ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρ(Ασφ,Μ,)Αθ 5095/2026

 

Προστασία Καταναλωτή - Αρχή της διαφάνειας των συμβατικών όρων - ΓΟΣ - Συμβάσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας - Ρήτρα αναπροσαρμογής -.

 

Οι γενικοί όροι συναλλαγών πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο μέσης αντίληψης καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει. Δεκτή αίτηση αναστολής εκτελεστότητας διαταγής πληρωμής και επιταγής προς εκτέλεση. Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής της η αιτούσα- πολύ μικρή επιχείρηση, προβάλλει την ακυρότητα του όρου «Χρεώσεις» της σύμβασης, διότι καθ’ ης δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση περί πληροφόρησής της ως προς τον τρόπο διαμόρφωσης του ύψους της αντιπαροχής μέσω της επιβολής της ρήτρας αναπροσαρμογής. Η αιτούσα δεν δύναται να επαληθεύσει την ορθότητα του υπολογισμού της επιπλέον χρέωσης και γενικά να κατανοήσει τον βαθμό έκθεσής της στη διακύμανση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας και να επιλέξει συνειδητά προμηθευτή και προϊόν. Η παραβίαση της υποχρέωσης της καθ’ ης συνεπάγεται τη μη ενσωμάτωση του επίμαχου όρου στη σύμβαση, η απαίτηση κρίνεται μη εκκαθαρισμένη.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της παραστάσας δικηγόρου Αθηνών Ουρανίας Καββαδά).

 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ: 5095/2026

 

(Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. Αίτησης ././2026)

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ευφροσύνη Πάκου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίστηκε με κλήρωση, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2026 για να δικάσει την υπόθεση:

 

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «… ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.», που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής (οδός . αρ. .), με Α.Φ.Μ. ., νόμιμα εκπροσωπούμενης, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου Ουρανίας Καββαδά (Α.Μ. 18017 Δ.Σ.Α.), η οποία κατέθεσε σημείωμα.

 

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΗΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφ. Κηφισίας αρ. 140), με Α.Φ.Μ. 099810593, νόμιμα εκπροσωπούμενης, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου Βασιλικής Παντελίδου (Α.Μ. 5223 Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), η οποία κατέθεσε σημείωμα.

 

Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 19/1/2026 αίτησή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 23/1/2026 με Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. ././2026, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως ανωτέρω αναφέρεται και οι πληρεξούσιες δικηγόροι τους ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα εκθέτει ότι η καθ’ ης ζήτησε και πέτυχε να εκδοθεί σε βάρος της η με αρ. ./2025 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με -την οποία υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 32.321/76 ευρώ, για απαίτηση προερχόμενη από σύμβαση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Ότι η καθ’ ης της επέδωσε στις 12/1/2026 αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής με την κάτωθι αυτού επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 33.087,76 ευρώ. Ότι κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή η αιτούσα άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα τη με Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. ././2026 ανακοπή, το περιεχόμενό της οποίας ενσωματώνει στην ένδικη αίτηση, η οποία πιθανολογείται βάσιμα ότι θα ευδοκιμήσει. Ενόψει τούτων, επικαλούμενη κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης, ζητεί] να ανασταλεί η εκτελεστότητα της ως άνω διαταγής πληρωμής και η εκτέλεση της από προαναφερόμενης επιταγής προς πληρωμή, έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση ανωτέρω αναφερόμενης ανακοπής της, με ταυτόχρονη καταδίκη της αντιδίκου της στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, στην ένδικη αίτηση παραδεκτά σωρεύονται αντικειμενικά (άρθρο 218 Κ.Πολ.Δ.): α) αίτηση αναστολής της εκτελεστότητας διαταγής πληρωμής κατ’ άρθρο 632 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. (όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 29 Ν. 5282/2026 (ΦΕΚ Α 30/27-2-2026) και β) αίτηση αναστολής της επισπευδόμενης διαδικασίας εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 60 Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190/13-10-2021) και διαμορφώθηκε με το άρθρο 107 Ν. 5221/2025 (ΦΕΚΑ 133/28-7-2025) (με έναρξη ισχύος από 1/1/2026, άρθρο 168 παρ. 3 του ίδιου νόμου), που εφαρμόζεται εν προκειμένω κατ’ άρθρο 126 παρ. 7 Ν. 5221/2025, εφόσον η επίμαχη επιταγή επιδόθηκε μετά την 1/1/2026" (ΜΕφΑιγ 225/2025, Νόμος).

 

Περαιτέρω, με το ως άνω περιεχόμενο, η κρινόμενη αίτηση παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο προς τούτο (632 παρ. 3 εδ. β και 938 παρ. 1 εδ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ.) για να δικασθεί με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (632 παρ. 3 εδ. β και 938 παρ. 1 εδ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ.). Είναι δε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρο 632 παρ. 3 και 938 Κ.Πολ.Δ., πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί καταδίκης της καθ’ ης στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της απούσας, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθώς επί αιτήσεως αναστολής εκτέλεσης, τα δικαστικά έξοδα επιβάλλονται πάντα σε βάρος του αιτούντος (άρθρο 84 παρ.„ 2 εδ. γ' Ν. 4194/2013, όπως το εδ. γ’ προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 Ν. 4263/2014, ΦΕΚ Α' 33/11-2-2014) (ΜΕφΚρήτης 19/2024, Νόμος). Εφόσον δε η ανωτέρω ανακοπή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [ήτοι εντός των προβλεπόμενων από τα άρθρα 632 παρ. 2 και 934 παρ. 1 περ. α Κ.Πολ.Δ. προθεσμιών, καθόσον ακριβές αντίγραφο από το με αρ. ./11-12-2025 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της επίμαχης διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στην αιτούσα στις 12/1/2026 (βλ. τη με αρ. .Ε’/12-1-2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …), η, δε, ανακοπή επιδόθηκε στην (καθ' ης στις 26/4/2026 (βλ. τη με αρ. ./26-1-2026 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …)], πρέπει η ένδικη αίτηση, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και δη ως προς την πιθανολόγηση ευδοκίμησης των κατ’ ιδίαν λόγων της ανακοπής.

 

I.          Κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 §§ 1, 2, 6 και 9 του Ν. 2251/1994 «Προστασία Καταναλωτών» «1. Όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση) του περιεχομένου τους. 2. Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπόμενων συμφωνιών που καταρτίζονται στην Ελλάδα διατυπώνονται γραπτώς στην ελληνική γλώσσα, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί πλήρως το νόημά τους και εκτυπώνονται με ευανάγνωστους χαρακτήρες σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης. Οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών που εφαρμόζονται στην ελληνική αγορά αποτυπώνονται υποχρεωτικά και στην ελληνική γλώσσα. 6. Γενικοί όροι συναλλαγών) που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. 9. Οι διατάξεις του άρθρου 2 εφαρμόζονται σε κάθε σύμβαση, ανεξάρτητα από το αν ο αντισυμβαλλόμενος του προμηθευτή είναι καταναλωτής, όταν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η σύμβαση περιλαμβάνει όρους οι οποίοι δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, β) ο αντισυμβαλλόμενος του προμηθευτή πληροί τα κριτήρια της πολύ μικρής επιχείρησης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 4308/2024 (Α' 251), και γ) ο αντισυμβαλλόμενος του προμηθευτή συμβάλλεται ως τελικός αποδέκτης των παρεχόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών. Θεωρείται ότι ο όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν ο αντισυμβαλλόμενος του προμηθευτή δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό του. Το γεγονός ότι για ορισμένα στοιχεία κάποιου όρου ή για ένα μεμονωμένο όρο υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση δεν αποκλείει την εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου στο υπόλοιπο της σύμβασης, αν από το σύνολο των περιστάσεων προκύπτει ότι πρόκειται για σύμβαση προσχώρησης. Ο προμηθευτής φέρει το βάρος απόδειξης ότι υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση ενώ ο αντισυμβαλλόμενος του προμηθευτή φέρει το βάρος απόδειξης ότι πληροί τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων β' και γ’ που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 2». Περαιτέρω, η αρχή της διαφάνειας των ΓΟΣ έχει αναχθεί, τόσο από τον ενωσιακό όσο και από τον εθνικό νομοθέτη, σε γενικότερη αρχή του δικαίου των καταναλωτικών συμβάσεων, έτσι ώστε να αποτελεί πλέον κοινή παράμετρο όλων των σταδίων του δικαστικού τους ελέγχου. Ειδικότερα, διακηρύσσεται στην 2 θ 1 αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, κατά την οποία «οι συμβάσεις πρέπει να συντάσσονται με σαφή και κατανοητό τρόπο και ο καταναλωτής πρέπει να έχει πράγματι την ευκαιρία να λάβει γνώση όλων των ρητρών» και καταγράφεται και στα παρατιθέμενα άρθρα 4 § 2 και 5 εδ. α' της ως άνω Οδηγίας. Οι ενωσιακές αντιλήψεις για ιδιαίτερη ανάγκη διαφάνειας των (ΓΟΣ, μεταφέρθηκαν και στις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 και ειδικότερα στις §§1-2 για τον έλεγχο της ένταξης των όρων στη σύμβαση και στις §§4-5, για τον έλεγχο των αδιαφανών-όρων μέσω της ερμηνείας. Όσον αφορά το στάδιο ελέγχου κύρους του περιεχομένου των όρων, η αρχή της διαφάνειας εξειδικεύεται ιδίως στα εδάφια ε', ζ’, η', Γ και ια' του καταλόγου καταχρηστικών ρητρών του άρθρου 2 § 7 του Ν. 2251/1994, με τα οποία γίνεται δεκτό ότι εγκαθιδρύεται μια μορφή τεκμηρίου καταχρηστικότητας των αδιαφανών όρων. Παράλληλα, ιδίως σε σχέση με μια κατηγορία αδιαφανών ρητρών, τις λεγάμενες «αιφνιδιαστικές ή απροσδόκητες ρήτρες», γίνεται από μακρού δεκτή στη θεωρία και τη νομολογία η υπαγωγή τους όχι μόνο στον έλεγχο ένταξης, αλλά και στον έλεγχο κύρους του περιεχομένου τους, κατά το άρθρο 2 §§ 6 - 7 του Ν. 2251/1994. Το πρώτο στάδιο ελέγχου των ΓΟΣ που καλείται σε εφαρμογή, είναι αυτό της ένταξης ή ενσωμάτωσής τους στη σύμβασή. Το ανωτέρω άρθρο 2 § 1 του Ν. 5521/1994 προβλέπει ως προϋπόθεση για την ένταξη των ΓΟΣ στη σύμβαση, την έλλειψη «ανυπαίτιας άγνοιάς» τους από τον καταναλωτή, στην οποία εντάσσει ενδεικτικά δύο ειδικότερες προϋποθέσεις εκπλήρωσης υποχρεώσεων καλόπιστης συμπεριφοράς που πρέπει να συνοδεύουν την πρόταση του προμηθευτή, ήτοι της υπόδειξης ύπαρξης ΓΟΣ και της παροχής δυνατότητας πραγματικής γνώσης του περιεχομένου τους. Η δυνατότητα γνώσης πρέπει να είναι «πραγματική», δηλαδή πρακτικά ευχερής, έγκαιρη και ιδίως επαρκής για την πλήρη κατανόηση της σημασίας του περιεχομένου των όρων, κατά την εξέλιξη της σύμβασης. Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε ήδη, το άρθρο 2 § 2 του Ν. 2251/1994 επιτάσσει οι ΓΟΣ, προκειμένου να ανταποκρίνονται στην αρχή της διαφάνειας, να έχουν διατυπωθεί με σαφήνεια, ώστε να είναι κατανοητοί για το μέσο συναλλασσόμενο. Με δεδομένο, όμως, ότι, κατά κανόνα, το περιεχόμενο του ελεγχόμενου όρου είναι κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική και γλωσσική άποψη, ώστε ο έλεγχος ένταξης, κατά το άρθρο 2 § 2 εδ. α' του Ν. 2251/1994 να μην αποβαίνει, αναγκαίος, αρνητικός, η έρευνα επιχειρείται κυρίως σε σχέση με το περιεχόμενο, το οποίο επιβάλλεται να διαμορφώνεται κατά τρόπο, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει, εκ των προτέρων, κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως η διάρκειά της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 4 § 2 της ανωτέρω Οδηγίας, ελέγχεται, εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας. Ο αποκλεισμός του ελέγχου καταχρηστικότητας των συμβατικών όρων που περιγράφουν την σχέση αναλογίας μεταξύ παροχής και τιμήματος προκαλείται εξαιτίας της αδυναμίας αναγωγής της δικαιοδοτικής κρίσης σε κάποιο υφιστάμενο αντικειμενικό πρότυπο επιμέτρησης. Κυρίως, όμως, αποδίδεται στον ιδιαίτερο χαρακτήρα των σχετικών ρητρών, αφού μέσω αυτών διαμορφώνεται το κύριο χαρακτηριστικό περιεχόμενο της συμβάσεως, σε σχέση με το οποίο είναι και παραμένει επικεντρωμένο το ενδιαφέρον αυτοπροστασίας του καταναλωτή και εκδηλώνεται επιμέλεια, εκ μέρους του, για τη συγκέντρωση των σχετικών πληροφοριών. Υπό το πρίσμα και της ως άνω συμπεριφοράς που είναι αναμενόμενο να εκδηλώνεται από τον καταναλωτή, οι συγκεκριμένοι συμβατικοί όροι υποβάλλονται σε έλεγχο, ώστε να διαγνωστεί εάν είναι σύμφωνοι με την αρχή της διαφάνειας, η οποία αναλύεται ειδικότερα στην αρχή της σαφούς και κατανοητής διατύπωσης, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της χρήσεως των όρων, που ταυτίζεται με τον αποκλεισμό απροσδόκητων, αιφνιδιαστικών ή παραπλανητικών ρητρών. Ως προβλέψιμος χαρακτηρίζεται ο όρος, που είναι όμοιος με αυτούς που συνήθως εμφανίζονται και διαμορφώνουν το αντίστοιχο περιεχόμενο των ίδιου τύπου συμβάσεων, με τις οποίες η επιβαλλόμενη στον καταναλωτή οικονομική επιβάρυνση είναι ορισμένη ή προκύπτει ο αριθμητικός της προσδιορισμός από συγκεκριμένες εκτιθέμενες παραμέτρους, με την εκτέλεση από τον καταναλωτή απλού μαθηματικού υπολογισμού. Οι όροι που εμφανίζουν; τα χαρακτηριστικά αυτά είναι αναμενόμενοι για τους καταναλωτές που επιλέγουν να μετέχουν στον αντίστοιχο συμβατικό τύπο, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο αυτοπροστασίας, μέσω της λειτουργίας του ανταγωνισμού, και να αποκλείεται η δικαιοδοτική επέμβαση και η επιβολή μιας διαφορετικής διαμόρφωσης του συμβατικού περιεχομένου. Εξάλλου, κατά την δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, οι κανόνες ενδοτικού και, κατά μείζονα λόγο, αναγκαστικού δικαίου των εθνικών δικαίων θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες. Επίσης, το άρθρο 1 § 2 της Οδηγίας αποκλείει από το πεδίο της εφαρμογής της τις ρήτρες των συμβάσεων που απηχούν «νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου», έκφραση η οποία, υπό το πρίσμα της προαναφερόμενης αιτιολογικής σκέψης, καλύπτει τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, που εφαρμόζονται μεταξύ των συμβαλλομένων, ανεξαρτήτως της επιλογής τους, αλλά και εκείνες που εφαρμόζονται, ελλείψει διαφορετικής συμφωνίας των μερών. Η ρύθμιση αυτή αποκλείει τον έλεγχο των χαρακτηριζόμενων ως δηλωτικών όρων, διότι αυτοί αποδίδουν κανόνες, οι οποίοι και χωρίς την σχετική συμβατική παραπομπή σε αυτούς θα ήταν εφαρμοστέοι. Εντούτοις, ο χαρακτήρας κάποιου συμβατικού όρου, ως δηλωτικού, αναιρείται στις περιπτώσεις που το περιεχόμενό του δεν είναι κατανοητό και βέβαιο, αλλά ασαφές και αμφισβητούμενο, κατά τρόπο ώστε να μην προκύπτει η υποχρέωση ή ευθύνη που αναλαμβάνει ο καταναλωτής, σύμφωνα με την σχετική ρήτρα και να επιβάλλεται η εξέταση της ισχύος της, υπό το πρίσμα της διαφάνειας. Δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς το ζήτημα, πότε ένας όρος, που αναφέρεται σε ορισμένη οικονομική επιβάρυνση του συμβαλλομένου, αφορά πράγματι στην «τιμή» της παροχής, ώστε να εκφεύγει του άμεσου δικαστικού ελέγχου ως προς την καταχρηστικότητα. Με αφετηρία δε ακριβώς την παρατήρηση αυτή, διατυπώνονται περισσότερες απόψεις, οι οποίες διακρίνουν τις σχετικές ρήτρες ανάλογα με το αν καθορίζουν ευθέως και αμέσως την κύρια οικονομική υποχρέωση ή μόνον τις παρεπόμενες -πρόσθετες επιβαρύνσεις. Στη βάση δε αυτής της διακρίσεως, είτε δέχονται τον έλεγχο της καταχρηστικότητας των ρητρών για τις παρεπόμενες επιβαρύνσεις, με τη σκέψη ότι ο καταναλωτής δεν έχει στραμμένη την προσοχή του σ’ αυτές, κατά τη συνομολόγηση της συμβάσεως, είτε, αντιθέτως, δέχονται ότι αυτές εκφεύγουν του σχετικού ελέγχου, εφόσον έχουν άμεση επίδραση στον καθορισμό του τιμήματος και είναι αναμενόμενες για τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Αλλά και η νομολογία του ΔΕΕ δεν μεταχειρίζεται με τον ίδιο τρόπο όλες τις ρήτρες που επιδρούν στο τίμημα, αλλά διακρίνει μεταξύ ρητρών που καθορίζουν το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, τις οποίες υποβάλλει μόνο σε έλεγχο διαφάνειας, και παρεπόμενων ρητρών, μεταξύ των οποίων και αυτές για την αναπροσαρμογή του τιμήματος, οι οποίες υποβάλλονται σε πλήρη έλεγχο κύρους του περιεχομένου τους. Ως ρήτρες που καθορίζουν το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, θεωρεί αυτές που προσδιορίζουν τις κύριες παροχές οι οποίες χαρακτηρίζουν τη σύμβαση, δηλαδή τα λεγόμενα essentialia negotii, ενώ ως παρεπόμενες ρήτρες ορίζει αυτές που έχουν δευτερεύοντα χαρακτήρα σε σχέση με τις πρώτες. Συνακόλουθα, και οι λοιπές εθνικές έννομες τάξεις των κρατών - μελών της ΕΕ περιορίζουν την εξαίρεση από τον πλήρη έλεγχο κύρους του περιεχομένου μόνο στις ρήτρες που αναφέρονται σε μέρη της σύμβασης, «τα οποία είναι τόσο σημαντικά για τη συμβατική σχέση ώστε χωρίς αυτά να μην νοείται η συμβατική σχέση». Ο αρχικός, κύριος, καθορισμός του τιμήματος λογίζεται ως «τόσο σημαντικός», όχι όμως και οι όροι που τροποποιούν ή αναπροσαρμόζουν το τίμημα; η συνομολόγηση των οποίων δεν είναι υποχρεωτική για την υπόσταση της σύμβασης. Συνεπώς, ο αρχικός προσδιορισμός των συμβατικών υποχρεώσεων των μερών υπόκειται μόνο σε έλεγχο διαφάνειας, ενώ οι όροι που επιτρέπουν στον προμηθευτή τη μονομερή τροποποίηση ή αναπροσαρμογή της εξαρχής καθορισμένης στη σύμβαση ισορροπίας αξιών παροχής - αντιπαροχής υπόκεινται, ακριβώς εξαιτίας του κινδύνου που συνεπάγονται για ανατροπή της ισορροπίας αυτής, σε πλήρη έλεγχο κύρους του περιεχομένου τους. Το βάρος απόδειξης ότι δόθηκε στον καταναλωτή η δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου των ΓΟΣ και ότι του παρασχέθηκαν επαρκείς και ακριβείς πληροφορίες, ώστε να εκτιμήσει τον κίνδυνο των δυνητικώς σημαντικών, αρνητικών, οικονομικών συνεπειών των συμβατικών ρητρών επί των χρηματοοικονομικών του υποχρεώσεων, φέρει ο προμηθευτής. Εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις διαφάνειας του άρθρου 2 §§ 1, 2 του Ν. 2251/1994, οι ΓΟΣ καθίστανται περιεχόμενο της σύμβασης, με δεσμευτικό χαρακτήρα για τους συμβαλλόμενους. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ένταξης των ΓΟΣ, τότε αυτοί είναι ανίσχυροι μόνον υπέρ του καταναλωτή, ο οποίος δύναται να επικαλεστεί την έλλειψη δεσμευτικότητας του αδιαφανούς όρου (άρθρο 2 § 1), η δε σύμβαση παραμένει, καταρχήν, έγκυρη κατά το λοιπό περιεχόμενό της και το κενό, που δημιουργείται, καλύπτεται από τους συναφείς κανόνες ενδοτικού δικαίου, δεδομένου ότι το ενδοτικό δίκαιο αντικατοπτρίζει μια δίκαιη στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων. Εάν δεν υπάρχει συναφής ρύθμιση του ενδοτικού δικαίου, η πλήρωση του κενού γίνεται από το δικαστή μέσω της συμπληρωτικής ερμηνείας της σύμβασης.

 

Περαιτέρω, κατά το στάδιο ελέγχου κύρους του ΓΟΣ, το άρθρο 2 § 7 εδ. ια' του Ν. 2251/1994 απαγορεύει τους όρους που χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή. Το πεδίο της εν λόγω διάταξης χαρακτηρίζεται από σχετική ευρύτητα, καθόσον δεν περιορίζεται στην αοριστία του αρχικού καθορισμού του τιμήματος, αλλά αναφέρεται και στην αοριστία αναπροσαρμογής των κάθε μορφής οικονομικών ανταλλαγμάτων που καταβάλλει ο καταναλωτής. Για την εγκυρότητα τέτοιου είδους ρητρών, πρέπει να συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις: α) Συνδρομή σπουδαίου λόγου που να καθιστά αναγκαία, για τον προμηθευτή, την αύξηση του τιμήματος, κατ’ άρθρα 288 ή 388 Α.Κ., όπως λ.χ. η αύξηση της τιμής της πρώτης ύλης. Ευχερώς καταφάσκονται, ως σπουδαίοι λόγοι για την μεταβολή του τιμήματος, γενικοί παράγοντες που επηρεάζουν ολόκληρη την κοινωνία ή την οικονομία, όπως λ.χ. ο πληθωρισμός, β) Ρητή μνεία στη σύμβαση του είδους του σπουδαίου αυτού λόγου μαζί με ειδικά και εύλογα κριτήρια για τον τρόπο άρσης της αοριστίας και γ) ύπαρξη ρητής πρόβλεψης του δικαιώματος του καταναλωτή για λύση της σύμβασης, σε περίπτωση που η αύξηση του τιμήματος, έστω κι αν πληροί τις προηγούμενες δύο προϋποθέσεις, αποδεικνύεται υπερβολική για τη δική του οικονομική κατάσταση. Ρήτρες, οι οποίες συνδέουν τη μεταβολή του τιμήματος με κάποιον τιμαριθμικό δείκτη, προσβάσιμο στον καταναλωτή, είναι, καταρχήν, έγκυρες. Και τούτο, διότι τέτοιοι δείκτες αποτελούν αντικειμενικά κριτήρια που λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα αμφοτέρων των μερών, αφού η μεταβολή τους δεν εξαρτάται από την υποκειμενική συμπεριφορά κάποιου εξ αυτών. Οι τιμαριθμικές ρήτρες θα μπορούσαν να οριστούν ως οι ρήτρες εκείνες, οι οποίες εξαρτούν την μεταβολή μιας τιμής (λ.χ. τιμήματος) από την αυξομείωση κάποιου δείκτη αναφοράς (λ.χ. δείκτη πληθωρισμού, επιτοκίων, νομισματικής ισοτιμίας, κ.α.). Τέτοιες ρήτρες, εν προκειμένω, εξυπηρετούν διπλή λειτουργία, καθόσον, αφενός, η μεταβολή του δείκτη αναφοράς άνω ή κάτω από ένα προσδιοριζόμενο στην σύμβαση όριο αποτελεί σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί την μεταβολή της τιμής που αυτός προσδιορίζει, και αφετέρου, η μεταβολή του τιμήματος, κατά τον οριζόμενο και ανάλογο με την μεταβολή του δείκτη τρόπο, συνιστά εύλογη μέθοδο προσδιορισμού αυτού. Απαραίτητη προϋπόθεση εγκυρότητας της τιμαριθμικής ρήτρας, ωστόσο, είναι ο δείκτης αναφοράς που αυτή προσδιορίζει να είναι πράγματι προσιτός και διαφανής για τις δυνατότητες του μέσου καταναλωτή. Κατά το ΔΕΕ, οι επιταγές της διαφάνειας πληρούνται όταν: α. η τιμαριθμική αυτή ρήτρα βασίζεται σε σαφή, κατανοητή και διαθέσιμη στο κοινό μέθοδο αναπροσαρμογής, η οποία προκύπτει από αποφάσεις και μηχανισμούς που εμπίπτουν στη δημόσια σφαίρα β. ο δε καταναλωτής δεν τίθεται μέσα από την εφαρμογή αυτής σε διαφορετική συμβατική θέση από την ήδη καθορισμένη στην σύμβαση. Ως προς την πρώτη απαίτηση, πρέπει να τονιστεί ότι ως αναπροσαρμογή νοείται αποκλειστικά αυτή που συντελείται βάσει ενός αντικειμενικού δείκτη. Η αντικειμενικότητα του εν λόγω δείκτη κρίνεται όχι μόνον βάσει των τιμών αναφοράς στις οποίες τούτος εδράζεται, αλλά και από την ίδια την προέλευσή του. Έτσι, αντικειμενικός μπορεί να θεωρεί ένας δείκτης αναφοράς που προέρχεται από κάποια δημόσια Αρχή (λ.χ. εθνικές Στατιστικές Υπηρεσίες) ή/και ανεξάρτητους φορείς (λ.χ. ΕΚΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ κ.λπ.). Τούτο διότι η μεταβολή εκείνη, την οποία τέτοιοι δείκτες υποδηλώνουν, συντελείται ανεξάρτητα από την βούληση των προμηθευτών τους οποίους αφορά. Επιπλέον, ο εν λόγω δείκτης θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι ευκόλως προσβάσιμος στο καταναλωτικό κοινό, προκειμένου τούτο να ενημερώνεται εγκαίρως και ευχερώς, καθιστάμενο κατ’ αυτόν τον τρόπο σε θέση να προβλέπει τις ενδεχόμενες επιδράσεις που θα έχει η αυξομείωση του συγκεκριμένου δείκτη αναφοράς στην σύμβαση. Τέλος, η αρχή της διαφάνειας επιβάλλει τέτοιου είδους όροι αναπροσαρμογής του τιμήματος να είναι όσο το δυνατόν σαφέστερα διατυπωμένοι. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι η καθοριζόμενη με τους ΓΟΣ μέθοδος αναπροσαρμογής του τιμήματος πρέπει να προ βλέπεται πάντοτε με ευκρινή) και κατανοητό για τον καταναλωτή τρόπο, μέσω προσιτών για τον ίδιο νοημάτων (λ.χ. μέσο παραδεκτόν ή απλών μαθηματικών τύπων). Με την δεύτερη αναφερομένη απαίτηση, υποδηλώνεται ότι ο τρόπος μεταβολής των τιμολογίων δεν πρέπει να οδηγεί τον καταναλωτή, σε συμβατική θέση διάφορη της αρχικώς καθορισθείσας από τα μέρη. Η συναλλακτική δικαιοσύνη επιβάλλει να διατηρείται καθ’ όλη την διάρκεια της σύμβασης η αρχική ισορροπία ανάμεσα στα μέρη, δίχως ο καταναλωτής εισέρχεται σε επαχθέστερη θέση ως προς την παροχή του, ούτε δε ο προμηθευτής να πλουτίζει επ’ ευκαιρία της τροποποίησης από μέρους του τιμήματος. Αντιθέτως, το τελευταίο θα συμβαίνει όταν, για παράδειγμα, εξαιτίας της αύξησης στον δείκτη πληθωρισμού, ο προμηθευτής αυξάνει κατά τρόπο πολλαπλάσιο το τίμημα. Άλλως, αν η αύξηση είναι ανάλογη της μεταβολής του δείκτη, τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για τροποποίηση συμβατικών όρων, αλλά για προσαρμογή του τιμήματος στην παρούσα αγοραστική αξία του χρήματος. Σε περίπτωση κατάφασης της ακυρότητας ενός αδιαφανούς όρου, δεν είναι δυνατή η μερική διάσωσή του, υπό την έννοια της μερικής διατήρησης του κύρους του, μετατρέποντας αυτόν σε έγκυρο όρο με περιεχόμενο μικρότερης εμβέλειας. Τούτο διότι, αφενός, αποκλείεται να συντρέχει στο πρόσωπο του καταναλωτή η απαιτούμενη, από το άρθρο 182 Α.Κ., υποθετική βούληση, για τη διατήρηση έστω και ενός μέρους ενός δυσμενούς γι' αυτόν όρου, και αφετέρου, διότι εάν είναι δυνατή η διάσωση ενός έγκυρου τμήματος του καταχρηστικού όρου, οι προμηθευτές δεν θα σταματούσαν να χρησιμοποιούν τον όρο αυτό στην ευρεία του διατύπωση, γνωρίζοντας ότι, στη χειρότερη περίπτωση, ο όρος θα . ήταν τουλάχιστον ως προς ένα τμήμα του έγκυρος,, με συνέπεια τη διαιώνιση των καταχρηστικών.

 

II.         Πλέον ειδικότερα, στο δίκαιο του καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας, η αρχή της διαφάνειας συνιστώ επιταγή του ενωσιακού δικαίου (άρθρο 3 § 7 της Οδηγίας 2009/72 και ήδη Οδηγία 2019/944). Στην εθνική έννομη τάξη, η ως άνω αρχή ερείδεται στο άρθρο 49 §§ 1 και 4 του Ν. 4001/2011, το οποίο ορίζει: «1. Οι Πελάτες έχουν δωρεάν και εύκολη, χωρίς διακρίσεις, πρόσβαση στην πληροφορία που θα τους επιτρέπει να επιλέγουν τον κατάλληλο για αυτούς Προμηθευτή και, ιδίως, τις εκάστοτε ισχύουσες χρεώσεις και τους όρους των Συμβάσεων Προμήθειας εκάστου Προμηθευτή για τις κατηγορίες Πελατών που εξυπηρετούν, στοιχεία σχετικά με την κατανάλωσή τους, καθώς και στοιχεία της συνολικής χρέωσης της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και Φυσικού Αερίου εκάστου Πελάτη. ... 4. Κάθε Προμηθευτής υποχρεούται να τηρεί την αρχή της διαφάνειας και να δημοσιοποιεί γενικά στατιστικά στοιχεία που συγκεντρώνει σχετικά με τους Πελάτες του, καθώς και στοιχεία σχετικά με τις δραστηριότητες του. Η ΡΑΕ παρακολουθεί και λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να διασφαλίζεται η αξιοπιστία των πληροφοριών που παρέχουν οι Προμηθευτές στους Πελάτες τους και ιδίως τα στοιχεία της παρ. 2 του άρθρου 48, καθώς και η παροχή αυτών σε εθνικό επίπεδο με τρόπο σαφώς συγκρίσιμο.». Περαιτέρω ο Κώδικας Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας (εφεξής ΚΠΗΕ) έχει εξειδικεύσει τα συναφή, με την αρχή της διαφάνειας, δικαιώματα των πελατών, και αντιστοίχως τις υποχρεώσεις των προμηθευτών, ως εξής: Κατά το προσυμβατικό στάδιο, προβλέπεται ότι οι προμηθευτές οφείλουν να, τηρούν την αρχή της διαφανούς, ακριβούς 1 και κατανοητής πληροφόρησης κατά την επικοινωνία τους με τους Καταναλωτές και την εν γένει προώθηση των προϊόντων τους (Παράρτημα I, άρθρα 1 και 3 ΚΠΗΕ). Ειδικά για τους Μικρούς Πελάτες, προβλέπεται επιπλέον ότι η Προσφορά Προμήθειας περιλαμβάνει «σαφή, εύλογα και διαφανή κριτήρια βάσει των οποίων λαμβάνει χώρα η αναπροσαρμογή των Χρεώσεων Προμήθειας» (άρθρο 28 § 3γ ΚΠΗΕ). Το δε άρθρο 18 § 2 ΚΠΗΕ προσδιορίζει/ το ελάχιστο περιεχόμενο της Σύμβασης Προμήθειας, στο οποίο περιλαμβάνονται τα στοιχεία ) του Προμηθευτή και του Πελάτη, οι παρεχόμενες υπηρεσίες και αναλαμβανόμενες υποχρεώσεις, το εφαρμοζόμενο τιμολόγιο, οι τυχόν συμφωνηθέντες ειδικοί όροι τιμολόγησης, η διαδικασία τιμολόγησης, ο τρόπος υπολογισμού χρεώσεων, συμπεριλαμβανομένης και της μεθοδολογίας αναπροσαρμογής των Χρεώσεων Προμήθειας, και η συχνότητα έκδοσης λογαριασμών, οι προθεσμίες εξόφλησης και οι δυνατοί τρόποι αποπληρωμής, τα ζητήματα εγγυοδοσίας, η διαδικασία τροποποίησης της Σύμβασης και του Τιμολογίου Προμήθειας, οι συνέπειες υπερημερίας του πελάτη, οι δυνατότητες καταγγελίας από αμφότερα τα μέρη, οι διαδικασίες υποβολής παραπόνων, καθώς και οι όροι εφαρμογής ρήτρας πρόωρης αποχώρησης. Περαιτέρω, κατά την κατάρτιση και την εξέλιξη της συμβατικής σχέσης Προμηθευτών - Πελατών, η αρχή της διαφάνειας εφαρμόζεται όσον αφορά στην τιμολόγηση και την αναπροσαρμογή των χρεώσεων προμήθειας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 11 § 2 του Κώδικα ορίζει ότι «τα Τιμολόγια Προμήθειας διαμορφώνονται και παρουσιάζονται κατά τρόπο πλήρη, αναλυτικό, σαφή και εύκολα κατανοητό, σύμφωνα με τις Βασικές Αρχές του συνημμένου Παραρτήματος II, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος Κώδικα. Κάθε στοιχείο του Τιμολογίου αναγράφεται με τρόπο που καθιστά ευχερή και απολύτως σαφή τον υπολογισμό της αντίστοιχης χρέωσης ». Το άρθρο 1 του Παραρτήματος II συγκαταλέγει στις Βασικές Αρχές Τιμολόγησης «2. [...] την απλότητα και διαφάνεια της πληροφόρησης σχετικά με τις εφαρμοζόμενες χρεώσεις και τις προσφερόμενες υπηρεσίες» και, μεταξύ άλλων, επιβάλλει «ε. Η δομή των τιμολογίων και τα συνιστώντα στοιχεία τους να παρέχουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές να αναγνωρίζουν το κόστος που τους προκαλεί κάθε παρεχόμενη υπηρεσία και να επιτρέπουν τον υπολογισμό των επιμέρους χρεώσεων με ευχέρεια και διαφάνεια. Η απλότητα και η διαφάνεια των χρεώσεων αποσκοπούν στο να μπορούν οι καταναλωτές να επιλέγουν μεταξύ εναλλακτικών τιμολογίων με διαφορετικά χαρακτηριστικά, έτσι ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες τους με τον πιο οικονομικό τρόπο, στ. Οποιοσδήποτε μηχανισμός αναπροσαρμογής των τιμολογίων πρέπει να είναι: ·α) διαφανής, με σαφώς ορισμένο τρόπο ενεργοποίησης και υπολογισμού, και γνωστός στον Πελάτη εκ των προτέρων, β) να κατατείνει στην αποφυγή υπερβολικής μεταβλητότητας ως προς το ύψος; της κατανάλωσης, γ) να προσφέρει, κατά το δυνατόν, επαρκείς επιλογές ως προς τη δυνατότητα διαχείρισης του κινδύνου διαχρονικής διακύμανσης των τιμών και δ) να αποτελεί μέρος της Σύμβασης Προμήθειας». Επιπλέον, το άρθρο 2 § 5 του Παραρτήματος II ορίζει ότι «στ. Πρέπει να είναι σαφής η χρονική διάρκεια ισχύος των χρεώσεων που συμφωνείται, π.χ. σταθερές χρεώσεις για ένα (1) έτος. Ιδίως για συμβάσεις με διάρκεια πάνω από ένα έτος, πρέπει να περιλαμβάνεται διαφανής μεθοδολογία αναπροσαρμογής των χρεώσεων, απλή και κατανοητή στον Πελάτη.». Συνεπώς, η θεσπιζόμενη με την Οδηγία 2009/72 αρχή της διαφάνειας έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο, μέσω της διάταξης του άρθρου 49 Ν. 4001/2011, αλλά και των ανωτέρω διατάξεων του ΚΠΗΕ, ως «γενική αρχή του δικαίου I του καταναλωτή, ηλεκτρικής ενέργειας», η οποία διαπνέει συνολικά τη συμβατική σχέση Προμηθευτών - Πελατών. Η εν λόγω αρχή συνδέεται άρρηκτα, αφενός με την απλότητα στην παροχή! της πληροφόρησης, αφετέρου με την ευχερή κατανόηση του καταναλωτή σχετικά ιδίως με τους όρους τιμολόγησής μου. Επισημαίνεται ότι η συγκρότηση της αρχής της διαφάνειας στο ελληνικό δίκαιο αναγνωρίζει -κατά τρόπο απόλυτο-το δικαίωμα κάθε καταναλωτή να διαθέτει πρόσβαση σε πλήρη, σαφή! και κατανοητή πληροφόρηση, ενώ κατανέμει το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης της συνδρομής της ανωτέρω καίριας προϋπόθεσης εξ ολοκλήρου στον Προμηθευτή. Συνεπώς, σε περίπτωση επίκλησης από μέρους του καταναλωτή της αδυναμίας του να κατανοήσει τη διαμόρφωση του τιμολογίου του, εναπόκειται πλήρως στον Προμηθευτή να αποδείξει ότι έλαβε κάθε προσήκον μέτρο ώστε να διασφαλίσει ότι ο «μέσος καταναλωτής» είχε -υπό όρους πραγματικούς και λειτουργικούς- τη δυνατότητα να κατανοήσει το σχετικό ζήτημα. Σε διαφορετική περίπτωση, θα δύναται να συνάγεται ότι ο καταναλωτής στερήθηκε του πλέον ουσιώδους δικαιώματος του, δηλαδή του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής προμηθευτή, λόγω της ασαφούς και δύσληπτης «πληροφόρησης» που του παρείχε ο Προμηθευτής. Η πλήρης εφαρμογή της αρχής της διαφάνειας συνιστά προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση από τους καταναλωτές του θεμελιώδους δικαιώματος τους για ελεύθερη επιλογή προμηθευτή και καθορισμό του συμβατικού προϊόντος - υπηρεσίας.

 

III.       Η Ρ.Α.Ε. (ήδη ΡΑΑΕΥ), επιφορτισμένη -μεταξύ άλλων- και με την παρακολούθηση και την αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της διαφάνειας (άρθρο 22 § 2 Ν. 4001/2011), εξέδωσε την υπ' αριθ. 409/2020 απόφασή της, με τίτλο «Κατευθυντήριες Οδηγίες για τη διαφάνεια και την επαληθευσιμότητα των χρεώσεων στο ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων ΧΤ» (ΦΕΚ Β' 1364/14.04.2020), προκειμένου να συστήσει προς τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας ένα «πρότυπο» ρήτρας αναπροσαρμογής του κόστους, με σκοπό την ενίσχυση της διαφάνειας, όσον αφορά χρεώσεις πελατών, αλλά και την προαγωγή της συγκρισιμότητας και επαληθευσιμότητας των χρεώσεων των προμηθευτών. Με την ως άνω απόφασή της, η Αρχή: Α) Επέβαλε στους Προμηθευτές την υποχρέωση παροχής τουλάχιστον ενός σταθερού τιμολογίου, ανά κατηγορία πελατών, για την προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών, οι οποίοι ανήκουν στην κατηγορία των Μικρών Πελατών και είτε δεν επιθυμούν την ανάληψη κινδύνου, είτε δεν έχουν την απαραίτητη εξοικείωση, ώστε να αναγνωρίζουν και να αξιολογούν το ρίσκο της έκθεσής τους στον κίνδυνο τιμών της αγοράς, που τους μετακυλΐεται από τον Προμηθευτή τους. Β) Καθιέρωσε ενιαία ονομασία του μηχανισμού αναπροσαρμογής και όρισε ότι η χρέωση προμήθειας δύναται να κυμαίνεται στη βάση ενός μόνον μεγέθους, που θα συγκεντρώνει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: 1) θα είναι εύλογα συσχετισμένο με το κόστος του Προμηθευτή, 2) θα είναι σαφώς ορισμένο και αναγνωρίσιμο ως μέγεθος που θα προκύπτει από τη λειτουργία χρηματιστηριακών ενεργειακών αγορών και με συγκεκριμένη χρονική αναφορά, γ) θα είναι εύκολα επαληθεύσιμο ] και προσβάσιμο από τον μέσο καταναλωτή, δ) θα ανακοινώνεται επίσημα και δημόσια σε τακτά χρονικά διαστήματα, ιδανικά σε ημερήσια και σε κάθε περίπτωση κατ’ ελάχιστο με μηνιαία συχνότητα και ε) δεν θα υπόκειται σε εκκαθάριση, ώστε να αποτρέπονται διαρκείς απολογιστικές αναπροσαρμογές, οι οποίες εισάγουν δυσχέρειες παρακολούθησης και επαληθευσιμότητας από πλευράς των Καταναλωτών. Γ) Τυποποίησε τη μεθοδολογία της ρήτρας αναπροσαρμογής, ώστε να είναι σαφέστερος και περισσότερο κατανοητός ο υπολογισμός της, συνέστησε δε την υιοθέτηση της παρακάτω μορφής για τη μεθοδολογία υπολογισμού των ρητρών αναπροσαρμογής των χρεώσεων προμήθειας: C (x) = α * (x – LI) + b, όταν x< LI, 0 όταν LI <x< Lu και α * (x - Lu) + b όταν x> Lu. Στον ανωτέρω μαθηματικό τύπο της απόφασης της ΡΑΕ: (α) Το μέγεθος «x» ορίζεται ως ο μέσος όρος που λαμβάνει το κάθε μέγεθος αναφοράς της αγοράς για την περίοδο ελέγχου (t). (β) Lu: Τιμή του μεγέθους αναφοράς πάνω από την οποία ενεργοποιείται ο μηχανισμός αναπροσαρμογής χρεωστικά προς τον καταναλωτή, (γ) LI: Τιμή του μεγέθους αναφοράς κάτω από την οποία ενεργοποιείται ο μηχανισμός αναπροσαρμογής πιστωτικά προς τον καταναλωτή, (δ) α: Συντελεστής Προσαύξησης, ο οποίος επιλέγεται ελεύθερα από τον προμηθευτή. Είναι αριθμός μεγαλύτερος από το 0. Οι μονάδες του μηχανισμού πρέπει να ορίζονται κατά τρόπο ώστε το γινόμενο α * (x-LI) και το γινόμενο α * (x-LU) να εκφράζονται τελικός σε €/ΜWh. (ε) β: Συντελεστής Προσαύξησης, ο οποίος επιλέγεται ελεύθερα από τον προμηθευτή και είναι αριθμός μεγαλύτερος ή ίσος από το 0 και εκφράζεται σε €/ ΜWh. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση της ΡΑΕ, οι συντελεστές α και β παρέχουν στους προμηθευτές τη δυνατότητα ενσωμάτωσης κόστους, που δύναται να προκύπτει από τη μεταβολή του βασικού μεγέθους x, εν είδει πρόβλεψης. Οι τιμές των Lu, Ll, a και β αποτυπώνονται στους όρους της Σύμβασης και δύνανται να μετα βληθούν αποκλειστικά με βάση τα οριζόμενα στις διατάξεις του Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας και ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 28 § 3 εδάφιο β και το άρθρο 30 αυτού για τους Μικρούς Πελάτες. Ως προς την επιλογή του μεγέθους χ, ήτοι της μοναδικής μεταβλητής με βάση τον ανωτέρω τύπο, η ΡΑΕ εναπόθεσε αυτή στη διακριτική ευχέρεια των προμηθευτών. Δ) Συνέστησε τη διαμόρφωση της «περιοχής ασφάλειας», δηλαδή της πρόβλεψης από τους προμηθευτές του εύρους των τιμών Lu, LI, πέραν των οποίων ενεργοποιείται η αναπροσαρμογή της χρέωσης προμήθειας, βάσει ιστορικών δεδομένων και ευλογών παραδοχών-προβλέψεων, με στόχο την κατά το δυνατόν ελαχιστοποίηση της ανάγκης ενεργοποίησης των μηχανισμών αναπροσαρμογής των τιμών, ώστε η ανάγκη ενεργοποίησης του μηχανισμού να προκύπτει ως εξαιρετική περίπτωση, όταν οι τιμές του μεγέθους x κινούνται σε επίπεδα δυσχερώς προβλέψιμα, βάσει των στοιχείων που ήταν διαθέσιμα στον Προμηθευτή κατά την κατάρτιση της σύμβασης προμήθειας ή κατά τη διαμόρφωση των τιμολογίων και των παραμέτρων (τους και Ε) Επεσήμανε, όσον αφορά στη διαφανή ενημέρωση των καταναλωτών για την ύπαρξη και τη λειτουργία των χρεώσεων αναπροσαρμογής, τη λεπτομερή πληροφόρηση για τον τρόπο διαμόρφωσης των σχετικών παραμέτρων με παράθεση των πηγών που διέπουν την ανωτέρω διαμόρφωση, καθώς και σχετική παραπομπή (link) στους αρμόδιους φορείς, και με ανάρτηση σε εμφανές σημείο στην ιστοσελίδα του προμηθευτή, συμπεριλαμβανομένης της ανάρτησης τυπικών παραδειγμάτων και μεθοδολογίας υπολογισμού τους και τη διακριτή αναγραφή του μοναδιαίου κόστους (σε €/ ΜWh ή €/1kWh) των μηχανισμών αναπροσαρμογής επί του λογαριασμού κατανάλωσης (έναντι και εκκαθαριστικός). Επομένως, η ΡΑΕ προς το σκοπό της διαφάνειας, 1 της επαληθευσιμότητας αλλά και της συγκρισιμότητας, τυποποίησε εν είδει μαθηματικής εξίσωσης, τη ρήτρα αναπροσαρμογής, δηλαδή το επιπλέον κόστος αναπροσαρμογής της οριζόμενης ως «βασική» χρέωση προμήθειας των κυμαινόμενων τιμολογίων των προμηθευτών, η οποία ενσωματώνεται στην τελική χρέωση ενέργειας προς τον καταναλωτή, στη βάση της αρχής της κοστοστρέφειας. Τη συγκεκριμένη εκδοχή η ΡΑΕ πρότεινε ως ενδεικνυόμενη προς τους προμηθευτές όχι, όμως, και ως δεσμευτική. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του διατακτικού της εν λόγω απόφασης της ΡΑΕ, η εφαρμογή της συγκεκριμένης ρήτρας επαφίεται στη δυνητική ευχέρεια των προμηθευτών και αναγνωρίζεται η δυνατότητά τους να υιοθετήσουν άλλα ισοδύναμα μέτρα προς τον σκοπό εφαρμογής των αρχών της διαφάνειας, της επαληθευσιμότητας και της συγκρισιμότητας των χρεώσεων στο ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας στη χαμηλή τάση, ορίζοντας ότι: «Οι προμηθευτές εφαρμόζουν εκούσιος τα προτεινόμενα με την παρούσα Οδηγία μέτρα. Δύναται ωστόσο, εναλλακτικά να υιοθετήσουν άλλα ισοδύναμα μέτρα προς το σκοπό της εφαρμογής των βασικών αρχών της διαφάνειας της επαληθευσιμότητας και της συγκρισιμότητας καθώς και της τήρησης των διατάξεων του εθνικού και ενωσιακού πλαισίου που θεσπίζουν τα δικαιώματα των καταναλωτών ενέργειας». Η ΡΑΕ, ενεργώντας στο πλαίσιο του ρυθμιστικού και εποπτικού της ρόλου και κατ’ επέκταση στην επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου για την προστασία των καταναλωτών από καταχρηστικές συμπεριφορές, λειτούργησε, εν προκειμένω, προληπτικά και επέβαλε μέτρα που έχουν τη μορφή σύστασης προς τους προμηθευτές. Ως εκ τούτου, στο μέτρο που οι .προμηθευτές ακολουθούν τη σύσταση της ΡΑΕ ως προς την εφαρμογή της προτεινόμενης ρήτρας αναπροσαρμογής, τεκμαίρεται ότι η συγκεκριμένη ρήτρα των προμηθευτών πληροί ·,τις ανάγκες διαφάνειας, επαληθευσιμότητας και συγκρισιμότητας. Το αυτό ισχύει συνεκδοχικώς και για την περίπτωση της εφαρμογής μίας ισοδύναμης -προς τη υποδεικνυόμενη από την ΡΑΕ- ρήτρας αναπροσαρμογής, κατά τις επιταγές των διατάξεων του εθνικού και ενωσιακού δικαίου. Μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, η Αρχή έθεσε σε πρώτη δημόσια διαβούλευση, για το χρονικό διάστημα από 05.08.2021 έως 15.09.2021, -μεταξύ άλλων προτάσεων- και την πρόταση θέσπισης ευκρινούς ορίου προσαύξησης της χρέωσης προμήθειας στα , κυμαινόμενα τιμολόγια. Κατά το ενδιαφέρον μέρος, εν προκειμένω, της πρότασης αυτής, κάθε προμηθευτής οφείλει να διαθέτει τουλάχιστον δύο γενικές κατηγορίες τιμολογίων: 1) Σταθερής Χρέωσης (ανεξάρτητα των διακυμάνσεων της χονδρεμπορικής αγοράς) και 2) Κυμαινόμενης Χρέωσης (ενσωματώνοντας το ρίσκο των διακυμάνσεων της χονδρεμπορικής αγοράς), πλην, όμως, η διακύμανση θα είναι εντός ευκρινών ορίων π.χ. ± 30%, ώστε ο καταναλωτής πρακτικά να μπορεί να συγκρίνει εύκολα τα προσφερόμενα τιμολογιακοί να επιλέξει είτε σταθερή χρέωση π.χ. 100 €/ΜWh, είτε κυμαινόμενη π.χ. 80 €/ΜWh /Η έως ± 30% [56€/ΜWh, 104€/ΜWh], ανάλογα με τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής (διακύμανση βάσει της Τιμής Εκκαθάρισης της Αγοράς/ΤΕΑ). Αν το κόστος προμήθειας από τη χονδρεμπορική αγορά είναι μικρότερο των 56€/ΜWh ή μεγαλύτερο των 104€/ΜWh) τότε αυτό είναι όφελος ή κόστος για τον Προμηθευτή. Ακολούθησε δεύτερη δημόσια διαβούλευση, από 14.10.2021 ,έως 01.11.2021, αναφορικά με την καθιέρωση προτύπων για το τυποποιημένο «Εντυπο Αίτησης Προσφοράς Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας» και τον «Λογαριασμό Κατανάλωσης». Κατόπιν δύο κύκλων δημόσιας διαβούλευσης, εξέδωσε την μπ' αριθ. 967/2021 απόφασή της «Κατευθυντήριες Οδηγίες για την υιοθέτηση πρότυπου εγγράφου «Αίτησης Προσφοράς Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας ΧΤ» και υποδείγματος «Λογαριασμού Κατανάλωσης ΧΤ» προκειμένου για την ενδυνάμωση των καταναλωτών και την ενίσχυση των αρχών της διαφάνειας, της ευχερούς κατανόησης και της συγκρισιμότητας, σε προσυμβατικό και συμβατικό πλαίσιό», η οποία είναι ερμηνευτική των διατάξεων του Κώδικα Προμήθειας και αποβλέπει στην ενίσχυση της πρακτικής αποτελεσματικότητάς τους, στην ενδυνάμωση των καταναλωτών και την προώθηση της διαφάνειας στις συμβατικές σχέσεις. Για τούτο, προέβη στην τυποποίηση των πλέον κρίσιμων εγγράφων για τη συμβατική σχέση Προμηθευτή - Πελάτη, ήτοι την «Αίτηση Προσφοράς Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας», στη βάση της οποίας συνάπτεται η σύμβαση προμήθειας, και τον «Λογαριασμό Κατανάλωσης», που είναι καθοριστικής σημασίας κατά την εξέλιξη της συμβατικής σχέσης, καθώς βάσει αυτού ο καταναλωτής ενημερώνεται και δύναται να επανεξετάζει τις επιλογές του ως προς το πρόσωπο του προμηθευτή του ή/και το είδος του προϊόντος προμήθειας. Περαιτέρω, εξέδωσε την υπ’ αριθ. 389/2022 απόφαση, με την οποία τροποποίησε την προηγούμενη υπ’ αριθ. 967/2021 απόφασή της και αποφάσισε την υιοθέτηση του πρότυπου εγγράφου «Αίτησης Προσφοράς Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας ΧΤ» και του υποδείγματος «Λογαριασμού Κατανάλωσης ΧΤ» σύμφωνα με τα παρατιθέμενα έγγραφα στα «Παραρτήματα I και II», που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της απόφασης. Ως προς το κρίσιμο, εν προκειμένω, ζήτημα της θέσπισης ευκρινούς ορίου προσαύξησης της χρέωσης προμήθειας στα κυμαινόμενα τιμολόγια, αξιολογώντας τις -τότε-επικρατούσες, στις χονδρεμπορικές αγορές, συνθήκες, κατέληξε ότι τα τιμολόγια πρέπει να διακρίνονται εφεξής σε «σταθερά» και «κυμαινόμενα». Ως σταθερά τιμολόγια, παγίως αναγνωρίζονται τα τιμολόγια όπου η Χρέωση Προμήθειας παραμένει σταθερή κατά τη διάρκεια της Σύμβασης (Σταθερή Χρέωση Προμήθειας). Ως κυμαινόμενα τιμολόγια νοούνται αυτά όπου η Χρέωση Προμήθειας κυμαίνεται βάσει ενός αγοραίου μεγέθους/δείκτη (Κυμαινόμενη Χρέωση Προμήθειας). Τα κυμαινόμενα τιμολόγια διακρίνονται περαιτέρω, βάσει της συμπερίληψης ή μη ορίου διακύμανσης της τιμής, σε: (α) τιμολόγια Κυμαινόμενης Χρέωσης χωρίς όριο διακύμανσης και (β) τιμολόγια Κυμαινόμενης Χρέωσης με όριο διακύμανσης. Στα τιμολόγια Κυμαινόμενης Χρέωσης χωρίς όριο διακύμανσης, η Χρέωση Προμήθειας παρακολουθεί ευθέως τη διακύμανσή των τιμών στις ενεργειακές αγορές και ο πελάτης εκτίθεται πλήρως στον συνολικό κίνδυνο τιμών που ενσωματώνει ο κυμαινόμενος δείκτης. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται κανένα ανώτατο ή κατώτατο όριο διαμόρφωσης της Χρέωσης Προμήθειας. Λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα συγκυρία αβεβαιότητας και υψηλών τιμών που διαμορφώνονται στις ενεργειακές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, σε όλη την Ευρώπη, η επιλογή από τους καταναλωτές ενός τιμολογίου Κυμαινόμενης Χρέωσης χωρίς όριο διακύμανσης συνεπάγεται την από μέρους τους κατανόηση και αποδοχή αυτής της συνθήκης. Στα τιμολόγια Κυμαινόμενης Χρέωσης με όριο διακύμανσης, η Χρέωση Προμήθειας παρακολουθεί τη διακύμανση των τιμών στις ενεργειακές Αγορές μέχρι ενός ποσού ή ποσοστού. Το εν λόγω ποσό ή ποσοστό προσδιορίζεται στη σύμβαση ως ανώτατο όριο επιβάρυνσης του καταναλωτή. Συνεπώς, η έκθεση του καταναλωτή στον κίνδυνο τιμών που ενσωματώνει ο κυμαινόμενος δείκτης περιορίζεται στη βάση του ανωτέρω ορίου μεγίστης επιβάρυνσης. Η εν λόγω οριοθέτηση του εγγενούς ρίσκου της κυμαινόμενης τιμολόγησης ενέχει ιδιαίτερη σημασία υπό συνθήκες αδυναμίας ακριβούς πρόβλεψης του ενεργειακού κόστους σε βραχυπρόθεσμο - μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα. Όσον αφορά στην ενίσχυση της διαφάνειας σε σχέση με τα κυμαινόμενα τιμολόγια, η Αρχή ενσωματώνει στα προτεινόμενα υποδείγματα τις κατευθυντήριες οδηγίες της Απόφασης ΡΑΕ 409/2020, η οποία περιβάλλεται του τεκμηρίου της νομιμότητας και είναι εφαρμοστέα. Εν προκειμένω, προκρίνεται η παράθεση παραδειγμάτων διαμόρφωσης της Κυμαινόμενης Χρέωσης, με ή χωρίς Ρήτρα Αναπροσαρμογής, στο έντυπο της «Αίτησης προσφοράς προμήθειας», ώστε ο καταναλωτής να αντιλαμβάνεται εκ των προτέρων και εγκαίρως τον δυνητικό βαθμό έκθεσής του στον κίνδυνο τιμών. Τα εν λόγω παραδείγματα βασίζονται σε δεδομένα της τρέχουσας οργάνωσης της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας αλλά και σε κατά το δυνατόν αξιόπιστες εκτιμήσεις της εξέλιξης των τιμών. Ως εκ τούτου, για την κατά το δυνατόν ακριβέστερη ένδειξη του συνεπαγόμενου κόστους, κρίνεται σκόπιμο να περιλαμβάνονται περισσότερα ενδεικτικά παραδείγματα περί της δυνητικής διαμόρφωσης της ανταγωνιστικής χρέωσης προμήθειας σε συνάρτηση (α) με το ιστορικά ελάχιστο και μέγιστο επίπεδο τιμών, που σημειώθηκε μετά την 1η. 11.2020 (ημερομηνία υιοθέτησης του Ευρωπαϊκού Μοντέλου Αγοράς), (β) με τον μέσο όρο τιμών του προηγούμενου μήνα και (γ) την τεκμηριωμένη εκτίμηση του κάθε Προμηθευτή (ΤριμΕφΘεσ/νίκης 1142/2025, Νόμος).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα με τον δεύτερο λόγο της ασκηθείσας ανακοπής της, κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου του, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και η επιταγή προς εκτέλεση πρέπει να ακυρωθούν διότι ο με αρ. 7 όρος της από 16/11/2020 σύμβασης προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας για την ηλεκτροδότηση της επιχείρησής της (κατάστημα παροχής , καφέ και αρτοσκευασμάτων στον Άλιμο) είναι άκυρος, αφού η καθ’ ης δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωσή της περί πληροφόρησης της απούσας αναφορικά με τη χρέωση της ρήτρας αναπροσαρμογής (η οποία αναφέρεται στους οικείους λογαριασμούς ως «Διακύμανση Κόστους Αγοράς»), ώστε η τελευταία, αφενός μεν, να κατανοήσει τον βαθμό έκθεσής της στη διακύμανση των τιμών στη πολυσύνθετη αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας και να πρoβεί σε ενσυνείδητες επιλογές προμηθευτή και προϊόντος, αφετέρου δε, να είναι σε θέση να ελέγξει την ορθότητα του υπολογισμού της επιπλέον χρέωσης, η δε παραβίαση της ως άνω υποχρέωσης της καθ’ ης συνεπάγεται τη μη ενσωμάτωση του επίμαχου όρου στη σύμβαση, με συνέπεια τη μη δέσμευση της αιτούσας από τις χρεώσεις πού επιβλήθηκαν από την εφαρμογή του, καθιστώντας έτσι μη εκκαθαρισμένη την απαίτησή της καθ’ ης. Ο λόγος αυτός πιθανολογείται νόμιμος, στηριζόμενος στις αναφερόμενες στην ανωτέρω μείζονα σκέψη διατάξεις και, συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

 

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Ειρήνης Αγγελίδου, που εξετάστηκε στο ακροατήριο, καθώς και από; όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα είναι ετερόρρυθμη εταιρία με αντικείμενο την εκμετάλλευση καταστήματος παροχής καφέ και αρτοσκευασμάτων στον Άλιμο Αττικής (επί της οδού . αρ. .), η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης (16/11/2020) πληρούσε τα κριτήρια της πολύ μικρής επιχείρησης, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του Ν. 430/2014. Για τις ανάγκες της ως άνω δραστηριότητας της, η αιτούσα συνήψε με την καθ’ ης (πρώην «ΗΡΩΝ ΘΕΡΜΟΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ») τη με αρ. ./16-11-2020 αίτηση/σύμβαση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, χαμηλής τάσης, δυνάμει της οποίας η καθ’ ης ανέλαβε να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια στην επαγγελματική εγκατάσταση της αιτούσας (αριθμός παροχής .), ισχύος 35 kVA, με το πρόγραμμα «Up for Business 12», με σταθερή τιμή ημερήσιας κατανάλωσης 0,086 ευρώ/kWh και σταθερή τιμή νυχτερινής κατανάλωσης 0,0785 ευρώ/kWh. Στην εμπρόσθια σελίδα της ως άνω σύμβασης και υπό τον τίτλο «Δήλωση αποδοχής όρων από τον Πελάτη», αναφέρεται, μεταξύ άλλων, «με την υπογραφή της παρούσας αίτησης (εφεξής «η Αίτηση») δηλώνω ότι: α) Ανέγνωσα, κατανόησα πλήρως και αποδέχομαι ανεπιφύλακτα τους Γενικούς Όρους της Σύμβασης προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, όπως αυτοί επισυνάπτονται στην Αίτηση, β) Εφόσον γίνει δεκτή η παρούσα αίτησή μου από την εταιρία, θα τεθεί σε ισχύ η σύμβαση για την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας, γ) ...έλαβα γνώση των προσφερόμενων τιμών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας της Εταιρίας και επέλεξα το/τα πρόγραμμα/τα που δηλώνεται/ονται ανωτέρω ...». Κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος των γενικών όρων, διαλαμβάνονται τα εξής: «Η Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «ΗΡΩΝ ΘΕΡΜΟΗΛΕΚΤΡΙΚΗΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» ... (εφεξής: «Προμηθευτής») και ο Πελάτης, τα στοιχεία του οποίου καταγράφονται στη συνημμένη δεόντως και νομίμως συμπληρωμένη και υπογεγραμμένη Αίτηση Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας, συνάπτουν την παρούσα σύμβαση και συμφωνούν για την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τους ακόλουθους όρους και συμφωνίες: 1. Ορισμοί 1.1. Ως «Σύμβαση» νοείται η έγγραφη συμφωνία μεταξύ του Προμηθευτή και του Πελάτη για την προμήθεια Ηλεκτρικής Ενέργειας και αποτελείται, κατά σειρά ισχύος, από την Αίτηση Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας, τους Ειδικούς Όρους και τους Γενικούς Όρους, όλα δε τα ανωτέρω έγγραφα αποτελούν ενιαίο και αναπόσπαστο σύνολο και καταργούν κάθε άλλη προηγούμενη έγγραφη ή προφορική μεταξύ τους συμφωνία. 1.2. Οι όροι με κεφαλαία που δεν ορίζονται διαφορετικά στους παρόντες Γενικούς Όρους θα έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στη Νομοθεσία. 1.3. Συμφωνείται ότι: 1.3.1. Σε περίπτωση που θεσπιστούν, μετά την κατάρτιση της παρούσας Σύμβασης, νέα είδη πρόσθετων χρεώσεων επί της προμήθειας ή/και κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, μέσω ρυθμιστικών ή/και νομοθετικών μέτρων, οι νέες αυτές πρόσθετες χρεώσεις θα καθίστανται υποχρεωτικές για τον Πελάτη και θα εφαρμόζονται επί των Ανταγωνιστικών Χρεώσεων του Λογαριασμού του μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την δημοσίευση των νέων πρόσθετων χρεώσεων στην ιστοσελίδα του Προμηθευτή. 1.3.2. Μεταβολές/προσθήκες στις Ρυθμιζόμενες Χρεώσεις και στις Λοιπές Χρεώσεις, οι οποίες βρίσκονται εκτός σφαίρας επιρροής του Προμηθευτή καθώς και τροποποιήσεις από τον Προμηθευτή όρων της Σύμβασης συνεπεία θεσπίσεως κανόνων αναγκαστικού δικαίου ή εκδόσεως δικαστικής απόφασης ή απόφασης εποπτικής αρχής ή διοικητικού οργάνου, που συνεπάγονται τροποποίηση του περιεχομένου των αντίστοιχων όρων της Σύμβασης, δεν συνιστούν Μονομερή Τροποποίηση των όρων της Σύμβασης από τον Προμηθευτή, δεσμεύουν τα Μέρη από την ημερομηνία ισχύος τους και ενσωματώνονται χωρίς περαιτέρω τύπο ή διατύπωση στη Σύμβαση, τροποποιώντας ή καταργώντας τυχόν υφιστάμενους ορούς της Σύμβασης που έρχονται σε αντίθεση με αυτούς, εκτός εάν από την υιοθέτησή τους επέρχεται ουσιώδης δυσμενής επίδραση, η οποία δύναται να καταστήσει ιδιαίτερα επαχθή την εκτέλεση της Σύμβασης για κάποιο από τα Μέρη, το Μέρος αυτό Θα δικαιούται να προβεί σε καταγγελία της Σύμβασης με προηγούμενη έγγραφη ειδοποίηση εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών. 1.4. Για τους σκοπούς της Σύμβασης: 1.4.1. Ως «Ανταγωνιστικές Χρεώσεις» νοούνται τα οφειλόμενα ποσά που προβλέπονται στον Γ.Ο. 7.1 της Σύμβασης. ... 1.4.5. Ως «Εκκαθαριστική Περίοδος» νοείται το χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) μηνών ή οποιοδήποτε άλλο χρονικό διάστημα που ορίζεται στη Νομοθεσία, κατά την οποία πραγματοποιούνται από τον αρμόδιο Διαχειριστή, οι καταμετρήσεις της καταναλωθείσας ηλεκτρικής ενέργειας του/των Μετρητή-/ών του Πελάτη.... 1.4.17. Ως «ΟΤΣ» νοείται η Οριακή Τιμή Συστήματος, δηλαδή η τιμή στην οποία εκκαθαρίζεται η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και είναι η τιμή που εισπράττουν όλοι όσοι εκχέουν ενέργεια στο Ελληνικό Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας και πληρώνουν όλοι όσοι ζητούν ενέργεια από αυτό. Η ΟΤΣ διαμορφώνεται από τον συνδυασμό των προσφορών τιμών και ποσοτήτων που υποβάλλουν κάθε μέρα οι διαθέσιμες μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και του ωριαίου φορτίου ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, που διαμορφώνεται σε καθημερινή βάση από τους καταναλωτές. Στην ουσία η ΟΤΣ συμπίπτει με την προσφορά της τελευταίας μονάδα που πρέπει να λειτουργήσει για να καλυφθεί η ζήτηση. 1.4.18. Ως «Ρήτρα Αναπροσαρμογής ΟΤΣ» νοείται η ρήτρα που προβλέπεται στον Γ.Ο.7.3 της Σύμβασης.. 2. Από την Ημερομηνία Έναρξης μέχρι και την Ημερομηνία Λήξης Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας: 2.1. Ο Προμηθευτής υποχρεούται να προμηθεύει ηλεκτρική ενέργεια στην Εγκατάσταση σύμφωνα με τους όρους της παρούσης και τις διατάξεις της Νομοθεσίας και ο Πελάτης υποχρεούται να καταβάλει εμπροθέσμως και προσηκόντως τις αμοιβές και χρεώσεις που προβλέπονται στην παρούσα και στην Νομοθεσία για την σε αυτόν καταλογιζόμενη ηλεκτρική ενέργεια.... 3. Υποχρεώσεις – Δηλώσεις - Εγγυήσεις 3.1. Ο Προμηθευτής δηλώνει και εγγυάται προς τον Πελάτη ότι, ως έχει από το νόμο και τα συναλλακτικά ήθη υποχρέωση: 3.1.1. Θα τηρεί τη Νομοθεσία 3.1.3. Θα ανταποκρίνεται καθ' όλη τη διάρκεια της Σύμβασης, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και θα διαχειρίζεται το σύνολο των παραπόνων ή/και αιτημάτων του Πελάτη, κατόπιν αμοιβαίας ενημέρωσης και συνεργασίας, και θα παρέχει στον Πελάτη το σύνολο των πληροφοριών που προ βλέπονται από το νόμο σε σχέση με το αντικείμενο της Σύμβασης. 3.1.4. Έχει καταρτίσει και εφαρμόζει «Κώδικα Δεοντολογίας Επικοινωνίας με Πελάτη» με στόχο την εν γένει προστασία των καταναλωτών από μη διαφανείς, επιθετικές ή παραπλανητικές πρακτικές επικοινωνίας και προώθηση προσφορών. 3.2. Ο Πελάτης δηλώνει και εγγυάται προς τον Προμηθευτή ότι: ... 3.2.2. Θα εξοφλεί νομίμως καν εμπροθέσμως όλους τους Λογαριασμούς που του αποστέλλει ο Προμηθευτής, σύμφωνα με τον Γ.Ο.9. ... 7. Χρεώσεις 7.1. Ο Προμηθευτής προβαίνει σε διακριτές χρεώσεις του Πελάτη, ως ακολούθως: (α) «Ανταγωνιστικές Χρεώσεις» για την προμήθεια Ηλεκτρικής Ενέργειας (ισχύς, ενέργεια, χρέωση παγίου), όπως αυτές ορίζονται στην/-ους Αίτηση Προμήθειας/Ειδικούς Όρους, επί των οποίων δύναται να εφαρμόζεται η Αναπροσαρμογή Εκκαθάρισης Αγοράς του στοιχείου (δ) κατωτέρω, (β) «Ρυθμιζόμενες Χρεώσεις» (Σύστημα Μεταφοράς, Δίκτυο Διανομής, ΕΤΜΕΑΡ, Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας και Λοιπές Χρεώσεις), (γ) «Συμπληρωματικές Χρεώσεις» (Ε.Φ.Κ., Ειδικό Τέλος 5%ο), (δ) τη Ρήτρα Αναπροσαρμογής, όπως αυτή υπολογίζεται κατά τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στον στον κατωτέρω Γ.Ο.7.3, (ε) τις Χρεώσεις Δήμων (Δημοτικά Τέλη, Δημοτικοί Φόροι, ΤΑΠ), (στ) το Τέλος υπέρ ΕΡΤ καθώς) και οποιαδήποτε άλλη χρέωση, τέλος ή φόρο υποχρεούται να επιβάλλει στον Πελάτη εκ της εν γένει Νομοθεσίας. 7.2. Ο Προμηθευτής διατηρεί το δικαίωμα να τροποποιεί τις Ανταγωνιστικές Χρεώσεις, μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ημερομηνία Εναρξης Προμήθειας ηλεκτρικής Ενέργειας, όπως αυτή ορίζεται στον Γ.Ο.12. Συμφωνείται ρητά ότι κάθε τροποποίηση των Ανταγωνιστικών Χρεώσεων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, θα λαμβάνει χώρα με τον πρώτο λογαριασμό που θα εκδίδεται μετά τον μήνα κατανάλωσης. 7.3. Το συνολικό ποσό των προ Φ.Π.Α. Ανταγωνιστικών Χρεώσεων δύναται να εξάγεται κατόπιν εφαρμογής επ' αυτού, κατά τη διακριτική ευχέρεια του Προμηθευτή, της Ρήτρας Αναπροσαρμογής, η οποία ορίζεται ως το άθροισμα (i) της μέσης τιμής που λαμβάνει η ΟΤΣ για τη χρονική περίοδο κατανάλωσης που αφορά ο Εκκαθαριστικός Λογαριασμός που Πελάτη, προσαυξημένης με τον Συντελεστή Προσαύξησης a = 1,16 και (ii) του συντελεστή προσαύξησης b = 0,0056 €/kWh (εφεξής το «Άθροισμα»). Οι τιμές της ΟΤΣ είναι αναρτημένες στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας (ΕΧΕ): https://www.enexgroup.gr/el/markets-publications-e/-day-ahead-market. Πλέον συγκεκριμένα το Άθροισμα επηρεάζει το ποσό των Ανταγωνιστικών Χρεώσεων ως ακολούθως: 7.3.1. Εάν το Άθροισμα για τη χρονική περίοδο κατανάλωσης στην οποία αφορά ο εκάστοτε Εκκαθαριστικός Λογαριασμός κυμαίνεται εντός των ορίων LI=0,04 €/ kWh («Κάτω Όριο») και Lu=0,05 €/kWh («Άνω Όριο»), δεν θα εφαρμόζεται οποιαδήποτε χρέωση ή πίστωση για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο κατανάλωσης του Εκκαθαριστικού Λογαριασμού. 7.3.2. Εάν το Άθροισμα για τη χρονική περίοδο κατανάλωσης στην οποία αφορά ο εκάστοτε Εκκαθαριστικός Λογαριασμός είναι μικρότερο του Κάτω Ορίου, δύναται να εφαρμόζεται πίστωση, κατά τη διακριτική ευχέρεια του Προμηθευτή, στον συγκεκριμένο Εκκαθαριστικό Λογαριασμό ίση με το γινόμενο της διαφοράς του Αθροίσματος από το Κάτω Όριο επί τη συνολική κατανάλωση της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου του Εκκαθαριστικού Λογαριασμού. 7.3.3. Εάν το Άθροισμα για τη χρονική περίοδο κατανάλωσης στην οποία αφορά ο εκάστοτε Εκκαθαριστικός Λογαριασμός είναι μεγαλύτερο του Άνω Ορίου, δύναται να εφαρμόζεται χρέωση, κατά τη διακριτική ευχέρεια του Προμηθευτή στον συγκεκριμένο Εκκαθαριστικό Λογαριασμό, ίση με το γινόμενο της διαφοράς του Άνω Ορίου από το Άθροισμα επί τη συνολική κατανάλωση της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου του Εκκαθαριστικού Λογαριασμού. 7.4. Όλες οι ως άνω περιγραφόμενες χρεοπιστώσεις θα εμφανίζονται διακριτά στους Λογαριασμούς, που θα αποστέλλει ο Προμηθευτής στον Πελάτη, όταν τα πραγματικά δεδομένα κατανάλωσης καθίστανται διαθέσιμα από τον Αρμόδιο Διαχειριστή. 7.5. Ρητώς διευκρινίζεται ότι οι τιμές των Συντελεστών a, b, L1 & Lu θα παραμένουν σταθερές για διάστημα έξι (6) μηνών από την Ημερομηνία Έναρξης Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας όπως αυτή ορίζεται στον Γ.0.12 κατωτέρω, ενώ μετά την παρέλευσή του ως άνω χρονικού διαστήματος, ο Προμηθευτής διατηρεί το δικαίωμα να προβαίνει σε προσαρμογή αυτών, η οποία ρητά συμφωνείται ότι θα λαμβάνει χώρα με σχετική ενημέρωση στην ιστοσελίδα του Προμηθευτή www.heron.gr και ο Πελάτης στην περίπτωση αυτή διατηρεί το δικαίωμα να καταγγείλει, σύμφωνα με τον ΚΠΗΕ σε Πελάτες, την παρούσα Σύμβαση αζημίως. Περαιτέρω, πιθανολογείται ότι η καθ’ ης, κάνοντας χρήση της προβλεπόμενης στον προαναφερόμενο όρο 7 της επίδικης σύμβασης, ρήτρας αναπροσαρμογής των ανταγωνιστικών χρεώσεων- προέβη στην έκδοση των κάτωθι αναφερόμενων εκκαθαριστικών λογαριασμών, αναγράφοντας, διακριτά, τη χρέωση για τις σταθερές ανταγωνιστικές χρεώσεις, ήτοι τιμή ανά κιλοβατώρα και πάγιο, καθώς και τη χρέωση που αφορούσε στην εφαρμογή της επίδικης ρήτρας. Ειδικότερα, η καθ’ ης εξέδωσε: 1) τον με ημερομηνία έκδοσης 31/12/2021 εκκαθαριστικό λογαριασμό, με αναφερόμενη περίοδο κατανάλωσης από 5/12/2020 έως 6/11/2021, συνολικού ποσού 32.134,92, εκ των οποίων 31.255,07 σύνολο τρέχοντος λογαριασμού και 879,85 ευρώ προηγούμενο ανεξόφλητο ποσό. Από δετό ποσό των 31.255,07 ευρώ, ποσό 25.108,16 ευρώ αφορούσε στη χρέωση προμήθειας ρεύματος, εκ των οποίων ποσό 11.394,42 ευρώ αφορούσε στη ρήτρα αναπροσαρμογής εκκαθάρισης αγοράς (αναφερόμενη στον λογαριασμό ως διακύμανση κόστους αγοράς), ως γινόμενο της πράξης 13.0765 kWh X 0,087127 €/kWh, 2) τον με ημερομηνία έκδοσης 31/1/2022 εκκαθαριστικό λογαριασμό, με αναφερόμενη περίοδο κατανάλωσης από 7/11/2021 έως 7/12/2021, συνολικού ποσού 33.657,55, εκ των οποίων σύνολο τρέχοντος λογαριασμού 2.402,48 και 31.255,07 ευρώ προηγούμενο ανεξόφλητο ποσό. Από δετό ποσό των 2.402,48 ευρώ, ποσό 1.348,03 αφορούσε-στη χρέωση προμήθειας ρεύματος. Το ποσό αυτό προήλθε από τον άθροισμα του παγίου ημέρας (6,20 ευρώ), της ενέργειας ημέρας (1.066,57) [μετά την αφαίρεση της έκπτωσης συνέπειας (25%, -2.762,54 ευρώ) και την αφαίρεση της κρατικής επιδότησης (31,20 ευρώ και 11,55 ευρώ, ως πίστωση του Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης)], ενώ ποσό 3.116,55 ευρώ αφορούσε στη ρήτρα αναπροσαρμογής εκκαθάρισης αγοράς (αναφερόμενη στον λογαριασμό ως διακύμανση κόστους αγοράς) ως γινόμενο της πράξης, 12.402 kWh X 0,251294 €/kWh, 3) τον με ημερομηνία έκδοσης 28/2/2022 εκκαθαριστικό λογαριασμό, , με αναφερόμενη περίοδο κατανάλωσης από 8/12/2021 έως 30/12/2021, συνολικού ποσού 33.001,27, εκ των οποίων 3.001,27 σύνολο τρέχοντος λογαριασμού και 30.000 ευρώ προηγούμενο ανεξόφλητο ποσό. Από δε το ποσό των 3.001,27 ευρώ, ποσό Ό.546,02 ευρώ αφορούσε στη χρέωση προμήθειας ρεύματος, εκ των οποίων ποσό 2.705,01 ευρώ αφορούσε στη ρήτρα αναπροσαρμογής εκκαθάρισης αγοράς (αναφερόμενη στον λογαριασμό ως διακύμανση κόστους αγοράς) ως γινόμενο; της πράξης 10.167 kWh X 0,266057 €/kWh Μετά τις ανωτέρω χρεώσεις και τη λήξη της ως άνω σύμβασης, η αιτούσα συνήψε σύμβαση για παροχή ηλεκτρικής ενέργειας με έτερη εταιρία (με έναρξη ισχύος από 31/12/2021). Παράλληλα αμφισβήτησε την ορθότητα των ανωτέρω εκκαθαριστικών λογαριασμών, ζητώντας από την καθ’ ης να προβεί σε νέο υπολογισμό των απαιτήσεών της. Εν τέλει, η καθ’ ης εξέδωσε τον με αρ. . τελικό εκκαθαριστικό λογαριασμό, με ημερομηνία έκδοσης 11/4/2024/ για περίοδο κατανάλωσης από 8/12/2021 έως 30/12/2021, με ημερομηνία πληρωμής έως 10/5/2024, με τελικό ποσό πληρωμής 32.321,76 ευρώ, το οποίο προέκυψε μετά την αφαίρεση από το προηγούμενο υπόλοιπο (32.841,22 ευρώ) ποσού 487,75 ευρώ (πιστωτικό υπόλοιπο) και 2,44 ευρώ (ειδικό τέλος τέλους 5% Ν. 2093/92). Εξ όσων αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας είναι σύμβαση προσχώρησης, οι όροι της οποίας δεν κατέστησαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, αλλά, αντίθετα, αυτοί ήταν προδιατυπωμένοι. Συνεπώς, συντρέχουν σωρευτικά, εν προκειμένω, όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 § 9 του Ν. 2251/1994, για την εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων του ως άνω Νόμου, ήτοι: α) οι όροι της επίδικης σύμβασης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο επίμαχος όρος 7, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, β) η αιτούσα πληροί τα κριτήρια της πολύ μικρής επιχείρησης και γ) η αιτούσα συμβάλλεται ως τελικός αποδέκτης των υπηρεσιών.

 

Περαιτέρω, πιθανολογείται ότι το τιμολόγιο της καθ’ ης δεν ήταν σταθερό, αλλά κυμαινόμενο, καθόσον στην επίδικη σύμβαση η καθ’ ης προμηθεύτρια εταιρία προσφέρει μία συγκεκριμένη, ανταγωνιστική - σταθερή τιμή χρέωσης της παρεχόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, ανά κιλοβατώρα, με τη ρητή, ωστόσο, πρόβλεψη ότι αυτή η τιμή δύναται να αναπροσαρμοστεί, με βάση την χονδρεμπορική τιμή της αγοράς, επιβάλλοντας διακριτή, ως προς την απεικόνισή της στο τιμολόγιο, χρέωση ή πίστωση ρήτρας αναπροσαρμογής, ανάλογα με τη διακύμανση που εμφανίζει η ανταγωνιστική τιμή, εντός του εκάστοτε χρονικού διαστήματος τιμολόγησης. Η συμπερίληψη, στη σύμβαση, της ρήτρας αυτής καθαυτής αποτελεί συνήθη εμπορική πρακτική, προβλεπόμενη στον Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας, που καθορίζει και τα κριτήρια, βάσει των οποίων λαμβάνει χώρα η αναπροσαρμογή των χρεώσεων προμήθειας, όπως η προηγούμενη επαρκής ενημέρωση των καταναλωτών, αναφορικά με τη φύση του τιμολογίου τους ως κυμαινόμενου, η κατανόηση και η επαληθευσιμότητα της μεθοδολογίας υπολογισμού της ρήτρας αναπροσαρμογής και η δυνατότητα επιλογής προμηθευτή και προγράμματος προμήθειας, κατά τις ανάγκες τους.

 

Περαιτέρω, η επίδικη ρήτρα αναπροσαρμογής του τιμήματος της ηλεκτρικής ενέργειας συνιστά συμβατικό όρο που αφορά στoν καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης (essentialia negotii), καθόσον μαζί με την συμφωνηθείσα ανταγωνιστική τιμή συν-καθορίζουν το τίμημα που οφείλει ο καταναλωτής για την κύρια παροχή - ενέργεια. Ως εκ τούτου, δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι έχει διατυπωθεί με επαρκή διαφάνεια, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην υπό στοιχ. I μείζονα σκέψη της παρούσας, δυνάμενη να ελεγχθεί -καταρχήν- μόνο υπό το πρίσμα| των επιταγών της αρχής της διαφάνειας, που διέπει και τα |τρία στάδια δικαστικού ελέγχου των ΓΟΣ. Όσον αφορά την ένταξή του επίμαχου όρου στη σύμβαση, πιθανολογούνται τα εξής. Από τον τίτλο και μόνο του όρου 7, ο οποίος τιτλοφορείται «χρεώσεις» δεν καταλείπεται περιθώριο αμφιβολίας περί του αντικειμένου που αυτός ρυθμίζει, αφού εξ ορισμού αφορά την αντιπαροχή του καταναλωτή για παροχή της ηλεκτρικής ενέργειας (στο εξής και Η/Ε, χάριν συντομίας). Εξ αντικειμένου δε, είναι βέβαιο ότι το εν λόγω άρθρο συγκεντρώνει το ενδιαφέρον του καταναλωτή - απούσας και δεν δύναται να διέλαθε της προσοχής της. Επομένως, η επίμαχη ρήτρα αναπροσαρμογής συμπεριελήφθη σε εμφανές και καίριο σημείο της συμβάσεως.

 

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο του όρου 7, καθίσταται σαφές ότι η ρήτρα είναι συνδεδεμένη με μία και μόνη μεταβλητή, αυτήν της ΟΤΣ (Οριακή Τιμή Συστήματος). Στην επίδικη σύμβαση, παρατίθεται ο ορισμός της ΟΤΣ και ο τρόπος διαμόρφωσής της, γίνεται δε παραπομπή, για την ανεύρεση του ύψους των τιμών της, στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας, στην οποία έχει ελεύθερη πρόσβαση οποιοσδήποτε, οποτεδήποτε. Επιπροσθέτως, γίνεται ρητή αναφορά στους δύο συντελεστές προσαύξησης και τις τιμές αναφοράς των άνω και κάτω ορίων, καθώς και σε ποια περίπτωση η τιμολόγηση παραμένει σταθερή, ή, αντίθετα, είναι πιστωτική ή χρεωστική. Εντούτοις, υπό τη συγκεκριμένη διατύπωση, ο επίμαχος όρος είναι διατυπωμένος, κατά τρόπο μη αρκούντως σαφή και κατανοητό, διότι: α) δεν αναλύεται ο τρόπος υπολογισμού της τελικής τιμής της προμηθευόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, με την παράθεση αριθμητικών παραδειγμάτων, ώστε να καταστεί κατανοητό στην αιτούσα, σε ποιο βαθμό η επιβολή της εν λόγω ρήτρας μπορεί να επηρεάσει την τελική χρέωση για την προμήθεια της ηλεκτρικής ενέργειας, β) δεν εκτίθεται ο ρόλος των συντελεστών α και ό και των ορίων ΕΙ και Ευ., καθώς και οι λόγοι για τους οποίους η καθ’ ης δικαιούται να προβεί σε μονομερή τροποποίηση των ως άνω συντελεστών και ορίων, δεδομένου ότι επηρεάζουν τη διαμόρφωση της τελικής χρέωσης, γ) δεν προβλέπεται ατομική ενημέρωση του πελάτη της καθ’ ης, αναφορικά με την ανωτέρω τροποποίηση, ούτε τίθεται χρονικό πλαίσιο μετά το οποίο θα αρχίσουν να εφαρμόζονται οι νέες τροποποιημένες τιμές των εν λόγω συντελεστών και δ) η καθ’ ης επιφυλάσσει, αποκλειστικά, για τον εαυτό της, το δικαίωμα εφαρμογής της προβλεπόμενης ρήτρας αναπροσαρμογής, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση που η ΟΤΣ διαμορφωθεί σε επίπεδο χαμηλότερο από το οριζόμενο στη σύμβαση εύρος, να δύναται να μην μετακυλήσει το σχετικό όφελος στην αιτούσα, αλλά να το καρπωθεί η ίδια, κατάσταση αντίθετη με τις επιταγές του νόμου που επιβάλλει να επέρχεται μία εξισορρόπηση μεταξύ του κινδύνου που αναλαμβάνει και του οφέλους που καρπώνεται ο καταναλωτής. Συνεπώς, πιθανολογείται ότι η καθ’ ης δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωσή της περί πληροφόρησης της απούσας, ώστε η τελευταία, αφενός, να κατανοήσει τον βαθμό έκθεσής του στη διακύμανση των τιμών στη πολυσύνθετη αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας και να προβεί σε ενσυνείδητες επιλογές προμηθευτή και προϊόντος, και αφετέρου, να είναι σε θέση να ελέγξει την ορθότητα του υπολογισμού της επιπλέον χρέωσης. Η δε παραβίαση της ως άνω υποχρέωσης της καθ’ ης συνεπάγεται τη μη ενσωμάτωση του επίμαχου όρου στη σύμβαση με συνέπεια τη μη δέσμευση της απούσας από αυτόν και, κατ’ επέκταση από τις χρεώσεις που επιβλήθηκαν από την εφαρμογή του. Υπό αυτές τις παραδοχές πιθανολογείται ότι ο ως άνω λόγος της ανακοπής θα γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Κατόπιν αυτού, αφού πιθανολογείται αφενός μεν η ευδοκίμηση της ανακοπής αφετέρου δε ότι η εκτέλεση, με βάση την προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής και την επιταγή προς εκτέλεση αυτής; θα επιφέρει βλάβη δυσχερώς επανορθώσιμη στην απούσα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να διαταχθεί η αναστολή: α) της εκτελεστότητας της με [αρ. ./2025 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) της αναγκαστικής εκτέλεσης  που επισπεύδεται με την από 9/1/2026 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι επικυρωμένου αντιγράφου του με αρ. ./.|-12-2025 πρώτου (α’) εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της με Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. ././2026 ανακοπής της απούσας κατά της καθ’ ης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η αίτηση πρέπει, σύμφωνα με το βάσιμο συναφές αίτημά της, υποβαλλόμενο διά του νομίμως κατατεθέντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εγγράφου σημειώματός της, να επιβληθούν σε βάρος της απούσας (άρθρο 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 84 παρ. 2 στοκ. β' και γ' του Ν. 4194/2013, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Ν. 4236/2014), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

 

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ: α) την εκτελεστότητα της με αρ. ./2025 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος της απούσας με την από 9/1/2026 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι επικυρωμένου αντιγράφου του με αρ. ./11-12-2025 πρώτου (α') εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της με Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. ././2026 ανακοπής της απούσας κατά της καθ’ ης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία: Ανακοπές κατά της Εκτέλεσης-Από Μετάπτωση, Πινάκιο: ΟΓΑ με αρ. πινακίου ., με ορισθείσα δικάσιμο την 15/12/2037).

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αιτούσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης η αίτηση, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2026-2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με την παρουσία της Γραμματέως ............

και θεωρήθηκε αυθημερόν.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

                                  (για τη δημοσίευση)

                                   ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

                                      ΦΩΤΕΙΝΗ