ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΑΠ 765/2026

 

Ευθύνη τράπεζας από πλημμελή επενδυτική ενημέρωση -.

 


Η τράπεζα, κατά την παροχή υπηρεσιών Private Banking, οφείλει πλήρη, σαφή και εξατομικευμένη ενημέρωση του πελάτη για τη φύση και τους κινδύνους των προτεινόμενων επενδυτικών προϊόντων Η παράλειψη πλήρους και εξατομικευμένης ενημέρωσης του επενδυτή για τη φύση και τους κινδύνους σύνθετου ομολογιακού προϊόντος  θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη της τράπεζας. Απορρίφθηκαν οι ενστάσεις περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και συνυπαιτιότητας του επενδυτή, παρά την επενδυτική εμπειρία του. Απορρίφθηκε επίσης η ένσταση συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας, ως προς τους τόκους που είχε εισπράξει ο επενδυτής, διότι αυτοί αποτελούσαν συμβατικώς συμφωνημένους καρπούς του κεφαλαίου και όχι κέρδος προκληθέν από το ζημιογόνο γεγονός, ώστε να αφαιρεθούν από τη ζημία. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης.  

 

 

 

Αριθμός 765/2026

 

TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

 

A1' Πολιτικό Τμήμα

 

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουάριου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕΠΕΥ», 3) . ... του ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον  πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κανέλλια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

 

Του αναιρεσιβλήτου: . . του ., κατοίκου Λαμίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Τίγκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στ,ο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 205/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/9/2020 αίτησή τους.

 

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

 

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 82/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την από 8-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 790/2023, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017). Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 790/2023, ΑΠ 459/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005). Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 790/2023, ΑΠ 1009/2019, ΑΠ 459/2019, ΑΠ 1350/2018). Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ1 αριθ. 12263/β. 500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 τού Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

 

Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται, τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ...

Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές."

Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς."

...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μεγίστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σ' αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν επισημαίνει εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 161/2022, ΑΠ 1266/2022, ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 1339/2022, ΑΠ 297/2022). Η υποχρέωση των τραπεζών προς ενημέρωση των πελατών τους για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα προβλέπονται και με τις διατάξεις της 2501/2002 Πράξεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) σχετικά με την "Ενημέρωση των συναλλασσόμενων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους" (ΦΕΚ Α', 277), που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1185/2021, 459/2021, ΑΠ2123/2009), ανεξαρτήτως αν αυτή αναφέρεται στις κυρώσεις, που επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος σε αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα σε περιπτώσεις παραβίασης αυτών των υποχρεώσεών τους.

 

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντας τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1028/2015). Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει επίσης ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης στο πλαίσιο παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 2251/1994. Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή". Αυτή η υποχρέωση επιβάλλεται και στις τράπεζες ως "προμηθευτές" ιδιωτών επενδυτών, ώστε αυτοί να λαμβάνουν τεκμηριωμένα τη σω.στή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής, χωρίς να παραπλανώνται, αποφασίζοντας να ενεργήσουν συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζαν να ενεργήσουν. Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 96 του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής τους. Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι επομένως αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 1481/2024, ΑΠ 790/2023, ΑΠ 874/2022, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1229/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γΓ αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ831/2022, ΑΠ1383/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 3/2020).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «... οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι η άσκηση από τον ενάγοντα της κρινόμενης αγωγής συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθόσον αυτός υπέγραψε, στις 7.4.2014, νέα ταυτάριθμη σύμβαση (…), μετά των παραρτημάτων της, η οποία αποτέλεσε συνέχεια της αρχικής και στην οποία περιλήφθηκε ανεπιφύλακτη δήλωσή του περί αναγνωρίσεως και αποδοχής όλων των κινήσεων επί του χαρτοφυλακίου του, που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της από 5-8- 2003 αρχικής συμβάσεως, καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο σαφές ότι ουδεμία αξίωση έχει κατ' αυτών από τη μέχρι τώρα συνεργασία τους, και επομένως έχει αποδυναμωθεί το όποιο ήθελε κριθεί υπαρκτό και γεννημένο δικαίωμά του, καθώς η παρέλευση μακρού χρόνου από τη γνώση της ζημίας του, οπωσδήποτε την 15η.11.2012, οπότε και απάντησε θετικά στην πρόσκληση προς αναγγελία απαιτήσεων κατά του εκδότη του ένδικου ομολόγου, σε συνδυασμό με την ανωτέρω δήλωσή του περί μη ύπαρξης οποιοσδήποτε απαίτησης εναντίον τους, δημιούργησε σ’ αυτούς την εύλογη πεποίθηση, πως δεν προτίθεται να στραφεί εναντίον τους για το οτιδήποτε, αφού ουδεμία φιλονικία υπήρξε μεταξύ τους παρά άριστη συνεργασία, ισχυρισμό που επαναφέρουν με το σχετικό λόγο εφέσεως και ενώπιον του δευτεροβαθμίου τούτου δικαστηρίου. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, πηχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν πρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος του, αλλά και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος που επακολούθησε και τείνει στην ανατροπή της κατάστασης, που διαμορφώθηκε κάτω από τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που διαγράφονται με τη διάταξη του 281 ΑΚ, τέτοιες δε ειδικές περιστάσεις, που απαιτούνται βάσει αυτής της διάταξης δεν επικαλούνται οι εναγόμενοι-εκκαλούντες. ... Ο ενάγων, ηλικίας 74 ετών, κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής, είναι συνταξιούχος πολιτικός μηχανικός έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών. Ζει με τη σύζυγό του, ηλικίας, κατά τον ίδιο χρόνο 64 ετών, η οποία έχει διαγνωσθεί από εικοσαετίας με ολική σκλήρυνση κατά πλάκας και έχει κριθεί από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή ότι έχει ποσοστό αναπηρίας 85%, κατάσταση που επιδεινώθηκε από το έτος 2003 και εξελίχθηκε σε τετραπληγική. Ο ενάγων, ήδη από το έτος 1996 περίπου, συνεργάζονταν με την πρώτη εναγόμενη τραπεζική εταιρία, καθόσον σ' αυτή αποταμίευε το σύνολο των χρημάτων του, που αποκόμιζε από την εργασία του κατά την επαγγελματική του σταδιοδρομία, επιλέγοντας την τοποθέτηση αυτών σε καταθετικούς και προθεσμιακούς λογαριασμούς, έχοντας, λόγω της πολυετούς συνεργασίας τους, αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης και με τους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης, που βρίσκεται στην πόλη της Λαμίας (υποκατάστημα με κωδικό 210). οι εναγόμενες εταιρίες συναποτελούν το τμήμα «Ιδιωτικής Τραπεζικής», που αποτελεί τον Κύριο φορέα υπηρεσιών Private Banking της πρώτης εναγόμενης τράπεζας, η δε δεύτερη εξ αυτών είναι οιονεί καθολική διάδοχος, διά συγχώνευσης με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΙΙΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ» και θυγατρική της πρώτης κατά 100%, ενώ ο τρίτος εναγόμενος είναι υπάλληλος αμφοτέρων των εναγόμενων εταιριών. Ο ενάγων, μέχρι το έτος 2003, διατηρούσε τις αποταμιεύσεις του, που ανέρχονταν στο ποσό περίπου των 200.000,00 ευρώ, σε προθεσμιακές καταθέσεις στο παραπάνω υποκατάστημα της πρώτης εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας, οι οποίες ήταν εγγυημένες από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων (Τ.Ε.Κ.Ε.), με συνδικαιούχους στους λογαριασμούς του τη σύζυγό του και τις δύο κόρες του. Τη χρονική εκείνη περίοδο (2003), οι προστηθέντες υπάλληλοι του ως άνω υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης, προέτρεψαν τον ενάγοντα να μεταφερθεί στο πελατολόγιο του τμήματος Ιδιωτικής Τραπεζικής αυτής, λόγω του μεγάλου ύψους των καταθέσεων του, προκειμένου να τύχει επωφελέστερης τοποθέτησης των χρημάτων του από αυτή της τήρησης προθεσμιακών καταθέσεων. Ο ενάγων, αφού πείσθηκε από τις παραστάσεις των υπαλλήλων της τράπεζας ALPHA BANK, αποφάσισε την ένταξή του στο Τμήμα Ιδιωτικής Τραπεζικής της πρώτης εναγόμενης, που εδράζονταν στο Βόλο, η οποία ως συνάγεται από τα διδάγματα της κοινής πείρας, είχε και έχει ως σκοπό τη, μέσω εξειδικευμένων υπαλλήλων, παροχή συμβουλών επωφελούς κυρίως επενδυτικής διαχείρισης μεγάλης περιουσίας. Για την υλοποίηση της συγκεκριμένης απόφασής του, ο ενάγων, στις 5-8- 2003, κατάρτισε με την πρώτη εναγόμενη και την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ», η οποία, όπως προεκτέθηκε, συγχωνεύθηκε με απορρόφηση με τη δεύτερη εναγόμενη, τη «Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών»,

 

Ειδικότερα, στις 5-8-2003, καταρτίσθηκε, κατά τα ανωτέρω, μαζί με τα παραρτήματα και τις πρόσθετες πράξεις, που τη συνοδεύουν, η με Κωδικό Χαρτοφυλακίου Επενδυτή … «Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών», αορίστου χρόνου, η οποία αποτελεί ενιαίο σύνολο με τα παραρτήματα αυτής, ήτοι το Παράρτημα Α Επενδυτικοί κίνδυνοι, που αναλαμβάνει ο επενδυτής, το Παράρτημα Β Πρόσθετοι Παράγοντες Αξιολογήσεως επενδύσεων σε αγορές του εξωτερικού, το Παράρτημα Γ Παραδοχές Αποτίμησης - Παραδοχές Υπολογισμού Αποδόσεων, τα έγγραφα με τίτλο «Στοιχεία Επενδυτή Φυσικό Πρόσωπο», στα οποία περιλαμβάνονταν τα προσωπικά στοιχεία των επενδυτών (του ενάγοντος και των μελών της οικογένειάς του, που συνυπέγραψαν τη σύμβαση, ήτοι της συζύγου του . . και των θυγατέρων του . και . .) και μία Ανέκκλητη Εντολή - Εξουσιοδότηση του ενάγοντος προς τις εναγόμενες εταιρίες, τα οποία στο σύνολό τους υπογράφηκαν την ίδια ημέρα από τον ενάγοντα. Αντίγραφο δε της ανωτέρω σύμβασης χορηγήθηκε στον τελευταίο, αμέσως μετά . την υπογραφή της, όπως συνήθως γίνεται σε κάθε συναλλαγή με πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία χορηγούν πάντοτε στους αντισυμβαλλόμενους αντίγραφα των συναπτομένων μεταξύ τους συμβάσεων. Έτσι οι εναγόμενες εταιρίες ανέλαβαν την κατάρτιση συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος, σύμφωνα με τις εντολές που θα ελάμβαναν από αυτόν, επί όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων που προβλέπονταν στο Ν. 2396/1996, όπως επίσης και την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών μετά από εντολή του ενάγοντας, ενώ οι συναλλαγές επί παραγώγων θα διενεργοΰνταν μόνο εφόσον ο εναγών είχε υπογράψει ειδική προς τούτο σύμβαση (άρθρ. 2 της σύμβασης). Στο εν λόγω συμβατικό κείμενο γινόταν ρητή μνεία περί αποκλεισμού της ευθύνης των εναγόμενων εταιριών για κάθε ζημία, που τυχόν θα υποστεί ο ενάγων, λόγω των διακυμάνσεων στην επενδυτική αγορά, ενώ ο ενάγων δήλωνε ρητά ότι, οποιαδήποτε εντολή του δινόταν προς αυτές ήταν απόρροια της ελεύθερης επιλογής του, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές των αντισυμβαλλομένων εταιριών (άρθρο 8 της σύμβασης).

 

Περαιτέρω, στο Παράρτημα Α της ανωτέρω σύμβασης αναφέρονταν η βασική αρχή, την οποία όφειλε να γνωρίζει ο επενδυτής, ότι η αναμενόμενη απόδοση είναι αντίστοιχη του επενδυτικού κινδύνου που αναλαμβάνει, επιπλέον δε ότι οι κάθε φύσης επενδυτικές επιλογές ενέχουν από τη φύση τους κινδύνους μείωσης της αξίας της επένδυσης, για τους οποίους οι αντισυμβαλλόμενές του εταιρίες, είτε εκτελούσαν τις παραγγελίες του είτε διαχειρίζονταν το χαρτοφυλάκιό του, δεν έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη, ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή η προεξόφληση - εγγύηση οποιουδήποτε επιπέδου απόδοσης, ούτε η βέβαιη διαφύλαξη ή αύξηση του επενδυτικού κεφαλαίου, το οποίο στο σύνολό του υπόκεπαι στους Κάθε φύσης επενδυτικούς κινδύνους. Οι ανωτέρω όροι όμως, αποτελούν απαλλακτικές της ευθύνης των εναγόμενων εταιριών ρήτρες και στερούνται εγκυρότητας ως αντικείμενες στην από τα άρθρα 332, 729 ΑΚ και 6 παρ. 12 ν. 2251/1994 προβλεπόμενη ακυρότητα «κάθε εκ των προτέρων συμφωνίας περιορισμού του παρέχοντος υπηρεσίες από την ευθύνη» (ΑΠ 2212/2014), προϋποθέτουν δε την πλήρη και ειλικρινή ενημέρωση του επενδυτή. Άλλωστε, οι ως άνω προδιατϋπωμένοι όροι, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδεικνύεται ότι επισημάνθηκαν ειδικώς στον αντισυμβαλλόμενο, ούτε αποτέλεσαν περιεχόμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης και επιπλέον του ότι οι υπό 8.2 και 16.6 όροι κατ' ουσίαν αποκλείουν οποιαδήποτε ευθύνη των εναγόμενων εταιριών διαταράσσοντας σημαντικά την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του επενδυτή, αναπτύσσουν τις οποιεσδήποτε έννομες συνέπειες τους μόνο στο πλαίσιο της ευθύνης των εναγομένων εταιριών με βάση τη συγκεκριμένη σύμβαση.

 

Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση ερευνάται η συμπεριφορά των εναγομένων εταιριών υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ. Τυχόν δε άνευ ετέρου εφαρμογή των συγκεκριμένων όρων και στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης θα έθετε εκποδών τις υποχρεώσεις των εναγομένων εταιριών που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις σχετικές με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Έκτοτε, το Τμήμα Ιδιωτικής Τραπεζικής «PRIVATE BANKING» της «ALPHA BANK», στη Λαμία, το οποίο λειτουργούσε υπό τη Διεύθυνση της . ., Διευθύντριας του εδρεύοντας στο Βόλο Κέντρου της PRIVATE BANKING Κεντρικής Ελλάδος και με τις παρεχόμενες υπηρεσίες του τρίτου εναγόμενου, υπαλλήλου της β1 εναγομένης, ανέλαβε αποκλειστικά τη διαχείριση του δημιουργηθέντος, κατά τα ανωτέρω, χαρτοφυλακίου του ενάγοντος. Στα πλαίσια λειτουργίας της ανωτέρω σύμβασης, κατά το χρονικό διάστημα από 11-8-2003 έως 18-2-2005, και κατόπιν παροτρύνσεων από τους αρμόδιους υπαλλήλους της ανωτέρω διεύθυνσης και συγκεκριμένα από τον τρίτο εναγόμενο, ο ενάγων προέβη στην αγορά ομολόγων GAZINVEST FINANCE BV 93.000,00 ευρώ, Δεκαετές ΕΙΒ 32.000,00 ευρώ, ΜΜΚ FINANCE 61.000,00 ευρώ, Δεκαετές CROATIA 27.000,00 ευρώ, ALPHA CREDIT GROUP ονομαστικών αξιών 59.000,00 - 30.000,00- 61.000.00 ευρώ, Δεκαετές ABG FINANCE ΙΝΤΝΙ. 52.000,00 ευρώ, Γερμανικού Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου DEUTSCHE POSTBANK FUND, 30.000,00 ευρώ, CITY OF MOSCOW 40.000,00 ευρώ, ROYAL BANK OF SCOTLAND 40.000,00 ευρώ, AIB UK 30.000,00 ευρώ (βλ. την προσκομιζόμενη από τους εναγόμενους αναλυτική κατάσταση κινήσεων αξιόγραφων), ήτοι ομόλογα των οποίων η απόδοση ήταν ιδιαίτερα ελκυστική, πλην όμως, κάποια, ανήκαν στην κατηγορία των perpetual bonds, δηλαδή στα «ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας», άλλως «διηνεκή» ή «αιώνια» ή «αόριστης διάρκειας», τα οποία, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρία ή ένα κράτος και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιογράφων την ονομαστική τους αξία, δικαιώματα απολήψεως των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων. Έτσι ο κομιστής τέτοιων ομολόγων δεν δικαιούται σε παράδοση - επιστροφή ενός ομολόγου στον εκδότη του, προς το σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας, μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε, ενώ ο τελευταίος αντιθέτως διατηρεί το δικαίωμα μονομερούς ανακλήσεως του ομολόγου, κατ’ ελεύθερη αυτού βούληση.

 

Περαιτέρω, στις 2-3- 2005, 1-6-2006 και 10-8-2006, αντίστοιχα, ο ενάγων προέβη στην αγορά του ομολόγου έκδοσης της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «Aspis Finance PLC», λήξης την 10η-Θ2-2015, ονομαστικής αξίας 203.000,00 ευρώ, για το οποίο κατέβαλε το ποσό των 139.000,00 ευρώ και συγκεκριμένα, στις 2-3-2005 ποσό 25.000,00 ευρώ ονομαστική αξία και ποσό διακανονισμού 25.148,49, την 1η-6-2006 ποσό 53.000,00 ευρώ και ποσό διακανονισμού 53.852,05 και στις 10-8-2006 ποσό 61.000,00 ευρώ και ποσό διακανονισμού 61.774,70, συνολικά δε το ποσό των 140.775,24 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων σ' αυτό και των δεδουλευμένων τόκων. Για την εν λόγω αγορά χορηγήθηκαν στον ενάγοντα έγγραφα με τίτλο «Αποδεικτικό εντολής συναλλαγής (Ομόλογα)», όπου στο άνω αριστερό τμήμα αυτού αναγράφονταν η επωνυμία «ALPHA PRIVATE BANK» και κάτωθεν αυτής οι επωνυμίες «ALPHA BANK» και «Alpha Private ΕΠΕΥ», ενώ αναφορικά με τα χαρακτηριστικά του ομολόγου περιείχε αποκλειστικά και μόνο τα ανωτέρω στοιχεία, στη θέση δε με ένδειξη «εκδότης» αναγράφονταν η λέξη «corporate» και όχι η επωνυμία,, της εκδότριας του ομολόγου, ωστόσο αναγράφονταν ότι επρόκειτο για το ομόλογο «Aspis Finance PLC 10-2-2015 EUR», χωρίς όμως, στα παραπάνω αποδεικτικά συναλλαγής να γίνεται αναφορά για την πιστοληπτική διαβάθμιση του ομολόγου ούτε για το ότι επρόκειτο για ομόλογο προερχόμενο από τη δευτερογενή αγορά (βλ. τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά συναλλαγής με τις αντίστοιχες ημερομηνίες). Το ως άνω ομόλογο είχε εκδοθεί στις 10-2-2005, 1 θετούς διάρκειας, με την αμετάκλητη εγγύηση της τράπεζας με την επωνυμία «ASPIS BANK ΑΕ» (μετέπειτα «Τ BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ») από τη θυγατρική αυτής εταιρεία «Aspis Finance PLC», η οποία είχε συσταθεί, μόνον, για το σκοπό έκδοσης του ομολόγου, με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο (Λονδίνο) και με συνολικό ποσό έκδοσης ομολογιακού δανείου ύψους 50.000.000 ευρώ. Η ανωτέρω εκδότρια εταιρία είχε συσταθεί στις 16-11- 2004 στην Αγγλία και την Ουαλία, ως δημόσια εταιρία περιορισμένης ευθύνης (Public Limited Company), διεπόμενη από το Αγγλικό δίκαιο (Companies Act 1985). Η εγγυήτρια εταιρία ήταν πιστωτικά ίδρυμα με έδρα την Αθήνα, υπό την έννοια του άρθρου I αρ. 1 του Ν. 3606/2007, η οποία έλεγχε καθ' ολοκληρίαν την εκδότρια εταιρία, προβλέπονταν δε η εμπλοκή πρόσθετων νομικών προσώπων, όπως η Bank of New York, τα οποία ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι πληρωμών ή άλλων φορολογικών υποχρεώσεων. Το εν λόγω ομόλογο εισήλθε προς διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και τηρούνταν στα μητρώα άυλων τίτλων της Euroclear και Clearstream αυτού, ενώ το τοκομερίδιό του πληρώνονταν κάθε τρίμηνο, με βάση το τρίμηνο επιτόκιο Euribor, συν περιθώριο μέχρι και το Φεβρουάριο του έτους 2010 και ύστερα, σε περίπτωση μη ανάκλησης, προσαυξημένο κατά ήτοι κατά 2,65% για Κάθε χρόνο από την πρώτη πιθανή ημερομηνία ανάκλησης και εφεξής.

 

Τα ανωτέρω στοιχεία δεν γνωστοποιήθηκαν στον ενάγοντα πριν την αγορά του ομολόγου, ούτε αναγράφονταν στο ως άνω «αποδεικτικό εντολής συναλλαγής».

 

Εξάλλου, το ένδικο ομόλογο προερχόταν από δευτερογενή αγορά και ήταν μειωμένης εξασφάλισης, όπως αυτό αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο σε μετάφραση σχετικό τμήμα της ενημερωτικής εγκυκλίου (Offering Circular), τιτλοφορούμενης ως «50.000.000 Τίτλοι Μειωμένης Εξασφάλισης Κυμαινόμενου Επιτοκίου Λήξης 2015, με αμετάκλητη εγγύηση της ASPIS BANK S.A.» («50.000.000 Subordinated floating rate Guaranteed Notes due 2015 irrevocably guaranteed by ASPIS BANK SA»), η οποία κυκλοφόρησε στις 28.2.2005. Η διαβάθμιση από το Διεθνή Οίκο Αξιολόγησης FITCH της πιστοληπτικής του ικανότητας ήταν ΒΒ, που, σύμφωνα με τον ίδιο Οίκο Αξιολόγησης, καταδεικνύει μέτριες προοπτικές επιβίωσης. Επρόκειτο, δηλαδή, για προϊόν που δεν αποτελούσε κοινό ομόλογο, αλλά ομοίως τίτλο υβριδικού κεφαλαίου, τίτλο δηλαδή που παρουσιάζει ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς ωστόσο να ταυτίζεται με κανένα από τα δύο. Λαμβανομένου δε, υπόψη ότι η συγκεκριμένη παραπάνω εγκύκλιος κυκλοφόρησε περί τα τέλη Φεβρουάριου 2005, όπως προεκτέθηκε, κατά την αγορά του ένδικου ομολόγου που πραγματοποιήθηκε από τον ενάγοντα στις 2-3-2005, 1-62006 και 10-8-2006, αντίστοιχα, ήταν ήδη γνωστή στους εναγόμενους, που ασχολούνται με τις τραπεζικές υπηρεσίες και τα επενδυτικά προϊόντα, εν αντιθέσει με τον ενάγοντα που δεν τη γνώριζε, ούτε όφειλε να τη γνωρίζει, και θα έπρεπε να του παρασχεθούν από τους υπαλλήλους των εναγομένων εταιριών, μεταξύ των οποίων . και από τον τρίτο εναγόμενο, οι απαραίτητες πληροφορίες αναφορικά με τον κίνδυνο της συγκεκριμένης επένδυσης, γι' αυτό άλλωστε ο ενάγων εμπιστεύθηκε τις εναγόμενες και δη τη ΧΑ διεύθυνση «Private Banking», αφού οι υπάλληλοί τους παρουσιάστηκαν σ' αυτόν ως γνώστες του χώρου των επενδύσεων και ανέμενε ότι θα τον ενημέρωναν και θα τον προστάτευαν από τυχόν λανθασμένες επενδυτικές επιλογές.

 

Αποδείχθηκε επίσης, ότι καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, το εν λόγω ομόλογο είχε καθοδική πορεία και υπήρξε υποβάθμισή του από ΒΒ κατά την έκδοσή του, σε Β στις 3/11/2008, σε CCC+ στις 29/7/2009, σε CCC στις 3/1 1/2009 και σε C στις 22/12/2011, οπότε και αποσύρθηκε από τις διαβαθμίσεις. Καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ο, ενάγων λάμβανε μηνιαίως από τις εναγόμενες εταιρίες, τη μηνιαία αποτίμηση του χαρτοφυλακίου, στην οποία αναγράφονταν η κατηγορία επένδυσης, η εκάστοτε αποτίμησή της, η αριθμητική και ποσοστιαία μεταβολή της τιμής του ομολόγου, η αναλυτική κίνηση του τηρούμενου επενδυτικού λογαριασμού και οι τόκοι.

 

Στη συνέχεια, η δεύτερη εναγόμενη, με την από 28-12-2011 επιστολή της προς τον ενάγοντα, ενημέρωσε αυτόν, ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 25/1/17-12-2011 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 2856 τ. Β/Ι712-2Ο11 ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εγγυήτριας του ομολόγου «Τ BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ>) (πρώην «ASPIS BANK ΑΕ.»), η οποία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, ότι η ικανοποίηση των αξιώσεών του από το ανωτέρω ομόλογο θα εξαρτηθεί από την πορεία και τα αποτελέσματα της ειδικής εκκαθάρισης της εν λόγω εταιρίας και ότι ο ειδικός εκκαθαριστής καλούσε τους πιστωτές να αναγγείλουν εγγράφως τις απαιτήσεις τους μέχρι 10-2-2012.

 

Επιπρόσθετα, με την από 2-11-2012 επιστολή της πρώτης εναγομένης προς τον ενάγοντα, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρονταν η εκδότρια εταιρία του ομολόγου και η εγγυήτρια αυτού, η δεύτερη ενημέρωνε τον τελευταίο ότι η εκδότρια εταιρία του ομολόγου «ASPIS FINANCE PLC» τέθηκε σε εκούσια εκκαθάριση, κατόπιν απόφασης των μετόχων της, στην από 20-9- 2012 συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης και ότι οι ορισθέντες εκκαθαριστές καλούσαν τους πιστωτές της να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους μέχρι στις 16-11-2012. Επίσης, με βάση την υπ' αριθμ. 26/17-12-2011 (ΦΕΚ Β/2856/1 7-12-2011) απόφαση της ίδιας Επιτροπής, το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της ως άνω εγγυήτριας του ομολόγου τράπεζας, μεταβιβάστηκε στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο», το οποίο κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ASPIS BANK ΑΕ>). Στα μεταβιβαζόμενα στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονταν οι υποχρεώσεις μειωμένης διασφάλισης, αφού οι δανειστές μειωμένης εξασφάλισης ικανοποιούνται από το προϊόν της εκκαθάρισης, μετά την ικανοποίηση των ενέγγυων πιστωτών. Σύμφωνα με την από 11-10-2012 έγγραφη δήλωση των συνεκκαθαριστών της εκδότριας, οι πιστωτές μειωμένης διασφάλισης έπονται στη σειρά ικανοποίησης από όλους τους πιστωτές μη μειωμένης διασφάλισης για τους σκοπούς της εκκαθάρισης. Στην ως άνω έγγραφη δήλωση γίνεται ρητή αναφορά ότι αναμένεται ότι οι πιστωτές μη μειωμένης διασφάλισης θα ικανοποιηθούν πλήρως, σε αντίθεση με τους μειωμένης διασφάλισης. Η ίδια η εκδότρια τράπεζα, διά των εκκαθαριστών της, δηλώνει ότι λόγω της θέσης σε εκκαθάριση τόσο αυτής, όσο και της εγγυήτριας του τίτλου, η ικανοποίηση των κατόχων των ομολόγων έχει καταστεί περιορισμένη, αν όχι αδύνατη (βλ, σελίδα 9 της από 27-4-2015 έκθεσης προσυμφωνημένων διαδικασιών της εταιρία «Grand Thornton»). Ενόψει του γεγονότος ότι, βάσει της υπ' αριθμ. 26/1/17-12-2011 απόφασης (άρθρο 2 στοιχ. Β'), στα μεταβιβαζόμενα στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της ASPIS BANK από τα ομολογιακό δάνειο μειωμένης εξασφάλισης, εκδόσεως της «Aspis Finance PLc», για κεφάλαιο ύψους 50.000.000 ευρώ, αλλά και του ότι, από την από I 1- 102012 δήλωση των συνεκκαθαριστών της εκδότριας αυτής εταιρίας, προκύπτει το απίθανο της εξόφλησης των μειωμένης εξασφάλισης πιστωτών, που έπονται στην τάξη όλων' των πιστωτών μη μειωμένης εξασφάλισης, πλήρως καταδεικνύεται ότι από τη θέση σε ειδική εκκαθάριση της εκδότριας και της εγγυήτριας του ενδίκου ομολόγου εταιρίας, δεν υφίσταται, διότι έχει αναιρεθεί, η σχέση αντιστοιχίας μεταξύ του κεφαλαίου, που έχει επενδυθεί εκ μέρους του ενάγοντος της αξίας όσων τίτλων περιλαμβάνονται στην περιουσία του, η οποία είναι μηδενική. Έτσι, λόγω της εκμηδένισης της αξίας του εν λόγω ομολόγου, ο ενάγων υπέστη ζημία, ίση με το ως άνω χρηματικό ποσό, που διέθεσε για την αγορά του, η οποία έχει συντελεστεί και άρα, είναι παρούσα, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του ισχυρισμού των εναγομένων-εκκαλούντων, ότι η όποια ζημία του ενάγοντος δεν έχει ακόμα καταστεί οριστική, για το λόγο ότι δεν έχει ακόμη διανεμηθεί το ποσό που του αναλογεί από το προϊόν της εκκαθάρισης. Ο ενάγων σε καμία περίπτωση δεν ενδιαφέρονταν για μία ριψοκίνδυνη και υψηλού ρίσκου επένδυση, από την οποία θα αποκόμιζε υψηλά κέρδη σε βραχύ χρονικό διάστημα, αντίθετα, ενδιαφέρονταν για ασφαλή επενδυτικά προϊόντα, τα οποία θα διασφάλιζαν, πρωτίστως, την ύπαρξη και σταθερότητα του κεφαλαίου του και μακροπρόθεσμα θα του απέφεραν κέρδη από τους τόκους. Τούτο καθίσταται σαφές από τις προηγούμενες επενδυτικές επιλογές και εμπειρία του, οι οποίες περιορίζονταν σε τοποθέτηση των αποταμιεύσεων από την εργασία του κυρίως σε προθεσμιακούς λογαριασμούς της πρώτης εναγόμενης, όπως εξάλλου και οι ίδιες οι εναγόμενες εταιρίες συνομολογούν, ενώ η τοποθέτηση των χρημάτων του σε αγορά μετοχών και άλλων επενδυτικών προϊόντων, από τα έγγραφα, που οι ίδιοι οι εναγόμενοι-εκκαλούντες προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα λίγο πριν την ένδικη συναλλαγή, σχεδόν παράλληλα ή μεταγενέστερα της κτήσης του ένδικου ομολόγου, μάλιστα στα πλαίσια της συνεργασίας του με τις εναγόμενες εταιρίες αυτής, οι εν λόγω δε επενδυτικές κινήσεις δεν αποδείχθηκε ότι ενείχαν υψηλό επιχειρηματικό ρίσκο. Περαιτέρω, ο ενάγων, δεν διέθετε οποιοσδήποτε μορφής ειδικότερη εκπαίδευση ή εμπειρία, η οποία θα του επέτρεπε να επιλέγει ο ίδιος τις μορφές επωφελούς τοποθέτησης των κεφαλαίων του, άλλωστε, λόγω της έλλειψης εξειδικευμένων γνώσεων, δεν ήταν σε καμία περίπτωση σε θέση να κατανοήσει, να συνδυάσει και να αξιολογήσει το σύνολο των ειδικών και περίπλοκων πληροφοριών, που αφορούν τα πιο εξειδικευμένα επενδυτικά προϊόντα, τούτο δε, τον καθιστούσε ανίκανο να ταξινομήσει τα προϊόντα αυτά ανάλογα με τον κίνδυνο που μπορούσε να περικλείει η επιλογή του. Προκειμένου να προβεί στην τελευταία (επιλογή), ο ενάγων είχε ανάγκη την αποφασιστική συνδρομή των υπαλλήλων της διεύθυνσης Private Banking των εναγόμενων εταιριών, για το λόγο αυτό, άλλωστε, αυτός παραπέμφθηκε στην ανωτέρω διεύθυνση από το κατάστημα της πρώτης εναγόμενης, από το οποίο εξυπηρετούνταν μέχρι τότε. Ακολούθως αυτών, το δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι στις 5-8-2003, μεταξύ του ενάγοντος και των αντισυμβαλλόμενων του εταιριών, στην πραγματικότητα καταρτίστηκε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών- συμβουλών, δεδομένου ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της διεύθυνσης Private Banking, ήταν αυτοί που διαμόρφωσαν το περιεχόμενο της επιλογής του ενάγοντος, δηλαδή της αγοράς των ένδικων ομολόγων. Το δικαστήριο, λοιπόν, το οποίο και μόνο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να κρίνει το είδος μίας σχέσης με βάση τα χαρακτηριστικά της, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που θα προσδώσουν σ' αυτήν τα μέρη, πολύ δε περισσότερο στην περίπτωση που ο χαρακτηρισμός αυτής γίνεται από το κυρίαρχο μέρος της, όπως στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενες εταιρίες, λαμβανομένης υπόψη και της έλλειψης γνώσεων και εμπειρίας του ενάγοντος, κρίνει ότι η σχέση, που συνέδεε τον ενάγοντα με τις αντισυμβαλλόμενες εταιρείες, δεν ήταν αυτή της εκτέλεσης απλώς από τις τελευταίες, των εντολών του για την απόκτηση επενδυτικών προϊόντων κατόπιν απόφασης, στην οποία είχε καταλήξει αποκλειστικά και μόνο ο ίδιος, μετά από μία απλή ενημέρωση εκ μέρους των υπαλλήλων των εταιριών για τα προϊόντα που ήταν διαθέσιμα, απορριπτόμενου του αντίστοιχου ισχυρισμού των εναγομένων- εκκαλούντων ότι η σχέση, που τους συνέδεε με τον ενάγοντα, ήταν αυτή της απλής λήψης και διαβίβασης των εντολών τους, χωρίς καμία συμβουλή και ανάμειξή τους στη διαμόρφωση της συγκεκριμένης απόφασής του.

 

Εξάλλου, ο ενάγων, πριν προβεί στην αγορά του ένδικου ομολόγου, που του πρότειναν οι προστηθέντες υπάλληλοι των εναγομένων και ειδικότερα ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος μάλιστα δεν διέθετε την απαραίτητη πιστοποίηση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την παροχή επενδυτικών συμβουλών του άρθρ. 4 του ν. 2836/2000, ενώ πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας τύπου Β, του χορηγήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος, την Ιη-3-2011, ήτοι μετά την αγορά από τον ενάγοντα του ένδικου ομολόγου (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. …-2015 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και το υπ’αριθμ. πρωτ. …-2016 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος), δεν είχε λάβει ακριβή και σαφή πληροφόρηση σχετικά με τα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να κατανοήσει τους κινδύνους, που η επιλογή του περιέκλειε για το κεφάλαιό του, δεδομένου, ότι από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγόμενων εταιριών παρουσιάστηκε σ’ αυτόν μόνο το θετικό γεγονός της είσπραξης μεγαλύτερου τόκου, από αυτόν που έδιναν εκείνη την εποχή οι προθεσμιακές καταθέσεις, με επισήμανση της έλλειψης κινδύνου για το κεφάλαιο της επένδυσης. Ειδικότερα, ως προς το ομόλογο «Aspis Finance PLc», οι εναγόμενες εταιρίες, διά του προστηθέντος υπαλλήλου τους και τρίτου εναγόμενου, είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν τον ενάγοντα με κατανοητό τρόπο ότι το συγκεκριμένο ομόλογο είχε τον πιο πάνω χαρακτήρα, ήταν υψηλού ρίσκου και δεν ήταν εξασφαλισμένη η επιστροφή του κεφαλαίου του, καθώς και να του επεξηγήσουν την έννοια της πρόωρης ανάκλησης του προϊόντος και τη σημασία της, πλην όμως, οι εναγόμενες δεν το έπραξαν. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο ομόλογο δεν ήταν απλό στη σύλληψη και στη λειτουργία του επενδυτικό προϊόν, αλλά αντιθέτως προϊόν υψηλού επενδυτικού ρίσκου.

 

Εξάλλου, ως προς το παραπάνω ομόλογο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το συγκεκριμένο προϊόν δεν ήταν συμβατό με το επενδυτικό προφίλ του ενάγοντας, δεδομένου ότι η πιστοληπτική διαβάθμισή του, όπως εκτέθηκε και ανωτέρω, για την οποία σε κάθε περίπτωση δεν είχε ενημερωθεί ο εναγών, ήταν ΒΒ, που σημαίνει ότι ενείχε στοιχεία κερδοσκοπίας, δηλαδή ότι περιελάμβανε την ανάληψη κινδύνου (ρίσκου), όχι όμως με την έννοια του περιστασιακού στοιχείου, που μπορεί να υφίσταται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, όπως τούτο συμβαίνει και στην επένδυση, αλλά με την έννοια ότι ο κίνδυνος αυτός αποτελεί την ουσία της επιχειρούμενης πράξης και συνδυάζεται με την προσδοκία κέρδους από τις διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά, επί τη βάσει βραχυπρόθεσμων προβλέψεων. Τούτο, όμως, δεν περιλαμβάνονταν στους στόχους του ενάγοντος, δεδομένου, ότι το κεφάλαιό του αποτελούνταν από τις αποταμιεύσεις από την εργασία του, οι οποίες προορίζονταν για τη μελλοντική εξασφάλιση της οικογένειάς του, ιδίως δε τη φροντίδα της συζύγου του, γεγονός που ήταν γνωστό στους υπαλλήλους των εναγομένων, ενώ, περαιτέρω, ο ενάγων δεν είχε ενημερωθεί ότι το κεφάλαιό του θα κινδύνευε σε περίπτωση πτώχευσης της εκδότριας ή της εγγυήτριας του ομολογιακού δανείου. Πληροφορίες για τις συγκεκριμένες επενδύσεις δεν θα μπορούσε να έχει ο ενάγων, αφού για το συγκεκριμένο ομόλογο δεν είχε εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερωτικό δελτίο, ούτε είχε διαβιβαστεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοτικό διαβατήριο από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους (βλ. το υτταριθμ. πρωτ. …-2013 έγγραφο της Προϊστάμενης της Διεύθυνσης Εισηγμένων Εταιριών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς).

 

Τα ανωτέρω δε αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ενισχύονται και από τις περιεχόμενες στην υπ' αριθμ, …/2017 ένορκη βεβαίωση- καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος-εφεσίβλητου, οι οποίοι είναι κατηγορηματικοί ότι ο ενάγων προέβη στην επιλογή του ένδικου ομολόγου, κατόπιν προτροπών του τρίτου εναγόμενου, ο οποίος του παρουσίασε ότι το κεφάλαιό του ήταν εξασφαλισμένο και ότι θα είχε περισσότερο κέρδος, ενώ δεν αναιρούνται από τα όσα καταθέτει ο μάρτυρας, που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγομένων-εκκαλούντων και περιέχονται στην υπ' αριθμ. 900/2017 ένορκη βεβαίωση, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι τελευταίοι, ο οποίος δεν ήταν παρών σε καμία από τις συναντήσεις του ενάγοντος με τον τρίτο εναγόμενο, αλλά τα όσα εκεί καταθέτει τα γνωρίζει από πληροφορίες από τους συναδέλφους του στο Κέντρο της Private Banking και από τη μελέτη του φακέλου του ενάγοντος, που τηρείται στην Υπηρεσία αυτή, στην οποία (κατάθεση) αναφέρεται γενικά στη διαδικασία, που οι υπάλληλοι των εναγομένων εταιριών ακολουθούν, βάσει οδηγιών που λαμβάνουν από αυτές, στην περίπτωση που συνάπτεται μια απλή σύμβαση λήψης και διαβίβασης εντολών.

 

Ενόψει των ανωτέρω, εάν ο ενάγων είχε λάβει από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγόμενων εταιριών πλήρη και σαφή πληροφόρηση σχετικά με τα πλήρη χαρακτηριστικά του ένδικου ομολόγου, τα οποία γι' αυτόν ήταν άγνωστα προϊόντα, δεν θα είχε προβεί, στην επιλογή του αυτή. Η ανωτέρω περιγραφόμενη συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης, ορθής παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης του ενάγοντος πελάτη τους, αναφορικά κυρίως με την ασφάλεια του κεφαλαίου του, το οποίο κατόπιν προτροπών των προστηθέντων υπαλλήλων τους, επέλεξε να τοποθετήσει σε επενδυτικά προϊόντα με εντελώς διαφορετική συμπεριφορά από αυτό της προθεσμιακής κατάθεσης, και, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τον Ν. 2396/1996, συνιστά υπαίτια εκ μέρους των εναγόμενων πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, που απορρέουν από τη συναφθείσα, μεταξύ αυτών και του ενάγοντος, σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, όπως ειδικότερα αναλύθηκε ανωτέρω.

 

Παράλληλα, η προαναφερόμενη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγόμενων, οι οποίοι εξυπηρέτησαν τον ενάγοντα, συνιστά ταυτόχρονα και παράβαση του τότε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, όπως οι αρχές αυτού αναλύθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέψη, σύμφωνα με τις οποίες (αρχές), δημιουργούνται ζητήματα ευθύνης της εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και των πιστωτικών ιδρυμάτων που παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες, ενδεικτικά, εάν δεν εφιστούν εγγράφως, αλλά και προφορικά, την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, ιδιαίτερα εάν πρόκειται για ένα προϊόν πιο περίπλοκο ή πιο επικίνδυνο από αυτά που μέχρι τότε επέλεγε, εάν δεν πραγματοποιούν, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων τους, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνονται στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, εάν δεν ενημερώνουν τον επενδυτή, κατά τρόπο απολύτως σαφή και ακριβή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινόμενων για επένδυση τίτλων, το σύνολο δε των ανωτέρω, αφού ληφθούν υπόψη και αξιολογηθούν ορθά και προς το συμφέρον του επενδυτή η οικονομική του κατάσταση, οι στόχοι που επιδιώκει, η εμπειρία και οι γνώσεις του, δεδομένου ότι οι συμβουλές πρέπει να είναι προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη και στο αντικείμενο πης επένδυσης. Η κρίση αυτή επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι σύμφωνα με το Κεφ. ΕΓ αριθμ 4 περ. γ' της Πράξης Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος αρ. 2501/2002 (ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 ΦΕΚ Α' 277) «Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν επίσης να παρέχουν ενημέρωση για τη νομική θέση και τα δικαιώματα των συναλλασσόμενων, ιδίως στην περίπτωση κατοχής εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων τίτλων (πχ συμφωνίες πώλησης με επαναγορά) και λοιπών αξιών των συναλλασσομένων, είτε αυτή προκύπτει από τις καταθέσεις, είτε από επενδυτικά ή σύνθετα προϊόντα», και επιπλέον από το γεγονός ότι ο προστηθείς υπάλληλος της διεύθυνσης «Private Banking» των εναγομένων εταιριών και τρίτος εναγόμενος, τόσο κατά το χρόνο κατάρτισης της ανωτέρω σύμβασης (5.8.2003), όσο και κατά το χρόνο αγοράς του ένδικου ομολόγου, δεν διέθετε, όπως προεκτέθηκε, τα απαιτούμενα προσόντα κατά το άρθρο 4 του ισχύοντος τότε Ν. 2836/2000 (ΦΕΚ Α' 168/24.07.2000) - [το τελευταίο άρθρο δε καταργήθηκε με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007 (ΦΕΚ Α' 195/17.08.2007) και ισχύει πλέον από 01.11.2007 το άρθρο 14 αυτού] - σε συνδυασμό με τη με αριθμό 1/294/19.02.2004 Απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ Β' 483/05.03.2004), αναφορικά με τα προσόντα για τους υπαλλήλους και τα στελέχη των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.), ήτοι το σχετικό πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας που χορηγείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, και αφορά πέραν από την παροχή επενδυτικών συμβουλών και πράξεις, όπως η λήψη και διαβίβαση εντολών, η εκτέλεση εντολών και η διαχείριση χαρτοφυλακίου, το οποίο βέβαια ο εν λόγω υπάλληλος απέκτησε πολύ αργότερα, το έτος 2011.

 

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπάγεται στην έννοια του καταναλωτή, όπως αυτή αναλύθηκε στη προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον δεν υπερβαίνει το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, ο οποίος δεν διαθέτει καμία εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία επί των επενδυτικών προϊόντων και των συναλλαγών που αφορούν αυτά, δεν παρουσιάζει συστηματική ενασχόληση με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, μάλιστα δε, πρέπει να διευκρινιστεί ότι μέχρι να έρθει σε επαφή με τη διεύθυνση «Private Baoking», ο ενάγων διέθετε κυρίως καταθετικούς και προθεσμιακούς λογαριασμούς προς διασφάλιση των οικονομιών του. Ως εκ τούτου, τυγχάνει της προστασίας που προβλέπεται στο Ν. 2251/1994, ως το ασθενέστερο μέρος, έναντι των παρεχουσών σ' αυτόν επενδυτικών υπηρεσιών των εναγομένων εταιριών. Επιπλέον, ο ισχυρισμός των εναγομένων-εκκαλούντων, ότι ο ενάγων ήταν έμπειρος επενδυτής, διότι στο παρελθόν είχε επενδύσει και σε άλλα ομόλογα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθότι οι επενδυτικές που επικαλούνται οι εναγόμενοι, πραγματοποιήθηκαν στο σύνολό τους, όπως προελέχθη, σχεδόν παράλληλη και αργότερα από την αγορά του ενδίκου ομολόγου, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο ενάγων, κατά το χρόνο αγοράς αυτού, δεν είχε επενδυτική εμπειρία πέραν αυτής που αναλύθηκε ανωτέρω. Παράλληλα, η προπεριγραφόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόμενων πληροί συγχρόνως και τα στοιχεία της αστικής αδικοπραξίας του άρθρου 914 του ΑΚ και όχι της απάτης του άρθρου 386 ΙΙΚ, λόγω υπαίτιας παραβίασης των αρχών που απορρέουν από τις διατάξεις των 281 και 288 του ΑΚ, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 και του ανωτέρω Κώδικα Δεοντολογίας, δεδομένου ότι η παραβίαση όσων προβλέπονται στον τελευταίο συνιστούν την απαιτούμενη, κατ' άρθρο 914 του ΑΚ παρανομία.

 

Ειδικότερα, οι προστηθέντες των εναγόμενων εταιριών υπάλληλοι, μεταξύ των οποίων και ο τρίτος εναγόμενος, λόγω έλλειψης της ιδιαίτερης προσοχής και της επιμέλειας, που μπορούσαν και έπρεπε να επιδείξουν κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών προς τον ενάγοντα και ενεργώντας αντίθετα προς όσα ανέμενε ο τελευταίος από τη σχέση εμπιστοσύνης, που υπήρχε μεταξύ τους, τον προέτρεψαν να προβεί στην αγορά του ανωτέρω επενδυτικού προϊόντος, το οποίο ήταν εντελώς άγνωστο σ' αυτόν (ενάγοντα) και, περαιτέρω, δεν ανταποκρίνονταν στο επενδυτικό του προφίλ, στους στόχους και στις προσδοκίες του, κατά τα προαναφερθέντα, ενώ δεν τον πληροφόρησαν για τους κινδύνους, που περιέκλειε το προϊόν αυτό για το κεφάλαιό του, την εξασφάλιση του οποίου επιδίωκε ο ενάγων, γεγονός που είχε καταστήσει σαφές στους υπαλλήλους, οι οποίοι δεν εκτίμησαν ορθά τα συμφέροντά του (ενάγοντος) και δεν του παρείχαν διαφώτιση, ορθή, συμβουλευτική καθοδήγηση και προειδοποίηση, αναφορικά με τους άγνωστους κινδύνους που αναλάμβανε, τους οποίους δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί και να αξιολογήσει, καθώς και το ζημιογόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσαν οι κίνδυνοι αυτοί να έχουν, ώστε (αυτός) να έχει στη διάθεσή του όλα τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να διαμορφώσει συνειδητά την απόφασή του, για τη συγκεκριμένη επένδυση. Συνεπώς, οι εναγόμενες εταιρίες ευθύνονται αντικειμενικά για την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων από αυτές υπαλλήλων (άρθρο 922 του ΑΚ), δεδομένου ότι υφίσταται εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης τους και της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί από αυτές.

 

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η παράνομη συμπεριφορά των εναγόμενων εταιριών, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων αυτών υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και του τρίτου εναγόμενου, συνδέεται αιτιωδώς· προς τη ζημία του ενάγοντος, όπως αυτή αναλύθηκε πιο πάνω, διότι η επένδυσή του στο ένδικο ομόλογο επιχειρήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί η παροχή προς αυτόν της ενημέρωσης, που ήταν αναγκαία, ώστε να κατανοήσει τη μορφή και το περιεχόμενο αυτής (επένδυσης) και να αποφασίσει ο ίδιος, κατόπιν συσχετισμού των πληροφοριών, των προσδοκιών και των στόχων του, εάν θα επιλέξει την προτεινόμενη προς αυτούς τοποθέτηση του κεφαλαίου του, αναλαμβάνοντας μέσω της επιλογής του, όσους κινδύνους συνδέονται με την τελευταία. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση των εναγόμενων - εκκαλούντων, που επαναφέρεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου με το σχετικό λόγο εφέσεως, η ερειδόμενη στις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν, 2251/1994, ότι δεν συντρέχει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτών, λόγω ελλιπούς ενημέρωσης του ενάγοντος, αναφορικά με τα χαρακτηριστικά του ομολόγου, ώστε αυτός να λάβει την ορθή απόφαση, συνδεόμενη αιτιωδώς με τη ζημία. Επίσης, ως ουσιαστικά αβάσιμη πρέπει να απορριφθεί και η επικουρικά προβαλλόμενη πρωτοδίκως και επαναφερόμενη με την κρινόμενη έφεση ένσταση των εναγόμενων-εκκαλούντων περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, σε ποσοστό 99%, στη ζημία του, για το λόγο ότι δεν πώλησε το ένδικο ομόλογο, όταν άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι μειώνονταν η αξία του, καθόσον, όπως διαλαμβάνεται και ανωτέρω, ο ενάγων, όταν διαπίστωσε την πτώση της τρέχουσας αξίας του ομολόγου του, απευθύνθηκε προς τους υπαλλήλους του Private Banking, με τους οποίους συνεργάζονταν, προκειμένου να προβάλει τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες του, πλην όμως αυτοί τον καθησύχασαν και τον απέτρεψαν από το να προβεί στην πώληση του ενδίκου ομολόγου, ως εκ τούτου, ήταν εύλογο αυτός να ακολουθήσει τις συμβουλές των υπαλλήλων, που εμπιστεύονταν. Επομένως, ο ενάγων δεν συντέλεσε με οποιοδήποτε τρόπο στην πρόκληση της ζημίας του ή στην έκταση αυτής. Ενόψει των ανωτέρω, η συνολική περιουσιακή ζημία του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 140.590,20 ευρώ [139.000,00 ευρώ (ονομαστική αξία του ομολόγου) + 1.590,20 ευρώ (τιμή διακανονισμού προμήθειας αγοράς αυτού)], όπως αποδεικνύεται από τα αποδεικτικά εντολής συναλλαγής, ποσό το οποίο κατέβαλε για την αγορά του ομολόγου «Aspis Finance PLC», που ισού’ται με το ποσό της διαφοράς τιμής κόστους αγοράς του ομολόγου και της ονομαστικής αξίας των μετοχών ως προϊόντος ανταλλαγής. ...».

 

Με αυτά που δέχθηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 281, 288 ΑΚ, 6.2 του Κώδικα ΕΠΕΥ, και 8 παρ. 3 και 9 ν. 2251/1994, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από την καταρτισθείσα σύμβαση, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθένων υπαλλήλων της πρώτης και της δεύτερης των αναιρεσειόντων και ειδικότερα του τρίτου των αναιρεσειόντων, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα στον αναιρεσίβλητο ζημία, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη αυτή, την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να στοιχειοθετείται, με την εν λόγω συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης και της δεύτερης των αναιρεσειόντων καθώς και του τρίτου των αναιρεσειόντων, αδικοπρακτική συμπεριφορά και να δικαιολογείται, έτσι, η παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α)ενώ ο αναιρεσίβλητος μη υπερβαίνων το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή υπάγεται στην έννοια του καταναλωτή, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ., σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2396/1996 και του ν. 2251/1994, οι αναιρεσείουσες εκπλήρωσαν πλημμελώς τις Θεωρήθηκε θπορρέουσες, από τη σιωπηρά συναφθείσα μεταξύ αυτών και του Η&σηγήτρια αναιρεσιβλήτου, σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών υποχρεώσεις τους, καθώς και αυτές που απορρέουν από τις  αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, με ενέργειες των προστηθέντων υπαλλήλων τους και ειδικότερα του τρίτου των αναιρεσειόντων, που αντίκεινται στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης και παραβαίνουν τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής, γενικότερα δε της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, β) οι τελευταίοι (προστηθέντες) ενεργώντας δολίως, αφενός μεν με την παραβίαση της εντολής του αναιρεσιβλήτου για ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων του, αφετέρου δε με την μη παροχή, όπως όφειλαν, διαφώτισης, ορθής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης τόσο για τα χαρακτηριστικά του αγορασθέντος ομολόγου και για τους άγνωστους αναλαμβανόμενους κινδύνους, τους οποίους αυτός δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί και να αξιολογήσει, όσο και για το ζημιογόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσαν οι κίνδυνοι αυτοί να έχουν, προέβησαν στην αγορά του ομολόγου, χωρίς να ενημερώσουν προηγουμένως τον αναιρεσίβλητο, ενόψει του ότι επρόκειτο για ένα επενδυτικό προϊόν μεσαίας διαβάθμισης και σύμφωνα με τον διεθνή οίκο αξιολόγησης FITCH, η αξιολόγηση του κατά το χρόνο αγοράς του, το Φεβρουάριο του έτους 2005, ήταν ΒΒ, ήτοι ανήκε κατά το χρόνο εκείνο στην κατηγορία των προϊόντων μεσαίας και όχι υψηλής ποιότητας, υποκείμενο σε πολύ σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο, γ) παρά την κατά ως άνω συνεχή καθοδική πορεία του εν λόγω ομολόγου, ο αναιρεσίβλητος λάμβανε μηνιαίως από τις αναιρεσείουσες εταιρείες τη μηνιαία αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του, πλην όμως ούτε όταν η παγκόσμια οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία, επηρεάζοντας σφόδρα αρνητικά και το κυπριακό τραπεζικό σύστημα, οι εν λόγω προστηθέντες υπάλληλοι των αναιρεσειουσών, τον ενημέρωσαν για τους διαφαινόμενους κινδύνους, παραλείποντας να τον συμβουλέψουν να λάβει μέτρα προστασίας και ενδεχομένως να προεξοφλήσει το ομόλογο, ώστε να περιορίσει τη ζημία του. Τοποθέτησαν δηλαδή οι προστηθέντες των αναιρεσειουσών εταιρειών και ειδικότερα ο τρίτος των αναιρεσειόντων τα χρήματα των αναιρεσιβλήτου, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση της εντολής του περί ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του και μη ανάληψης ρίσκου, στο επίμαχο ομόλογο, ήτοι σε ένα επενδυτικό προϊόν που ήταν εντελώς άγνωστο σε αυτόν και δεν ανταποκρινόταν καν στο συντηρητικό προφίλ του, στους στόχους και στις προσδοκίες του, χωρίς να τον πληροφορήσουν για τους κινδύνους που περιέκλειε το προϊόν αυτό για το κεφάλαιο του, την εξασφάλιση του οποίου επιδίωκε ο αναιρεσίβλητος, όπως είχε καταστήσει σαφές σε αυτούς, και παραλείποντας, στη συνέχεια, αντίθετα προς όσα ανέμενε ο αναιρεσίβλητος από τη σχέση εμπιστοσύνης που κάθε πελάτης αναπτύσσει με την τράπεζα του, να άρουν την πλάνη, στην οποία ο αναιρεσίβλητος τελούσε, ήτοι ότι οι προστηθέντες είχαν ενεργήσει σύμφωνα με την προαναφερόμενη εντολή του, με αποτέλεσμα, όταν δυνάμει της υπ' αριθμ. 25/1/17-12-2011 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εγγυήτριας του ομολόγου «Τ BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ>) (πρώην «ASPIS BANK ΑΕ.»), τέθηκε δε αυτή σε ειδική εκκαθάριση, να καταστούν άνευ αξίας οι ομολογιακές εκδόσεις αυτής, με περαιτέρω συνέπεια το αντίστοιχο ομόλογο, να χάσει πλήρως την αξία του, ενώ, σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές, αν ο αναιρεσίβλητος, έχοντας λάβει σωστή πληροφόρηση, γνώριζε τα αληθή χαρακτηριστικά του ομολόγου και τους κινδύνους, δεν θα επιχειρούσε τη απόκτηση αυτού, δεδομένης της επενδυτικής του εμπειρίας, του μορφωτικού του επιπέδου και της βούλησης εξασφάλισης του κεφαλαίου του.

 

Περαιτέρω, το Εφέτείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές ότι ο αναιρεσίβλητος αγνοούσε το επισφαλές της επενδύσεως στο επίδικο ομόλογο, για την οποία δεν έδωσε σχετική εντολή οι ίδιος, αλλά οι προστηθέντες υπάλληλοι των αναιρεσειούσών, και ειδικότερα ο τρίτος αναιρεσείων, επέλεξαν να επενδύσουν σε αυτό χωρίς προηγουμένως να τον ενημερώσουν και ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την εμπειρία και τις εξειδικευμένες γνώσεις για τη διενέργεια πολύπλοκων χρηματιστηριακών συναλλαγών όντας συνταξιούχος πολιτικός μηχανικός, του οποίου οι προηγούμενες επενδύσεις περιορίζονταν σε τοποθέτηση των αποταμιεύσεων από την εργασία του κυρίως σε προθεσμιακούς λογαριασμούς της πρώτης αναιρεσείουσας. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατά το οικείο έκαστος μέρος και κατά τη νοηματική τους εκτίμηση) λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, συνιστάμενες αφενός μεν στην παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, και ειδικότερα σε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, με τις αιτιάσεις ότι υπήρξε συμβατική ρύθμιση της σχετικής υποχρέωσης των αναιρεσειόντων προς ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου η οποία και τηρήθηκε και σε εσφαλμένη υπαγωγή των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις του ανωτέρω Κανονισμού και, συνακόλουθα, σε αυτή του άρθρου 914 ΑΚ, καθώς, επίσης, και σε έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ελλιπούς ενημέρωσης του αναιρεσιβλήτου ως προς τα χαρακτηριστικά του ομολόγου και της επελθούσας σε αυτόν ζημίας, αφετέρου δε στην εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων τούτων λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί των αναφερόμενων σ' αυτό ζητημάτων, είναι αβάσιμοι.

 

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως Θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεων και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων από αυτόν που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ, 1 112/2020, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018, ΑΠ 851/2015).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις απαλλακτικές ρήτρες που είχαν συνομολογηθεί στο πλαίσιο της συμβάσεως λήψης και διαβίβασης εντολών. Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο, ερεύνησε τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων (που είχαν προταθεί για τη Θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος), στη συνέχεια δε, την απέρριψε ως μη νόμιμη και συνεπώς το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

 

Κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του.  Η έννοια της 'συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντας πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1251/2024, ΑΠ 940/323, ΑΠ 358/2022, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 437/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο εκτιμώντας τις αποδείξεις, αναφορικά με την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση συντρέχοντας πταίσματος του αναιρεσιβλήτου στην επέλευση της ζημίας του, λόγω της επικαλούμενης μη έγκαιρης εκ μέρους του ρευστοποίησης των ένδικων ομολόγων, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν συντέλεσε με οποιοδήποτε τρόπο στην πρόκληση της ζημίας του ή στην έκταση αυτής, αφού, παρότι διαπίστωσε την πτώση της τρέχουσας αξίας του ομολόγου του, δεν προέβη σε πώληση αυτού διότι οι προστηθέντες των αναιρεσειουσών και ειδικότερα ο τρίτος αναιρεσείων τον έπεισε ότι η πτώση της αξίας του ομολόγου ήταν περιστασιακή και ότι είναι εξασφαλισμένο το κεφάλαιό του. Επομένως, ο όγδοος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 914, 930 παρ.3 του ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποίαν οφείλει των ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον, υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης, στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς, αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, ,με την έννοια ότι το γεγονός ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη, πορεία των πραγμάτων (άρθρο 298 του Α.Κ.), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται, μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός, επιβάλλεται (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη. Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 524/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 114/2022, ΑΠ 1289/2022, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ1163/2020, ΑΠ 1109/2019).

 

Με τον ένατο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ.1 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 298 του Α.Κ. και απέρριψε την ένσταση τους περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας, ώστε να αφαιρεθεί από την τυχόν επιδικασθείσα στον ενάγοντα θετική ζημία η ωφέλεια που αποκόμισε από τα τοκομερίδια που εισέπραξε για το χρονικό διάστημα που κατείχε το επίδικο ομόλογο. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος αυτής, απέρριψε την ως άνω ένσταση με την εξής αιτιολογία:

 

"Σημειωτέον ότι, οι εναγόμενοι προέβαλαν (επικουρικά) τον κάτωθι ισχυρισμό τον οποίο επαναφέρουν νόμιμα με την έφεσή τους, ήτοι ότι σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή, από το ποσό που τυχόν επιδικαστεί στον ενάγοντα ως ^ αποζημίωση πρέπει να αφαιρεθούν τα ποσά που αυτός εισέπραξε ως τοκομερίδια από την απόδοση του ομολόγου, για όσο χρονικό διάστημα τα είχε υπό την κατοχή του, ανερχόμενα (τα τοκομερίδια) στο συνολικό ποσό των 31.369,76 ευρώ. Ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 298 εδ. α', 914 και 288 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, καθόσον ναι μεν το ως άνω ποσό αποτελεί κέρδος του ενάγοντος από τον ένδικο τίτλο, πλην όμως, το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου του, λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στις δύο πρώτες εναγόμενες εταιρίες, οι οποίες το εκμεταλλεύθηκαν με τον προσφορότερο γι' αυτές τρόπο, αποδίδοντας στον ενάγοντα τους συμφωνηθέντες τόκους και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία των τελευταίων.".

 

Με το να απορρίψει το Δικαστήριο της ουσίας την ανωτέρω ένσταση, αναφορικά με το ποσό των τόκων, που ο ενάγων έλαβε ως απόδοση του επίδικου ομολόγου, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, διότι δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων την ως άνω διάταξη αφού, ναι μεν το ως άνω ποσό αποτελεί κέρδος του αναιρεσιβλήτου από τον τίτλο που κατείχε, πλην όμως, το κέρδος αυτό (όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται), δεν προέρχεται (δεν προκλήθηκε) από το επιζήμιο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου του, αλλά από το μη επιζήμιο (διαφορετικό) γεγονός της παραχώρησης του κεφαλαίου αυτού στις αναιρεσείουσες, οι οποίες το εκμεταλλεύθηκαν, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στον αναιρεσίβλητο και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημιά του τελευταίου, ως μη συνδεόμενη αιτιωδώς με αυτή, αφού σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη, το εν λόγω ζημιογόνο γεγονός (της απώλειας κεφαλαίου) δεν ήταν πρόσφορο να παραγάγει το συγκεκριμένο όφελος (την απόληψη τόκων) κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Συνεπώς, ο ως άνω λόγος (ένατος) της αίτησης αναίρεσης εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

 

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντας άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά του που υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

Απορρίπτει την από 24-9-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 82/2020 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.

 

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναιρέσεως.

 

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσά των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                     Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης

Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία,

ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

 

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2026.

 

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                     Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ