ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΕφΝαυπλίου 85/2026

 

 

Έλλειψη νομιμοποίησης της εταιρείας διαχείρισης της απαίτησης -.

 

Δεκτή ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. για τον λόγο ότι η επισπεύδουσα την διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δεν απέδειξε την ενεργητική της νομιμοποίηση, ήτοι, ότι της έχει ανατεθεί από την δικαιούχο της απαίτησης αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού η διαχείριση της απαίτησης εναντίον της εκκαλούσας. Ακυρώνονται όλες οι πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία των δικηγόρων Αθηνών Φωτεινής Σπυρακοπούλου & Σωτήρη Χριστακόπουλου)

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

 

Αριθμός Αποφάσεως 85/2026

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

 

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από την Ερασμία - Γεωργία Τσαούση, Εφέτη, την οποία έχει ορίσει η Πρόεδρος του Εφετείου, και τη Γραμματέα Αναστασία Τριμπόνια.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2025 για να δικάσει την υπόθεση:

 

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: …, κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής (οδός . αρ. .) και ήδη κατοίκου Αθηνών (οδός . αρ. . - Θυμαράκια), με ΑΦΜ ., που παραστάθηκε δια της από 1.4.2025 δηλώσεως της πληρεξούσιας της δικηγόρου Φωτεινής Σπυρακοπούλου (Δ.Σ.Α. - Α.Μ 19594), κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν σήμερα, η οποία προκατέθεσε προτάσεις στις 1.4.2025, ενώ κατέθεσε και το υπ’ αρ. Π./2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Α.

 

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρίας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά το ν. 4354/2015, με την επωνυμία «ΙΝΤRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και το διακριτικό τίτλο «ΙΝΤRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.», όπως μετονομάστηκε η εταιρία με την επωνυμία «Alternative Financial Solutions Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» (ΑΛΤΕΡΝΑΤΙΒ ΦΑΙΝΑΝΣΙΑΛ ΣΟΛΟΥΣΙΟΝΣ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις), με έδρα την Αθήνα, επί της Λ. Μεσογείων με αρ. 109 - 111 (ΑΦΜ ., Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως νόμιμης εκπροσώπου και διαχειρίστριας, δυνάμει της από 01.03.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. πρωτ. ./17.03.2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο . με αριθμό ., όπως αυτή συμπληρώθηκε, ως προς το κεφάλαιο 2 αυτής, ήτοι τους συμβατικούς όρους, δυνάμει της από 24.11.2022 σύμβασης συμπλήρωσης, η οποία δημοσιεύτηκε σε περίληψη με αρ. πρωτ. ./24.11.2022 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο . με αρ. ., των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, ., IFCS, 4ος όροφος, Δουβλίνο ., καταχωρημένης στο Γραφείο Μητρώου Εταιριών υπό τον αριθμό . εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA I NPL Finance Designated Activity Company», νομίμως εκπροσωπούμενης, ούσας ειδικής διαδόχου της Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε», με έδρα την Αθήνα, οδός Αμερικής με αρ. 4 (ΑΦΜ ., Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών), νομίμως εκπροσωπούμενης, δυνάμει της από 21.07.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπόμενης από τα άρθρα 10 και 14 ν. 3156/2003, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. πρωτ./22.07.2020 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο . με αριθμό . την 22η.07.2020, επέχουσας θέση αναγγελίας κατ' άρθρο 10 παρ. 10 ν. 3156/2003, όπως αυτή (σύμβαση πώλησης) συμπληρώθηκε με την από 24.11.2022 σύμβαση συμπλήρωσης ως προς το κεφάλαιο 3, ήτοι τον τύπο των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, η οποία (σύμβαση συμπλήρωσης) δημοσιεύτηκε σε περίληψη με αρ. πρωτ. ./24.11.2022 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο . με αρ. ., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Παναγιώτη - Εμμανουήλ Σταμαδιανού (Δ.Σ. Αθηνών - Α.Μ 35990); Κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν σήμερα, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις στις 1.4.2025, ενώ κατέθεσε και το υπ’ αρ. Π./2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Α.

 

Η εκκαλούσα άσκησε την από 7.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ./7.11.2022 ανακοπή της του άρθρου 933 ΚΠολΔ, την οποία απηύθυνε προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως εναντίον της εφεσίβλητης. Το παραπάνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας την υπόθεση στις 16.12.2022, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με την υπ’ αρ. 52/17.3.2023 οριστική απόφασή του απέρριψε την ανακοπή. Η εκκαλούσα, με την από 20.4.2023 έφεσή της (αρ. έκθ. κατάθ. ./20.4.2023) κατά της εφεσίβλητης, η οποία έλαβε αρ. κατ. πράξεως προσδιορισμού δικασίμου ./21.4.2023 στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο λαμβάνοντας αριθμό πινακίου ., κατόπιν σχετικής εγγραφής σε αυτό, ζήτησε να εξαφανιστεί η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και να γίνει δεκτή η ανακοπή της στο σύνολό της ως ουσία βάσιμη.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις κατά τα προεκτεθέντα.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

I.          Η κρινόμενη έφεση, ήτοι η υπ’ αρ. έκθ. κατάθ. ./20.4.2023 έφεση κατά της υπ’ αρ. 52/17.3.2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [ 937 παρ. 3 (όπως η παρ. 3 τροποποιήθηκε εκ νέου με το άρθρο 59 του Ν. 4842/2021, με έναρξη ισχύος από 1.1.2022, σε συνδ. με 614 επ. ΚΠολΔ], αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/2011). Έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, καθόσον εκ των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ούτε και οι διάδικοι επικαλούνται το αντίθετο και εντός διετίας από την δημοσίευση αυτής [η εκκαλουμένη δημοσιεύθηκε στις 17.3.2023 και η έφεση ασκήθηκε με κατάθεση του πρωτοτύπου του δικογράφου της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 20.4.2023 - άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 496, 499, 511, 513 παρ. 1β', 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1, 522, 500 ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης σύμφωνα και με το άρθρο 24 ΕισΝΚΠολΔ, όσον αφορά το παραδεκτό της έφεσης (προθεσμία ασκήσεως αυτής, ποιοι δικαιούνται να ασκήσουν έφεση και κατά ποιων στρέφεται αυτή), το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και την προθεσμία ασκήσεώς της και όπως αυτά ίσχυαν -όσον αφορά την νομότυπη άσκηση της έφεσης- κατά το χρόνο που ενεργήθηκε αυτή- βλ. Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση, έκδ. 2009, σελ. 14-15 και εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα]. Πρέπει επομένως αυτή, για το παραδεκτό της οποίας καταβλήθηκε, κατ’ άρθρο 495 παρ.3 εδάφ. Α’ ΚΠολΔ (όπως η παρ. 3 αντί καταστάθηκε με τα άρθρα 35 παρ. 2 και 45 του Ν. 4446/2016), το νόμιμο παράβολο ποσού ύψους 100 ευρώ (βλ. την από 20.4.2023 βεβαίωση της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Τριπόλεως ότι κατατέθηκε το . e- παράβολο των 100 ευρώ επί της υπ’ αρ. ./20.4.2023 έκθεσης ενδίκου μέσου), να γίνει τυπικά δεκτή, να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της (ο οποίος περιέχει επιμέρους σκέλη), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση λαμβανομένης υπόψη και της διάταξης του άρθρου 524 παρ.2 εδ. α ΚΠολΔ (όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 44 παρ.1 Ν. 3994/2011, ΦΕΚ Α 165,τροποποιηθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015.ΦΕΚ Α 87, και εκ νέου τροποποιηθεί από 1η. 1.2022, δυνάμει των άρθρων 28 και 120 Ν. 4842/2021, ΦΕΚ Α 190) και εντός των ορίων του λόγου της (άρθρα 522 παρ. 1 και 533 ΚΠολΔ).

 

II.         Με την υπ’ αρ. έκθ. κατάθ. ./7.11.2022 ανακοπή της, την οποία απηύθυνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως, η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα, επικαλούμενη ότι η καθ’ ης η ανακοπή επισπεύδει σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, δυνάμει της υπ’ αρ. 1505/2021 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητούσε για τους λόγους που ανέφερε σε αυτήν,: α) να ακυρωθεί η από 11 Ιουλίου 2022 επιταγή προς πληρωμή, που έχει συνταχθεί παρά πόδας αντιγράφου του υπ' αρ. ./2021 πρώτου (α') εκτελεστού απογράφου της υπ' αρ. ./2021 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της ανωτέρω επισπεύδουσας-καθ’ ης η ανακοπή, υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA I NPL Finance Designated Activity Company», όπως νόμιμα εκπροσωπείται. 2) Η από 29 Σεπτεμβρίου 2022 επιβληθείσα κατάσχεση δυνάμει της υπ' αρ. .- Β/29.09.2022 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα στο Πρωτοδικείο Κορίνθου …, που της κοινοποιήθηκε νόμιμα στις 4.10.2022. 3) Του υπ' αρ. .-Β/ 5.10.2022 αποσπάσματος της υπ' αρ. .-Β/2022 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του ίδιου ως άνω Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου, βάσει του οποίου πραγματοποιήθηκε στις 13.10.2022 δημοσίευση στην Ιστοσελίδα Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμών (Π.Δ. ./17.09.2015) του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του ΕΝΙΑΙΟΥ ΦΟΡΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (https://deltio.tnomik.gr/) καθώς και 4) Κάθε άλλης συναφούς προγενέστερης ή μεταγενέστερης πράξης αναγκαστικής εκτελέσεως, που επισπεύδεται εναντίον της, όπως επίσης και να καταδικασθεί η καθ' ης στην δικαστική της δαπάνη. Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, αφού απέρριψε ως αόριστο το ανωτέρω υπ’ αρ. 4 αίτημα της ανακοπής, απέρριψε στη συνέχεια και όλους τους λόγους της ανακοπής ως νόμω αβάσιμους και εντεύθεν την ανακοπή στο σύνολό της και καταδίκασε την ανακόπτουσα στα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της και για τον αναφερόμενο σε αυτήν λόγο (ο οποίος περιέχει επιμέρους σκέλη) και ζητεί την εξαφάνισή της με σκοπό να γίνει δεκτή η ανακοπή της και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας.

 

III.       Όταν ενεργείται αναγκαστική εκτέλεση με βάση διαταγή πληρωμής, ο καθ' ου η εκτέλεση μπορεί να αμυνθεί, ασκώντας παράλληλα ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, αφενός την ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά της διαταγής πληρωμής και αφετέρου την ανακοπή του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά των πράξεων της εκτέλεσης, επικαλούμενος ακόμη και τους ίδιους λόγους. Οι αντιρρήσεις, ειδικότερα, που προβάλλονται με την ανακοπή του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, μπορεί να αφορούν και την τυπική και ουσιαστική εγκυρότητα του εκτελούμενου τίτλου και συνεπώς και την απαίτηση για την οποία έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, εφόσον αυτή δεν έχει αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου, είτε με την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ για την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, είτε με την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, που τυχόν ασκήθηκε. Ωστόσο, οποιοσδήποτε λόγος και αν προβάλλεται με την ανακοπή του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, το αίτημα της είναι πάντοτε η ακύρωση ορισμένης διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης που προσβάλλεται με αυτήν. Με την ανακοπή αυτή, έστω και αν περιέχει λόγο κατά της εγκυρότητας της διαταγής πληρωμής ή και κατά της ανυπαρξίας ή της ελαττωματικότητας της απαίτησης για την οποία αυτή έχει εκδοθεί δεν μπορεί να ζητηθεί και η ακύρωση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 792/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος της απαίτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων με τους τυχόν οφειλομένους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή και ότι σ’ αυτή πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη (ΑΠ 784/1994), στα οποία -σε περίπτωση ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή του καθ’ ου η αίτηση- περιλαμβάνονται και τα απαιτούμενα προς τούτο νομιμοποιητικά έγγραφα. Αν δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα ανωτέρω έγγραφα, ο τελευταίος οφείλει, κατ’ άρθρο 628 παρ. 1 α’ ΚΠολΔ, να απορρίψει τη σχετική αίτηση ως απαράδεκτη. Αν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του καθ’ ου η διαταγή, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη βραδύτερη προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Έτσι το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, αν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώστηκε (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 434/2022, ΑΠ 914/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

IV.        Με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3156/2003 «Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα κλπ.», προβλέφθηκε η δυνατότητα μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων (αλλά όχι μόνον) απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις πάσης φύσεως, λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντας και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως «ιδιωτική τοποθέτηση» θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. «Μεταβιβάζων», κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και «αποκτών» μόνο νομικό πρόσωπο - ανώνυμη εταιρία- με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού, σύμφωνα με την ορολογία που έχει επικρατήσει διεθνώς). Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και «τιτλοποιεί» τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα, «ομολογίες», ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 € η κάθε μία (παρ. 5). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, το οποίο η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό και το διαθέτει σε τρίτους (επενδυτές) και στη συνέχεια με το αντίτιμο των ομολογιών εξοφλεί το τίμημα της αγοράς. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης και η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παρ. 1. Ακόμη, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μιας τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων είναι δυνατό να ανατεθεί, με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως και σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (παρ. 16), η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες, σύμφωνα με το σκοπό του, στον Ευρωπαϊκό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή (παρ. 14).

 

V.         Εξάλλου, με τον ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ.», εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι «εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις» (ΕΑΑΔΠ) και οι «εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις» (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενό τους, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του άνω ν. 4354/2015. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 β του ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4643/2019, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια, που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, αποκλειστικά προς αα) Ανώνυμες εταιρίες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται /το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ββ) Εταιρίες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Χώρο, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γγ) Εταιρίες που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, οι οποίες έχουν διακριτική ευχέρεια να εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι η έδρα τους δεν βρίσκεται σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς ή σε μη συνεργάσιμο κράτος. Η πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ρυθμίζεται στο άρθρο 3 του ν. 4354/2015, και μπορεί να γίνει μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) (ή ανάλογη αλλοδαπή εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 β’ περ. ββ και γγ Ν.4354/2015) και διέπονται (όπως και στις περιπτώσεις της μεταβίβασης απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων), η μεν πώληση από τις διατάξεις του άρθρου 513 επ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ του ν. 4354/2015, η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογράφει συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα δε δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες, λόγω πώλησης, απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παραγράφου αυτής. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Το άρθρο 2 ν. 4354/2015 ορίζει ότι η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή/και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα δύναται να ανατίθεται στις ΑΕΔΑΔΠ που προβλέπονται στο άρθρο 1 παρ. 1 περ. α του ιδίου νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 4354/2015, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων προς τις Ε.Δ.Α.Δ.Π (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο, τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871-872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ’ αριθ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 και (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α’ 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχείρισης ως μη δικαιούχου διαδίκου, διευκολύνει τις εταιρίες απόκτησης, οι οποίες συνήθως έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδίωξής τους, αφού αυτή ασκείται αποκλειστικά από τις εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ. γ’ ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών - καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιρειών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος. Από τη σύγκριση των προπαρατιθέμενων διατάξεων προκύπτει ότι αμφότεροι οι ως άνω νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την μεταβίβαση-πώληση των απαιτήσεων (ειδικά δε στην περίπτωση του ν. 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους, με τη διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του ν.3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο της έκδοσης ομολογιών (της τιτλοποίησης) και ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρίες διαχείρισης. Ωστόσο ο ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιριών διαχείρισης, τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση σύμφωνα με το ν. 3156/2003, στο άρθρο 10 παρ. 14 αυτού ορίζεται ότι η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται συμβατικά σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, στον ίδιο τον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο-εγγυητή με τις προϋποθέσεις που ειδικότερα ορίζονται σ’ αυτή. Με τη διάταξη αυτή δεν παρέχεται ρητά στην εταιρία διαχείρισης, η οποία, συμβαλλόμενη με την εταιρία απόκτησης, αποκτά κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εξουσία είσπραξης αλλότριας απαίτησης (της απαίτησης της εταιρίας απόκτησης), και η δικονομική εξουσία να εγείρει αγωγή και κάθε άλλο ένδικο βοήθημα για την είσπραξή της, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά της, όπως ρητά προβλέπεται τούτο για τις εταιρίες διαχείρισης στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, δυνάμει της οποίας ο νομοθέτης εξόπλισε τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων, με βάση το νόμο αυτό, και με τη δικονομική εξουσία να ενεργούν, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, στο όνομά τους, το σύνολο των αναγκαίων δικαστικών, αλλά και εξώδικων ενεργειών, προς είσπραξη των υπό την διαχείρισή τους απαιτήσεων. Ωστόσο, οι εταιρίες διαχείρισης που προβλέπονται στο άρθρο 2 ν. 4354/2015 υπάγονται σε μια ευρύτερη κατηγορία εταιριών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, όπως είναι και εκείνες του ν. 3156/2003. Ως εκ τούτου η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιριών διαχείρισης του ν. 3156/2003 από εκείνες του ν. 4354/2015 θα έχει ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου, οι οποίοι παρουσιάζουν νοηματική και λειτουργική συνοχή μεταξύ τους, αφού και οι δύο ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη απαιτήσεων τρίτων. Επιπλέον στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 δ’ του ν. 4354/2015 ορίζεται ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3156/2003, ενώ και στην αιτιολογική έκθεση αυτού σημειώνεται ότι «παρέχονται στα πιστωτικά ιδρύματα τα θεσμικά εργαλεία αξιοποίησης του χαρτοφυλακίου τους, καθώς θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε την εφαρμογή του νόμου περί τιτλοποίησης απαιτήσεων (ν. 3156/2003) είτε το θεσμικό πλαίσιο που προκρίνεται με το ν.4354/2015». Κατόπιν των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι ανωτέρω δύο νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους, ανεξαρτήτως αν η απόκτηση των απαιτήσεων από τις εταιρείες ειδικού σκοπού έγινε με τη διαδικασία της τιτλοποίησης και εκχώρησης βάσει του ν. 3156/2003 ή με τη διαδικασία της πώλησης βάσει του ν. 4354/2015. Επομένως, επιβάλλεται μια ενιαία εφαρμογή του άρθρου 2 ν. 4354/2015, τόσο στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003, όσο και όταν έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του ν. 4354/2015, αφού έτσι εξυπηρετείται ο νομοθετικός σκοπός της διευκόλυνσης της διαχείρισης των απαιτήσεων και επιλύεται κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιριών διαχείρισης απαιτήσεων, επιτυγχάνοντας έτσι την αρμονική ένταξη του ερμηνευόμενου ν. 3154/2003 στο σύστημα, χωρίς η προσέγγιση αυτή να επηρεάζεται από τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θεσπίστηκαν τα ως άνω δύο νομοθετήματα. Διαφορετική αντιμετώπιση των εταιριών διαχείρισης των δύο νομοθετημάτων θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. α' του Συντάγματος και επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερομένους, όπως οι προαναφερόμενες διατάξεις (για τα παραπάνω βλ. ΟλΑΠ 1/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ως προς το επί μέρους ζήτημα της εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 2 ν. 4354/2015 σε περίπτωση μεταβίβασης δανειακής απαίτησης λόγω τιτλοποίησης).

 

VI.        Περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε, η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων καταχωρίζεται σε δημόσια βιβλία σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (βλ. άρθρο 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003). Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161/337/2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης-ΦΕΚ Β' 1688/2003 και ήδη με την ΥΑ (ΥΑ 20783 ΦΕΚ Β 4944/9-11-2020) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντας, ως ενεχυροφυλακεία δε έως την ίδρυσή τους με π.δ. ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικώς, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Η έλλειψη κάποιου στοιχείου από τα παραπάνω τότε επάγεται ακυρότητα, όταν αφορά ουσιώδη στοιχεία από τα οποία εξατομικεύεται στον απαιτούμενο βαθμό επάρκειας η απαίτηση, τόσο από άποψη αντικειμένου (είδος απαίτησης), όσο και από άποψη υποκειμένου (πρόσωπα εκχωρητή, εκδοχέα οφειλέτη), όταν δηλαδή εξαιτίας της έλλειψης αυτής η καταχώρηση δεν είναι ικανή να παράσχει προς τους τρίτους τη δημοσιότητα για την πράξη που καταχωρίστηκε όπως τη θέλησε ο νόμος. Κατ’ αποτέλεσμα, η παράλειψη της αναφοράς άλλων στοιχείων λ.χ. του τιμήματος αγοράς δεν επενεργεί στο κύρος της μεταβίβασης, καθώς δεν ματαιώνει την αρχή της δημοσιότητας και την ορθή και επαρκή πληροφόρηση των τρίτων ως προς τα αντικείμενα κι υποκείμενα της μεταβίβασης. (ΜΕφΠειρ 476/2024, ΤΝΠ του ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Διαμαντόπουλος Αναγκαίο περιεχόμενο των κατ’ άρθρο 925 § 1 ΚΠολΔ νομιμοποιητικών εγγράφων επί ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σε ΕΔΑΔΠ στο πλαίσιο του ν. 4354/2015 ή κατόπιν τιτλοποίησης απαιτήσεων του ν. 3156/2003 [Γνωμοδότηση] σε Ερανισμοί & Ανταποδόσεις Θέμιδος, τόμ. 5, 2023). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.2 του ν. 4354/2015, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης των απαιτήσεων υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο μεταξύ άλλων, «α. Τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης». Οι προς διαχείριση απαιτήσεις θα πρέπει έστω με συνοπτική, συμπεριληπτική διατύπωση να προσδιορίζονται και στην περίληψη ανάθεσης της διαχείρισης σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000. Τούτο, καθώς τα έγγραφα που νομιμοποιούν την εταιρία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την υπ’ αριθ. 161337/2003 (ήδη Υ.Α. 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντας, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, απ’ όπου θα φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση. Η προσκομιδή των εγγράφων αυτών, σε περίπτωση που αμφισβητείται από τον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, η ενεργητική νομιμοποίηση της Ε.Δ.Α.Δ.Π, που φέρεται να εκπροσωπεί την ειδική διάδοχο των επίδικων απαιτήσεων Ε.Α.Α.Δ.Π. στην οποία έχουν μεταβιβασθεί από την αρχική δανείστρια τράπεζα απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις, είναι αναγκαία, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη της νομιμοποίησης αυτής, (βλ. ΜΕφΠειρ 125/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ με παραπέρα παραπομπές σε θεωρία και νομολογία). Το ίδιο θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ισχύει και επί μεταβίβασης απαίτησης λόγω τιτλοποίησης κατ' άρθρο 10 ν. 3156/2003, όπου η διαχείριση αυτής γίνεται με βάση την παρ. 14 του άρθρου 10 ν. 3156/2003, από Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π. (Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) που έχει συσταθεί με βάση τον ν. 4354/2015, τουλάχιστον κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.2 περ. α υποπερ. α. Τούτο επιβάλλει τόσο η ασφάλεια δικαίου, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην υπ’ αρ. V νομική σκέψη της παρούσας, όσο και η ασφάλεια των συναλλαγών, αφού ο δανειολήπτης πρέπει να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή τόσο το πρόσωπο του δανειστή της απαίτησης, όσο και το πρόσωπο του εγκατεστημένου στην Ελλάδα διαχειριστή που δύναται να την εισπράξει, ακόμη και αναγκαστικά, πληροφορία εξ ίσου (ή και περισσότερο) σημαντική. Εξάλλου ο λόγος, για τον οποίο θεσπίζεται ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης, είναι, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, η προστασία των μικρών δανειοληπτών, και επιβάλλεται στο πλαίσιο αυτό, ειδικότερα, η αναφορά, μεταξύ άλλων, των προς διαχείριση απαιτήσεων για κάθε περίπτωση ανάθεσης της διαχείρισης, είτε συνοδεύεται από μεταβίβαση της απαίτησης είτε όχι. Πράγματι σε αμφότερες τις περιπτώσεις καταφάσκεται (δυνητικά τουλάχιστον) ανάγκη εξατομίκευσης των προς διαχείριση απαιτήσεων, αφού ακόμη και στην περίπτωση της μεταβίβασης δανειακών απαιτήσεων, οπότε είναι υποχρεωτική η προηγούμενη σύναψη σύμβασης διαχείρισης, δεν απαγορεύεται η αλλαγή του προσώπου του διαχειριστή ως προς ορισμένες από τις ήδη αποκτηθείσες απαιτήσεις, ώστε εν τέλει από ένα σύνολο δανειακών απαιτήσεων που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη Ε.Α.Α.Δ.Π., ορισμένες ανατίθενται προς διαχείριση στην εταιρία Α και ορισμένες στην εταιρία Β. Με άλλα λόγια και επί μεταβίβασης απαίτησης λόγω τιτλοποίησης κατ’ άρθρο 10 ν. 3156/2003, όπου η διαχείριση αυτής γίνεται με βάση την παρ. 14 του άρθρου 10 ν. 3156/2003, από Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π. (Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) που έχει συσταθεί με βάση τον ν. 4354/2015, αναγκαίο ουσιώδες περιεχόμενο των περιλήψεων των συμβάσεων διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000, είναι η αναφορά σε αυτές των προς διαχείριση απαιτήσεων, με την επισύναψη στις εν λόγω δημοσιευθείσες περιλήψεις καταλόγου των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, η διαχείριση των οποίων ανατίθεται στην καθ’ ης δυνάμει των παραπάνω συμβάσεων διαχείρισης απαιτήσεων, ή έστω με ρητή παραπομπή (στο κείμενο της περίληψης της σύμβασης διαχείρισης) στην επίμαχη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και στο παράρτημα με τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις, το οποίο συνοδεύει την εν λόγω σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης. Σημειώνεται ότι από το γεγονός ότι η δημοσίευση της περίληψης της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων έτυχε να γίνει αμέσως μετά τη δημοσίευση της περίληψης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων με τη λήψη διαδοχικών αριθμών πρωτοκόλλου στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, χωρίς βέβαια στο κείμενο της περίληψης της σύμβασης διαχείρισης να αναφέρονται τα προεκτεθέντα στοιχεία, δεν μπορεί να καλυφθεί η εκ του νόμου προβλεπόμενη δημοσιότητα ως προς τις απαιτήσεις που τίθενται υπό τη διαχείριση της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (βλ. ΜΕφΠειρ 125/2025, ο.π., ΜΕφΠειρ 586/2025, δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιά https://www.efeteio-peir.gr).

 

VII. Με το πρώτο μέρος του μοναδικού λόγου έφεσής της και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, η εκκαλούσα παραπονείται ως προς την απόρριψη από την εκκαλούμενη ως μη νόμιμου του δεύτερου μέρους του δεύτερου λόγου της ανακοπής της (ιδ. σελ. 28-30) που αφορούσε στην ελλιπή ενεργητική νομιμοποίηση της εφεσίβλητης, κατά την υποβολή της αίτησής της για την έκδοση της υπ' αρ. ./2021 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο δυνάμει του οποίου ενεργείται η αναγκαστική εκτέλεση, στο πλαίσιο της οποίας ασκεί η εκκαλούσα - ανακότπουσα την υπ’ αρ. έκθ. κατάθ. ./7.11.2022 ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ ζητώντας την ακύρωση των προαναφερόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρέβλεψε το γεγονός ότι υφίσταται ακυρότητα της επιβληθείσας κατάσχεσης λόγω μη εγκυρότητας του τίτλου και της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, διότι δεν προκύπτει με σαφήνεια και βεβαιότητα ότι η δικαιούχος της απαίτησης αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε τη διαχείριση της επίδικης σύμβασης δανείου στην εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/2015. Ότι από τα έγγραφα που προσκόμισε η εφεσίβλητη με την από 16/07/2020 αίτησή της για την έκδοση της υπ’ αρ. ./2021 διαταγής πληρωμής, δεν προκύπτει με βεβαιότητα και σαφήνεια ότι η εις βάρος της εκκαλούσας απαίτηση της αλλοδαπής ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA I NPL Finance Designated Activity Company», συγκαταλέγεται σε αυτές, των οποίων η εφεσίβλητη - καθ' ης εταιρεία έχει αναλάβει συμβατικά τη διαχείριση και συνεπώς δεν προκύπτει η ενεργητική της νομιμοποίησή προς δικαστική επιδίωξη της απαίτησης και επίσπευση της εις βάρος της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Ότι όπως αναφέρεται και στην από 16.7.2020 αίτηση της εφεσίβλητης - καθ' ης που κατατέθηκε στο Τμήμα Διαταγών Πληρωμής του Πρωτοδικείου Αθηνών βάσει της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. ./2021 διαταγή πληρωμής στα προσκομισθέντα έγγραφα για τη νομιμοποίηση αυτής περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων: 1) Αντίγραφο της από 21/07/2020 σύμβασης εκχώρησης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπόμενης από το ελληνικό δίκαιο και τα άρθρα 10 και 14 Ν. 3156/2003 νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. πρωτ. ./22.07.2020 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο. με αριθμό ., η οποία επέχει θέση αναγγελίας κατ' άρθρο 10 παρ. 10 Ν. 3156/2003 και από την οποία προκύπτει ότι οι απαιτήσεις εκ της επίδικης σύμβασης μεταβιβάσθηκαν από την «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA I NPL Finance D.A.C.», που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας νομίμως εκπροσωπούμενη, 2) Αντίγραφο του προσκομιζόμενου από την εφεσίβλητη - καθ' ης (για την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής) αποσπάσματος των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως Παράρτημα στην αρ. πρωτ. ./2020 περίληψη της ανωτέρω σύμβασης, στο οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων και η εκχώρηση από την «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» προς την «VEGA I NPL Finance D. A. C.» των απαιτήσεων εκ της επίδικης σύμβασης με αριθμό καταχώρισης ., η δε μεταβίβαση της απαίτησης αυτής έλαβε χώρα (όπως και αναφέρεται στον όρο 2 της ανωτέρω δημοσιευθείσας περίληψης της συμβάσεως) στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 14 του Ν. 3156/2003 και των γενικών διατάξεων του ελληνικού δικαίου. 3) Αντίγραφο της από 21/07/2020 σύμβασης διαχείρισης διεπόμενης από το ελληνικό δίκαιο νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. πρωτ. ./22.07.2020 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο . με αριθμό . από την οποία προκύπτει ότι η αποκτώσα αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «VEGA I NPL Finance D. A. C..», ανέθεσε κατ' άρθρο 10 παρ. 14 Ν. 3156/2003 την είσπραξη και διαχείριση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στην εφεσίβλητη - καθ' ης εταιρεία με την επωνυμία «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία αποτελεί εταιρεία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/2015, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 326/2/2019 απόφαση της ΕΠΑΘ της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» (ΦΕΚ 3533/Β'/20.09.2019). Ότι από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι μεταξύ της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού και της εφεσίβλητης - καθ' ης καταρτίστηκε σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων κατ' άρθρο 10 παρ. 14 και 16 Ν. 3156/2003 και ότι η τελευταία ανέλαβε όλες τις υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων από συμβάσεις στεγαστικών και άλλων δανείων, χωρίς να γίνεται οποιοδήποτε συγκεκριμένη αναφορά στην επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου, σε αντίθεση π.χ. με το επίσης προσκομισθέν απόσπασμα που επισυνάφθηκε ως Παράρτημα στην υπ’ αρ. πρωτ. ./2020 περίληψη με της ανωτέρω σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» και της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού («VEGA I NPL Finance D.A.C.»), που συνοδεύεται από σχετικό παράρτημα με τις μεταβιβασθείσες στην τελευταία απαιτήσεις, όπου γίνεται σαφής αναφορά στην επίδικη απαίτηση. Ότι ενώ δηλαδή, αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα έγγραφα ότι η επίδικη απαίτηση πράγματι μεταβιβάστηκε στην εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία, δεν συμβαίνει το ίδιο για το ότι η εφεσίβλητη - καθ' ης ανέλαβε την διαχείριση αυτής.

 

VIII. Κατά πρώτον θα πρέπει να σημειωθεί ότι παραδεκτά προβλήθηκε ο ανωτέρω λόγος ανακοπής που αφορά το κύρος της (διαταγής), με την ένδικη ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην υπ’ αρ. III νομική σκέψη, καθώς, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν προκύπτει ότι η εν λόγω υπ' αρ. 1505/2021 διαταγή πληρωμής έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου με έναν από τους παραπάνω τρόπους (ήτοι είτε με την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ για την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, είτε με την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, που εν προκειμένω έχει ασκηθεί-βλ. την με ΓΑΚ/ΕΑΚ ././14.5.2021 ανακοπή του 633 ΚΠολΔ απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με ημερομηνία δικασίμου 10.12.2025), καθόσον ζητείται η ακύρωση όχι της ίδιας της διαταγής πληρωμής, αλλά των πράξεων εκτέλεσης, που έλαβαν χώρα με βάση αυτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο σιωπηρά το παραδεκτό του παραπάνω λόγου της ανακοπής, χωρίς κάποια ιδιαίτερη σκέψη ως προς αυτό, προχώρησε στην συνέχεια στην απόρριψη του συγκεκριμένου λόγου ως νόμω αβάσιμου, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στις υπ’ αρ. IV - VI νομικές σκέψεις της παρούσας. Οπότε γενομένου δεκτού του πρώτου μέρους του μοναδικού λόγου έφεσης της εκκαλούσας ως ουσία βάσιμου, πρέπει να εξαφανιστεί ως προς το μέρος της αυτό η εκκαλουμένη απόφαση, κι αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να εξεταστεί η ανακοπή περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του παραπάνω νόμιμου λόγου της θεμελιωμένου στις διατάξεις που αναφέρονται στις υπ’ αρ. III - VI νομικές σκέψεις της παρούσας.

 

IX.        Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Σε συνέχεια της από 16.7.2020 με ΕΑΚ ./8.10.2020 αίτησης της καθ’ ης η ανακοπή, ενεργώντας κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση ως διαχειρίστριας, δυνάμει της από 21.07.2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, επ’ ονόματι και για λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία «VEGA I NPL Finance Designated Activity Company», νομίμως εκπροσωπούμενης, ούσας ειδικής διαδόχου της Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε», στρεφόμενης κατά της ανακόπτουσας και του μη διαδίκου στην παρούσα υπόθεση Σπυρίδωνα ΤΑΛΙΟΥΡΑ του Νικολάου και επί τη βάση απαιτήσεως από την από 13.7.2007 σύμβαση χορήγησης στεγαστικού δανείου που είχε συναφθεί μεταξύ αφενός της πρώτης καθ' ης η αίτηση ως οφειλέτριας και του μη διαδίκου ….. ως εγγυητή και αφετέρου της «ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε.», την οποία διαδέχθηκε η «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε» και υπογράφηκε και το από 21.7.2017 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλών απορρεουσών από την ανωτέρω σύμβαση χορήγησης στεγαστικού δανείου μεταξύ αφενός της πρώτης καθ’ ης η αίτηση ως οφειλέτριας και του μη διαδίκου … ως εγγυητή και αφετέρου της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε», εκδόθηκε η υπ' αρ. /11.2.2021 Διαταγή Πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκαν αμφότεροι οι ανωτέρω καθ' ων η αίτηση να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, στην τελευταία δικαιούχο της απαίτησης, εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA I NPL Finance Designated Activity Company», της οποίας τα εν Ελλάδι δικαιώματα ασκούνται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. γ' ν. 4354/2015, από την καθ' ης η ανακοπή, το ποσό των 51.639,65 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 22.6.2017, με επιτόκιο υπερημερίας το συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο πλέον 2,5 εκατοστιαίων μονάδων και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, πλέον εξόδων. Κατόπιν, άρσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων ένεκα της πανδημίας οονίά-19, στις 06.04.2021, παραλήφθηκε το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της εκτελούμενης διαταγής πληρωμής και ακριβές και νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο εκ του πρώτου (α') εκτελεστού απογράφου της παραπάνω υπ' αρ. ./2021 Διαταγής Πληρωμής, κοινοποιήθηκε εις έκαστο των ενεχομένων μετά της παρά πόδας αυτού από 16.04.2021 επιταγής προς πληρωμή, συνταχθεισών προς απόδειξη τούτου α) της υπ' αρ. .Δ/20.04.2021 (για την ανακόπτουσα) και β) της υπ' αρ. .Δ/20.04.2021 (για τον …) Εκθέσεων Επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, ... Κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής, η εδώ ανακόπτουσα και ο προαναφερόμενος μη διάδικος άσκησαν, την προεκτεθείσα με Γ.Α.Κ. ./2021 και Ε.Α.Κ. ./2021 ανακοπή τους (ένας εκ των λόγων της οποίας είναι και ότι δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι η επίδικη έννομη σχέση έχει νομίμως μεταβιβασθεί στην καθ’ ης, με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιείται ενεργητικά αυτή για την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής), την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με ορισθείσα δικάσιμο την 10η. 12.2025. Ακολούθως, κατόπιν παρέλευσης της ενιαυσίας κατ' άρθρο 926 ΚΠολΔ ισχύος της από 16.04.2021 επιταγής προς πληρωμή, η καθ’ ης, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA I NPL Finance Designated Activity Company», προχώρησε στην εκ νέου επίδοση επιταγής προς πληρωμή προς τους ανωτέρω ενεχόμενους επιτάσσοντας αυτούς με την ήδη ανακοπτόμενη από 11.07.2022 επιταγή της να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρο, ως ορίζεται στο διατακτικό της κοινοπούμενης διαταγής πληρωμής, προς τη δικαιούχο της απαίτησης εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA I NPL Finance Designated Activity Company», της οποίας τα δικαιώματα ενασκούνται κατ' άρθρο 1 § 1 εδ. γ' ν. 4354/2015 από τη διαχειρίστρια εταιρία «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», νομίμως και εμπροθέσμως, τα παρακάτω ποσά: (α) Για επιδικασθέν κεφάλαιο το ποσό των 51.639,65 €, εντόκως, από την 12η.07.2022 και μέχρι πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως, (β) Για τόκους επί του ως άνω κεφαλαίου, ως ορίζονται στο διατακτικό της ως άνω διαταγής πληρωμής, από την 22η.06.2017 έως και 11.07.2022, το ποσό των 18.924,52 €, εντόκως, από την 12η.07.2022 και μέχρι πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως, (γ) Για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, το ποσό των 1.730,00 €, εντόκως, από την επομένη της πρώτης επίδοσης του υπόψη α' εκτελεστού απογράφου στους καθ' ων, ήτοι από την 21 η.04.2021, (δ) Για σύνταξη της από 16.04.2021 επιταγής προς πληρωμή το ποσό των 33,00 €, εντόκως, από την επομένη της πρώτης επίδοσης του υπόψη α' εκτελεστού απογράφου στους καθ' ων, ήτοι από την 21η.04.2021, (ε) Για δαπάνη επίδοσης της από 16.04.2021 επιταγής προς πληρωμή το ποσό των 50,00 €, εντόκως, από την επομένη της πρώτης επίδοσης του υπόψη α' εκτελεστού απογράφου στους καθ' ων, ήτοι από την 21 η.04.2021, (στ) Για σύνταξη της από 11.07.2022 επιταγής προς πληρωμή το ποσό των 100,00 €, (ζ) Για δικαιώματα δικαστικού επιμελητή επίδοσης της από 11.07.2022 επιταγής προς πληρωμή το ποσό των 35,00 €, τα δε ποσά υπό στοιχεία στ' και ζ' νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της ανωτέρω επιταγής μέχρι πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως. Η ως άνω από 11.07.2022 επιταγή προς πληρωμή κοινοποιήθηκε νόμιμα σε έκαστο των καθ' ων η διαταγή πληρωμής κάτωθι ακριβούς και νομίμως επικυρωμένου αντιγράφου εκ του πρώτου (α') εκτελεστού απογράφου της παραπάνω υπ' αρ. ./2021 Διαταγής Πληρωμής, συνταχθείσας προς απόδειξη τούτου της υπ' αρ. ./14.07.2022 (για την ανακόπτουσα) έκθεσης επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, …. Στη συνέχεια, προς το σκοπό ικανοποίησης της απαίτησης που ενσωμάτωνε ο προμνησθείς εκτελεστός τίτλος, η εδώ καθ’ ης η ανακοπή προέβη στην επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης για την ικανοποίηση του ποσού των 72.512,17 ευρώ, επί της ακίνητης περιουσίας της εδώ ανακόπτουσας ευρισκόμενης στην Δημοτική Κοινότητα Βυτίνας του Δήμου Γορτυνίας της Π.Ε. Αρκαδίας, συνταχθείσας προς τούτο σχετικώς της ήδη ανακοπτόμενης υπ' αρ. ./29.09.2022 Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου, …, με ημερομηνία ορισθέντος πλειστηριασμού στις 03.05.2023 και ορισθείσα υπάλληλο αυτού την Συμβολαιογράφο Ναυπλίου, …, ενώ δημοσιεύθηκε στις 13.10.2022 δημοσίευση στην Ιστοσελίδα Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμών (Π.Δ. 67/17.09.2015) του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του ΕΝΙΑΙΟΥ ΦΟΡΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (https://deltio.tnomik.gr/) και το επίσης ανακόπτομενο υπ' αρ. .-Β/ 5.10.2022 απόσπασμα της υπ' αρ. .- Β/2022 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του ίδιου ως άνω Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου. Σημειώνεται ότι ο ανωτέρω πλειστηριασμός πράγματι έλαβε χώρα στις 3.5.2023 και συντάχθηκε προς τούτο από την Συμβολαιογράφο Ναυπλίου, … η υπ’ αρ. . έκθεση αναγκαστικού πολλαπλού πλειστηριασμού ακινήτων και κατακύρωσης, συνολικού εκπλειστηριάσματος 87.062 ευρώ, με υπερθεματίστρια την ίδια την εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «/VEGA I NPL Finance Designated Activity Company». Περαιτέρω, για την απόδειξη της ενεργητικής της νομιμοποίησης -ως εταιρία διαχείρισης- η καθ’ ης κατά την κατάθεση της προαναφερόμενης από 16.7.2020 με ΕΑΚ 8650/8.10.2020 αίτησής της για την έκδοση διαταγής πληρωμής επικαλέστηκε και προσκόμισε τα εξής έγγραφα: 1) Την υπ’ αρ. πρωτ. ./22.07.2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο . με αριθμό . περίληψης της από 21.07.2020 σύμβασης εκχώρησης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπόμενης από το ελληνικό δίκαιο και τα άρθρα 10 και 14 Ν. 3156/2003, από την οποία προκύπτει ότι οι απαιτήσεις εκ της επίδικης σύμβασης μεταβιβάσθηκαν από την «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA I NPL Finance D. A. C.», που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας νομίμως εκπροσωπούμενη, 2) Ακριβές αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών αποσπάσματος στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως Παράρτημα στην αρ. πρωτ. ./2020 περίληψη της ανωτέρω σύμβασης, στο οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων και η εκχώρηση από την «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» προς την «VEGA I NPL Finance D. A. C.» των απαιτήσεων εκ της επίδικης σύμβασης με αριθμό καταχώρισης 16977, 3) Την υπ' αρ. πρωτ. ./22.07.2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο . με αριθμό ., περίληψης της από 21.07.2020 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, κατ' άρθρο 10 παρ. 14 και 16 Ν. 3156/2003, μεταξύ της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «VEGA I NPL Finance D. A. C.», και της καθ’ ης η ανακοπή εταιρείας με την επωνυμία «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ».

Αυτά ακριβώς τα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από την Δικαστή που εξέδωσε την επίμαχη υπ' αρ. ./11.2.2021 Διαταγή Πληρωμής και αναφέρονται και στο σώμα αυτής. Ωστόσο από την προσκομιζόμενη υπ’ αρ. πρωτ. ./22.07.2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο . με αριθμό ., της περίληψης της από 21.07.2020 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, κατ' άρθρο 10 παρ. 14 και 16 Ν. 3156/2003, όπου αναγράφεται πράγματι ότι αυτή έχει συναφθεί μεταξύ της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία VEGA I NPL Finance D.A. C.», και της καθ’ ης η ανακοπή εταιρείας με την επωνυμία «INTRUM ΗΕLLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» (η οποία χαρακτηρίζεται ρητά ως χρηματοδοτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α στοιχ. αα του Ν. 4354/2015), δεν προκύπτει η ενεργητική νομιμοποίηση της καθ’ ης η ανακοπή. Ειδικότερα στο σημείο δ. της ανωτέρω δημοσίευσης, με τίτλο «Περίληψη των εξουσιών του Διαχειριστή απαιτήσεων» (όπου υπάρχει και μία παραπομπή-υποσημείωση με το εξής περιεχόμενο: « 1. Οι εξουσίες αυτές μπορούν να επισυνάπτονται και ως παράρτημα στο παρόν έντυπο, ιδίως εάν έχουν παραχωρηθεί μέσω ειδικού εγγράφου π.χ. συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου»), αναφέρονται επί λέξει τα εξής: «Όλες οι υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων (συμπεριλαμβανομένων μη εξυπηρετούμενων, καταγγελμένων και ενήμερων απαιτήσεων) από ως επί το πλείστον μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια εξασφαλισμένα με προσημείωση υποθήκης ή/ και υποθήκη, καθώς και άλλα δάνεια , συνδεόμενα κατά κανόνα προς αυτά, μαζί με τα παρεπόμενα και διαπλαστικά δικαιώματα, απαιτήσεις και εξασφαλίσεις, όπως ενδεικτικά ενημέρωση και εξυπηρέτηση οφειλετών, δικαστική επιδίωξη απαιτήσεων, διατήρηση, διαχείριση και εκτέλεση εμπράγματων και ενοχικών εξασφαλίσεων κ.α.». Είναι σαφές ότι στο παραπάνω κείμενο της περίληψης της σύμβασης διαχείρισης δεν γίνεται κάποια παραπομπή στην προαναφερόμενη από 21.07.2020 σύμβαση εκχώρησης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, ούτε στο παράρτημα με τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις, για το οποίο γίνεται λόγος στην υπ' αρ. πρωτ. ./22.07.2020 περίληψη της ως άνω σύμβασης εκχώρησης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, ούτε βεβαίως επισυνάφθηκε στην υπ’ αρ. πρωτ. ./22.07.2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της περίληψης της από 21.07.2020 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων κατάλογος με τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις, η διαχείριση των οποίων ανατέθηκε στην καθ’ ης δυνάμει της παραπάνω σύμβασης διαχείρισης. Περαιτέρω, από το γεγονός ότι η δημοσίευση της περίληψης της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων έγινε αμέσως μετά τη δημοσίευση της περίληψης της σύμβασης εκχώρησης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων με τη λήψη διαδοχικών αριθμών πρωτοκόλλου στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, δεν μπορεί να καλυφθεί η εκ του νόμου προβλεπόμενη δημοσιότητα ως προς τις απαιτήσεις που τίθενται υπό τη διαχείριση της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην υπ’ αρ. VI νομική σκέψη. Θα έπρεπε να γίνεται έστω αναφορά στη σχετική περίληψη της σύμβασης διαχείρισης ότι η διαχείριση αφορά στις απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν από την «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA I NPL Finance D. A. C..», με την από 21.07.2020 σύμβαση εκχώρησης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων ή έστω ότι αφορά σε όλες τις απαιτήσεις που έχουν μεταβιβαστεί μέχρι σήμερα από την παραπάνω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία στην ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, πλην όμως ουδέν τέτοιο αναφέρεται στην υπ’ αρ. πρωτ. 296/22.07.2020 περίληψη της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, ώστε να μπορεί η εκκαλούσα να λάβει ασφαλή γνώση για την ενεργητική νομιμοποίηση της παραπάνω ΑΕΔΑΔΠ, ως μη δικαιούχο και μη υπόχρεο διάδικο, διαχειρίστρια μεταξύ άλλων της ένδικης απαίτησης που μεταβιβάστηκε στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA I NPL Finance D. A. C..», Ούτε οι δύο περιλήψεις αποτελούν ενιαίο κείμενο ώστε να μπορεί να συναχθεί η νοηματική τους συνέχεια και ακολούθως από το γεγονός ότι στην περίληψη διαχείρισης χρησιμοποιείται ως τίτλος «Β. Σύμβαση Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων» να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων της 21.07.2020 αφορά σε όλες τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην με την ίδια ημερομηνία δημοσιευθείσα σύμβαση εκχώρησης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων. Συνεπώς τα ανωτέρω έγγραφα δεν αρκούσαν, ώστε να εκδοθεί βάσει αυτών έγκυρη διαταγή πληρωμής, αφού από αυτά δεν αποδεικνύονταν η ενεργητική νομιμοποίηση της καθ’ ης η ανακοπή για την κατάθεση της από 16.7.2020 με ΕΑΚ ./8.10.2020 αίτησης, με βάση την οποία εκδόθηκε η επίμαχη υπ’ αρ. ./2021 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η δε ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, οδηγεί σε ακυρότητα και τις πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επισπεύθηκε δυνάμει της διαταγής αυτής.

 

X.         Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση κι ως ουσιαστικά βάσιμη, κατ’ αποδοχή του πρώτου μέρους του μοναδικού λόγου έφεσης της εκκαλούσας ως ουσία βάσιμου, παρελκούσας της έρευνας των λοιπών σκελών του μοναδικού λόγου αυτής (ΕφΔυτΜακ 106/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), κι αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και εξεταστεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών η υπ' αρ. έκθ. κατάθ. ./7.11.2022 ανακοπή [η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρ. 934 παρ. 1 α (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015), ήτοι εντός της προθεσμίας των 45 ημερών από την ημέρα της επίδοσης στην ανακόπτουσα της έκθεσης κατάθεσης, η οποία έλαβε χώρα στις 4-10-2022 σύμφωνα με την σχετική επισημείωση επί της εκθέσεως κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή …, η δε άσκηση της ανακοπής ολοκληρώθηκε με την επίδοση αυτής στην καθ’ ης στις 8-11-2022 (βλ. την υπ’ αρ. .Δ/8.11.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …)] ως προς το βάσιμο του δεύτερου μέρους του δεύτερου λόγου της, (πρέπει) να γίνει δεκτή η ένδικη ανακοπή ως ουσία βάσιμη ως προς τον λόγο της αυτόν, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερθέντα και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Περαιτέρω, επειδή με την κατά τα άνω εξαφάνιση της εκκαλουμένης συνεξαφανίζεται και η διάταξή της για τη δικαστική δαπάνη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 535 παρ. 1, 176, 183, 189 παρ. 1 περ. γ' και 191 ΚΠολΔ, προκειμένου να επαναπροσδιοριστεί αυτή στο σύνολό της από το Εφετείο (ΑΠ 1631/2010, ΜΕφΑθ 453/2025, ΕφΑθ 1352/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), θα πρέπει ένα μέρος των δικαστικών εξόδων να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, και να καταδικαστεί η καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατόπιν νομίμου περί τούτου αιτήματος της τελευταίας, κατά τα ειδικώς οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 179 όπως ισχύει μετά το νόμο 4842/2021, 183 ΚΠολΔ, λαμβανομένων υπόψη και των άρθρων 69 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 4194/2013 (Κώδικα περί Δικηγόρων), σε συνδυασμό με τα άρθρα 68 παρ. 1 και 63 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, αλλά και λαμβανομένου υπόψη ότι η αξία του αντικειμένου της υπό κρίση ανακοπής, προκειμένου να υπολογισθούν τα δικαστικά έξοδα, ταυτίζεται πάντοτε εκ των πραγμάτων με το χρηματικό ποσό, για το οποίο επισπεύδεται η εκτέλεση, και όταν ακόμη η προσβαλλόμενη με την ανακοπή αντίρρηση δεν αφορά στην ίδια την απαίτηση, αλλά στο κύρος καθ' εαυτό των πράξεων εκτέλεσης (ΑΠ 905/2011, ΑΠ 1114/2005, ΑΠ 328/2003, ΑΠ 1117/1993 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, θα πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του αναφερόμενου επίσης στο διατακτικό παράβολου της έφεσης, στην κατατεθείσα αυτό εκκαλούσα (κατ' άρθρο 495 παρ. 3 προτελευταίο εδ. ε ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

 

Δέχεται την υπ’ αρ. έκθ. κατάθ. ./20.4.2023 έφεση κατά το τυπικό της μέρος.

 

Δέχεται την παραπάνω έφεση κατ' ουσία.

 

Εξαφανίζει την υπ’ αρ. 52/17.3.2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως (ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών) κατά το μέρος αυτής που απέρριψε το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της υπ’ αρ. έκθ. κατάθ. ./7.11.2022 ανακοπής (ιδ. σελ. 28-30) της ανακόπτουσας-εκκαλούσας.

 

Κρατεί την υπόθεση και

 

Δικάζει την παραπάνω ανακοπή ως προς τον παραπάνω λόγο της.

 

Δέχεται αυτήν.

 

Ακυρώνει τις πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύθηκε από την καθ’ ης εις βάρος της ανακόπτουσας, δυνάμει της υπ' αρ. ./2021 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συγκεκριμένα: α) την από 11 Ιουλίου 2022 επιταγή προς πληρωμή, που έχει συνταχθεί παρά πόδας αντιγράφου του υπ' αρ. ./2021 πρώτου (α') εκτελεστού απογράφου της υπ' αρ. ./2021 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της ανωτέρω καθ' ης η ανακοπή, υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «VEGA I NPL Finance D. A.», όπως νόμιμα εκπροσωπείται. 2) Την υπ' αρ. .-Β/29.09.2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα στο Πρωτοδικείο Κορίνθου .., 3) Το υπ' αρ. .-Β/ 5.10.2022 απόσπασμα της υπ' αρ. .-Β/2022 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του ίδιου ως άνω Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου, βάσει του οποίου πραγματοποιήθηκε στις 13.10.2022 δημοσίευση στην Ιστοσελίδα Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμών (Π.Δ. 67/17.09.2015) του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του ΕΝΙΑΙΟΥ ΦΟΡΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ.

 

Συμψηφίζει εν μέρει τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας-ανακόπτουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ.

 

Διατάσσει την επιστροφή του υπ' αρ. κωδικού πληρωμής ηλεκτρονικού παράβολου . e-παράβολο, ποσού εκατό ευρώ (100 ευρώ) στην εκκαλούσα.

 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε από την παραπάνω Δικαστή στις 5 Φεβρουαρίου 2026.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στο Ναύπλιο, σε έκτακτη και δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, συγκροτούμενου του Δικαστηρίου από την Δικαστή Δήμητρα Αυγουστοπούλου που υπογράφει κατ’ άρθρο 306 παρ. 2 ΚΠολΔ, λόγω μεταθέσεως και αναχωρήσεως εκ του παρόντος Δικαστηρίου της Ερασμίας-Γεωργίας Τσαούση, Εφέτη, και από την Γραμματέα Αναστασία Τριμπόνια, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι, στις 27 Φεβρουαρίου 2026.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ