ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΤρΔΕφ(Ακ)Ιωαννίνων 17/2021

 

Ελληνική Αστυνομία και προσόντα για την κατάταξη σπουδαστών στις Αστυνομικές Σχολές – Αίτηση ακύρωσης - Έννομο συμφέρον -.

 

Αποκλεισμός υποψήφιας δια της επιστροφής σ’ αυτήν των δικαιολογητικών συμμετοχής της στον διαγωνισμό, κατόπιν της διαπίστωσης ότι είχε ανάστημα κάτω του ορίου (1,70μ.). Κρίση ότι η αίτηση ακυρώσεως ασκήθηκε µετ' εννόµου συµφέροντος, παρά το γεγονός ότι η αιτούσα, δεν δήλωσε στο, μεταγενεστέρως υποβληθέν, μηχανογραφικό της δελτίο προς το Υπουργείο Παιδείας τις αστυνομικές σχολές, διότι η υποβολή τέτοιας δήλωσης θα ήταν αλυσιτελής, καθόσον, εν τοις πράγμασι, η υποβολή της δήλωσης αυτής στο μηχανογραφικό δελτίο μόνον επόµενη της υποβολής των δικαιολογητικών (τα οποία, όμως, της επιστράφηκαν) θα µπορούσε να είναι.

 

Αριθμός αποφάσεως: 17/2021 

                                                                                               

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ Β΄ - ΤΡΙΜΕΛΕΣ

ΑΚΥΡΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2021, με δικαστές τους: Χρήστο Κροντηρά, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Αικατερίνη Τζουβάρα και Παναγιώτη Συνιόλα, Εφέτες Δ.Δ., με γραμματέα δε την Ευαγγελία Φωτίου, δικαστική υπάλληλο,

 

για να δικάσει την από 22.9.2020 αίτηση ακυρώσεως (ΑΚ./22.9.2020),

 

της Μ.Μ. του Π, κατοίκου Ιωαννίνων, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Ιωάννη Κάντζιο (Α.Μ. 350 Δ.Σ. Ιωαννίνων), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε την από 19.3.2021 δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του,

 

κατά των Υπουργών: 1) Προστασίας του Πολίτη και 2) Παιδείας και Θρησκευμάτων, οι οποίοι παρέστησαν με τον Σπυρίδωνα Κουλούρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε την από 22.3.2021 δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του. 

 

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή της υποθέσεως, Εφέτη Δ.Δ., Παναγιώτη Συνιόλα.

 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και,

 

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

 

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο:

 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί εμπροθέσμως το νόμιμο ποσό παραβόλου (βλ. τα .../22.9.2020 ειδικά γραμμάτια, σειράς Α΄).

 

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή η αιτούσα ζητεί την ακύρωση: α) της .-ρκδ΄/11.6.2020 πράξης της αρμόδιας Αξιωματικού της Διεύθυνσης Αστυνομίας Ιωαννίνων, με την οποία της επιστράφηκαν τα δικαιολογητικά που είχε υποβάλει για συμμετοχή στον διαγωνισμό επιλογής σπουδαστών για τη Σχολή Αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας με το σύστημα των Πανελληνίων εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, έτους 2020, με την αιτιολογία ότι είχε ανάστημα χαμηλότερο του ελάχιστου απαιτουμένου (1,70 μ.), και β) της Φ253/111357/Α5/27.8.2020 (ΑΔΑ ΩΣΗΥ46ΜΤΛΗ-ΟΙΚ) αποφάσεως της Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, με θέμα: «Κύρωση πινάκων εισαγόμενων στα Τμήματα/Εισαγωγικές Κατευθύνσεις και στις Σχολές της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, για το ακαδημαϊκό έτος 2020-2021 των υποψηφίων οι οποίοι συμμετείχαν στις πανελλαδικές εξετάσεις των Γενικών Λυκείων 2020 με το νέο σύστημα εισαγωγής του ν. 4186/2013 (ΦΕΚ Α΄193), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει», κατά το μέρος που η ίδια παρελήφθη από τον πίνακα εισαγομένων στη Σχολή Αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας.

 

3. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. πρωτ. .΄/29.5.2020 απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την κατάταξη ιδιωτών (ανδρών – γυναικών) στην Ελληνική Αστυνομία και την εισαγωγή τους στις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων αυτής, με το σύστημα των Πανελληνίων εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων κατά το ακαδημαϊκό έτος 2020-2021. Η προκήρυξη αυτή εκδόθηκε βάσει των διατάξεων, μεταξύ άλλων, i) του ν. 2226/1994 (Α΄ 122) «Εισαγωγή, εκπαίδευση και μετεκπαίδευση στις Σχολές της Αστυνομικής Ακαδημίας κ.λπ.», ii) του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152) «Ειδικές κατηγορίες-γονείς και τέκνα πολύτεκνων οικογενειών κ.λπ.», iii) του π.δ. 4/1995 (Α΄ 1) «Εισαγωγή στις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων με το σύστημα των γενικών εξετάσεων», με το άρθρο 2 παρ. 1 περ. στ΄ του οποίου καθορίστηκε το ελάχιστο όριο αναστήματος σε 1,70 για τους άνδρες και σε 1,65 μ. για τις γυναίκες, και iv) του π.δ. 90/2003 (Α΄ 82), με το άρθρο 1 παρ. 1 του οποίου τροποποιήθηκε η πιο πάνω περίπτωση στ΄ και ανακαθορίσθηκε σε ενιαία βάση το ελάχιστο όριο αναστήματος (αδιακρίτως φύλου) των υποψηφίων, στο 1,70 μ. χωρίς υποδήματα. Η τελευταία, εξάλλου, διάταξη επαναλήφθηκε αυτούσια στην ως άνω προκήρυξη (στο Κεφάλαιο ΙΙ περίπτωση 6 αυτής). Περαιτέρω, σύμφωνα με την - υπό τον τίτλο «Προσκομιζόμενα δικαιολογητικά από το σύνολο των υποψηφίων» - παρ. Α του άρθρου III της προκήρυξης αυτής, «Όσοι/ες έχουν τα προσόντα του προηγούμενου Κεφαλαίου II και επιθυμούν να καταταγούν ως Δόκιμοι Αστυφύλακες ή Δόκιμοι Υπαστυνόμοι, οφείλουν μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, αφενός να δηλώσουν προτίμηση για τις Σχολές Αξιωματικών ή/και Αστυφυλάκων στο μηχανογραφικό δελτίο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και αφετέρου να υποβάλουν στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας ή διαμονής τους, από τη δημοσίευση της παρούσας μέχρι την ώρα 15.00 της 12-06-2020, τα εξής δικαιολογητικά: …». Ενόψει αυτών, η ήδη αιτούσα στις 8.6.2020 υπέβαλε στο Αστυνομικό Τμήμα Ιωαννίνων τη με κωδικό Υ.ΠΑΙ.Θ. 20041608 αίτηση συμμετοχής στον πιο πάνω διαγωνισμό. Κατά την αναστημομέτρησή της, όμως, που διενεργήθηκε την ίδια ημέρα από τον Αξιωματικό της εν λόγω Υπηρεσίας που ήταν αρμόδιος για τη συγκέντρωση και τον έλεγχο των δικαιολογητικών των υποψηφίων, βρέθηκε να έχει ύψος κάτω του 1,70 μ. (συγκεκριμένα, 1,685 μ.). Για τον λόγο αυτό, υπέβαλε αυθημερόν αίτηση νέας αναστημομέτρησης, παρεπέμφθη δε για τον σκοπό αυτό στη Διεύθυνση Αστυνομίας Ιωαννίνων, σύμφωνα με το Κεφάλαιο IV «ΥΠΟΒΟΛΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΩΝ» ενότητα Β εδάφιο δ΄ της ανωτέρω προκήρυξης. Πράγματι, στις 10.6.2020 και 11.6.2020 η αιτούσα παρουσιάστηκε ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής Αξιωματικών της Διεύθυνσης Αστυνομίας Ιωαννίνων, η οποία προέβη, αντιστοίχως, σε τρεις (3) αναστημομετρήσεις της. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα οικεία Πρακτικά της εν λόγω Επιτροπής, η αιτούσα βρέθηκε να έχει ύψος, τη μεν 10η.6.2020: 1,691 μ. στις 10.00΄, 1,690 μ. στις 10.05΄ και 1,690 μ. στις 10.10΄, τη δε 11η.6.2020: 1,690 μ. στις 08.20΄, 1,689 μ. στις 08.25΄ και 1,685 μ. στις 08.30΄, υπολειπόμενο σε κάθε περίπτωση του ανωτέρω ελάχιστου απαιτουμένου ορίου του 1,70 μ.. Για τον λόγο αυτό, τη δεύτερη ημέρα της νέας αναστημομέτρησης (11.6.2020) επεστράφησαν στην αιτούσα τα υποβληθέντα από την ίδια δικαιολογητικά (πλην της αιτήσεως συμμετοχής της στον διαγωνισμό). Στη συνέχεια, αυτή έλαβε μέρος στις Πανελλαδικές εξετάσεις για εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σε μαθήματα της Ομάδας Προσανατολισμού «ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ» της Γ΄ Τάξης του 9ου Γενικού Λυκείου Καρδαμιτσίων Ιωαννίνων, που διενεργήθηκαν το Σχολικό Έτος 2019-2020, συγκεντρώνοντας για το Επιστημονικό Πεδίο «ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ, ΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ» 14.575 μόρια (βλ. την από 3.9.2020 βεβαίωση του Διευθυντή του προαναφερόμενου Λυκείου) και συντάσσοντας, σχετικώς, μηχανογραφικό δελτίο στο οποίο δεν δήλωσε τις σχολές «Αστυφυλάκων» (με κωδικό 870 – μόνο για πολίτες) και «Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας» (με κωδικό 869  – μόνο για πολίτες). Τέλος, ενόψει του αναστήματός της, κρίθηκε μη ικανή και, για τον λόγο αυτό, δεν συμπεριλήφθηκε τελικά στους πίνακες των εισαγομένων στην Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας για το ακαδημαϊκό έτος 2020-2021, οι οποίοι κυρώθηκαν με τη δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη, καίτοι η βάση της σχολής αυτής διαμορφώθηκε εν τέλει στα 13.625 μόρια (βλ. το 9919/Α3/28.1.2021 έγγραφο του Τμήματος Ε΄ Εφαρμογών Εξετάσεων της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων).

 

4. Επειδή, με την έκδοση της υπό στοιχ. β΄ - και μόνης παραδεκτώς προσβαλλόμενης - αποφάσεως της Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, ολοκληρώθηκε η σύνθετη διοικητική ενέργεια του επίμαχου διαγωνισμού για την εισαγωγή ιδιωτών στις σχολές της Ελληνικής Αστυνομίας. Ως εκ τούτου, η υπό στοιχ. α΄ πράξη της αρμόδιας Αξιωματικού της Διεύθυνσης Αστυνομίας Ιωαννίνων, απώλεσε τον εκτελεστό χαρακτήρα της και δεν είναι δυνατή η αυτοτελής προσβολή της. Τυχόν, όμως, πλημμέλειες αυτής εξετάζονται κατά την έρευνα του κύρους της τελικής αποφάσεως της Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων (πρβλ. ΣτΕ 1523/2019, 2943/2015, 2443/2014, 1111/2005 σκ. 4). Εξάλλου, η ένδικη αίτηση ασκείται μετ’ εννόμου συμφέροντος, παρά το γεγονός ότι η αιτούσα, όπως προαναφέρθηκε, στο μηχανογραφικό δελτίο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων που συνέταξε δεν δήλωσε τις σχολές «Αστυφυλάκων» και «Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας», απορριπτομένου ως αβασίμου του αντίθετου ισχυρισμού του καθ’ ου η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου. Και τούτο, ανεξαρτήτως των προβλεπομένων στην παρ. Α του άρθρου III της επίμαχης προκήρυξης περί, αφενός, δηλώσεως από την αιτούσα της προτίμησής της για τις ανωτέρω Σχολές στο εν λόγω μηχανογραφικό δελτίο και, αφετέρου, υποβολής από την ίδια των σχετικών δικαιολογητικών της στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας ή διαμονής της, καθόσον εν τοις πράγμασι η δήλωση της αιτούσης στο δελτίο αυτό μόνον επόμενη της υποβολής των δικαιολογητικών της θα μπορούσε να είναι, με συνέπεια, σε περίπτωση επιστροφής τους στην αιτούσα, όπως εν προκειμένω συνέβη, να καθίσταται αλυσιτελής η μεταγενέστερη δήλωση από αυτή στο μηχανογραφικό δελτίο των προτιμήσεών της.

 

5. Επειδή, ήδη, με το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις θα πρέπει να ακυρωθούν, αφενός μεν, ως αντισυνταγματικές και ανίσχυρες, καθόσον παραβιάζουν τις αρχές της ισότητας των δύο φύλων και της ίσης μεταχείρισης κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση που είναι αναγκαία για την πρόσβαση σε αυτά, όπως και τις αρχές της αναλογικότητας, της αξιοκρατίας και της απαγόρευσης των διακρίσεων όσον αφορά την πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις αλλά και την εν γένει απασχόληση, κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 5 παρ. 1, 25 παρ. 1, 103 παρ. 7 και 116 παρ. 2 του Συντάγματος, αφετέρου δε, ως αντικείμενες στο Ενωσιακό Δίκαιο και δη στην Οδηγία 2006/54/ΕΚ που αφορά την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, καθόσον, καταστρατηγώντας τα άρθρα 2 παρ. 1 περ. α΄ και β΄, άρθρο 3, άρθρο 14 και άρθρο 29 της ανωτέρω οδηγίας, εισάγουν έμμεση διάκριση λόγω φύλλου όσον αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης στην επαγγελματική εκπαίδευση και απασχόληση, την επαγγελματική προώθηση και τις συνθήκες εργασίας.

 

6. Επειδή, με τη 1420/2016 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκδοθείσα επί εφέσεως του Δημοσίου κατά της Μ.Ε.Κ. (αρ. κατ. ./2009), υποβλήθηκε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το εξής προδικαστικό ερώτημα: «Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003, με την οποία τροποποιήθηκε η παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 4/1995 και ορίζεται ότι οι ιδιώτες υποψήφιοι για τις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας πρέπει, μεταξύ άλλων προσόντων, “να έχουν ανάστημα (άνδρες και γυναίκες) τουλάχιστον 1,70 μ.”, είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των Οδηγιών 76/207/ΕΟΚ, 2002/73/ΕΚ και 2006/54/ΕΚ, οι οποίες απαγορεύουν κάθε έμμεση διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας στον δημόσιο τομέα (εκτός εάν η διαφορετική αυτή, κατ’ αποτέλεσμα, μεταχείριση οφείλεται σε παράγοντες, οι οποίοι δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου, δεν βαίνει δε πέραν του κατάλληλου και αναγκαίου για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρου);».

 

7. Επειδή, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.), με την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2017 (C-409/2016), αποφαινόμενο επί της προαναφερόμενης «αίτησης προδικαστικής αποφάσεως», αφού εξέτασε εάν προϋπόθεση ελάχιστου αναστήματος, όπως η προβλεπόμενη από την επίμαχη κανονιστική ρύθμιση, είναι πρόσφορη για τη διασφάλιση της επίτευξης του σκοπού που επιδιώκει η ρύθμιση αυτή και κατά πόσον υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξή του, έκρινε ότι: «Οι διατάξεις της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε κανονιστική ρύθμιση ελάχιστου αναστήματος 1,70 μ., ανεξαρτήτως φύλου, για τη συμμετοχή υποψηφίων στο διαγωνισμό για την κατάταξη σπουδαστών στην αστυνομική σχολή του κράτους μέλους αυτού, εφόσον η ρύθμιση αυτή, αφενός, περιάγει σε μειονεκτική θέση πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών σε σύγκριση με τους άνδρες και, αφετέρου, δεν παρίσταται πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του θεμιτού σκοπού τον οποίον επιδιώκει, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει».

 

8. Επειδή, κατόπιν αυτών, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στο Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό επταμελή σύνθεση («αιτούν δικαστήριο»), το οποίο, κατ’ αρχάς, με την 2055/2019 απόφασή του έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι «δεν τεκμηριώνεται επαρκώς, αντιθέτως δε τίθεται υπό εύλογη αμφισβήτηση, … η αναγκαιότητα και προσφορότητα της θέσπισης, με το άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003, κοινού ελαχίστου αναστήματος 1,70 μ. ως απαραίτητου προσόντος για την πρόσβαση όλων των υποψηφίων, ανεξαρτήτως φύλου, στις σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας, για την εξασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας του σώματος αυτού και, επομένως, η εν λόγω απαίτηση αφενός συνιστά έμμεση διάκριση λόγω φύλου, κατά την έννοια της εφαρμοστέας κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, μη δικαιολογούμενη από τον ανωτέρω σκοπό δημοσίου συμφέροντος, αφετέρου αντιβαίνει στις συνταγματικές διατάξεις περί ισότητας των φύλων, αξιοκρατίας κατά την πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις, ελευθερίας επιλογής επαγγέλματος και αναλογικότητας, που επιβάλλει την κατά το δυνατό εναρμόνιση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών με τις καθοριστικές για την εκτέλεση του ειδικού έργου της Αστυνομίας επιταγές». Ενόψει, όμως, της κατά τα ανωτέρω κρίσης, κατά πλειοψηφία, του Τμήματος περί αντισυνταγματικότητας, καθώς και αντίθεσης προς το ενωσιακό δίκαιο, της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003, καθ’ ο μέρος ορίζει ως αναγκαίο προσόν για την πρόσβαση στις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας κοινό, για άνδρες και γυναίκες υποψηφίους, ελάχιστο ανάστημα 1,70 μ., η υπόθεση εν τέλει παρεπέμφθη προς εκδίκαση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώπιον της οποίας εκκρεμεί.

 

9. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, η εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως, στην οποία τίθενται τα αυτά ακριβώς ζητήματα, πρέπει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 249 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), σε συνδυασμό με τα άρθρα 40 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) και 4 του ν. 702/1977 (Α΄ 268), να αναβληθεί οίκοθεν μέχρι την έκδοση αποφάσεως της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της ως άνω εφέσεως και να κοινοποιηθεί η παρούσα απόφαση στους διαδίκους.

 

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

 

Αναβάλλει την περαιτέρω εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως ακυρώσεως, έως την έκδοση αποφάσεως από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της εφέσεως που ασκήθηκε και εκκρεμεί ενώπιόν του (αρ. κατ. ./2009) του Ελληνικού Δημοσίου (εκπροσωπούμενου από τους Υπουργούς Εσωτερικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων) κατά της Μ.Ε.Κ. και της 734/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στα Ιωάννινα στις 13.4.2021, δημοσιεύθηκε δε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 14.4.2021.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                           Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΡΟΝΤΗΡΑΣ                            ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΥΝΙΟΛΑΣ

 

                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

                    ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΦΩΤΙΟΥ