ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΑΠ 823/2024

 

Απορρίπτεται η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως Κλινικής και επιδικάζεται αποζημίωση μαμούθ στους γονείς παιδιού που πάσχει από «υποξική - ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια» συνεπεία ιατρικής αμέλειας μαιευτήρα - γυναικολόγου κατά τον τοκετό. Το παιδί λόγω ιατρικού λάθους κατά τον τοκετό, γεννήθηκε με εγκεφαλικές βλάβες (υποξική – ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια), συνεπεία των οποίων υπέστη σπαστική τετραπληγία. Ήδη το παιδί αυτό, έχει αναπηρία εφ’ όρου ζωής με ποσοστό 85%, επίσης πάσχει από σπαστική τετραπληγία με ορθοκυστικές διαταραχές και νοητική στέρηση και είναι ηλικίας σήμερα 19 ετών. Επιπλέον, το παιδί αυτό, δεν παρακολουθεί, δεν ανταποκρίνεται στο όνομά του, δεν έχει εκφραστικό λόγο, δεν ελέγχει τους σφιγκτήρες κύστης και ορθού και ορθοστάτισης – βάδισης, έχει αδυναμία χρήσης άνω άκρων και αυτόνομης καθιστής θέσης, εμφανίζει διαταραχή της όρασης και της ακοής, έχει δυσχέρεια στην σίτιση – σιελόρροια κι επιληψία, βρίσκεται σε απόλυτη εξάρτηση από την φροντίδα των γονέων του, η δε κατάσταση της υγείας του δεν πρόκειται να αποκατασταθεί στο μέλλον, σύμφωνα με εκθέσεις πραγματογνωμόνων νεογνολόγων και παιδιάτρων. Οι γονείς του παιδιού κατέθεσαν για λογαριασμό του το 2008 αγωγή εις βάρος των υπαιτίων και επιδικάσθηκε αποζημίωση σε πρώτο και δεύτερο βαθμό.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του Νικολάου Διαλυνά, δικηγόρου Θεσσαλονίκης, Δρ. του Μαξιμιλιανού Πανεπιστημίου του Μονάχου)

 

 

 

Αριθμός 823/2024

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

 

     Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:… Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου και Εισηγήτρια, … Αρεοπαγίτες.

 

     Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα …, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

     Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ» ή «CORFUCLINIC», που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της και που ανακάλεσε την από 29/9/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

 

     Των αναιρεσιβλήτων: 1) …, 2) …, κατοίκων Κάβου Λευκίμης Κέρκυρας, ως ασκούντων την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

 

     Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε η δικηγόρος Μαρία Φυντανή, η οποία αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο ως άνω αναφερόμενος …, ενηλικιώθηκε και παρίσταται ατομικώς δια της δικαστικής αυτού συμπαραστάτριας … συζύγου …, κατοίκου Κάβου Λευκίμης Κέρκυρας, η οποία εκπροσωπήθηκε από της ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

 

      Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 17/12/2008 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεδκικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2011, 1728/2018 μη οριστικές και 414/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/3/2022 αίτησή της και τους από 28/8/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.

 

      Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

 

      Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

1. Κατά το άρθρ. 127 ΑΚ, όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, δηλαδή είναι ενήλικος, είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία, κατά δε το άρθρ, 63 παρ.1 ΚΠολΔ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά το άρθρο 64 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούνται από τους νομίμους αντιπροσώπους τους. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 128 αρ. 2, 1666 παρ. 1, 1667, 1676 αρ. 1, 1678 παρ. 1 και 1681 ΑΚ, από τη δημοσίευση της απόφασης που θέτει κάποιον ενήλικο υπό καθεστώς πλήρους στερητικής, δικαστικής συμπαράστασης, το πρόσωπο αυτό στερείται της ικανότητας προς δικαιοπραξία. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, από τη θέση του προσώπου υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, επέρχεται μεταβολή, που επηρεάζει την ικανότητα της δικαστικής παράστασής του, αφού το πρόσωπο αυτό στερείται πλέον εκ του λόγου τούτου της δικαιοπρακτικής του ικανότητας, εντεύθεν δε και της ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο και να ενεργεί τις διάφορες διαδικαστικές πράξεις στο δικό του όνομα (ΑΠ 1 195/2012). Διάδικος, όμως, παραμένει το πρόσωπο αυτό, το οποίο μετά τη θέση του υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση εκπροσωπείται νομίμως στο δικαστήριο από τον ορισθέντα προσωρινό και μετά την τελεσιδικία οριστικό δικαστικό συμπαραστάτη (ΑΠ 1736/2017). Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνη του αρθρ. 286 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο του διαδίκου επέρχεται μόνον, αν η μεταβολή αυτή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο ανήλικος, που εκπροσωπήθηκε στην κατ' έφεση δίκη από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του, ενηλικιώθηκε μετά το πέρας της συζήτησης ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της εφετειακής απόφασης, η αναίρεση κατά της τελευταίας ή ανάλογα το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της, πρέπει ν' απευθύνονται προσωπικά κατ' αυτού, που ήδη ενηλικιώθηκε και όχι κατά των γονέων του, οι οποίοι δεν νομιμοποιούνται πλέον παθητικά, υπό την προϋπόθεση ότι ο εκκαλών μέχρι την άσκηση της αναίρεσης ή των προσθέτων λόγων έλαβε γνώση της ενηλικίωσης. Διαφορετικά η αναίρεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 27/1987, ΑΠ 1263/2018, ΑΠ 1288/2012, ΑΠ 181/2011, ΑΠ 833/2005). Η ικανότητα του διαδίκου να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, αναγόμενη σε διαδικαστική προϋπόθεση, κατ' άρθρο 63 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλαδή η προηγηθείσα της άσκησης της αναίρεσης ή των προσθέτων λόγων ενηλικίωση του διαδίκου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 1136/2021, ΑΠ 1695/2010).

 

2. Στην προκειμένη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση η από 22-3-2022 αίτηση για αναίρεση της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία δέχτηκε, την από 25-6-2020 έφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 414/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 10-9-2008 (κύρια) αγωγή των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων, είχαν υποχρεωθεί οι εναγόμενοι να καταβάλουν στους ενάγοντες, υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους …, το ποσό των 250.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη και ως αποζημίωση λόγω της αναπηρίας του και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στους ενάγοντες, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, το ποσό των 819.300 ευρώ για την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του ανηλίκου, ως αποζημίωση λόγω της αναπηρίας του και της πλασματικής απασχολήσεως αποκλειστικής νοσοκόμου, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στους ενάγοντες υπό την ως άνω ιδιότητά τους το ποσό των 250.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του ανηλίκου και ως αποζημίωση λόγω της αναπηρίας του και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στους ενάγοντες, υπό την ως άνω ιδιότητά τους το ποσό των 469.300 ευρώ για την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του ανηλίκου, ως αποζημίωση λόγω της αναπηρίας του και της πλασματικής απασχολήσεως αποκλειστικής νοσοκόμου, εξαιτίας της σοβαρής σωματικής βλάβης, που υπέστη από την αναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, ιατρού μαιευτήρα κατά την εξέλιξη του τοκετού, στην κλινική της δεύτερης εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, για την οποία (σωματική βλάβη) ευθύνεται αντικειμενικά η τελευταία. Η άνω αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στις 23-3-2022, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 7/2022 πράξη κατάθεσής της του οικείου γραμματέα, απευθύνεται κατά των 1) …    συζ…. και 2) …, οι οποίοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας εκπροσώπησαν το (τότε) ανήλικο τέκνο τους …, ως ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτού. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει, ότι ο άνω ανήλικος ενηλικιώθηκε στις 12.7.2023, δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου στις 23.3.2022, όμως πριν από την άσκηση των από 28.8.2023 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 29.8.2023. Το γεγονός αυτό της ενηλικίωσης το γνώριζε η αναιρεσείουσα, διότι, πέραν του ότι, τόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και στα σχετικά δικόγραφα (αγωγή, έφεση, προτάσεις) αναφερόταν, ότι το τέκνο - των αναιρεσίβλητων γεννήθηκε στις 12-7-2005, οπότε ενηλικιώθηκε στις 12-7-2023, ο τοκετός διενεργήθηκε στην κλινική της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας και ήταν γνωστή σ’ αυτή (αναιρεσείουσα) η ημεροχρονολογία γέννησής του, συνεπώς και της ενηλικίωσής του. Επομένως, οι ένδικοι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, απευθυνόμενοι κατά των . και ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του τέκνου τους ., του οποίου την ενηλικίωση γνώριζε, κατά τα προεκτεθέντα, η αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέοι, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα από τον Άρειο Πάγο, ως απαράδεκτοι, όπως βάσιμα προβάλλεται και από το παριστάμενο προσηκόντως διά της δικαστικής συμπαραστάτριάς του τέκνο των αναιρεσιβλήτων ., με τις από 7.9.2023 εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρο 570 παρ. 1 εδαφ. β του ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, έλαβε χώρα γνωστοποίηση του ως άνω γεγονότος της ενηλικίωσης του . και δήλωση συνέχισης της δίκης από τον εν λόγω διάδικο, νόμιμα εκπροσωπούμενο από την (προσωρινή) δικαστική συμπαραστάτρια μητέρα του . (ΚΠολΔ 2 86, 287 και 290), που ορίστηκε δυνάμει της από 21-8-2023 προσωρινής διαταγής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και η παραστάσα πληρεξούσια δικηγόρος, μετείχε στη συζήτηση, εκπροσωπώντας τον ως άνω διάδικο, που εκπροσωπήθηκε από την δικαστική συμπαραστάτριά του. Επομένως, είναι έγκυρη η ως άνω παράσταση (συμμετοχή στη συζήτηση) του αναιρεσίβλητου ., εκπροσωπούμενου από τη δικαστική συμπαραστάτριά του και παραδεκτά χωρεί κατά τα λοιπά η περαιτέρω έρευνα της αίτησης αναίρεσης.

 

3. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει. ενδεχόμενο επέλευσής. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι’ αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του, απαιτείται δηλαδή παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας") (ΑΠ 693/2020). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, και ίσχυε κατά τον παρακάτω αναφερόμενο κρίσιμο χρόνο πριν την κατάργησή του με το άρθρο 341 του Ν. 4512/2018, "Ό ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεως της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του (ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 687/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 181/2011), θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος (ΑΠ 368/2021, ΑΠ 418/2018, ΑΠ 1683/2014). Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω, στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του κάθε ιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας, το οποίο σχηματίζεται από τα κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση, δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού. Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια (ΑΠ 655/2019, ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1598/2017). Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1343/2017). Μάλιστα, οφείλει ο ιατρός να παρέχει την ιατρική του συνδρομή όχι μόνο, όπως ορίζει το άρθρο 330 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 652 ΑΚ, δηλαδή κατά το μέτρο της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, αλλά με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει (ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 864/2020, ΑΠ 1683/2014). Η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκάλεσε σε ασθενή κατά την παροχή σ' αυτόν των ιατρικών υπηρεσιών του εμπίπτει και στη ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρ. 8 του ν. 2251/1994 "για την προστασία των καταναλωτών", που καθιερώνει νόθο αντικειμενική ευθύνη για τον υπαίτιο ιατρό, αφού και αυτός παρέχει τις ιατρικές υπηρεσίες του κατά τρόπο ανεξάρτητο, δηλαδή δεν υπόκειται σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του ασθενούς, αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει ο ίδιος τον τρόπο της παροχής των υπηρεσιών του (ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 864/2020, ΑΠ 1227/2007). Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1111/2020, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 1227/2007).

 

Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του αρθρ. 922 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση πρόκλησης σωματικής βλάβης προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας και της τυχόν ηθικής βλάβης του πιο πάνω προσώπου προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της βλάβης και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτέλεσης της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση πρόστησης υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφισταμένης μεταξύ δυο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιοσδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει σε διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου. Έτσι, πρόστηση μπορεί να υπάρχει και σε περίπτωση σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υπόθεσης, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων (ΑΠ 418/2018). Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε ιδιωτική κλινική ή άλλο ιατρικό κέντρο, αρκεί, για τον χαρακτηρισμό τους ως προστήσαντες, η εκ μέρους τους παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το προρρηθέν άρθρο 24 ΑΝ 1565/1939, ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα. Επομένως, αν από αμελή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του συμπεριφορά του προστηθέντος ιατρού επήλθε η σωματική βλάβη προσώπου νοσηλευομένου σε ιδιωτική κλινική, η προστήσασα τον ιατρό κλινική ευθύνεται για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη το πιο πάνω πρόσωπο. Πρόκειται για γνήσια αντικειμενική ευθύνη, δικαιολογητικό λόγο της οποίας αποτελεί το γεγονός ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και ως εκ τούτου είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη για τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος (ΑΠ 418/2018,ΑΠ 687/2013, 181/2011, ΑΠ 1226/2007).

 

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 31/2009, ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ελλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα ό πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη - συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. ΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 18/2008, Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 668/2020, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 3/2020).

 

5. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330 ΑΚ, 24 ΑΝ 1565/1939, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι ο εναγόμενος ιατρός μαιευτήρας-γυναικολόγος παρέλειψε να κάνει χρήση καρδιοτοκογράφου για την παρακολούθηση των παλμών του εμβρύου καθ’ όλη τη διάρκεια του τοκετού, κατά παράβαση κανόνα της ιατρικής επιστήμης και δεν αξιολόγησε, ως σοβαρή τη διαρκώς παρατεινόμενη εμβρυακή δυσχέρεια, ώστε να προβεί αμέσως στη διενέργεια καισαρικής τομής, πριν την εγκατάσταση στο έμβρυο ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας, αλλά ανέμενε για χρονικό διάστημα δεκαπέντε λεπτών τη φυσιολογική περάτωση του τοκετού, προσδοκώντας την επάνοδο των παλμών σε φυσιολογικά επίπεδα, κατά τρόπον ώστε το έμβρυο να βρίσκεται σε κατάσταση υποξίας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον σαράντα πέντε λεπτών, αφού χρειάστηκε και επιπλέον μισή ώρα για την περάτωση του τοκετού με καισαρική τομή, οι ως άνω δε παραλείψεις του ιατρού τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την επελθούσα ζημία.

 

6. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τους ερευνώμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «Η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη, ., σύζυγος του δεύτερου ενάγοντος της κύριας αγωγής (πρώτη αναιρεσίβλητη) και ήδη δεύτερου εφεσίβλητου, . (δεύτερος αναιρεσίβλητος), το Νοέμβριο του έτους 2004 και ενώ ήταν 29 ετών κατέστη έγκυος. Ήταν πρωτότοκος, με ελεύθερο ατομικό ιατρικό και γυναικολογικό ιστορικό και χωρίς καμία αξιόλογη αναφορά για οποιαδήποτε κληρονομική επιβάρυνση. Κατά τους αρχικούς δε μήνες της κύησής της παρακολουθείτο από τον ιατρό μαιευτήρα - γυναικολόγο, και, όπως αυτός την ενημέρωνε, η εγκυμοσύνη της εξελίσσετο ομαλώς, χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος ανησυχίας. Τον Απρίλιο του 2005, ενόσω διένυε τον έκτο μήνα κύησης, η . απευθύνθηκε, μαζί με το σύζυγό της, στον πρώτο εναγόμενο της κύριας αγωγής προσεπικαλούντα - παρεμπιπτόντως ενάγοντα - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, ιατρό …. μαιευτήρα - γυναικολόγο, που διατηρεί ιατρείο στην πόλη της Κέρκυρας και ο οποίος έκτοτε παρακολουθούσε την πορεία της κύησής της. Κατά την εξέλιξη αυτής και στο πλαίσιο του προβλεπόμενου προγεννητικού ελέγχου, η . υποβλήθηκε σε υπερηχογραφικούς ελέγχους την 26η-11-2004, την 17η-12-2004, την 18η-1-2005, την 2η-3-2005, την 15η-4-2005, την 12η-5-2005 και την 10η-6-2005, χωρίς να αναδειχθεί απεικονιστικά κάποιο ιδιαίτερο παθολογικό εύρημα ή κάποια ανατομική ανωμαλία του εμβρύου. Επίσης, υποβλήθηκε σε πολλαπλές εργαστηριακές εξετάσεις αίματος, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων για λοιμογόνους παράγοντες (π.χ. αντισώματα για τοξόπλασμα, κυτταρομεγαλοϊό κ.λπ.), καθώς και ούρων, χωρίς και πάλι να διαπιστωθούν αξιόλογα παθολογικά ευρήματα, ενώ την 18η-1-2005 υποβλήθηκε σε προγραμματισμένο προγεννητικό έλεγχο για χρωμοσωμικές ανωμαλίες, σύμφωνα με τα αποτελέσματα του οποίου ο αναμενόμενος κίνδυνος τέτοιων γενετικών ανωμαλιών ήταν ελάχιστος - μικρότερος από τον αναμενόμενο. Ακόμη, κατά τον όγδοο μήνα της κύησης η ίδια εξετάστηκε από τους ιατρούς ..., ειδικό καρδιολόγο και ειδικό ενδοκρινολόγο, οι οποίοι δεν διαπίστωσαν κανένα παθολογικό πρόβλημα, κατά την κύηση, που θα μπορούσε να επηρεάσει την ανάπτυξη του εμβρύου, όπως υπέρταση ή διαβήτη κύησης. Περαιτέρω, την 27η-6-2005, η . υποβλήθηκε σε προγραμματισμένο υπερηχογραφικό έλεγχο, ο οποίος ανέδειξε φυσιολογική ανάπτυξη του εμβρύου, χωρίς αναφορά παθολογικών ευρημάτων, με υπερηχογραφικό εκτιμώμενο βάρος του εμβρύου 3.046 γρ. περίπου και ηλικία κύησης συμβαδίζουσα με την προσδιοριζόμενη υπερηχογραφικό ηλικία του (βλ. από 24-1-2012 ιατρική γνωμοδότηση του ιατρού δημόσιας υγείας – ιατροδικαστή …). Η τελευταία τακτική προγεννητική κλινική εξέταση της εγκύου πραγματοποιήθηκε την 11η-7-2005, όταν αυτή βρισκόταν στην 39η εβδομάδα κύησης και ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής – προσεπικαλών παρεμπιπτόντως ενάγων - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, ιατρός , επιβεβαίωσε την ομαλή και φυσιολογική εξέλιξη της εγκυμοσύνης, ορίζοντας το επόμενο ραντεβού για την 15η-7-2005. Πλην, όμως, την 12η-7-2005, περί ώρα 00:30, η … κατελήφθη από πόνους τοκετού (ωδίνες) και, αφού ο σύζυγός της ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον , καθ' υπόδειξή του μετέβησαν αμφότεροι, περί ώρα 02:35, στην κλινική συμφερόντων της δεύτερης εναγόμενης της κύριας αγωγής, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ» ή «CORFUCLINIC», ενώ ενημερώθηκε αμέσως από τον ιατρό και η μαία … Στην κλινική έγιναν όλες οι απαραίτητες ενέργειες προετοιμασίας της επιτόκου και, κατόπιν εξέτασης από τον διαπιστώθηκε ότι αυτή ευρίσκετο στο πρώτο στάδιο του τοκετού και στις 05:15, της ίδιας ημέρας, διενεργήθηκε επισκληρίδιος αναισθησία από τον ιατρό ., αναισθησιολόγο. Ακολούθως, περί ώρα 05:30 επήλθε ρήξη υμένων, το δε εξερχόμενο αμνιακό υγρό ήταν διαυγές, ενώ την 06:30 ώρα η διαστολή του τραχήλου ήταν τέλεια (10 εκ.) και ξεκίνησε το στάδιο της εξώθησης. Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από το από 12-7-2005 έγγραφο της «ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ Α.Ε.» και δεν αμφισβητούνται, άλλωστε, από τους διαδίκους, όπως δεν αμφισβητείται και το ότι η θέση της προβάλλουσας μοίρας του εμβρύου ήταν εξ αρχής οπίσθια ινιακή. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η θέση αυτή δεν συνιστά επιπλοκή του τοκετού, ούτε ένδειξη καισαρικής τομής, αλλά απλώς μια ανώμαλη θέση της εμβρυϊκής κεφαλής, που διαπιστώνεται συνήθως κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου του τοκετού, με συχνότητα 5-10% επί των ινιακών προβολών, όταν δε η κεφαλή φτάσει στο πυελικό έδαφος, στρέφεται σε πρόσθια ινιακή κατά τη διάρκεια του τοκετού, ο οποίος στην περίπτωση αυτή περατώνεται χωρίς πρόβλημα. Αντιθέτως, εάν δεν στραφεί σε πρόσθια ινιακή, τότε χαρακτηρίζεται ως σχετική δυσαναλογία και ο τοκετός χαρακτηρίζεται από παράταση του σταδίου εξώθησης και εξελίσσεται αργά και επώδυνα (εάν δεν έχει γίνει επισκληρίδιος αναισθησία), το δε δεύτερο στάδιο του τοκετού, σε αυτή την περίπτωση, για πρωτότοκο με επισκληρίδιο αναισθησία, όπως η …, μπορεί να διαρκέσει κατά μέσο όρο τρεις ώρες, όπως το χρονικό αυτό όριο ορίζεται από τη μαιευτική κοινότητα (βλ. ιδίως απάντηση του πραγματογνώμονος ιατρού μαιευτήρα - γυναικολόγου, στη δεύτερη ερώτηση, που του τέθηκε, στην από 26-10-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του και 2η σελίδα της από 19-4-2021 ιατρικής γνωμοδότησης του …). Στην περίπτωση αυτή, της διαπίστωσης της σχετικής δυσαναλογίας, που συνεπάγεται την παράταση του δεύτερου σταδίου του τοκετού, προκειμένου να μην υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή του εμβρύου, απαραίτητη είναι η παρακολούθηση των καρδιακών παλμών του εμβρύου, στους οποίους αντανακλάται η τυχόν έλλειψη οξυγόνου αυτού, η μέθοδος δε που ακολουθείται πλέον, για την παρακολούθηση των καρδιακών παλμών, είναι η χρήση καρδιοτοκογράφου, δηλαδή μηχανήματος το οποίο αντικατέστησε το κοιλιοσκόπιο, που χρησιμοποιείτο παλιότερα για το σκοπό αυτό (βλ. ιδίως ένορκη κατάθεση μάρτυρος … καθηγητή μαιευτικής - γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στην 46η σελίδα των ταυτάριθμων με την υπ' αριθ. 148/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης αυτού, καθώς και 2η σελίδα της από 19-4-2021 ιατρικής γνωμοδότησης  …). Στην προκειμένη περίπτωση, από τη συνεκτίμηση και δέουσα αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόμενων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της πρώτης και δεύτερης φάσης του τοκετού, η ... ήταν συνεχώς συνδεδεμένη με μηχάνημα καρδιοτοκογράφου, κρίση του Δικαστηρίου που στηρίζεται, κυρίως, στο γεγονός ότι δεν προσκομίζεται εκτυπωμένο καρδιοτοκογράφημα. Οι εναγόμενοι και η προσθέτως παρεμβαίνουσα επιχειρούν, βεβαίως, να αιτιολογήσουν την αδυναμία προσκόμισής του, ισχυριζόμενοι ότι η επίτοκος ήταν μεν καθ' όλη τη διάρκεια  του τοκετού συνδεδεμένη με καρδιοτοκογράφο, πλην όμως το συγκεκριμένο μοντέλο δεν διέθετε δυνατότητα εκτύπωσης, παρά μόνο ψηφιακή ένδειξη και ηχητικό σήμα. Προς επίρρωση του ανωτέρω ισχυρισμού τους, -και προσκομίζουν τις υπ' αριθ. . ένορκες βεβαιώσεις της και τις υπ' αριθ. ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ... και αντιστοίχως. Από τους ανωτέρω ενόρκως βεβαιούντες η … ήταν, κατά τα προαναφερθέντα, η μαία που συνεπικουρούσε τον ., κατά τον τοκετό της . ο … είναι βοηθός αναισθησιολόγος, ο οποίος εργάζεται στη δεύτερη εναγόμενη και -όπως ιστορεί- την ημέρα του επίδικου τοκετού έτυχε να περάσει από την αίθουσα τοκετών περί ώρα 08:00, πριν ξεκινήσει την πρωινή του βάρδια, και να δει συνδεμένο και σε λειτουργία τον καρδιοτοκογράφο, η ., η . και η . απασχολούνται ως νοσηλεύτριες στη δεύτερη εναγόμενη της κύριας αγωγής και ο είναι συνεργαζόμενος με αυτήν ιατρός, γυναικολόγος -μαιευτήρας. Σύμφωνα, λοιπόν, με τους εν λόγω ενόρκως βεβαιούντες η «ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ» διέθετε κατά τον επίμαχο χρόνο τρεις καρδιοτοκογράφους, με στοιχεία α) SONICAID FETAL m4l, β) COROMETRICS FETAL MOD 145 και γ) COROMETRICS 170 SERIES. Παρότι δε, σύμφωνα με τους ενόρκως βεβαιούντες, η εκάστοτε επίτοκος πολλές φορές συνδέεται με τον καρδιοτοκογράφο κατά τακτά χρονικά διαστήματα, με χρονική απόσταση η μία σύνδεση από την άλλη περίπου 30 λεπτά της ώρας, δηλαδή δεν συνδέεται αυτή συνεχώς και επί ώρες με τον καρδιοτοκογράφο, προς αποφυγή του συνδρόμου της κάτω κοίλης φλέβας, που είναι επικίνδυνο και μπορεί να έχει ανεπιθύμητα αποτελέσματα για την επίτοκο, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, η «καθ' όλη τη διάρκεια, από όταν εισήχθη στην Κλινική και μέχρι την ώρα που κατέστη επιβεβλημένη η διενέργεια καισαρικής τομής, ήταν συνδεμένη με τον καρδιοτοκογράφο» (βλ. ένορκες βεβαιώσεις ..., και .... Όσον αφορά τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς των ενόρκως βεβαιούντων πρέπει, κατ' αρχάς, να ειπωθεί ότι, σύμφωνα με την υπ' αριθ. . ένορκη βεβαίωση του συνταξιούχου ιατρού ..., γυναικολόγου, το περιεχόμενο της οποίας δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, η μεν συσκευή SONICAID FETAL m4l δεν είναι καρδιοτοκογράφος, αλλά απλή συσκευή Doppler, μέσω της οποίας, εκμεταλλευόμενος ο γυναικολόγος το φαινόμενο Doppler, ανιχνεύει τη συχνότητα των παλμών ενός εμβρύου κατά την κύηση (εμβρυϊκό Doppler), χωρίς να έχει δυνατότητα παρακολούθησης των συσπάσεων της μήτρας, καθόσον η συγκεκριμένη συσκευή δεν διαθέτει σχετικές ενδείξεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ίδιο ενόρκως βεβαιούντα, αμφότερες οι συσκευές COROMETRICS είναι πράγματι καρδιοτοκογράφοι, πλην όμως είναι παλαιάς τεχνολογίας και στην οθόνη τους φέρουν μόνο τρεις αριθμούς, που αφορούν τους εμβρυϊκούς παλμούς (ανώτερη και χαμηλότερη τιμή) και μία αριθμητική τιμή που αφορά τη στιγμιαία ισχύ της σύσπασης της μήτρας, χωρίς να διαθέτουν δυνατότητα εκτύπωσης καρδιοτοκογραφήματος. Ενόψει των ανωτέρω και μολονότι δυσχερώς μπορεί να αποδοθεί ευθύνη για αμελή συμπεριφορά στον εναγόμενο ιατρό, μόνο για το λόγο ότι η Κλινική, με την οποία συνεργάζεται και ενεργεί τις ιατρικές του πράξεις, διέθετε κατά τον κρίσιμο χρόνο μηχανήματα παλαιάς τεχνολογίας, στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει, από τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις, ούτε καν ότι η επίτοκος ήταν συνδεμένη με κάποια από τις τελευταίες αυτές συσκευές και όχι με εκείνη του εμβρυϊκού Doppler, που οι ενόρκως βεβαιούντες επίσης χαρακτηρίζουν (εσφαλμένως) ως καρδιοτοκογράφο. Περαιτέρω, εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι, παρόλο που (σύμφωνα με τις παρούσες κατά τον τοκετό μαία και νοσηλεύτριες), προς αποφυγή του συνδρόμου της κάτω κοίλης φλέβας, η εκάστοτε επίτοκος πολλές φορές δεν συνδέεται συνεχώς και επί ώρες με τον καρδιοτοκογράφο, αλλά κατά τακτά χρονικά διαστήματα, με χρονική απόσταση της μίας σύνδεσης από την άλλη περίπου 30 λεπτά της ώρας, στην προκειμένη περίπτωση, η … φέρεται από τις ενόρκως βεβαιούσες να ήταν διαρκώς, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών ωρών, συνδεμένη με τον καρδιοτοκογράφο, χωρίς να δίδεται κάποια πειστική εξήγηση για αυτήν τη διαφοροποίηση στη μεταχείριση της ενάγουσας, στο μέτρο που, σύμφωνα με τους εναγόμενους και την προσθέτως παρεμβαίνουσα, ο τοκετός της εξελίσσετο ομαλώς και χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Λαμβάνοντας υπόψη όσα μόλις εκτέθηκαν, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι τα όσα ιστορούν οι ενόρκως βεβαιούσες, περί διαρκούς σύνδεσης της επιτόκου … με καρδιοτοκογράφο, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφού τελούν σε αντίφαση με όσα οι ίδιες ισχυρίζονται, όχι μόνο περί έλλειψης αναγκαιότητας ενέργειας της συγκεκριμένης ιατρικής πράξης στους συνήθεις τοκετούς, αλλά και περί δυνητικής επικινδυνότητάς της. Ανάξιο μνείας δεν είναι, εξάλλου, και το γεγονός ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων, περί παράλειψης σύνδεσης της πρώτης από αυτούς με καρδιοτοκογράφο, καθ’ όλη τη διάρκεια του τοκετού, περιλαμβάνετο ήδη με σαφήνεια και εμφατικότητα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής και αποτελούσε έναν από τους βασικούς πυλώνες, στους οποίους εστηρίζετο η επικαλούμενη αμελής συμπεριφορά του εναγόμενου ιατρού. Παρ' όλα αυτά, οι εναγόμενοι ουδένα αποδεικτικό μέσο εισέφεραν εμπροθέσμως και παραδεκτώς, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προς αναίρεση αυτού του ισχυρισμού, καθόσον οι υπ' αριθ. 896, 897 και 898/1 1-4-201 1 ένορκες βεβαιώσεις, που η δεύτερη εναγόμενη της κύριας αγωγής, κατά την αρχική συζήτηση επικαλέστηκε για πρώτη φορά με το δικόγραφο αξιολόγησης των μαρτυρικών καταθέσεων, προσκομίσθηκαν απαραδέκτως, μετά την παρέλευση των προβλεπόμενων στις διατάξεις των άρθρ. 237§§1 και 4 ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2015) προθεσμιών. Ακόμη δε και κατά τη συζήτηση στην οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη, αυτές αποτελούσαν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, καθόσον προσκομίστηκαν εκ νέου με επίκληση με τις προτάσεις της δεύτερης εναγόμενης, χωρίς, ωστόσο, να προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο ότι λήφθηκαν, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης των αντιδίκων της δύο τουλάχιστον ημέρες πριν τη βεβαίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 270§2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015 και εφαρμόστηκε εν προκειμένω από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω του χρόνου λήψης των εν λόγω βεβαιώσεων.

 

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιθέμενων και δεδομένου ότι οι ίδιες κατά περιεχόμενο, υπ' αριθ. .../16-4-2021 ένορκες βεβαιώσεις, προσκομίζονται πλέον παραδεκτώς, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπως και οι λοιπές ένορκες βεβαιώσεις των εναγόμενων, οι οποίες επίσης λήφθηκαν μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης, παρίσταται αμφίβολη η αξιοπιστία των συγκεκριμένων ενόρκων βεβαιούντων, σημειωτέου ειδικώς, για τον ., πως είναι άξιο απορίας ότι, μετά από την πάροδο 16 ετών, είναι σε θέση να ανακαλέσει στη . μνήμη του και να ιστορήσει ένα άνευ σημασίας συμβάν, όπως η συνομιλία που είχε με τον        σε έναν συνήθη τοκετό, για τον οποίο -κατά τον ενόρκως βεβαιούντα- «δεν υπήρχαν ενδείξεις -ούτε πριν ούτε κατά τη διάρκεια της επέμβασης- κάποιας ιδιαίτερης επιπλοκής, που απαιτούσε άλλη αντιμετώπιση». Με βάση τα ανωτέρω και για τον πρόσθετο λόγο, ότι όσα οι εν λόγω ενόρκως βεβαιούντες αναφέρουν αναιρούνται πλήρως από τους ισχυρισμούς της ίδιας της πρώτης ενάγουσας και από την υπ’ αριθ. ./13-5-2021 ένορκη βεβαίωση του το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση, ότι η παρακολούθηση των καρδιακών παλμών του εμβρύου στην προκειμένη περίπτωση εγίνετο, κατά διαστήματα, από τον πρώτο εναγόμενο ή από τη μαία …, αποκλειστικώς με την χρήση ακουστικών, δηλαδή με τη χρήση μεθόδου με την οποία δεν είναι δυνατή η ανίχνευση με ακρίβεια, ούτε της μεταβλητότητας του εμβρυϊκού καρδιακού παλμού, ούτε του βασικού ρυθμού του, ενώ δεν είναι εφικτή και η ταξινόμηση των επιβραδύνσεων σε πρώιμες, όψιμες και μεταβαλλόμενες, εφόσον δεν παρακολουθείται και δεν αξιολογείται η έναρξη και το τέλος της σύσπασης της μήτρας (βλ. υπ’ αριθ. ./13-5-2021 ένορκη βεβαίωση). Στο σημείο αυτό πρέπει να ειπωθεί ότι, με το δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής της, η εκκαλούσα της Β' έφεσης - δεύτερη εναγόμενη της κύριας αγωγής παραπονείται ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις και στήριξε κατά ένα μέρος την κρίση του περί αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου εναγόμενου (ιατρού) στο γεγονός ότι η ίδια («ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ») δεν διέθετε καρδιοτοκογράφο. Ωστόσο, ο ανωτέρω λόγος της Β' έφεσης, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον από την απλή επισκόπηση της εκκαλουμένης καθίσταται σαφές, πως στον ανωτέρω ιατρό αποδίδεται ότι δεν είχε διαρκώς συνδεδεμένη την επίτοκο με καρδιοτοκογράφο με ψηφιακή έστω ένδειξη και όχι ότι η Κλινική δεν διέθετε τέτοιο εξοπλισμό (βλ. σελ. 14 και στίχους 24 - 27: «... Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι καθ' όλη τη διάρκεια της πρώτης και δεύτερης φάσης του τοκετού η επίτοκος ήταν συνεχώς συνδεδεμένη με μηχάνημα καρδιοτοκογράφου με ψηφιακή ένδειξη...», καθώς επίσης σελ. 25 και στίχους 7-11 της εκκαλουμένης απόφασης: «... Συγκεκριμένα, ο πρώτος των εναγόμενων κατά την παραμονή της πρώτης των εναγόντων στην αίθουσα τοκετού δεν έκανε χρήση μηχανήματος καρδιοτοκογράφου, που, κατά τους ισχυρισμούς τόσο του ίδιου όσο και της δεύτερης των εναγόμενων διέθετε η τελευταία στον εξοπλισμό της, προκειμένου να παρακολουθεί συνεχώς την καρδιακή λειτουργία του εμβρύου...»). Όπως αποδείχθηκε περαιτέρω (και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους), περί ώρα 08:40, διαπιστώθηκε επιβράδυνση του καρδιακού ρυθμού του εμβρύου, της τάξης των 100 παλμών/λεπτό, οπότε ο ιατρός .... διέκοψε την παροχή οξυτοκίνης, χορήγησε οξυγόνο στην επίτοκο με μάσκα, μέτρησε την αρτηριακή της πίεση και αύξησε τη χορήγηση υγρών ενδοφλέβια, εξέτασε κολπικά την επίτοκο, για να επιβεβαιώσει το ύψος της προβάλλουσας μοίρας του εμβρύου και ότι δεν υπήρχαν επιπλοκές, όπως πρόπτωση ομφαλίδας, και την τοποθέτησε σε πλάγια θέση. Οι ενάγοντες, βεβαίως, αμφισβητούν ότι ο εν λόγω εναγόμενος προέβη πράγματι σε αυτές τις ενέργειες, πλην όμως τους ισχυρισμούς του τελευταίου επιβεβαιώνει κατά το μεγαλύτερο μέρος τους η ενόρκως βεβαιούσα [:«... διαπιστώσαμε από τη συνεχή καρδιοτοκογραφική παρακολούθηση μία σχετική στιγμιαία διακύμανση των καρδιακών παλμών του εμβρύου περί τους 110/min, φαινόμενο συχνό στους τοκετούς, οι οποίοι επανήλθαν άμεσα με τους χειρισμούς που συνιστώνται σε αυτές τις περιπτώσεις (ενυδάτωση, αλλαγή θέσης εγκύου κ.τ.λ.)...»], τη συνεχή σύνδεση της επιτόκου με τον καρδιοτοκογράφο, δεν ανέφεραν τίποτε για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ωστόσο, το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί και για τον έτερο ισχυρισμό των εναγόμενων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, ο οποίος επιχειρείται και πάλι να επιβεβαιωθεί από την ενόρκως βεβαιούσα μαία, ότι δηλαδή οι ανωτέρω ενέργειες του ιατρού . απέδωσαν αποτελέσματα και ότι οι καρδιακοί παλμοί του τέκνου επανήλθαν σε φυσιολογικά επίπεδα. Πράγματι, εκτός από τον ανωτέρω ισχυρισμό τους, οι εναγόμενοι και η προσθέτως παρεμβαίνουσα υποστήριξαν επίσης την άποψη ότι ο χρόνος του δευτέρου σταδίου του τοκετού, σε περιπτώσεις πρωτοτόκου με παρουσία επισκληριδίου, μπορεί να υπερβεί και τον βιβλιογραφικά αναφερόμενο των 3 ωρών, χωρίς αυτό να έχει αρνητική επίδραση στην τελική έκβαση του τοκετού και την κατάσταση της υγείας του νεογνού (βλ. ιατρικές γνωμοδοτήσεις ... και ... και ένορκες καταθέσεις μαρτύρων ... και .). Εάν, όμως, η άποψη αυτή ήταν γενικώς ιατρικά αποδεκτή στη μαιευτική κοινότητα και σε γνώση του πρώτου εναγόμενου, αυτός δεν θα είχε κανέναν απολύτως λόγο να εκκινήσει τη διαδικασία περαίωσης του επίδικου τοκετού με καισαρική τομή (για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω) αμέσως μετά την εμφάνιση επιβράδυνσης του καρδιακού ρυθμού του εμβρύου και στο μέτρο που αυτή διήρκεσε στιγμιαία και αποκαταστάθηκε αμέσως, δίνοντάς του τη δυνατότητα να περατώσει τελικώς τον τοκετό κολπικά (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης .). Τούτο, διότι παρίσταται ασύμβατο με τη λογική και δυσχερώς μπορεί να γίνει πιστευτό ότι η διαμόρφωση της κρίσης του ιατρού, περί του ότι ο -μέχρι τότε καθ’ όλα φυσιολογικώς εξελισσόμενος τοκετός- τελικώς δεν εξελίσσετο, σε σχέση με την εμπέδωση του εμβρύου στην πύελο («... δηλαδή το παιδί παρέμενε "ψηλά"...», βλ. ένορκη βεβαίωση ), απλώς έτυχε να συμπέσει χρονικώς με την (κατά τους εναγόμενους, επιτυχώς αποκατασταθείσα) επιβράδυνση των καρδιακών παλμών του τελευταίου [βλ. και φωτοαντίγραφο από το βιβλιάριο υγείας του νεογνού, όπου αναφέρεται ως «Αιτία για την επέμβαση (καισαρική τομή)» η ένδειξη «λόγω δυσαναλογίας και αλλοίωσης των παλμών»]. Μάλιστα, ο ενόρκως εξετασθείς με επιμέλεια του πρώτου εναγόμενου μάρτυρας , Καθηγητής Μαιευτικής - Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όταν επανειλημμένως του ζητήθηκε να προσδιορίσει το γεγονός που εκκίνησε τη διαδικασία της καισαρικής τομής, υπέδειξε τη μη δυνάμενη να αποκατασταθεί επιβράδυνση των καρδιακών παλμών του εμβρύου [βλ. κατάθεση εν λόγω μάρτυρα στις 52η και 80η σελίδες των με αριθ. 148/2011 πρακτικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου: «... Νομίζω ότι χάλασαν οι παλμοί, απ’ ό,τι διάβασα πάλι σας είπα, χάλασαν οι παλμοί κι αποφάσισε ο Γιατρός να κάνει κατευθείαν την καισαρική τομή. Σε κάποια στιγμή που οι παλμοί αυτοί δεν φτιάχνανε...» και (απαντώντας στην ερώτηση «Εγώ σας ερωτώ, μιλήσατε με τον κύριο ,, τι ήταν εκείνο που οδήγησε το Γιατρό, τον κύριο να κάνει καισαρική τομή...Φαντάζομαι, απ’ ό,τι θυμάμαι, απ’ ό,τι μπορώ να θυμηθώ, είναι ότι δεν προχωρούσε πλέον περισσότερο ο τοκετός κι έκανε αλλοίωση παλμών... Ναι, δεν επανερχόντουσαν (οι παλμοί). Δεν επανήρχετο η καρδιακή συχνότητα μετά την ωδίνα. Αυτό εννοούμε παθολογικό...»]. Άξιο μνείας είναι δε ότι, ο εν λόγω μάρτυρας, κατά παραδοχή του ίδιου, αντλεί τις γνώσεις του, για την ερευνώμενη υπόθεση, αποκλειστικώς από τη μελέτη των δικογράφων που την αφορούν και τις συνομιλίες του με τον πρώτο εναγόμενο, με επιμέλεια του οποίου προσήλθε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, για να καταθέσει, και όχι από τη μελέτη του ιατρικού φακέλου (βλ. 44η και 79η σελίδα των ανωτέρω πρακτικών), επομένως τελεί εν γνώσει των ισχυρισμών του τελευταίου, περί επιτυχούς έκβασης των μέχρι τότε ενεργειών του. Ενόψει, λοιπόν, των ανωτέρω και της μη αποκατάστασης της επιβράδυνσης των παλμών του εμβρύου, περί ώρα 09:00, αποφασίστηκε από τον πρώτο εναγόμενο η περάτωση του τοκετού, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, αφού δε έγιναν οι απαραίτητες ενέργειες τροποποίησης της επισκληριδίου αναισθησίας, διενεργήθηκε τελικώς καισαρική τομή και την 09:30 γεννήθηκε άρρεν νεογνό, βάρους 3.300 γρ., το οποίο, κατά την αξιολόγηση της γενικής υγείας του, στο 1 λεπτό και ξανά στα 5 λεπτά μετά τη γέννησή τον, έλαβε βαθμολογία Apgar «3», καθόσον εμφάνιζε ελαφρά κυάνωση, υποτονία, σφάξεις 100/λεπτό και προσπάθεια αναπνοής. Αμέσως, έγινε καρδιοπνευμονική ανάνηψη του νεογνού με χρήση ambu και χορήγηση οξυγόνου με ασκό, από τον παρόντα στον τοκετό παιδίατρο που είχε ως αποτέλεσμα σε 6-8 λεπτά αυτό να έχει κορεσμό οξυγόνου 98,99%, σφύξεις 125/λεπτό και δικές του αναπνοές 45-50/λεπτό, όντας σε θερμοκοιτίδα με χορήγηση διάχυτου οξυγόνου, όπου είχε ρόδινο χρώμα, αλλά παρέμενε ελαφρά υποτονία (βλ. ιδίως εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης . και ..Σημειώνεται ότι ο δείκτης Apgar πήρε το όνομά του από την Virginia Apgar, που τον επινόησε το έτος 1952, και βοηθά τον παιδίατρο να αξιολογήσει πόσο καλά λειτουργεί ο οργανισμός του νεογέννητου, με συνεκτίμηση πέντε τομέων και δη της καρδιακής συχνότητας, της αναπνοής, του μυϊκού τόνου, της αντανακλαστικής ανταπόκρισης σε ερεθίσματα και της χροιάς του δέρματος. Κάθε τομέας βαθμολογείται σε μία κλίμακα από 0 έως 2 και οι αριθμοί αυτοί αθροίζονται, με υψηλότερη δυνατή βαθμολογία το 10. Μία βαθμολογία Apgar από 8 έως 10, σημαίνει ότι το παιδί βρίσκεται σε άριστη κατάσταση, δηλαδή η καρδιακή συχνότητα είναι περισσότερο από 100 χτύποι ανά λεπτό, το μωρό αναπνέει κανονικά και κλαίει, είναι δραστήριο, βήχει ή φταρνίζεται, όταν κλείνει η μύτη του, και έχει καλό χρώμα στο δέρμα όντα νεογέννητα με βαθμό Apgar από και κάτω, 6 ένα λεπτό μετά τη γέννα, όπως εν προκειμένω, χρειάζονται άμεση βοήθεια με την αναπνοή τους, ο χτύπος της καρδιάς είναι αργός ή δεν ακούγεται, φαίνονται χλωμά  ή ακόμα και μπλε και οι αντανακλαστικές αντιδράσεις τους μπορεί να απουσιάζουν η να είναι μειωμένες (βλ. ιδίως ένορκη εξέταση μάρτυρα … καθηγητή Νευροχειρουργικής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την υπ’ αριθ. 148/2011 απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Η εξέταση Apgar εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της γενικής υγείας των νεογέννητων στο 1 λεπτό και ξανά στα 5 λεπτά μετά τη γέννησή τους, ωστόσο η αξιοπιστία της ως μεμονωμένου δείκτη περιγεννητικής ασφυξίας του νεογνού αμφισβητείται πλέον από μερίδα της επιστημονικής κοινότητας, καθόσον περιγράφει την καρδιοαναπνευστική κατάσταση του νεογνού, χωρίς να υποδηλώνει το εκλυτικό αίτιο αυτής, ενώ έχει παρατηρηθεί και ότι 75% των παιδιών, που μετά τον τοκετό εμφάνισαν εγκεφαλική παράλυση (Ε.Π.), είχαν φυσιολογική βαθμολόγηση Apgar (βλ. ιδίως έκθεση πραγματογνωμοσύνης .. Μετά από 30 λεπτά το νεογνό παρουσίασε γογγυσμό και ακολούθως μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Κέρκυρας, όπου εισήχθη την 11:30 με γογγυσμό, αναπνοές 90/λεπτό, σφάξεις 100/λεπτό, μη εκλυόμενα αρχέγονα αντανακλαστικά, υποτονικό, νωθρό (εικόνα μέτριας νεογνικής εγκεφαλοπάθειας) και με ρόδινο χρώμα. Κατά την αντικειμενική εξέταση στο Γ.Ν. Κέρκυρας, διαπιστώθηκε η ύπαρξη προκεφαλής (βλ. από 12-7-2005 έγγραφο του Γ.Ν.Κ. και το φύλλο νοσηλείας του ίδιου Νοσοκομείου), σημείο ενδεικτικό πίεσης και κάποιου βαθμού δυσαναλογίας (βλ. ιδίως την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα …), ενώ κατά τον εργαστηριακό έλεγχο διαπιστώθηκε η ύπαρξη ελαφρώς αυξημένων λευκών αιμοσφαιρίων και υπογλυκαιμία (βλ. ιδίως έκθεση πραγματογνωμοσύνης …), με διάγνωση του ως άνω νοσοκομείου «πιθανή περιγεννητική ασφυξία, γογγυσμός» (βλ. προαναφερόμενο από 12-7-2005 έγγραφο του Γ.Ν. Κέρκυρας). Κατά την 6η ώρα της ζωής του το νεογνό παρουσίασε επανειλημμένως επεισόδια σπασμών, τα οποία ήταν δύσκολο να ελεγχθούν, και χορηγήθηκε αντισπασμωδική αγωγή με διαζεπάμη αρχικώς, από το ορθό και, στη συνέχεια, ενδοφλεβίως, ενώ περίπου 12 ώρες από την εισαγωγή του, δηλαδή περί ώρα 22:15 της ίδιας ημέρας, με συνεχώς επιδεινούμενη την κλινική του εικόνα (σπασμοί, υπογλυκαιμία, λοίμωξη), το νεογνό διασωληνώθηκε και διακομίσθηκε αεροπορικώς στην Αθήνα, στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών Μ.Ε Ν.Ν.) του Νοσοκομείου Παίδων «ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ». Εκεί εισήχθη τη 02:05 ώρα της 13ης-7-2005 (βλ. ιδίως έγγραφο μονάδας μεταφοράς πρόωρων και προβληματικών) δηλαδή περίπου 4 ώρες μετά τη διασωλήνωση, έχοντας εικόνα σοβαρής νεογνικής εγκεφαλοπάθειας και βαριάς γενικής κατάστασης, με υποθερμία, υπεργλυκαιμία, αγγειοκινητικές διαταραχές κορμού και άκρων, 70-80 αναπνοές/λεπτό, συνεχείς σπασμούς κάτω άκρου και γαστροπληγία, τέθηκε δε σε αναπνευστήρα θετικών πιέσεων και ο εργαστηριακός του έλεγχος έδειξε σοβαρές ηλεκτρολυτικές διαταραχές, οξέωση, νεφρική ανεπάρκεια, αυξημένα μυϊκά και ηπατικά ένζυμα, δηλαδή πολυοργανική δυσλειτουργία με εργαστηριακές ενδείξεις λοίμωξης. Το νεογνό υποβλήθηκε, κατά το πρώτο 24ωρο της ζωής του, σε υπερηχογράφημα εγκεφάλου, το οποίο ανέδειξε «ενδοκοιλιακή αιμορραγία πρώτου βαθμού άμφω και υποψία αυξημένης ηχογένειας περικοιλιακά, το επαναληπτικό στην ένατη ημέρα ζωής ήταν αμετάβλητο, ενώ στη δέκατη πέμπτη ημέρα ζωής υπήρξε σαφής επιδείνωση των ευρημάτων με διάχυτη και αυξημένη ηχογένεια του παρεγχύματος και εκτεταμμένη αιμορραγία άμφω» (βλ. ιατρική γνωμοδότηση .). Κατόπιν, παρέμεινε σε αναπνευστήρα επί 11 ημέρες, χρονικό διάστημα κατά το οποίο έλαβε αντιβίωση, πλάσμα, διττανθρακικά, ντοπαμίνη για ενίσχυση της κυκλοφορίας και αντισπασμωδική αγωγή, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ήταν σε πολύ επηρεασμένη γενική κατάσταση, με αγγειοκινητικές διαταραχές και επανειλημμένα επεισόδια τονικοκλονικών σπασμών, με τη νευρολογική του εικόνα, κατά τη 14η ημέρα της ζωής του, να περιγράφεται ως «σοβαρής υποξικής - ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας» (ήταν αποδιασωληνωμένο, με δικές του αναπνοές, πολύ νωθρά, δεν έκλαιγε, είχε συμμετρικές κινήσεις άκρων μετά από επώδυνα ερεθίσματα, δεν εκλύοντο νεογνικά αντανακλαστικά, εμφάνιζε βατραχοειδή στάση κάτω άκρων, γενικευμένη μυϊκή υποτονία, προσαγωγή αντίχειρα άμφω (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης και ιατρική γνωμοδότηση. Η νοσηλεία του νεογνού, στην ανωτέρω Μ.Ε.Ν.Ν., ήταν πολύμηνη, διαρκώντας μέχρι την 17η-11-2005, κατά τη διάρκεια της οποίας υποβλήθηκε σε νευρολογική επανεκτίμηση, την 3η-11-2005 και διαπιστώθηκε εικόνα σπαστικής τετραπληγίας με φτωχή πρόγνωση (βλ. ιδίως από 11-11-2005 έγγραφο του Α' Νεογνικού Τμήματος του ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος). Στο διάστημα που ακολούθησε, συνεπεία της σπαστικής τετραπληγίας και της προκαλούμενης από αυτήν αδυναμίας του ανηλίκου να ελέγξει τις εκκρίσεις του, υπέστη πολλαπλές λοιμώξεις, κυρίως του αναπνευστικού, εξαιτίας των οποίων νοσηλεύτηκε επανειλημμένα στο Γ.Ν. Παίδων «ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ» (βλ. από 23-6-2006, 1-8-2006, 22- 10-2006, 26-1-2007 και 23-2-2007 παιδιατρικά ιστορικά του ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος, σε συνδυασμό με την από 20-10-2017 έκθεση των τεχνικών συμβούλων ... και ..., ενώ, πλέον, το ανήλικο τέκνο των εναγόντων πάσχει από «σπαστική τετραπληγία, με ορθοκυστικές διαταραχές και νοητική στέρηση στα πλαίσια περιγεννητικής υποξικής εγκεφαλοπάθειας, έχει δε κριθεί ανάπηρο κατά ποσοστό 85% εφ' όρου ζωής (βλ. ιδίως την από 27-2-2013 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής ΚΕ.Π.Α. Κέρκυρας και την από 15-5-2009 ιατρική γνωμάτευση του Νευρολογικού Τμήματος του Γ.Ν. Παίδων «ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ»). Ειδικότερα, έχει διαπιστωθεί ότι δεν παρακολουθεί, δεν ανταποκρίνεται στην εκφορά του ονόματος του ή σε ερεθίσματα, δεν έχει εκφραστικό λόγο, δεν ελέγχει σφιγκτήρες κύστης και ορθού, εμφανίζει αδυναμία χρήσης άνω άκρων, αυτόνομης καθιστής θέσης και ορθοστάτισης - βάδισης, διαταραχή της όρασης και της ακοής, δυσχέρεια στη σίτιση - σιελόρροια, επιληψία και βρίσκεται σε απόλυτη εξάρτηση από τη φροντίδα των γονέων του, λόγω αδυναμίας επικοινωνίας και αυτοεξυπηρέτησης, η δε κατάσταση της υγείας του δεν πρόκειται να αποκατασταθεί στο μέλλον (βλ. εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και ..). Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί, ότι όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που αφορούν την κλινική κατάσταση του …, αμέσως μετά τη γέννησή του και την περαιτέρω πορεία της υγείας του, όπως αυτές μόλις περιγράφηκαν, εκτός του ότι προκύπτουν από τη μελέτη του ιατρικού φακέλου του ανηλίκου και επιβεβαιώνονται από τις προαναφερθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και ιατρικές γνωμοδοτήσεις, δεν αμφισβητούνται ειδικά από τους εναγόμενους και την προσθέτως παρεμβαίνουσα, ούτε προσκομίστηκε από αυτούς ανταποδεικτικώς κάποιο στοιχείο, με βάση το οποίο να μπορεί να σχηματιστεί για τα ζητήματα αυτά διάφορη εικόνα. Σύμφωνα με την από 27-9-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της παιδιάτρου - νεογνολόγου... (βλ. και από 28-5-2009 έκθεση ένορκης εξέτασης του ιατρού ... ειδικού ιατροδικαστή, που δόθηκε στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας), η υποξική - ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια από την οποία πάσχει, κατά τα ανωτέρω, το τέκνο των εναγόντων αποτελεί σοβαρή εκδήλωση περιγεννητικής ασφυξίας. Ειδικότερα, στην εν λόγω έκθεση διαλαμβάνονται τα εξής: «Η Υ.Ι.Ε. (Υποξική - Ισχαιμική Εγκεφαλοπάθεια) που οφείλεται σε βλάβη η οποία συμβαίνει κατά τη διάρκεια του τοκετού (intrapartum asphyxia) στα τελειόμηνα νεογνά αποτελεί σημαντική αιτία βρεφικού θανάτου, καθώς και νευροαναπτυξιακής καθυστέρησης, αφού είναι γνωστό ότι ευθύνεται για το 20% όλων των περιπτώσεων εγκεφαλικής παράλυσης. Για να συσχετισθεί η παρουσία νευρολογικών προβλημάτων κατά την βρεφική ή μετέπειτα ηλικία με υποξικό - ισχαιμικό επεισόδιο κατά την διάρκεια του τοκετού, λόγω της εμβρυϊκής δυσπραγίας, θα πρέπει να συνυπάρχουν τα παρακάτω ευρήματα στο νεογέννητο (Αμερικανική Παιδιατρική Ακαδημία και το Αμερικανικό Κολλέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων και γενικώς αποδεκτά από την διεθνή κοινότητα των Νεογνολόγων): 1) χαμηλά Apgar scores, ήτοι score<3 στο 5° ή και περισσότερα λεπτά (δηλαδή ανάγκη για ανάνηψη), 2) οξέωση με Ρh του αίματος ομφάλιου λώρου <7,10 [φυσιολογικές τιμές Ρh αίματος ομφαλικής αρτηρίας 7,20-734 και ομφαλικής φλέβας 7,28-7,40], 3) εκδήλωση συγκεκριμένων νευρολογικών διαταραχών κατά την διάρκεια των πρώτων 24 ωρών μετά τη γέννηση π.χ. υποτονία, σπασμοί, κώμα, 4) πολυοργανική ανεπάρκεια (τουλάχιστον δύο οργάνων: πνεύμονες, καρδιά, ήπαρ, νεφροί, αίμα, έντερο) σαν συνέπεια της οξείας ασφυξίας, 5) Απουσία ιστορικού ενδομήτριος λοίμωξης, τραυματισμού μητέρας, διαταραχών πήξης κατά την κύηση, πρόωρης γέννησης, υπολειπόμενης ανάπτυξης εμβρύου, πολλαπλής κύησης, χρωμοσωμικών ή συγγενών ανωμαλιών. Στα σημεία εμβρυϊκής δυσχέρειας (δυσπραγίας) περιλαμβάνονται το παθολογικό Doppler, ανώμαλες καταγραφές στο καρδιοτοκογράφημα, όπως μειωμένη μεταβλητότητα, όψιμες επιβραδύνσεις του καρδιακού ρυθμού και βασική (baseline) βραδυκαρδία, η παρουσία κεχρωσμένου αμνιακού υγρού (αξιολόγηση του ευρήματος με βάση την ποσότητα και τον χρόνο της εμφάνισης), η διαπίστωση οξέωσης με καταγραφή της οξεοβασικής ισορροπίας μέσω διαδερμικών καθετήρων που τοποθετούνται στο κεφάλι του εμβρύου και η καταγραφή εμβρυϊκού ΗΕΓ (ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος). Στην ασφυξία η διαταραχή συμβαίνει κατά την διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου σταδίου του τοκετού σαν αποτέλεσμα της διακοπής της πλακουντιακής αιματικής ροής. Υπάρχει επομένως παρακώλυση στην ανταλλαγή αερίων, που οδηγεί σε υποξαιμία και υπερκαπνία (αύξηση του CO2). Η διαδικασία αναγνωρίζεται από την εμβρυϊκή οξέωση, η οποία αντανακλά τον βαθμό του αναερόβιου μεταβολισμού που απαιτείται κατά την διάρκεια της υποξίας. Η βλάβη σε κυτταρικό επίπεδο ακολουθεί δύο φάσεις: Η πρώτη φάση αρχίζει με το οξύ υποξικό - ισχαιμικό επεισόδιο. Το ώριμο έμβρυο - νεογνό αντιδρά μέσω αντιρροπιστικών μηχανισμών, ήτοι ανακατανομή του αίματος, ούτως ώστε να εξασφαλισθεί επαρκής αιμάτωση των «ευγενών» οργάνων, που είναι ο εγκέφαλος, η καρδιά και τα επινεφρίδια, αγγειοδιαστολή μέσω τοπικής αύξησης αγειοδιασταλτικών ουσιών όπως Κ (κάλιο) Η+  αδενοσίνη, προσταγλανδίνες, αυτορρύθμιση της εγκεφαλικής αιματικής ροής. Αυτό γίνεται εις βάρος της αιμάτωσης των νεφρών, του ήπατος, του εντέρου, των πνευμόνων. Σε αυτή την φάση παρατηρείται αύξηση της αρτηριακής πίεσης και της εγκεφαλικής αιματικής ροής, κατάσταση πολύ επικίνδυνη για την εκδήλωση εγκεφαλικής αιμορραγίας. Την παράταση της υποξίας συνοδεύει ένας καταρράκτης μεταβολών (μείωση καρδιακής παροχής, ενεργοποίηση ριζών Ca++, απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών) και μετά από 30-60 λεπτά ακολουθεί η πτώση της αρτηριακής πίεσης, η περαιτέρω ελάττωση της αιμάτωσης των διαφόρων οργάνων αλλά κυρίως η μείωση της αιμάτωσης του εγκεφάλου (ισχαιμία του εγκεφάλου). Το τελικό αποτέλεσμα της υποξίας - ισχαιμίας του εγκεφάλου είναι ο θάνατος των νευρικών κυττάρων. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η διάρκεια της υποξίας. Διάρκεια υποξίας κατά τον τοκετό (intrapartum asphyxia) πάνω από μια ώρα συνοδεύεται από μεγαλύτερη επίπτωση σοβαρών αναπνευστικών επιπλοκών και εγκεφαλοπάθειας στο νεογνό. Η πρώτη φάση σε κυτταρικό επίπεδο χαρακτηρίζεται από άμεσο κυτταρικό θάνατο (νέκρωση κυττάρων), διότι, λόγω της υποξίας παρατηρείται πρωτογενής ενεργειακή ανεπάρκεια, λόγω αναερόβιου μεταβολισμού και εξάντλησης των αποθεμάτων γλυκόζης και ΑΤΡ (Τριφωσφορική αδενοσίνη) που οδηγεί και σε ενδοκυττάρια συσσώρευση ριζών ++ και κυτταρικό θάνατο. Ακολουθεί μια λανθάνουσα περίοδος η οποία, αναλόγως με την βαρύτητα και την διάρκεια της αρχικής βλάβης, μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αποκατάσταση μέσω και της σωστής αντιμετώπισης (δηλ. υποστήριξη αναπνευστικού, περιορισμός υγρών, υποστήριξη κυκλοφορικού, αντιμετώπιση σπασμών, παρακολούθηση και αντιμετώπιση ηλεκτρολυτικών και άλλων επιπλοκών) ή να οδηγήσει σε δευτερογενή ενεργειακή ανεπάρκεια. Η δευτερογενής ενεργειακή ανεπάρκεια – δεύτερη φάση (μετά από 6-15 περίπου ώρες) οδηγεί σε καθυστερημένο κυτταρικό θάνατο των νευρικών κυττάρων την 3η - 10η ημέρα μετά το ασφυκτικό συμβάν. Η εξέλιξη εξαρτάται από την βαρύτητα της πρώτης φάσης και τα ενεργειακά αποθέματα του εγκεφάλου. Οι μηχανισμοί που εμπλέκονται στον καθυστερημένο κυτταρικό θάνατο είναι η υπεραιμία (επαναιμάτωση), το κυτταρροτοξικό εγκεφαλικό οίδημα, η μιτοχονδριακή ανεπάρκεια, η συσσώρευση διεγερτικών νευροδιαβιβαστών, η ενεργοποίηση των μηχανισμών αποπτωτικού θανάτου, όπως και ο σχηματισμός ελευθέρων ριζών 02 και οξειδίου του αζώτου. Η υπεραιμία οφείλεται σε απώλεια της αυτορρύθμισης (vasoparalysis). Σε μελέτη... βρέθηκε ότι ασφυκτικά νεογνά που παρουσίαζαν υπεραιμία (απώλεια αυτορρύθμισης) κατά μέσον την 9η ώρα της ζωής σε συνδυασμό με το παθολογικό ΗΕΓ παρουσίαζαν φτωχότερη πρόγνωση. Σε αυτή την δεύτερη φάση παρατηρείται η εμφάνιση των σπασμών, γεγονός που υποδηλώνει την ανάπτυξη εγκεφαλοπάθειας με απώλεια σημαντικού αριθμού νευρώνων. Η ύπαρξη των δύο φάσεων επιβεβαιώνεται με την μαγνητική Φασματοσκοπία (ΜRS Magnetic Resonance Spectroscopy) σε νεογνά με μέτρια και σοβαρή ΥΙΕ. Οι μελέτες δείχνουν ότι σύντομα μετά την γέννηση ο οξειδωτικός μηχανισμός είναι φυσιολογικός, ενώ ακολουθεί η δευτεροπαθής ενεργειακή ανεπάρκεια, η βαρύτητα της οποίας συσχετίσθηκε με την έκβαση. Η παραπάνω αναφερθείσα λανθάνουσα περίοδος, μεταξύ των δύο φάσεων αποτελεί ένα "θεραπευτικό παράθυρο" μετά από την αρχική καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση και πριν την εξέλιξη στη δευτεροπαθή φάση. Τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται η λεγάμενη "θεραπευτική υποθερμία" (ΘΥ) τις πρώτες 6 ώρες της ζωής σε ασφυκτικά νεογνά με κλινικές ή εργαστηριακές ενδείξεις ΥΙΕ και αποσκοπεί στην αναστολή της εξέλιξης της δευτεροπαθούς εγκεφαλικής βλάβης, λόγω ενεργειακής ανεπάρκειας. Το ευεργετικό αποτέλεσμα της ΘΥ αποδίδεται στην μείωση των ενεργειακών αναγκών. Για τη σταδιοποίηση της βαρύτητας της εικόνας των ασφυκτικών νεογνών με ΥΙΕ χρησιμοποιείται η ταξινόμηση Sarnat and Sarnat. Παρόμοια και πιο πρόσφατη είναι η ταξινόμηση του Thompson. Σύμφωνα με αυτές τις ταξινομήσεις διακρίνονται τρεις βαθμοί βαρύτητας νεογνικής εγκεφαλοπάθειας, η ήπια, η μέτρια και η βαριά. Η ήπια εγκεφαλοπάθεια χαρακτηρίζεται από ευερεθιστότητα. Ο μυϊκός τόνος είναι φυσιολογικός. Οι κόρες των οφθαλμών είναι διασταλμένες, παρατηρείται φτωχό αντανακλαστικό θηλασμού και δεν υπάρχουν σπασμοί. Τα συμπτώματα διαρκούν λιγότερο από 24 ώρες. Η μέτριας βαρύτητας εγκεφαλοπάθεια χαρακτηρίζεται από λήθαργο, υποτονία και μειωμένη ενεργητικότητα. Οι κόρες των οφθαλμών είναι σε μύση, ενώ το αντανακλαστικό του θηλασμού απουσιάζει. Συχνά υπάρχουν σπασμοί εστιακοί ή γενικευμένοι. Τα συμπτώματα διαρκούν περισσότερο από 5 ημέρες. Η βαριά εγκεφαλοπάθεια χαρακτηρίζεται από κώμα, σοβαρή υποτονία, απουσία αυτόματης ενεργητικότητας. Οι κόρες των οφθαλμών είναι σε απόκλιση, μυδρίαση ή χωρίς αντίδραση στο φως. Οι σπασμοί εμφανίζονται από το πρώτο 24ωρο, είναι παρατεταμένοι και ανθεκτικοί στην θεραπεία. Μπορεί να υπάρχει εικόνα απεγκεφαλισμού. Επομένως, όπως φαίνεται, υπάρχουν ανώμαλα ευρήματα (abnormalities in neurologic examination) στην νευρολογική εξέταση, που είναι εμφανή νωρίς μετά τη γέννηση και καθίστανται περισσότερο εμφανή στις 12-24 ώρες μετά την γέννηση. Η νευρολογική εξέταση, όπως φαίνεται, μπορεί να δείξει ανωμαλίες στην λειτουργία του εγκεφαλικού φλοιού (ευερεθιστότητα, λήθαργος, σπασμοί, κώμα), του στελέχους (διαταραχές στο μέγεθος της κόρης των οφθαλμών, ανωμαλίες κρανιακών νεύρων), του τόνου (υποτονία, υπερτονία) και των αντανακλαστικών. Τα ευρήματα εξαρτώνται από την χρονική στιγμή της εξέτασης και από την σοβαρότητα της υποκείμενης βλάβης του εγκεφάλου. Τα νεογνά με ήπιας μορφής ΥΙΕ έχουν συνήθως καλή έκβαση. Τα νεογνά με μέτρια ΥΙΕ έχουν ανώμαλη έκβαση σε ποσοστό 20% - 25%. Η βαριά ΥΙΕ συνδέεται με κακή έκβαση σε όλες τις περιπτώσεις. Σε όλες τις περιπτώσεις ΥΙΕ είναι κρίσιμο να αποκλεισθούν άλλες δυνητικές αιτίες (ενδομήτρια λοίμωξη, τραυματισμός μητέρας, διαταραχές της πήξης κατά την κύηση, πρόωρη γέννηση, απολειπόμενη ανάπτυξη εμβρύου, πολλαπλή κύηση, χρωμοσωμικές ή σύμφυτες διαταραχές του μεταβολισμού). Όσον αφορά το θέμα της πολυοργανικής ανεπάρκειας, περίπου το 80% των ασφυκτικών τελειόμηνων νεογνών εμφανίζει ανεπάρκεια ενός ή περισσότερων οργάνων.

 

Σημαντική είναι η σύνδεση εκδηλώσεων (ευρημάτων) στην διάρκεια του τοκετού με την μεταγενέστερη εγκεφαλική παράλυση. Κριτήρια σύνδεσης κοντά στον τοκετό: 1. Οι ανώμαλες καταγραφές στο καρδιοτοκογράφημα, όπως μειωμένη μεταβλητότητα, όψιμες επιβραδύνσεις του καρδιακού ρυθμού και βασική (baseline) βραδυκαρδία, που δείχνουν ότι κάποιο σοβαρό παθολογικό γεγονός συνέβη. Η παραπάνω διαταραχή στο καρδιοτοκογράφημα δείχνει ότι κάτι αξιοσημείωτο - δραματικό συνέβη κατά την διάρκεια του τοκετού (a sentinel event occurs during the labor). 2. Η διαπίστωση της ύπαρξης οξέωσης σε αρτηριακό αίμα που έχει ληφθεί από τον ομφάλιο λώρο, ιδιαίτερα Ρh μικρότερο από 7,00 και έλλειμμα βάσης μεγαλύτερο του 12 mmol/ml. 3. Apgar score μικρότερο από 3 στα 10 λεπτά ή περισσότερο, με ανάγκη για καρδιοπνευμονική ανάνηψη ή διασωλήνωση στην αίθουσα τοκετού. 4. Πρώιμη έναρξη μέτριας ή βαριάς εγκεφαλοπάθειας στο νεογνό ηλικίας κύησης > των 36 εβδομάδων, απουσία άλλων αιτιών εγκεφαλοπάθειας. Η διαδρομή από μια υποξική-ισχαιμική βλάβη που συμβαίνει στη διάρκεια του τοκετού πρέπει να περάσει (must progress) διαμέσου της νεογνικής εγκεφαλοπάθειας. 5. Γρήγορη έναρξη πολυοργανικής ανεπάρκειας.6. Απεικονιστικός έλεγχος συμβατός με οξεία εγκεφαλική βλάβη.     Ο απεικονιστικός έλεγχος και δη η ΜRΙ εγκεφάλου παρέχει το καλύτερο εργαλείο για τον καθορισμό της έκτασης - του βαθμού (extent) της βλάβης του, καθώς επίσης και τον προσδιορισμό (determine) του χρόνου της βλάβης. Ευρήματα μπορεί να είναι εμφανή 24 - 48 ώρες μετά την στιγμή της βλάβης. Τα ευρήματα είναι ανάλογα της σοβαρότητας της βλάβης. Ήπιες έως μέτριες βλάβες χαρακτηρίζονται από παραϊνιακές περιρολάνδειες αλλαγές. Αυτές αναφέρονται σε αμφοτερόπλευρη νέκρωση του φλοιού, καθώς και σε νέκρωση της γειτονικής - παρακείμενης (adjacent) υποφλειώδους λευκής ουσίας και περιλαμβάνει τις ανώτερες μέσες και κυρίως οπίσθιες θέσεις των κυρτοτήτων των εγκεφαλικών ημισφαιρίων. Η νέκρωση συμβαίνει στις λεγάμενες μεθοριακές ζώνες, δηλαδή μεταξύ των τελικών κλάδων των μεγάλων εγκεφαλικών αρτηριών, οι οποίες είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητες στην έκθεση σε ισχαιμία. Η σπαστική τετραπληγία είναι η συχνότερη μακροπρόθεσμη έκβαση αυτής της βλάβης. Άλλες βλάβες που συμβαίνουν περιλαμβάνουν εκείνες του ιππόκαμπου, των βασικών γαγγλίων, του θαλάμου, της γέφυρας, με βλάβη των κρανιακών νευρών εντός αυτής.

 

Επακόλουθα στην νεογνική ηλικία είναι νεογνικοί σπασμοί, δυσχέρεια στην σίτιση, ενώ μακροπρόθεσμη έκβαση είναι νοητική υστέρηση και σπασμοί. Βλάβη των βασικών γαγγλίων παρατηρείται στα δύο τρίτα των ασφυκτικών νεογνών. Επομένως, ο όρος «ασφυξία» είναι μια διάγνωση η οποία γίνεται μετά τον τοκετό και εκ των υστέρων είναι ενδεικτική - δηλωτική μιας κακής προσαρμογής του εμβρύου στο stress. Το ερώτημα που τίθεται τελικά είναι εάν τα 6 αυτά κριτήρια είναι ουσιώδη για την στήριξη - εδραίωση της σύνδεσης των συμβάντων στην διάρκεια του τοκετού και της επακόλουθης εγκεφαλικής παράλυσης. Από την αθροιστική εμπειρία σημαντικών ερευνητών φαίνεται ότι όλα τα ως άνω σημεία (κριτήρια) είναι παρόντα σε ποσοστό άνω του 90% των περιπτώσεων εγκεφαλικής παράλυσης. Τα ουσιώδη κριτήρια που καθορίζουν την συσχέτιση ενός οξέος συμβάντος στην διάρκεια του τοκετού (intrapartum event) σε βάθος χρόνου, δηλ. μακριά από τον τοκετό προτείνονται από την ACOG and American Academy of Pediatrics Task Force on Neonatal Encephalopathy and Cerebral Palsy: 1. Η διαπίστωση της ύπαρξης οξέωσης σε αρτηριακό αίμα που έχει ληφθεί από τον ομφάλιο λώρο, ιδιαίτερα Ρh μικρότερο από 7,00 και έλλειμμα βάσης μεγαλύτερο του 12 mmol/ml. 2. Πρώιμη έναρξη μέτριας ή βαριάς εγκεφαλοπάθειας σε νεογνό ηλικίας κύησης > των 36 εβδομάδων, απουσία άλλων αιτιών εγκεφαλοπάθειας. Η νευρολογική εξέταση σε μέτρια ή βαριά εγκεφαλοπάθεια, όπως φαίνεται και ανωτέρω, μπορεί να δείξει ανωμαλίες στην λειτουργία του εγκεφαλικού φλοιού (ευερεθιστότητα, λήθαργος, σπασμοί, κώμα) του στελέχους (διαταραχές στο μέγεθος της κόρης των οφθαλμών, ανωμαλίες κρανιακών νεύρων), του τόνου (υποτονία, υπερτονία) και των αντανακλαστικών (απουσία, αδύναμα αντανακλαστικά hyporeflexia). 3. Εγκεφαλική παράλυση τύπου σπαστικής τετραπληγίας ή δυσκινητικού τύπου. Η σπαστική τετραπληγία και λιγότερο η εγκεφαλική παράλυση δυσκινητικού τύπου συσχετίζονται με οξύ υποξικό συμβάν κατά την διάρκεια του τοκετού (acute hypoxic intrapartum events). Αυτό δεν σημαίνει ότι τα acute hypoxic intrapartum events προκαλούν πάντα σπαστική τετραπληγία, αλλά ότι η σπαστική τετραπληγία οφείλεται πάντα σε acute hypoxic intrapartum events. 4. Απουσία ιστορικού ενδομήτριες λοίμωξης, τραυματισμού μητέρας, διαταραχών πήξης κατά την κύηση, πρόωρης γέννησης, υπολειπόμενης ανάπτυξης εμβρύου, πολλαπλής κύησης, χρωμοσωμικών ή συγγενών ανωμαλιών. Με βάση τα παραπάνω αναφερθέντα κριτήρια σύνδεσης (το νεογνό) παρουσιάζει τα κάτωθι: 1. Διαυγές αμνιακό υγρό κατά την ώρα της ρήξης θυλακίου, άρα μπορεί να συμπεράνει κάποιος ότι δεν υπήρξε κάποιο stress μέχρι εκείνη τη στιγμή. 2. Εμβρυϊκή δυσχέρεια για τουλάχιστον πενήντα λεπτά (από τη διαπίστωσή της μέχρι την ολοκλήρωση της καισαρικής τομής) με εκδήλωση βασικής βραδυκαρδίας και συχνότητα καρδιακών παλμών <110 παλμοί/λεπτό. Το στάδιο εξώθησης και της προσπάθειας επίτευξης φυσιολογικού τοκετού, επίσης ήταν παρατεταμένο, δηλαδή ήταν 3 ώρες (από την επίτευξη πλήρους διαστολής έως και την ολοκλήρωση της καισαρικής τομής). 3. Δεν υπάρχει Ρh ομφάλιου λώρου (προφανώς λόγω έλλειψης μηχανήματος αερίων αίματος). 4. Apgar score 1ου και 5ου λεπτού «3» και στην συνέχεια καρδιοπνευμονική ανάνηψη με Ambu και συνεχή χορήγηση 02 για δέκα λεπτά (επομένως χαμηλό Apgar score στην διάρκεια αυτού του διαστήματος). 5. Πρώιμη έναρξη μέτριας προς βαριά ΥΙΕ (υποτονία, νωθρότητα, απουσία αρχέγονων αντανακλαστικών, σπασμοί με εικόνα status, δηλαδή συνεχής και παρατεταμένη εκδήλωση, με δυσχέρεια στον έλεγχο αυτών (χορήγηση φαινοβαρβιτάλης παράλληλα με μιδαζολάμη, που συνήθως χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση του status) 6. Πολυοργανική ανεπάρκεια. Εκτός από την εικόνα ΥΙΕ (συμμετοχή του ΚΝΣ) υπάρχει και συμμετοχή του αναπνευστικού συστήματος (ανάγκη για αναπνευστική υποστήριξη, παρέμεινε διασωληνωμένο για 14 ημέρες με μετέπειτα σταδιακή μείωση της υποστήριξης), ηπατική βλάβη (αυξημένες τιμές τρανσαμινασών, ήτοι SGOT 467 U/L. SGΡΤ 266  U/L, ΥGΤ 206 IU/L, υπογλυκαιμία), νεφρική βλάβη (αυξημένες τιμές ουρίας 52 mg/dl, κρεατινίνης 1,6 mg/dl, λευκωματουρία), πιθανή καρδιακή βλάβη (αυξημένες τιμές CΡΚ 2913 IIU/ml). Η αύξηση αυτής της CΡΚ πιθανότατα οφείλετο σε αύξηση του καρδιακού κλάσματος αυτής, όπως επίσης και του εγκεφαλικού κλάσματος. Η λευκοκυτάρρωση και δη χωρίς αύξηση άλλων δεικτών φλεγμονής (π.χ. ΟΡΡ- σε αντιδρώσα πρωτεΐνη) δεν στοιχειοθετεί εικόνα λοίμωξης ούτε εικόνα διάχυτης ενδαγγειακής πήξης, χωρίς ενδείξεις επηρεασμένων χρόνων πήξης και με καλά επίπεδα αιμοπεταλίων. Αύξηση των λευκοκυττάρων, καθώς και των εμπυρήνων ερυθρών αιμοσφαιρίων παρατηρείται στα νεογνά που έχουν υποστεί ασφυξία. 7. Γρήγορη διαπίστωση ύπαρξης εγκεφαλικής αιμορραγίας. 1° US εγκεφάλου κατά την εισαγωγή στην ΒΜΕΝ: ενδοκοιλιακή αιμορραγία και αυξημένη ηχογένεια περικοιλιακά. 2° US εγκεφάλου κατά την 9η ημέρα της ζωής ίδια εικόνα με το πρώτο. 3° US εγκεφάλου κατά την 27-7-2005, δηλαδή την 15η ημέρα της ζωής: διάχυτη ηχογένεια του εγκεφαλικού παρεγχύματος και εκτεταμένη αιμορραγία άμφω.8. Απουσία ιστορικού ενδομήτριες λοίμωξης, τραυματισμού μητέρας, διαταραχών πήξης κατά την κύηση, πρόωρης γέννησης, υπολειπόμενης ανάπτυξης εμβρύου, πολλαπλής κύησης, χρωμοσωμικών ή συγγενών ανωμαλιών. 9. Εικόνα σπαστικής τετραπληγίας με νοητική υστέρηση. Επομένως, όπως περιγράφεται ανωτέρω, η εικόνα πληροί τα κριτήρια σύνδεσης της σπαστικής τετραπληγίας με συμβάντα κατά την διάρκεια του τοκετού και την επακόλουθη Υποξική - Ισχαιμική Εγκεφαλοπάθεια. Η ΥΙΕ προκάλεσε την εγκεφαλική αιμορραγία, διότι... στην πρώτη φάση της ασφυξίας, λόγω των αντιρροπιστικών μηχανισμών, παρατηρείται αύξηση της αρτηριακής πίεσης και της εγκεφαλικής αιματικής ροής, κατάσταση πολύ επικίνδυνη για την εκδήλωση εγκεφαλικής αιμορραγίας, και επίσης... στην δεύτερη φάση παρατηρείται υπεραιμία και κυτταροτοξικό εγκεφαλικό οίδημα, καταστάσεις πολύ επικίνδυνες για την εκδήλωση εγκεφαλικής αιμορραγίας. Τα ευρήματα από την μεταγενέστερη ΜRΙ Εγκεφάλου, συσχετιζόμενα με την επακόλουθη εικόνα της Σπαστικής Τετραπληγίας, παραπέμπουν σε intrapartum asphyxia. Όπως φαίνεται από την παραπάνω τοποθέτηση και τα παραπάνω αναφερθέντα στοιχεία, η ασφυξία κατά την διάρκεια του τοκετού είχε και ένταση και διάρκεια τουλάχιστον πενήντα λεπτών, ούτως ώστε να οδηγήσει στην ΥΙΕ και τον καταρράκτη των διαδικασιών που οδηγούν σε κυτταρικό θάνατο το νευρικό κύτταρο. Χρονικά το νεογνό διήλθε μέσω της πρώτης φάσης της ΥΙΕ, της λανθάνουσας περιόδου και, ενώ είχε από ώρες εισέλθει στην δεύτερη φάση της ΥΙΕ, διακομίσθηκε σε Εντατική Μονάδα Νεογνών Τριτοβάθμιου Νοσοκομείου. Η διακομιδή από το αξιόλογο, αλλά περιφερειακό Νοσοκομείο, ήταν κατά τη γνώμη μου επιβεβλημένη και απολύτως αναγκαία. Η αερομεταφορά μπορεί να συνεπάγεται κάποια ταλαιπωρία για το νεογνό και τους γονείς, αλλά δεν συνετέλεσε στην σπαστική τετραπληγία, διότι, όπως φαίνεται από τα ανωτέρω, η βλάβη είχε ήδη δρομολογηθεί από την intrapartum asphyxia. Το αυτό πιστεύω και για την ουρολοίμωξη που αναφέρεται στην ερώτηση, αν και δεν αναφέρεται στις διαγνώσεις της Α.Μ.Ε.Ν. Όσον αφορά την υπογλυκαιμία, αυτή μπορεί να θεωρηθεί σαν συνέπεια της ΥΙΕ, μέσω της ηπατικής βλάβης, η οποία αποδεικνύεται από την σημαντική αύξηση των τρανσαμινασών και της yGΤ. Επίσης οι σπασμοί συνεχίζονται και μετά τη διόρθωση της υπογλυκαιμίας και δεν αποδίδονται σε αυτήν». Με βάση αυτό το σκεπτικό και παραπέμποντας σε εκτεταμένη βιβλιογραφία, η ορισθείσα ανωτέρω πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα «η σημερινή κατάσταση του τέκνου των εναγόντων οφείλεται σε περιγεννητική υποξία σε ποσοστό 100%», άποψη με την οποία ταυτίζονται, παραθέτοντας ο καθένας τα δικά του επιχειρήματα, τα περισσότερα από τα οποία προσομοιάζουν κατά περιεχόμενο με εκείνα της πραγματογνώμονα, οι τεχνικοί σύμβουλοι των εναγόντων ... μαιευτήρας - γυναικολόγος, και ιατροδικαστής και ιατρός Δημόσιας Υγείας, καθώς και οι καταθέσαντες τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους ενάγοντες ιατρικές γνωμοδοτήσεις ..., ειδικός ιατροδικαστής, ιατρός νευροχειρουργός (ο οποίος εξετάστηκε και ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) . και ., αμφότεροι ιατροί νευρολόγοι. Όσον αφορά τις ανωτέρω τεχνικές εκθέσεις και ιατρικές γνωμοδοτήσεις, πρέπει να παρατηρηθεί κατ' αρχάς ότι ορισμένοι από τους τεχνικούς συμβούλους και ιατρικώς γνωμοδοτήσαντες είναι ειδικότητας με αντικείμενο που είναι είτε ποιοτικώς (νευρολόγοι, νευροχειρουργοί), είτε ολικώς (ιατροδικαστές, γενικοί ιατροί) διάφορο από εκείνο των ορισθέντων πραγματογνωμόνων (μαιευτήρα - γυναικολόγου, παιδιάτρου - παιδονευρολόγου και νεογνολόγου - εντατικολόγου), γεγονός με βάση το οποίο οι εναγόμενοι και η προσθέτως παρεμβαίνουσα επιχειρούν να πλήξουν την αξιοπιστία τους, αμφισβητώντας ότι αυτοί διαθέτουν τις απολύτως εξειδικευμένες γνώσεις που απαιτούνται, για να γνωματεύσουν αυθεντικά στην ερευνώμενη περίπτωση. Ωστόσο, όλοι οι ανωτέρω κατέθεσαν αναλυτικότατες εκθέσεις, παραθέτοντας επιχειρήματα και, ενίοτε, παραπομπές σε βιβλιογραφία, με συνέπεια, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η διαφορετική τους εξειδίκευση να μην τους καθιστά -άνευ ετέρου- αναξιόπιστους, όσον αφορά την κρινόμενη υπόθεση. Περαιτέρω, πρέπει να ειπωθεί ότι τόσο η προαναφερθείσα πραγματογνώμονας (...), όσο και κάποιοι από τους γνωμοδοτήσαντες, σε αρκετά σημεία των εκθέσεών τους, αλλά και κάποια από τα επίσης ανωτέρω αναφερθέντα ιατρικά έγγραφα, χρησιμοποιούν τον όρο «περιγεννητική ασφυξία», είτε ως διάγνωση της κατάστασης υγείας του νεογνού …, είτε ως αιτιολογία της εγκεφαλικής του βλάβης. Δραττόμενοι από αυτό, οι εναγόμενοι και η προσθέτως παρεμβαίνουσα επιχειρούν να ανατρέψουν τα συμπεράσματα της πραγματογνώμονος και των γνωμοδοτούντων, υποστηρίζοντας ότι ως περιγεννητική περίοδος ορίζεται το διάστημα από την 28η εβδομάδα της εγκυμοσύνης έως και την 1η εβδομάδα της ζωής του νεογνού και ότι, συνεπώς, ακόμη και αν γίνουν δεκτές οι απόψεις των ανωτέρω ιατρών, περί σύνδεσης της υποξικής - ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας (ΥΙΕ), που υπέστη το νεογνό …, με «περιγεννητική ασφυξία», αυτή (ασφυξία) θα μπορούσε να έχει συμβεί οποτεδήποτε εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος. Ωστόσο, μολονότι ο εν λόγω ισχυρισμός τους, αναφορικά με τη διάρκεια της περιγεννητικής περιόδου είναι βάσιμος (πρόσφατες, μάλιστα, μελέτες, που γίνονται δεκτές και από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, αφετηριάζουν την περιγεννητική περίοδο από την 22η εβδομάδα κύησης, βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα μαιευτήρα – γυναικολόγου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), η προσεκτική ανάγνωση όλων των ανωτέρω εκθέσεων οδηγεί ανενδοίαστα στο συμπέρασμα, ότι οι συγκεκριμένοι ιατροί, δεν χρησιμοποιούν τον όρο «περιγεννητική ασφυξία», για να συνδέσουν την υποξική - ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια (ΥΙΕ) του νεογνού γενικώς με οποιοδήποτε γεγονός, που τυχόν έλαβε χώρα καθ’ όλη την προαναφερθείσα χρονική περίοδο. Αντιθέτως, αυτός (όρος) χρησιμοποιείται, για να προσδιορίσει χρονικώς συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις του ιατρού ..., κατά την διάρκεια του τοκετού (δηλαδή σε χρόνο για τον οποίο ο ανωτέρω όρος είναι επίσης ιατρικά δόκιμος), λόγω των οποίων δεν έγινε έγκαιρα αντιληπτή η εμβρυϊκή δυσχέρεια και παρατάθηκε άσκοπα και επικίνδυνα η -ούτως ή άλλως στρεσογόνος για το έμβρυο- διάρκεια του (τοκετού), με τον τρόπο δε αυτόν τελικώς, τόσο η ..., όσο και ο μάρτυρας (…) και οι γνωμοδοτούντες, που συμφωνούν με τα συμπεράσματα τους, συνδέουν απολύτως αιτιακά τα συμβάντα, κατά τον τοκετό, με την πάθηση του τέκνου των εναγόντων. Τα ανωτέρω συμπεράσματα επιχειρούν οι εναγόμενοι να αναιρέσουν, επικαλούμενοι κατ’ αρχάς την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της παιδιάτρου – παιδονευρολόγου …, η οποία, επικαλούμενη την ισχαιμία, τη λοίμωξη, την υπογλυκαιμία, τους αρρύθμιστους σπασμούς και την παρατεταμένη παραμονή του νεογνού σε αναπνευστήρα, καθώς και τις διαταραχές οξυγόνωσης κατά τις διακομιδές αυτού, καταλήγει στο ότι «η σπαστική τετραπληγία - νοητική υστέρηση από την οποία πάσχει ο ... θα μπορούσε να αποδοθεί στην πρώιμη εμφάνιση νεογνικής εγκεφαλοπάθειας από υποξία - ισχαιμία, αλλά με πολλαπλούς συνυπάρχοντες μεταγεννητικούς συνεργικούς παράγοντες, που συμμετείχαν και επιδείνωσαν την κλινική έκβαση: αναγκαιότητα διακομιδής 2 φορές, εργαστηριακά διαπιστωθείσα λοίμωξη, σοβαρή υπογλυκαιμία, δύσκολα ελεγχόμενοι νεογνικοί σπασμοί, ηλεκτρολυτικές διαταραχές», καθόσον «τα στοιχεία που πιστοποιούν την ήπια υποξία κατά τη γέννηση (καθυστερημένες επιβραδύνσεις στον καρδιοτοκογράφο, χαμηλό Αpgar score: 3 στο πέμπτο λεπτό, καθυστερημένη έναρξη αυτόματης αναπνοής) ανευρίσκονται συχνά και σε νεογνά που στη συνέχεια δεν ανέπτυξαν νευρολογικά προβλήματα». Την ίδια άποψη (...), περί πιθανής συνδρομής στην προκειμένη περίπτωση πολλαπλών βλαπτικών παραγόντων, που οδήγησαν στο ανωτέρω αποτέλεσμα, υποστήριξαν η διορισθείσα στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας πραγματογνώμονας ... παιδίατρος - παιδονευρολόγος, Επίκουρη Καθηγήτρια Παιδιατρικής του Τομέα Υγείας του Παιδιού της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, και από τους συντάξαντες ιατρικές γνωμοδοτήσεις οι … και η … όχι όμως και οι εξετασθέντες με επιμέλεια των εναγόμενων μάρτυρες ο οποίος δεν ήταν σε θέση να απαντήσει συγκεκριμένα για την ερευνώμενη περίπτωση (βλ. 51η σελίδα υπ' αριθ. ./2011 πρακτικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου: «... εγώ όμως μπορώ να σας πω για την περιγεννητική ασφυξία πως μπορεί να επέλθει γενικά...»), ενώ ο έτερος εξετασθείς μάρτυρας , ερωτηθείς σχετικώς, απάντησε γενικώς και αορίστως, ότι μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι δεν γνωρίζει τι έγινε εν προκειμένω και προκλήθηκε η εγκεφαλική παράλυση του ., πλην όμως, το συμβάν που την προκάλεσε, δεν έλαβε χώρα κατά τον τοκετό (βλ. 103η σελίδα υπ' αριθ. ./2011 πρακτικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Όσον αφορά ειδικότερα τις γνωμοδοτήσεις …και άξιο μνείας είναι πρωτίστως, ότι αμφότεροι οι ιατροί, όπως και οι πραγματογνώμονες … και … παρίστανται ενδοιαστικοί κατά την έκθεση των απόψεών τους, υπό την έννοια του ότι χρησιμοποιούν γενικόλογες και αόριστες εκφράσεις, όπως «φαίνονται να προκαλούνται...», «συχνά εντοπίζονται...», «πιθανότατα συνέβαλαν...», «δεν μπορεί να συνδεθεί ή να αποδοθεί με βεβαιότητα...», «περισσότερο είναι συμβατά...» και παραθέτουν μεν αναλυτικώς τα -κατ' αυτούς- γενικώς ισχύοντα, στην ιατρική κοινότητα, αναφορικά με τα ερευνώμενα ζητήματα, εστιάζοντας δε, στην προκειμένη περίπτωση, αδυνατούν να προσδιορίσουν ποιοι ακριβώς από τους επικαλούμενους παράγοντες, που προηγήθηκαν του τοκετού και με ποιον ακριβώς μηχανισμό, μπορεί να οδήγησαν στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα, για το …, καθώς και σε ποιο βαθμό μπορεί να επηρέασαν την κλινική του εικόνα. Τούτο δε καθίσταται κρισιμότερο, για την εκτίμηση της αξιοπιστίας των συμπερασμάτων τους, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, το μαιευτικό ιστορικό της .. ήταν ελεύθερο και απουσίαζαν χρωμοσωμικές ανωμαλίες του νεογνού ή άλλα ευρήματα, που να στοιχειοθετούν γνωστό σύνδρομο, η δε κύησή της και ο τοκετός εξελίχθηκαν απολύτως ομαλά, μέχρι την παράταση του σταδίου της εξώθησης και τη διαπίστωση της βραδυκαρδίας του εμβρύου.

 Υπό το πρίσμα αυτό και ενόψει της απουσίας οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου, από το οποίο να δημιουργείται έστω σχετική υπόνοια, παρίσταται απλώς γενικώς πιθανή, σε επίπεδο βιβλιογραφικής αναφοράς, η συσχέτιση με κάποιο συμβάν που προηγήθηκε του τοκετού της υποξικής - ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας, που εμφάνισε το νεογνό … και της προκληθείσας, συνεπεία αυτής, εγκεφαλικής παράλυσης και σπαστικής παραπληγίας με νοητική υστέρηση. Πρέπει, μάλιστα, στο σημείο αυτό να ειπωθεί ότι άπαντες οι αμέσως ανωτέρω αναφερθέντες πραγματογνώμονες και γνωμοδοτούντες, εκφέρουν τις σχετικές απόψεις τους, όπως θα έπρατταν, αν δεν είχε λάβει χώρα κατά τον τοκετό κανένα αξιόλογο ιατρικά συμβάν και αυτός είχε εξελιχθεί απολύτως ομαλώς μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο περαίωσή του. Έτσι, όμως, παραγνωρίζουν το γεγονός ότι, στην προκειμένη περίπτωση, τέτοια συμβάντα υπήρξαν περισσότερα από ένα και δη α) η μη παρακολούθηση της επιτόκου με καρδιοτοκογράφο, που είχε ως συνέπεια να μην είναι δυνατή η ανίχνευση με ακρίβεια, ούτε της μεταβλητότητας του εμβρυϊκού καρδιακού παλμού, ούτε του βασικού ρυθμού του και να μην είναι εφικτή η ταξινόμηση των επιβραδύνσεων σε πρώιμες, όψιμες και μεταβαλλόμενες, εφόσον δεν παρακολουθείτο και δεν αξιολογείτο η έναρξη και το τέλος της σύσπασης της μήτρας, β) η μη δυνάμενη να αποκατασταθεί επιβράδυνση των καρδιακών παλμών του εμβρύου (αμφότερα ζητήματα για οποία ήδη έγινε λόγος ανωτέρω), γ) η επί μακράν παράταση του τοκετού, χωρίς προοπτική περαίωσής του κολπικώς (έστω επεμβατικώς με εμβρυουλκία ή συκιουλκία) και δ) η καθυστέρηση στη λήψη απόφασης για καισαρική και στη διενέργειά της (ζητήματα για τα οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια). Αναφορικώς, εξάλλου, με την επικαλούμενη επίδραση συμβάντων μετά τον τοκετό, που να προκάλεσαν τελικά την εγκεφαλική παράλυση του νεογνού, πρέπει να ειπωθεί ότι μία τέτοιου είδους θεώρηση, η οποία θα απάλλασσε τον ιατρό … από οποιανδήποτε ευθύνη για αμελή συμπεριφορά (στο μέτρο που αυτός δεν ενεπλάκη σε καμία ιατρική πράξη μετά τον τοκετό), θα ασκούσε έννομη επιρροή, εν προκειμένω, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι το νεογνό είχε γεννηθεί απολύτως υγιές και χωρίς κάποιο πρόβλημα, όχι δε και στην περίπτωση κατά την οποία θα κρινόταν ότι, λόγω προηγούμενης αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου εναγόμενου, προκλήθηκε βλάβη της υγείας του νεογνού, η οποία απλώς επιτάθηκε από ενέργειες ή παραλείψεις άλλων προσώπων, χωρίς να διακόπτεται ο μεταξύ τους υφιστάμενος αιτιώδης σύνδεσμος. Τούτο διότι, η ευθύνη περισσότερων ιατρών για το αυτό ζημιογόνο αποτέλεσμα, στο οποίο υπήρξε συντρέχουσα αμέλειά τους, ταυτόχρονη ή και διαδοχική, ρυθμίζεται από το άρθρ. 926 εδ. α' ΑΚ και ενέχονται αυτοί από κοινού και εις ολόκληρον, ανεξαρτήτως του ποσοστού συνυπαιτιότητας του καθενός, ο τυχόν δε επιμερισμός της μεταξύ τους ευθύνης μπορεί να γίνει μόνο σε μεταξύ τους δίκη, με την άσκηση του δικαιώματος αναγωγής... Στην κρινόμενη περίπτωση, όμως, ουδείς από τους εξετασθέντες ενόρκως ιατρούς, τους ορισθέντες πραγματογνώμονες, τους γνωμοδοτήσαντες ιατρούς ή ακόμα και τους ενόρκως βεβαιώσαντες ήταν σε θέση να υποστηρίξει πειστικώς, ότι το νεογνό γεννήθηκε απολύτως υγιές ή, έστω, χωρίς σοβαρά προβλήματα, λαμβανομένης, μάλιστα, της πολύ χαμηλής βαθμολογίας Apgar, που είχε στο πρώτο και στο πέμπτο λεπτό της ζωής του και της εντός λίγων ωρών ραγδαίας επιδείνωσης της υγείας του, που κατέστησε απολύτως αναγκαία την αεροδιακομιδή του στην Αθήνα, στη Μ.Ε.Ν.Ν. του Νοσοκομείου Παίδων «ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ». Βεβαίως, οι εναγόμενοι και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως και οι ιατροί που υποστηρίζουν τις θέσεις τους, επιχειρούν να εκμηδενίσουν την αποδεικτική αξία της ανωτέρω εξέτασης Apgar, ως αξιόπιστου μέσου για την αξιολόγηση της γενικής υγείας των νεογέννητων, επικαλούμενοι, αφενός, το γεγονός ότι είναι αρκετά σύνηθες το να έχουν νεογνά χαμηλή βαθμολογία Apgar και τελικώς να μην αντιμετωπίζουν προβλήματα, όπως και το να έχουν ικανοποιητική βαθμολογία και τελικώς να εμφανίσουν εγκεφαλική παράλυση, και αφετέρου, το γεγονός ότι στην ερευνώμενη περίπτωση δεν έλαβε χώρα εκ νέου βαθμολόγηση του νεογνού και στο δέκατο λεπτό της ζωής του. Πλην, όμως, η ανωτέρω συλλογιστική βάση δεν είναι συμπαγής και πειστική, καθόσον παραβλέπεται σ' αυτήν κατ' αρχάς το ότι, παρά την επικαλούμενη μειωμένη αξιοπιστία της, η βαθμολόγηση Αρ93Γ εξακολουθεί να χρησιμοποιείται στη μαιευτική κοινότητα, όπως και εν προκειμένω. Περαιτέρω, στην περίπτωση του νεογνού …, συνέπεσε η χαμηλότατη βαθμολόγηση Αρ93Γ και η σε πολύ σύντομο χρόνο διάγνωση υποξικής ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας, που οδήγησε τελικώς στην εγκεφαλική του παράλυση και στη σπαστική τετραπληγία που σήμερα εμφανίζει, γεγονότα που δεν μπορούν να αποσυνδεθούν, ούτε μεταξύ τους, ούτε από εκείνα που προηγήθηκαν και να εμφανίζονται ή να αξιολογούνται αυτοτελώς, όπως συμβαίνει στις βιβλιογραφικές αναφορές που κάνουν οι εν λόγω ιατροί. Εξάλλου, στην πραγματογνωμοσύνη της ..., με πειστικότητα εξηγείται το ότι η αερομεταφορά του νεογνού και η λοίμωξη, καθώς και η υπογλυκαιμία που εμφάνισε αυτό μετά τη γέννησή του, δεν συνετέλεσαν στη σπαστική τετραπληγία, διότι αυτή είχε ήδη δρομολογηθεί από το συμβάν της ασφυξίας κατά τη διάρκεια του τοκετού [βλ. ενδεικτ. ένορκη εξέταση «... Τονίζεται ότι η αυξημένη τιμή λευκών αιμοσφαιρίων που ανευρέθηκε κατά την εισαγωγή του ασθενούς στο Γ.Ν.Π.Α. «Αγ. Σοφία» οφειλόταν στο οξύ και έντονο stress της περιγεννητικής ασφυξίας και όχι σε λοίμωξη, γιατί τότε θα εκδηλωνόταν σε μεταγενέστερο χρόνο και σε συνδυασμό με άλλα ευρήματα (πυρετό, θετικές καλλιέργειες σωματικών υγρών, αυξημένη CRP). Επίσης η υπογλυκαιμία ήταν αποτέλεσμα της εγκεφαλικής βλάβης και της απώλειας των φυσιολογικών ρυθμιστικών μηχανισμών του νεογνού, καθώς και της δυσλειτουργίας του ήπατος, λόγω της υποξικής βλάβης που υπέστη κατά τον τοκετό, και όχι αιτία της εγκεφαλικής του βλάβης...» και …  Επίσης η πραγματογνώμονας … παραλείπει να αναφέρει το γεγονός ότι η αύξηση των λευκών κυττάρων παρατηρείται και σε νεογνά που έχουν υποστεί ισχαιμική βλάβη, καθώς η υποξία έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση παραγωγής των λευκών κυττάρων...»]. Στον αντίποδα και παρά τη μη αμφισβητούμενη από κανέναν αναγκαιότητα της αεροδιακομιδής του νεογνού, ούτε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της παιδιάτρου παιδονευρολόγου …, ούτε σε κάποια από τις προσκομιζόμενες, με επίκληση, γνωμοδοτήσεις που συμφωνούν με αυτήν, εκτίθεται με σαφήνεια το πώς ο κάθε παράγοντας (μεταφορά, αεροδιακομιδή, σοβαρή λοίμωξη, εμμένουσα - μη αντιρροπούμενη υπογλυκαιμία, μη ελεγχόμενοι νεογνικοί σπασμοί) μπορούσε να επιδράσει και πράγματι επέδρασε στην κλινική έκβαση της κατάστασης του ανηλίκου [βλ. και ένορκη εξέταση «... δεν υφίσταται κάποιος παθοφυσιολογικός μηχανισμός ούτε κάτι ανάλογο αναφέρεται από την πραγματογνώμονα για το πώς η διακομιδή (δηλαδή μεταφορά) ενός νεογνού μπορεί να προκαλέσει την εμφάνιση (δηλαδή την έναρξη) μίας εγκεφαλικής βλάβης σε έναν φυσιολογικό εγκέφαλο. Παραλείπεται δε στο συγκεκριμένο σημείο να αναφερθεί ότι το νεογνό με τη γέννησή του παρουσίασε εικόνα εγκεφαλοπάθειας(υποτονία, νωθρότητα), δηλαδή στοιχεία εγκεφαλικής βλάβης. Τέλος, θα πρέπει να αναφέρω, ως ιατρός Πολεμικής Αεροπορικής Ιατρικής, ότι η αεροδιακομιδή του οποιουδήποτε ασθενούς γίνεται σε συνθήκες σταθερής παροχής οξυγόνου και, συνεπώς, η άποψη που αναπτύσσει η πραγματογνώμονας ότι η αεροδιακομιδή του νεογνού δύναται να επιδείνωσε την υπάρχουσα εγκεφαλική βλάβη είναι παντελώς λανθασμένη...»]. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει, τέλος, στην ιατρική γνωμοδότηση του …, με την οποία οι εναγόμενοι επιχειρούν να αποδομήσουν, βήμα προς βήμα, την πραγματογνωμοσύνη της . Ο εν λόγω ιατρός, Καθηγητής Μαιευτικής - Γυναικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κατ' αρχάς, αφού πρώτα κάνει μια πολύ σύντομη αναφορά στο ιατρικό ιστορικό του επίδικου τοκετού και μία αρκετά εκτενέστερη στο τι είναι η εγκεφαλική παράλυση και στο γιατί, κατά την πρόοδο της ιατρικής επιστήμης, η εγκεφαλική παράλυση συνδέθηκε αρχικώς με τον τοκετό, ακολούθως αναφέρεται στους παράγοντες κινδύνου εγκεφαλικής παράλυσης και απαριθμεί ως τέτοιους (με βάση τη σύγχρονη βιβλιογραφία) την προωρότητα (78%), την ενδομήτρια υπολειπόμενη ανάπτυξη (34%), την ενδομήτρια λοίμωξη (28%), την προγεννητική κολπική αιμορραγία (27%), τη σοβαρή πλακουντιακή παθολογία (21%) και την πολύδυμη κύηση (20%). Μάλιστα ο ανωτέρω γνωμοδοτών σχολιάζει, ότι η πραγματογνώμονας ., στη 15η σελίδα της έκθεσής της αναφέρει και εκείνη τους παράγοντες κινδύνου της εγκεφαλικής παράλυσης, περιλαμβάνει δε «ολόκληρη λίστα μαιευτικών παραμέτρων, όπως τη χρήση ωκυτοκίνης, την επισκληρίδιο αναισθησία, τη χρώση αμνιακού υγρού, το παθολογικό καρδιοτοκογράφημα και την αποτυχία έγκαιρης διάγνωσης της κεφαλοπυελικής δυσαναλογίας», ενώ, αφενός, πουθενά στη σύγχρονη βιβλιογραφία δεν περιλαμβάνεται έστω ένας από τους συγκεκριμένους μαιευτικούς παράγοντες και αφετέρου, από τους -κατ' αυτόν- διεθνώς αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου εκείνη δεν αναφέρει ούτε έναν. Ωστόσο, ο παραλείπει να αναφέρει το ότι, το επικαλούμενο από αυτόν απόσπασμα από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της … ακολουθεί την φράση «στους παράγοντες κινδύνου κατά την διάρκεια του τοκετού περιλαμβάνονται...», δηλαδή η πραγματογνώμονας στο συγκεκριμένο σημείο της έκθεσής της ασχολείται αποκλειστικά με τους παράγοντες κινδύνου (γενικά και όχι σε σχέση με την εγκεφαλική παράλυση), κατά τη διάρκεια του τοκετού και όχι πριν από αυτόν, όπως πράττει ο γνωμοδοτών, συνακόλουθα δε οι αναφερόμενοι από τον καθέναν τους παράγοντες κινδύνου αφορούν διαφορετικό χρόνο και εν μέρει διαφορετικό αντικείμενο. Πέραν τούτου, αν γινόταν αναντίρρητα δεκτή η άποψη του η προκληθείσα, στην ερευνώμενη περίπτωση, εγκεφαλική παράλυση δεν θα ήταν δυνατόν να αποδοθεί σε καμία αιτία, στο μέτρο που δεν διαγνώστηκε εν προκειμένω καμία από τις -κατ' αυτόν- σημαντικότερες παθολογίες, που διαπιστώθηκαν στο 98% των περιπτώσεων. Στη συνέχεια, ο γνωμοδοτών ιατρός θίγει το ζήτημα «πόσο ευαίσθητος στην υποξία είναι ο εμβρυϊκός εγκέφαλος», ώστε να διατυπώσει τη θέση ότι «απαιτούνται 10 - 15 λεπτά απόλυτης ασφυξίας, προκειμένου να έχουμε απόλυτη εγκεφαλική βλάβη», συνθήκη η οποία δεν προέκυψε από το αποδεικτικό υλικό ότι πληρούται στην περίπτωση του νεογνού … Και σε αυτήν, όμως, την περίπτωση παραβλέπεται το γεγονός ότι, η μη παρακολούθηση της επιτόκου με καρδιοτοκογράφο είχε ως συνέπεια να μην είναι δυνατή η ανίχνευση με ακρίβεια, ούτε της μεταβλητότητας του εμβρυϊκού καρδιακού παλμού, ούτε του βασικού ρυθμού του και να μην είναι εφικτή η ταξινόμηση των επιβραδύνσεων σε πρώιμες, όψιμες και μεταβαλλόμενες, εφόσον δεν παρακολουθούντο και δεν αξιολογούντο η έναρξη και το τέλος της σύσπασης της μήτρας. Δηλαδή, μπορεί να μην προέκυψε απόλυτη ασφυξία του εμβρύου (με την έννοια της απουσίας καρδιακών παλμών), ωστόσο, λόγω της μη σύνδεσης της επιτόκου με καρδιοτοκογράφο και της απουσίας καρδιοτοκογραφήματος, δεν προκύπτει επίσης και το ακριβές χρονικό διάστημα κατά το οποίο διήρκεσαν οι συνθήκες μερικής ασφυξίας, λαμβανομένου υπόψη του ότι α) ο κολπικός τοκετός στον οποίο υποβάλλεται το έμβρυο, είναι διαδικασία υποξίας, όταν σε κάθε συστολή της μήτρας περιοδικά στερείται οξυγόνο, β) ο συγκεκριμένος τοκετός περαιώθηκε με καισαρική τομή, τρεις ώρες μετά την έναρξη της τελευταίας φάσης του, αγγίζοντας τα -κατά πολλούς- ανώτατα όρια για πρωτότοκο με επισκληρίδιο αναισθησία και γ) το έμβρυο βρισκόταν σε κατάσταση μερικής ασφυξίας, τουλάχιστον επί 45 λεπτά (από τότε που καταγράφεται για πρώτη φορά μη δυνάμενη να αποκατασταθεί επιβράδυνση των καρδιακών του παλμών), επομένως για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει το ελάχιστο όριο των 30 λεπτών, που -κατά τον ίδιο τον γνωμοδοτούντα- επαρκεί για την πρόκληση μόνιμης εγκεφαλικής βλάβης, ανάλογα πάντα με τη βαρύτητα της υποξίας. Ακόμη, η τοποθέτηση του εν λόγω γνωμοδοτούντος, ότι το καθαρό αμνιακό υγρό δεν είναι αξιόπιστος δείκτης της μέχρι πρότινος καλής νευρικής λειτουργίας του εμβρύου, καθώς και ότι εσφαλμένα στηρίζει τα συμπεράσματά της και στην -κατά τον ίδιο επίσης αναξιόπιστη- βαθμολογία ΑΡGAR, η πραγματογνώμονας ..., πέραν του ότι από ουδένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι γίνεται αποδεκτή από την πλειοψηφία στη μαιευτική κοινότητα (βλ. και αντίθετες απόψεις γνωμοδοτούντων και τίθεται όλως εν αμφιβάλω από μόνο το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι δείκτες εξακολουθούν να ελέγχονται κατά τους τοκετούς, όπως έγινε και στην προκειμένη περίπτωση, ώστε να συσχετισθούν με άλλους, εφόσον το νεογνό εμφανίσει αμέσως ή σε σύντομο χρόνο προβλήματα υγείας. Περαιτέρω, αναφορικά με την αξιοπιστία της βαθμολογίας Αpgar, ως ποσοτικής έκφρασης της «ζωτικότητας» του νεογνού, έγινε αναλυτικώς λόγος σε άλλο σημείο της παρούσας και αρκεί να ειπωθεί ότι και για το συγκεκριμένο κριτήριο, επιχειρείται από το γνωμοδοτούντα, με τη χρήση βιβλιογραφικών αναφορών και στατιστικών, να απομονωθεί αυτό από τα λοιπά κριτήρια, με βάση τα οποία συνάγεται το συμπέρασμα, ότι η εγκεφαλική παράλυση του … συνδέεται με γεγονός που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του τοκετού. Ακολούθως, ο γνωμοδοτών θίγει το ζήτημα της δυσαναλογίας της διαμέτρου της κεφαλής του εμβρύου συγκριτικά με τη μητρική πύελο (κεφαλοπυελική δυσαναλογία), ως λόγου για τη διενέργεια εκλεκτικής καισαρικής τομής, πλην όμως και πάλι ερευνά το συγκεκριμένο ζήτημα μεμονωμένως και όχι παραλλήλως με την οπίσθια ινιακή προβολήτου εμβρύου, καθόσον αμφότεροι οι εν λόγω παράγοντες συνυπήρξαν στον επίδικο τοκετό, ούτε με το χρόνο που θα έπρεπε να μεσολαβήσει, μέχρι να αποφασίσει ο μαιευτήρας -γυναικολόγος να εγκαταλείψει τις προσπάθειες για κολπική περαίωσή του. Δηλαδή, αποφεύγει να απαντήσει τελικώς στα κρίσιμα ερωτήματα α) σε ποιο ακριβώς χρονικό σημείο του τοκετού ήταν δυνατή, εν προκειμένω, η διαπίστωση από τον ιατρό ..., της κεφαλοπυελικής δυσαναλογίας του εμβρύου και β) με δεδομένη την ήδη γνωστή σε αυτόν οπίσθια ινιακή προβολή του, σε ποιο χρονικό σημείο έπρεπε να λάβει την απόφαση για διενέργεια καισαρικής τομής. Επίσης, ο γνωμοδοτών θίγει και το ρόλο του καρδιοτοκογραφήματος στη διάγνωση της ισχαιμικής εγκεφαλικής βλάβης, υποστηρίζοντας ότι, αποτελεί πτωχό δείκτη ανίχνευσής της, κάνοντας όμως λόγο και για σύνδεσή του με αυτήν, μόνο εάν συνυπάρχει «καταστροφικό μαιευτικό γεγονός» (sentinelevent), πριν από το οποίο το καρδιοτοκογράφημα ήταν φυσιολογικό και πέραν του οποίου είναι και παραμένει παθολογικό. Κατ' αυτόν τον τρόπο, γίνεται ευχερώς αντιληπτό ότι η άποψη που αυτός εκφράζει, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι είναι γενικά αποδεκτή στη μαιευτική κοινότητα, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση, καθόσον όχι μόνο δεν υφίσταται καρδιοτοκογράφημα, ώστε να μελετηθούν οι τυχόν καταγεγραμμένες σε αυτό μεταβολές, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, η επίτοκος δεν ήταν καν συνδεδεμένη με καρδιοτοκογράφο, γεγονός που συνετέλεσε στην μη έγκαιρη διάγνωση της δυσπραγίας του εμβρύου και την παράταση της υποξίας του. Τέλος, μνεία πρέπει να γίνει και στη μαγνητική (ομογραφία στην οποία υποβλήθηκε το νεογνό …  την 18η-12-2005, προκειμένου να εξαχθούν συμπεράσματα για τον ακριβή χρόνο πρόκλησης της εγκεφαλικής του βλάβης, ενώ, σημειωτέον, η επίμαχη μαγνητική τομογραφία και η αξιοπιστία της έγιναν αντικείμενο συζήτησης, κατά την ένορκη εξέταση των μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και σχολιάζονται σε όλες τις προσκομιζόμενες από τον ίδιο ιατρικές γνωμοδοτήσεις (βλ. 12η σελ. των υπ’ αριθ. 148/2011 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, 13η σελ. γνωμοδότησης 8η σελ. γνωμοδότησης ΚΟΥΡΗ και 16η - 19η σελ. γνωμοδότησης σύμφωνα μάλιστα με τον οποίο, λόγω του χρόνου διενέργειας αυτής, «δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα για το timing της βλάβης»). Συγκεφαλαιώνοντας, από τη συνεκτίμηση όλων των προαναφερόμενων, προκύπτει ότι υπαίτιος πρόκλησης της ανωτέρω πάθησης του τέκνου των εναγόντων, είναι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών της Β' έφεσης, καθόσον αυτός προέβη, κατά τη διάρκεια του τοκετού, σε ενέργειες και παραλείψεις αντίθετες προς τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χωρίς να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, που θα επεδείκνυε κάθε μέσος συνετός μαιευτήρας - γυναικολόγος, υπό τις ίδιες συνθήκες και την οποία θα μπορούσε να επιδείξει με τις γνώσεις και τα μέσα που είχε στη διάθεσή του. Συγκεκριμένα, κατά την παραμονή της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης στην αίθουσα τοκετού, δεν έκανε χρήση μηχανήματος καρδιοτοκογράφου, που διέθετε η δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα της Α’ έφεσης στον εξοπλισμό της, προκειμένου να παρακολουθεί συνεχώς την καρδιακή λειτουργία του εμβρύου. Παρότι δε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του πρώτου εναγόμενου,  που επιβεβαιώνονται από την προσκομιζόμενη από τον ίδιο ιατρική γνωμοδότηση του Επίκουρου Καθηγητή Μαιευτικής – Γυναικολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, αλλά και από την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου των μαρτύρων … Καθηγητή Μαιευτικής Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και ... Μαιευτήρα - Γυναικολόγου, η χρήση καρδιοτοκογράφου στατιστικώς δεν κατάφερε να εξαλείψει τα ποσοστά νεογνικής εγκεφαλοπάθειας, λόγω των ψευδώς αρνητικών και ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων που εμφανίζει, εντούτοις, όπως προαναφέρθηκε, η παρακολούθηση των καρδιακών παλμών του εμβρύου, που τα τελευταία χρόνια γίνεται με τη σύνδεση της μητέρας με μηχάνημα καρδιοτοκογράφου (το οποίο αντικατέστησε την παλαιότερη μέθοδο παρακολούθησης των παλμών του εμβρύου με κοιλιοσκόπιο), είναι επιβεβλημένη, καθόσον στην καρδιακή λειτουργία του εμβρύου αντανακλάται η έλλειψη οξυγόνου κατά τη διάρκεια του τοκετού, η οποία, μπορεί να οδηγήσει σε περιγεννητική ασφυξία (βλ. σχετ. και ένορκη κατάθεση μάρτυρα ..., σύμφωνα με τον οποίο η μη παρακολούθηση των καρδιακών παλμών του τέκνου συνιστά αμελή συμπεριφορά). Στην προκειμένη περίπτωση, παρότι ο εκκαλών της Β’ έφεσης είχε εντοπίσει, από το πρώτο στάδιο του τοκετού, την οπίσθια ινιακή θέση του εμβρύου, εξαιτίας της οποίας -ο τοκετός προβλεπόταν πολύωρος και επίπονος, δεν συνέδεσε την πρώτη ενάγουσα με μηχάνημα καρδιοτοκογράφου, ώστε να παρακολουθούνται συνεχώς οι καρδιακοί παλμοί του εμβρύου και να διαπιστωθεί αμέσως περίπτωση εμβρυακής δυσχέρειας, αλλά αρκέστηκε στον κατά διαστήματα έλεγχο της καρδιακής λειτουργίας του εμβρύου από τον ίδιο και τη μαία. Πρέπει δε να παρατηρηθεί ότι, ο ισχυρισμός της τελευταίας και των νοσηλευτριών, στις ένορκες βεβαιώσεις τους, περί συνήθους πρακτικής να μην συνδέεται η επίτοκος διαρκώς και για πολλές ώρες με τον καρδιοτοκογράφο, προς αποφυγή του συνδρόμου της κάτω κοίλης φλέβας, αναιρείται πλήρως από την ένορκη βεβαίωση του … , σύμφωνα με τον οποίο «μπορεί κάλλιστα η έγκυος να είναι ξαπλωμένη στο πλάι και συγχρόνως να είναι συνδεδεμένη στον καρδιοτοκογράφο. Απλώς χρειάζεται μία απλή μετακίνηση των κεφαλών ανίχνευσης των καρδιακών παλμών του εμβρύου σε νέα θέση, που να ακούγονται καλύτερα οι παλμοί. Αυτό γίνεται σε όλες τις αίθουσες τοκετών στα νοσοκομεία της Ελλάδας». Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, ενώ είχαν ήδη παρέλθει δύο ώρες και δέκα λεπτά από την έναρξη της δεύτερης φάσης του τοκετού, χωρίς να προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι υπήρχε οποιαδήποτε εξέλιξη στην κάθοδο του εμβρύου, που μπορούσε να οδηγήσει σε περάτωση του τοκετού με φυσιολογικό τρόπο, όταν την 08:40 ώρα έγινε αντιληπτή για πρώτη φορά η ύπαρξη αλλοιώσεων στους παλμούς του εμβρύου, η οποία δεν καθίστατο δυνατό να αποκατασταθεί με τις ιατρικές πράξεις που ενήργησε ο εναγόμενος ιατρός (διακοπή της παροχής οξυτοκίνης, χορήγηση οξυγόνου στην επίτοκο με μάσκα, μέτρηση της αρτηριακής της πίεσης και αύξηση της χορήγησης υγρών ενδοφλεβίως, κολπική εξέταση της επιτόκου, προς επιβεβαίωση του ύψους της προβάλλουσας μοίρας του εμβρύου και της μη ύπαρξης επιπλοκών, όπως πρόπτωση ομφαλίδας, και τοποθέτηση της επιτόκου σε πλάγια θέση), αυτός δεν αξιολόγησε ως σοβαρή τη διαρκώς παρατεινόμενη εμβρυακή δυσχέρεια, ώστε να προβεί αμέσως στη διενέργεια καισαρικής τομής, πριν από την εγκατάσταση στο έμβρυο ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας, αλλά ανέμεινε για χρονικό διάστημα δεκαπέντε λεπτών τη φυσιολογική περάτωση του τοκετού, προσδοκώντας την επάνοδο των παλμών σε φυσιολογικά επίπεδα. Κατ' αυτόν, όμως, τον τρόπο το έμβρυο ευρίσκετο σε στάση υποξίας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον σαράντα πέντε λεπτών (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης …, αφού χρειάστηκε επιπλέον μισή ώρα για την περάτωση του τοκετού με καισαρική τομή παρότι, όπως κατέθεσε ο καθηγητής … όταν υφίσταται σχετική δυσαναλογία και διαπιστώνεται σοβαρή αλλοίωση παλμών η οποία δεν αποκαθίσταται, η καισαρική τομή πρέπει να διενεργηθεί αμέσως (βλ. 65η και επ. σελίδες των υπ’ αριθ. ./2011 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου: «... αν κατά τη διάρκεια του τοκετού έχετε τέτοια σημεία, που να λεν ότι η κύηση, αυτός ο τοκετός οδηγείται σ' ένα παιδί το οποίο μπορεί να 'χει εγκεφαλική βλάβη, αυτό θα φανεί, ο μόνος τρόπος που μπορείτε να το δείτε είναι με τον έλεγχο της καρδιακής συχνότητας, γιατί ανταποκρίνεται, η καρδιακή συχνότητα ανταποκρίνεται στα διάφορα προβλήματα τα οποία υπάρχουν, στην έλλειψη οξυγόνου δηλαδή. Επομένως, η παρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας είναι αυτό το οποίο σας κάνει να οδηγήσετε μία γυναίκα σε μία καισαρική τομή... Όταν αυτά τα πράγματα είναι, επαναλαμβάνω, και δεν βελτιώνονται κατά τη διάρκεια της παύλας, τότε η γυναίκα πρέπει να οδηγηθεί σε καισαρική τομή... Επομένως, ο μέσος όρος είναι, το να κάνετε μια καισαρική τομή, το να μπείτε από την αίθουσα τοκετών και να κάνετε μία καισαρική τομή, είναι περίπου 20 λεπτά...», με την επισήμανση και του ότι, ερωτηθείς όσον αφορά την ανάγκη διενέργειας καισαρικής τομής με την εμφάνιση βραδυκαρδίας, ο πραγματογνώμονας ... απάντησε γενικόλογα και όχι αναγόμενος στα στοιχεία της προκείμενης περίπτωσης). Κατόπιν τούτων και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση, περί του ότι στοιχειοθετείται εν προκειμένω αδικοπρακτική ευθύνη του πρώτου εναγόμενου - προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντας - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση και ήδη εκκαλούντος της Β' έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, από τις πράξεις και παραλείψεις του οποίου προκλήθηκε στο ανήλικο τέκνο των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων περιγεννητική υποξία, επακόλουθο της οποίας ήταν η πρόκληση σε αυτό εγκεφαλικών βλαβών και συνακόλουθα σπαστικής τετραπληγίας, χωρίς να απαιτείται η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, όπως αβάσιμα αιτείται ο εκκαλών της Β’ έφεσης με τους πρόσθετους λόγους αυτής. Συνεπώς, η εκκαλούμενη απόφαση, που κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των σχετικών περί του αντιθέτου λόγων των ενδίκων εφέσεων. ...».

 

7. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330 ΑΚ, 24 ΑΝ 1565/1939, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής. Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου ιατρού και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς την βλάβη της υγείας του τέκνου των αναιρεσιβλήτων και της εξ αυτής αναπηρίας του, που είχαν ως επακόλουθο την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη του. Και τούτο διότι, ενώ από το πρώτο στάδιο του τοκετού η θέση της προβάλλουσας μοίρας του εμβρύου ήταν εξαρχής οπίσθια ινιακή, εξαιτίας της οποίας ο τοκετός προβλέπονταν πολύωρος και επίπονος, προκειμένου δε να μην υπάρξει κίνδυνος για τη ζωή του εμβρύου ήταν απαραίτητη η παρακολούθηση των καρδιακών παλμών του, στους οποίους αντανακλάται η τυχόν έλλειψη οξυγόνου αυτού, με τη χρήση καρδιοτοκογράφου, ο πρώτος εναγόμενος ιατρός προέβη σε ενέργειες και παραλείψεις αντίθετες προς τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χωρίς να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή που θα επεδείκνυε κάθε μέσος συνετός  μαιευτήρας-γυναικολόγος, υπό τις ίδιες συνθήκες και την οποία θα μπορούσε να επιδείξει με τις γνώσεις και τα μέσα που είχε στη διάθεσή του και συγκεκριμένα, κατά την παραμονή της πρώτης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης στην αίθουσα τοκετού α) δεν έκανε χρήση του καρδιοτοκογράφου, τον οποίο διέθετε στον εξοπλισμό της η δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, συνδέοντας την πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με αυτόν(καρδιοτοκογράφο), προκειμένου να παρακολουθεί συνεχώς την καρδιακή λειτουργία του εμβρύου, παρότι η παρακολούθηση των καρδιακών παλμών του εμβρύου είναι επιβεβλημένη, καθόσον στην καρδιακή λειτουργία του εμβρύου αντανακλάται η έλλειψη οξυγόνου κατά τη διάρκεια του τοκετού, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε περιγεννητική ασφυξία, αλλά αρκέστηκε στον κατά διαστήματα έλεγχο της καρδιακής λειτουργίας του εμβρύου από τον ίδιο και την μαία, αποκλειστικά με τη χρήση ακουστικών, δηλ. με μέθοδο, με την οποία δεν είναι δυνατή η ανίχνευση με ακρίβεια ούτε της μεταβλητότητας του εμβρυϊκού καρδιακού παλμού και του βασικού ρυθμού του, ούτε είναι εφικτή η ταξινόμηση των επιβραδύνσεων σε πρώιμες, όψιμες και μεταβαλλόμενες, εφόσον δεν παρακολουθείται και δεν αξιολογείται η έναρξη και το τέλος της σύσπασης της μήτρας και β)ενώ είχαν ήδη παρέλθει δύο ώρες και δέκα λεπτά από την έναρξη της δεύτερης φάσης του τοκετού, χωρίς να προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι υπήρχε οποιαδήποτε εξέλιξη στην κάθοδο του εμβρύου που μπορούσε να οδηγήσει σε περάτωση του τοκετού με φυσιολογικό τρόπο, όταν έγινε αντιληπτή για πρώτη φορά η ύπαρξη αλλοιώσεων στους παλμούς του εμβρύου, η οποία δεν μπορούσε να αποκατασταθεί με τις ιατρικές πράξεις που ενήργησε, αυτός δεν αξιολόγησε ως σοβαρή τη διαρκώς παρατεινόμενη εμβρυακή δυσχέρεια, ώστε να προβεί αμέσως στη διενέργεια καισαρικής τομής, πριν από την εγκατάσταση στο έμβρυο ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας, αλλά ανέμεινε για χρονικό διάστημα δεκαπέντε λεπτών τη φυσιολογική περάτωση του τοκετού, προσδοκώντας την επάνοδο των παλμών σε φυσιολογικά επίπεδα, με συνέπεια το έμβρυο να ευρίσκεται σε κατάσταση περιγεννητικής υποξίας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον σαράντα πέντε λεπτών, αφού χρειάστηκε επιπλέον μισή ώρα για την περάτωση του τοκετού με καισαρική τομή, επακόλουθο της οποίας ήταν η πρόκληση στο έμβρυο εγκεφαλικών βλαβών και εντεύθεν σπαστικής τετραπληγίας, οι ως άνω δε ενέργειες και παραλείψεις του ιατρού τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την επελθούσα βλάβη της υγείας του τέκνου των αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου ιατρού που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την επελθούσα προς την επελθούσα ζημία, οι οποίες(αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, βάσει των οποίων ήχθη στη παραδοχή της αγωγής. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

 

8. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002,ΑΠ 242/2023, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός έκαστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 242/2023, ΑΠ 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1535/1995, ΑΠ 567/1996).

 

9. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα συμπεράσματα που περιλαμβάνονται στην απάντηση της πραγματογνώμονος στο κρίσιμο ερώτημα που της ετέθη για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στις πράξεις ή παραλείψεις του πρώτου εναγομένου ιατρού και της επελθούσας βλάβης στο νεογνό. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων και η από 27-9-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της παιδιάτρου-νεογνολόγου … σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενόψει και της ειδικής και εκτενούς μνείας στην απόφαση του περιεχομένου της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία και η ειδική αξιολόγηση του περιεχομένου της.

 

10. Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια: το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

 

            Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932) (ΑΠ 511/2022). Εξ άλλου με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4- 2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει”, και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων της ΕΣΔΑ, υπό ανεκτή σχέση μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 878/2023, ΑΠ 511/2022, ΑΠ 864/2020, ΑΠ 80/2018, ΑΠ 467/2017, ΑΠ 211/2017).

 

11. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι, το Εφετείο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ, επιδικάζοντας στον παθόντα, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 400.000 ευρώ, χωρίς να λάβει υπόψη «την πραγματική οικονομική και κοινωνική κατάσταση του εναγομένου ιατρού και της οικογένειάς του, τους οποίους περιάγει σε κίνδυνο άμεσης οικονομικής καταστροφής, αλλά ούτε και την οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας, μικρής επαρχιακής Κλινικής, η οποία υφίσταται συνθλιπτικό οικονομικό πλήγμα εκ της εις ολόκληρον ευθύνης της λόγω προστήσεως».Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε τα εξής: «...Ακόμη αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας του προπεριγραφόμενου ιατρικού σφάλματος, που αποτελεί αδικοπραξία, το ανήλικο τέκνο των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων υπέστη σημαντική ηθική βλάβη, που συνίσταται στον σωματικό και ψυχικό πόνο που δοκίμασε και δοκιμάζει εξαιτίας της μόνιμης πάθησης από την οποία πάσχει, η οποία του στέρησε δια βίου τη δυνατότητα να αναπτύξει την προσωπικότητά του και να έχει μία φυσιολογική παιδική και ενήλικη ζωή. Για την αποκατάσταση της παραπάνω ηθικής βλάβης του, λαμβανομένου υπόψη του είδους και του βαθμού της αμέλειας του εναγόμενου ιατρού, της ηλικίας του παθόντος, της ταλαιπωρίας που αυτός καθημερινώς από τη γέννησή του υφίσταται, της μονιμότητας της βλάβης που υπέστη και των λοιπών περιστάσεων, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, ο παθών, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τους γονείς του, δικαιούται να λάβει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 400.000 ευρώ, το οποίο-μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων-κρίνεται εύλογο(άρθ.932 ΑΚ), υπό τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υπόθεσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας... , όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην επίδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης... Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, επιδίκασε για την ανωτέρω αιτία, το προαναφερθέν μεγαλύτερο ποσό στους ενάγοντες, με την ιδιότητά τους ως από κοινού ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους, έσφαλε...».Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με το να επιδικάσει στο ανήλικο τέκνο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 400.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη μόνιμη πάθησή του(σπαστική τετραπλήγία), το οποίο έκρινε εύλογο, αφού στάθμισε και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν είναι ανώτερο (και μάλιστα καταφανώς) εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης λόγω δια βίου αναπηρίας και δεν είναι υπερβολικό. Κατά συνέπεια, ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

 

12. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του ήδη ενηλικιωθέντος αναιρεσιβλήτου ..., εκπροσωπούμενου από την δικαστική αυτού συμπαραστάτρια, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

      -Απορρίπτει την από 22-3-2022 αίτηση και τους από 28-8-2023 πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.

 

      -Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

 

      -Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ..., εκπροσωπούμενου από την δικαστική αυτού συμπαραστάτρια, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

 

      ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουάριου 2024.

 

      ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2024.

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                     Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ