ΤΡΑΠΕΖΑ
ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΑΠ 364/2026
Το
Δικαστήριο απέρριψε αναίρεση τραπεζικής εταιρείας κατά απόφασης του Εφετείου
Θεσσαλονίκης που είχε επιδικάσει αποζημίωση σε επενδυτές λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης από πλημμελή παροχή επενδυτικών
συμβουλών. Κρίθηκε ότι είχε συναφθεί σιωπηρή σύμβαση παροχής επενδυτικών
υπηρεσιών, στο πλαίσιο της οποίας η τράπεζα, μέσω προστηθείσας
υπαλλήλου, παρέλειψε να ενημερώσει προσηκόντως συντηρητικό επενδυτή-καταναλωτή
για τους κινδύνους ομολόγου μειωμένης εξασφάλισης (Aspis
Finance PLC), κατά παράβαση του Κώδικα Δεοντολογίας
ΕΠΕΥ, θεμελιώνοντας παρανομία κατ' άρθρο 914 ΑΚ. Ορθά έκρινε το Εφετείο ότι η
ζημία των εναγόντων συνδέεται αιτιωδώς με την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά
της τράπεζας και των προστηθέντων της. Ορθά
απορρίφθηκε η ένσταση συνυπαιτιότητας των επενδυτών, καθώς και η ένσταση
συνυπολογισμού κέρδους-ζημίας (άρθρο 298 ΑΚ) επί των εισπραχθέντων τοκομεριδίων
κατά τη διάρκεια διακράτησης του ομολόγου, με το
σκεπτικό ότι το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από το ζημιογόνο γεγονός αλλά από
την εκμετάλλευση του παραχωρηθέντος κεφαλαίου από την
εκδότρια εταιρεία, ενώ ο προτεινόμενος από την τράπεζα συνυπολογισμός
αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην αρχή της καλής πίστης
(άρθρο 288 ΑΚ), αφού δεν ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να
αποβαίνει σε ωφέλεια του ζημιώσαντος δηλαδή η καλή
πίστη δεν επιτρέπει να μειωθεί υπέρ της υπαίτιας τράπεζας η αποζημίωση του
ζημιωθέντος επενδυτή.
Αριθμός
364 /2026
TO
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1'
Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε
από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου,
Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη
και Μαρία Αρχοντάκη - Τραυλού - Τζανετάτου -
Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε
δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουάριου 2025, με την παρουσία και του
Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την
υπόθεση μεταξύ:
Των
αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με
την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ALPHA
BANK», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου
της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», 2)
Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται
νόμιμα, 3) . . του ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον
πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κανέλλια με δήλωση
κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των
αναιρεσιβλήτων: 1) . . του ., κατοίκου Πανοράματος
Θεσσαλονίκης, 2) . . του ., 3) . . του ., κατοίκων Θέρμης Θεσσαλονίκης, ατομικά
και ως κληρονόμων του αποβιώσαντος . . του ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον
πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Τίγκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η
ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων,
που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:
4294/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1792/2021 του Μονομελούς Εφετείου
Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 4/1/2022 αίτησή τους.
Κατά
τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι
παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ
ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με
την κρινόμενη από 4.1.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των
διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με
αριθ. 1792/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την
οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την έφεση των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων των δεύτερου, τρίτου και τέταρτης από
αυτούς, ατομικά και ως κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος πρώτου, κατά της με
αριθ. 4294/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με
την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους κατά των εναγομένων,
ήδη αναιρεσειουσών, τραπεζικών εταιρειών, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και
δέχθηκε εν μέρει κατ’ ουσίαν την αγωγή. Η αίτηση
αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566
παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να
εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 298,
299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική
ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση
περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του
δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η
συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο
οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος,
μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη
ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση
συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο
γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι,
παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας
στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των
ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικά επιβεβλημένης και από την θεμελιώδη δικαιΐκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας,
υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας
σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1796/2025, ΑΠ 790/2023, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ
974/2018, ΑΠ 669/2017). Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν
υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος
δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια
νομική υποχρέωση μπορεί να προκόψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική
διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά
την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ
1796/2025, ΑΠ 1251/2024, ΑΠ 790/2023, ΑΠ 459/2019, ΑΠ 1350/2018). Είναι δυνατόν
μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η
σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει,
όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα
συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει
η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ
1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η
παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα
διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη
πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1796/2025, ΑΠ 790/2023, ΑΠ
1009/2019, ΑΠ 459/2019, ΑΠ 1350/2018). Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων
και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις
του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού
ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά,
που δέχθηκε κυριαρχικά ότι αποδείχθηκαν, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί,
κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της
ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική,
αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων
της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα,
η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους
του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1251/2024, ΑΠ 1406/2021). Ειδικότερες
μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων,
η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι
υποχρεώσεις διαφώτισης/ ενημέρωσης και συμβουλευτικής
καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες
στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη. Η εκ μέρους της
Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές
προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς
συνδεόμενης με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η
παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί
όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της
ζημίας. Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις
παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή
όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών
υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της
προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει
όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε,
έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς
συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν
θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού
Τράπεζα (ΑΠ 1406/2021). Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές
του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της
υπ' αριθ. 12263/β.500/11.4.1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ
Β/ 340/24.4.1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 1 του ν.
2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου έχουν ήδη καταργηθεί από 1.11.2007, με το
άρθρο 85 ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα
καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά
την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των
πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ...
Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες
και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να
ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την
εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις
κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα
απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες
τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών
τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα
από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια
της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να
προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή
λειτουργία της αγοράς”. Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργημένου σήμερα
Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών
(ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της
επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών
συμβουλών, είναι (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ'
αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα
πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια,
πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της την οικονομική
κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή
για το αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα
πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο
αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες
στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής
συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά
στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να
ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή,
οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός
στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον
οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το
αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την
αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική
κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων. Οι συμβουλές
του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή
έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες
πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης
επένδυσης. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για
έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων
επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή
από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σ’ αυτόν συνειδητό τον
κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις
τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους
καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης,
διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις
διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας
τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του
επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν
πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της
τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο
προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον
επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινόμενων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6
ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις
του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της
διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα
με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την
παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο
μεταγενέστερα εκδοθείς ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3756/2009, με
τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία
2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε
την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1796/2025, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 161/2022, ΑΠ 1266/2022, ΑΠ
1411/2022, ΑΠ 1339/2022).
2.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας
των καταναλωτών", όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 10
παρ. 1, 3 και 4 ν. 3587/2007, που
ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε
περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή
παράλειψή του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή” (παρ. 1 εδάφ. α'), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος
παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής
δραστηριότητας" (παρ. 1 εδάφ. β'), ότι "ο
ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της
παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3) και ότι "ο παρέχων τις
υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας”
(παρ. 4 εδάφ. α'), προκύπτει ότι η ευθύνη του
παρέχοντας υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να
είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου
προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση
μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Υπό τη συνδρομή των
προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές
θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις
ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο
αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την
ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994, καταναλωτής δε, κατά την διάταξη
του άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου νόμου, ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το
άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το
οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το
οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών εφόσον αποτελεί τον τελικό
αποδέκτη τους, όπως είναι και κάθε αποδέκτης του διαφημιστικού μηνύματος. Ο
ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον
οποιονδήποτε "προμηθευτή" - και στις τράπεζες - την ορθή, αναγκαία
και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" - και του ιδιώτη
επενδυτή - ώστε αυτός να λαμβάνει, τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι
ηθελημένης συναλλαγής. Να μην παραπλανάται, δηλαδή,
αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε
να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται,
ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση
αθέμιτων εμπορικών πρακτικών".
Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α,
τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση",
αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή, με
ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων. Η
προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω
υποχρέωσης εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε
αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9Θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο
αγαθό της διάταξης του ως άνω άρθρου 8 του εν λόγω νόμου (2251/1994), είναι η
περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή
λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΠ 1796/2025, ΑΠ
790/2023, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017).
Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, άμεσα ζημιωθέντες από
την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017).
Περαιτέρω, επί όλων των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων εφαρμόζεται και η
2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με την "Ενημέρωση
των συναλλασσόμενων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις
συναλλαγές τους" (ΦΕΚ Α/277), που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ
1796/2025, ΑΠ 1185/2021, 459/2021), ανεξαρτήτως αν αυτή αναφέρεται στις
κυρώσεις, που επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος σε αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα σε
περιπτώσεις παραβίασης αυτών των υποχρεώσεών τους. Βάσει δε της Πράξης αυτής, η
ενημέρωση των συναλλασσόμενων, οποιωνδήποτε προέλευσης και βαθμού εμπειρίας,
πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές επί συνθέτων ομολόγων πληροφορίες, ούτως ώστε να
διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με
ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά, καθώς
και η κατανόηση των πιθανών ειδικά ισχυόντων γι’ αυτά κινδύνων και της
αναμενόμενης απόδοσής τους (ΑΠ 459/2021).
3.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 930 παρ. 3 του ΑΚ προκύπτει ότι
η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας
άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του
ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία
θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Όταν από το ζημιογόνο
γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με
την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την
συνήθη πορεία των πραγμάτων (άρθρο 298 ΑΚ), πραγματική ζημία είναι ό,τι
υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας
από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για
τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός
αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην
καλή πίστη. Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και
ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν
από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη
περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, και είναι, επίσης, δυνατόν η
καλή πίστη (ΑΚ 288) να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να
αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 1796/2025, ΑΠ
1481/2024, ΑΠ 1251/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1083/2022). Σε κάθε περίπτωση, το
κρίσιμο ζήτημα είναι η διαπίστωση του ζημιογόνου γεγονότος και του αν η ωφέλεια
του ζημιωθέντος προέρχεται από το ζημιογόνο αυτό γεγονός, οπότε συνυπολογίζεται
στην αποζημίωσή του ή αν η ωφέλεια είναι απόρροια άλλου γεγονότος, οπότε δεν
συνυπολογίζεται. Έτσι, στην περίπτωση του ζημιωθέντος επενδυτή από την αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος
υπαλλήλου τραπεζικής εταιρείας, που την εκπροσωπούσε, συνεπεία της οποίας
πείσθηκε και προέβη σε αγορά επενδυτικού προϊόντος που δεν αντιστοιχούσε στην
συντηρητική επενδυτική του συμπεριφορά (συντηρητικό επενδυτικό προφίλ) και, αν
είχε επαρκή ενημέρωση για τους κινδύνους που διέτρεχε, δεν 9α προέβαινε στην
αγορά του, το ζημιογόνο τούτο γεγονός της αδικοπραξίας δεν συνιστά την αιτία
του κέρδους που αποκόμισε από την απόδοση του τοποθετηθέντος
ως άνω κεφαλαίου του στο επενδυτικό προϊόν (τόκων), αλλά το κέρδος του
προέρχεται ακριβώς από το μη επιζήμιο διαφορετικό γεγονός της παραχώρησης του
κεφαλαίου του προς εκμετάλλευση, που στηριζόταν στην απόκτηση του επενδυτικού
προϊόντος (βλ. ΑΠ 524/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΟ 853/2023, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 572/2022,
ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 1163/2020). Άλλωστε, στο πλαίσιο της καλής
πίστης, αν ο ζημιωθείς επενδυτής δεν είχε πεισθεί από την αδικοπρακτική
συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου, θα είχε
επενδύσει το κεφάλαιό του σε προϊόν, που θα προσιδίαζε στην συντηρητική
επενδυτική του συμπεριφορά (προφίλ), και θα ελάμβανε τους αντιστοιχούντες
τόκους, οι οποίοι κατά τον τρόπο αυτό απωλέσθηκαν και
οι οποίοι, ως διαφυγόν κέρδος, που θα ελάμβανε ο ζημιωθείς κατά την συνήθη
πορεία των πραγμάτων, αποτελούν μέρος της οφειλόμενης σε αυτόν αποζημίωσης.
11 .1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.
1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε
κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί
κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί,
ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν
εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί
εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη
εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ
4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν
την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των
πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο
της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το
δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι
αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο,
παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του,
καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε
διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο
λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού
δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί
την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι'
αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. 2. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559
αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν
έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο
αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού
συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα
και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της
ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της
δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν
ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν
οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της
παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος
από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού
συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη
αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που
απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την
επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής
αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν
τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο
ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την
κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό
συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό
χαρακτηρισμό me, ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει
όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις
αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης
προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του
οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης
στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε
αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα
ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται
σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή
δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι
γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ
831/2022, ΑΠ1383/2022). 3. Κατά την διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το
νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που
προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια
της διάταξης αυτής, ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που
έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση
ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως
αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής,
ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ
25/2003, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την
προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της
ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων,
έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική
επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν
αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις
αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το
περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των
αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και
οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι
ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ
308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να
απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).
Στην
προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τους,
όπως παρακάτω, λόγους αναίρεσης μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «Ο
πρώτος ενάγων . ., πατέρας των δεύτερου και τρίτου και σύζυγος της τέταρτης των
εναγόντων που, όπως προεκτέθηκε, απεβίωσε στις
6-2-2018 ήτοι μετά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου
και πριν από την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως, ήταν πελάτης της πρώτης
εναγόμενης τραπεζικής εταιρείας από το έτος 1989 καθώς τηρούσε σε αυτήν τις
αποταμιεύσεις του (σε απλές και προθεσμιακές καταθέσεις) και την χρησιμοποιούσε
για τις συναλλακτικές ανάγκες της επιχείρησης (βιοτεχνίας παιδικών ενδυμάτων)
που διατηρούσε μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Το έτος 1999 του προτάθηκε από τους
υπαλλήλους του 701 υποκαταστήματος της πρώτης εναγόμενης στη Θεσσαλονίκη, με το
οποίο έως τότε συνεργαζόταν, να μεταφερθεί στο πελατολόγιο του τμήματος της
Ιδιωτικής Τραπεζικής της (Private Banking)
διότι λόγω του ύψους των καταθέσεών του (500.000 ευρώ) ανήκε στο "εκλεκτό
πελατολόγιό" της, προκειμένου έτσι να έχει μεγαλύτερα προνόμια και
καλύτερη αξιοποίηση των καταθέσεών του. Ο πρώτος ενάγων, έχοντας εμπιστοσύνη
στους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης λόγω της
άριστης μέχρι τότε συνεργασίας τους, αποδέχτηκε την πρόταση αυτή και συνήψε
(μαζί με τους λοιπούς ενάγοντες, συνδικαιούχους των
τραπεζικών του καταθέσεων) με την πρώτη εναγόμενη την .ΚΕ/27-3-1999 Σύμβαση
Περιορισμένης Εντολής, με περιεχόμενο την πραγματοποίηση επενδυτικών πράξεων
που ειδικότερα προβλέπονταν σε αυτήν από την πρώτη εναγομένη
μετά από εντολή τους. Το έτος 2002, ο . . (προϊστάμενος του 701 υποκαταστήματος
της πρώτης εναγόμενης με το οποίο συνεργαζόταν ο πρώτος ενάγων) μαζί με την
τρίτη εναγόμενη που κατ’ εκείνο το χρόνο ήταν διευθυντικό στέλεχος της ανώνυμης
εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ Επενδυτικές Υπηρεσίες Α.Ε.Π.Ε.Υ."
(θυγατρικής της πρώτης εναγομένης, της οποίας
καθολική διάδοχος κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση κατέστη το έτος 2009 η
δεύτερη εναγομένη) και διηύθυνε το τμήμα Private Banking των δυο πρώτων εναγομένων, ενεργώντας υπό τις παραπάνω ιδιότητές τους
προσέγγισαν τον πρώτο ενάγοντα και του πρότειναν να συνεργαστεί μαζί τους
προκειμένου να τοποθετήσει τις καταθέσεις του σε ασφαλή αποταμιευτικά προϊόντα
ώστε να πετύχει καλύτερες αποδόσεις του κεφαλαίου του. Ο πρώτος ενάγων δέχθηκε
την πρόταση αυτή και συνήψε μαζί με τους λοιπούς ενάγοντες που ήταν συνδικαιούχοι των καταθέσεων του και την τρίτη εναγομένη, που εκπροσωπούσε ως υπάλληλός τους τις λοιπές
εναγόμενες, την με αριθ. Ρ./12-11-2002 πρόσθετη (στην ως άνω σύμβαση) πράξη που
τροποποίησε την αρχική σύμβαση και στην οποία συμφωνήθηκε να υπεισέλθει και η
δεύτερη εναγόμενη. Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή (άρθρο 3.1), οι δυο πρώτες
εναγόμενες ("Εταιρείες") ανέλαβαν την υποχρέωση να καταρτίζουν
συναλλαγές επί του χαρτοφυλακίου των εναγόντων ("Επενδυτών"), σύμφωνα
με τις εντολές που θα ελάμβαναν από αυτούς, επί όλων των χρηματοπιστωτικών
μέσων που αναφέρονταν στην παράγραφο Γ (I) του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, εκτός
από τις συναλλαγές επί παραγωγών (3.2).
Περαιτέρω,
στο πλαίσιο της έγγραφης αναλυτικής παρουσίασης των επενδυτικών κινδύνων, ρητά
συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων στον όρο 9.1 της παραπάνω πρόσθετης πράξης, ότι
«λόγω των μη προβλέψιμων στην επενδυτική αγορά διακυμάνσεων, οι Εταιρίες δεν
εγγυώνται οποιοδήποτε αποτέλεσμα της επενδυτικής εντολής του Επενδυτή, δεν
ευθύνονται για οποιαδήποτε συναφή ζημία του Επενδυτή», ενώ σύμφωνα με τον όρο
9.2 της ίδιας πρόσθετης πράξης, συμφωνήθηκε ότι «οι Εταιρίες δεν αναλαμβάνουν
οποιαδήποτε ευθύνη για την πιθανή ζημία, που τυχόν υποστεί ο Επενδυτής, από
συναλλαγή που καταρτίσθηκε ως αποτέλεσμα εκτελέσεως εντολής του, ο δε Επενδυτής
ρητά δηλώνει ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται προς τις Εταιρίες είναι
απόρροια της ελεύθερης επιλογής του χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές
συστάσεις ή συμβουλές των Εταιριών». Επιπλέον, στο παράρτημα Α της πρόσθετης
πράξης, που ρύθμιζε τους κινδύνους που αναλάμβαναν οι ενάγοντες συμφωνήθηκε ότι
μεταξύ των άλλων επενδυτικών κινδύνων που ανέλαβαν οι επενδυτές ήταν και ο
πιστωτικός κίνδυνος, ο οποίος προκαλείται εφόσον η εκδότρια των αξιών εταιρία ή
ο αντισυμβαλλόμενος κατά περίπτωση ενδέχεται να μην εκπληρώσουν αναληφθείσες υποχρεώσεις τους (ενδεικτικά πληρωμή
μερίσματος, τοκομεριδίων κ.λπ). Επίσης, σύμφωνα με
ρητό όρο του ίδιου παραρτήματος Α, συμφωνήθηκε ότι ο επενδυτής θα πρέπει να
γνωρίζει ότι βασική αρχή είναι ότι η αναμενόμενη απόδοση είναι αντίστοιχη του
επενδυτικού κινδύνου που αναλαμβάνει. Με άλλα λόγια, μεγαλύτερη απόδοση συνεπάγεται
μεγαλύτερο κίνδυνο. Επίσης, με το ίδιο παράρτημα έγινε γνωστό στους ενάγοντες
ότι οι επενδυτικές επιλογές τους ενέχουν, εκ της φύσεώς
τους, κινδύνους μειώσεως της αξίας της επενδύσεώς τους, για τους οποίους οι
αντισυμβαλλόμενες δεν είναι δυνατόν να φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη και ότι,
επομένως, δεν είναι δυνατή ούτε η προεξόφληση ή εγγύηση οποιουδήποτε επιπέδου
απόδοσης, ούτε η βέβαιη διαφύλαξη ή αύξηση του επενδυτικού κεφαλαίου, το οποίο
υπόκειται, στο σύνολό του, στους πάσης φύσεως επενδυτικούς κινδύνους. Από τα
παραπάνω, και ιδίως από τους όρους 3.1 και 9.2, συμπεραίνεται ότι οι, κατά τη
σύμβαση αυτή, παρεχόμενες στους ενάγοντες υπηρεσίες των εναγομένων
εξαντλούνταν στην παρουσίαση των εκάστοτε διαθέσιμων επενδυτικών προϊόντων,
χωρίς έκφραση οποιοσδήποτε γνώμης για την πραγματοποίηση συγκεκριμένων
συναλλαγών, ενώ, οι ενάγοντες έλαβαν γνώση των κινδύνων που ανέλαβαν, στους
οποίους περιλαμβάνεται και ο κίνδυνος ολοσχερούς απώλειας του κεφαλαίου τους.
Τον Οκτώβριο του έτους 2005 η τρίτη εναγομένη, υπό
την προαναφερόμενη ιδιότητά της και εκπροσωπώντας τις δυο πρώτες εναγόμενες,
υπέδειξε μετ’ επιτάσεως στον πρώτο ενάγοντα (ο οποίος διαχειριζόταν το
χαρτοφυλάκιο και για λογαριασμό των λοιπών) ως πλέον συμφέρουσα γι’ αυτόν την
τοποθέτηση των χρημάτων του σε ένα νέο ομόλογο, το ASPIS FINANCE PLC με κωδικό
ISIN XS0211271597, το οποίο, κατά δήλωσή της, ήταν σύμφωνο με το συντηρητικό
του προφίλ, προσιδίαζε στις προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις, ήταν μηδενικού
ρίσκου και είχε «καλή απόδοση». Ο πρώτος ενάγων πείσθηκε ότι όσα του ανέφερε
ήταν αληθή και στις 25-10-2005 έδωσε εντολή για την μεταφορά ποσού 275.000 ευρώ
που προερχόταν από την πώληση προηγούμενων τίτλων (των εναγόντων) για την αγορά
του ως άνω ομολόγου έκδοσης της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «ASPIS
FINANCE PLC», λήξης την 10-02-2015, ονομαστικής αξίας 275.000 ευρώ, για το
οποίο κατέβαλε ως ποσό διακανονισμού το ποσό των 279.772,08 ευρώ. Για την εν
λόγω αγορά χορηγήθηκε στον πρώτο ενάγοντα ένα έγγραφο με τίτλο «Αποδεικτικό
εντολής συναλλαγής (Ομόλογα)», όπου στο άνω αριστερό τμήμα αυτού αναγραφόταν η
επωνυμία «ALPHA PRIVATE BANK» και κάτωθεν αυτής οι επωνυμίες «Alpha Bank» και
«Alpha Private ΕΠΕΥ», ενώ αναφορικά με τα
χαρακτηριστικά του ομολόγου περιείχε αποκλειστικά και μόνο τα ανωτέρω στοιχεία,
στη θέση δε με ένδειξη «εκδότης» αναγράφονταν η λέξη «corporate»
και όχι η επωνυμία της εκδότριας του ομολόγου, πλην όμως αναγραφόταν ότι
επρόκειτο για το ομόλογο «ASPIS FINANCE PLC 10-2-2005», χωρίς στο εν λόγω
αποδεικτικό συναλλαγής να αναφέρεται η πιστοληπτική διαβάθμιση του ομολόγου και
ότι επρόκειτο για ομόλογο προερχόμενο από τη δευτερογενή αγορά. Όπως
αποδείχθηκε εκδότρια του ομολόγου ήταν η εταιρία με την επωνυμία «ASPIS FINANCE
PLC», η οποία είχε έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο (Λονδίνο), είχε εκδώσει την
10-02-2005 ομολογιακό δάνειο ύψους 50.000.000 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 10-
02- 2015, το οποίο ήταν αμετακλήτως εγγυημένο από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία
με την επωνυμία «ASPIS BANK Α.Ε.». Η εκδότρια του ομολογιακού δανείου ήταν 100%
θυγατρική εταιρία της εγγυήτριας τράπεζας και είχε συσταθεί μόλις την
16-11-2004 στην Αγγλία και την Ουαλία ως δημόσια εταιρία περιορισμένης ευθύνης
(Public Limited Company), διεπόμενη από Αγγλικό
δίκαιο. Η εκδότρια εταιρεία είχε μετοχικό κεφάλαιο 50.000 λίρες Αγγλίας και δεν
είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία εκτός από την προσδοκία επιστροφής του δανείου
από την εγγυήτρια εταιρεία. Η τελευταία ήταν πιστωτικό ίδρυμα υπό την έννοια
του άρθρου 1 αρ. 1 Ν. 3606/2007, με έδρα την Αθήνα, η
οποία ήλεγχε καθ’ ολοκληρίαν την εκδότρια του ομολόγου. Το ανωτέρω ομολογιακό
δάνειο δεκαετούς διάρκειας είχε συμβατικό κυμαινόμενο επιτόκιο, υπολογιζόμενο
ανά τρεις μήνες, με πρώτη ημερομηνία αυτή της έκδοσής του (10-02-2005) και
περιθώριο ανερχόμενο σε + 1,35% για κάθε χρόνο από την έκδοση του δανείου έως
την πρώτη πιθανή ημερομηνία ανάκλησής του (ήτοι την 10-02-2010) και σε + 2,65%
για κάθε χρόνο από την πρώτη πιθανή ημερομηνία ανάκλησης και εφεξής, οι εκδοθείσες δε ομολογίες του εν λόγω ομολογιακού δανείου
είχαν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στην Οργανωμένη Αγορά του Χρηματιστηρίου του
Λουξεμβούργου, με κωδικό τίτλου (ISIN) XS0211271597 και ονομασία τίτλου 100205-
153ΜEUR1 +135/265 CLAS και τηρούνταν στα μητρώα άυλων τίτλων της Euroclear και Ciearstream του
Λουξεμβούργου.
Τα
ανωτέρω στοιχεία δεν γνωστοποιήθηκαν στον πρώτο ενάγοντα (που ενεργούσε και για
λογαριασμό των λοιπών) πριν από την αγορά του ομολόγου, ούτε αναγράφονται στο
προαναφερόμενο «αποδεικτικό εντολής συναλλαγής». Κατά την ημερομηνία αγοράς του
επιδίκου ομολόγου από τους ενάγοντες (25-10-2005) ήταν ήδη γνωστό στις
εναγόμενες που ασχολούνται με τις τραπεζικές υπηρεσίες, ότι η διαβάθμιση του
επιδίκου ομολόγου ήταν ΒΒ, ήτοι ότι ήταν μειωμένης εξασφάλισης, σε αντίθεση με
τον πρώτο ενάγοντα που δεν γνώριζε, ούτε όφειλε να τη γνωρίζει, αφού θα έπρεπε
να του παρασχεθούν από τις εναγόμενες οι στοιχειώδεις πληροφορίες σχετικά με
τον κίνδυνο της συγκεκριμένης επένδυσης καθώς από αυτές του προτάθηκε μετ’
επιτάσεως και με τις παραπάνω διαβεβαιώσεις η αγορά του. Άλλωστε ο πρώτος
ενάγων γι’ αυτό εμπιστεύθηκε τις εναγόμενες και δη τη διεύθυνση «Private Banking» αυτών, αφού οι
υπάλληλοί της παρουσιάστηκαν σε αυτόν ως γνώστες του χώρου των επενδύσεων και
ανέμενε ότι θα τον ενημέρωναν και θα τον προστάτευαν από τυχόν ατόπημα ή λανθασμένη
επιλογή πόσο μάλλον όταν οι ίδιες του πρότειναν κάποιο προϊόν με τη διαβεβαίωση
ότι είχε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όπως έγινε εν προκειμένω. Ο πρώτος ενάγων
(αλλά και οι λοιποί) σε καμία περίπτωση δεν ενδιαφερόταν για μία ριψοκίνδυνη
και υψηλού ρίσκου επένδυση, από την οποία θα αποκόμιζε υψηλά κέρδη σε βραχύ
χρονικό διάστημα, αντιθέτως, ενδιαφερόταν για ένα ασφαλές επενδυτικό προϊόν,
που θα προσομοίαζε με αυτά των προθεσμιακών καταθέσεων, το οποίο θα διασφάλιζε,
πρωτίστως, την ύπαρξη και σταθερότητα του κεφαλαίου του και μακροπρόθεσμα θα
του απέφερε κέρδη από τους τόκους. Τούτο καθίσταται σαφές από τις προηγούμενες
επενδυτικές επιλογές και εμπειρία του, οι οποίες περιορίζονταν σε τοποθέτηση
των αποταμιεύσεών του σε προθεσμιακούς ή απλούς καταθετικούς
λογαριασμούς, ενώ η τοποθέτηση των χρημάτων του σε αγορά μετοχών και άλλων
επενδυτικών προϊόντων (μετοχές της ΟΠΑΠ Α.Ε., ΔΕΗ Α.Ε, συμμετοχή σε ομολογιακό
δάνειο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και θυγατρικών εταιρειών της πρώτης εναγομένης κλπ.), από τα έγγραφα που οι ίδιες οι εναγόμενες
προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα παράλληλα ή
μεταγενέστερα της κτήσης του επιδίκου ομολόγου και στα πλαίσια της συνεργασίας
του με τις εναγόμενες, οι εν λόγω δε επενδυτικές κινήσεις του δεν αποδεικνύεται
ότι ενείχαν υψηλό επιχειρηματικό ρίσκο. Ο πρώτος ενάγων δε δεν διέθετε τις
αναγκαίες γνώσεις ώστε να αξιολογήσει το σύνολο των ειδικών και περίπλοκων
πληροφοριών, που αφορούσαν ένα τέτοιο εξειδικευμένο επενδυτικό προϊόν, τούτο δε
τον καθιστούσε ανίκανο να ταξινομήσει το προϊόν αυτό ανάλογα με τον κίνδυνο που
μπορούσε να έχει η επιλογή του. Προς τούτο ο πρώτος ενάγων (που εκπροσωπούσε
και τους λοιπούς στις συναλλακτικές επαφές του με τις εναγόμενες) χρειαζόταν
την αποφασιστική βοήθεια και συνδρομή των υπαλλήλων της διεύθυνσης «Private Banking» των δυο πρώτων
εναγόμενων, ιδία δε της τρίτης εναγόμενης, οι οποίοι φέρονταν ότι διέθεταν
εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία επί των χρηματοπιστωτικών ζητημάτων, για το
λόγο δε αυτό παραπέμφθηκε όπως προεκτέθηκε στην εν
λόγω διεύθυνση από το 701 υποκατάστημα της πρώτης εναγόμενης στην Θεσσαλονίκη.
Με βάση τα παραπάνω, τα οποία αποδείχθηκαν σαφώς από την προσήκουσα εκτίμηση
όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, στις 25-10-2005 μεταξύ του πρώτου
ενάγοντας που εκπροσωπούσε και τους λοιπούς και των αντισυμβαλλομένων
εναγόμενων εταιριών και της τρίτης εναγόμενης που τις εκπροσωπούσε, στην
πραγματικότητα καταρτίστηκε σιωπηρά (δηλαδή χωρίς την τήρηση εγγράφου τύπου),
σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών - συμβουλών, δοθέντος του ότι η τρίτη
εναγόμενη ως διευθύντρια του τμήματος «Private Banking» των εναγομένων
εταιρειών, η οποία φερόταν ότι διέθετε εξειδικευμένες γνώσεις, ήταν αυτή που
διαμόρφωσε το περιεχόμενο της επενδυτικής επιλογής του πρώτου ενάγοντας, δηλαδή
της αγοράς του επιδίκου ομολόγου. Υπό τους ανωτέρω όρους, το Δικαστήριο,
λαμβανομένης υπόψη και της έλλειψης γνώσεων και εμπειρίας του πρώτου ενάγοντος
(που ενεργούσε και για τους λοιπούς), κρίνει ότι η σχέση που συνέδεε τα
συμβαλλόμενα μέρη, όσον αφορά την αγορά του επίδικου ομολόγου, ήταν της παροχής
επενδυτικών υπηρεσιών - συμβουλών και όχι της εκτέλεσης απλώς από τις
εναγόμενες των εντολών του πρώτου ενάγοντος για την απόκτηση επενδυτικών
προϊόντων κατόπιν απόφασης, στην οποία είχε καταλήξει αποκλειστικά και μόνο ο
ίδιος, μετά από απλή ενημέρωση εκ μέρους των υπαλλήλων των διαδίκων εταιριών
για τα προϊόντα που ήταν διαθέσιμα, σύμφωνα με όσα συμφωνήθηκαν στην
προαναφερόμενη έγγραφη σύμβαση που είχαν συνάψει και στα πλαίσια λειτουργίας
της, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εναγόμενες, αρνούμενες κατά τούτο την αγωγή,
επικαλούμενες ειδικότερα ότι η σχέση που τις συνέδεε με τους ενάγοντες ήταν
αυτή της απλής λήψης και διαβίβασης των εντολών τους, χωρίς καμία συμβουλή και
ανάμειξή τους στη διαμόρφωση της συγκεκριμένης απόφασής τους. Συνεπώς στην
σιωπηρώς συναφθείσα ως άνω σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών - συμβουλών
που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων και αφορούσε το επίδικο ομόλογο δεν ίσχυαν οι
όροι της εγγράφως ως άνω συναφθείσας σύμβασης και της πρόσθετης αυτής πράξης
που είχε συναφθεί κατά τα προαναφερόμενα μεταξύ αυτών, απορριπτομένων
ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγόμενων.
Περαιτέρω,
αποδεικνύεται ότι από την αγορά του επιδίκου ομολόγου (25-10-2005), οι
ενάγοντες λάμβαναν από τις εναγόμενες εταιρείες ενημερωτικά δελτία αναφορικά με
την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους (στα οποία περιλαμβάνονταν στοιχεία
αναφορικά με το επίδικο ομόλογο, καθώς και τις λοιπές επενδύσεις τους), στα
οποία αναλυτικώς απεικονίζονταν η κατηγορία επένδυσης, η εκάστοτε αποτίμηση του
επιδίκου ομολόγου, η αριθμητική και ποσοστιαία μεταβολή της τιμής αυτού από την
τιμή της κτήσης του, η αναλυτική κίνηση του λογαριασμού και οι δεδουλευμένοι
τόκοι. Στα πλαίσια της ενημέρωσης αυτής κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους
2008, οι ενάγοντες διαπίστωσαν από το ενημερωτικό δελτίο που έλαβαν για την
αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους ότι η συνολική αποτίμηση του επίδικου ομολόγου
είχε μειωθεί για πρώτη φορά και ήταν κάτω από την αξία του αρχικώς
τοποθετημένου κεφαλαίου τους. Θορυβημένοι απευθύνθηκαν δια του πρώτου ενάγοντος
στους υπαλλήλους της διεύθυνσης «Private Banking», οι οποίοι τους καθησύχασαν λέγοντας τους ότι πρόκειται
για μια πρόσκαιρη απομείωση της αξίας του προϊόντος
τους, λόγω προσωρινής αναστάτωσης στις αγορές και ότι δεν διέτρεχε κανενός
είδους κίνδυνο το κεφάλαιό τους. Τον Δεκέμβριο του έτους 2011, με την από
28.12.2011 επιστολή από την διεύθυνση «Private Banking», οι ενάγοντες ενημερώθηκαν ότι με τη με αριθμό
./17-12-2011 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της
Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της τραπεζικής εταιρίας «Τ
BANK ΑΤΕ», όπως είχε μετονομαστεί η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ASPIS
BANK Α.Ε.», εγγυήτρια του ανωτέρω ομολογιακού δανείου, και τέθηκε αυτή σε
καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, ότι η ικανοποίηση των αξιώσεών τους από το
επίδικο ομόλογο θα εξαρτιόταν από την πορεία και τα αποτελέσματα της ειδικής
εκκαθάρισης της ως άνω εγγυήτριας τραπεζικής εταιρίας και ότι ο εκκαθαριστής
ήδη από την 27-12-2011 είχε απευθύνει πρόσκληση για την αναγγελία των
απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι την 10-02-2012. Ακολούθως με την από 23-01-2012
επιστολή της η πρώτη εναγομένη ενημέρωσε τους
ενάγοντες για τη δυνατότητα να προβεί η ίδια για λογαριασμό τους στην αναγγελία
των απαιτήσεών τους με έξοδά της. Επιπλέον, με την από 2-11- 2012 επιστολή της
προς τους ενάγοντες, στην οποία μεταξύ άλλων αναφερόταν η εκδότρια του ομολόγου
εταιρία, καθώς και η εγγυήτρια αυτού, η πρώτη εναγόμενη τους ενημέρωνε ότι η
εκδότρια εταιρία του ομολόγου τέθηκε σε εκούσια εκκαθάριση, κατόπιν απόφασης
των μετόχων της, στη γενική συνέλευση που έλαβε χώρα την 20-09-2012 και ότι οι
ορισθέντες εκκαθαριστές καλούσαν τους πιστωτές της εταιρίας να αναγγείλουν τις
απαιτήσεις τους μέχρι την 16-11- 2012. Οι ενάγοντες ανήγγειλαν τις απαιτήσεις
τους κατά τη διαδικασία της ως άνω εκκαθάρισης. Στο σημείο αυτό πρέπει να
επισημανθεί ότι η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ASPIS BANK Α.Ε.»
εξαγοράστηκε από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και μετονομάστηκε σε «Τ BANK ΑΤΕ».
Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο την 17-12-2011 διέσπασε την εν λόγω τράπεζα σε
«καλή/κακή τράπεζα» και το επίδικο ομόλογο μαζί με άλλα περιουσιακά στοιχεία
της, ύστερα από απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της
Τράπεζας της Ελλάδος (Συνεδρίαση της 26/17-12-2011), πέρασε στην «κακή»
τράπεζα. Στη με αριθμό 26/17-12-2011 απόφαση (άρθρο 2 στοιχ.
Β') αναφέρεται ότι στα μεταβιβαζόμενα στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο περιουσιακά
στοιχεία δεν περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της ως άνω
τραπεζικής Εταιρίας από το ομολογιακό δάνειο μειωμένης εξασφάλισης έκδοσης της
«ASPIS FINANCE PLC» για κεφάλαιο ύψους 50.000.000 ευρώ, ενώ σύμφωνα με την από
11- 10-2012 έγγραφη δήλωση των συνεκκαθαριστών της
εκδότριας αυτής εταιρίας είναι απίθανη η εξόφληση των μειωμένης εξασφάλισης
πιστωτών, που έπονται στην τάξη όλων των πιστωτών μη μειωμένης εξασφάλισης. Από
όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται σαφώς ότι από τη θέση σε εκούσια εκκαθάριση της
εκδότριας και σε ειδική εκκαθάριση της εγγυήτριας του επιδίκου ομολόγου
εταιρίας, δεν υφίσταται, διότι έχει αναιρεθεί, η σχέση αντιστοιχίας μεταξύ του
ποσού του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί από τους ενάγοντες και της αξίας του τίτλου
που περιλαμβάνεται στην περιουσία τους, η οποία είναι μηδενική. Περαιτέρω,
αναφορικά με το ως άνω ομόλογο, αποδείχθηκε ότι αυτό ήταν ένα νέο
χρηματοοικονομικό προϊόν, τίτλος της δευτερογενούς αγοράς, μειωμένης
εξασφάλισης, υψηλού κινδύνου, που είχε εκδοθεί από μια θυγατρική της εγγυήτριας
εταιρία, χωρίς οικονομική δραστηριότητα, που συστάθηκε με μοναδικό σκοπό την
έκδοση ομολόγων και ενέπιπτε στην έννοια του σύνθετου τραπεζικού προϊόντος,
εφόσον η απόδοσή του εξαρτιόταν από τη διακύμανση του δείκτη του διατραπεζικού
επιτοκίου Euribor (βλ. ΠΔΤΕ 2501/2002) και ως εκ
τούτου ουδόλως προσομοίαζε στις προθεσμιακές καταθέσεις.
Αποδεικνύεται
επίσης ότι ο πρώτος εναγών πριν προβεί (για λογαριασμό και των λοιπών) στην
αγορά του ομολόγου , το οποίο του πρότειναν οι προστηθέντες
υπάλληλοι της διεύθυνσης «Private Banking»
των εναγόμενων εταιρειών και ιδία η τρίτη εναγόμενη, δεν είχε λάβει ακριβή και
σαφή πληροφόρηση σχετικά με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου
επενδυτικού προϊόντος, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να κατανοήσει τους
κινδύνους που η επιλογή του περιέκλειε για το κεφάλαιό του, δεδομένου ότι από
τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγόμενων εταιρειών
και ιδία την τρίτη εναγόμενη παρουσιάστηκε σε αυτόν μόνο το θετικό γεγονός της
είσπραξης μεγαλύτερου τόκου από αυτόν που έδιναν εκείνη την εποχή οι
προθεσμιακές καταθέσεις, χωρίς περαιτέρω ενημέρωσή του για τη φύση και
λειτουργία του υποδεικνυόμενου επενδυτικού προϊόντος, την εκδότρια του
ομολόγου, την εγγυήτρια αυτού, την επισφάλεια ως προς την απώλεια του
επενδυθέντος κεφαλαίου και εν γένει τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση στο εν
λόγω επενδυτικό προϊόν. Πέραν της προαναφερόμενης έλλειψης ενημέρωσης και
πληροφόρησης, η πρόταση αυτού του επενδυτικού προϊόντος ήταν αντίθετη και με το
επενδυτικό προφίλ του πρώτου ενάγοντας, που ήταν συντηρητικό, δεδομένου ότι το
ομόλογο ενείχε στοιχεία κερδοσκοπίας, δηλαδή περιελάμβανε
την ανάληψη κινδύνου, με την έννοια ότι ο κίνδυνος αυτός αποτελούσε την ουσία
της επιχειρούμενης πράξης και συνδυάζεται με την προσδοκία κέρδους από τις
διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά σε βραχύ χρονικό διάστημα. Ο πρώτος ενάγων
που βρισκόταν στο τέλος του εργασιακού βίου του δεν αποσκοπούσε σε κάτι τέτοιο,
καθόσον τα χρήματά του προέρχονταν από την επαγγελματική του δραστηριότητα, τις
οικονομίες και τις αποταμιεύσεις του και ενδιαφερόταν με αυτά να εξασφαλίσει
κυρίως τις μελλοντικές ανάγκες της οικογένειας του, όπως σαφώς δήλωσε και στους
υπαλλήλους των εναγόμενων εταιρειών, οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν γι' αυτό. Εάν ο
πρώτος ενάγων είχε την προσήκουσα ενημέρωση και πληροφόρηση από τους
εξειδικευμένους υπαλλήλους των εναγόμενων εταιριών και της τρίτης εναγομένης για τα πλήρη χαρακτηριστικά του επιδίκου
ομολόγου, το οποίο γι’ αυτόν ήταν ένα άγνωστο επενδυτικό προϊόν, και ειδικότερα
για το πώς θα εξελισσόταν η επένδυσή του αυτή σε σχέση με τη διακύμανση των
τιμών των αγορών και ποια ήταν η εξάρτηση του κεφαλαίου του από την εξέλιξη των
οικονομικών προβλημάτων της εκδότριας και εγγυήτριας του ομολογιακού δανείου -
στοιχεία που ήταν εξειδικευμένα και παντελώς άγνωστα γι’ αυτόν, αφού δεν ήταν
ειδικός σε επενδύσεις - ουδέποτε θα επέλεγε να επενδύσει τις οικονομίες του σε
ένα τέτοιο ομόλογο. Άλλωστε ο λόγος που ο πρώτος ενάγων εμπιστεύθηκε τις
εναγόμενες ήταν το γεγονός ότι ήταν γνώστες του χώρου των επενδύσεων και
ανέμενε ότι θα τον ενημέρωναν και θα τον προστάτευαν από τυχόν λανθασμένη
επιλογή, καθόσον άλλη πληροφόρηση για τη συγκεκριμένη επένδυση δεν θα μπορούσε
να έχει, αφού για το επίδικο ομόλογο δεν είχε εγκριθεί από την Επιτροπή
Κεφαλαιαγοράς ενημερωτικό δελτίο. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη ήταν κύρια ανάδοχος του επίδικου ομολόγου στην
Ελλάδα όμως οι εναγόμενες απέκρυψαν το γεγονός αυτό από τον πρώτο ενάγοντα που,
εάν του είχε γνωστοποιηθεί, είναι βέβαιο ότι δεν θα αποδεχόταν την πρότασή τους
χωρίς κανένα περαιτέρω έλεγχο των στοιχείων του επίδικου ομολόγου. Στους όρους
δε αναδοχής του ομολόγου που αφορούσαν και στην πρώτη εναγόμενη, συμφωνήθηκε
ότι δεν θα προσφερθεί ή πωληθεί δημοσίως και ότι δεν θα πωλήσει ή προσφέρει
δημοσίως κανέναν τίτλο σε κατοίκους της Ελλάδας και δεν θα συμμετάσχει σε
οποιαδήποτε διαφήμιση, ενημέρωση ή δήλωση στην Ελλάδα με σκοπό την προσέλκυση
κοινού της Ελλάδας στην αγορά των συγκεκριμένων τίτλων. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι
δεν επιτρέπεται καμία δημόσια προσφορά των τίτλων στην Ελλάδα χωρίς την έκδοση
και δημοσίευση ενημερωτικού φυλλαδίου, εγκεκριμένου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς
και σύμφωνου με όλες τις διατάξεις του Ν. 876/1979 και του π.δ.
52/1992, το οποίο έπρεπε να είναι σύμφωνο με κάθε πράξη σχετική με τη δημόσια
προσφορά των τίτλων και τη διάθεσή τους στην Ελλάδα. Για το λόγο αυτό
μεταγενέστερα η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μετά από καταγγελία άλλου πελάτη της
πρώτης εναγόμενης κατά την 823/3-7-2018 συνεδρίαση του Δ.Σ. της αποφάσισε την
επιβολή προστίμου ποσού 100.000 ευρώ στην πρώτη εναγομένη
για παράβαση των διατάξεων του π.δ, 52/1992 και του
ν. 3401/2005 διότι προέβη σε δημόσια προσφορά των ένδικων ομολογιών χωρίς να
δημοσιεύσει ενημερωτικό δελτίο, όπως ήταν εκ του νόμου υποχρεωμένη να πράξει.
Μάλιστα στη σχετική απόφασή του (14/823/2018) το Δ.Σ. της Επιτροπής
Κεφαλαιαγοράς αναφέρει ότι η μη δημοσίευση ενημερωτικού δελτίου από την πρώτη
εναγόμενη κατά τη δημόσια προσφορά την περίοδο από 17-10-2005 έως 21-7-2008
ενείχε μεγάλο κίνδυνο για πρόκληση ζημίας στους επενδυτές ενόψει του
σημαντικότατου ρόλου που επιτελεί αυτό για τη δημόσια προσφορά ή/και εισαγωγή
κινητών αξιών για διαπραγμάτευση ως μέσο αντικειμενικής ορθής και πλήρους
ενημέρωσης του επενδυτικού κοινού για την εκδότρια εταιρεία προκειμένου να
λάβει αυτό την επενδυτική του απόφαση αλλά ενείχε μεγάλο κίνδυνο και για την
εύρυθμη λειτουργία της αγοράς εφόσον αυτό (ενημερωτικό δελτίο) εκπληρώνει
σκοπούς προστασίας της εύρυθμης λειτουργίας της χρηματιστηριακής αγοράς ως
θεσμός ενίσχυσης της διαφάνειας και εμπέδωσης της εμπιστοσύνης του επενδυτικού
κοινού στη μορφή αυτή τοποθέτησης.
Περαιτέρω
και η Τράπεζα της Ελλάδος με σχετική απόφασή της επέβαλε στην πρώτη εναγομένη πρόστιμο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου διότι
σύμφωνα με καταγγελίες διαφόρων πελατών της που τις έκανε δεκτές (απόφ. 108/4-4-2014) διαπίστωσε ότι κατά την πώληση του
επίδικου ομολόγου δεν μερίμνησε ώστε η επενδυτική συμβουλή που παρείχε εμμέσως
στους πελάτες της -επενδυτές να συναρτάται προς αυτούς και τους επενδυτικούς
στόχους και η ενημέρωσή τους να τους παρέχεται με τρόπο καταληπτό κατά παράβαση
των διατάξεων της Τρίτης Αρχής του Κώδικα Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής
Επενδυτικών Υπηρεσιών (παρ. 6.1 και 6.2 δ) και να κατατάξει αυτούς (πελάτες
της) αναλόγως του επενδυτικού τους προφίλ και του επενδυτικού τους στόχου. Η
ανωτέρω περιγραφομένη συμπεριφορά των εναγομένων εταιρειών συνιστά αθέτηση του καθήκοντος
διαφώτισης, ορθής παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης των
εναγόντων-πελατών τους, αναφορικά κυρίως με την ασφάλεια του κεφαλαίου τους, το
οποίο κατόπιν προτροπών των υπαλλήλων αυτών και ιδία της τρίτης εναγόμενης
επέλεξαν (δια του πρώτου από αυτούς) να τοποθετήσουν σε ένα επενδυτικό προϊόν
με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά της προθεσμιακής κατάθεσης, στα
οποία προσέβλεπαν, και εξεταζόμενη (η συμπεριφορά) υπό το πρίσμα των κανόνων
των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, σε συνδυασμό με τον Ν. 2396/1996, συνιστά υπαίτια εκ
μέρους των εναγομένων εταιρειών πλημμελή εκπλήρωση
των υποχρεώσεών τους, που απορρέουν από τη σιωπηρά συναφθείσα, μεταξύ αυτών και
των εναγόντων, σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών. Παράλληλα, η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά των προστηθέντων
υπαλλήλων των εναγόμενων εταιρειών και ιδία της τρίτης εναγομένης,
οι οποίοι εξυπηρέτησαν τον πρώτο ενάγοντα, συνιστά ταυτόχρονα και παράβαση του
τότε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, όπως
οι αρχές αυτού αναλύθηκαν στην μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, σύμφωνα με
τις οποίες δημιουργούνται ζητήματα ευθύνης της εταιρίας παροχής επενδυτικών
υπηρεσιών, καθώς και των πιστωτικών ιδρυμάτων που παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες,
ενδεικτικά, εάν δεν επιμελούνται της συμπλήρωσης σχετικού ερωτηματολογίου πριν
την παροχή επενδυτικής συμβουλής, εάν δεν εφιστούν
εγγράφως, αλλά και προφορικά, την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους
συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, ιδιαίτερα εάν πρόκειται για ένα προϊόν
πιο περίπλοκο ή πιο επικίνδυνο από αυτά που μέχρι τότε επέλεγε, εάν δεν
πραγματοποιούν με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων τους
τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνονται στο
προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, εάν δεν ενημερώνουν τον επενδυτή κατά τρόπο
απολύτως σαφή και ακριβή ως προς τις αποδόσεις των προτεινόμενων για επένδυση
τίτλων, το σύνολο δε των ανωτέρω αφού ληφθούν υπόψη και αξιολογηθούν ορθά και
προς το συμφέρον του επενδυτή η οικονομική του κατάσταση, οι στόχοι που
επιδιώκει, η εμπειρία και οι γνώσεις του, δεδομένου ότι οι συμβουλές πρέπει να
είναι προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη και στο αντικείμενο της επένδυσης.
Τα παραπάνω ενισχύονται και από το γεγονός ότι σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2501/2002 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της
Ελλάδος (αριθμ. 4 περ. γ) (ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 ΦΕΚ Α'
277/2002), «Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν επίσης να παρέχουν ενημέρωση για τη
νομική θέση και τα δικαιώματα των συναλλασσομένων,
ιδίως στην περίπτωση κατοχής εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων τίτλων (πχ
συμφωνίες πώλησης με επαναγορά) και λοιπών αξιών των συναλλασσομένων,
είτε αυτή προκύπτει από τις καταθέσεις, είτε από επενδυτικά ή σύνθετα
προϊόντα», και επιπλέον από το γεγονός ότι οι προστηθέντες
υπάλληλοι της διεύθυνσης «Private Banking»
των εναγόμενων εταιρειών και δη η τρίτη εναγόμενη κατά τον χρόνο που πρότεινε
την αγορά του επιδίκου ομολόγου στον πρώτο ενάγοντα δεν διέθετε τα απαιτούμενα
προσόντα κατά το άρθρο 4 του ισχύοντος τότε Ν. 2836/2000 (ΦΕΚ Α’
168/24.07.2000) ήτοι το σχετικό πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας που
χορηγείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, και αφορά πέραν από την παροχή
επενδυτικών συμβουλών και πράξεις όπως η λήψη και διαβίβαση εντολών, η εκτέλεση
εντολών και η διαχείριση χαρτοφυλακίου. Εξάλλου, ο πρώτος ενάγων που
εκπροσωπούσε τους λοιπούς και με τον οποίο έρχονταν σε επαφή οι εναγόμενες
υπάγεται στην έννοια του καταναλωτή, καθόσον δεν υπερβαίνει το πρότυπο του
μέσου αποταμιευτή, ο οποίος δε διαθέτει καμία εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία
επί των επενδυτικών προϊόντων και των συναλλαγών που αφορούν αυτά, δεν
παρουσιάζει συστηματική ενασχόληση με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής
οικονομικής αξίας, το αυτό δε ισχύει και για τους λοιπούς ενάγοντες (τέκνα και
σύζυγο του πρώτου ενάγοντος που εκπροσωπούνταν από αυτόν και ήταν απλώς συνδικαιούχοι των καταθέσεων του). Μάλιστα πρέπει να
επισημανθεί το γεγονός ότι μέχρι να έρθει σε επαφή με τη διεύθυνση «Private Banking», ο πρώτος ενάγων
διέθετε μόνο καταθετικούς και προθεσμιακούς
λογαριασμούς προς διασφάλιση των οικονομιών του. Ως εκ τούτου, τυγχάνει της
προβλεπόμενης στο Ν. 2251/1994 προστασίας ως το ασθενέστερο μέρος έναντι των
παρεχουσών σε αυτόν επενδυτικών υπηρεσιών εναγομένων
εταιρειών. Εξάλλου, ο ισχυρισμός των τελευταίων ότι ο πρώτος ενάγων (και οι
εκπροσωπούμενοι από αυτόν λοιποί ενάγοντες) ήταν έμπειροι επενδυτές, διότι
κατείχαν μετοχές και είχαν τοποθετήσει χρήματα και σε άλλα επενδυτικά προϊόντα,
τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από τις περιορισμένες ως άνω
συναλλαγές που είχαν πραγματοποιήσει πριν από την αγορά του επίδικου ομολόγου,
δεν μπορεί να συναχθεί η κρίση ότι ήταν έμπειροι επενδυτές. Παράλληλα, η
ανωτέρω περιγραφόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόμενων πληροί συγχρόνως
και το πραγματικό της αδικοπραξίας του άρθρου 914 ΑΚ, λόγω υπαίτιας παραβίασης
των αρχών που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, σύμφωνα με
όσα προαναφέρονται στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, του άρθρου 8 του Ν.
2251/1994 και του ανωτέρω Κώδικα Δεοντολογίας, δεδομένου ότι η παραβίαση όσων
προβλέπονται στον τελευταίο συνιστούν την απαιτούμενη, κατ’ άρθρο 914 ΑΚ,
παρανομία, όπως έγινε δεκτό και στην ανωτέρω νομική σκέψη.
Συγκεκριμένα,
οι προστηθέντες των δυο πρώτων εναγομένων
υπάλληλοι και ιδία η τρίτη εναγομένη, λόγω έλλειψης
της ιδιαίτερης προσοχής και της επιμέλειας, που μπορούσαν και έπρεπε να
επιδείξουν κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών προς τον πρώτο ενάγοντα που
εκπροσωπούσε και τους λοιπούς, και ενεργούντες
αντίθετα προς όσα ανέμενε ο τελευταίος από τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε
μεταξύ τους, τον προέτρεψαν να προβεί στην αγορά ενός επενδυτικού προϊόντος, το
οποίο ήταν εντελώς άγνωστο σε αυτόν και δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες του,
όπως αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω, ενώ δεν τον πληροφόρησαν για τους κινδύνους που
περιέκλειε το προϊόν αυτό για το κεφάλαιό του, την εξασφάλιση του οποίου
επεδίωκε ο πρώτος ενάγων, γεγονός που είχε καταστήσει σαφές στους υπαλλήλους,
ως εκ τούτου, οι ανωτέρω υπάλληλοι επέδειξαν αμελή συμπεριφορά με το να μην
εκτιμήσουν ορθά τα συμφέροντα του, να μην του παράσχουν διαφώτιση, ορθή
συμβουλευτική καθοδήγηση και προειδοποίηση αναφορικά με τους άγνωστους
κινδύνους που αναλάμβανε, τους οποίους αυτός δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί και
να αξιολογήσει, και το ζημιογόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσαν οι κίνδυνοι αυτοί
να έχουν, ώστε αυτός να έχει στη διάθεσή του όλα τα απαραίτητα στοιχεία
προκειμένου να διαμορφώσει συνειδητά την απόφασή του για τη συγκεκριμένη
επένδυση. Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων,
θεμελιώνεται ευθύνη της τρίτης εναγομένης από την ως
άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της ενώ οι δυο πρώτες
εναγόμενες ευθύνονται αντικειμενικά για την αδικοπρακτική
συμπεριφορά αυτής και των λοιπών προστηθέντων από
αυτές υπαλλήλων (άρθρ. 922 ΑΚ), δεδομένου ότι υφίσταται εσωτερική συνάφεια
μεταξύ της ζημιογόνου πράξης τους και της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί από
αυτές. Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι η παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία των εναγόντων,
διότι η επένδυσή τους στο επίδικο ομόλογο επιχειρήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί
η παροχή προς τον πρώτο από αυτούς, που εκπροσωπούσε και τους λοιπούς, της
ενημέρωσης που ήταν αναγκαία, ώστε να κατανοήσει τη μορφή και το περιεχόμενο
αυτής (επένδυσης) και να αποφασίσουν οι ενάγοντες, κατόπιν συσχετισμού των
πληροφοριών και των στόχων τους, εάν θα επιλέξουν την προτεινόμενη σε αυτούς
τοποθέτηση του κεφαλαίου τους, αναλαμβάνοντας μέσω της επιλογής τους όσους
κινδύνους συνδέονται με την τελευταία. Ενόψει των ανωτέρω, τυγχάνει απορριπτέος
ως ουσιαστικά αβάσιμος ο πρωτοδίκως προβληθείς από τις εφεσίβλητες και επαναφερόμενος στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο
ισχυρισμός τους, ερειδόμενος στις διατάξεις του
άρθρου 8 Ν. 2251/1994, ότι δεν συντρέχει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτών
λόγω ελλιπούς ενημέρωσης των εναγόντων, αναφορικά με τα χαρακτηριστικά του
ομολόγου, συνδεόμενη αιτιωδώς με τη ζημία, ενώ ομοίως απορριπτέα ως ουσιαστικά
αβάσιμη τυγχάνει και η πρωτοδίκως προβληθείσα από τις
εφεσίβλητες και επαναφερόμενη στο παρόν δευτεροβάθμιο
Δικαστήριο επικουρικά προβαλλόμενη ένστασή τους περί συνυπαιτιότητας των
εναγόντων σε ποσοστό 99% στη ζημία που υπέστησαν, για το λόγο ότι δεν πώλησαν
το επίδικο ομόλογο νωρίτερα, τον Ιούνιο του έτους 2008, όταν κατά τους
ισχυρισμούς τους έληξε η πρώτη πτωτική περίοδος του ομολόγου και όπως έπραξαν
άλλοι επενδυτές. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε,
αφενός μεν οι ενάγοντες, όταν για πρώτη φορά, κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του
έτους 2008, διαπίστωσαν, μετά την αποστολή σ’ αυτούς σχετικής ενημερωτικής
επιστολής, ότι η συνολική αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους είχε μειωθεί
σημαντικά και ήταν κάτω από την αξία του αρχικώς τοποθετημένου κεφαλαίου τους
και απευθύνθηκαν δια του πρώτου από αυτούς στους υπαλλήλους της διεύθυνσης «Private Banking», εκείνοι τους
καθησύχασαν και, σε κάθε περίπτωση, δεν τους προέτρεψαν να προβούν στην πώληση
του επιδίκου ομολόγου, ως εκ τούτου, ήταν εύλογο αυτοί να ακολουθήσουν τις
συμβουλές των υπαλλήλων που εμπιστεύονταν και λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων
και της εμπειρίας τους, και αφετέρου δεν είχαν στη διάθεσή τους το σύνολο των
πληροφοριών που απαιτούνταν για να κρίνουν τη μελλοντική πορεία της επένδυσής
τους, δεδομένου ότι δεν γνώριζαν πώς είχε αξιολογηθεί από τους διεθνείς οίκους
η πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας του επιδίκου ομολόγου, ούτε το γεγονός
ότι η εγγύηση της εγγυήτριας εταιρίας ήταν μειωμένης εξασφάλισης, στοιχεία που
αναλύονταν στην Ενημερωτική Εγκύκλιο της εκδότριας εταιρίας και προφανώς ήταν
γνωστά στους υπαλλήλους των δυο πρώτων εναγομένων και
ιδία στην τρίτη εναγομένη και άγνωστα στους
ενάγοντες. Συνακόλουθα, οι ενάγοντες δεν συνετέλεσαν με οποιονδήποτε τρόπο στην
πρόκληση της ζημίας τους ή στην έκταση αυτής, η δε συνολική περιουσιακή ζημία
που υπέστησαν και την οποία οι εναγόμενες οφείλουν να αποκαταστήσουν, σύμφωνα
με τα προεκτεθέντα, ανέρχεται στο ποσό των
279.772ευρώ [=275.000 ευρώ (ονομαστική αξία του ομολόγου) + 4.772 ευρώ (τιμή
διακανονισμού - προμήθειας αγοράς αυτού)], το οποίο κατέβαλαν συνολικά για την
αγορά του ομολόγου.». Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και κατόπιν της όπως
παρακάτω απόρριψης της ένστασης των αναιρεσειόντων
περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας των αναιρεσιβλήτων,
ως μη νόμιμης, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων
και τον πρόσθετο λόγο της, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε
την αγωγή και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας τις αναιρεσείουσες
να καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία από αυτές,
στον πρώτο αναιρεσίβλητο (δεύτερο ενάγοντα) το ποσό
των 27.500 ευρώ, στον δεύτερο αναιρεσίβλητο (τρίτο
ενάγοντα) το ποσό των 27.500 ευρώ και στην τρίτη αναιρεσίβλητη
(τέταρτη ενάγουσα) το ποσό των 25.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη
της επίδοσης της αγωγής, και αναγνωρίζοντας ότι οι αναιρεσείουσες
έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν στον πρώτο αναιρεσίβλητο
το ποσό των 70.046,62 ευρώ, στον δεύτερο αναιρεσίβλητο
το ποσό των 70.046,62 ευρώ και στην τρίτη αναιρεσίβλητη
το ποσό των 63.678,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της
επίδοσης της αγωγής, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής
βλάβης.
Με
αυτά που δέχθηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις
ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 281, 288, 297, 298 του ΑΚ, 1 παρ.
4, 8 παρ. 3 και 9 του ν. 2251/1994, καθώς και εκείνες του Κώδικα Δεοντολογίας
των ΕΠΕΥ, αλλά και της έχουσας ισχύ ουσιαστικού νόμου με αριθ. ./2002 Πράξης
του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως γενόμενα
δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν, κατά τα αναφερόμενα
στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις υπό στοιχ. 1.1 και Ι.2, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από την καταρτισθείσα σύμβαση, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της
τρίτης αναιρεσείουσας, προστηθείσας
υπαλλήλου των δύο αναιρεσειουσών εταιρειών, η οποία
παρέλειψε να παράσχει σαφή και ακριβή ενημέρωση στον πρώτο ενάγοντα, που
εκπροσωπούσε και τους λοιπούς τρεις ενάγοντες, ήδη αναιρεσιβλήτους,
για τη φύση και τη λειτουργία του επίδικου, σύνθετου ομολόγου και τον έπεισε να
το αγοράσει, μολονότι οι ενάγοντες είχαν συντηρητική επενδυτική συμπεριφορά και
δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, ήτοι υπάγονται στην έννοια
του καταναλωτή, η δε συμπεριφορά της αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα στους αναιρεσιβλήτους
ζημία, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τη
συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη αυτή, την
οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να στοιχειοθετείται,
με την εν λόγω συμπεριφορά της τρίτης αναιρεσείουσας
(προστηθείσας υπαλλήλου των άλλων δύο αναιρεσειουσών), αντικειμενική αδικοπρακτική
ευθύνη και της πρώτης και της δεύτερης των αναιρεσειουσών
τραπεζικών εταιρειών και να δικαιολογείται, έτσι, η παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων. Και
τούτο διότι, σύμφωνα με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης
απόφασης: α) Ο αρχικά πρώτος ενάγων και οι εκπροσωπούμενοι από αυτόν λοιποί
(δεύτερος, τρίτος και τέταρτη) ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι,
δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, καθόσον ο αρχικά πρώτος
ενάγων, που εκπροσωπούσε τους λοιπούς, δεν διέθετε εξειδικευμένη γνώση και
εμπειρία επί των επενδυτικών προϊόντων και των συναλλαγών που αφορούν αυτά και
δεν είχε συστηματική ενασχόληση με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής
αξίας, όντας βιοτέχνης παιδικών ενδυμάτων και προς το τέλος του εργασιακού του
βίου, ο οποίος μέχρι να έλθει σε επαφή με το Τμήμα Ιδιωτικής Επενδυτικής («Private Banking») της πρώτης αναιρεσείουσας διατηρούσε μόνον καταθετικούς
και προθεσμιακούς λογαριασμούς και, στη συνέχεια, παράλληλα και μετά την αγορά
του επίδικου ομολόγου, είχε περιορισμένες συναλλαγές με τοποθέτηση χρημάτων σε
μετοχές και άλλα απλά επενδυτικά προϊόντα, χωρίς υψηλή διακινδύνευση,
αποσκοπούσε δε να εξασφαλίσει με τις αποταμιεύσεις του, που προέρχονταν από την
επαγγελματική του δραστηριότητα, και την τοποθέτησή τους σε ασφαλή επενδυτικά
προϊόντα, προσομοιάζοντα με προθεσμιακές καταθέσεις,
ώστε να διασφαλίζεται πρωτίστως η ύπαρξη και σταθερότητα του κεφαλαίου του και
μακροπρόθεσμα η απόδοση κερδών από τους τόκους, κυρίως τις μελλοντικές ανάγκες
της οικογένειάς του, επομένως είχε συντηρητική επενδυτική συμπεριφορά
(συντηρητικό προφίλ) και, ως εκ τούτου, εκείνος και, πλέον, οι αναιρεσίβλητοι υπάγονται στην έννοια του μέσου καταναλωτή,
που χρήζει της προστασίας του ν. 2251/1994.
β)
Ενόψει της αμέσως ανωτέρω υπό στοιχ. α) παραδοχής, οι
αναιρεσείουσες και ιδιαίτερα η τρίτη, προστηθείσα υπάλληλος των άλλων δύο αναιρεσειουσών
εταιρειών, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, σε
συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2251/1994, εκπλήρωσαν
πλημμελώς τις άπορρέουσες από την σιωπηρά συναφθείσα
μεταξύ αυτών και των αναιρεσιβλήτων σύμβαση παροχής
επενδυτικών συμβουλών υποχρεώσεις τους, καθώς και αυτές (υποχρεώσεις) που
απορρέουν από τις αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών
Υπηρεσιών, αλλά και της με αριθ. 2501/2002 ΠΔΤτΕ, με
ενέργειες, που αντίκεινται στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές
της έννομης τάξης και παραβαίνουν τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας
στο πλαίσιο της συναλλακτικής, γενικότερα δε της κοινωνικής δραστηριότητας των
ατόμων, καθόσον η τελευταία (προστηθείσα) ενεργώντας
δολίως, αφενός μεν με την παραβίαση της εντολής των αναιρεσιβλήτων
για ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους, αφετέρου δε με την μη παροχή, όπως
όφειλε, διαφώτισης, ορθής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης τόσο
για τα χαρακτηριστικά του αγορασθέντος ομολόγου και για τους άγνωστους
αναλαμβανόμενους κινδύνους, τους οποίους αυτοί δεν ήταν σε Θέση να αντιληφθούν
και να αξιολογήσουν, όσο και για το ζημιογόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσαν οι
κίνδυνοι αυτοί να έχουν, τους έπεισε να προβούν στην αγορά του επίδικου
ομολόγου, ισχυριζόμενη ότι ήταν σύμφωνο με το συντηρητικό επενδυτικό προφίλ
τους, προσομοίαζε στις προθεσμιακές καταθέσεις και ήταν μηδενικού ρίσκου και με
καλή απόδοση, χωρίς να τους ενημερώσει αντίθετα, ότι επρόκειτο για ένα σύνθετο
τραπεζικό προϊόν, εφόσον η απόδοσή του εξαρτάτο από την διακύμανση του δείκτη
διατραπεζικού επιτοκίου Euribor και, ως εκ τούτου,
καθόλου δεν προσομοίαζε σε προθεσμιακές καταθέσεις και χωρίς να τους δώσει σαφή
πληροφόρηση για τα χαρακτηριστικά του υποδεικνυόμενου επενδυτικού αυτού
προϊόντος, τη φύση και τη λειτουργία του, την εκδότρια και την εγγυήτρια
τούτου, την επισφάλεια ως προς την απώλεια του επενδυθέντος κεφαλαίου και τους
εν γένει κινδύνους που ενείχε η επένδυση σ’ αυτό, το οποίο προϊόν ενείχε
στοιχεία κερδοσκοπίας, καθόσον, όπως προέκυψε, επρόκειτο για ομόλογο
προερχόμενο από την δευτερογενή αγορά, με διαβάθμιση ΒΒ, ήτοι, μειωμένης /
εξασφάλισης, εκδότριά του ήταν η εταιρεία με την επωνυμία «ASP1S FINANCE PLC»,
με έδρα το Λονδίνο, χωρίς οικονομική δραστηριότητα, που συστάθηκε με μοναδικό
σκοπό την έκδοση ομολόγων και είχε εκδώσει στις 10.2.2005 ομολογιακό δάνειο
ύψους 50.000.000 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 10.2.2015, θυγατρική εταιρεία
100% της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας «ASPIS BANK Α.Ε.», που εγγυήθηκε
αμετάκλητα το ομολογιακό αυτό δάνειο, η δε εκδότρια είχε συσταθεί μόλις στις
16.11.2004 στην Αγγλία και την Ουαλία ως δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης
(Public Limited Company), διεπόμενη από το
αγγλικό δίκαιο, με μετοχικό κεφάλαιο 50.000 λίρες και δεν είχε άλλα περιουσιακά
στοιχεία εκτός από την προσδοκία επιστροφής του δανείου από την εγγυήτρια
τράπεζα, το οποίου (ομολογιακού δανείου) οι εκδοθείσες
ομολογίες εισήχθησαν προς διαπραγμάτευση στην Οργανωμένη Αγορά του
Χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου, ενώ και η εγγυήτρια τραπεζική εταιρεία ήταν
επίσης ήδη κατά τον επίμαχο χρόνο μειωμένης εξασφάλισης. Ωστόσο τα ως άνω
στοιχεία δεν γνωστοποιήθηκαν στον πρώτο ενάγοντα πριν την αγορά του επίδικου
ομολόγου, που έλαβε χώρα στις 25.10.2005, ούτε άλλωστε αναγράφονταν στο έγγραφο
με τίτλο «Αποδεικτικό εντολής συναλλαγής (Ομόλογο)», που του χορηγήθηκε,
μολονότι ήταν ήδη γνωστή η διαβάθμισή του (ΒΒ) στις αναιρεσείουσες
και ενώ ο πρώτος ενάγων εμπιστεύθηκε αυτές (αναιρεσείουσες),
ενόψει του ότι ήταν γνώστριες του χώρου των επενδύσεων, και ανέμενε ότι θα του
παρείχαν ακριβή και πλήρη ενημέρωση για το είδος του επενδυτικού προϊόντος που
του πρότειναν, ώστε να είναι συμβατό με την ασφαλή τοποθέτηση του κεφαλαίου
του, για την οποία ενδιαφερόταν και είχε καταστήσει τούτο γνωστό ιδίως στην
τρίτη αναιρεσείουσα, σημειουμένου
δε και του ότι δεν μπορούσε να έχει από αλλού σχετική πληροφόρηση, αφού για το
επίδικο ομόλογο δεν είχε εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερωτικό
δελτίο, ούτε του είχε γνωστοποιηθεί ότι η πρώτη αναιρεσείουσα
ήταν κύρια ανάδοχος του ομολόγου τούτου στην Ελλάδα, μεταξύ των όρων αναδοχής
του οποίου από την τελευταία ήταν και ότι δεν επιτρεπόταν δημόσια προσφορά των
τίτλων στην Ελλάδα χωρίς την έκδοση και δημοσίευση ενημερωτικού φυλλαδίου,
εγκεκριμένου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και σύμφωνου με τις διατάξεις του
ν. 876/1979 και του π.δ. 52/1992. Άλλωστε η τρίτη αναιρεσείουσα με την άνω συμπεριφορά της παραβίασε και τις
προαναφερθείσες αρχές του, ως ίσχυε τότε, Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, και την με
αριθ. ./2002 Πράξη του Διοικητή της ΤτΕ για ακριβή
ενημέρωση του πελάτη - επενδυτή ως προς τους κινδύνους και τις αποδόσεις του
προτεινόμενου προϊόντος και ενώ κατά τον χρόνο εκείνο δεν διέθετε τα
απαιτούμενα προσόντα κατά το άρθρο 4 του ισχύοντος τότε ν. 2836/2000, δηλαδή το
σχετικό πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας που χορηγείται από την Επιτροπή
Κεφαλαιαγοράς και αφορά, πέραν της παροχής επενδυτικών συμβουλών, και πράξεις
όπως η λήψη και διαβίβαση εντολών, η εκτέλεση εντολών και η διαχείριση χαρτοφυλακείου. γ) Με βάση τις παραπάνω, ανέλεγκτες,
παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η επελθούσα
στη συνέχεια ζημία των αναιρεσιβλήτων από την
εκμηδένιση της αξίας του επιδίκου ομολόγου, κατά τα εκτιθέμενα στην απόφαση
αυτή, συνδέεται αιτιωδώς με την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αναιρεσειουσών, διότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής
πείρας, η ανωτέρω συμπεριφορά τους ήταν ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει κατά τη
συνήθη πορεία των πραγμάτων το ζημιογόνο αποτέλεσμα που πράγματι επήλθε, ενόψει
του ότι το επίδικο επενδυτικό προϊόν ήταν μειωμένης διασφάλισης, αλλά και η
εγγυήτρια αυτού τράπεζα ήταν επίσης ήδη κατά το χρόνο αγοράς του μειωμένης
εξασφάλισης και δεν είναι η ζημία αυτή απότοκος της διεθνούς οικονομικής κρίσης
που άρχισε το 2008, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες,
καθόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν θα προέβαιναν στην
αγορά του, αν γνώριζαν τους κινδύνους που περιέκλειε (όπως ανέλεγκτα έκρινε η
προσβαλλόμενη απόφαση και αναφέρονται ανωτέρω), όντες συντηρητικοί στην
επενδυτική τους συμπεριφορά και έχοντας, συνεπώς, την ιδιότητα του καταναλωτή,
που τυγχάνει προστασίας, ως το ασθενέστερο μέρος, του ν. 2251/1994.
Περαιτέρω,
το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν
στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν
την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά
εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι
δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια,
επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το
σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές
παραδοχές ότι οι αναιρεσίβλητοι αγνοούσαν το
επισφαλές της επένδυσης στο επίδικο ομόλογο, για την οποία δεν έδωσαν σχετική
εντολή οι ίδιοι, αλλά η προστηθείσα υπάλληλος της
πρώτης και δεύτερης των αναιρεσειουσών, τρίτη αναιρεσείουσα, επέλεξε χωρίς προηγουμένως να τους
ενημερώσει και ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν την
εμπειρία και τις γνώσεις για τη διενέργεια πολύπλοκων χρηματιστηριακών
συναλλαγών. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1
και τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα οικεία
σκέλη των οποίων οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα
αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Ακολούθως,
το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, καθόσον, υπό τα
ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αναιρεσίβλητοι ουδεμία αμελή συμπεριφορά επέδειξαν, που να επέδρασε αιτιωδώς στην επέλευση της ζημιογόνου συνέπειας,
έτσι ώστε δεν πληρείται το πραγματικό της άνω διάταξης και συνεπώς δεν
δικαιολογείται η παραδοχή της περί συνυπαιτιότητας ένστασης των αναιρεσειουσών, αφού, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της
προσβαλλόμενης απόφασης, αποδείχτηκε ότι α) οι αναιρεσίβλητοι
δεν διέθεταν την κατάλληλη επενδυτική εμπειρία, ούτε τους παρασχέθηκε επαρκής
και ακριβής πληροφόρηση, ώστε να κατανοήσουν ότι τοποθετούσαν τα χρήματα τους
σε ένα προϊόν υψηλού επενδυτικού κινδύνου, αφού η προηγούμενη εμπειρία τους
χαρακτηριζόταν από συντηρητισμό, και β) οι αναιρεσίβλητοι
δεν προέβησαν σε πώληση του επιδίκου ομολόγου νωρίτερα, τον Ιούνιο του 2008,
όταν κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών έληξε η
πρώτη πτωτική περίοδος του ομολόγου, διότι, αφενός μεν, όταν για πρώτη φορά,
τον Σεπτέμβριο του 2008 διαπίστωσαν, μετά την αποστολή σε αυτούς σχετικής
ενημερωτικής επιστολής, ότι η συνολική αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους είχε
μειωθεί σημαντικά, ευρισκόμενη κάτω από την αξία του αρχικά τοποθετημένου
κεφαλαίου τους, οπότε απευθύνθηκαν δια του πρώτου ενάγοντας στους υπαλλήλους
της διεύθυνσης «Private Banking»
της πρώτης αναιρεσείουσας, εκείνοι τους καθησύχασαν
και σε κάθε περίπτωση δεν τους προέτρεψαν να πωλήσουν το επίδικο ομόλογο, έτσι,
ήταν εύλογο να ακολουθήσουν τις συμβουλές των υπαλλήλων που εμπιστεύονταν και
λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων και της εμπειρίας τους, αφετέρου δε, δεν είχαν
στη διάθεσή τους το σύνολο των πληροφοριών που απαιτούνταν για να κρίνουν τη
μελλοντική πορεία της επένδυσής τους, εφόσον δεν γνώριζαν πως είχε αξιολογηθεί
από τους διεθνείς οίκους η πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας του ομολόγου
τούτου, ούτε το γεγονός ότι η εγγύηση της εγγυήτριας εταιρείας ήταν μειωμένης
εξασφάλισης, στοιχεία που αναλύονταν στην ενημερωτική εγκύκλιο της εκδότριας
εταιρείας και προφανώς ήταν γνωστά στους υπαλλήλους των δύο πρώτων αναιρεσειουσών εταιρειών και ιδίως στην τρίτη αναιρεσείουσα, αλλά άγνωστα στους ίδιους (αναιρεσίβλητους). Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από
τον αριθμό 1 και τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,
με τα οικεία σκέλη του οποίου οι αναιρεσείουσες
αιτιώνται ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ και με αντιφατικές και
ανεπαρκείς αιτιολογίες, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε
την ένστασή τους περί συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων
στην ζημία τους κατά 99%, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις τους περί του
ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν σαφή και επαρκή
πληροφόρηση για το είδος που επενδυτικού προϊόντος που αγόρασαν και ότι
αποφάσιζαν αποκλειστικά και μόνον κατόπιν ώριμης σκέψης, σύμφωνα με τους όρους
των μεταξύ τους συμβάσεων, άπτονται της εκτίμησης των αποδείξεων από το Εφετείο
και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτες.
Οι
αναιρεσείουσες με τα οικεία σκέλη των πρώτου,
δεύτερου και τέταρτου λόγων της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη
απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις ειδικότερες αιτιάσεις, αντίστοιχα, ότι το
Εφετείο δεν έλαβε υπόψη : α) ότι ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως και επανέφεραν με λόγο έφεσης ότι το περιεχόμενο της ένδικης
σύμβασης ήταν η απλή λήψη και διαβίβαση εντολών και όχι η κατόπιν ειδικά
συμφωνημένης αμοιβής εν λευκώ διαχείριση ή η συμβουλευτική παροχή υπηρεσιών (σε
πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους) β), τους ισχυρισμούς τους ί. για τη φύση της
σύμβασης ως σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών λήψης και διαβίβασης εντολών
και ΐί. για την αποκλειστική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων όσον αφορά στις επενδυτικές επιλογές τους
από τη συγκεκριμένη λήψη και διαβίβαση εντολής (στον δεύτερο λόγο) και γ) τις
απαλλακτικές ρήτρες που είχαν συνομολογηθεί στο
πλαίσιο της σύμβασης λήψης και διαβίβασης εντολών (σε δεύτερο και τέταρτο
λόγους). Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, είναι
απαράδεκτοι, διότι οι με αυτούς προσαπτόμενες
αιτιάσεις, έναντι της αγωγικής βάσης που θεμελιώνεται
στην αδικοπραξία, συνιστούν (αιτιολογημένη) άρνηση και επομένως δεν είναι
πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,
σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα υπό στοιχ. 11.3 νομική σκέψη. Σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο
έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε, δεχόμενο ότι μεταξύ των
διαδίκων καταρτίστηκε άτυπη («σιωπηρή») σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών
και υποχρέωση, με βάση αυτήν, των αναιρεσειουσών να
προβούν σε ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση των αναιρεσιβλήτων,
λαμβανομένης υπόψη της έλλειψης ειδικών γνώσεων και εμπειρίας των τελευταίων
για τη φύση και τη λειτουργία του υποδειχθέντος επενδυτικού προϊόντος και για
τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, υποχρέωση που δεν τήρησαν αυτές, ενώ
οι αναφερόμενες απαλλακτικές ρήτρες είχαν συνομολογηθεί
στο πλαίσιο σύμβασης λήψης και διαβίβασης εντολών και, συνεπώς, δεν ίσχυαν,
όπως το Εφετείο ρητά διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη
απόφασή του, την σιωπηρά συναφθείσα ως άνω σύμβαση παροχής επενδυτικών
υπηρεσιών - συμβουλών. Όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των
άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αρ.
1 και 8 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την
ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας
αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και
αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο
ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την
ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος ή
υποχρέωσης), στην προκειμένη δε περίπτωση, το Εφετείο ρητά δέχθηκε, όπως προελέχθη, στο πλαίσιο της άνω δυνατότητάς του να προσδώσει
τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό στα γεγονότα που επικαλούνται και
αποδεικνύουν οι διάδικοι, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σιωπηρά (δηλαδή
χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου) σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-
συμβουλών, κρίνοντας ότι η σχέση που συνέδεε τα συμβαλλόμενα μέρη δεν ήταν αυτή
της εκτέλεσης απλώς από τις αναιρεσείουσες των
εντολών των αναιρεσιβλήτων για την απόκτηση
επενδυτικών προϊόντων, στην οποία θα προσιδίαζαν οι προαναφερόμενες
απαλλακτικές της ευθύνης τους ρήτρες και απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό
των αναιρεσειουσών ότι, δηλαδή, η σχέση που τις
συνέδεε με τους αναιρεσίβλητους ήταν αυτή της απλής
λήψης και διαβίβασης των εντολών τους, χωρίς καμία συμβουλή και ανάμειξή τους
στην διαμόρφωση της συγκεκριμένης απόφασής τους.
Οι
αναιρεσείουσες με το οικείο σκέλος του τέταρτου λόγου
αναίρεσης αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,
με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 9 του
ν. 2251/1991, κρίνοντας ότι οι αναιρεσίβλητοι
υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή, ενώ, αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά το
νόμο, θα έκρινε ότι δεν υπάγονται στην έννοια αυτή, καθόσον υπερβαίνουν το
πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δεδομένου ότι, με βάση .όσα ανέπτυξαν στις
προτάσεις τους στο Πρωτοδικείο και το Εφετείο, α) τα ποσά τα οποία επένδυσαν
ήταν ιδιαιτέρως υψηλά, γι’ αυτό και μπόρεσαν να συμβληθούν με το private banking της Τράπεζας, που
απευθύνεται σε πελάτες με υψηλά κεφάλαια, β) ασχολούνταν συστηματικά με όμοια
με τα επίδικα προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας και γ) ο πρώτος
ενάγων είχε την εμπορική ιδιότητα, εμπλεκόμενος επαγγελματικά σε συναλλαγές μεγάλου
ύψους και βέβαια ήταν σε θέση να κατανοήσει τον κίνδυνο επένδυσης σε
ομολογιακούς τίτλους. Ωστόσο, τα ανωτέρω άπτονται της εκτίμησης των αποδείξεων
από το Εφετείο και όχι της ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, το δε Εφετείο δεν
δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν οι προταθέντες αυτοί
ισχυρισμοί, αλλά, με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές του, ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν μικρή επενδυτική εμπειρία και
συντηρητική επενδυτική συμπεριφορά και γι’ αυτό, μη υπερβαίνοντες το πρότυπο
του μέσου αποταμιευτή, υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή. Επομένως, ο υπό
κρίση λόγος είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω με τα οικεία σκέλη του ίδιου
(τέταρτου) λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, αφενός
επιχειρηματολογούν ως προς την έννοια του μέσου καταναλωτή στο ευρωπαϊκό και το
εθνικό δίκαιο, την θεωρία και τη νομολογία και αφετέρου βάλλουν κατά της
εκτίμησης των αποδείξεων με βάση τις οποίες το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι
οι αναιρεσίβλητοι υπάγονται στην έννοια του
καταναλωτή. Συνεπώς, ο υπό κρίση τέταρτος λόγος και ως προς τα άνω σκέλη του
είναι απαράδεκτος.
Με
τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες
μέμφονται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την
αναιρετική από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ[*με
την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού
δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 930 παρ. 3 ΑΚ, τις οποίες και
παραβίασε ευθέως, καθόσον, με βάση τα επικαλούμενα από αυτές περιστατικά, η προβληθείσα από αυτές ένσταση συνυπολογισμού κέρδους και
ζημίας των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων ήταν νόμιμη και
έπρεπε να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Το Εφετείο δέχθηκε
με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο
μέρος, τα ακόλουθα: «Στην προκειμένη περίπτωση, οι εφεσίβλητες επαναφέρουν την
πρωτοδίκως προβληθείσα ένστασή τους περί
συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας (ΑΚ 298 εδ. α), με
την οποία ζητούν, επικουρικά, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή, να
αφαιρεθεί από το ποσό που θα επιδικαστεί στους ενάγοντες το εισπραχθέν από τους
ίδιους κέρδος τους από τα τοκομερίδια που έλαβαν ως απόδοση του ομολόγου για
όσο χρονικό διάστημα το είχαν υπό την κατοχή τους, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό
των 69.212,07 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος,
σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα νομική
σκέψη, δεδομένου ότι τα όποια τοκομερίδια έλαβαν οι ενάγοντες αποτελούν μεν
κέρδος τους από την κατοχή του τίτλου, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται
από το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου τους, λόγω της παράνομης και
υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγόμενων, αλλά από την παραχώρηση του κεφαλαίου
στην εκδότρια του ομολόγου εταιρία, η οποία το εκμεταλλεύτηκε με τον
προσφορότερο γι’ αυτή τρόπο, αποδίδοντας στους ενάγοντες τους συμφωνηθέντες
τόκους». Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι που έκρινε, ορθά ερμήνευσε και
δεν εφάρμοσε τις άνω διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 930 παρ. 3 ΑΚ, τις
οποίες και δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον, με βάση τα επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες περιστατικά, η προβληθείσα
από αυτές ένσταση συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων ήταν μη νόμιμη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα
στην υπό στοιχ. Ι.3 προηγηθείσα
νομική σκέψη, και τούτο διότι: Οι αποδόσεις του επίδικου προϊόντος, που έλαβαν
οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι αποτελούν μεν κέρδος
από την κυριότητα του τίτλου αυτού, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από
τη ζημία που υπέστησαν εξαιτίας του ζημιογόνου γεγονότος, που ήταν η
παραπλάνησή τους από την αδικοπρακτική συμπεριφορά
της τρίτης εναγομένης - αναιρεσείσουσας,
που εκπροσωπούσε τις λοιπές και η συνεπεία αυτής (παραπλάνησης) αγορά του
ομολόγου, αλλά από την παραχώρηση του κεφαλαίου, που αντιστοιχούσε στο επίδικο
ομόλογο, στην τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με όποιον πρόσφορο τρόπο
μπορούσε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους και επομένως δεν μπορεί να συνυπολογισθεί
στη ζημία των τελευταίων. Άλλωστε ο προτεινόμενος από τις αναιρεσείουσες
συνυπολογισμός των τοκομεριδίων αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις,
στην καλή πίστη, η οποία δεν ανέχεται το κέρδος (από το ζημιογόνο γεγονός) να
αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος και ενώ οι αναιρεσίβλητοι έχουν ήδη εισπράξει τους τόκους και με τον
συνυπολογισμό τους θα μειωνόταν κατά πολύ η επιδικασθησόμενη
αποζημίωση από την απώλεια του κεφαλαίου τους, που πρέπει να τους παράσχουν οι αναιρεσείουσες. Σε κάθε περίπτωση βασικό στοιχείο της
επένδυσης, που οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι
πεπλανημένα εξαιτίας της συμπεριφοράς της προστηθείσας
τρίτης (αναιρεσείουσας πίστεψαν ότι έκαναν, ήταν ότι
θα τους / αποδιδόταν το σύνολο του κεφαλαίου ακέραιο και όχι μειωμένο κατά το
ποσό των τόκων που εισέπραξαν, αφού άλλωστε αυτός ήταν ο σκοπός της επένδυσής
τους.
Έτι
περαιτέρω και σε κάθε περίπτωση, στο πλαίσιο της καλής πίστης, που πρέπει να
λαμβάνεται υπόψη, αν οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν
πεισθεί από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της τρίτης αναιρεσείουσας, θα είχαν διατηρήσει το κεφάλαιό τους των
275.000 ευρώ, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προερχόταν
από την πώληση προηγούμενων τίτλων, επενδυμένο σε προθεσμιακές τραπεζικές
καταθέσεις, που προσιδίαζαν στην συντηρητική επενδυτική τους συμπεριφορά
(προφίλ), και θα ελάμβαναν τους αντιστοιχούντες
τόκους, που οπωσδήποτε απώλεσαν και οι οποίοι, ως διαφυγόν κέρδος, που θα
ελάμβαναν οι αναιρεσίβλητοι κατά την συνήθη πορεία
των πραγμάτων, αποτελούν μέρος της οφειλόμενης σε αυτούς αποζημίωσης. Επομένως,
ο υπό κρίση πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και συμπληρώνεται μόνον η
αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς
την μη νομιμότητα της προταθείσας ένστασης
συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους των αναιρεσειόντων.
Μετά
τα προαναφερόμενα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η
κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Ακολούθως πρέπει να διαταχθεί
η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες,
λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων,
οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων
(άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα
οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ
ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει
την από 04.01.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 1792/2021 απόφασης του
Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει
την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει
τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια
(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ,
αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2025.
Η
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
και
ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου
αποχώρησασα από την Υπηρεσία,
ο
αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ
σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2026.
Η
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ