθ 4207/2011, ΜΠρΠατρ 1299/2014, ΜΠΣερ 224/2014 δημ. Νόμος) και γ) η πιθανολόγηση ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (ΜΠρΑθ 7217/2011 ΝοΒ 2011.1864, ΜΠρΑθ 7078/2010 ΕΕμπΔ 2010. 925, ΜΠρΠειρ 3516/2012, ΜΠρΘεσ 28805/2012 δημ Νόμος, ΜΠρΘεσ 1172/2010 Αρμ. 2010. 868, ΜΠρΖακ. 310/2011, δημ. Νόμος, ΜΠρΡοδ. 35/2010, Αρμ. 2010, 1026, Κεραμέα/ Κονδύλη/Νίκα, ό.α, αριθ. 31, σ. 1189). Περαιτέρω, με το νέο αρ. 938 ΚΠολΔ, το οποίο είχε καταργηθεί με τον ν.4335/2015, επαναφέρεται περιορισμένα η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή του άρ. 933 ή 936 ΚΠολΔ κατά του κύρους της εκτέλεσης, χωρίς διάκριση πλέον μεταξύ άμεσης και έμμεσης εκτέλεσης. Επί άμεσης εκτέλεσης η δυνατότητα τέτοιας αναστολής προβλεπόταν από το προϊσχύον άρθρο 937 παρ. 1 περ γ. Μετά την παραπάνω μερική επαναφορά του άρθρου 938 παρέχεται δυνατότητα υποβολής αίτησης αναστολής και επί αναπληρωματικής και έμμεσης εκτέλεσης, δηλαδή και αυτής που διενεργείται βάσει των άρθρων 945, 946, 947, 950 ΚΠολΔ και επί έμμεσης εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων με μόνες ρητώς καθοριζόμενες εξαιρέσεις την κατάσχεση ακινήτων και κινητών που υπόκεινται σε φθορά. Επομένως, αναστολή μπορεί να χορηγηθεί και επί έμμεσης εκτέλεσης που πραγματοποιείται δια κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, με κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, με αναγκαστική διαχείριση ή και με προσωπική κράτηση, όταν πρόκειται για εκτέλεση τελεσίδικης απόφασης. Εφόσον όμως δε γίνεται σχετική διάκριση, εάν πρόκειται για έμμεση εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η αναστολή μπορεί να δοθεί ήδη όταν προσβάλλεται με ανακοπή μόνον η επιταγή προς πληρωμή, δηλαδή η προδικασία της εκτέλεσης, και πριν ακόμη επιλεγεί το ειδικότερο μέσο εκτέλεσης που θα χρησιμοποιηθεί από τον επισπεύδοντα. Η χορηγούμενη βάσει του άρθρου 938 παρ. 1 ΚΠολΔ αναστολή θα αφορά αναγκαίως, ενόψει των προβλεπόμενων εξαιρέσεων, τα μέσα εκτέλεσης, στα οποία περιορίζεται η δυνατότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να τη διατάξει, είτε αυτό ορίζεται ρητώς στην εκδιδόμενη απόφαση είτε όχι. Η αίτηση αναστολής δικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. (ασφαλιστικών μέτρων) και για τη χορήγηση της αναστολής απαιτείται να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις και συγκεκριμένα πιθανολόγηση του δικαστηρίου: α) ότι η αναγκαστική εκτέλεση θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και β) ότι θα ευδοκιμήσει η ανακοπή (βλ. ΜΠρΑΘ 937/2023, ΜΠρΚορ 155/2023, ΜΠρΕδ 42/2023, δημ Νόμος, Ε. Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Οι σημαντικότερες πρόσφατες τροποποιήσεις του Γενικού Μέρους του δικαίου της Αναγκαστικής Εκτέλεσης και των κεφαλαίων για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων διά κατασχέσεως κινητών και ακινήτων, ΕλλΔνη 2022 σελ. 41 - 42).

 

Εν προκειμένω, οι αιτούντες ζητούν να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ’ αρ. ./2025 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται δυνάμει της από 27-6-2025 επιταγής προς εκτέλεση κάτωθι του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της υπ’ αρ. κατάθεσης ././2025 ανακοπής τους, που άσκησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς εκτέλεση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με τα άρθρα 632 παρ. 2 και 933 ΚΠολΔ, για τους λόγους που εκθέτουν στο δικόγραφο αυτής, καθώς και να επιβληθούν σε βάρος της καθ' ης τα δικαστικά τους έξοδα, ισχυριζόμενοι ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανωτέρω ανακοπής τους και ότι η εκτέλεση της προσβληθείσας διαταγής πληρωμής θα προξενήσει σε αυτούς ανεπανόρθωτη βλάβη. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση εισάγεται αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 933, 934, 938, 632 παρ. 3 ΚΠολΔ, για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 938, 632 παρ. 1 και 3 και 686 επ. ΚΠολΔ, και συνεπώς πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της ως άνω ανακοπής, δεδομένου ότι αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 630 Α εδ. α' και β' του ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 2819/2000, και συμπληρώθηκε, ως προς τα δύο τελευταία εδάφια, με το άρθρο 23 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, ως ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015, «η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία των δύο μηνών, η διαταγή πληρωμής παύει να ισχύει.». Η προθεσμία αυτή, που αποτελεί γνήσια δικονομική προθεσμία ενέργειας διαδικαστικής πράξης (Μπέης: Κύρος διαταγής πληρωμής, που επιδόθηκε μετά τη δίμηνη προθεσμία από την έκδοση της. Γνωμοδ. Δ 33 σελ. 54 επ. και ιδίως 71), αρχίζει από την επομένη της έκδοσης της διαταγής πληρωμής (άρθρο 144 παρ 1 ΚΠολΔ), ενώ ο τρόπος υπολογισμού καθορίζεται βάσει του άρθρου 145 παρ 2 ΚΠολΔ (Χαρ Απαλαγάκη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, 6η Έκδοση, άρθρο 630 Α, αριθ 2). Η χρονική και μάλιστα σύντομη, οριοθέτηση της επίδοσης της διαταγής πληρωμής αποσκοπεί στην ταχεία περάτωση της διαφοράς από αυτή, ενόψει του τρόπου έκδοσής της, δηλαδή χωρίς ακρόαση του καθ’ ου στρέφεται αυτή, ώστε να λάβει γνώση αυτής έγκαιρα και να ενεργήσει για την άμυνα του ή τη διευθέτηση της διαφοράς (ΑΠ 847/2007 δημ. Νόμος, Β. Βαθρακοκοίλη, Συμπληρωματικός Τόμος 2001 σελ.604 παρ.1). Αν η διαταγή πληρωμής δεν επιδοθεί (εγκύρως) στον καθ' ου μέσα στην προαναφερόμενη δίμηνη προθεσμία, αποβάλλει αυτοδικαίως την ισχύ της. Επιπροσθέτως, θα πρέπει ειδικότερα να επισημανθεί ότι σε κάθε περίπτωση, παρότι το στοιχείο αυτό (της εγκυρότητας της επίδοσης) δεν αναγράφεται στο νόμο, η κρίση για το άκυρο της επίδοσης ισοδυναμεί με ανυπαρξία επίδοσης εντός της δίμηνης προθεσμίας. Αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή αρκεί μόνο η επίδοση της διαταγής πληρωμής ως πραγματικό γεγονός, δίχως να ενδιαφέρει το έγκυρο αυτής, προσκρούει στην απαίτηση της έγκυρης επίδοσης ως προϋπόθεση της έναρξης της προθεσμίας άσκησης της ανακοπής, καθώς είναι άτοπο να υποστηρίζεται ότι δεν έχει αρχίσει να τρέχει η τελευταία, ενώ εξακολουθεί να ισχύει η διαταγή πληρωμής λόγω της επίδοσής της (βλ. παρατηρήσεις Στεφ. Πανταζόπουλου στην ΕφΘεσ 1440/2014 ΕλλΔνη 2014.1449 και Στεφ. Πανταζόπουλος, Η ανακοπή κατά διαταγή πληρωμής, 4η έκδοση, σελ 114).

 

Περαιτέρω, η μεταγενέστερη (εκπρόθεσμη) επίδοση της δεν επηρεάζει τη συνέπεια αυτή. Έτσι, η διαταγή πληρωμής δεν παράγει πλέον καμιά έννομη συνέπεια, θεωρείται ανύπαρκτη και κατά νομική αναγκαιότητα συμπαρασύρονται δε σε ανατροπή, αυτοδίκαιη, και οι σε αυτή επιστηριζόμενες συνέπειές της, τα δε αποτελέσματα (της εκτελεστότητάς της) που τυχόν επήλθαν ανατρέπονται αναδρομικά (Ποδηματά σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα- Κονδύλη -Νίκα, άρθρο 630 Α, αρ. 3-4, άρθρο 631, αρ 2, Βαθρακοκοίλης: ΚωδΠολΔ, Συμπλ. Τόμος (2001), άρθρο 630 Α αριθ. 2). Το ανίσχυρο της διαταγής πληρωμής που δεν επιδόθηκε (εγκύρως) μέσα στην προαναφερόμενη δίμηνη προθεσμία συνιστά δικονομική ακυρότητα που επέρχεται αυτοδικαίως κατά το άρθρο 159 περ. 1 του ΚΠολΔ (Παπαδάκης: Διαταγές στη μισθωτική διαδικασία, έκδοση 2004 αρ. 505, Παπαδάκης, Διαταγή Πληρωμής, 2π Έκδοση, σελ 136, Καλογιάννης, Διαταγή Πληρωμής, έκδοση 2005, σελ. 60, Χαρ. Απαλαγάκη, ΕρμΚΠολΔ , 6η Έκδοση, άρθρο 159, αριθ. 11), αφού ακυρότητα κατά τη διάταξη του άρθρου 159 περ. 1 του ΚΠολΔ, οπότε η απαγγελία της είναι υποχρεωτική, υπάρχει όχι μόνο όταν ο νόμος προβλέπει ρητά τη συγκεκριμένη κύρωση, ως συνέπεια της παραβίασης συγκεκριμένης δικονομικής διάταξης (ΟλΑΠ 963/1985 ΝοΒ 1985.1407), αλλά και όταν χρησιμοποιεί παρεμφερείς, προς την ποινή ακυρότητας, εκφράσεις που είναι νομικά ταυτόσημες ή κατά περιεχόμενο ταυτόσημες, αντίστοιχες ή ισοδύναμες, με αυτή, όπως είναι "η πράξη είναι ανίσχυρη", ή "δεν δύναται να γίνει" ή "απαγορεύεται" ή " για να έχει κύρος η πράξη" ή "ισχύει μόνο" ή "δεν ισχύει" (ΕφΠατ 430/2006 ΑχΝομ 2007.333, ΕφΚερκ 96/2000 ΙονΕπιΔ 2001.77, Ορφανίδη σε Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, άρθρο 159, αρ 9, Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ άρθρο 159 αριθ. 8, Κατηφόρης παρατ. στη ΜΠρΠειρ 2412/1987 Δ 1988.78). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η ακυρότητα επέρχεται χωρίς την επίκληση και απόδειξη βλάβης του διαδίκου (Μαργαρίτης, ΕρμΚΠολΔ άρθρο 159, αριθ 3, Νίκας ΠολΔικ II σ.106, Χαρ. Απαλαγάκη, ΕρμΚΠολΔ, 6η Έκδοση, άρθρο 159 αριθ 11, ΕφΑΘ 11081/1996 ΕλλΔνη 1997.1632, ΕφΘεσ 2694/1992 ΕλλΔνη 1994.635, αντιθ. ΑΠ 958/2019 δημ. Νόμος), λαμβανομένου μάλιστα υπ’ όψιν ότι οι περιορισμοί που θέτει το άρθρο 160 ΚΠολΔ εφαρμόζονται αποκλειστικώς για τις παραβάσεις που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 159 αρ 3 ΚΠολΔ, δηλαδή στην ακύρωση ή απαγγελία του απαραδέκτου που προϋποθέτει τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης του διαδίκου που εναντιώνεται (Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ άρθρο 160, αριθ. 2). Ειδικότερα, μόνο στην περίπτωση που η συγκεκριμένη δικονομική παράβαση δεν τιμωρείται ρητά από το νόμο με την επιβολή ορισμένης κύρωσης (επέλευση ακυρότητας, προσβολή της δικαστικής απόφασης με αναίρεση ή αναψηλάφηση), ο διάδικος είναι απαραίτητο να θεμελιώσει την ακυρότητα στην πρόκληση σε αυτόν εξαιτίας της παράβασης (κατά κανόνα δικονομικής) βλάβης, η οποία θα αρθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της διαδικαστικής πράξης, κατά το άρθρο 159 αρ 3 ΚΠολΔ (Τσικρικάς, Διαδικαστικές πράξεις, 2017, σελ. 88). Ο από το άρθρο 630Α ισχυρισμός, περαιτέρω, δεν αφορά τη δημόσια τάξη, αφού η αναγγελλόμενη αυτοδίκαιη, κατά την εν λόγω διάταξη, ακυρότητα της διαταγής πληρωμής δεν αφορά στην αποτροπή επέλευσης έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη χώρα μας ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη. Η θέσπιση αυτής της διάταξης, με βάση την οποία η κατά τα άρθρα 631 και 904 § 2 στοιχ. ε' του ΚΠολΔ εκτελεστότητα της διαταγής πληρωμής αίρεται στην περίπτωση της μη επίδοσης της στον οφειλέτη μέσα σε δυο μήνες από την έκδοση της, αφορά μόνο το συμφέρον του καθ’ ου η διαταγή πληρωμής και οφείλεται στη μέριμνα να λαμβάνει αυτός έγκαιρα γνώση της διαταγής και να έχει έτσι τη δυνατότητα άμυνας εναντίον της, ώστε να μη παραμένει η διαταγή πληρωμής ανεπίδοτη για αόριστο χρόνο στα χέρια του δανειστή και εντεύθεν σε εκκρεμότητα επ' αόριστο χρόνο η σχετική απαίτηση του κατά του οφειλέτη, με κίνδυνο να μπορεί ο δανειστής κάποτε να την αξιοποιεί αθέμιτα εις βάρος της αξιοπιστίας και φερεγγυότητας του καθ’ ου στις συναλλαγές. Συνοψίζοντας, η μη εμπρόθεσμη επίδοση, ή η μη επίδοση καθόλου ή η, προς μη επίδοση εξομοιούμενη, μη νόμιμη (ελαττωματική) επίδοση της διαταγής πληρωμής, μέσα στην ως άνω προθεσμία, επιφέρει ανατροπή της ισχύος της, η οποία δεν είναι υποχρεωτικό να προβληθεί με λόγο ανακοπής, κύριο ή πρόσθετο, και με επίκληση συνδρομής δικονομικής βλάβης, αφού ούσα αυτοδίκαιη, καθότι ο νόμος απαιτεί με ποινή ακυρότητας την πραγματοποίηση της επίδοσης, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, χωρίς πάντως να αποκλείεται σε περίπτωση αμφισβήτησης ως προς την παύση της ισχύος της διαταγής, η δυνατότητα άσκησης ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ εναντίον της, η οποία, αν ασκηθεί θα έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα (Χαρ. Απαλαγάκη, ΕρμΚΠολΔ, 6η Έκδοση, άρθρο 630 Α, αριθ. 3, Ποδηματά σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη- Νίκα άρθρα 630 Α, αριθ. 3 και 4, Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ Συμπληρωματικός Τόμος, έκδοση 2001, άρθρο 630 Α, αριθ 2, X. Παπαδάκης, Διαταγές στη Μισθωτική Διαδικασία, έκδοση 2004, αριθ 506, Κατράς Σύστημα Ασφαλιστικών Μέτρων- Διαταγών Πληρωμής και Απόδοσης, Γ έκδοση, σελ 1007, X. Παπαδάκης Διαταγή Πληρωμής, έκδοση 2012, σελ. 136-137, Ρήγας, Οι διαταγές και η Εκούσια Δικαιοδοσία στον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ΕλλΔνη 2016 σελ 111, ΑΠ 948/2007 ΧρΙδΔ 2008.48, ΕφΠειρ 298/2012 ΕλλΔνη 2013.1390, ΕφΠατ 430/2006 ό.π., ΜονΕφΘεσ 1400/2014 ΕλλΔνη 2014.1445, Εφ Αθ 481/2022 δημ. Νόμος, ΜΕφΑθ 33/2023 ΤΝΠ Ισοκράτης). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 124 παρ. 2 και 126 παρ. 1 ΚΠολΔ, η επίδοση γίνεται προσωπικά σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο και στον τόπο όπου είναι η κατοικία του. Ως κατοικία του παραλήπτη, στην οποία μπορεί να γίνει η επίδοση, κατά το άρθρο 128 του ΚΠολΔ, θεωρείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, σύνοικοι δε θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, προς τους οποίους εγκύρως γίνεται η επίδοση του εγγράφου, αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί από τον δικαστικό επιμελητή στην κατοικία του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1.17, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής. Αντίθετα, η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην έκθεση επιδόσεως ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση, όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου, είναι η κατοικία του παραλήπτη, είναι περιστατικό που δεν υποπίπτει από τη φύση του στην άμεση αντίληψη του, καθότι την αλήθεια αυτού οφείλει να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής και συνεπώς κατά τούτο η βεβαίωση αυτή δεν παρέχει πλήρη απόδειξη, επιδεχόμενη ανταπόδειξη (ΑΠ 1553/2008, ΑΠ 236/2006, ΑΠ 361/2004), η οποία μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες και το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθειά της σχετικής βεβαίωσης του δικαστικού επιμελητή (ΑΠ 48/2019, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 350/2013, ΑΠ 14/2008).

 

Συνεπώς, η αναγραφόμενη στο προς επίδοση έγγραφο διεύθυνση του προσώπου, στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, δεν δεσμεύει τον δικαστικό επιμελητή, που οφείλει εξ επαγγέλματος να ερευνήσει αν πράγματι αυτός προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση κατοικεί στη διεύθυνση αυτή και, αν διαπιστώσει ότι δεν κατοικεί εκεί αλλά σε άλλη διεύθυνση, να κάνει την επίδοση στην πραγματική κατοικία του και όχι στην αναφερομένη στο επιδοτέο έγγραφο. Με παντελή έλλειψη επίδοσης ισοδυναμεί και η επίδοσή του σε διεύθυνση άσχετη με την πραγματική κατοικία του διαδίκου, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται πράγματι για επίδοση προς αυτόν (πρβλ. ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 477/2019, ΑΠ 1081/2014, ΑΠ 1081/2014, ΕφΘεσ 154/2022 δημ. Νόμος).

 

Εν προκειμένω, με τον 8° λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι αυτοδικαίως άκυρη διότι δεν επιδόθηκε σε αυτούς, μέσα στην προθεσμία των δύο (2) μηνών από την έκδοσή της και επομένως έχει παύσει αυτοδίκαια να ισχύει, και ζητούν να ακυρωθεί τόσο η ως άνω διαταγή πληρωμής όσο και η κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο αυτής, από 27-6-2025, επιταγή προς πληρωμή. Με το περιεχόμενο αυτό, ο ανωτέρω λόγος ανακοπής είναι ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 124, 128, 632, 630Α, 904 και 933 ΚΠολΔ, ενώ πιθανολογήθηκε ότι θα γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος. Ειδικότερα, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, την κατάθεση του μάρτυρα των αιτούντων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, και τις φωτογραφίες που προσκομίστηκαν από τους αιτούντες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν αίτησης της καθ' ης, εκδόθηκε η με αριθμό ./2025 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι ανακόπτοντες διατάχθηκαν να καταβάλουν σε αυτή, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, έκαστος, το ποσό των 223.237,40 ευρώ, εντόκως κατά τα ειδικώς σε αυτή εκτιθέμενα. Αντίγραφο εξ του απογράφου της ως άνω  διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή, απευθυνόμενο στους αιτούντες, θυροκολλήθηκε στις 18-7-2025 σε ακίνητο που βρίσκεται στη Νέα Πεντέλη Αττικής (επί της οδού . αρ. .), στοιχείο που επικαλούνται οι αιτούντες (βλ. την από 18-7-2025 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο αυτό . . στο σώμα της ανακοπτόμενης διαταγή πληρωμής που προσκομίζουν οι αιτούντες) και δεν αμφισβητεί η καθ’ ης, η οποία, σημειώνεται, πάντως, ότι δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται τη σχετική έκθεση επίδοσης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή. Ωστόσο, πιθανολογήθηκε ότι οι αιτούντες - ανακόπτοντες δεν κατοικούσαν κατά το χρόνο της επίδοσης αυτής στην ως άνω διεύθυνση όπου έλαβε αυτή χώρα, ούτε διέμεναν εκεί προσωρινά, καθότι η ανωτέρω κατοικία τους είχε υποστεί εκτεταμένες υλικές ζημίες λόγω πυρκαγιάς που ξέσπασε στην περιοχή Βαρνάβα του Δήμου Μαραθώνα στις 11-8-2024, σύμφωνα δε με την υπ’ αρ. πρ. ./2024 βεβαίωση της αρμόδιας Πυροσβεστικής Υπηρεσίας καταστράφηκε ολοσχερώς ο πρώτος όροφος αυτής, με την οροφή και τη σοφίτα, η ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση, στο δε ισόγειο υπήρχαν εκτεταμένες βλάβες και καταστροφές σε έπιπλα, σε τοίχους και πατώματα, ενώ καταστράφηκε και μέρος του κλιμακοστασίου, η δε μέχρι τότε κατοικία των αιτούντων (ήτοι ολόκληρο το ευρισκόμενο στην ανωτέρω οδό κτίριο) χαρακτηρίστηκε, κατόπιν αυτών, ως προσωρινά ακατάλληλη για χρήση, στοιχείο που ήταν σε γνώση της καθ' ης, όπως προκύπτει από την ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ ων διαδίκων, ήδη από τον Ιούνιο του έτους 2025. Κατόπιν αυτών, οι αιτούντες φιλοξενήθηκαν προσωρινά στην οικία της μητέρας της δεύτερης εξ αυτών στο Χαλάνδρι Αττικής, ενώ ήδη από 10-5-2025, διαμένουν σε μισθωμένη οικία επί της οδού . και . αρ. . στη Πεντέλη Αττικής, έλαβαν δε γνώση της ως άνω θυροκόλλησης τυχαία από κάτοικο γειτονικού ακινήτου. Η καθ’ ης η αίτηση, αμυνόμενη κατά του ερευνώμενου λόγου ανακοπής, δεν αρνείται ότι η επίδοση έλαβε χώρα με θυροκόλληση στην ανωτέρω κατεστραμμένη και εμφανώς ακατοίκητη οικία, ισχυρίζεται, ωστόσο, ότι η επίδοση στην ως άνω διεύθυνση ήταν νόμιμη διότι έλαβε χώρα κατόπιν αναζήτησης του δικαστικού επιμελητή περί του τόπου κατοικίας των αιτούντων μέσω του φορολογικού μητρώου της ΑΑΔΕ, ισχυρισμός που δεν πιθανολογείται βάσιμος, καθότι, το μη κατοικήσιμο της ως άνω οικίας που ήταν εμφανές από την εξωτερική της όψη, ανήκει στα στοιχεία που οφείλει εξ επαγγέλματος να ερευνήσει ο δικαστικός επιμελητής κατά τη μετάβαση του στον τόπο της επίδοσης, ώστε να καταλήξει στη διαπίστωση ότι πράγματι αυτός προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση κατοικεί στη διεύθυνση αυτή και, αν διαπιστώσει ότι δεν κατοικεί εκεί αλλά σε άλλη διεύθυνση, να κάνει την επίδοση στην πραγματική κατοικία του, κατά τα ειδικώς εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη μείζονα σκέψη, πολύ περισσότερο μάλιστα που εν προκειμένω οι αιτούντες είχαν διορίσει με την από 27-10-2021 πρόσθετη πράξη της αναφερόμενης στην αίτηση σύμβασης, νόμιμο αντίκλητό τους τον . ., ενώ επιπλέον πιθανολογήθηκε πως ήταν γνωστή στην καθ’ ης και η διεύθυνση της επαγγελματικής τους εγκατάστασης.

 

Κατόπιν τούτων, η επίδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής προς τους αιτούντες έγινε σε διεύθυνση που δεν αποτελούσε την πραγματική κατοικία τους, γεγονός που ήταν εμφανές στον δικαστικό επιμελητή που επισκέφτηκε το ως άνω ακατοίκητο και κατεστραμμένο από την πυρκαγιά οίκημα, και ισοδυναμεί, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με παντελή έλλειψη επίδοσης, ενώ, δεν πιθανολογήθηκε ότι έλαβε χώρα άλλη έγκυρη επίδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής εντός διμήνου από την έκδοση της, με αποτέλεσμα αυτή να έχει αποβάλει την ισχύ της ως εκτελεστός τίτλος και να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τη βάσει αυτής επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται η επίκληση δικονομικής βλάβης, κατά τα επίσης ειδικώς εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Συνακόλουθα, εφόσον, αφενός πιθανολογείται η ευδοκίμηση του λόγου αυτού της ανακοπής, και αφετέρου ότι η συνέχιση της επίδικης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος των αιτούντων δυνάμει της ως άνω επιταγής προς πληρωμή, θα πλήξει τα οικονομικά συμφέροντα αυτών προξενώντας τους ανεπανόρθωτη βλάβη, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικώς βάσιμη και να διαταχθεί η  αναστολή της εκτέλεσης της υπ’ αρ. ./2025 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται από την καθ’ ης σε βάρος τους με την από 27-6-2025 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου πρώτου εκτελεστού απογράφου της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπ’ αριθ. καταθ. ././2025 ανακοπής που έχουν ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών). Εξάλλου, δεν πιθανολογείται πως συντρέχει λόγος η εν λόγω διαταχθείσα αναστολή να διαταχθεί υπό τον όρο καταβολής εγγύησης εκ μέρους των αιτούντων, συνεκτιμούμενων προς τούτο της πιθανολογούμενης ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως της αναγκαστικής εκτέλεσης, και του ποσού της επίδικης αξίωσης για την οποία επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή σε συνδυασμό με τις οικονομικές δυνατότητες των αιτούντων. Τέλος τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης πρέπει, κατόπιν αιτήματος της, να επιβληθούν σε βάρος των αιτούντων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 ΚΠολΔ και 84 παρ. 2 εδ. τελ. του ν. 4194/2013, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.         

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

 

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτελεστότητα της υπ’ αριθ. ./2025 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται από την καθ’ ης σε βάρος των αιτούντων με την από 27-6-2025 επιταγή προς εκτέλεση, κάτωθι αντιγράφου πρώτου εκτελεστού απογράφου της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπ' αριθ. καταθ. ././2025 ανακοπής των αιτούντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των αιτούντων τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.

 

ΚΡ1ΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στην Αθήνα, στις 19-3-2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ