ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
«ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΜΠρΑθ 1605/2026
Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα
κατά ν. 3869/2010 - Αίτηση ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένου δανειολήπτη και
εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση -.
Για να είναι βάσιμη η
σχετική αίτηση κατά την εκουσία δικαιοδοσία
απαιτείται ο οφειλέτης να είναι φυσικό πρόσωπο στερούμενο πτωχευτικής
ικανότητας που περιήλθε άνευ δόλου σε πάγια και μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής των
ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Την ύπαρξη δόλου ως προς την περιέλευση του
αιτούντος σε υπερχρέωση οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει κάποιος από τους καθών πιστωτές του. Στοιχεία ορισμένου άνω ένστασης. Έννοια
δόλου που αντλείται από τις διατάξεις του ποινικού δικαίου. Διακρίσεις αυτού σε
άμεσο και ενδεχόμενο δόλο. Όροι συνδρομής εκάστης αυτού. Δύναται να συντρέχει
τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης των δανείων εκ μέρους του αιτούντος αλλά και μεταγενεστέρως. Περιπτώσεις συνδρομής ενδεχόμενου δόλου
οφειλέτη ως προς την περιέλευση αυτού υπό καθεστώς υπερχρέωσης. Δεν απαιτείται
προς τούτο η εξαπάτηση εκ μέρους του δανειολήπτη των προστηθέντων
υπαλλήλων των τραπεζών άλλως η αμελής παράλειψη αυτών να ελέγξουν την
πιστοληπτική ικανότητα του υποψήφιου αντισυμβαλλομένου τους. Στοιχεία βασίμου αιτήματος κατ άρθρο 9§2α
του Ν. 3869/2010 για διορισμό πραγματογνώμονα από το αρμόδιο δικαστήριο για
προσδιορισμό της εμπορικής αξίας του ακινήτου που συνιστά την κύρια κατοικία.
Δεν απαιτείται τούτο όταν προσκομίζεται μόνο από τον αιτούντα σχετική έκθεση
εκτίμησης πιστοποιημένου εκτιμητή ακινήτων. Επί δικαστικής ρύθμισης των οφειλών
υπερχρεωμένου δανειολήπτη κατά ν. 3869/2010, τόσο η εξυπηρέτηση της ρύθμισης
των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων του όσο και η αποπληρωμή του ποσού για
τη διάσωση της κύριας κατοικίας του από την αναγκαστική εκποίηση λαμβάνουν χώρα
αποκλειστικά με βάση τις διατάξεις του άνω νομοθετήματος που διέπουν και τις
έννομες συνέπειες επί αθέτησης των σχετικών υποχρεώσεων του οφειλέτη. Η
ικανοποίηση αυτών επιφέρει ως έννομη συνέπειά την απόσβεση των αρχικών
συμβατικών απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη. Ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο
δέχθηκε την υπό κρίση αίτηση λόγω απόρριψης ως αόριστης της ένστασης δολιότητας
περί την υπερχρέωση εκ μέρους του εκκαλούντος. Απορρίπτει έφεση κατά της
632/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Αθηνών Προξενίας
Α. Καρτσωνάκη)
ΑΠΟΦΑΣΗ 1605/2026
Αριθμός έκθεσης κατάθεσης
έφεσης: ././22-02-2022
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή
Ιωάννη Μαμαδά, Πρόεδρο Πρωτοδικών, ο οποίος ορίστηκε από τον Πρόεδρο του
Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Ειρήνη
Σχίζα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο
ακροατήριό του κατά τη δικάσιμο της 6ης Ιουνίου 2025, για να κρίνει την υπόθεση
που αναφέρεται στη διαφορά μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΠΡΟΣ Ο
ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ
ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ», το οποίο εδρεύει στην Αθήνα (οδός Ακαδημίας αριθμός
40) και νόμιμα εκπροσωπείται, είναι κάτοχος του . αριθμού φορολογικού μητρώου
και παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας Δικηγόρου του Αρχοντούλας Μπαμπίλη του
Αθανασίου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 28863), κατοίκου Αθηνών (οδός . αριθμός .), που υπέβαλε
δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατάθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΑΓΓΟΥΣΑΣ -
ΠΡΟΣ ΟΥΣ Η ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΠΗΣΗΣ: (1) . χήρας . ., το γένος . ., κατοίκου Αθηνών
(οδός . αριθμός .-.), κατόχου του . αριθμού φορολογικού μητρώου, η οποία
παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας Δικηγόρου της Προξενίας Καρτσωνάκη του Αντωνίου
(Α.Μ. Δ.Σ.Α. 31259), που υπέβαλε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και
κατάθεσε προτάσεις, (2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ
ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», η οποία εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αιόλου αριθμός 86)
και νόμιμα εκπροσωπείται, είναι κάτοχος του . αριθμού φορολογικού μητρώου και
δεν παραστάθηκε, (3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ
ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», η οποία εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αμερικής αριθμός 40) και
νόμιμα εκπροσωπείται, είναι κάτοχος του . αριθμού φορολογικού μητρώου και δεν
παραστάθηκε, (4) Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο νόμιμα εκπροσωπείται από την
Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και εδρεύει στην Αθήνα (οδός Καραγεώργη Σερβίας
αριθμός 10), είναι κάτοχος του . αριθμού φορολογικού μητρώου και παραστάθηκε
διά της Δικαστικής Πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αγγελικής
Κλούκου (Α.Μ. 450), που υπέβαλε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατάθεσε
προτάσεις, (5) μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Β2Kapital Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία
Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις», η οποία εδρεύει στην Αθήνα
(Λεωφόρος Κηφισίας αριθμός 1-3) και νόμιμα εκπροσωπείται, είναι κάτοχος του .
αριθμού φορολογικού μητρώου και δεν παραστάθηκε.
ΤΟ ΕΚΚΑΛΟΥΝ κατάθεσε στη
Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών την 11-02-2022 την από 10-02-2022 έφεσή του
κατά της με αριθμό 632/11-02-2020 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία
έγινε μερικά δεκτή η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ././06-12-2018 αίτηση της
πρώτης εφεσίβλητης με αντικείμενο την υπαγωγή των ληξιπρόθεσμων χρηματικών
οφειλών της στη διαδικασία ρύθμισης του ν. 3869/2010. Σχετικά συντάχθηκε η με
αριθμό ././11-02-2022 έκθεση κατάθεσης δικογράφου. Την 22-02- 2022 το εκκαλούν
κατάθεσε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου αντίγραφα της κατά τα ανωτέρω
έφεσής του και της εκκαλούμενης με αυτήν απόφασης. Σχετικά συντάχθηκε η με
αριθμό ././22-02-2022 έκθεση κατάθεσης δικογράφου και η συζήτηση της υπόθεσης
ορίστηκε για τη δικάσιμο που μνημονεύεται στην αρχή της απόφασης αυτή δε
εγγράφηκε στο με στοιχεία .ΓΓ (Μ0Ν) πινάκιο υπό τον αριθμό ..
ΚΑΤΑ τη συζήτηση της
υπόθεσης μετά την εκφώνησή της κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο,
τηρήθηκαν τα με αριθμό ./06-06-2025 πρακτικά συζήτησης του παρόντος
Δικαστηρίου.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις με αριθμούς ./16-05-2022, ./17-05-2022
και ./17-05-2022 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών
. ., τις οποίες προσκομίζει το εκκαλούν, αποδεικνύεται ότι επικυρωμένα
αντίγραφα της υπό κρίση έφεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς
συζήτηση για τη δικάσιμο, η οποία μνημονεύεται στην αρχή της απόφασης,
επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη, την τρίτη και την πέμπτη των
εφεσίβλητων αντίστοιχα. Ωστόσο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο
αυτή, μετά την εκφώνησή της κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο,
καμία από τις ως άνω εφεσίβλητες δεν παραστάθηκε, ενώ παραστάθηκαν το εκκαλούν
και η πρώτη και το τέταρτο των εφεσίβλητων. Πρέπει, επομένως να εξεταστεί κατ'
ουσίαν η υπό κρίση έφεση ερήμην της δεύτερης της τρίτης και της πέμπτης των εφεσίβλητων
(άρθρο 764 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 3 εδ. β' του ν.
3869/2010).
II. Η υπό κρίση έφεση κατά της με αριθμό
632/11-02-2020 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε
μετά από συζήτηση της υπόθεσης ερήμην της δεύτερης της τρίτης και της πέμπτης
των εφεσίβλητων και αντιμωλία των υπόλοιπων διαδίκων κατά τη διαδικασία της
εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741επ. ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 3 εδ. β'
του ν. 3869/2010) και με την οποία έγινε μερικά δεκτή η με αριθμό έκθεσης
κατάθεσης ././06-12-2018 αίτηση της πρώτης εφεσίβλητης με αντικείμενο την
υπαγωγή των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς το εκκαλούν και τους
υπόλοιπους εφεσίβλητους στη διαδικασία ρύθμισης του ν. 3869/2010, αρμόδια
εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 17Α εδ. α' ΚΠολΔ σε συνδυασμό
προς το άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα, όπως η πρώτη από τις ανωτέρω διατάξεις
ίσχυε πριν την κατάργησή της από τη διάταξη του άρθρου 52 του ν. 5134/2024),
στην περιφέρεια του οποίου βρισκόταν η έδρα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έχει δε
ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα από το εκκαλούν, στο οποίο επιδόθηκε η κατά τα
ανωτέρω αίτηση (άρθρα 495 παρ. 1 και 2,498 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 2, 511, 513
παρ. 1 περ. β' εδ. α’, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1, 741, 762 ΚΠολΔ, 3 εδ. β' και 14
του ν. 3869/2010), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου
Δικαστηρίου την 11-02-2022, δηλαδή εντός της νόμιμης προθεσμίας των δύο (2)
ετών από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, της οποίας επίδοση στο
εκκαλούν δεν αποδεικνύεται. Εξάλλου, με βάση τη διάταξη του άρθρου 25 του ν.
4464/1965 το τελευταίο απαλλάσσεται από την υποχρέωση κατάθεσης του παράβολου,
το οποίο οριζόταν από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 εδ. α' περ. Α' υποπερ.
α' ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα. Πρέπει, επομένως, να
γίνει τυπικά δεκτή η υπό κρίση έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το
παραδεκτό της προβολής και τη βασιμότητα των επιμέρους λόγων της (άρθρο 533
παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα).
III. Με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης
././06-12-2018 αίτησή της η πρώτη εφεσίβλητη ισχυριζόταν ότι στερείται
πτωχευτικής ικανότητας και ότι έχει περιέλθει σε γενική και μόνιμη αδυναμία
προς πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της.
Με βάση τους ισχυρισμούς της
αυτούς ζητούσε να υπαχθούν στη διαδικασία ρύθμισης του ν. 3869/2010 οι
ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της προς το εκκαλούν και τους υπόλοιπους
εφεσίβλητους και να εξαιρεθεί από την εκποίηση προς ικανοποίηση αυτών το
ακίνητο ιδιοκτησίας της, το οποίο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με
την εκκαλούμενη απόφασή του έκανε μερικά δεκτή την κατά τα ανωτέρω αίτηση της
πρώτης εφεσίβλητης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα το εκκαλούν για
τους λόγους, οι οποίοι διαλαμβάνονται στην υπό κρίση έφεση, και ζητά να
εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να απορριφθεί η με αριθμό έκθεσης
κατάθεσης ././.-2018 αίτηση.
IV. Με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1
του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι «φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική
ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής
ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν
στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 για
ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο
πιστωτής». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο
ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει
περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών
οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική
θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή
πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται
ότι «ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της
υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του». Η
εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ
όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη
και την νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του
αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1ΠΚ, το οποίο ορίζει
ότι «με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών
που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος
γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το
αποδέχεται». Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και
ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή
του εγκληματικού αποτελέσματος καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό,
προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά
ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που
προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το
«αποδέχεται». Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του
ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της
ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Περαιτέρω από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α'
του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται
στην «περιέλευση» του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο
ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος
πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι
μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο
χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.
3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του
επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία
πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για
τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την
απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών
ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε
μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου
μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη
του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο
οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα
εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό
αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων,
προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή
ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με
το ύφος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και
όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη
συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως
είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του
πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής
ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος
του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του
περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο,
χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικών
στοιχείων. Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της
παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη
του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο
ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και
για αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να
προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των
γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ
53/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1174/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 427/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 156/2018
ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 65/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με βάση όσα αναλυτικά
εκτίθενται ανωτέρω, για το ορισμένο της ένστασης πιστωτή περί της συνδρομής
δόλου του οφειλέτη ως προς την περιέλευσή του σε γενική και μόνιμη αδυναμία
πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του δεν αρκεί η απλή μνεία της
απόλαυσης από μέρους του μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, μετά από
σχετικές συμφωνίες με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, παρά την από μέρους
του πρόβλεψη του ενδεχόμενου της περιέλευσής του στην κατά τα ανωτέρω
προσδιοριζόμενη οικονομική κατάσταση, αλλά απαιτείται σαφής και ορισμένη
αναφορά των εξής στοιχείων: (α) των τραπεζικών προϊόντων, τα οποία αποτέλεσαν
το αντικείμενο σχετικών συμβάσεων μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών του,
καθώς και του αρχικού και του τελικού ύφους των οικονομικών υποχρεώσεων του
οφειλέτη, οι οποίες απορρέουν από τις συμβάσεις αυτές, (β) του χρονικού σημείου
κατάρτισης των κατά τα ανωτέρω συμβάσεων μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών
του, (ν) των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη κατά το χρόνο κατάρτισης των
συμβάσεων με τους πιστωτές του, από τις οποίες απορρέουν οι προς ρύθμιση
υποχρεώσεις του, καθώς και των ευλόγως αναμενόμενων μελλοντικών οικονομικών του
δυνατοτήτων και (δ) της θεμελιωμένης στα ανωτέρω οικονομικά δεδομένα πρόβλεψης
του οφειλέτη περί της περιέλευσής του στην κατά τα ανωτέρω δυσμενή οικονομική
κατάστασης της της αποδοχής του ενδεχόμενου αυτού (ΑΠ 1105/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ
601/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1508/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 183/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 166/2022
ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 59/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 1174/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ
427/2019, ΑΠ 515/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 65/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση,
το εκκαλούν με τις προτάσεις που κατάθεσε στο πλαίσιο της συζήτησης της
υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρότεινε την ένσταση περί δόλιας
περιέλευσης της πρώτης εφεσίβλητης σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας
προς πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, χωρίς να μνημονεύσει το
αρχικό και το τελικό ύψος των υποχρεώσεων της εφεσίβλητης από τις συμβάσεις που
κατάρτισε με τις προς ας η επίδοση της αίτησης ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες, τα
ακριβή χρονικά σημεία κατάρτισης των συμβάσεων αυτών, τις οικονομικές
δυνατότητες της πρώτης εφεσίβλητης κατά την κατάρτιση έκαστης από τις ως άνω
συμβάσεις και τις εύλογα αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες,
με συνέπεια ο σχετικός του ισχυρισμός να πάσχει από αοριστία, σύμφωνα προς όσα
αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω στο νομικό μέρος του παρόντος τμήματος της
απόφασης. Εξάλλου, τα ελλείποντα αυτά στοιχεία δεν παρατίθενται από το εκκαλούν
ούτε στο πλαίσιο της συζήτησης της υπό κρίση έφεσης παρά τη σχετική δικονομική
δυνατότητα που παρέχεται σε αυτό από τη διάταξη του άρθρου 765 ΚΠολΔ. Επομένως
το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δεν εξέτασε
το παραδεκτό της προβολής της εν λόγω ένστασης, αλλά απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη
στην ουσία της και έκανε μερικά δεκτή την αίτηση της πρώτης εφεσίβλητης
κατέληξε μεν σε ορθή κατ' αποτέλεσμα ουσιαστική κρίση, παρά τα όσα περί του
αντιθέτου αβάσιμα υποστηρίζει το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση
έφεσης συντρέχει εντούτοις νόμιμη περίπτωση να αντικατασταθεί η αιτιολογία της
εκκαλούμενης απόφασης που αφορά στην απόρριψη της ένστασης του εκκαλούντος από
τη σχετική αιτιολογία που παρατίθεται στην παρούσα απόφαση (άρθρο 534 ΚΠολΔ σε
συνδυασμό προς το άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα).
V. Στο πλαίσιο της συζήτησης της υπόθεσης
ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και προς το σκοπό του υπολογισμού του
ποσού, το οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί από αυτήν για την εξαίρεση από την
αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της, η πρώτη
εφεσίβλητη προσκόμισε την από 25-09-2019 έκθεση εκτίμησης αγοραίας αξίας
ακινήτου του Πολιτικού Μηχανικού . ., ο οποίος φέρει την ιδιότητα του
Πιστοποιημένου Εκτιμητή του Υπουργείου Οικονομικών, είναι δε εγγεγραμμένος στο
σχετικά τηρούμενο μητρώο υπό τον αριθμό .. Από την πλευρά του το εκκαλούν δεν
προσκόμισε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έκθεση εκτίμησης άλλου
Πιστοποιημένου Εκτιμητή, από την οποία να προκύπτει διαφορετική εμπορική αξία
του ως άνω ακινήτου, ούτε εξάλλου αμφισβητεί επί της ουσίας το πόρισμα της ως
άνω έκθεσης. Επομένως, δεν συνέτρεχε, ενόψει της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2α
εδ. ε' του ν. 3869/2010, νόμιμη περίπτωση διορισμού πραγματογνώμονα από το
πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς το σκοπό του προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του
ως άνω ακινήτου. Κατά συνέπεια, το τελευταίο, το οποίο με την εκκαλούμενη
απόφασή του προσδιόρισε την εμπορική αξία του ακινήτου της πρώτης εφεσίβλητης
με την κατά τα ανωτέρω προσκομισθείσα έκθεση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το
νόμο, παρά τα όσα αβάσιμα υποστηρίζει περί το αντιθέτου το εκκαλούν με το
δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης.
VI. Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης
το εκκαλούν υποστηρίζει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά από πλημμελή
εκτίμηση των αποδείξεων προσδιόρισε το συνολικό ύψος των απαιτήσεων του
Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρώτης εφεσίβλητης στο ποσό των 3.896,54 ευρώ αντί
του ορθού των 1.557,65 ευρώ, με συνέπεια να απομειωθεί το ποσό που προορίζεται
προς ικανοποίηση των δικών του απαιτήσεων. Με το περιεχόμενό του αυτό ο τρίτος
λόγος της υπό κρίση έφεσης απαραδέκτως προτείνεται λόγω έλλειψης εννόμου
συμφέροντος, καθώς το εκκαλούν λόγω της νομικής του φύσης ως νομικό πρόσωπο
δημοσίου δικαίου εξυπηρετεί, παρά τη νομική του αυτοτέλεια, τα οικονομικά
συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου, από το οποίο διορίζεται η διοίκησή του και
από τον προϋπολογισμό του οποίου χρηματοδοτείται η λειτουργία του, με συνέπεια
η επικαλούμενη υπέρμετρη ικανοποίηση του Ελληνικού Δημοσίου να μην επιφέρει επί
της ουσίας οποιοσδήποτε είδους βλάβη στο ίδιο.
VII. Με τις διατάξεις του ν. 3869/2010
εισάγεται συλλογική διαδικασία αντιμετώπισης της αφερεγγυότητας ιδιωτών, της
οποίας οι επιμέρους ρυθμίσεις υπερισχύουν ως ειδικότερες των διατάξεων σχετικά
με την ικανοποίηση των επιμέρους απαιτήσεων που εντάσσονται στη διαδικασία
αυτή. Επομένως, τόσο η εξυπηρέτηση της ρύθμισης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών
υποχρεώσεων του οφειλέτη, όσο και η αποπληρωμή του ποσού για τη διάσωση της
κύριας κατοικίας του από την αναγκαστική εκποίηση λαμβάνουν χώρα αποκλειστικά
με βάση τις διατάξεις του ν. 3869/2010, οι οποίες ορίζουν τόσο τον τρόπο
καταβολής των σχετικών ποσών, όσο και τις έννομες συνέπειες σε περίπτωση
αθέτησης των σχετικών υποχρεώσεων του οφειλέτη και με βάση τις οποίες ιδρύεται
μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών του νόμιμη ενοχή, από την οποία απορρέουν
υποχρεώσεις αυτοτελείς και διακριτές από τις αρχικές συμβατικές υποχρεώσεις του
οφειλέτη, ενώ η ικανοποίηση αυτών επιφέρει ως έννομη συνέπειά της την απόσβεση
των αρχικών συμβατικών απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη. Ενόψει των ανωτέρω, το
πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο στην εκκαλούμενη απόφασή του δεν περιέλαβε
διάταξη σχετικά με την παρακράτηση των ποσών, τα οποία όρισε να καταβληθούν από
την πρώτη εφεσίβλητη στο εκκαλούν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, παρά τις
αιτιάσεις του εκκαλούντος, οι οποίες αποτελούν το περιεχόμενο του τέταρτου και
τελευταίου λόγου της υπό κρίση έφεσης.
VIII. Ενόψει όσων μνημονεύονται ανωτέρω,
πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της η υπό κρίση έφεση. Ωστόσο, δεν
συντρέχει νόμιμη περίπτωση καταδίκης του εκκαλούντος στην καταβολή των
δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου (άρθρο 8 παρ. 6 του ν. 3869/2010).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση ερήμην
της δεύτερης, της τρίτης και της πέμπτης των εφεσίβλητων και αντιμωλία των
υπόλοιπων διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ στην ουσία την έφεση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και
δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του
Δικαστηρίου, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων Δικηγόρων
τους, την 03-02-2026.
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ