ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΜΠρ(Ασφ.Μ.)Αθ 6779/2026
Αναστολή εκτελεστότητας
διαταγής πληρωμής – Μη προσκόμιση πρόσθετων πράξεων δανειακής σύμβασης –
Έλλειψη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης (άρθρα 623, 626 και 632 ΚΠολΔ) -.
H μη επίκληση και προσκόμιση, κατά την
έκδοση διαταγής πληρωμής, των πρόσθετων πράξεων που τροποποιούν την
αρχική δανειακή σύμβαση συνιστά έλλειψη της απαιτούμενης έγγραφης
απόδειξης της απαίτησης. Η μεταγενέστερη αναγνώριση και ρύθμιση της οφειλής δεν
αίρει την υποχρέωση προσκόμισης των προγενέστερων τροποποιητικών πράξεων, οι
οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης. Πιθανολογήθηκε η ευδοκίμηση
του σχετικού λόγου ανακοπής και ο κίνδυνος ανεπανόρθωτης περιουσιακής βλάβης
της αιτούσας. Δεκτή η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Αναστολή εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής έως την έκδοση
οριστικής απόφασης επί της ανακοπής.
(Η απόφαση
δημοσιεύεται επιμελεία των δικηγόρων Πειραιώς
Γεωργίου Λ. Καλτσά και Καβάλας Ιωάννας Χριστοφορίδου)
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ
ΜΕΤΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης: 6779/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αναστασία Βοϊτσίδου,
Πρωτόδικη, η οποία ορίστηκε, κατόπιν κλήρωσης, από τον Πρόεδρο του Τριμελούς
Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, χωρίς
τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την κάτωθι υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ… του Β …κατοίκου …
παραστάθηκε κατά
τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου διά της πληρεξούσιας
δικηγόρου της Ιωάννας Χριστοφορίδου, Δ.Σ. Καβάλας.
ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία: …..
18.6.2019 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, ως μη δικαιούχος και μη
υπόχρεη διάδικος (άρθ. 2 παρ. 4 Ν. 4354/2015, Πράξη υπ’ αριθ. 118/2017
Εκτελεστική Επιτροπή της Τράπεζας της Ελλάδος) και ως διαχειρίστρια των
απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με …ΚΟΜΠΑΝΥ»), η οποία
εδρεύει στο Δουβλίνο (οδός George’s Dock 3, IFSC, Δουβλίνο), νομίμως εκπροσωπούμενη, και αποτελεί
ειδική διάδοχο της πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, νομίμως καταχωρηθείσας στο Ενεχυροφυλακείο
Αθηνών, που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του
Δικαστηρίου διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της … Δ.Σ. Αθηνών.
Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 27.4.2026 αίτησή της, η οποία
κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 27.4.2026, με γενικό και
ειδικό, αντίστοιχα, αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .. και .., και
προσδιορίστηκε για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας
δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, οι
πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί
τους, τους οποίους ανέπτυξαν, και τα όσα περιέχονται στα έγγραφα σημειώματά
τους, τα οποία κατατέθηκαν εντός της ταχθείσας από το δικαστήριο προθεσμίας.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 3 ΚΠολΔ,
όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 Ν. 5282/2026 (ΦΕΚ A 30/27.02.2026),
και ισχύει εν προκειμένω ως εκ του χρόνου κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης
(άρθ. 126 παρ. 4 Ν. 5221/2025): «Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της
ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως,
της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί
η διαφορά, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.,
να χορηγήσει αναστολή με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση
για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν
εμποδίζει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724». Από τη διάταξη
αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αναστολής είναι: α) η
εμπρόθεσμη άσκηση της ανακοπής, η οποία ασκείται με κατάθεση στη Γραμματεία του
Δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου αυτής προς τον καθ’
ου στρέφεται εντός δέκα πέντε (15) εργασίμων ημερών από την επομένη της
επίδοσης της διαταγής πληρωμής, β) πιθανολόγηση της
ευδοκίμησης ενός τουλάχιστον λόγου της ασκηθείσας
ανακοπής και γ) πιθανολόγηση ότι με την άμεση
εκτέλεση της διαταγής πληρωμής δημιουργείται κίνδυνος να υποστεί ο αϊτών
ανεπανόρθωτη βλάβη. Εν προκειμένω, με την υπό κρίση αίτηση αναστολής της, η
αιτούσα εκθέτει ότι κατά της υπ’ αριθ. … διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας υποχρεώνεται να καταβάλει στην καθ’ ης,
υπό την εκτεθείσα ιδιότητά της, το συνολικό ποσό των
251.621,50 CHF, βάσει της επίσημης
ισοτιμίας του ευρώ με το ελβετικό φράγκο κατά τον χρόνο της εξόφλησης (το οποίο
στις 9.11.2024 αντιστοιχούσε στο ποσό των 273.272,91 ευρώ), έντοκα από τις
27.9.2024, με επιτόκιο υπερημερίας που υπερβαίνει το εκάστοτε συμβατικό
επιτόκιο της ενήμερης οφειλής κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, έως την ολοσχερή εξόφληση, πλέον της
ορισθείσας δικαστικής δαπάνης, για απαίτηση απορρέουσα από σύμβαση δανείου μετά
του προσαρτήματος και της πρόσθετης πράξης ρύθμισης οφειλής, έχει ασκήσει,
ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την με γενικό και ειδικό,
αντίστοιχα, αριθμό κατάθεσης δικογράφου ./2026 και ανακοπή της, κατ’άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, το
περιεχόμενο της οποίας ενσωματώνεται, στο σύνολό του, στο εν προκειμένω υπό
κρίση δικόγραφο. Ότι, καθώς πιθανολογείται βάσιμα η ευδοκίμηση της τελευταίας
και από τη συνέχιση της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης θα υποστεί
ανεπανόρθωτη βλάβη της περιουσίας της ζητεί να ανασταλεί η εκτέλεση και, κατ’ ορθή
εκτίμηση του αιτητικού, η εκτελεστότητα της ανωτέρω
διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έως την
έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανωτέρω ασκηθείσας
ανακοπής της κατ’ αυτής, χωρίς τον ορισμό εγγυοδοσίας. Τέλος, ζητεί να
καταδικασθεί η καθ’ ης η αίτηση στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης. Με
αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αίτηση αναστολής αρμοδίως καθ’
ύλην και κατά τόπον εισάγεται για να συζητηθεί στο
Δικαστήριο αυτό, κατά την προσήκουσα διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθ.
632 παρ. 3 εδ. β' ΚΙΊολΔ,
σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. του
ίδιου Κώδικα) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 3 ΚΙΊολΔ, πλην του αιτήματος περί καταδίκης της καθ’ ης στην
πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της απούσας, το οποίο είναι απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο, καθ’ όσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84
παρ. 2 στ. β' και γ' Ν. 4194/2013 (Κώδικας
Δικηγόρων), η δαπάνη του αιτούντος την αναστολή εκτέλεσης επιβάλλεται πάντοτε
σε βάρος του ίδιου. Ειδικώς δε επί του προβαλλόμενου από την καθ’ ης η αίτηση
ισχυρισμού, ο οποίος περιλαμβάνεται και στο νομότυπα κατατεθέν σημείωμά της,
περί απαραδέκτου της αίτησης λόγω αοριστίας, ως προς την παράθεση των
περιστατικών που συνιστούν την επικαλούμενη ανεπανόρθωτη ως άνω βλάβη της
περιουσίας της απούσας σε περίπτωση εκτέλεσης της προσβαλλόμενης διαταγής
πληρωμής, λεκτέον ότι αφενός εν προκειμένω στην
ένδικη αίτηση περιέχονται στοιχεία τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, συνιστούν την
τελευταία, δεδομένης της μνείας του κινδύνου που προξενείται
σε περίπτωση διενέργειας αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του περιγραφόμενου ως
μοναδικού ακίνητου περιουσιακού στοιχείου της, αφετέρου, σε κάθε περίπτωση,
κατά την προκριτέα από το παρόν δικαστήριο θέση,
εφόσον, επί αίτησης αναστολής της εκτελεστότητας
διαταγής πληρωμής, προκύπτει το εμπρόθεσμο και νομότυπο της άσκησης της
ανακοπής κατ’ αυτής και πιθανολογείται η ουσιαστική βασιμότητα ενός τουλάχιστον
λόγου της, η βλάβη είναι αυτονόητη, δεδομένου ότι ο καθ’ ου η διαταγή πληρωμής
κινδυνεύει να καταβάλει, είτε εκουσίως είτε μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης,
οφειλή, ενώ πιθανολογείται ότι δεν υφίσταται προς τούτο υποχρέωσή του (βλ. ΠΓΊρΓρεβ 2/2017, ΜΠΣαμ 47/2026,
ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν αυτών, και εφόσον η ένδικη ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα,
καθ’ όσον συγκεκριμένα κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 27.4.2026
και επιδόθηκε στην καθ’ ης στις 28.4.2026 (βλ. την προσκομιζόμενη έκθεσης
επίδοσης υπ’ αριθ. ...2026 του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του
Εφετείου Αθηνών € ), η δε προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είχε επιδοθεί στην ήδη
αιτούσα, μετά της από 31.3.2026 επιταγής προς πληρωμή, στις 7.4.2026 (βλ. το
προσκομιζόμενο αντίγραφο της υπ’ αριθ. \4.2026 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της
περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών), θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση να εξεταστεί ως
προς και την ουσιαστική της βασιμότητα, και, συνεπώς, ως προς τη βασιμότητα των
λόγων της ένδικης ασκηθείσας ανακοπής.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 626 παρ. 2 ΚΠοΑΔ,
ως διαμορφώθηκε με το άρθρο 35 Ν. 5303/2026, το δικόγραφο της αίτησης για την
έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 και
118 και το άρθρο 119 παρ. 1 ΚΠολΔ, β) αίτηση για την
έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή
των χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η
καταβολή. Η διάταξη αυτή διαφοροποιείται από τη σχετική με το περιεχόμενο της
αγωγής διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και δεν
απαιτεί, όπως εκείνη, τον ουσιαστικό ή συγκεκριμένο προσδιορισμό της ιστορικής
βάσης, αλλά αρκείται στην έκθεση εκείνων μόνο των περιστατικών που
εξατομικεύουν την απαίτηση από την άποψη του αντικειμένου της, του είδους και
του τρόπου της γέννησής της και δικαιολογούν την ύπαρξη αντίστοιχης
συγκεκριμένης οφειλής εκείνου, κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση, προς τον
αιτούντα. Από τις ανωτέρω δε διατάξεις, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου
623 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για την έκδοση διαταγής
πληρωμής πέραν της ουσιαστικής προϋπόθεσης της ύπαρξης χρηματικής απαίτησης ή
απαίτησης παροχής χρεογράφων που απορρέουν από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου,
πρέπει να συντρέχει και η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης τόσο
της ύπαρξης της απαίτησης και του ποσού, το οποίο αποτελεί το αντικείμενό της,
όσο και των προσώπων του δικαιούχου και του υπόχρεου. Για τον λόγο αυτόν, ο
αϊτών την έκδοση διαταγής πληρωμής έχει, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του
άρθρου 626 παρ. 3 ΚΠολΔ, την υποχρέωση να επισυνάψει
στην αίτησή του προς τον αρμόδιο δικαστή το σύνολο των ιδιωτικών ή δημόσιων
εγγράφων, από τα οποία αποδεικνύεται η ύπαρξη και το ύψος της απαίτησής του σε
βάρος του καθ’ ου η αίτηση. Εάν η απαίτηση ή το ποσό, για το οποίο ζητείται η έκδοση
διαταγής πληρωμής, όπως επίσης και τα πρόσωπα του δικαιούχου ή του υπόχρεου,
δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Σε περίπτωση
έκδοσης της διαταγής πληρωμής παρά την έλλειψη της κατά τα ανωτέρω προϋπόθεσης,
το πρόσωπο, κατά του οποίου στρέφεται, μπορεί να επιτύχει την ακύρωσή της με
την άσκησης ανακοπής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ, λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου και ανεξάρτητα από
την ύπαρξη της απαίτησης ή από τη δυνατότητα να αποδειχθεί αυτή, καθώς και τα
πρόσωπα του δικαιούχου και του υπόχρεου, με άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, το
δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν για
την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν αποδεικνύεται η απαίτηση, δεν μπορεί να
στηριχθεί σε άλλα στοιχεία διαφορετικά από αυτά που προσκομίστηκαν για την
έκδοσή της, αλλά οφείλει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή
πληρωμής, χωρίς, όμως, η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο
ως προς την ουσιαστική αξίωση διότι αντικείμενο της επί της ανακοπή δίκης είναι
ο έλεγχος της νομιμότητας και το κύρος της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση
της ουσιαστικής βασιμότητας (ΟλΑΠ 43/2005, ΕλλΔνη 2005,1649, ΟλΑΠ 10/1997, ΕλλΔνη 1997, 768, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 682/2015, ΑΠ 1608/2014,
ΑΠ 713/2012). Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το χρεωστικό
υπόλοιπο σύμβασης δανείου, όπως και για το τοκοχρεωλυτικό δάνειο, εφόσον
αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση, η κίνηση και το χρεωστικό υπόλοιπο του
λογαριασμού, που τηρήθηκε για να εξυπηρετήσει τη σύμβαση αυτή, στην οποία
ενδέχεται να περιλαμβάνεται ειδική συμφωνία (άρθ. 361 ΑΚ) ότι η οφειλή του
δανειολήπτη έναντι της τράπεζας θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών
βιβλίων της τελευταίας, το οποίο θα εμφανίζει την κίνηση των αμοιβαίων
χρεοπιστώσεων και το τελικό κατάλοιπο (βλ. ΑΠ 88/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν
προκειμένω, με τον πρώτο σωρευόμενο στην ένδικη
ανακοπή της αιτούσας λόγο, η τελευταία ζητεί την ακύρωση της εναντίον της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής διότι, ως υποστηρίζει, κατά
την κατάθεση της αίτησης της καθ’ ης προς έκδοση της τελευταίας, προσκομίσθηκαν
από πλευράς της, προς απόδειξη της ύπαρξης και του ύψους της ένδικης απαίτησής
της, τα παρατιθέμενα στο δικόγραφό της έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται η υπ’
αριθ. € /12.6.2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, μετά του προσαρτήματος αυτής,
και η από 11.1.2021 πρόσθετη πράξη ρύθμισης της οφειλής. Ότι, ωστόσο, η ήδη
καθ’ ης δεν επικαλέστηκε και δεν προσκόμισε τα λοιπά συμβατικά κείμενα, των με ημεροχρονολογία 12.6.2007, 7.9.2011, 15.10.2012, 25.4.2012,
26.8.2015, 1.9.2015 και 4.11.2016 πρόσθετων πράξεων της ένδικης ανωτέρω
δανειακής σύμβασης, δυνάμει των οποίων είχε τροποποιηθεί η τελευταία, ως προς
ουσιώδεις όρους της, με αποτέλεσμα να μην περιγράφονται στην αίτηση προς έκδοση
της διαταγής πληρωμής όλα τα πραγματικά περιστατικά που εξειδικεύουν την
απαίτηση, ως προς το είδος και τον τρόπο γένεσής της, και η τελευταία να μην
αποδεικνύεται εγγράφως από τα προσκομισθέντα για την έκδοσή της έγγραφα. Με
αυτό το περιεχόμενο, ο λόγος αυτός, ο οποίος συνιστά αμφισβήτηση της
διαδικαστικής προϋπόθεσης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής,
κρίνεται νόμω βάσιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις
που περιέχονται στην προηγηθείσα μείξονα
σκέψη, και θα πρέπει να ερευνηθεί ως προς και την ουσιαστική του βασιμότητα.
Από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, ορισμένων εκ των
οποίων γίνεται ειδική μνεία κάτωθι, χωρίς, ωστόσο, να παραλείπεται κάποιο κατά
την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά
περιστατικά: Μεταξύ της απούσας και της …σύμβαση στεγαστικού δανείου, με αριθ.
6! μετά του Προσαρτήματος I αυτής, με την οποία χορηγήθηκε από τη δεύτερη στην
πρώτη στεγαστικό δάνειο συναλλάγματος, ποσού 333.520 CHF, με ισόποσο σε
ευρώ, κατά τον χρόνο της σύναψης, το ποσό των 200.000 ευρώ, που ορίστηκε
καταβλητέο σε διακόσιες σαράντα συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις,
λογιζόμενες και καταβλητέες την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, με έναρξη αυτών
τον Αύγουστο του 2007. Επιπρόσθετα, με αυτήν ορίστηκε το επιτόκιο της σύμβασης
ως κυμαινόμενο, καθοριζόμενο: α) για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία
εκταμίευσής του μέχρι το τέλος του μήνα της εκταμίευσης και για τους επόμενους
είκοσι τέσσερις μήνες, σε 2,45%, β) για το διάστημα μετά τη λήξη της
προηγούμενης χρονικής περιόδου, κυμαινόμενο: βα) για
το χρονικό διάστημα από τη λήξη της προηγούμενης περιόδου και για τον επόμενο
μήνα ίσο με το LIBOR μηνιαίας
διάρκειας, ως θα ισχύει δύο εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήξη της προηγούμενης
περιόδου, προσαυξημένο κατά 1,25% ποσοστιαίες μονάδες και ββ)
μετά τη λήξη της προηγούμενης περιόδου και για κάθε μήνα, το επιτόκιο ορίστηκε
αναπροσαρμοζόμενο και ίσο με το εκάστοτε LIBOR μηνιαίας
διάρκειας, το οποίο θα ισχύει δύο εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήξη έκαστου προηγούμενου μήνα, προσαυξημένο κατά 1,25%
ποσοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με τα ειδικώς διαλαμβανόμενα στο συμβατικό
κείμενο. Επιπρόσθετα, με την ένδικη δανειακή σύμβαση προβλέφθηκε ότι σε
περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιοσδήποτε οφειλόμενης δόσης ή τμήματος
αυτής, η τραπεζική εταιρεία θα δικαιούνταν να καταγγείλει άμεσα τη σύμβαση και
να κηρύξει ολόκληρο το ποσό του δανείου απαιτητό και ληξιπρόθεσμο, κατά το
άληκτο κεφάλαιο του δανείου, τις ληξιπρόθεσμες δόσεις του, τους τόκους και τα
έξοδα, δικαιούμενη να μετατρέψει το σύνολο της απαίτησης σε ισότιμη οφειλή σε ευρώ),
με βάση την τιμή πώλησης που θα ισχύει κατά την ημέρα της καταγγελίας. Για την
εξυπηρέτηση της εν θέματι σύμβασης, τηρήθηκε ο υπ’ αριθ. .- .-.- λογαριασμός,
ενώ η πρώτη λειτούργησε έως τον χρόνο της καταγγελίας της, η οποία συγκεκριμένα
συντελέστηκε με την επίδοση του από 17.9.2024 εγγράφου καταγγελίας της καθ’ ης
η αίτηση, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας
ειδικού σκοπού ….COMPANY», έχουσας καταστεί ειδική διάδοχος της αρχικής
δικαιούχου της απαίτησης, δυνάμει της από 18.6.2019 σύμβασης πώλησης και
μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, καταχωρηθείσας
στο ειδικό δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου
Αθηνών. Με την εν λόγω εξώδικη δήλωσή της, η δανείστρια κατήγγειλε την ένδικη
δανειακή σύμβαση, λόγω της μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων της απούσας,
και την καλούσε να εξοφλήσει το συνολικός οφειλόμενο, κατά τον χρόνο εκείνον,
συνολικό ποσό των 251.621,50 CHF. Ακολούθως, επί κατατεθείσας αιτήσεως της ήδη καθ’
ης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δυνάμει της οποίας η αιτούσα
υποχρεώνεται να καταβάλει στην καθ’ ης, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των
απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την ….το συνολικό ποσό των
251.621,50 CHF, το οποίο
αντιστοιχεί, βάσει της επίσημης ισοτιμίας του ευρώ με το ελβετικό φράγκο στις
9.11.2024, σε αυτό των 273.272,91 ευρώ, έντοκα από τις 27.9.2024, επομένη της
επίδοσης της καταγγελίας, με επιτόκιο υπερημερίας που υπερβαίνει το εκάστοτε
συμβατικό επιτόκιο της ενήμερης οφειλής, κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, και με
εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων έως την ολοσχερή
εξόφληση. Όπως διαλαμβάνεται στον προσβαλλόμενο αυτόν εκτελεστό τίτλο, εκδόθηκε
για απαίτηση απορρέουσα από την ως άνω σύμβαση στεγαστικού δανείου, μετά του
Προσαρτήματος I αυτής, και την από 11.1.2021 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλής,
οι οποίες, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τόσο της προσβαλλόμενης διαταγής
πληρωμής, όσο και της αίτησης επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, προσκομίσθηκαν από
την ήδη καθ’ ης προς απόδειξη της προς επιδίκαση απαίτησής της, μαζί με τα σε
αυτές μνημονευόμενα έγγραφα, που αποδεικνύουν την ενεργητική νομιμοποίησή της,
και τα λοιπά σχετιζόμενα με την ύπαρξη και το ύψος της αξίωσης έγγραφα, ήτοι τα
αποσπάσματα του ανωτέρω τηρηθέντος λογαριασμού, καθώς
και αντίγραφο της από 17.9.2024 εξώδικης καταγγελίας, μετά της έκθεσης επίδοσης
του εγγράφου αυτής. Ειδικώς ως προς την προσκομισθείσα, κατά τα ανωτέρω, από
11.1.2021 πρόσθετη συμβατική πράξη, λεκτέον ότι από
το περιεχόμενό της προκύπτει ότι με αυτήν, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της καθ’
ης η αίτηση και της απούσας, τροποποιήθηκε, στο πλαίσιο συμφωνηθείσας ρύθμισης,
η σύμβαση προεχόντως ως προς τον χρόνο εξόφλησης των
ορισθεισών μηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων, το ύψος αυτών, τον τρόπο
υπολογισμού του εφαρμοσθέντος επιτοκίου και το
δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης από τη δανείστρια, σε περίπτωση μη εξόφλησης
τριών συνεχόμενων δόσεων από την αντισυμβαλλόμενη της. Εντούτοις, μεταξύ της
αρχικώς καταρτισθείσας δανειακής σύμβασης και της
προσκομισθείσας πρόσθετης πράξης αυτής, είχαν καταρτισθεί, μεταξύ της απούσας
και της αρχικής δανείστριας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με …ΕΤΑΙΡΕΙΑ», άλλες
επτά πρόσθετες συμβατικές πράξεις, τροποποιητικές της αρχικής, οι οποίες
αναφέρονται στον εξεταζόμενο λόγο ανακοπής και συγκεκριμένα οι με ημεροχρονολογίες 12.6.2007,7.9.2011, 15.10.2012, 25.4.2012,
26.8.2015, 1.9.2015 και 4.11.2016. Οι τελευταίες δεν αναφέρονται στην
κατατεθείσα αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής, ούτε, εξάλλου, στην
τελευταία, και δεν προσκομίσθηκαν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά της απαίτησης
έγγραφα. Με τις πρόσθετες αυτές συμβατικές πράξεις, ωστόσο, τροποποιούνταν,
αντίστοιχα, όπως ειδικότερα ισχύει για έκαστη
επιμέρους εξ αυτών, η ένδικη δανειακή σύμβαση, ως προς τους όρους που ανάγονται
στον επιμερισμό της δαπάνης εγγραφής της προσημείωσης υποθήκης, προς εμπράγματη
ασφάλιση της ένδικης αξίωσης, στον χρόνο και τρόπο εξόφλησης της απαίτησης, στο
ύψος των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, στις προϋποθέσεις άσκησης του
δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης από την πιστώτρια, στον τρόπο υπολογισμού
του ύψους του εφαρμοστέου επιτοκίου, καθώς και στην αντίστοιχη μεταβολή των
όρων της σύμβασης στο περιθώριο των βιβλίων υποθηκών του αρμόδιου
υποθηκοφυλακείου ή κτηματολογικού γραφείου, σχετικά με τη μεταβολή της
διάρκειας ως προς την εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης, αλλά και στη διατήρηση
των εμπράγματων ασφαλειών που έχουν παρασχεθεί. Συνεπώς, παρότι με αυτές
προσδιορίζονταν ουσιώδεις όροι της συμφωνίας των μερών, το περιεχόμενο των
οποίων, εξάλλου, δεν αποδεικνύεται από τα λοιπά έγγραφα, δεν προσκομίσθηκαν,
μεταξύ αυτών, κατά την αίτηση προς έκδοση του προσβαλλόμενου εκτελεστού τίτλου.
Η παράλειψη προσκόμισης των προαναφερθεισών πρόσθετων πράξεων, με τις οποίες
συμπληρώνονται οι συμβατικοί όροι και οι οποίες συνιστούν ενιαίο και
αναπόσπαστο τμήμα της ένδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου, κατά τρόπο ώστε
δίχως αυτές το περιεχόμενό της να καθίσταται ελλιπές, δεν αμφισβητείται από την
καθ’ ης η αίτηση, η οποία στο κατατεθέν σημείωμά της υποστηρίζει ότι η από
πλευράς της προσκόμιση σύμβασης αναγνώρισης και ρύθμισης της οφειλής αρκούσε
για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Εντούτοις, κατ’ αυτόν τον τρόπο, εφόσον
παραλείφθηκε η προσκόμιση αναπόσπαστων τμημάτων της ένδικης δανειακής σύμβασης,
συντρέχει περίπτωση έλλειψης της ειδικής τυπικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της
έκδοσης διαταγής πληρωμής, αυτής της έγγραφης απόδειξης της επιδικαζόμενης
απαίτησης, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης αυτής με άλλα
αποδεικτικά μέσα. Επιπρόσθετα, λεκτέον ότι η
αναγνώριση του ύψους της οφειλής εκ μέρους της απούσας οφειλέτιδος,
με την μεταγενέστερη αυτών, από 11.1.2021 πρόσθετη πράξη, η οποία αφορούσε,
κατά κύριο λόγο, στη ρύθμιση του τρόπου εφεξής εξόφλησης του οφειλόμενου
χρηματικού ποσού, και το έγγραφο της οποίας προσκομίσθηκε με την αίτηση προς
έκδοση της διαταγής πληρωμής, δεν αναιρούσε την υποχρέωση προσκόμισης των
τροποποιήσεων της αρχικής σύμβασης που είχαν προηγηθεί. Διαφορετικά, θα
υφίστατο υποχρέωση της δανείστριας για την έγγραφη απόδειξη της απαίτησής της
από μία σειρά προσθέτων πράξεων να προσκομίζει μόνον την τελευταία
(περιλαμβάνουσα αναγνώριση του έως τότε υφιστάμενου υπολοίπου) και όχι τις
προηγούμενες, το οποίο, όμως, δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό, ιδίως στην
περίπτωση που η διαταγή πληρωμής εκδίδεται με αιτία της πληρωμής όχι σύμβαση
αναγνώρισης χρέους, αλλά δανειακή σύμβαση, όπως εν προκειμένω (βλ. σχ. ΤριμΕφΑθ 5645/2025, ΜΠΑΘ 2737/2026, ΜΠΚαστ
67/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Βάσει των ανωτέρω, και επειδή, σύμφωνα και με τα
διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, στην
αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να αναφέρονται και να
επισυνάπτονται όλα τα κατά την παρ. 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ
έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει η προς επιδίκαση απαίτηση, και τυχόν
παραδοχή της αίτησης παρά τη μη αναφορά και την μη προσκόμιση των ανωτέρω
θεμελιώνει λόγο ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, τα δε εν προκειμένω έγγραφα
πρόσθετων πράξεων της σύμβασης, η επίκληση και προσκόμιση των οποίων
παραλείφθηκε, ήταν κρίσιμα, λόγω των με αυτών ρυθμιζόμενων ζητημάτων, και
συνιστούσαν αναπόσπαστο τμήμα της κύριας δανειακής σύμβασης, πιθανολογείται πως
ο πρώτος, σωρευόμενος στην ασκηθείσα
ανακοπή της απούσας, κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ, λόγος θα
γίνει δεκτός και η τελευταία θα γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν,
με αποτέλεσμα την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, λόγω
διαδικαστικού απαράδεκτου, συνισταμένου στην, κατά παράβαση του άρθρου 626 ΚΠολΔ, έλλειψη έγγραφης απόδειξης των παραγωγικών γεγονότων
της απαίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ και τα
στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη εκτιθέμενα,
ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα
αποδεικτικά μέσα στο παρόν δικονομικό στάδιο και παρελκόμενης της εξέτασης των
λοιπών λόγων ανακοπής.
Περαιτέρω, σύμφωνα ομοίως με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα
μείζονα σκέψη, εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου
ανακοπής, προκύπτει η ύπαρξη κινδύνου πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης της
περιουσίας της απούσας σε περίπτωση εκτέλεσης της προσβαλλόμενης διαταγής
πληρωμής, ενώ, σε κάθε περίπτωση, επί τούτου λεκτέον
ότι πιθανολογείται, δεδομένης και της μη ειδικής αμφισβήτησης του σχετικού
ισχυρισμού της από την καθ’ ης, ότι η αιτούσα διαθέτει ως μοναδικό ακίνητο
περιουσιακό στοιχείο μία οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του πρώτου ορόφου,
ευρισκόμενη στην Ανάβυσσο Αττικής, εμβαδού 80,87 τ.μ., μετά της αποθήκης του
υπογείου ορόφου της οικοδομής, στοιχείο που συνηγορεί υπέρ των όσων
προαναφέρθηκαν σχετικά με την ανεπανόρθωτη βλάβη της, σε περίπτωση επίσπευσης
διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει
δεκτή ως ουσία βάσιμη και να ανασταλεί έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί
της ασκηθείσας ανακοπής της απούσας, με γενικό και
ειδικό, αντίστοιχα, αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πολυμελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών δικογράφου 5 και η εκτελεστότητα
της υπ’ αριθ. .. διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της
απούσας (άρθ. 106, 189, 191 παρ. ΚΠολΔ, 84 Ν.
4194/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ
ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’
αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την
αίτηση.
ΑΝΑΣΤΕΛΕΙ έως την
έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής
της απούσας, με γενικό και ειδικό, αντίστοιχα, αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον
του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικογράφου
και ., την εκτελεστότητα της υπ’ αριθ. ..
διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αιτούσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης η
αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων είκοσι (320) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό
του συνεδρίαση στην Αθήνα στις Οκτωβρίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων
και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ