ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
«ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΕφΑθ 5331/2024
Απόφαση επί εφέσεως κατά
απόφασης του Μον/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών, η οποία είχε
αναθέσει την αποκλειστική επιμέλεια της ανήλικης στη μητέρα της. Η εφετειακή
απόφαση τελικά ανέθεσε τη συνεπιμέλεια και στους δύο
γονείς με το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας και επέβαλε κατ’ εφαρμογή του
άρθρου 205 ΚΠολΔ σε βάρος της εφεσίβλητης χρηματική ποινή ύψους Ε 1.000, η οποία πρέπει να περιέλθει
στο Ελληνικό Δημόσιο, καθότι η παραπάνω απόφαση έκρινε ότι η εφεσίβλητη έχει
παραβιάσει με άμεσο δόλο την υποχρέωσή της για την τήρηση του καθήκοντος
αληθείας, προβάλλοντας εν γνώσει της στα δικόγραφά της ενώπιον του πρωτοβαθμίου
και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς, την
ανακρίβεια των οποίων γνώριζε, σχετικά με την πατρική ιδιότητα και την σχέση
και την συμπεριφορά του πατέρα προς το τέκνο του, προκειμένου να μην ανατεθεί
σε εκείνον πρωτοδίκως η συνεπιμέλεια του προσώπου του τέκνου.
(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της πληρεξουσίας
του εκκαλούντος δικηγόρου Αθηνών Χριστιάνας Γ. Πατεραντωνάκη)
ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ
ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός
Απόφασης 5331/2024
ΤΟ
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα
9ο
Αποτελούμενο
από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία
ορίστηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και από την
Γραμματέα, Μαρία Αναγνοστοπούλου.
Συνεδρίασε
δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2024 για να δικάσει την υπόθεση
μεταξύ:
Του
εκκαλούντος: ... του ... κατοίκου ... Αττικής, οδός ... αρ...
ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του, ..., που
εμφανίστηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του, Χριστιάνα Πατεραντωνάκη
(ΑΜ ΔΣΑ 22458) και κατέθεσε το με αρ. Π./9.4.2024
γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
Της
εφεσίβλητης: ... του ... συζύγου ... κατοίκου ... οδός ... ατομικά και ως
ασκούσας την προσωρινή επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας της ... εμφανίστηκε με
την πληρεξούσια δικηγόρο της, ..., (ΑΜ...) που κατέθεσε το με αρ. Π./11.4.2024 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
Επί
της από 14-04-2021 αγωγής του εκκαλούντος και επί της από 29.12.2022 ανταγωγής
της εφεσίβλητης, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών (Οικογενειακό - ειδικές διαδικασίες), η μεν πρώτη με ΓΑΚ και ΕΑΚ,
αντίστοιχα, .../15.4.2021, η δε δεύτερη με ΓΑΚ και ΕΑΚ, αντίστοιχα
.../15.4.2021, στρεφόμενες κάθε μία εναντίον του άλλου, εκδόθηκε, αφού συνεκδικάστηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, η με αρ. .../2023 οριστική απόφαση, που δέχτηκε αυτές εν μέρει.
Την απόφαση προσέβαλε με το ένδικο μέσο της έφεσης ο
εν μέρει ηττηθείς ενάγων - αντεναγόμενος. Ειδικότερα
ο τελευταίος άσκησε την από 24.11.2023 έφεση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του
πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με ΓΑΚ και ΕΑΚ
.../29.11.2023 και για προσδιορισμό δικασίμου, με την επιμέλεια του ίδιου, στην
Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, με ΓΑΚ και ΕΑΚ ././12.12.2023, δικάσιμος
της οποίας ορίστηκε η 21.3.2024 και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό ., ότε και
διακόπηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας
δικάσιμο. Η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε, οι
πληρεξούσιοι δε δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις νομίμως κατατεθείσες
προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ
ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ
ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η
από 24.11.2023 έφεση, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 21.3.2024 και γράφτηκε
στο πινάκιο, με αριθμό ., ότε και διακόπηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την
αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο κατά της με αρ.
7558/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει ασκηθεί
νόμιμα, με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου
Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση [με ΓΑΚ και ΕΑΚ
././29.11.2023 και για προσδιορισμό δικασίμου, με την επιμέλεια του ίδιου, στην
Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, με ΓΑΚ και ΕΑΚ ././12.12.2023] (άρθρα
495§1,2, 511, 513§1β', 516§1, 517 εδ. α' ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ενόψει του ότι δεν επικαλείται
κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από
κάποιο στοιχείο (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1, 517,
518 παρ. 2 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495,
518 και 591 ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο
του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αντίστοιχα) ούτε παρήλθε έως την άσκηση της
έφεσης η νόμιμη καταχρηστική διετής (2) προθεσμία για την άσκησή της από την
δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης στις 27.07.2023. Επομένως, πρέπει να γίνει
τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των
λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια ως
άνω διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και κατά τα κεφάλαια της
εκκαλουμένης που μεταβιβάζονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (αρθ. 522 ΚΠολΔ). Παραδεκτά δε και
αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί η έφεση, αφού δεν απαιτείται κατάθεση
παράβολου, του άρθρου 495 παρ.3 ΚΠολΔ, καθώς η
σχετική υποχρέωση δεν ισχύει στις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ.
3 ΚΠολΔ (βλ. και παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από τους ν.4335/2015 και
4446/2016 και ισχύει). Σημειωτέον ότι το Δικαστήριο
προσπάθησε κατ' άρθρο 611 ΚΠολΔ να επιλύσει
συμβιβαστικά τη διαφορά, ύστερα από ακρόαση των παρισταμένων διαδίκων και η
προσπάθεια αυτή απέτυχε.
Ο
εκκαλών άσκησε κατά της εφεσίβλητης την από 14-04-2021 αγωγή, που κατατέθηκε
στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Οικογενειακό - ειδικές
διαδικασίες), με ΓΑΚ και ΕΑΚ, αντίστοιχα, .../.../15.4.2021 και ζήτησε να του
ανατεθεί η κοινή επιμέλεια (συνεπιμέλεια) του
προσώπου της ανήλικης κόρης του, να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με
το τέκνο, όπως ορίζει στην αγωγή του, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά
εκτελεστή, να απειληθεί εναντίον της εναγόμενης χρηματική ποινή 2.000,00 ευρώ,
για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί και να καταδικαστεί η εναγόμενη
στη δικαστική του δαπάνη. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 223 ΚΠολΔ
που εφαρμόζεται και στην προκειμένη διαδικασία κατ' άρθρο 591 παρ.1 του ίδιου
Κώδικα «Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία, είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος
της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις ή με δήλωση στα
πρακτικά εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της
αγωγής...». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ,
που εφαρμόζεται και στην προκειμένη διαδικασία, «Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί
η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου
Δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο
ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του,
αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής». Στην προκειμένη περίπτωση από τις
από 16.1.2021 έγγραφες προτάσεις του ενάγοντας (ήδη εκκαλούντος) ενώπιον του
πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από τα με αρ. 1002/2023
πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, μετά τη θέση σε
ισχύ του ν. 4800/2021 [ΦΕΚ Α 81/21.5.2021] συμπλήρωσε παραδεκτά, κατά τα
ανωτέρω στη μείζονα πρόταση την αγωγή του κατά το αίτημά της, αιτούμενος να
εφαρμοστεί στην κοινή επιμέλεια που ζήτησε το σύστημα της εναλλασσόμενης
κατοικίας, ανά εβδομάδα και κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή του χρονικά
διαστήματα.
Η
εφεσίβλητη ζήτησε με την από 29-12-2022 ανταγωγή της, την οποία άσκησε ατομικά
και με την ιδιότητά της, ως έχουσα προσωρινά την αποκλειστική επιμέλεια της
κόρης των διαδίκων ..., να της ανατεθεί οριστικά η επιμέλεια του τέκνου, να
υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει ως διατροφή στην ίδια και για λογαριασμό
του τέκνου το ποσό των επτακοσίων τριάντα ενός ευρώ και σαράντα έξι λεπτών
(731,46), το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα για το χρονικό διάστημα από την
2.04.2019, ημερομηνία επίδοσης σε αυτόν της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, άλλως
από την επίδοση της ένδικης αγωγής και για χρονικό διάστημα δυο (2) ετών μετά
από αυτήν, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε δόσης, να κηρυχθεί
προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση, να
απειληθεί κατά του εναγόμενου χρηματική ποινή 500,00 ευρώ και προσωπική κράτηση
διάρκειας ενός (1) μηνάς για κάθε παράβαση των διατάξεων της απόφασης, να της
προκαταβάλει ο εναγόμενος για έξοδα και τέλη της δίκης το ποσό των 290,00 ευρώ
και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην δικαστική της δαπάνη.
Το
πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού συνεκδίκασε αντιμωλία των
διαδίκων τα παραπάνω δικόγραφα έκρινε ότι είναι παραδεκτά και νόμιμα, πλην του
αιτήματος τους περί απειλής χρηματικής ποινής και κήρυξης της απόφασης
προσωρινά εκτελεστής ως προς την διάταξη περί ανάθεσης της επιμέλειας και
επικοινωνίας, που κρίθηκαν μη νόμιμα. Κατά την συζήτηση των δικογράφων στο
ακροατήριο έγινε προσπάθεια από τον Δικαστή συμβιβαστικής επίλυσης της
διαφοράς, η οποία, όμως, δεν επιτεύχθηκε από τους διαδίκους. Περαιτέρω η αγωγή
και ανταγωγή ερευνήθηκαν ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα, δεδομένου ότι
όσον αφορά την τελευταία καταβλήθηκε για το καταψηφιστικό
αντικείμενό της το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα επ' αυτού
ποσοστά προσαυξήσεων υπέρ τρίτων ο, δε, εναγόμενος προκατέβαλε
ήδη στην ενάγουσα τα έξοδα της δίκης και προσκομίστηκε το από 12-1-2023
Πρακτικό περάτωσης αρχικής υποχρεωτικής συνεδρίας, κατά τα ειδικότερα
αναφερόμενα στην εκκαλουμένη απόφαση και έγιναν εν μέρει δεκτές, ανατέθηκε η
αποκλειστική επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου των διαδίκων στην αντενάγουσα, μητέρα της, ρυθμίστηκε το δικαίωμα
επικοινωνίας του ενάγοντας - πατέρα της όπως εκεί αναφέρεται, ενώ απειλήθηκε
κατά της εναγόμενης χρηματική ποινή πεντακοσίων (500,00) ευρώ για κάθε παράβαση
της αμέσως προαναφερθείσας διάταξης, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην
ενάγουσα, ως ασκούσα την επιμέλεια του τέκνου, το ποσό των διακοσίων (200,00)
ευρώ, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, για το χρονικό διάστημα δυο (2) ετών μετά
την επίδοση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας
δόσης, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη και συμψήφισε την δικαστική
δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. Την απόφαση αυτή προσέβαλε
ο εν μέρει ηττηθείς ενάγων, με την κρινόμενη έφεσή του, για τους αναφερόμενους
σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή
εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά το κεφάλαιο της απόφασης που αφορά την
ανάθεση της επιμέλειας του τέκνου αποκλειστικά στην εναγόμενη - αντενάγουσα, ζητεί, δε, να γίνει δεκτή η έφεσή του, έτσι
ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή του κατά το κεφάλαιο αυτό.
Με
βάση τη διάταξη του άρθρου 1514 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η από κοινού
άσκηση της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων δεν είναι δυνατή, εξαιτίας
διαφωνίας των γονέων, η ρύθμιση αυτής γίνεται από το δικαστήριο, ενώ, ως
περιπτώσεις διαφωνίας αναφέρονται, ενδεικτικά ("ιδίως"), οι
περιπτώσεις που ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει στη γονική μέριμνα ή
δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησής της,
ή αν συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου, ή αν η γονική
μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει
ότι αρκεί, απλώς, η διαφωνία των γονέων για να απονείμει ο δικαστής την
αποκλειστική επιμέλεια στον ένα γονέα. Πιο συγκεκριμένα, αν δεν συντρέξει
σπουδαίος λόγος, που εγκυμονεί κινδύνους για το παιδί (περίπτωση κακοποιητικού,
ψυχικά διαταραγμένου ή παντελώς αδιάφορου γονέα) ή αν δεν συντρέξει πραγματική
αδυναμία άσκησης της συνεπιμέλειας από τον ένα γονέα,
λόγω της μόνιμης μετεγκατάστασης του παιδιού σε άλλη πόλη ή χώρα, δεν νοείται
ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας στον άλλο γονέα ή έστω κατανομή της
επιμέλειας, που μόνο κατ' επίφαση θα επέτρεπε την ουσιαστική συμμετοχή και των
δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του παιδιού, διότι, διαφορετικά, ο
δικαστής θα υπερέβαινε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και θα
ερμήνευε ή και θα εφάρμοζε εσφαλμένα το άρθρο 1514 ΑΚ. Ως κατευθυντήρια γραμμή
για την άσκηση της γονικής μέριμνας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων του
τέκνου και της προσφυγής τους στο δικαστήριο αλλά και πυρήνας για τον
προσδιορισμό της άσκησής της είναι το "βέλτιστο συμφέρον του τέκνου",
που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη
προσωπικότητα. Ο όρος "βέλτιστο συμφέρον" κατ’ ουσίαν
αποδίδει την προΐσχύσασα έννοια του "συμφέροντος
του τέκνου" και, επομένως, δεν εισάγεται διαφοροποίηση σε σχέση με το προΐσχύσαν δίκαιο, ως προς την έννοια και το περιεχόμενο
της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του παιδιού. Ως τέτοιο (συμφέρον
του παιδιού) νοείται το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικά
κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια
ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής
νομικής έννοιας παρέχονται, για πρώτη φορά, από το νομοθέτη, εκ των προτέρων,
προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στο δικαστή καθήκον να
σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις, εξαιτίας
του φύλου, του σεξουαλικού του προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της
Θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της
εθνικής ή της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής -οικονομικής κατάστασής
τους. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1511§2 ΑΚ "η απόφαση του
δικαστηρίου συνεκτιμά παραμέτρους, όπως την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ
των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά
το προηγούμενο χρονικό διάστημα και τη συμμόρφωσή του με τις νόμιμες
υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες
συμφωνίες που είχαν συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν στο τέκνο". Τα
κριτήρια αυτά αναδεικνύονται από το νομοθέτη και ισχυροποιούνται έναντι άλλων,
χωρίς, ωστόσο, να δεσμεύουν το δικαστήριο, ως προς την ιεράρχηση ή την
υιοθέτησή τους, στο σύνολό τους. Το κανονιστικό νόημα της αόριστης νομικής
έννοιας υπερτερεί έναντι άλλου έννομου συμφέροντος, κατά την άσκηση της γονικής
μέριμνας (λ.χ. του συμφέροντος των γονέων, των απώτερων ανιόντων, τρίτων
προσώπων που έρχονται σε επαφή με το παιδί). Γνώμονας για τη σχετική απόφαση
του δικαστηρίου είναι μόνο το συμφέρον του ανήλικου παιδιού, όπως τούτο
κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση χωριστά, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες
της κάθε υπόθεσης. Η εξατομικευμένη κρίση συνιστά και εφαρμογή της επιταγής του
άρθρου 2§1 του Συντάγματος, η οποία αποκλείει τη στερεότυπη αντιμετώπιση, ως
προς την αξιολόγηση ατόμων και προσωπικών σχέσεων. Έτσι, κρίσιμα προς τούτο
στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή
των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του
ανηλίκου τέκνου, υπό καθεστώς ηρεμίας και ασφάλειας, καθώς και οι αναπτυχθέντες
μέχρι τότε, με ανεπηρέαστη επιλογή, δεσμοί του διαθέτοντας ικανότητα διάκρισης
τέκνου με τους γονείς του και τυχόν αδελφούς του, ενώ μεγάλης σημασίας είναι και
η, κατά το δυνατό, μικρότερη διατάραξη του μέχρι τούδε τρόπου ζωής του παιδιού,
έτσι ώστε να διαφυλαχθεί, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ο ψυχικός και
συναισθηματικός κόσμος του, δεδομένου ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των
γονέων, με συνεπακόλουθο και τη διάσπαση της οικογενειακής συνοχής, έχει ήδη
κλονίσει τη ψυχική ισορροπία και την αίσθηση ασφάλειας του τέκνου. Η μικρή
ηλικία του ανήλικου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο,
στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου, αναφορικά με την
ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας στον ένα από τους γονείς του, γιατί η
άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη
μητέρα τους, λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων
περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές, παιδαγωγικές
και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την πρώιμη νηπιακή ηλικία, για την οποία
αναγνωρίζεται υπεροχή στη μητέρα, ενώ, για το μεταγενέστερο χρόνο,
αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών
σχέσεων του τέκνου. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη
στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του
και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το
δικαστήριο, ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού ωριμότητάς του, εφόσον αυτή
είναι προϊόν ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου. Πρέπει, εξάλλου,
να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή τη ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό
διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι
οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της
μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η
προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το βέλτιστο συμφέρον του. Έτσι, υπό το
κράτος της κατάστασης αυτής, το συμφέρον του ανηλίκου μπορεί να επιβάλει να
συμβιώνει τόσο με τη μητέρα του όσο και με τον πατέρα του και, ακολούθως,
εφόσον έτσι προκαλείται η μικρότερη δυνατή διατάραξη του τρόπου ζωής του, να
ανατίθεται η άσκηση της επιμέλειας αυτού από κοινού στη μητέρα και τον πατέρα
του, δηλαδή, να γίνεται χρονική (ή εναλλασσόμενη) κατανομή αυτής ανάμεσα στους
δύο γονείς ενώ και η γονική μέριμνα να ανήκει από κοινού και στους δύο, οι
οποίοι Θα οφείλουν να φροντίζουν για την ομαλή ανάπτυξη και το καλό του τέκνου
τους από κοινού. Η έλλειψη δε συνεργασίας των γονέων δεν πρέπει να συνιστά
εμπόδιο επιλογής της χρονικής κατανομής της επιμέλειας. Επίσης, η τυχόν
εξάρτηση της χρονικά κατανεμημένης γονικής μέριμνας ή επιμέλειας από τη διάθεση
συνεργασίας των γονέων αποδυναμώνει τη συγκεκριμένη λύση, διότι αφήνει τη
δυνατότητα στο γονέα, που είναι περισσότερο συναισθηματικά δεμένος με τα
παιδιά, να τα επηρεάσει σε βάρος του άλλου γονέα και να επιτύχει, μέσω της
άρνησής του να συνεργαστεί για μια τέτοια λύση, το μείζον, ήτοι να ασκεί αυτός
αποκλειστικά τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια των τέκνων, περιθωριοποιώντας τον
άλλο γονέα. Για το σκοπό αυτό, λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η
παιδαγωγική καταλληλότητα και υπευθυνότητα κάθε γονέα
και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων.
Διάκριση πρέπει να γίνεται μεταξύ της χρονικής κατανομής της άσκησης της
επιμέλειας μεταξύ των γονέων και της εναλλασσόμενης διαμονής (κατοικίας) του
τέκνου. Η πρώτη συνιστά μορφή κατανομής της άσκησης της επιμέλειας με
περιοδικότητα και συνεπάγεται ότι το παιδί έχει εναλλασσόμενη κατοικία στον
τόπο κατοικίας του γονέα του, ο οποίος, στο πλαίσιο αυτό, ασκεί μόνος του, κάθε
φορά, τις πράξεις επιμέλειας του παιδιού για όλα τα θέματα, με εξαίρεση εκείνα
που αφορούν στον πυρήνα, κατ' άρθρο 1519 § 1 ΑΚ. Αντιθέτως, η εναλλασσόμενη
διαμονή μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο αυτοτελώς, χωρίς την κατανομή της
άσκησης της επιμέλειας, οπότε οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού την
επιμέλεια του παιδιού (συνεπιμέλεια) (ΑΠ 78/2023, ΑΠ
535/2022, ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1135/2020, ΑΠ 358/2019, ΤΝΠ Νόμος).
Περαιτέρω,
η νομοτεχνική διάρθρωση των κανόνων της γονικής μέριμνας μετά την διάσπαση της
έγγαμης συμβίωσης ή του διαζυγίου ως κανόνας (η από κοινού άσκηση) - εξαίρεση
(η κατανομή της άσκησης/ανάθεση της άσκησης στον ένα γονέα) δεν δίδει απόλυτο
κανονιστικό προβάδισμα στην από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας έναντι της
άσκησης απ' τον ένα γονέα, ούτε θεσπίζεται αντίστοιχη νομοθετική επιταγή
(Λέκκας, ο.π., αριθμ. 451,
ΑΠ 155/2022, δημ. Νόμος. Πρβλ.
και Βαλτούδη, ο.π., αριθμ. 18, όπου δίνει το «νομοθετικό» προβάδισμα στη συνεπιμέλεια, κυρίως όμως με τη μορφή της χρονικής
κατανομής της άσκησής της). Η κρίση του δικαστηρίου στηρίζεται στο βέλτιστο
συμφέρον του παιδιού, το οποίο πρέπει να προάγεται στη συγκεκριμένη περίπτωση
από την ουσιαστική συμμετοχή και των δυο γονέων στην ανατροφή και στη φροντίδα
του (άρθ. 1511 παρ. 1 εδ. α ΑΚ. Βλ. και Κώνστα, Το
βέλτιστο συμφέρον του τέκνου και η ρυθμιστικός του ρόλος μετά τις τροποποιήσεις
στο Οικογενειακό Δίκαιο, ΕλΔ 2021.1061, Χρηστίδου,
οπ., σελ. 11 επ., ΑΠ 155/2022, δημ.
Νόμος και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο ΑΠ 1286/2018, ΑΠ
121/2011, ΑΠ 1736/2007, ΕφΑΘ 218/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στη δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη
όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να
εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Πρέπει ακόμα να λεχθεί
ότι η συνεπιμέλεια δεν προαπαιτεί την καλή συνεννόηση
ή και αγαστή συνεργασία μεταξύ των γονέων, αφού, στην πραγματικότητα, είναι η
ίδια η συνεπιμέλεια που οδηγεί στην καλή συνεργασία
αυτών δια της ισότητας, ίσης αφετηρίας και οριοθέτησης της θέσης ισχύος του
ενός γονέα. Η θεώρηση ότι, επειδή δεν συνεννοούνται οι γονείς, ας προκριθεί η
αποκλειστική επιμέλεια και συνεπώς ο αποκλεισμός του έτερου
γονέα από την συνανατροφή του τέκνου του δεν μπορεί
άκριτα να γίνεται δεκτή. Εφόσον η συνεννόηση ή μη είναι στην διακριτική
ευχέρεια των γονέων, ο γονέας που έως πρόσφατα πλεονεκτεί νομολογιακά
μπορεί απλά να επιλέξει την μη συνεννόηση και να επιτύχει την αποκλειστική
επιμέλεια. Με αυτόν όμως τον τρόπο, ζημιωμένο Θα είναι το παιδί, το συμφέρον
του οποίου, επιτάσσει την ικανή παρουσία αμφότερων των γονέων στη ζωή του και
συνεπώς η επίκληση του συμφέροντος του, στο πλαίσιο ανάθεσης από το Δικαστήριο,
αποκλειστικής επιμέλειας, καθίσταται προσχηματική. Η παραπάνω θεώρηση αγνοεί το
δεδομένο ότι όλοι οι γονείς που χωρίζουν, έφτασαν στον χωρισμό, ακριβώς επειδή
δεν μπόρεσαν να συνεννοηθούν και συνεπώς εφόσον υιοθετηθεί η άποψη αυτή, η «συνεπιμέλεια» είναι καθολικά μη εφαρμόσιμη σε όλες τις υποθέσεις.
Το ακριβώς αντίθετο, όμως, συμβαίνει και επιβάλλεται εκ μέρους των γονέων να
συμβαίνει, επιδεικνύοντας υπεύθυνη και ώριμη στάση προς τους ίδιους και τα
παιδιά τους. Παρά δηλαδή την μη βέλτιστη συνεννόηση των γονέων, η ανάγκη
συνεργασίας τους, (των γονέων) είναι αυτή που πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι
θα αμβλύνει τις διαφορές και εντάσεις και θα οδηγήσει σε αμοιβαίες υποχωρήσεις
και συναίνεση. Αντιθέτως η «μονομέρεια» που συνήθως ακολουθεί την αποκλειστική
ανάθεση της επιμέλειας, ιδίως σε περιπτώσεις ικανών και στοργικών γονέων, είναι
αυτή που μεγιστοποιεί τις εντάσεις και συνεπώς η ως άνω θεώρηση «περί της
προϋπόθεσης της «καλής συνεργασίας» είναι εσφαλμένη και αντίθετη με την
διατυπωμένη πλέον βούληση του Νομοθέτη του Οικογενειακού δικαίου. Η έλλειψη
συνεργασίας μεταξύ των γονέων δεν μπορεί να εμποδίσει το σύστημα της κοινής
άσκησης της γονικής μέριμνας που ο Ν. 4800/2021 προκρίνει, όπως οι λοιπές
Ευρωπαϊκές Νομοθεσίες, θέτοντας ως γνώμονα και μοναδικό περιορισμό το συμφέρον
του παιδιού. Οι γονείς παρά την διάρρηξη των διαπροσωπικών τους σχέσεων
οφείλουν προς όφελος του συμφέροντος του τέκνου να πράξουν ό,τι είναι δυνατό
για να υπερβούν τα εμπόδια άσκησης της κοινής γονικής μέριμνας. Για το λόγο
αυτό δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή οι αναμενόμενες έριδες που προέρχονται από τη
ματαίωση των προσωπικών προσδοκιών λόγω της διάσπασης του έγγαμου βίου. Για την
μη επιλογή της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας, σύμφωνα και με την
αλλοδαπή νομολογία, απαιτείται να συντρέχει μια βαριά και μόνιμη ρήξη της σχέσης
των γονέων που προκαλεί συγκεκριμένη ζημιά στο τέκνο. Η επιλογή της ύστατης
λύσης της αποκλειστικής επιμέλειας, συνιστά μια έντονη παρέμβαση στο δικαίωμα
του γονέα, διότι δεν πρόκειται για ανάθεση αλλά στην ουσία για άρση της κοινής
επιμέλειας και για το λόγο αυτό απαιτείται ειδική αιτιολόγηση. Περαιτέρω, η
"θεωρία της διαρκούς μετακίνησης ή θεωρία της βαλίτσας" ως βασικό
επιχείρημα έχει την ταλαιπωρία που υφίστανται τα τέκνα στην περίπτωση της
εναλλασσόμενης κατοικίας με τις συνεχείς μετακινήσεις. Φυσικά το ιδανικό για τα
τέκνα είναι να ζουν σε ένα σταθερό περιβάλλον με δύο λειτουργικούς γονείς που
θέτουν ισχυρά και υγιή πρότυπα. Σε περίπτωση, όμως, που αυτό δεν είναι εφικτό,
διότι οι γονείς δεν μπορούν πλέον να συμβιώνουν, νομοτελειακά τα παιδιά προκειμένου
να έχουν επαφή και με τους δύο γονείς, θα πρέπει να μετακινούνται. Εφόσον δε
υφίσταται και κοντινή κατοικία των γονέων με συνέπεια να μην μεταβάλλεται το
κοινωνικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο των τέκνων, η "ταλαιπωρία και διατάραξη
της σταθερότητας τους", περιορίζεται στο ελάχιστο και συνεπώς, η λύση της
εναλλασσόμενης κατοικίας μπορεί να προκρίνεται. Σε διαφορετική περίπτωση,
καταλήγουμε στο οξύμωρο να είναι προτιμότερο, ιδίως για τέκνα με ικανούς και
στοργικούς γονείς και διακαή επιθυμία και δυνατότητά τους για ικανή επαφή μαζί
τους, να στερούνται την αναγκαία και ικανή σε χρονικό επίπεδο παρουσία του, για
να μην διαταραχθεί η σταθερότητα της ζωής τους. Εξάλλου, οι σύγχρονες
επιστημονικές θέσεις συνηγορούν στο ότι τα παιδιά "ταλαιπωρούνται"
όχι από τις μετακινήσεις, αλλά από την «αλληλοδιαβολή»
των γονέων μεταξύ τους. Αυτό είναι που διχάζει την ψυχή τους και τα καταστρέφει
ψυχοσωματικά. Η κριτική που ασκείται στην πρακτική εναλλασσόμενης κατοικίας
έγκειται στο ότι η αλλαγή τόπου διαμονής καθιστά το παιδί «μπαλάκι» ανάμεσα
στους δύο γονείς και δημιουργεί συνθήκες αστάθειας και στρες για το παιδί». Αν
ανατρέξει κανείς σε ερευνητικά δεδομένα που προέρχονται από μελέτες οι οποίες
συνέκριναν με συστηματικό τρόπο την ευεξία των παιδιών που διαμένουν
αποκλειστικά με τον ένα γονέα αναφέρεται συμπερασματικά ότι η εναλλασσόμενη
κατοικία βρέθηκε ότι δεν δημιουργεί εξ ορισμού αστάθεια. Αντ’ αυτού μπορεί να
διατηρήσει πολλαπλά συστήματα κοινωνικής υποστήριξης για το παιδί και να
προστατεύσει τη σχέση του παιδιού με τους δύο γονείς. Συνολικά, η ψυχική υγεία
των παιδιών που εναλλάσσουν κατοικία είναι καλύτερη (Bergstrom
et al 2014), παρουσιάζουν
λιγότερα ψυχοσωματικά προβλήματα (Bergstrom et al 2015) και οι δείκτες του
στρες είναι χαμηλότεροι (Turunen,2017) σε σχέση με παιδιά σε αποκλειστική
επιμέλεια. Οι θετικές επιπτώσεις της κοντινής επαφής και με τους δύο γονείς
μπορεί να υπερισχύσουν του στρες που απορρέει από τη ζωή σε δύο κατοικίες. Η
πρόσβαση δηλαδή του παιδιού σε δύο εμπλεκόμενους γονείς (διανυκτερεύσεις και
χρόνος τόσο στην καθημερινότητα όσο και διακοπές) φαίνεται να είναι πιο
σημαντική για την ψυχολογική ευεξία του από τις δυσκολίες που συνοδεύουν την
μετακίνηση σε δύο κατοικίες. Η σταθερότητα που τόσο χρειάζεται ένα παιδί
έγκειται, κατά βάση, στη σταθερότητα των σχέσεων, στη σταθερή επαφή και με τους
δύο γονείς και στην συστηματική συμμετοχή τους στη καθημερινότητα του παιδιού.
Σύμφωνα με τον καθηγητή ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Ηλία Κουρκουτά (2021), αυτό που έχει σημασία είναι η «ψυχική
κατοικία» του παιδιού και εκεί διαμένουν και οι δυο γονείς του («Από Κοινού και
Εξίσου — Η κοινή ανατροφή των παιδιών μετά το διαζύγιο», Γιώργος
Καραμανώλης-Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, Gutenberg, σελ 53- 56 (Μαριέττα Παπαδάτου Παστού, Επίκουρη καθηγήτρια Νεύρο ψυχολογίας,
παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Ε.Κ.Π.Α.). Το Δικαστήριο παρότι έχει
διακριτική ευχέρεια να κρίνει εκτός του θεσπισμένου τεκμηρίου τής από κοινού
άσκησης αυτό, κατά την ορθή εφαρμογή του νόμου, μπορεί αυτό να γίνει, μόνον με
ειδική αιτιολογία και οπωσδήποτε όχι με την στερεοτυπική διαπίστωση απλά της μη
βέλτιστης συνεννόησης ή της κάποιας απόστασης μεταξύ των οικιών των γονέων.
Εξάλλου, δεν έχουν όλοι οι γονείς την οικονομική ευχέρεια της μετακόμισης
προκείμενου να βρεθούν χωροταξικά ακριβώς δίπλα στην οικία του έτερου γονέα, ούτε και φυσικά μπορούν να ελέγξουν την
μονομερή και ιδιοτελή μη συνεννόηση του ετέρου γονέα. Στην παρέμβασή της στην
Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή η Ελληνική Εταιρεία Ψυχολόγων (ΕΨΕ) επισήμανε ότι:
1) Η «βιοκοινωνική υπεροχή της μητέρας» συνιστά όρο
αόριστο και μη τεκμηριωμένο επιστημονικά, 2) Η ασύμμετρη συμμετοχή των γονέων
στην καθημερινή/βιωματική ανατροφή του παιδιού ή ο αποκλεισμός (σκόπιμος ή μη)
του ενός δημιουργεί ρήγμα στον ψυχισμό του παιδιού που το φτωχοποιεί
σε πολλά επίπεδα, 3) Το συμφέρον του παιδιού είναι να ανατρέφεται και από τους
δύο γονείς, 4) Τα ευεργετικά αποτελέσματα της συνεπιμέλειας
είναι εμφανή σε ένα ευρύ φάσμα αξιολογήσεων που αφορούν την ψυχοσωματική
λειτουργιά (ευημερία) των παιδιών, που συμπεριλαμβάνουν (α) χαμηλότερα επίπεδα
κατάθλιψης, άγχους και γενικότερα ψυχικής δυσφορίας, (β) χαμηλότερη
επιθετικότητα και προβλήματα συμπεριφοράς, μειωμένη χρήση αλκοόλ και ουσιών,
(γ) καλύτερη σχολική απόδοση και καλύτερη γνωστική ανάπτυξη, (δ) καλύτερη
σωματική υγειά, ε) χαμηλότερα ποσοστά καπνίσματος και (στ)
καλύτερες σχέσεις με πατέρες, μητέρες, γιαγιάδες και παππούδες, 5) Η συνθήκη συνεπιμέλειας, στην οποία οι γονείς έχουν κοινή νομική
ευθύνη σχετικά με την ιατρική φροντίδα και τις αποφάσεις για την σχολική και
θρησκευτική αγωγή του παιδιού, φαίνεται να έχει θετικές επιπτώσεις στην
ευημερία των παιδιών, 6) Τα παιδιά ωφελούνται σημαντικά από την κοινή
επιμέλεια, ακόμα και όταν οι γονείς έχουν υψηλά επίπεδα συγκρουσιακών σχέσεων.
Επιπλέον, αποτελέσματα νεότερων επιστημονικών ερευνών σχετικά με ζητήματα
ψυχοσύνθεσης, ψυχολογίας, συμπεριφοράς ανατροφής των παιδιών νεαρής ηλικίας
καταλήγουν στο ότι η προσφορότερη και αποδεδειγμένη επιστημονικά λύση είναι η
κοινή ανατροφή των παιδιών και από τους δύο γονείς τους, δηλαδή να περνάνε τα
παιδιά ίσο χρόνο και με τους δύο γονείς τους. Δεν είναι το διαζύγιο των γονέων
του το οποίο εκθέτει σε κίνδυνο το βρέφος /παιδί, αντίθετα, αυτό το κάνει η
απώλεια της παρουσίας του ενός από τους δύο γονείς του από την καθημερινή ζωή
του. Η διανυκτέρευση ακόμη και με νήπια και παιδιά πολύ μικρής ηλικίας
επιβάλλεται προκειμένου να δημιουργηθούν και να διατηρηθούν οι οικογενειακές
σχέσεις πατέρα - παιδιού. Τα παιδιά δεν έχουν μια "σταθερή κατοικία"
αλλά δύο κατοικίες, αυτές των δύο γονέων τους. Τα παιδιά κινδυνεύουν από την
απώλεια ενός από τους δύο γονείς τους και δεν κινδυνεύουν από την εναλλαγή στην
κατοικία τους, όταν αυτή η εναλλαγή τους εξασφαλίζει το σταθερό περιβάλλον που
δημιουργεί η εναλλασσόμενη παρουσία και των δύο καλών γονέων τους (Σωκράτης Π. Καραμπατέας, ΜSc, Ψυχολόγος)».
Για τους λόγους αυτούς η Ε.Ψ.Ε. εισηγήθηκε μεταξύ άλλων πως οι γονικές ευθύνες
και δικαιώματα για τους γονείς των παιδιών να παραμένουν κοινές και αδιάσπαστες
ανεξάρτητα από τη μεταξύ τους νομική σχέση, καθώς και να διασφαλίζεται ίσος
χρόνος του παιδιού με κάθε γονέα τόσο στις διακοπές όσο και στην καθημερινότητά
του. Επιχείρημα επίσης αναφορικά με την πρόθεση του Νομοθέτη για την εφαρμογή
τού νομικού τεκμηρίου τής από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας αντλείται και
από την τελική διατύπωση του άρθρου 1519 ΑΚ δυνάμει του οποίου ακόμα και « Όταν
η επιμέλεια ασκείται από τον ένα γονέα ή έχει γίνει κατανομή της μεταξύ των
γονέων, οι αποφάσεις για την ονοματοδοσία του τέκνου,
για το θρήσκευμα, για ζητήματα της υγείας του, εκτός από τα τρέχοντα, καθώς και
για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, λαμβάνονται
από τους δύο γονείς από κοινού. Επομένως ένα συνεπές εύρημα μεταξύ μελετών σε
διαφορετικές χώρες τις τελευταίες δεκαετίες είναι ότι η κοινή φυσική επιμέλεια
όχι μόνο δεν διαταράσσει τη σταθερότητα και την ασφάλεια ενός παιδιού, αλλά
συνδέεται με τη θετική προσαρμογή της συντριπτικής πλειονότητας των παιδιών σε
σύγκριση με την αποκλειστική επιμέλεια (Nielsen 2018b
Baude et al 2016 Bauserman 2002). Ας μην
ξεχνάμε εξάλλου ότι η κοινή φυσική επιμέλεια επιτρέπει μια ενδεχομένως μη
βέλτιστη γονική ανατροφή από τον έναν γονέα να αντισταθμίζεται από μια καλύτερη
γονική ανατροφή από τον άλλο γονέα, πατέρα ή μητέρα (Braver
& Lanb,2018). Τα παραπάνω επιστημονικά δεδομένα έχουν οδηγήσει στην ένταξη
της κοινής φυσικής επιμέλειας ως τουλάχιστον το ένα τρίτο του χρόνου με κάθε
γονέα στο νομοθετικό πλαίσιο και την περαιτέρω
εφαρμογή της στις ΗΠΑ, στην Αυστραλία και σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες (Από
κοινού και εξίσου - Η κοινή ανατροφή των παιδιών μετά το διαζύγιο Χ.
Καραμανώλης-Ιωάννης Παπαρηγόπουλος, Gutenberg σελ 52-53- Μαριέττά Παπαδάτου Παστού,
Επίκουρη καθηγήτρια νευροψυχολογίας, παιδαγωγικό
τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης ΕΚΠΑ). Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι από την ορθή
ανάγνωση του πλέγματος των διατάξεων του Ν. 4800/2021, το Δικαστήριο οφείλει
πρωταρχικά με την απόφαση του να διασφαλίσει ότι το τέκνο θα ανατρέφεται από
αμφότερους τους γονείς του και με ικανή χρονικά παρουσία, ώστε να είναι σε θέση
αμφότεροι, σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, να συμβάλλουν ουσιωδώς
στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Παράλληλα, στο διεθνή χώρο,
υποστηρίζεται σθεναρά ότι με την εναλλασσόμενη κατοικία, κατοχυρώνεται μια
καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στους γονείς, στη φροντίδα και ανατροφή των τέκνων,
προσφέροντας στον ανήλικο τη δυνατότητα να διαβιεί στην καθημερινή του ζωή τόσο
με τον πατέρα όσο και τη μητέρα. Το παιδί έχει δυο λειτουργικά σπίτια, την
πατρική και μητρική του κατοικία. Ενθαρρύνεται έτσι η ισόρροπη επαφή του
παιδιού και με τους δυο γονείς. Επιπλέον σημειώνεται ότι η κοινωνία έχει
αλλάξει, η γυναίκα λόγω της επαγγελματικής της απασχόλησης βρίσκεται πλέον σε
δυσκολία να φροντίσει μόνη της τα τέκνα, ενώ η σχέση των πατέρων με τα τέκνα
τους δεν είναι η ίδια με αυτή που επικρατούσε παλαιότερα. Επιπλέον έχει
παρατηρηθεί ότι δυο σαββατοκύριακα εναλλάξ το μήνα, δεν επιτρέπουν στον γονέα
που δεν διαμένει με το τέκνο να ασκήσει μια πραγματική επιρροή στην ανατροφή
των τέκνων του. Η θεματική δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο σε νομικό επίπεδο
αλλά πρέπει να συμπεριλάβει και τις επιστημονικές ανακαλύψεις στους τομείς της
ιατρικής και της ψυχολογίας. Επισημαίνεται ότι από τις νεότερες ιατρικές και
ψυχολογικές έρευνες δεν προκύπτει κανένα αρνητικό αποτέλεσμα από την κοινή
ανατροφή, που μοιράζεται ισομερώς μεταξύ δυο σπιτιών. Αντίθετα, η ύπαρξη της
διπλής κατοικίας Θεωρείται ευεργετική και απαραίτητη για την προστασία της
ισόρροπης ανάπτυξης του παιδιού. Τα παιδιά που ζουν εναλλάξ και με τους δυο
γονείς με ίση κατανομή του χρόνου, ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από
τη ζωή τους από εκείνα που υπάγονται σε άλλη ρύθμιση για χωρισμένες οικογένειες
(Bjanason/Arnarsson (2011),
Joint physical custody and communication with parents: A cross-national study of children in 36 countries, Jounal of Comparative Family Studies, 42, σ. 871-890 Bauserman (2002), Child adjustment in joint-custody versus sole-custody arrangements: an meta analytic review,
Journal of Family Phsycology,
16, σ. 91-102). Την αρχή της εναλλασσόμενης κατοικίας (shared
residence) και μετά τη διάσταση, εισηγείται και το
Συμβούλιο της Ευρώπης με το υπ' αρ. 2079/2-10-2015
ψήφισμα του, με το οποίο προσκαλεί τα κράτη μέλη να την εισαγάγουν στη
νομοθεσία τους, αποκλείοντας την εφαρμογή της σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής
βίας, κακοποίησης του παιδιού και αδιαφορίας, που δημιουργούν κινδύνους για τη
σωματική και ψυχική υγεία του τέκνου. Αυτό το ψήφισμα, στηρίχθηκε σε μετά -
ανάλυση πολυάριθμων διεθνών μελετών (Nielsen (2014), Shared physical custody: Summary of 40 studies on outcomes for children, Journal of Divorce
& Remarriage, 55, 613-635), που κατέδειξαν τα
οφέλη από την εναλλασσόμενη κατοικία και τις αρνητικές επιπτώσεις που
προέρχονται από την αποκλειστική επιμέλεια, στην οποία ο χρόνος συναναστροφής
του παιδιού με το λιγότερο ευνοημένο γονέα είναι κάτω του 33%. Περαιτέρω, ο
χωρισμός δεν είναι καθαυτός δείκτης της έλλειψης γονικής ικανότητας και η
υπαιτιότητα του ενός ή του άλλου γονέα για το διαζύγιο ή τη διακοπή της
συμβίωσης δεν ασκεί επιρροή στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Η καταλληλότητα του ενός γονέα να αναλάβει την άσκηση της επιμέλειας
δεν αποτελεί ταυτόχρονα και ένδειξη ακαταλληλότητας του άλλου (Μιχαλακάκου, Η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας κατά τη
νομολογία, 2015, σ. 40). Αμφότεροι κατά τεκμήριο είναι ικανοί στο γονεϊκό ρόλο και το ανήλικο έχει το δικαίωμα να διατηρεί
μια ισορροπημένη σχέση και με τους δυο γονείς. Ιδανική λύση είναι η διατήρηση
της συμμετοχής και η ενεργητική παρουσία και των δυο γονέων στην ανατροφή του
παιδιού, γιατί το τελευταίο δεν χρειάζεται μόνο τον καλύτερο από αυτούς
(Δεμερτζής, Η ουσιαστική και δικονομική αναγκαία μεταρρύθμιση της επιμέλειας, Δ
2008.140 επ.). Εξάλλου σημαντικά κριτήριο για την
εξειδίκευση του συμφέροντος του ανηλίκου αποτελεί η προσωπική του γνώμη, η
αναζήτηση της οποίας εξαρτάται από την ωριμότητα αυτού, η οποία προϋποθέτει
κάποια ηλικία και πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται πριν από κάθε απόφαση
σχετική με τη γονική μέριμνα (άρθρο 1511 § 3 ΑΚ), χωρίς όμως να είναι
δεσμευτική. Ως ωριμότητα του τέκνου είναι η ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον
του (ΑΠ 201/2010 ΝοΒ 2010.174 ΑΠ 1316/2009 ΝοΒ 2010.162 Λαδογιάννης σε Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ II, 2013, σ. 869, αρ.8). Η ηλικία από
μόνη της δεν είναι ενδεικτική της ωριμότητας (ΑΠ 561/2003 Ν Β 2004.23). Η γνώμη
του ανηλίκου δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, ούτε πρέπει να εξομοιώνεται με
μαρτυρική κατάθεση, και δεν έχει ως σκοπό την απόκτηση αποδεικτικών στοιχείων.
Αντίθετα η ακρόαση πρέπει να αποσκοπεί στην ανάπτυξη από το παιδί, των σκέψεων,
αισθημάτων, αναγκών και επιθυμιών του, που θα αποτελέσουν ένα οδηγό για την
κρίση του δικαστηρίου και θα συνεκτιμηθούν με τα υπόλοιπα στοιχεία. (Σκορίνη - Παπαρρηγοπούλου, Η
ευρωπαϊκή Σύμβαση για την ανάπτυξη των δικαιωμάτων των παιδιών νόμος 2502/1997.
Παρουσίαση των βασικών της σημείων και της σημασίας της στο ισχύον ελληνικό
δίκαιο, ΕλλΔνη 2003. 326). Περαιτέρω, σύμφωνα με το
άρθρο 1520 ΑΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του ν. 4800/2021,
προβλέπεται ότι ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, έχει το δικαίωμα
και την υποχρέωση τής, κατά το δυνατό, ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία
περιλαμβάνονται τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του με το τέκνο, όσο και η
διαμονή του τέκνου στην οικία του. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο
οφείλει να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του τέκνου με τον άλλο
γονέα σε τακτή χρονική βάση. Με την ως άνω ρύθμιση δηλώνεται πανηγυρικά ότι η
επικοινωνία συνιστά δικαίωμα και παράλληλα και υποχρέωση του δικαιούχου γονέα.
Η ως άνω αναφορά του νόμου σε υποχρέωση ερμηνεύεται ως αναγνώριση του
λειτουργικού χαρακτήρα του δικαιώματος της επικοινωνίας, έχει συμβολικό και
κατευθυντήριο ρόλο για τους γονείς και δεν εισάγει αγώγιμη αξίωση για
εξαναγκασμό του γονέα σε επικοινωνία. Για την εφαρμογή του άρθρου 1520 ΑΚ
σημασία έχει μόνο το γεγονός ότι ο γονέας μένει χωριστά από το τέκνο ανεξάρτητα
από το αν ασκεί από κοινού με τον άλλο γονέα την επιμέλεια. Επίσης, προβλέπεται
ως ειδική υποχρέωση του γονέα με τον οποίο διαμένει το τέκνο, η διευκόλυνση και
η προώθηση της επικοινωνίας του τέκνου με τον άλλο γονέα, η οποία νοείται ως η
εμφύσηση στο παιδί καλών αισθημάτων για τον άλλο γονέα και η καλή συνεργασία
προκειμένου να καθοριστούν οι πρακτικές λεπτομέρειες της άσκησης του
δικαιώματος επικοινωνίας. Επισημαίνεται ότι η επικοινωνία περιλαμβάνει τόσο τη
φυσική παρουσία και επαφή του γονέα με το τέκνο, όσο και τη διαμονή του τέκνου
στην οικία του. Καθίσταται έτσι σαφές ότι η επικοινωνία δεν περιλαμβάνει μόνο
τη διαμονή του παιδιού στην οικία του γονέα αλλά και άλλες μορφές επαφής, με
φυσική παρουσία (λ.χ. ο γονέας δειπνεί με το παιδί ή το συνοδεύει σε δραστηριότητες)
ή όχι (λ.χ. βιντεοκλήση, απλή τηλεφωνική
επικοινωνία). Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του νέου άρθρου 1520 Α.Κ. «Ο χρόνος
επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν
διαμένει, τεκμαίρεται στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο
γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί
μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις
συνθήκες διαβίωσης ή στο συμφέρον του τέκνου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν
διαταράσσεται η καθημερινότητα του τέκνου.» Με την ως άνω ρύθμιση επιχειρείται
η οριοθέτηση ενός ελάχιστου χρόνου επικοινωνίας του τέκνου με το γονέα που δεν
διαμένει, γεγονός το οποίο συμβάλει στην ανάπτυξη της προσωπικότητας και της
ψυχικής υγείας του ανήλικου. Έτσι, ο εύλογος χρόνος επικοινωνίας τεκμαίρεται
μαχητά, από μόνη τη γονεϊκή ιδιότητα ενός προσώπου,
ότι πρέπει να ανέρχεται τουλάχιστον «στο ένα τρίτο (1/3) του «συνολικού χρόνου»
του παιδιού». Το τεκμήριο είναι μαχητό, με συνέπεια ο άλλος γονέας με τον οποίο
διαμένει το τέκνο να δύναται να αποδείξει ότι αυτός ο χρόνος επικοινωνίας δεν
είναι ο προσήκων για το συμφέρον του παιδιού και πρέπει να μειωθεί λόγω των
ειδικών συνθηκών διαβίωσης, όπως οι σχολικές υποχρεώσεις, η ηλικία, η κατάσταση
της υγείας του. Ομοίως, ο γονέας που αιτείται μικρότερο χρόνο επικοινωνίας από
το 1/3 που προβλέπει το άρθρο 1520 ΑΚ έχει το βάρος απόδειξης ότι τούτο είναι
δικαιολογημένο, με βάσει τις συνθήκες διαβίωσης και το συμφέρον του τέκνου
(λ.χ. ηλικία, ειδικές ανάγκες, σχολικές υποχρεώσεις), όχι όμως και του
δικαιούχου γονέα (λ.χ. επαγγελματικές ενασχολήσεις, φόρτος εργασίας, νέα
οικογένεια, παιδί από άλλη σχέση), ο οποίος πρέπει, κατ’ αρχήν, να του
αφιερώνει το 1/3 του συνολικού του χρόνου, άλλως στοιχειοθετείται,
κατά περίπτωση, κακή άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας και του δικαιώματος
της γονικής μέριμνας, λόγω του λειτουργικού τους χαρακτήρα. Όμως, η αυστηρή
τυπική λειτουργία του νόμιμου μαχητού τεκμηρίου, που θα επέβαλλε το βάρος
απόδειξης για το εύρος και το περιεχόμενο της επικοινωνίας αποκλειστικά στους
διαδίκους γονείς δεν συνάδει με τον παιδοκεντρικό χαρακτήρα των διατάξεων του
οικογενειακού δικαίου και τη σταθερή προσήλωσή του προς συμφέρον του παιδιού,
ιδίως όταν η ρύθμιση των εν λόγω ζητημάτων γίνεται ετερόνομα από το δικαστήριο
και όχι αυτόνομα από τους γονείς. Υποστηρίζεται, λοιπόν, σχετικώς ότι οι λόγοι
που αφορούν το συμφέρον του τέκνου και επιβάλλουν μεγαλύτερο ή μικρότερο χρόνο
επικοινωνίας, μπορούν να εξειδικεύονται μέσω της αποδεικτικής διαδικασίας και
λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, διότι πρόκειται στην ουσία
για εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του τέκνου, η
οποία, ως τέτοια, μπορεί και πρέπει να εξειδικευτεί μέσω των αποδείξεων και με
εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Προς υποστήριξη τής ως άνω θέσης
συνηγορεί όχι μόνον ο παιδοκεντρικός χαρακτήρας του συστήματος του
οικογενειακού δικαίου αλλά και η γραμματική διατύπωση του άρθρου 1520 Α.Κ.: «ή
επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας». Η
διατύπωση αυτή του νέου άρθρου αντιπαραβάλλεται διαζευκτικά προς το αίτημα του
γονέα, άρα περιλαμβάνει και τη δυνατότητα του δικαστηρίου να ρυθμίσει ex officio την επικοινωνία
διαφορετικά, όταν επιβάλλεται από το συμφέρον του ανήλικου τέκνου. Άλλωστε και
στην αιτιολογική έκθεση τού ν. 4800/2021 αναφέρεται ότι η καθιέρωση του ανωτέρω
τεκμηρίου στοχεύει «στη δημιουργία μιας υπαρκτής βάσης διαλόγου μεταξύ των γονέων»
και δεν διαφαίνεται πρόθεση του νομοθέτη για θέσπιση ενός αυστηρού νομικού
τεκμηρίου προς αντιστροφή του βάρους απόδειξης υπέρ του δικαιούχου γονέα. Η ως
άνω θέση προκρίνεται ως ορθότερη διότι το συμφέρον του τέκνου κατά το άρθρο
1511 ΑΚ αποτελεί σε κάθε περίπτωση ένα σταθερό γνώμονα για την εφαρμογή του
άρθρου 1520 ΑΚ, εκτός της εξουσίας διάθεσης των διαδίκων γονέων, όταν το
δικαστήριο καλείται να ρυθμίσει ετερόνομα την επικοινωνία, σε περίπτωση που οι
γονείς διαφωνούν ως προς το εύρος και τους όρους της ή σε περίπτωση που η
συμφωνία των γονέων δεν είναι νόμιμη. Άλλωστε, η στάθμιση και αξιολόγηση των
συμφερόντων των γονέων και του τέκνου μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική ad hoc
διευθέτηση του χρόνου και τρόπου επικοινωνίας από αυτή που προτείνουν στο
Δικαστήριο οι διάδικοι γονείς ή τεκμαίρεται ex ante και in abstracto ως ωφέλιμη
από το άρθρο 1520 παρ. 1 εδ. γ’ ΑΚ. Το συμφέρον του
τέκνου, ως κριτήριο για τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα με το
τέκνο, αποτελεί αόριστη νομική έννοια, που εξειδικεύεται από το δικαστήριο
ανάλογα με τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, συνεκτιμώντας τα
πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν με βάση αξιολογικά κριτήρια, αντλούμενα
από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνοντας
υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής. Σύμφωνα
δε με το νέο αναθεωρημένο πλαίσιο για τις σχέσεις γονέων - τέκνων, που
θεσπίστηκε με τον ν. 4800/2021, για την εξειδίκευση του βέλτιστου συμφέροντος
του ανήλικου τέκνου, που εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και
των δύο γονέων στην ανατροφή και τη φροντίδα του τέκνου, καθώς και από την
αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθέναν από
αυτούς, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους δεσμούς του τέκνου με καθέναν από
τους γονείς, τυχόν συμφωνίες των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας
(άρθρο 1514 παρ.3 ΑΚ), την ικανότητα και πρόθεση καθενός γονέα να σέβεται τα
δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά του γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό
διάστημα, τη συμμόρφωση του κάθε γονέα με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, με
δικαστικές αποφάσεις, με εισαγγελικές διατάξεις και με προηγούμενες συμφωνίες
που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα (άρθρο 1511 παρ.2 εδ.
β' ΑΚ). Περαιτέρω, ο υπολογισμός του ενός τρίτου (1/3) του χρόνου του συνολικού
χρόνου του παιδιού πρέπει κατά κανόνα να ερμηνευτεί ως το ένα τρίτο (1/3) της
εκάστοτε χρονικής περιόδου που διανύει το παιδί στη ζωή του (σχολική χρονιά,
Θερινές ή εορταστικές διακοπές κ.ο.κ.), χωρίς να
ενδιαφέρει ο στενός εννοιοκρατικός και μαθηματικός υπολογισμός του 1/3 εκ του
συνόλου των ημερών ενός έτους (Βαλτούδης, ο.π., αριθμ. 30 επ.). Ωστόσο, η επικοινωνία χωρίς φυσική παρουσία δεν προσμετράται για τον υπολογισμό του 1/3, όπως ρητά
προβλέπεται στο 3ο εδάφιο της παρ. 1. Στο σημείο αυτό θα πρέπει άλλωστε να
παρατηρηθεί ότι, ναι μεν το άρθρο 1520 παρ. 1 εδ. α
ΑΚ κάνει λόγο για κατά το δυνατό ευρύτερη επικοινωνία στην οποία περιλαμβάνεται
και η διαμονή στην οικία του δικαιούχου (κάτι που αφορά τον τόπο της
επικοινωνίας), οι λέξεις όμως «κατά το δυνατό» υποδηλώνουν αυτό που είναι και
αυτονόητο: ότι η διαμονή στην οικία του δικαιούχου συνήθως είναι επιθυμητή από
αυτόν, δεν είναι όμως πάντα απεριόριστα δυνατή. Η επικοινωνία του παιδιού με
τον γονέα βέβαια δεν πρέπει να διαταράσσει την «καθημερινότητα» του παιδιού
(1520 παρ. 1 εδ. γ' ΑΚ). Αυτό σημαίνει ότι ο γονέας
που επιδιώκει διευρυμένη επικοινωνία έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση να
υλοποιήσει το πρόγραμμα δραστηριοτήτων του παιδιού, που έχει συμφωνηθεί από
τους δύο γονείς ή οριστεί από το δικαστήριο. Πλην, όμως, η μέριμνα να μη
διαταραχθεί η σχολική τους φοίτηση και καθημερινότητα δεν θα πρέπει να οδηγεί
στη λύση τα παιδιά να διαμένουν όλες τις εργάσιμες ημέρες με τον έχοντα την
επιμέλεια γονέα και όλα τα Σαββατοκύριακα και διακοπές με τον άλλο γονέα, με
αποτέλεσμα μεγάλες στρεβλώσεις στην ανάπτυξη της σχέσης τους με καθένα από τους
δύο. Τούτο δε διότι θα βιώνουν μία απολύτως διχοτομική κατάσταση, όπου ο
περιορισμένος χρόνος τους με τον έχοντα την επιμέλεια γονέα (λόγω σχολείου,
μελέτης, εξωσχολικών δραστηριοτήτων, και ταυτόχρονα εργασίας και οικιακών
δραστηριοτήτων του γονέα) θα χαρακτηρίζεται από υποχρεώσεις και όρια ενώ ο
ποιοτικός χρόνος που θα περνούν με τον άλλο γονέα θα έχει ως κύριο
χαρακτηριστικό την ευχαρίστηση.
Ακόμα,
κατά το άρθρο 18 εδ. α' ν. 4800/2021 (μεταβατική
διάταξη) τα κεφάλαια Β και Γ του νόμου αυτού (που ρυθμίζουν τα ζητήματα των
σχέσεων γονέων και τέκνων και τροποποιούν τις διατάξεις των άρθρων 1511 επ. ΑΚ) εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις επί των
οποίων δεν έχει εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (16.9.2021)
αμετάκλητη δικαστική απόφαση (γνήσια αναδρομικότητα), κατ' επιτρεπτή απόκλιση
από την κοινή διάταξη του άρθρου 533 § 2 ΚΠολΔ,
σύμφωνα με την οποία, κατά τη συζήτηση της έφεσης, εφαρμόζεται το δίκαιο που
ίσχυε κατά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης.
Τέλος,
περιορισμοί της εμμάρτυρης απόδειξης σχετικοί με το
πρόσωπο του μάρτυρα περιέχει και το άρθρο 597 ΚΠολΔ,
σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται η εξέταση στις γαμικές
διαφορές ως μάρτυρες των γνήσιων τέκνων των διαδίκων - συζύγων, είτε αυτά είναι
κοινά, είτε προέρχονται μόνον από τον γάμο ενός εξ αυτών, των νομιμοποιημένων,
των θετών και αναγνωρισμένων, των τέκνων της γυναίκας που γεννήθηκαν χωρίς
γάμο. Επιπροσθέτως, απαγορεύεται και η εξέτασή τους ως μαρτύρων των συζύγων των
τέκνων και των κατιόντων τους. Σαφής σκοπός του
νομοθέτη είναι η προστασία του θεσμού της οικογένειας από την αντιδικία που θα
αναπτυχθεί μεταξύ των συζύγων. Οι μάρτυρες αυτοί αποβάλλονται αυτεπαγγέλτως από
το Δικαστήριο, ή εφόσον το ζητήσει κάποιος από τους διαδίκους.
Από
την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης (του ενάγοντος), ... που εξετάστηκε στο ακροατήριο του
πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης και
περιέχεται στα με αρ. 1002/16.1.2023 απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ενώ δεν
Θα ληφθεί υπόψιν (κατ' άρθρο 597 παρ. 2 ΚΠολΔ),
σύμφωνα με όσα λέχθηκαν στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη της παρούσας, η
ένορκη, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατάθεση της μάρτυρος, ...
καθόσον είναι γνήσιο τέκνο από άλλο γάμο της εναγόμενης - αντενάγουσας,
όπως ορθά αυτεπαγγέλτως κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, από όλα τα έγγραφα,
που νόμιμα μετ' επικλήσεως επαναπροσκομίζουν οι
διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,
καθώς και όσα το πρώτον προσκομίζονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (κατ'
άρθρο 529 παρ.1 εδ. 1 ΚΠολΔ)
και ειδικότερα από τις με αριθμούς 238 και 240 από 13-1-2023 ένορκες
βεβαιώσεις, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, των μαρτύρων του ενάγοντος, αδελφής
του ενάγοντος) και ... (εξαδέλφου του ενάγοντος), που δόθηκαν με επιμέλεια του
ενάγοντος-αντεναγομένου, μετά από νομότυπη και
εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης - αντενάγουσας,
όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...β/10-1- 2023 έκθεση επίδοσης, της δικαστικής
επιμελήτριας, της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο
Αθηνών, ... [που δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στην πρωτοβάθμια δίκη], από τις
με αρ. ... και ... από 18.7.2019 ένορκες βεβαιώσεις
των μαρτύρων του ενάγοντας - αντεναγόμενου, [πρώην
συζύγου του] και [οικογενειακής φίλης], αντίστοιχα, που δόθηκαν για να
χρησιμοποιηθούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την συζήτηση
τής από 20.3.2019 και με ΓΑΚ/... ΕΑΚ .../2019 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του
ενάγοντας κατά της εναγόμενης, από την το πρώτον προσκομιζόμενη ενώπιον αυτού
του Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠολΔ), με αρ. ./20.3.2024 ένορκη
βεβαίωση, του ... (μάρτυρα του ενάγοντας και φίλου αυτού), που δόθηκε ενώπιον
της Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της
εναγόμενης (βλ. την με αρ. .Β/14-3-2024 έκθεση
επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, .,
από την επίσης το πρώτον προσκομιζόμενη ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο
529 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠολΔ), με
αρ. .../20.3.2024, ένορκη βεβαίωση της μάρτυρας της αντενάγουσας, αδελφής της αντενάγουσας),
που δόθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών, μέλους της συμβολαιογραφικής
εταιρείας, με την επωνυμία ( κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του
ενάγοντας - αντεναγόμενου - εκκαλούντος (βλ. την με αρ. .../14-3-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής
επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών,...) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά
περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, 3° για τον ενάγοντα
και 2° για την αντενάγουσα, σύμφωνα με τους κανόνες
της Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας, στην ... στις 15-2-2016, από τον οποίο
απέκτησαν ένα τέκνο, την..., που γεννήθηκε στις .... Ο έγγαμος βίος είχε
σύντομη διάρκεια εξαιτίας της προβληματικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων. Ο ενάγων,
όπως ομολογεί η αντενάγουσα στήριξε την τελευταία και
στάθηκε πλάϊ της όταν κατά τη διάρκεια της
εγκυμοσύνης της παρουσίασε αυτοάνοσο νόσημα.
Περαιτέρω, όμως, αμφότεροι οι διάδικοι με τα δικόγραφά τους κατηγορούν ο ένας
εναντίον τον άλλο, η μεν αντενάγουσα πως μόλις
γεννήθηκε η κόρη τους έστρεψε την προσοχή του ο ενάγων αποκλειστικά σε αυτήν
(κόρη τους) και έπαυσε να της δίνει σημασία, επιπρόσθετα δε την απαξίωνε και
την περιφρονούσε επιδεικτικά, ο δε ενάγων πως αυτή (η αντενάγουσα)
του ασκούσε ψυχολογική βία, δεν του μιλούσε καθόλου, τον μείωνε και τον
υποτιμούσε, λέγοντάς του πως είναι ανίκανος, δεν είναι άντρας, δεν της κάνει
οικονομικά, τον έβριζε, βλασφημούσε, δεν ήθελε να έχουν επαφές με την πατρική
του οικογένεια, αντιπαθούσε την μητέρα του, που έπασχε από καρκίνο και τους
αποκαλούσε καρκινιάρηδες, ενώ τον απειλούσε ότι αν
δεν φύγει από το σπίτι της και έρθουν τα αδέρφια της και τον βρουν εκεί Θα τον
κάνουν κομματάκια. Έτσι, και αφού δεν τα κατάφεραν να βρουν λύση για αρμονική
συμβίωση, ενόψει κυρίως της ιδιότητά τους ως γονείς και παρά το γεγονός ότι
επισκέφτηκαν ψυχολόγο προς τούτο, πλην, όμως, η προσπάθεια αυτή απέβη άκαρπη, ο ενάγων μετά από προτροπή της αντενάγουσας αναγκάστηκε να αποχωρήσει, την 1-2-2019, από
την οικογενειακή στέγη, στην ... επί της οδού ... αριθμ.
..., κυριότητας της αντενάγουσας, παρέμεινε δε σε
αυτήν η τελευταία μαζί με την ανήλικη κόρη τους. Μέχρι εξάλλου και σήμερα, όπως
διαφαίνεται από το περιεχόμενο των δικογράφων και εξωδίκων που ανταλλάσσουν
μεταξύ τους αλλά και από τις μαρτυρικές καταθέσεις που προσκομίζουν και λοιπά
αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι η σχέση των διαδίκων δεν έχει
εξομαλυνθεί, διακατεχόμενοι ακόμα από αρνητικά μεταξύ τους συναισθήματα,
γεγονός που είναι γνωστό τοις πάσι ότι αποτελεί και
βασικό στρεσογόνο για την ανήλικη κόρη τους παράγοντα
και όπως αποδεικνύεται επηρεάζει την ελεύθερη και ανεπηρέαστη βούλησή της.
Ειδικότερα, εξαιτίας της κακής σχέσης που εξακολουθούν να διατηρούν οι διάδικοι
και της ανάθεσης έως σήμερα, με αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων και με την
εκκαλουμένη, της αποκλειστικής επιμέλειας του προσώπου του τέκνου στη μητέρα
του - εναγόμενη - αντενάγουσα - εφεσίβλητη
διαφαίνεται μέσα και από την επικοινωνία που διατάχθηκε από το παρόν Δικαστήριο
με το τέκνο, κατά την οποία εξέφρασε την επιθυμία του να επικοινωνεί με τον
πατέρα του λιγότερο από όσο επικοινωνούσε μέχρι τώρα και δη μόνο Σάββατο και
Κυριακή και όχι Παρασκευή ότι έχει γίνει, όλο αυτό το διάστημα, προσπάθεια
αποξένωσής του από τον πατέρα του - ενάγοντα - αντεναγόμενο
- εκκαλούντα εκ μέρους της μητέρας του, προβάλλοντας προφανώς τα όποια
προβλήματα αντιμετωπίζει η ίδια στη σχέση της με τον ενάγοντα πάνω στο τέκνο
και παραβλέποντας την υποχρέωσή της να τηρεί όχι μόνο ουδέτερη στάση αλλά
τέτοια που να ενισχύει τον δεσμό με τον πατέρα της, αποφεύγοντας, έτσι, να
ζημιώνει αυτό προκειμένου το τέκνο να μπορέσει να αναπτυχθεί ψυχοσυναισθηματικά και να συγκροτήσει μία ολοκληρωμένη,
κατά το δυνατόν, προσωπικότητα. Όπως ακόμα αποδεικνύεται και όσον αφορά τον
ενάγοντα αυτός τρέφει αισθήματα βαθιάς και αληθινής αγάπης προς την κόρη του
και παρά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής του με την αντενάγουσα
και την επακόλουθη μη συγκατοίκησή του με το τέκνο του, έχει επιδείξει
πραγματική διάθεση προκειμένου να διατηρήσει και να αναπτύξει τον
συναισθηματικό δεσμό μαζί του, επιδεικνύοντας σταθερά γνήσιο ενδιαφέρον για την
ομαλή ανάπτυξή του, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Επίσης δεν συντρέχει κάποιος
σπουδαίος λόγος, που εγκυμονεί κινδύνους για το ανήλικο τέκνο του (περίπτωση
κακοποιητικού, ψυχικά διαταραγμένου ή παντελώς αδιάφορου γονέα) ή πραγματική
αδυναμία άσκησης της συνεπιμέλειας εκ μέρους του,
ούτε εξάλλου επικαλείται τέτοια γεγονότα η εναγόμενη - αντενάγουσα
σε βάρος του. Δεν υπάρχει, δε, κανένας λόγος ώστε να παρεκκλίνει το παρόν
Δικαστήριο από την ρύθμιση του άρθρου 1513 ΑΚ, το οποίο καθιερώνει ως νόμιμο
σύστημα την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας μετά τον χωρισμό των γονέων,
καθώς, σύμφωνα και με όσα λέχθηκαν παραπάνω στην οικεία μείζονα σκέψη της
παρούσας, το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, όπως αυτό
προσδιορίζεται από την ανάγκη της ομαλής σωματικής και ψυχοπνευματικής
ανάπτυξής του επιβάλλει να ασκείται η γονική μέριμνα αυτού στο σύνολό της, ήτοι
συμπεριλαμβανομένης και της επιμέλειας και από τους δύο γονείς του, από κοινού,
προκειμένου να επιτευχθεί ένας σταθερός συναισθηματικός δεσμός με αυτούς, να
αποφευχθεί ο κίνδυνος της ψυχικής αποξένωσής τους με έναν από αυτούς ή και με
τους δύο με σκοπό την ομαλή ψυχοπνευματική του
ανάπτυξη. Σε αντίθεση με όσα η αντενάγουσα
ισχυρίζεται στα δικόγραφά της και οι μάρτυρές της επιβεβαιώνουν ο ενάγων
αποδεικνύεται ότι είναι ένας πολύ αφοσιωμένος και στοργικός πατέρας. Έχει έναν
ενήλικο γιο, 20 ετών σήμερα, από τον 1ο του γάμο, τον και αγαπάει πολύ και τα
δύο του παιδιά. Μάλιστα η αντενάγουσα και η μάρτυράς
της (αδελφή της) επιχειρεί να πλήξει τον ενάγοντα και όσον αφορά τη σχέση του
με τον ως άνω γιο του, από τον πρώτο του γάμο, ισχυριζόμενη αναληθώς πως δεν
ενδιαφέρθηκε καθόλου στο μεγάλωμά του,
ήταν απών και δεν ήταν ένας καλός πατέρας και επίσης πως δεν κατάφερε
μήτε μεταξύ των δύο αδελφιών να δημιουργήσει βαθιά συναισθήματα αδελφικής
αγάπης, κοινές μνήμες και βιώματα (βλ. μεταξύ των άλλων και 3° φύλλο της με αρ. ./20.3.2024 ένορκης βεβαίωσης της - αδελφής της
ενάγουσας, η οποία καταλήγει, αντιφατικά στο τέλος της α' παραγράφου πως η
αγαπά τον αδελφό της αλλά δεν τον αποζητά). Όμως όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί της αντενάγουσας διαψεύδονται εξολοκλήρου και από την ένορκη
κατάθεση της πρώτης συζύγου του ..., η οποία, μετά λόγου γνώσης, καταθέτει ότι
ο ενάγων ήταν πάντα παρών και αρωγός της στην ανατροφή του γιου τους, η σχέση
του με τον γιο τους είναι άριστη, με συχνή επικοινωνία με διανυκτερεύσεις,
φροντίδα και ενασχόληση μαζί του, ενώ η ουσιαστική συμβολή του όλα αυτά τα
χρόνια βοήθησε στην ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Επίσης, ότι όπως
πληροφορείται από τον γιο τους και η σχέση του ενάγοντας με την κόρη του ...
είναι άριστη και την φροντίζει πολύ και γενικά ότι ο ενάγων είναι ένας πολύ
καλός και υποστηρικτικός πατέρας. Τα όσα καταθέτει η εν λόγω μάρτυρας, η οποία σημειωτέον δεν έχει συμφέρον στην έκβαση της δίκης,
ενισχύονται και από το πλήθος των φωτογραφιών που προσκομίζει ο ενάγων, που
απαθανατίζουν ευχάριστες οικογενειακές στιγμές με τα δύο του παιδιά και,
επίσης, με τον ίδιο και την ..., στιγμές στις οποίες καταφαίνεται η αγάπη, η
στοργή και η χαρά που διέπει τις σχέσεις τους. Επίσης, η ανήλικη κόρη του
ενάγοντας αποτελεί προτεραιότητά του στη ζωή του, αφιερώνοντας αρκετό και ικανό
χρόνο για την σωστή ανατροφή της. Για τον σκοπό αυτό, μάλιστα πρέπει να
τονιστεί, ως θετικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του ενάγοντος ότι αυτός
αποδεικνύεται ότι αφιερώνει αρκετό χρόνο και για την δική του επιμόρφωση, ως
γονέας, έχοντας επίγνωση ότι χρειάζεται και είναι απαραίτητο να επιμορφώνεται ο
ίδιος πρωτίστως και μάλιστα σε τακτική βάση για θέματα που αφορούν τους γονείς
και τα παιδιά, εξελισσόμενος και αυτός και στον γονεϊκό
του ρόλο. Ειδικότερα, ο ενάγων συμμετέχει ενεργά σε σχολές γονέων και
επιμορφωτικά σεμινάρια, γεγονός που εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου
του, έχει παρακολουθήσει συνεδρίες συμβουλευτικής, γονέων, στο διεπιστημονικό
κέντρο υποστήριξης παιδιών «Άνοιξη», βιωματικό σεμινάριο του συλλόγου ΓΟΝ.ΙΣ,
διάρκειας 25 ωρών, από 1.3.20 έως 25.6.20, από 5.4.22 έως 12.7.22 και από
4.9.23 έως 6.11.23, για την επιμόρφωσή του σε ειδικότερα παιδαγωγικά ζητήματα
(δεξιότητες επικοινωνίας, διαχείριση θυμού, διαζύγιο και παιδί) και έχει
συμμετάσχει σε εκδηλώσεις του παραπάνω συλλόγου με θέματα «δύο γονείς για την
ανατροφή του παιδιού» και «το θέατρο ως πηγή έκφρασης για τα παιδιά και τους
νέους», καθώς και στην διαδικτυακή σχολή γονέων του Δ. Παλλήνης ( βλ. βεβαίωση
συμμετοχής του, του Δ. Παλλήνης, για το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023), ως ενεργό,
δε, μέλος του Συλλόγου Γονέων ... του ... Δημοτικού Σχολείου στο οποίο φοιτά το
τέκνο του, συμμετέχει μαζί με αυτό σε διάφορες φιλανθρωπικού και κοινωνικού
χαρακτήρα δράσεις που οργανώνονται από τον Σύλλογο. Επίσης, ο ενάγων
προσκομίζει και επικαλείται τιμητικό έπαινο από τον κοινωνικό φορέα ΓΟ.ΝΙΣ για
τη συμβολή του στο ανθρωπιστικό έργο του φορέα προς την οικογένεια και την
κοινωνία. Επίσης, επιμελείται ιδιαιτέρως την διατροφή της ανήλικης, η οποία
αντιμετωπίζει πρόβλημα υψηλών τιμών χοληστερίνης και απαιτείται ειδικό διατροφολόγιο και κυρίως παρασκευή των γευμάτων και σνακς στο σπίτι και αποφυγή των «έτοιμων φαγητών». Γι' αυτό
το λόγο ο ενάγων αφενός απευθύνθηκε σε ειδική κλινική διατροφολόγο και αφετέρου
μαγειρεύει ο ίδιος για το παιδί του. Αποδείχτηκε ακόμα ότι ο ενάγων φροντίζει
τη σχολική μελέτη της κόρης του και τις εξωσχολικές της δραστηριότητες,
ενημερώνεται τακτικά για την σχολική πρόοδό της - και κατά τη φοίτησή της στο
νηπιαγωγείο - και κατά φοίτησή της κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής του στην
Α' Δημοτικού και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα (βλ. από 25.9.23, 7.11.23,15.2.24
και πρόσφατη από 14.3.24 βεβαιώσεις επίσκεψης γονέα, ...), ενώ μέριμνά του
είναι όχι μόνο η εκπαιδευτική πρόοδος του τέκνου του (βλ. επιμέλειά του για τη
μελέτη του τέκνου του με επαναληπτικές ασκήσεις και για παρακολούθηση
καλοκαιρινού camp, με την υποβολή τής από 8.6.23
αίτησής του στο ... και συμμετοχή του
ενάγοντος στις ομαδικές διαδικτυακές συνομιλίες εφαρμογής viber
στην ομάδα γονέων του σχολείου, στην χορωδία και τη δραστηριότητα JUDO αλλά και
η ευρύτερη πνευματική και πολιτιστική καλλιέργειά της. Προς το σκοπό αυτό ο
ενάγων επιμελείται την ποιοτική ψυχαγωγία του παιδιού του με τη μετάβασή τους
σε εκδηλώσεις και κοινωνικές δράσεις, ώστε να αποκτά νέα ερεθίσματα, να έχει
προσλαμβάνουσες παραστάσεις και να απολαμβάνει με τον καλύτερο τρόπο τον
ελεύθερο χρόνο του (βλ. επικαλούμενα και προσκομιζόμενα παραστατικά αποδεικτικά
δαπανών του ενάγοντος για την ψυχαγωγία του παιδιού και τη συμμετοχή του σε
εκδηλώσεις, καθώς και σχετικές φωτογραφίες). Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε παραπάνω
ο ενάγων φροντίζει και για την ενίσχυση και διατήρηση των οικογενειακών δεσμών
της κόρης του και με τον ετεροθαλή αδελφό της, ... και έχει καταφέρει να
αναπτυχθεί ένας σταθερός, ασφαλής και στοργικός δεσμός μεταξύ των αδελφιών,
γεγονός που ενισχύει και προάγει το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. Όσα επομένως
περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η ενάγουσα με τα δικόγραφά της, σε βάρος του
προσώπου του ενάγοντος, τα περισσότερα μάλιστα γενικά και αόριστα επικαλούμενα,
κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμα, κατέστησαν δε δυσχερή εκ μέρους του Δικαστηρίου
την ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας, παραβιάζοντας έτσι και το καθήκον
αλήθειας που οφείλεται να τηρείται από τους διαδίκους ενώπιον των Δικαστηρίων.
Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, οι
διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοι αυτών οφείλουν να τηρούν
τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστεως, να αποφεύγουν ενέργειες
που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα
που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν με πληρότητα και
σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις. Η
διάταξη αυτή που αποσκοπεί στον περιορισμό της καταχρήσεως των δικονομικών
δυνατοτήτων επιβάλλει στο διάδικο την τήρηση, κατά τη διενέργεια των διαφόρων
διαδικαστικών πράξεων, των κανόνων των χρηστών ηθών και της καλής πίστεως.
Επίσης, καθιερώνει ως γνήσια υποχρέωση (και όχι απλώς ως δικονομικό βάρος) την
τήρηση του καθήκοντος αλήθειας. Τούτο απαγορεύει στα ανωτέρω πρόσωπα να
προβάλλουν αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς, την ανακρίβεια των οποίων
γνωρίζουν, και αφετέρου να αμφισβητούν πραγματικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου,
καίτοι γνωρίζουν ότι είναι αληθείς. Δηλαδή, η παράβαση του καθήκοντος αυτού
προϋποθέτει ενσυνείδητο ψεύδος επισύρει κατά του παραβάτη ποινές τάξεως κατ'
άρθρο 205 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1480/2017 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου,
κατά τη διάταξη του άρθρου 205 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει
μετά το Ν. 4335/2015, το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφαση του,
επιβάλλει στον διάδικο ή στον νόμιμο αντιπρόσωπο του ή στο δικαστικό του
πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από χίλια {1.000)
ευρώ έως δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, που περιέρχεται στο δημόσιο ως
δημόσιο έσοδο, ον προκόψει από τη δίκη που έγινε, ότι, αν και το γνώριζαν: 1)
άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανούς αβάσιμο ένδικο
μέσο ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των
χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας. Με τη διάταξη αυτή,
η οποία εναρμονίζεται με το άνω άρθρο 116 ΚΠολΔ,
καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς
καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου και
όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, εφόσον
διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην
απονομή δικαιοσύνης. Κύρια προϋπόθεση για την επιβολή της ποινής τάξης του
άρθρου 205 ΚΠολΔ, αποτελεί το στοιχείο της
υπαιτιότητας με την μορφή άμεσου δόλου, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος ή
βαριά αμέλεια, τα πραγματικά δε περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως
οριοθετούν την ευθύνη του διαδίκου, του νομίμου
αντιπροσώπου και του δικαστικού πληρεξουσίου (ΑΠ 602/2016 1443/2014, ΑΠ
738/2012 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη - αντενάγουσα
- εφεσίβλητη παραβίασε την υποχρέωσή της για την τήρηση του καθήκοντος αλήθειας
και την καλόπιστη διεξαγωγή δίκης, προβάλλοντας εν γνώσει της στα δικόγραφά της
ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναληθείς πραγματικούς
ισχυρισμούς, την ανακρίβεια των οποίων γνώριζε σχετικά με την πατρική ιδιότητα
του ενάγοντος και την σχέση του και την συμπεριφορά του προς το τέκνο του με
γενικολόγους και αόριστους ισχυρισμούς, προκειμένου να μην ανατεθεί σε αυτόν η συνεπιμέλεια του προσώπου του τέκνου του, σύμφωνα με όσα
έγιναν δεκτά παραπάνω, κατά παραβίαση του καθήκοντος αλήθειας και των αρχών της
καλής πίστης που διέπει το δικονομικό μας σύστημα και δυσχεραίνοντας κατά τον
τρόπο αυτό το Δικαστήριο από την ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας και πρέπει,
αυτεπαγγέλτως και σύμφωνα με όσα λέχθηκαν στην αμέσως ανωτέρω μείζονα πρόταση
να επιβληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή, κατ' άρθρο 205 ΚΠολΔ,
ύψους χιλίων (1.000) ευρώ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό.
Περαιτέρω, οι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να λειτουργεί
προς το βέλτιστο όφελος των τέκνων η συνεπιμέλεια (με
χρονική κατανομή ή εναλλασσόμενη διαμονή) συντρέχουν στην συγκεκριμένη
περίπτωση, δεδομένου ότι η απόσταση των κατοικιών των διαδίκων - γονέων από το
σχολείο του τέκνου είναι σχετικά ίση, ο ενάγων έχει ευέλικτο εργασιακό πλαίσιο
καθώς είναι ελεύθερος επαγγελματίας, έχει δημιουργήσει ξεχωριστό δωμάτιο για το
τέκνο του και φροντίζει ώστε η κατοικία του να είναι καθαρή και τακτοποιημένη,
η δε ανήλικη κόρη του είναι εξοικειωμένη με τον χώρο του. Περαιτέρω και η αντενάγουσα
- μητέρα του τέκνου κρίνεται κατάλληλη για την άσκηση της (συν)επιμέλειας
αυτού, το φροντίζει και το αγαπά, το δε τέκνο είναι στενά συνδεδεμένο μαζί της.
Περαιτέρω, κρίνεται απαραίτητο να σέβεται ο καθένας από τους διαδίκους και να
αναγνωρίζει την συνεισφορά του άλλου γονέα, ώστε να αναπτυχθεί ψυχοσυναισθηματικά η ανήλικη κόρη τους, οι μεταξύ δε των
διαδίκων σχέσεις και συμπεριφορές λόγω των συνεχών συγκρούσεων, της αδυναμίας
επίλυσης των δικών τους προβλημάτων εξωδικαστικά και της κατ’ επανάληψη
προσφυγής τους προς τούτο στα Δικαστήρια δεν θα πρέπει να αποτελέσουν τροχοπέδη
στην διαμόρφωση της δικανικής κρίσης του Δικαστηρίου σχετικά με την ανάθεση της
συνεπιμέλειας του τέκνου και στους δύο γονείς, όπως
επιτάσσει και προτάσσει και ο σχετικός νόμος. Οι γονείς - διάδικοι θα χρειαστεί
να συνειδητοποιήσουν την σπουδαιότητα του γονεϊκού
τους ρόλου ως πρωταρχικού ρόλου στη ζωή τους. Επίσης, ότι υποχρεούνται, εξ
αυτού του λόγου, να μην αποξενώνουν το τέκνο από κάποιον από τους γονείς του,
να συμπράξουν και να συμβάλλουν με πρόσφορους τρόπους, έχοντας πάντα κατά νου
το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου τους και να καταβάλουν προσπάθειες για τη
δημιουργία ενός ειρηνικού και αρμονικού κλίματος μεταξύ τους. Χρειάζεται δε να
επιλύουν τις όποιες διαφορές τους χωρίς προκαταλήψεις και αλληλοκατηγορίες που
οδηγούν σε αδιέξοδο αλλά με ενσυναίσθηση, ωριμότητα
και διάθεση να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για την προαγωγή της ομαλής
ανάπτυξης, ψυχοσυναισθηματικής ισορροπίας και του
βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου τους, όπως ο νόμος ορίζει, ώστε να διαφυλαχθεί
με τον καλύτερο τρόπο η ψυχική του υγεία, το ατομικό και κοινωνικό του μέλλον.
Πιο ειδικά, η αδυναμία των διαδίκων ως γονείς να επικοινωνούν μεταξύ τους
αρμονικά και να συνεργάζονται, προκειμένου να βρίσκουν λύσεις για πρακτικά και
μη ζητήματα της καθημερινότητας που αφορούν στην ανατροφή του τέκνου τους θα
πρέπει και επιβάλλεται να υπερκεραστεί και αυτοί να εφεύρουν τρόπους με σκοπό
να παραμερίσουν τις όποιες δικές τους διαφωνίες, στις οποίες δεν πρέπει να
εμπλέκεται το τέκνο, ώστε να ανεύρουν κοινή γραμμή πλεύσης, καθώς αποφασιστικό
και μοναδικό κριτήριο της συμπεριφοράς τους πρέπει να είναι το βέλτιστο
συμφέρον αυτού, προκειμένου να δημιουργούν στο τέκνο ένα ήρεμο περιβάλλον για
να μεγαλώσουν. Οφείλουν, δηλαδή, ως γονείς, να θέσουν σε δεύτερη μοίρα τις
διαφωνίες τους, ώστε να αποκτήσουν ένα, τουλάχιστον, ελάχιστο πεδίο συνεννόησης
μεταξύ τους για τα ζητήματα που το αφορούν, το οποίο μπορούν και επιβάλλεται
από τις περιστάσεις να επιτύχουν. Ο γονεϊκός ρόλος
απαιτεί την ενεργητική παρουσία και των δύο γονέων στη διαδρομή του βίου του
τέκνου τους, το οποίο έχει το δικαίωμα και την ανάγκη να διατηρεί μια
ισορροπημένη σχέση και με τους δύο γονείς του και δεν χρειάζεται μόνον εκείνον
που φαίνεται καλύτερος (πολλές φορές μάλιστα καθ' υποβολήν
του ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του), παρέχουν δε τα εχέγγυα για τη
σωστή διαπαιδαγώγηση και περίθαλψή του, λόγω της προσωπικότητάς τους και της
παιδαγωγικής καταλληλότητας εκάστου, συνεκτιμωμένων των συνθηκών κατοικίας, του περιβάλλοντος,
του επαγγέλματος, της πνευματικής ανάπτυξης και της οικονομικής κατάστασης
καθενός από τους γονείς, καθώς και της ικανότητας προσαρμογής τους στις
απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στο πλαίσιο της λογικής, ορθολογικής
και συμφέρουσας γι' αυτά αντιμετώπισης των θεμάτων των ανηλίκων. Κατόπιν αυτών
το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι το βέλτιστο συμφέρον της ανήλικης κόρης των
διαδίκων,..., επιτάσσει να συναναστρέφεται εξίσου και με τους δύο γονείς της,
αφού την συνεπιμέλεια ζητεί και ο πατέρας της.
Ενόψει, λοιπόν, της καταλληλότητας και της Θέλησης
και των δύο (2) γονέων - διαδίκων να ασχοληθούν ουσιαστικά και συστηματικά με
την ανατροφή του παιδιού τους, σε συνδυασμό με το ότι δεν διαθέτουν κάποιον
άλλο κατιόντα, ο οποίος να χρήζει επιμέλειας, (το
πρώτο τέκνο του ενάγοντας είναι ενήλικος σήμερα) πρέπει να διαταχθεί η χρονική
κατανομή της άσκησης της επιμέλειας του τέκνου στους δύο γονείς, με το σύστημα
της εναλλασσόμενης κατοικίας της ανήλικης. Όπως, δε λέχθηκε και πιο πάνω, δεν
αποδείχθηκε ότι υπάρχουν λόγοι για τους οποίους δεν μπορεί να λειτουργήσει η συνεπιμέλεια στο πρόσωπο των διαδίκων, ούτε σπουδαίοι λόγοι
για την ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας στον ένα γονέα, ώστε να
παραμεριστεί το νόμιμο σύστημα άσκησης της γονικής μέριμνας, στην οποία
συμπεριλαμβάνεται και η επιμέλεια, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης,
από κοινού κι εξίσου από τους δύο γονείς, κατ' άρθρο 1513 ΑΚ, που πρέπει για το
τέκνο των διαδίκων να εφαρμοστεί, δεδομένου ακόμη και του ότι το Δικαστήριο
εκτιμά ελεύθερα και χωρίς να δεσμεύεται από την εκφρασθείσα
ενώπιον του γνώμη του τέκνου, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την άποψη του
Δικαστηρίου η εν λόγω γνώμη δεν κρίνεται ελεύθερη και ανεπηρέαστη, για όλους
τους παραπάνω λόγους που αναφέρθηκαν. Περαιτέρω, δεν προέκυψαν θεμελιώδεις
διαφωνίες των γονέων στα ζητήματα ανατροφής της ανήλικης κόρης τους, παρά μόνο
διαφωνίες και αιτιάσεις που αφορούν στις προσωπικές τους σχέσεις και
επιδιώξεις, ως συζύγων, τις οποίες οφείλουν ως υπεύθυνοι γονείς, να αφήσουν
πίσω τους, χάριν του συμφέροντος του τέκνου τους, ώστε να επιτύχουν το καλύτερο
επίπεδο συνεννόησης και συνεργασίας μεταξύ τους για τα ζητήματα αυτού. Το
βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, επομένως, προάγεται από την επιλογή του
συστήματος της εναλλασσόμενης διαμονής, οπότε ο γονέας, με τον οποίο διαμένει
εκ περιτροπής η ανήλικη, μπορεί να επιχειρεί μόνος του εκείνες τις πράξεις
επιμέλειας που προβλέπει το άρθρο 1516 παρ.1 ΑΚ, ενώ κατά τα λοιπά η γονική
μέριμνα θα ασκείται από κοινού από τους γονείς στο σύνολό της, ανεξάρτητα από
τον τόπο διαμονής της ανήλικης κόρης των διαδίκων.
Πρέπει,
συνεπώς, να καθοριστεί ως τόπος κατοικίας της εν λόγω ανήλικης, με το σύστημα
της εναλλασσόμενης κατοικίας, η κατοικία των γονέων της, με τους οποίους θα
διαμένει εκ περιτροπής, δηλαδή με εναλλαγή του τόπου διαμονής της κατά την
παραπάνω χρονική κατανομή, οπότε οι γονείς θα ασκούν από κοινού και εξίσου την
επιμέλεια του προσώπου της (συνεπιμέλεια), σύμφωνα με
το νόμιμο σύστημα του άρθρου 1513 εδ. α' ΑΚ, με
εξαίρεση μόνο εκείνες τις συνήθεις πράξεις επιμέλειας, για την τρέχουσα
διαχείριση της περιουσίας της και πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα (άρθρα
1513 εδ. β' και 1516 εδ. α'
ΑΚ), ήτοι τις πράξεις επιμέλειας και διαχείρισης που αφορούν στην καθημερινή
φροντίδα του τέκνου, που δεν διαφοροποιούνται από την προηγούμενη πρακτική και
δεν επηρεάζουν το μέλλον του τέκνου (βλ. Γ. Λέκκα, ό.π.
αρ. 395), τις οποίες μπορεί να επιχειρεί κάθε φορά μόνος του ο γονέας, με τον
οποίο θα διαμένει κάθε φορά το ανήλικο τέκνο, ενώ κατά τα λοιπά η γονική
μέριμνα θα ασκείται από κοινού από τους γονείς της στο σύνολό της, ανεξάρτητα
από τον τόπο διαμονής της. Το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη αφενός μεν τη
δημιουργηθείσα μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης
των διαδίκων κατάσταση, τους σχετικά κοντινούς τόπους διαμονής τους, κάτι που
εξασφαλίζει την απρόσκοπτη συμμετοχή τους στις δραστηριότητες του παιδιού τους,
την εύκολη και ασφαλή πρόσβαση του τέκνου και στις δύο χωριστές οικίες και τη
μετακίνησή τους με αυτοκίνητο από και προς το σχολείο της, συναξιολογώντας
την ηλικία της, κρίνει ότι θα προσαρμοστεί ιδιαίτερα γρήγορα στο σύστημα της
εναλλασσόμενης διαμονής της. Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο
που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε διαφορετικά, κατά τα στην αρχή της
παρούσας αναφερόμενα και ανέθεσε οριστικά και αποκλειστικά στην εφεσίβλητη - αντενάγουσα την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του
ανήλικου τέκνου των διαδίκων, έσφαλε καθώς κακώς το νόμο εφάρμοσε και τις
αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να εξαφανιστεί, δεκτών γενομένων των σχετικών
λόγων της έφεσης. Πρέπει, δε, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό
της, δηλαδή και ως προς τις διατάξεις και κεφάλαια που δεν μεταρρυθμίστηκαν
αλλά θα περιληφθούν στην ενιαία απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για να υπάρχει
ένας μόνο τίτλος εκτελέσεως (βλ. και Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση, Ε' έκδοση, 2003, παρ.
1143, σελ. 430, 344, ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26.642). Κατά
συνέπεια το παρόν Δικαστήριο αφού εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση, κρατεί
και συνεκδικάζει την αγωγή και την ανταγωγή (άρθρο
535 ΚΠολΔ) και δέχεται αυτές ως εν μέρει βάσιμες κατ'
ουσίαν, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της
παρούσας αναφερόμενα. Περαιτέρω, η ανάθεση στους διαδίκους - γονείς από κοινού
της άσκησης της συνεπιμέλειας του προσώπου της
ανήλικης κόρης τους, ..., με χρονική κατανομή αυτής θα λαμβάνει χώρα κατά τον
αναφερόμενο στο διατακτικό της παρούσας τρόπο, ενώ το κεφάλαιο της διατροφής θα
παραμείνει ως έχει και πρωτοδίκως διότι ο εκκαλών δεν άσκησε έφεση και γι' αυτό.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ "το
δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους, μόνο όταν
πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή σε συγγενείς εξ αίματος έως και το
δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν
ιδιαίτερα δυσχερής." Συνεπώς, ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων κατά το
άρθρο 179 ΚΠολΔ λόγω της συζυγικής σχέσης των
διαδίκων απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του
Δικαστηρίου. Οι σύζυγοι είναι αδιάφορο αν συμβιούν ή είναι σε διάσταση. Έως την
έκδοση, δε, αμετάκλητης απόφασης διαζυγίου χωρεί συμψηφισμός των δικαστικών
εξόδων, αφού οι διάδικοι διατηρούν την ιδιότητα του συζύγου, η οποία πρέπει να
υπάρχει κατά την έκδοση της απόφασης, που καθορίζεται η δικαστική δαπάνη.
Επομένως, και στις δίκες διαζυγίου χωρεί συμψηφισμός, κατά την ως άνω διάταξη
του άρθρου 179 ΚΠολΔ. Εξάλλου, η εκτίμηση για το
συμψηφισμό ή όχι της δικαστικής δαπάνης για τις αναφερόμενες στην
προαναφερθείσα διάταξη περιπτώσεις καταλείπεται στην ελεύθερη και ανέλεγκτη
κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναιρετικό
έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την διακριτική ευχέρεια αυτού του
Δικαστηρίου, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς
δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ τους, λόγω της ιδιότητάς
τους ως συζύγων.
ΓΙΑ
ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει
αντιμωλία των διαδίκων την έφεση.
Δέχεται
τυπικά και ουσιαστικά την έφεση.
Εξαφανίζει
την εκκαλούμενη απόφαση.
Κρατεί
και συνεκδικάζει την αγωγή και την ανταγωγή.
Δέχεται
εν μέρει αυτές ως ουσιαστικά βάσιμες.
Αναθέτει
την επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου των διαδίκων ..., γεννηθείσας
στις ... και στους δύο γονείς από κοινού (συνεπιμέλεια).
Καθορίζει
ως τόπο κατοικίας της ανήλικης κόρης των διαδίκων, με το σύστημα της
εναλλασσόμενης κατοικίας, την κατοικία των γονέων της, με τους οποίους θα
διαμένει εκ περιτροπής, δηλαδή με εναλλαγή του τόπου διαμονής της κατά την
παραπάνω χρονική κατανομή, οπότε οι γονείς θα ασκούν από κοινού και εξίσου την
επιμέλεια του προσώπου της (συνεπιμέλεια), με
εξαίρεση μόνο εκείνες τις συνήθεις πράξεις επιμέλειας, για την τρέχουσα
διαχείριση της περιουσίας της και πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα (άρθρα
1513 εδ. β' και 1516 εδ. α'
ΑΚ), ήτοι τις πράξεις επιμέλειας και διαχείρισης που αφορούν στην καθημερινή
φροντίδα του τέκνου, που δεν διαφοροποιούνται από την προηγούμενη πρακτική και
δεν επηρεάζουν το μέλλον του, τις οποίες μπορεί να επιχειρεί κάθε φορά μόνος
του ο γονέας, με τον οποίο θα διαμένει κάθε φορά αυτό, ενώ κατά τα λοιπά η
γονική μέριμνα θα ασκείται από κοινού από τους γονείς του στο σύνολό της
ανεξάρτητα από τον τόπο διαμονής του τέκνου.
Αναθέτει
στους γονείς από κοινού την άσκησης της συνεπιμέλειας
του προσώπου της ανήλικης κόρης τους, με χρονική κατανομή αυτής η οποία θα
λαμβάνει χώρα ως εξής: Το ανήλικο τέκνο των διαδίκων θα διαμένει τις δεκαπέντε
(15) πρώτες ημέρες εκάστου μήνα, από ώρα 08.00 της πρώτης ημέρας και έως ώρα
18.00 της τελευταίας ημέρας στην οικία του πατέρα της και τις υπόλοιπες ημέρες
του μήνα στην οικία της μητέρας της και θα έχει, ως εκ τούτου, κατοικία την
κατοικία του γονέα, με τον οποίο θα διαμένει κάθε φορά. Η ρύθμιση αυτή θα
ισχύει για όλο το έτος, εκτός από τις περιόδους των εορτών Χριστουγέννων -
Πρωτοχρονιάς (ήτοι από 24 Δεκεμβρίου έως 6 Ιανουάριου) και Πάσχα (ήτοι από
Μεγάλη Δευτέρα έως Κυριακή του Θωμά), κατά τη θερινή περίοδο (ήτοι κατά τους
μήνες Ιούλιο και Αύγουστο) και της ονομαστικής εορτής του τέκνου, οπότε αυτό θα
διαμένει εναλλάξ κατ' έτος στην οικία των γονέων του. Ειδικότερα, α)τα μονά έτη
κατά τις εορτές των Χριστουγέννων - Πρωτοχρονιάς, από τις 24 Δεκεμβρίου και ώρα
10.00 έως τις 30 Δεκεμβρίου και ώρα 19.00 το τέκνο θα διαμένει με τον πατέρα
της και από τις υπόλοιπες ημέρες έως τις 6 Ιανουάριου και ώρα 19.00 με τη
μητέρα της και αντίστροφα κατά τα ζυγά έτη, β) κατά τα μονά έτη κατά την εορτή
του Πάσχα, από Μεγάλη Δευτέρα και ώρα 10.00 έως τη Δευτέρα του Πάσχα και ώρα
20.00 θα διαμένει με τον πατέρα της και τις υπόλοιπες ημέρες έως την Κυριακή
του Θωμά και ώρα 20.00 Θα διαμένει με τη μητέρα της και αντίστροφα κατά τα ζυγά
έτη, γ) κατά τα μονά έτη κατά τους Θερινούς μήνες (Ιούλιο και Αύγουστο), από την
1η Ιουλίου ώρα 10.00 έως τις 15 Ιουλίου ώρα 21.00 Κάι από την 1η Αυγούστου ώρα
10.00 έως τις 15 Αυγούστου ώρα 21.00 θα διαμένει με τον πατέρα της, ενώ το
υπόλοιπο χρονικό διάστημα από την 16η Ιουλίου έως και την 31η Ιουλίου και από
την 16η Αυγούστου έως και την 31η Αυγούστου θα διαμένει με τη μητέρα της και
αντίστροφα κατά τα ζυγά έτη και δ) κατά την ονομαστική εορτή του τέκνου κατά τα
μονά έτη έως ώρα 22.00 θα διαμένει με τον πατέρα της και κατά τα ζυγά έτη θα
διαμένει με τη μητέρα της. Καίτοι η εναλλασσόμενη διαμονή δεν σημαίνει
απαραίτητα και ισόχρονη διαμονή, ωστόσο εν προκειμένω το Δικαστήριο κρίνει ότι
η ισόχρονη αυτή κατανομή της διαμονής της ανήλικης προάγει το βέλτιστο συμφέρον
της. Κατά την έναρξη του εκάστοτε χρονικού διαστήματος, ο πατέρας ή η μητέρα,
αντίστοιχα (ή κάποιος από τους γονείς ή τα αδέλφια του) Θα παραλαμβάνει την
ανήλικη κόρη του από την κατοικία του άλλου γονέα ή από το σχολείο της, εφόσον
την ημέρα της έναρξης το τέκνο έχει σχολικές υποχρεώσεις και κατά τη λήξη του
χρονικού διαστήματος Θα το επιστρέφει στην κατοικία της μητέρας ή πατέρα,
προσωπικά ο ίδιος (ή κάποιος από τους γονείς ή αδέλφια του).
Πρέπει
ακόμα να διαταχθεί κάθε γονέας να αποδώσει στον άλλον το ως άνω τέκνο του κατά
τον χρόνο που αυτός θα ασκεί την συνεπιμέλεια και να
απαγγελθεί σε βάρος του γονέα που αρνείται χρηματική ποινή διακοσίων (200,00)
ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας τριάντα (30) ημερών, για την περίπτωση μη
εκτέλεσης της διάταξης αυτής. Όσον αφορά την επικοινωνία των διαδίκων - γονέων
με το τέκνο τους, κατά τις ημέρες που αυτό θα διαμένει με τον άλλο γονέα αυτή
ορίζεται ότι θα λαμβάνει χώρα ως εξής: α) Δύο (2) φορές εβδομαδιαίως δια ζώσης
και συγκεκριμένα κάθε 2η και 5η ημέρα, κατά το χρονικό διάστημα που το τέκνο θα
διαμένει με τον άλλο γονέα, από ώρα 17:00 έως 20:00, εκτός αν, κατόπιν
συμφωνίας των διαδίκων, μετά από έγκαιρη ενημέρωση του άλλου γονέα, εξαιτίας
των επαγγελματικών υποχρεώσεων του ενός, καθοριστούν άλλες ημέρες και ώρες
εντός της εβδομάδας, καθώς και καθημερινά εξ αποστάσεως, καθ’ όλη τη διάρκεια
του έτους, στο σταθερό τηλέφωνο της οικίας του κάθε γονέα ή με ηλεκτρονικά μέσα
επικοινωνίας (viber, skype
κλπ.), μετά το πέρας των σχολικών και εξωσχολικών δραστηριοτήτων του τέκνου και
πριν την νυχτερινή κατάκλισή του, β) Κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και της
Πρωτοχρονιάς, κατά τα μονά έτη, από την 24η Δεκεμβρίου έως την 30η Δεκεμβρίου,
κάθε 3η ημέρα δια ζώσης από ώρα 17:00 έως 20:00 με την μητέρα του και από την
30η Δεκεμβρίου έως την 7η Ιανουάριου του επόμενου έτους, κάθε 3η ημέρα από ώρα
17:00 έως 20:00 με τον πατέρα του. Κατά δε τα ζυγά έτη, η ίδια ρύθμιση,
αντίστροφα, γ) Κατά τις εορτές του Πάσχα, κατά τα μονά έτη, από το Σάββατο του
Λαζάρου έως την Δευτέρα του Πάσχα, κάθε 3η ημέρα δια ζώσης από ώρα 17:00 έως
20:00 με την μητέρα του και από την Δευτέρα του Πάσχα έως την Κυριακή του Θωμά,
κάθε 3η ημέρα από ώρα 17:00 έως 20:00 με τον πατέρα του. Κατά δε τα ζυγά έτη, η
ίδια ρύθμιση αντίστροφα, δ) Τέλος, κατά τις θερινές διακοπές, η επικοινωνία θα
λαμβάνει χώρα εξ αποστάσεως στο σταθερό τηλέφωνο της οικίας του κάθε γονέα ή με
ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας (viber, skype κλπ), ώστε έκαστος εκ των
γονέων να πραγματοποιεί απρόσκοπτα θερινές διακοπές με το τέκνο του.
Υποχρεώνει
τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα ως συνεισφορά του στη μηνιαία διατροφή
του τέκνου, το ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα
για το χρονικό διάστημα δυο (2) ετών μετά την επίδοση της αγωγής, Το ποσό δε
αυτό νομιμοτόκως από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας
δόσης.
Επιβάλει
σε βάρος της εφεσίβλητης - αντενάγουσας χρηματική
ποινή, κατ' άρθρο 205 ΚΠολΔ, ύψους χιλίων (1.000)
ευρώ, η οποία διατάσσεται να περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο.
Συμψηφίζει
τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε,
αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο
ακροατήριό
του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων
τους, στις, 17/12/2024.
Η
ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ