ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΑΠ 110/2025

 

 

Αγωγή αποζημιώσεως λόγω πυρκαϊάς - Ευθύνη από διακινδύνευση -.

 

 

Έννοια και δικαιολογητική βάση αυτής. Περιπτωσιολογική η ρύθμιση από τον Έλληνα νομοθέτη. Η περιπτωσιολογική ρύθμιση δημιουργεί ορισμένες φορές αξιολογική αντινομία. Εξεταστέο σε κάθε περίπτωση αν ο κάτοχος ή εξουσιαστής πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υπόχρεος προς αποζημίωση, ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητά του. Ο νομοθέτης προέβλεψε ευθύνη της ΔΕΔΔΗΕ μόνο από υπαιτιότητά της για την λειτουργία και συντήρηση του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, του οποίου έχει τη διαχείριση, και συνεπώς δεν υπάρχει ακούσιο κενό, ώστε να είναι δυνατόν να θεμελιωθεί, κατ’ αναλογία των ειδικών διατάξεων, ευθύνη της από διακινδύνευση (ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας των προστηθέντων από αυτήν προσώπων για τη συντήρηση του δικτύου), τέτοια δε ευθύνη δεν γεννάται ούτε κατ’ εφαρμογή των συνταγματικών διατάξεων (το πνεύμα των οποίων υλοποίησε ο νομοθέτης και ρύθμισε περιπτωσιολογικά κάποιες περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση), αφού η ΔΕΔΔΗΕ, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είναι απλός διαχειριστής του δικτύου, ο οποίος δεν αντλεί καμία ωφέλεια από την κινδυνώδη λειτουργία του. (Μειοψηφία εισηγήτριας, που απολήγει στο ίδιο διατακτικό: Ο κάτοχος ή εξουσιαστής πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υπόχρεος προς αποζημίωση ανεξάρτητα από το αν η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητά του (αντικειμενική ευθύνη) μόνο στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης έχει ρητά προβλέψει περί τούτου). Αναιρεί προσβαλλόμενη απόφαση, μη υφισταμένου δε δικονομικού εδάφους για την μετ’ αναίρεση επανεκδίκαση της υπόθεσης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρατεί την υπόθεση, δικάζει και απορρίπτει την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση.

 

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία των δικηγόρων Αθηνών Ελευθερίου Καστρησίου και Ειρήνης Κούρου).

 

 

 

Αριθμός 110/2025

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

 

Α2' Πολιτικό Τμήμα

 

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

 

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ελευθέριο Καστρήσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και Ειρήνη Κούρου, η οποία ανακάλεσε την από 16-5- 2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

 

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) ., κατοίκου Γαλατά Τροιζηνίας Αττικής, 2) ., κατοίκου Βλαχέικων Γαλατά Τροιζηνίας και του καθού η κλήση: 3) ., κατοίκου Πόρου Τροιζηνίας Αττικής, ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης . χήρας ., το γένος . . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Παρασκευόπουλο.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2017 αγωγή των ήδη 1ου και 2ου αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου . χήρας ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαυρίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1926/2021 μη οριστική και 3128/2022 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, όπως αυτή διορθώθηκε με την 3800/2022 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της 3128/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-10- 2022 αίτησή της και τους από 5-4-2024 προσθέτους αυτής λόγους.

 

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παραστάσα πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για τα φυσικά πρόσωπα με τον θάνατό τους (άρθρο 35 του ΑΚ). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α’ του ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη (του άρθρου 558 του ΚΠολΔ), κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενη δε κατ' αυτού είναι άκυρη, υπό ' την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 379/2023, ΑΠ 552/2021, ΑΠ 1437/2021, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 617/2019).

 

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ’ αριθμ. 3128/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 8-4-2017 αγωγή τους, την οποία απηύθυναν στο Ειρηνοδικείο Καλαυρίας, ισχυρίστηκαν ότι από αμέλεια των υπαλλήλων της εναγόμενης, κατόχου και διαχειρίστριας των δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, και ήδη αναιρεσείουσας, στις 20-8-2012, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε υποσταθμό μέσης τάσης διανομής ηλεκτρικού ρεύματος στην περιοχή Δάριζα Τροιζηνίας, η οποία επεκτάθηκε στην γειτονική περιοχή, με αποτέλεσμα να καούν 7.000 στρέμματα δασικής και 3.000 στρέμματα αγροτικής έκτασης και να προκληθούν οι λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή ζημίες στις καλλιέργειές τους και στο δίκτυο άρδευσης αυτών. Με βάση τα ανωτέρω οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά για έκαστο τούτων ως αποζημίωση και ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν. Επικουρικώς, για την περίπτωση που κριθεί ότι την εναγομένη δεν βαρύνει υπαιτιότητα για την πρόκληση της πυρκαϊάς από τον ανωτέρω υποσταθμό, ζητούν τα παραπάνω, ισχυριζόμενοι ότι η ευθύνη της εναγομένης, που έχει την αποκλειστική ευθύνη για την λειτουργία και συντήρηση του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας είναι αντικειμενική, εδραζόμενη στην αρχή της διακινδύνευσης, ως κατόχου και εξουσιαστή πηγής ιδιαίτερων κινδύνων για τους τρίτους, από την οποία αντλεί οφέλη η ίδια. Επί της αγωγής αυτής, η οποία δικάσθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 47/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, χωρίς να εξετάσει την επικουρική βάση. Την ως άνω απόφαση, προσέβαλε η εναγομένη με την από 10-7-2018 έφεσή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθ.

1926/2021 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και ακολούθως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (η οποία διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 3.800/2022 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), η οποία δέχθηκε την έφεση κατά το τυπικό της μέρος και ακολούθως, αφού απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την από 8-4-2017 αγωγή, δέχθηκε την επικουρική βάση αυτής ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγομένη αναιρεσείουσα με την κρινόμενη από 24-10-2022 αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 2-11-2022. Μετά την συζήτηση της έφεσης στο Εφετείο, που έγινε στις 30-5-2022 και πριν από την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έγινε στις 2-11-2022, απεβίωσε στις 14-8-2022 η τρίτη αναιρεσίβλητη και αρχική τρίτη εναγομένη . χήρα . (βλ. την από ...-2022 ληξιαρχική πράξη του Ληξιάρχου Τροιζηνίας Μεθάνων). Η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν κατέλιπε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της ., ., αρχικούς πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, ήδη πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και ., οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομιά (βλ. τα υπ' αριθμ. ./20-9-2022 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Τροιζηνίας Μεθάνων, υπ’ αριθ. ./2023 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας και υπ' αριθμ. ./2023 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης κληρονομιάς του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας). Ήδη, την πρόοδο της δίκης επισπεύδει η αναιρεσείουσα, αντίδικος της αποβιωσάσης, η οποία επέδωσε στους παραπάνω κληρονόμους της τελευταίας, ανεξαρτήτως του ότι οι δύο από αυτούς είναι ήδη διάδικοι ( αναιρεσίβλητοι) κλήση για παράσταση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ./29-8-2023, ./29-8-2023 και ./29-8-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών . . Με τα δεδομένα αυτά, νόμιμα η αναιρεσείουσα επέσπευσε την επανάληψη της δίκης και εμπρόθεσμα προσκάλεσε προς τούτο τους καθολικούς διαδόχους της θανούσης, αρχικά ενάγουσας - Θεωρήθηκε αναιρεσίβλητης, οι οποίοι παρίστανται πλέον ως καθολικοί διάδοχοι της τελευταίας αλλά και για ίδιον λογαριασμό οι δύο πρώτοι τούτων. Και τούτο διότι ο ως άνω θάνατος της τρίτης αναιρεσίβλητης . χήρας . έλαβε μεν χώρα πριν από την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πλην όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, κατά την άσκηση της αναιρέσεως γνώριζε το θάνατο αυτής, οι ως άνω δε κληρονόμοι της παρίστανται νομίμως στη θέση της, δηλώνουν δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους τη συνέχιση της δίκης στο όνομά της, υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, που είχε αποβιώσει πριν από την άσκησή της και, συνεπώς, παραδεκτώς χωρεί η συζήτησή της με τους προαναφερόμενους κληρονόμους της. Κατά τα λοιπά η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577

παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 5-4-2024 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 8-4-2024 και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 11-4-2024 (βλ. τις υπ’ αριθ. .Γ/11-4- 2024, .Γ/11-4-2024 και .Γ/11-4-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών .), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 20-5-2024, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 Κ. Πολ. Δ.). Επομένως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

 

Από τις διατάξεις του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ. (όπως η παρ.1 τροποποιήθηκε, η παρ.3 συμπληρώθηκε και το άρθρο 254, όπως είχε αντικατασταθεί από 1.1.2016 με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν.4335/2015, ΦΕΚ A 87, διαμορφώθηκε με το άρθρο 15 Ν.4842/2021, ΦΕΚ A 190, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 120 αυτού, ισχύει από την 1η.1.2022 και κατά την παρ.1β άρθρου 116 του αυτού νόμου, όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 Ν.4871/2021,ΦΕΚ A 246/10.12.2021, οι τροποποιηθείσες παρ. 1 και 3 εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις), προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του η οποία δεν έχει το χαρακτήρα προδικαστικής απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά την μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Στην περίπτωση αυτή, η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι αδύνατον για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διαφορετική σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση και ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 (ή 560) του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 661/2015, Α.Π. 871/2011, Α.Π 834/2010). Περίπτωση, όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ. και ίδρυση του οικείου λόγου αναίρεσης για κακή σύνθεση του δικαστηρίου δεν υπάρχει, όταν, μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται, με μη οριστική (προδικαστική) απόφαση του, συμπληρωματικές αποδείξεις, όπως λ.χ. πραγματογνωμοσύνη και στην περίπτωση αυτή γίνεται (όχι επανάληψη, αλλά) ανασυζήτηση της υπόθεσης, στη σύνθεση δε του δικαστηρίου μπορεί να μετέχουν και άλλοι δικαστές (Α.Π. 187/2023, ΑΠ 712/2021, Α.Π. 689/2021).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, επί της εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 47/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1926/2021 μη οριστική, προδικαστική, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Με την απόφαση αυτή, το ως άνω Δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από δύο πραγματογνώμονες για την επίλυση των εξειδικευμένων ζητημάτων, που αναφέρονται σε αυτήν, για τη διερεύνηση των οποίων απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις της επιστήμης, χωρίς να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, την οποία, άλλωστε, δεν μνημονεύει. Μετά τη διεξαγωγή της ως άνω διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης και ύστερα από κλήση της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας), η έφεση ανασυζητήθηκε, στις 30-5-2022, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, το οποίο, κατά την ανασυζήτηση της έφεσης, δίκασε με διαφορετική σύνθεση και εξέδωσε την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθ. 3128/2022 οριστική απόφασή του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου και συνεπώς ο πρώτος πρόσθετος λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

 

Από την βασική, γενικού περιεχομένου, διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται ότι στο ισχύον δίκαιο η αδικοπρακτική ευθύνη έχει ως βάση την υπαιτιότητα, προϋποθέτει δηλαδή, κατά κανόνα, δόλο ή αμέλεια του ζημιώσαντος και γι’ αυτό χαρακτηρίζεται ως υποκειμενική ευθύνη. Παράλληλα με τη διάταξη αυτή όμως καθιερώνονται, είτε στον Αστικό Κώδικα, είτε σε ειδικούς νόμους και συγκεκριμένες περιπτώσεις εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης ανεξάρτητα από πταίσμα του ζημιώσαντος, που χαρακτηρίζονται ως περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης ή ευθύνης από διακινδύνευση. Η δικαιολογητική βάση της αντικειμενικής ευθύνης διαφέρει σε κάθε περίπτωση και επιβάλλεται, είτε γιατί κρίνεται ότι αυτός που δημιουργεί ή εξουσιάζει πηγές κινδύνων για την πρόκληση ζημιών από αυτές πρέπει να ευθύνεται και για την αποκατάσταση των ζημιών, που προκαλούνται, καθόσον λόγοι δικαιοσύνης επιβάλλουν, οι ζημιές που πηγάζουν από τους κινδύνους αυτούς, να βαρύνουν όχι τους ζημιωθέντες, αλλά αυτούς που δημιούργησαν ή εξουσιάζουν τους κινδύνους ανεξάρτητα από πταίσμα τους, όπως η ευθύνη για ζημιές από τα αυτοκίνητα (Ν. ΓΠΝ/1911), η ευθύνη από την πτώση κτίσματος ή άλλου έργου συνεχόμενου με το έδαφος (άρθρο 925 Α.Κ.) και η ευθύνη για ζημία που προξένησε μη κατοικίδιο ζώο (άρθρο 924 παρ. 1 Α.Κ.), είτε γιατί κρίνεται ότι εκείνος που χρησιμοποιεί πρόσωπα και πράγματα για να αυξήσει την οικονομική του δραστηριότητα και να αποκομίσει κέρδος, εφ' όσον απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα από τη χρησιμοποίηση αυτών, πρέπει να φέρει και το βάρος των συναφών κινδύνων, όπως στην ευθύνη του προστήσαντος (άρθρο 922 Α.Κ.) και στην ευθύνη του εργοδότη για τα εργατικά ατυχήματα του προσωπικού του (Ν. 551/1915), είτε γιατί η αντικειμενική ευθύνη δικαιολογείται από λόγους επιείκειας, όπως στην ευθύνη του ανίκανου για καταλογισμό για εύλογη ικανοποίηση του παθόντος (άρθρο 918 Α.Κ.) ή στην ευθύνη για εύλογη αποζημίωση αυτού που προκάλεσε ζημία ευρισκόμενος σε κατάσταση ανάγκης (άρθρο 286 παρ. 1 νομοθέτης, υλοποιώντας το πνεύμα των συνταγματικών διατάξεων για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του κάθε ανθρώπου, για τη συμμετοχή του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, για την προστασία της ζωής και της υγείας του (άρθρο 5 παρ. 1 και 5 Συντ.) και για την προστασία της ιδιοκτησίας του (άρθρο 17 παρ. 1 Συντ.), στην ευρύτητα μάλιστα που η έννοια της ιδιοκτησίας προστατεύεται από την ΕΣΔΑ στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της, μετά και την ρητή καθιέρωση της αρχής της τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), που αποβλέπει στην κατοχύρωση και προστασία των σχετικών έννομων αγαθών όχι μόνο απέναντι σε κυριαρχικές κρατικές επεμβάσεις, αλλά και απέναντι σε προσβολές τους από φορείς ιδιωτικής εξουσίας στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων, δεν καθιέρωσε ένα γενικό κανόνα (ρήτρα) για την ευθύνη από διακινδύνευση, αλλά ρύθμισε περιπτωσιολογικά κάποιες περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση. Αυτές είναι: α) Η ευθύνη για ζημίες από τα αυτοκίνητα (ν. ΓΠΝ/1911). β) Η ευθύνη του εκμεταλλευόμενου αεροσκάφος για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά (ν. 1815/1988). γ) Η ευθύνη για ζημίες από πυρηνική ενέργεια (ν. 1758/1988, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1897/1990). δ) Η ευθύνη για ζημίες από ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος (ν. 1650/1986, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1892/1990). ε) Η ευθύνη για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα (ν. 563/1977). στ) Η ευθύνη για ρύπανση με πετρέλαιο (ν. 314/1976). ζ) Η ευθύνη παραγωγού από ελαττωματικά προϊόντα (ν. 2251/1994), η)η ευθύνη για εργατικά ατυχήματα που ρυθμίζεται στο ν. 551/1915. Κατά κανόνα, οι ρυθμισμένες από το ελληνικό δίκαιο περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση υπάγονται στο πεδίο της αδικοπρακτικής ευθύνης, αλλά όμως υπάρχουν και περιπτώσεις, που προϋφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, όπως οι ανωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις ευθύνης του αεροπορικού μεταφορέα και του εργοδότη επί εργατικού ατυχήματος. Η περιπτωσιολογική ρύθμιση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης δημιουργεί ορισμένες φορές αξιολογική αντινομία, αφού είναι δυνατόν να υπάρχουν περιπτώσεις, που δεν ρυθμίζονται ειδικά, ενώ ρυθμίζονται άλλες περιπτώσεις με ίση ή μικρότερη ανάγκη ρύθμισης αυτών (ΑΠ 1503/2023, ΑΠ 1904/2022) και συνεπώς είναι εξεταστέο σε κάθε περίπτωση, αν κατ' εφαρμογή των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, θα πρέπει να γίνει δεκτό, προς άρση τη αντινομίας αυτής, ότι ο κάτοχος ή εξουσιαστής μιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένος, αφού άλλωστε αντλεί τα οφέλη από την κινδυνώδη για τους τρίτους λειτουργία της, να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητα του. Με το Ν. 4001/22-8-2011 «Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου, για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις», όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 αυτού σκοπήθηκε, μεταξύ άλλων και η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 "Σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της Οδηγίας 2003/54/ΕΚ" (EE L 211 της 14.8.2009) και ορίστηκε ότι και οι δραστηριότητες της παραγωγής, της προμήθειας, της αγοράς, της διανομής και της ηλεκτρικής ενέργειας, με τις διατάξεις του νόμου αυτού, είναι τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους. Στο άρθρο 2 του ως νόμου με υπότιτλο "ορισμοί", όπως ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, για την εφαρμογή του ως άνω νόμου, οι όροι που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις αυτού έχουν την ακόλουθη έννοια: παρ. 1 ... (στ)  Διαχειριστής Δικτύου Διανομής: Τα νομικά πρόσωπα που ασκούν, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, καθήκοντα Διαχειριστή Δικτύου Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ή Φυσικού Αερίου, περιλαμβανομένων των Διαχειριστών των Κλειστών Δικτύων Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου ... παρ. 3. Ορισμοί που αναφέρονται ιδίως στην ηλεκτρική ενέργεια: ... (ζ) Διανομή ηλεκτρικής ενέργειας: η μεταφορά μέσω δικτύου διανομής υψηλής, σε περίπτωση που έχει ειδικά καθορισθεί ότι ανήκουν στο δίκτυο διανομής, μέσης και χαμηλής τάσης της ηλεκτρικής ενεργείας που εγχέεται σε αυτό από το διασυνδεδεμένο με αυτό σύστημα μεταφοράς και τις μονάδες παραγωγής που συνδέονται άμεσα στο δίκτυο διανομής με σκοπό την παράδοση της σε πελάτες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας, (η) διασυνδεδεμένο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας: ένα σύνολο συστημάτων μεταφοράς και δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με μία ή περισσότερες διασυνδέσεις, (θ) διασύνδεση: είναι οι γραμμές, οι εγκαταστάσεις και οι μετρητές που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς από ή προς την Ελληνική Επικράτεια, καθώς και με το Δίκτυο Διανομής, (ι) Διαχειριστής δικτύου διανομής: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία, τη συντήρηση, την παροχή πρόσβασης σε πελάτες και παραγωγούς που συνδέονται Μ σε αυτό και, αν είναι αναγκαίο, την ανάπτυξη του δικτύου διανομής σε μία δεδομένη περιοχή και, κατά περίπτωση, των διασυνδέσεων του με άλλα δίκτυα διανομής και συστήματα μεταφοράς, και για τη μακροπρόθεσμη ικανότητα του δικτύου να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση υπηρεσιών διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Με τις διατάξεις του άρθρου 122 του ν. 4001/2011, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίστηκε ότι η κυριότητα του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) ανήκει αποκλειστικά στη ΔΕΗ ΑΕ, και χορηγήθηκε σ' αυτήν η άδεια αποκλειστικής κυριότητας του δικτύου και μελλοντικής επέκτασης αυτού. Με τις διατάξεις του άρθρου 123 του ν. 4001/2011, όπως επίσης ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέφθηκε η υποχρέωση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΗ Α.Ε." να προβεί στο νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δραστηριότητας της διαχείρισης του Ελληνικού Δικτύου Διαχείρισης Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) από τις λοιπές δραστηριότητες της κάθετα ολοκληρωμένης επιχείρησής της, με την εισφορά του Κλάδου Διανομής στη θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ) και ότι η απόσχιση του ως άνω κλάδου πραγματοποιείται με τη διαδικασία και τους όρους του παρόντος νόμου, των άρθρων 68 έως 79 του κ.ν. 2190/1920, καθώς και των άρθρων 1 έως και 5 του ν. 2166/1993, με αναλογική εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 98, ορίστηκε δε ότι η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ υποκαθίσταται, ανεξαρτήτως του χρόνου γενέσεώς τους, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της ΔΕΗ ΑΕ που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο, και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τη ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, χωρίς να διακόπτονται βιαίως και να απαιτείται για τη συνέχιση ή την επανάληψη τους οποιαδήποτε διατύπωση ή δήλωση εκ μέρους της. Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 127 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, με υπότιτλο "αρμοδιότητες του διαχειριστή του ΕΔΔΗΕ", προβλέφθηκε στην παρ. 1 ότι «Η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη, τη λειτουργία και τη συντήρηση, υπό οικονομικούς όρους του ΕΔΔΗΕ ώστε να διασφαλίζεται η αξιόπιστη, αποδοτική και ασφαλής λειτουργία του, καθώς και η μακροπρόθεσμη ικανότητα του να ανταποκρίνεται σε εύλογες ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας τη δέουσα μέριμνα για το περιβάλλον και την ενεργειακή αποδοτικότητα, καθώς και για τη διασφάλιση, κατά τον πλέον οικονομικό, διαφανή, άμεσο και αμερόληπτο τρόπο, της πρόσβασης των χρηστών στο ΕΔΔΗΕ, προκειμένου να ασκούν τις δραστηριότητές τους, σύμφωνα με την Άδεια Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ που της χορηγείται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ» και στην παρ. 5 ότι «5. Για την παραχώρηση της διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ, η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ καταβάλλει ετήσιο αντάλλαγμα στον κύριο του ΕΔΔΗΕ, που εγκρίνεται από τη ΡΑΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22» (ΑΠ 132/2023). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι ο νομοθέτης, στην δημιουργηθείσα με απόσχιση από την ΔΕΗ ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ), στην οποία ανατέθηκε η ανάπτυξη, η λειτουργία και η συντήρηση, υπό οικονομικούς όρους^ του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ), ώστε να διασφαλίζεται η αξιόπιστη, αποδοτική και ασφαλής λειτουργία του, καθώς και η μακροπρόθεσμη ικανότητα του να ανταποκρίνεται σε εύλογες ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας τη δέουσα μέριμνα για το περιβάλλον και την ενεργειακή αποδοτικότητα, η κυριότητα του οποίου Δικτύου ανήκει αποκλειστικά στη ΔΕΗ ΑΕ, προέβλεψε ευθύνη της ΔΕΔΔΗΕ μόνο από υπαιτιότητά της για την λειτουργία και συντήρηση του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, του οποίου έχει την διαχείριση και συνεπώς δεν υπάρχει ακούσιο κενό, ώστε να είναι δυνατόν να θεμελιωθεί, κατ' αναλογία των ανωτέρω ειδικών διατάξεων, ευθύνη της από διακινδύνευση, ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας των προστηθέντων από αυτήν προσώπων για την συντήρηση του δικτύου, τέτοια δε ευθύνη δεν γεννάται ούτε κατ' εφαρμογή των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, αφού η ΔΕΔΔΗΕ, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είναι απλός διαχειριστής του δικτύου, ο οποίος δεν αντλεί καμία ωφέλεια από την κινδυνώδη λειτουργία του. Ένα μέλος του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα η Αρεοπαγίτης Ελένη Θεοδωρακοπούλου είχε την άποψη ότι ο κάτοχος ή εξουσιαστής μιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένος να αποκαταστήσει τη ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, ανεξάρτητα από το αν αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του (αντικειμενική ευθύνη), μόνο στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης έχει ρητά προβλέψει περί τούτου. Και τούτο για τους εξής λόγους: Η ευθύνη από διακινδύνευση συνιστά ιδιάζουσα μορφή εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης. Επιβάλλεται στον κάτοχο μιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων (εξ ου και ο όρος «ευθύνη από διακινδύνευση») και συνίσταται στην αντικειμενική ευθύνη σε αποζημίωση του κατόχου της πηγής των κινδύνων για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους από την πραγμάτωση των κινδύνων. Γενική διάταξη που να επιβάλει ευθύνη από διακινδύνευση δεν υπάρχει. Στο ελληνικό δίκαιο η ρύθμιση είναι περιπτωσιολογική. Αυτό σημαίνει ότι η ευθύνη από διακινδύνευση επιβάλλεται σε συγκεκριμένες, οριοθετημένες από τον νομοθέτη περιπτώσεις. Έτσι ευθύνη από διακινδύνευση καθιερώνεται με: α) την ευθύνη του κατόχου μη χρήσιμου κατοικίδιου ή μη κατοικίδιου ζώου (ΑΚ 924 § 1 συνδ. § 2), β) την ευθύνη για αυτοκινητικά ατυχήματα (άρθρο 4 ν. ΓΠΝ 1911), γ) την ευθύνη για εργατικά ατυχήματα (άρθρ. 1 ν. 551/1945), δ) την ευθύνη για τη ρύπανση θάλασσας με πετρέλαιο (ν. 314/1976), ε) την ευθύνη για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα (άρθρ. II ν. 563/1977), στ) την ευθύνη για ζημίες από τη ρύπανση του περιβάλλοντος (άρθρ. 29 ν.1650/1986), ζ) την ευθύνη για ζημίες από πυρηνικό ατύχημα (ν. 1758/1988), η) την ευθύνη για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά (άρθρ. 106-121 ν. 1815/1988), θ) την ευθύνη για ζημίες από ελαττωματικά προϊόντα (άρθρ. 6 ν. 2251/1994). Στην προκειμένη περίπτωση η ανυπαρξία γενικού κανόνα ευθύνης από διακινδύνευση δεν είναι ακούσια, αλλά εκούσια. Ο ιστορικός νομοθέτης, οποτεδήποτε παρενέβη με σχετικά νομοθετήματα για να ρυθμίσει ειδικές περιπτώσεις εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης, και έχοντας επίγνωση των υφιστάμενων στην κοινωνία μας πηγών κινδύνων, εξέφρασε εξ αντιδιαστολής, αλλά πάντως με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο, την βούλησή του να διατηρήσει το περιπτωσιολογικό σύστημα της ευθύνης από διακινδύνευση. Τούτο συνέβη είτε άμεσα, με την καθιέρωση ευθύνης από διακινδύνευση μόνο στις περιπτώσεις λ.χ. των ζημιών από τη ρύπανση του περιβάλλοντος (άρθρ. 29 ν. 1650/1986) ή από πυρηνικό ατύχημα (ν. 1758/1988) ή κατά την αεροπορική μεταφορά (άρθρ. 106-121 ν. 1815/1988) ή από ελαττωματικά προϊόντα (άρθρ. 6 ν. 2251/1994) κ.ο.κ., και επομένως όχι σε άλλες περιπτώσεις πρόκλησης ζημιών, είτε έμμεσα, με την καθιέρωση ειδικής αδικοπρακτικής πταισματικής ευθύνης, και επομένως όχι ευθύνης από διακινδύνευση, όπως συνέβη λ.χ. με την περίπτωση της νόθου αντικειμενικής (και άρα όχι γνήσια αντικειμενικής, πολύ δε περισσότερο από διακινδύνευση) ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες του άρθρου 8 ν. 2251/1994 ή με την περίπτωση της πταισματικής ευθύνης της ΔΕΔΔΗΕ (που ενδιαφέρει και εν προκειμένω) του άρθρου 127 §§ 1-2 ν. 4001/2011, που προβλέπει ότι η ΔΕΔΔΗΕ είναι υπεύθυνη «για τη λειτουργία και τη συντήρηση του ΕΔΔΗΕ (δηλαδή του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας) ώστε να διασφαλίζεται η αξιόπιστη, αποδοτική και ασφαλής λειτουργία του» (§ 1), για «την αξιοπιστία και την ασφάλεια» του δικτύου (§ 2 περίπτ. α΄), για «τη διατήρηση τεχνικά άρτιου» δικτύου (§ 2 περίπτ. β΄), καθώς και για «την τήρηση των τεχνικών προδιαγραφών και απαιτήσεων σχεδιασμού, λειτουργίας και συντήρησης του Δικτύου και να μεριμνά για την επίτευξη των στόχων απόδοσης για τη δραστηριότητα της Διανομής, όσον αφορά μεταξύ άλλων στις απώλειες, στην αξιοπιστία τροφοδότησης, στην ποιότητα τάσης και στην ποιότητα εξυπηρέτησης των Πελατών, όπως καθορίζονται στον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ» (βλ. και άρθρο 124 § 5, σύμφωνα με το οποίο «η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ υποχρεούται να διασφαλίζει τους αναγκαίους ανθρώπινους, τεχνικούς, υλικούς και οικονομικούς πόρους για τη λειτουργία, τη συντήρηση και την ανάπτυξη του ΕΔΔΗΕ και γενικότερα για την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων του και την προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων του). Περαιτέρω η ανυπαρξία γενικού κανόνα ευθύνης από διακινδύνευση δεν συνιστά ατέλεια νόμου, καθώς δεν συντρέχει ουσιώδης αξιολογική ομοιότητα μεταξύ των ρυθμισμένων και των αρρύθμιστων -από ειδικές διατάξεις ευθύνης από διακινδύνευση- κινδύνων δεδομένου ότι ο κίνδυνος, για τον οποίο επιβάλλεται η ευθύνη από διακινδύνευση, δεν εμπερικλείει ένα σταθερό και με Θεωρήθηκε ασφάλεια μετρήσιμο ζημιογόνο δυναμικό, που θα καθιστούσε δυνατή τη σύγκρισή του με το ζημιογόνο δυναμικό άλλων αρρύθμιστων κινδύνων, ενώ σε κάθε περίπτωση οι ειδικές ρυθμίσεις της ευθύνης από διακινδύνευση είναι προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες του ρυθμισμένου κινδύνου, χωρίς τη δυνατότητα της μεταφοράς τους σε άλλους αρρύθμιστους κινδύνους. Η άποψη επομένως ότι, "αφού ο νομοθέτης ρυθμίζοντας μερικές μόνο περιπτώσεις κατά τον τρόπο αυτό, δεν ήθελε ... να ρυθμίσει εξαιρετικά μόνο αυτές και να αποκλείσει από μια παρόμοια ρύθμιση τις λοιπές, αλλά εξ αιτίας της περιπτωσιολογικής ρυθμίσεως που ακολούθησε εκφράσθηκε στενότερα απ' ό,τι ήθελε" συνιστά αναπόδεικτη άποψη, η οποία α) αντιβαίνει στη βούληση του Έλληνα νομοθέτη (αν σκοπός του νομοθέτη ήταν να καθιερώσει γενική ρήτρα ευθύνης από διακινδύνευση είναι βέβαιο ότι θα την είχε προβλέψει ρητά μέσα στα εκατό χρόνια που παρήλθαν από την καθιέρωση για πρώτη φορά ευθύνης από διακινδύνευση, με τον ν. ΓΠΝ 1911), β) καταστρατηγεί το περιπτωσιολογικό σύστημα, αφού κατ' αποτέλεσμα υποκαθιστά πλήρως το περιπτωσιολογικό σύστημα από μια γενική ρήτρα περί ευθύνης από διακινδύνευση, γ) παραβιάζει τις προϋποθέσεις της αναλογίας ενός κανόνα δικαίου, αφού παραμερίζει ή σε κάθε περίπτωση καταστρατηγεί την προϋπόθεση της ουσιώδους αξιολογικής ομοιότητας μεταξύ ρυθμισμένου και αρρύθμιστου περιστατικού, δ) πλήττει, την ασφάλεια του δικαίου και τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία δράσης των κατόχων των πηγών κινδύνων ήτοι τα συμφέροντα και την οικονομική ελευθερία (Σ 5 §§§ 1, 3) του κατόχου ενός (αρρύθμιστου από ειδική διάταξη) κινδύνου, αφού ο κάτοχος ενός (αρρύθμιστου από ειδική διάταξη) κινδύνου δεν μπορεί να γνωρίζει, αν, σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας σε τρίτους, θα ευθύνεται όχι μόνο κατά τη γενική πταισματική ευθύνη της ΑΚ 914 αλλά και κατά την ανάλογη εφαρμογή των υφιστάμενων ειδικών λόγων ευθύνης από διακινδύνευση, γεγονός που ματαιώνει την δυνατότητα του κατόχου να λάβει τα αναγκαία προληπτικά μέτρα για τη ζημία που προκλήθηκε σε τρίτους (αυξημένα μέτρα ασφαλείας, ασφαλιστική κάλυψη του κινδύνου κ.λπ.). Υπολαμβάνει δε, στην πραγματικότητα, ως μοναδικό σκοπό της έννομης τάξης την πάση θυσία αποζημίωση ενός προσώπου που υπέστη ζημία, τη στιγμή ωστόσο που κάθε σύγχρονο δίκαιο εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης προβλέπει τη μετακύληση της ζημίας ενός προσώπου σε άλλο, μόνο αν συντρέχει ιδιαίτερος προς τούτο λόγος, ενώ τέλος υφαρπάζει αρμοδιότητες που ανήκουν αποκλειστικά στον νομοθέτη, αφού, συνεπεία όλων των ανωτέρω, μόνο ο νομοθέτης έχει την αρμοδιότητα να αξιολογήσει την ανάγκη υπαγωγής ενός κινδύνου στο αυστηρό, ειδικά ρυθμισμένο, καθεστώς της ευθύνης από διακινδύνευση. Κατά συνέπεια η άποψη, για την καθ' οιονδήποτε τρόπο αναλογική εφαρμογή των ειδικών διατάξεων της ευθύνης από διακινδύνευση στις λοιπές πηγές κινδύνων, εν προκειμένω δε στο Δίκτυο Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, πολύ δε περισσότερο να εφαρμοστεί σε βάρος της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ. Η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ ασφαλώς υπέχει ευθύνη για τις ζημίες που προκαλούνται από την πλημμελή λειτουργία του δικτύου. Η ευθύνη αυτή όμως εδράζεται στον κανόνα του ελληνικού δικαίου εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης, δηλαδή στο πταίσμα που επιδείχθηκε κατά τη συντήρηση και λειτουργία του δικτύου. Το δε πταίσμα, ως προϋπόθεση ευθύνης σε αποζημίωση, επιτρέπει δίκαιες διακρίσεις με βάση τα δεδομένα της εκάστοτε περίστασης. Ολοκληρωμένο σύστημα αστικής ευθύνης επομένως σε σχέση με τη λειτουργία του ΔΕΔΔΗΕ υπάρχει. Στηρίζεται όμως στο πταίσμα της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ. Τυχόν αντίθετη άποψη, που υιοθετεί την αναλογική εφαρμογή των επιμέρους ειδικών λόγων ευθύνης από διακινδύνευση ή έναν γενικό κανόνα ευθύνης από διακινδύνευση σε βάρος της ΔΕΔΔΗΕ, παραγνωρίζει όλα τα ανωτέρω και, εν τέλει, κρίνεται μη ορθή. Κατά συνέπεια, στο ισχύον ελληνικό δίκαιο αποκλείεται η αναλογική εφαρμογή των ειδικών διατάξεων της ευθύνης από διακινδύνευση σε βάρος της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ ή η σε βάρος της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ ισχύς ενός γενικού κανόνα ευθύνης από διακινδύνευση.

 

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 του ίδιου κώδικα, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς περιέλαβε στην απόφασή του, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, της ακόλουθη νομική σκέψη: "Εξάλλου, η σύγχρονη βιομηχανική και τεχνολογική εξέλιξη παρήγαγε αναγκαία και ένα σύνολο πηγών κινδύνου που αποτελούν απρόβλεπτη απειλή για τον άνθρωπο και τα αγαθά του. Τέτοιες πηγές κινδύνου προκλήσεως ζημιών συνιστούν λ.χ. τα (επίγεια, υδάτινα και εναέρια ) μέσα μαζικής μεταφοράς, οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρισμού, τα δίκτυα διανομής του, τα δίκτυα διανομής ύδατος, οι ανάλογες εγκαταστάσεις φυσικού αερίου και άλλων εύφλεκτων και εκρηκτικών χημικών ουσιών. Η πρόκληση ζημίας από μια τέτοια πηγή κινδύνου περιάγει τον ζημιωθέντα σε δυσχερή θέση αποκαταστάσεως της ζημίας του διότι η αρχή της υποκειμενικής ευθύνης που διέπει το δίκαιο της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης αποκλείει την αποζημίωσή του από τον κάτοχο ή τον εξουσιαστή μιας τέτοιας πηγής κινδύνου όταν η ζημία δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητα κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, οπότε «casum sentit dominus», δηλαδή η τυχαία ζημία βαρύνει εν τέλει τον παθόντα. Επίσης, ο ζημιωθείς δυσχερέστατα αποδεικνύει το πταίσμα (όταν υπάρχει) εκείνου που τον ζημίωσε, ενώ ο τελευταίος ως κάτοχος της ανάλογης τεχνογνωσίας ευχερέστατα ανταποδεικνύει ότι δεν υπάρχει πταίσμα. Έτσι το (αναίτιο) θύμα μιας σύγχρονης πηγής κινδύνων μένει αναποζημίωτο, πράγμα που συνιστά μη αποδεκτή δικαϊκή πραγματικότητα και καταδεικνύει την αδυναμία πλέον της αρχής της υποκειμενικής ευθύνης να ρυθμίσει, με κοινωνικά δίκαιο τρόπο, τα σύγχρονα ζητήματα της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης. Απαιτείται λοιπόν μια διαφορετική νομική αντιμετώπιση της ευθύνης από την πρόκληση ζημιών από τέτοιες πηγές ιδιαίτερων κινδύνων που αποκαλείται «ευθύνη από διακινδύνευση». Αυτή δεν μπορεί να είναι παρά η αναγνώριση της υποχρέωσης για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα όταν η ζημία συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένα "ιδιαίτερος" κίνδυνος. Κίνδυνος που αφενός δεν μπορεί να ελεγχθεί με την καταβολή της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας και αφετέρου απειλεί άτομα που λόγω της δομής και οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών είναι υποχρεωμένα να εκτίθενται σ' αυτόν. Συνεπώς, η αρχή της διακινδύνευσης συνεπάγεται ότι ο κάτοχος ή εξουσιαστής μιας τέτοιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένος, αφού άλλωστε αντλεί τα οφέλη από την κινδυνώδη για τους τρίτους λειτουργία της, να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητά του. Η ευθύνη από διακινδύνευση, η οποία είναι συνήθως εξωδικαιοπρακτική και μπορεί να συρρέει με την ευθύνη από αδικοπραξία ή σύμβαση, δεν προϋποθέτει κατά κανόνα πράξη ούτε παράνομη συμπεριφορά ή πταίσμα του υπεύθυνου. Γεννάται είτε από φυσικά γεγονότα είτε από τεχνικές λειτουργίες ή και ανθρώπινη συμπεριφορά που δεν είναι πράξη. Απαιτεί όμως πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πηγής του κινδύνου και της ζημίας. Υπόχρεος σε αποζημίωση είναι ο κάτοχος ή εξουσιαστής της πηγής των ιδιαίτερων κινδύνων. Η επιβάρυνσή του δικαιολογείται ηθικά τόσο από τη νομική αναγνώριση από τη δικαϊκή τάξη λειτουργίας των πηγών αυτών, όσο και από τα οικονομικά οφέλη (συνήθως μεγάλα) που αντλούνται από τέτοιες πηγές. Η αποκλειστική προσήλωση λοιπόν στο δόγμα της υποκειμενικής ευθύνης συνεπάγεται την αδυναμία της έννομης τάξεως να αποκαταστήσει σημαντικό ποσοστό από τις ζημίες του σύγχρονου πολίτη και γι' αυτό επιβάλλεται ένας αναπροσανατολισμός στη λειτουργία του δικαίου της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης στο πλαίσιο του σύγχρονου κοινωνικού κράτους που θα κατευθύνεται στην αποκατάσταση της ζημίας με την παροχή στο ζημιωθέντα αξίωσης για πλήρη αποζημίωση όταν η ζημία του αιτία έχει μια τέτοια πηγή κινδύνου, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται και ικανοποιούνται με πληρότητα τα συνταγματικά δικαιώματα του ατόμου για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του, για τη συμμετοχή του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, την προστασία της ζωής και της υγείας (άρθρο 5 παρ. 1 και 5 Συντ..), για την προστασία της ιδιοκτησίας του (άρθρο 17 παρ. 1 Συντ.) στην ευρύτητα μάλιστα που η έννοια της ιδιοκτησίας προστατεύεται από την ΕΣΔΑ στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της. Τα συνταγματικά αυτά δικαιώματα στο πλαίσιο της γενικής αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου αποβλέπουν, μάλιστα μετά τη ρητή καθιέρωση της αρχής της τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), στην κατοχύρωση και προστασία των σχετικών εννόμων αγαθών όχι μόνο απέναντι σε κυριαρχικές κρατικές επεμβάσεις αλλά και απέναντι σε προσβολές τους από φορείς ιδιωτικής εξουσίας στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων. Με την έννοια αυτή, η εξωδικαιοπρακτική ευθύνη (άρα και η ευθύνη από διακινδύνευση ως μέρος της) αποτελεί μία δευτερογενή προστατευτική λειτουργία των προαναφερόμενων έννομων ατομικών αγαθών και γι' αυτό προάγεται σε ουσιώδες στοιχείο της συνταγματικής τάξεως, αφού διαφορετικά η επιδιωκόμενη από το Σύνταγμα προστασία τους θα παρέμενε ατελής. Με άλλα λόγια, η προαναφερόμενη αρχή στην «ευθύνη από διακινδύνευση», δηλαδή η αναγνώριση της υποχρέωσης για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα όταν η ζημία συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένας «ιδιαίτερος» κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται ικανοποιητικά τα αντίστοιχα ατομικά δικαιώματα. Ο νομοθέτης, υλοποιώντας το πνεύμα των συνταγματικών αυτών διατάξεων, δεν καθιέρωσε ένα γενικό κανόνα (ρήτρα) για ευθύνη από διακινδύνευση, αλλά ρύθμισε (εκτός από τα άρθρα (924 παρ. 1, 925 ΑΚ) περιπτωσιολογικά κάποιες περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση. Αυτές είναι: α) η ευθύνη για ζημίες από τα αυτοκίνητα (ν. ΓΠΝ/1911). β) Η ευθύνη του εκμεταλλευόμενου αεροσκάφους για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά (ν. 1815/1988), γ) Η ευθύνη για ζημίες από πυρηνική ενέργεια (ν. 1758/1988, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1897/1990). Δ) Η ευθύνη για ζημίες από ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος (ν. 1650/1986, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1892/1990). ε) Η ευθύνη για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα ,(ν. 563/1 977), στ) Η ευθύνη για ρύπανση με πετρέλαιο (ν. 314/1976). ζ) Η ευθύνη παραγωγού από ελαττωματικά προϊόντα (ν. 2251/1994). Στις αρρύθμιστες περιπτώσεις, όπως λ.χ. η ευθύνη για ζημίες από τις εγκαταστάσεις παραγωγής και δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, η υποχρέωση του κατόχου ή εξουσιαστή της πηγής, από την οποία εκπορεύεται ένας «ιδιαίτερος» κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις που επιβάλλουν και στους ιδιώτες το σεβασμό και την προστασία των αντίστοιχων έννομων αγαθών. Προτείνεται επίσης βάσιμα και η θεμελίωσή της σε αναλογική εφαρμογή των διατάξεων που ήδη ισχύουν για τις προαναφερόμενες ρυθμισμένες περιπτώσεις, αφού ο νομοθέτης, ρυθμίζοντας μερικές μόνο περιπτώσεις κατά τον τρόπο αυτό, δεν ήθελε (ενόψει και της καθολικότητας των ανωτέρω συνταγματικών επιταγών) να ρυθμίσει εξαιρετικά μόνο αυτές και να αποκλείσει από μία παρόμοια ρύθμιση τις λοιπές, αλλά εξ αιτίας της περιπτωσιολογικής ρυθμίσεως που ακολούθησε εκφράστηκε στενότερα απ' ότι ήθελε».

 

Ακολούθως το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Ν. 4001/22-8-2011 και ειδικότερα, στα άρθρα 122 επ, και 123 παρ. 1, 2, 3 (ΦΕΚ Α' 179/22-8-201 1) και σε συμμόρφωση με την Οδηγία 2009/72/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την οργάνωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, η λειτουργία συντήρησης και ανάπτυξης του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ανατέθηκε στην εναγόμενη, έχει δε συντελεσθεί με τη διαδικασία της απόσχισης και εισφοράς κλάδου ο νομικός και λειτουργικός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων, που υπάγονταν στη Γενική Διεύθυνση Διανομής και τη Διεύθυνση Διανομής Νήσων της «ΔΕΗ ΑΕ», από τις λοιπές δραστηριότητες αυτής, συγχωνευθέντος του κλάδου αυτού δι’ απορροφήσεως από την εναγόμενη και, ως εκ τούτου, η τελευταία υποκατέστησε τη «ΔΕΗ ΑΕ», ως καθολική διάδοχος αυτής, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Η εναγόμενη τυγχάνει κάτοχος και διαχειρίστρια των δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ κυρία και εξουσιαστής εξακολουθεί να παραμένει η «ΔΕΗ ΑΕ». Περαιτέρω, στις 20 Αυγούστου του έτους 2012 και περί ώρα 14:00 εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε δασική έκταση με ελαιόδεντρα, ξερά χόρτα και θάμνους, στη θέση «Δάριζα» Τροιζηνίας του Δήμου Πόρου. Μετά την εκδήλωσή της, η πυρκαγιά επεκτάθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα σε απόσταση τουλάχιστον δέκα χιλιομέτρων δυτικά, βόρεια και βορειοδυτικά, σε άλλες αγροτικές περιοχές και δασικές εκτάσεις, καθώς και σε οικίες διαφόρων ιδιοκτητών, μέχρι και την περιοχή «Βλαχέϊκα», καταστρέφοντας ολοσχερώς περί τα 7.000 στρέμματα δασικής έκτασης με ξερά χόρτα, θάμνους, πουρνάρια, βένια, σχοίνα, όπως και 3.000 στρέμματα αγροτικής καλλιέργειας και σχετικών υποδομών (αρδευτικών συστημάτων και περιφράξεων). Η ανωτέρω πυρκαγιά κατασβήσθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία (Π.Υ. Τροιζηνίας) με τη συνδρομή και άλλων Πυροσβεστικών υπηρεσιών, των Δήμων Τροιζηνίας, Πόρου, Ερμιονίδας, εθελοντών πυροσβεστών, εναέριων μέσων, καθώς και με τη συνδρομή της Νομαρχίας Πειραιά και ιδιωτών... Μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς, πραγματοποιήθηκε προανάκριση από την πυροσβεστική υπηρεσία, στο πλαίσιο της οποίας συντάχθηκε η από 20-8-2021 έκθεση αυτοψίας από τον Υποπυραγό . και τον Πυρονόμο . (ως β' ανακριτικό υπάλληλο). Δυνάμει δε της ανωτέρω έκθεσης αυτοψίας, η εστία της πυρκαγιάς εντοπίζεται «πλησίον - κάτω» διστύλου υποσταθμού της «ΔΕΗ» (δύο στύλοι εκ των οποίων ο ένας φέρει τα στοιχεία 138-ΡΝ, C1- 81, Ε1 και μετασχηματιστή, ο οποίος φέρει τα στοιχεία Α1600, 183 31, 11-82), ο οποίος ευρίσκεται εντός αγροκτήματος ιδιοκτησίας της ., σε απόσταση 40-50 εκατοστών από την περίφραξη του ανωτέρω ακινήτου και ανατολικά της επαρχιακής οδού Ερμιόνης - Γαλατά...(Στη συνέχεια το Δικαστήριο ερευνά τα αντικρουόμενα στοιχεία για την αιτία πρόκλησης της πυρκαϊάς και καταλήγει ως ακολούθως)... Κατά την κρίση του δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι η αρχική εστία της φωτιάς ήταν πλησίον - κάτωθι του επιδίκου υποσταθμού. Τούτο, προκύπτει από το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων, ιδιαίτερα όμως από τα ακόλουθα :... Συνοψίζοντας, από όλες τις ανωτέρω παραδοχές, και κυρίως με βάση το σημείο έναρξης της φωτιάς πλησίον - κάτωθι του επιδίκου υποσταθμού και τα ως άνω ευρήματα θερμικής αιτιολογίας, σε συνδυασμό με τις συνθήκες που επικρατούσαν στον επίδικο χρόνο και τόπο ήτοι υψηλές θερμοκρασίες, ισχυροί βόρειοι - βορειοανατολική άνεμοι της τάξεως των 8 μποφόρ και ξερά χόρτα κάτωθι του επίδικο υποσταθμού, το δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή δικανική πεποίθηση ότι στην υπό κρίση περίπτωση οπωσδήποτε έλαβε χώρα, είτε φαινόμενο υπερπήδησης υψηλής τάσης στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου είτε βραχυκύκλωμα, είτε σφάλμα υψηλής αντίστασης, είτε κάποιο άλλο θερμικό ή ηλεκτρικό φαινόμενο... με αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση την πρόκληση πυρακτώσεως ενός ή περισσοτέρων στερεών σωμάτων τα οποία με την πτώση τους στο έδαφος, προκάλεσαν ανάφλεξη στα ξερά χόρτα κάτωθι του επίδικου υποσταθμού και ξέσπασε η επίδικη φωτιά ... Παρ' όλα ταύτα, δεν προέκυψε ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο (ή αλλιώς ο λόγος για τον οποίο) προκλήθηκε η φωτιά στον επίδικο υποσταθμό, ήτοι εάν οφείλεται σε φαινόμενο υπερπήδησης υψηλής τάσης στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου λόγω ρύπανσης ή φθοράς των μονωτήρων σε συνδυασμό και με ατμοσφαιρική ρύπανση λόγω εγγύτητας με τη θάλασσα (1755,07μ.) ή τήξεως μεταλλικών στοιχείων λόγω κακής κατάστασης ηλεκτρικών επαφών - συνδέσμων (χαλαρών ή οξειδωμένων) ή, διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος λόγω ακατάλληλης γείωσης της εγκατάστασης σε συνδυασμό με χαλαρούς ή οξειδωμένους ηλεκτρικούς συνδέσμους ή βραχυκυκλώματος ή σφάλματος υψηλής αντίστασης κατόπιν επαφής μεταξύ των αγωγών ή σε περίπτωση περιδίνησης των αγωγών λόγω έλλειψης τάνυσης τους πρόκληση επαφής τους με ξένο σώμα (σταθερό ή μετακινούμενο από τον αέρα) ή εισέλευσης του ξένου σώματος στο μονωτικό στρώμα αέρα μεταξύ των αγωγών ή σε κάποιο άλλο θερμικό η ηλεκτρικό φαινόμενο με αποτέλεσμα τη βροχής τηγμάτων αγωγού με τη μορφή ομπρέλας, αφού, με βάση τα ως άνω ευρήματα της υπό κρίση περίπτωσης, οιοδήποτε από τα ως άνω φαινόμενα ήταν πιθανόν να έλαβαν χώρα εν προκειμένω ... Παρ' όλα ταύτα, η απουσία συμπεράσματος περί του ακριβούς τρόπου με τον οποίο προξενήθηκε η φωτιά, δεν αναιρεί τη διαπίστωση της πρόκλησης αυτής από τον επίδικο υποσταθμό, αφού για την παραδοχή αυτή αρκούν όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στοιχεία, όπως συνεκτιμώνται μεταξύ τους ... Ωστόσο, η απουσία συμπεράσματος περί του ακριβούς τρόπου με τον οποίο προξενήθηκε η φωτιά από τον ως άνω υποσταθμό δεν επιτρέπει τη διαπίστωση υπαιτιότητας της εναγόμενης, αφού ακόμη και εάν υφίσταται πλημμέλεια στη συμπεριφορά της αναφορικά με την υποχρέωση της συντηρήσεως του υποσταθμού, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σύμφωνα με την Οδηγία 9 - ΔΚΣΔ/ΤΕΣΔ του πίνακα 3 για τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση της προληπτικής συντήρησης δικτύων Μέσης Τάσης, δεν θα μπορούσε να διαπιστωθεί εν προκειμένω εάν τελεί αυτή σε αιτιώδη συνάφεια με το συγκεκριμένο θερμικό - ηλεκτρικό φαινόμενο, που επισυνέβη στον επίδικο υποσταθμό και προκάλεσε την επίδικη φωτιά. Εξαίρεση στην ανωτέρω παραδοχή αφορά η μομφή που αποδίδεται στην εναγομένη αναφορικά με την παραβίαση της υποχρέωση της για αποψίλωση της βλάστησης γύρω από τον υποσταθμό σε ακτίνα 2μ. πέριξ του υποσταθμού, αφού τέτοια πλημμέλεια θα συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της φωτιάς εκ του υποσταθμού όποιο και εάν ήταν το ηλεκτρικό - θερμικό φαινόμενο που έλαβε χώρα στον υποσταθμό, δεδομένου ότι η εστία της φωτιάς εντοπίζεται στο σημείο ακριβώς που υπήρχαν ξερά χόρτα πλησίον - κάτωθι του υποσταθμού. Από τη διαπίστωση από την πραγματογνώμονα . (όπως μνημονεύει στην πραγματογνωμοσύνη της) αλλά και από προσκομιζόμενες φωτογραφίες αποδεικνύεται ότι υπήρχαν ξερά χόρτα στη βάση του υποσταθμού τον κρίσιμο χρόνο της πρόκλησης της φωτιάς, με την ανάφλεξη εξάλλου τον οποίων ξεκίνησε η φωτιά. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. ./18- 6-2012 ημερήσιο δελτίο εργασίας κλαδεμάτων ή κοπής δένδρων και καθαρισμού αποζευκτικών σημείων (αποψιλώσεως) της αρμόδιας περιοχής του Ναυπλίου ΔΕΔΔΗΕ, που προσκομίζει η εναγομένη, μόλις περίπου 2 μήνες πριν τη φωτιά, δια αναθέσεως της σχετικής εργασίας σε εργολάβο, η εναγομένη εκπλήρωσε την αμέσως προαναφερόμενη υποχρέωση της σύμφωνα με την οδηγία 9 - ΔΚΣΔ/ΤΕΣΔ του πίνακα 3 για τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση της προληπτικής συντήρησης δικτύων Μέσης Τάσης. Συνεπώς, ανεξαρτήτως της αιτίας για την οποία αναπτύχθηκε εκ νέου, στο διαδραμόν διάστημα από την αποψίλωση, τέτοια βλάστηση στη βάση του υποσταθμού, δεν μπορεί να αποδοθεί η ύπαρξη αυτής σε αμέλεια της εναγομένης. Επομένως, έσφαλε το δικαστήριο, κατά την κρίση του ότι η επίδικη αγωγή τυγχάνει ουσία βάσιμη ως προς την κύρια βάση της και θα πρέπει να εξαφανιστεί κατά παραδοχή του 1ου λόγου έφεσης, το δε παρόν δικαστήριο αφού κρατήσει την υπόθεση θα πρέπει να ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής, ενόψει του ότι αυτή δεν εξετάστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ... Περαιτέρω, η επικουρική βάση της αγωγής είναι παραδεκτή (βλ. 1η μείζονα σκέψη) και εν μέρει νόμιμη, θεμελιούμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στην 2η μείζονα σκέψη και εκείνες των άρθρων 297, 298, 346, 914, 932 ΑΚ, 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ κατ' απόρριψη των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης. Ειδικότερα, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έχει ήδη απορριφθεί ως μη νόμιμο το αίτημα για τοκοδοσία της απαίτησης για αποκατάσταση της θετικής ζημίας (διάταξη που κατά την κρίση του δικαστηρίου καταλαμβάνει κατ' ερμηνεία της εκκαλουμένης και την επικουρική βάση). Εξάλλου, το παρόν δικαστήριο δεσμεύεται από την εν όλω απορριπτική διάταξη του τόκου που επιδικάστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού δεν έχει θιγεί με λόγο έφεσης η πρωτόδικη απόφαση, καθ' ο μέρος δεν επιδίκασε τόκο ... Ακολούθως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η υπό κρίση αγωγή ως προς την επικουρική βάση της πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου ... Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, αφού αποδείχτηκε η πρόκληση της_φωτιάς από τον επίδικο υποσταθμό της εναγομένης, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας της, προκύπτει, σύμφωνα και με τα προεκτιθέμενα στην ανωτέρω 2η μείζονα σκέψη, το παράνομο της συμπεριφοράς της εναγομένης και τυγχάνει εξεταστέο το ζήτημα εάν υφίσταται και αιτιωδώς συνδεόμενη προξενηθείσα σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ζημία. Αποτέλεσμα της ως άνω πυρκαγιάς ήταν η υλική ζημία 1200 ελαιόδεντρων και αρδευτικού συστήματος σε αγροτεμάχια εκτάσεως 23 και 22 στρεμμάτων αντίστοιχα κείμενα στην θέση «Βλαχέικα» ιδιοκτησίας...(ακολουθεί η παράθεση των περιστατικών που προσδιορίζουν την ζημία κάθε ενάγοντος).

 

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς την επικουρική της βάση και ακολούθως, αφενός υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει, αφετέρου αναγνώρισε την υποχρέωση της να καταβάλει ως αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά για έκαστο τούτων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η επικουρική βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων ήταν νόμιμη και ότι ακολούθως πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παρατεθείσες

στην μείζονα σκέψη του ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 5, 17 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, άρθρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 924 και 925 ΑΚ και ν. ΓΠΝ/1911, 1815/1988, 1758/1988, 1650/1986, 563/1977, 314/1976, 2251/1994, οι οποίες εν προκειμένω δεν ήταν εφαρμοστέες, και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 122, 123 και 127 ν. 4001/2011, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο εκδήλωσης της πυρκαϊάς, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, καθόσον τα επικαλούμενα από τους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες θεμελιωτικά της αγωγής τους και Θεωρήθηκε αποδειχθέντα,            κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την επικουρική βάση της πραγματικά περιστατικά, δεν δικαιολογούν ευθύνη της αναιρεσείουσας - εναγομένης για πυρκαϊά προκληθείσα από το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, του οποίου είναι διαχειρίστρια και έχει την ευθύνη της συντήρησης και λειτουργείας του, όταν δεν την βαρύνει υπαιτιότητα, σύμφωνα με την μείζονα σκέψη, που αναφέρθηκε στην αρχή της αποφάσεως αυτής και κατά τις δύο παραλλαγές της, που απολήγουν στο ίδιο διατακτικό και συνεπώς, η αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει και τους υπόλοιπους πρόσθετους λόγους ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε επί της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής και για την ενότητα του τίτλου εκτέλεσης και ως προς την διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα.

 

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 824/2022, ΑΠ 921/2021). Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν υπάρχει και στη κρινόμενη περίπτωση.

 

Κατ' ακολουθίαν, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που έκρινε επί της επικουρικής βάσης της αγωγής, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η από 8-4-2017 αγωγή των αναιρεσίβλητων ως προς την επικουρική της βάση και να απορριφθεί αυτή ως νομικά αβάσιμη. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του προκατατεθέντος παράβολου στην αναιρεσείουσα (άρθρα 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να επιβληθεί κατά ένα μέρος η δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας και για τους τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας εις βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρο 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά τα λοιπά να συμψηφιστεί καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 εδ. α' ΚΠΔ ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

- Αναιρεί την υπ’ αριθ. 3128/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (όπως διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 3800/2022 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

 

- Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 8-4-2017 αγωγή των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων ως προς την επικουρική της βάση.

 

- Απορρίπτει την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση.

 

- Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, και για τους τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και

 

- Διατάσσει την απόδοση του παράβολου στην αναιρεσείουσα.

 

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.

 

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουάριου 2025.

 

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ