ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΤρΔΕφ 3786/2022

 

Προϋποθέσεις αποζημιώσεως ιδιοκτητών τίτλων μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης (Μ.Σ.Δ.) λόγω ακύρωσης των τίτλων αυτών.

 

 

Αριθμός απόφασης 3786/2022

 

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 17ο Τριμελές

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2022, με δικαστές τους: Μαρία Δραζιώτη, Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων, ως Προεδρεύουσα, δυνάμει της με αριθ. 10/2022 πράξης της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Διοικητικού Εφετείου Αθήνας, Κωνσταντίνο Υφαντή, Εφέτη Δ.Δ., που συμμετείχε στη σύνθεση δυνάμει της 19/2022 πράξης της ως άνω Προέδρου και Όλγα Πατένα (Εισηγήτρια), Εφέτη Δ.Δ., και γραμματέα τον Δημήτριο Μενιάδη, δικαστικό υπάλληλο,

 

γ ι α να δικάσει την από 11.11.2016 (αρ. καταχ. στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών ΕΦ./29.11.2016) έφεση:

 

τ ο υ Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και παραστάθηκε με την δικαστική πληρεξουσία του Ν.Σ.Κ. Ευγενία Χρόνη, με δήλωση κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ,

 

κ α τ ά των 1) ., η οποία απεβίωσε στις 24.10.2013, πριν την άσκηση της κρινόμενης έφεσης, 2) ., κατοίκου Πεύκης Αττικής (οδός .), 3) ., η οποία ήδη απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζει ως κληρονόμος ο δεύτερος εφεσίβλητος ., και 4) ., κατοίκου Αθηνών (οδός .), οι οποίοι (.) παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους Νικόλαο-Κομνηνό Χλέπα, Ιωάννα Ανδρίτσου και Απόστολο Παπακωνσταντίνου, με δηλώσεις κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.

 

Μετά τη συζήτηση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

 

Η κ ρ ί σ η τ ο υ ε ί ν α ι η ε ξ ή ς:

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, όπως νομίμως και παραδεκτώς συμπληρώνεται με το από 24.4.2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων (ΠΛ./24.4.2018) και για την άσκηση τη οποίας δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, ζητείται η εξαφάνιση της 3440/2016 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα 27ο). Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η με ημερομηνία κατάθεσης 21.12.2007 αγωγή των εφεσίβλητων (...) κατά του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6% ετησίως, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (21.12.2007) μέχρι την εξόφληση, στον ... το συνολικό ποσό των 2.348.413 ευρώ, στην ... το συνολικό ποσό των 2.076.662,46 ευρώ και στην ... το συνολικό ποσό του 1.927.626,86 ευρώ, αφενός μεν ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστησαν από την παράνομη παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου να τους καταβάλει το αναλογούν αντάλλαγμα, μετά την αυτοδίκαιη ακυρότητα των ονομαστικών τίτλων μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης (ΜΣΔ), των οποίων ήταν δικαιούχοι, κατά τα αναφερόμενα στις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 και 6 του ν. 3044/2002 (Α΄ 197), αφετέρου δε για την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν οι ανωτέρω από την παραπάνω αιτία. Τα ανωτέρω ποσά επιδικάσθηκαν στους ανωτέρω ατομικώς και ως κληρονόμων της ..., κατά την κληρονομικής τους μερίδα.

 

2. Επειδή, η ., απεβίωσε στις 24.10.2013, μετά την άσκηση της ως άνω αγωγής και ενόσω αυτή εκκρεμούσε προς εκδίκαση, για τον λόγο δε αυτόν η δίκη στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διακόπηκε και συνεχίστηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου νομίμους κληρονόμους της λοιπούς εφεσίβλητους (...). Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη έφεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ..., είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά φυσικού προσώπου που είχε αποβιώσει πριν από την κατάθεσή της και, άρα, στερείτο της ικανότητας να είναι διάδικος, κατά τη συνδυασμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 34 και 35 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) και των άρθρων 23, 24 παρ. 1, 84 και 93 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97/17.5.1999) (βλ. Σ.τ.Ε. 210/2006, 126/2019). Εξάλλου, μετά την άσκηση της κρινόμενης έφεσης απεβίωσε στις 31.3.2019 η τρίτη εφεσίβλητη ... και άφησε μόνους πλησιέστερους συγγενείς τα αμφιθαλή αδέλφια της . και . (βλ. το ./4.7.2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Αθηναίων), ενώ η . αποποιήθηκε της ως άνω κληρονομιάς με αποτέλεσμα η . να κληρονομηθεί αποκλειστικώς από τον … (βλ. την ./10.6.2019 Έκθεση Καταχώρησης Δήλωσης Αποποιήσεως Κληρονομιάς του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Κατόπιν τούτων, η παρούσα δίκη, που διακόπηκε λόγω θανάτου της τρίτης εφεσίβλητης …, μετά την άσκηση της κρινόμενης έφεσης και ενόσω τούτη εκκρεμούσε προς εκδίκαση, νομίμως συνεχίζεται με την κατάθεση του ΥΠ./16.3.2022 υπομνήματος των πληρεξουσίων δικηγόρων του εφεσιβλήτων, από τον ., ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της. Κατά τα λοιπά, η κρινόμενη έφεση έχει ασκηθεί παραδεκτώς και πρέπει να εξεταστεί, περαιτέρω, κατ’ ουσίαν.

 

3. Επειδή, το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ), ορίζει ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση ένεκα πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ’ αυτά δημοσίας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, όπως η πράξη ή η παράλειψη είναι παράνομη, δηλαδή πρέπει με αυτή να παραβιάζεται κανόνας δικαίου, με τον οποίο προστατεύεται ορισμένο ατομικό δικαίωμα ή συμφέρον. Εκ του ότι δε ο νομοθέτης είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει, γενικότερα, τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτο, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, από την εκ μέρους της Ελληνικής Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια, κατά το Σύνταγμα, όργανά της ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, πλην εάν από την νομοθέτηση ή μη αυτή γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (ΣτΕ 4741/2014 Ολομ. σκ. 8, 898/2014, 2544/2013 επταμ., 4702/2012, 751/2011, 3086/2011 Ολομ., 3089/2009 επταμ., 1011/2008, 1038/2006 επταμ., 5, 6, 3624, 3625/2001, 977, 978/2000, 1141/1999). Εξάλλου, συντρέχει παράλειψη νομοθέτησης και όταν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η θέσπιση κατ’ ουσίαν κανόνων δικαίου έχει ανατεθεί, κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, σε διοικητικό όργανο, που καθίσταται έτσι αρμόδιο για την έκδοση κανονιστικής πράξης, η οποία περιλαμβάνει κανόνες του εξ αντικειμένου δικαίου. Εντούτοις, επί ασκήσεως τέτοιας δευτερογενούς νομοθετικής λειτουργίας, επικρατούν οι όροι και περιορισμοί που τυχόν θέτει η εξουσιοδοτική διάταξη, οι οποίοι και διέπουν δεσμευτικώς την κατ’ εξουσιοδότηση κανονιστική ρύθμιση. Εάν, ειδικότερα, πρόκειται για περίπτωση που αφορά την καθιέρωση ενός δικαιώματος προς παροχή, δεν εμποδίζεται ο εξουσιοδοτών νόμος να αναγνωρίσει εξαρχής και αμέσως αυτό το δικαίωμα, με την έννοια, ότι το θεωρεί, από την έναρξη της ισχύος του νόμου, ως παρεχόμενο, καταλείποντας απλώς στο εξουσιοδοτούμενο όργανο την περιορισμένη εξουσία να θεσπίσει συμπληρωματικούς κανόνες δικαίου, αναγκαίους για την περαιτέρω ρύθμιση τεχνικών λεπτομερειών ή των όρων άσκησης του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή δεν συγχωρείται να καθίσταται το δικαίωμα αυτό, στην ουσία, ανενεργό, διά της παραλείψεως της επιτασσόμενης συμπληρωματικής κανονιστικής ρύθμισης αυτού, όταν η σχετική επιταγή της εξουσιοδότησης δεν επιτρέπει μετάθεση του χρόνου έναρξης της ισχύος του δικαιώματος. Συνεπώς, εάν ο εξουσιοδοτών νόμος δεν επιτρέπει τη μετάθεση του χρόνου έναρξης της ισχύος του δικαιώματος, το οποίο παρέχεται αμέσως από αυτόν, η άσκηση της αρμοδιότητας προς κανονιστική ρύθμιση καθίσταται δέσμια, η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την κανονιστική αυτή αρμοδιότητα είναι αντίθετη προς το νόμο, από την παράλειψη δε αυτή δημιουργείται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΣτΕ 2544/2013, 730/2010, 2224/2009, βλ. και ΣτΕ 1849/2009 Ολομ. σκ. 5.). Εφόσον δε, κατά τα προεκτεθέντα, ο ίδιος ο νομοθέτης καθιερώνει, αμέσως και από την έναρξη της ισχύος του νόμου, το δικαίωμα προς παροχή, η αναγνώριση, με δικαστική απόφαση, της υποχρέωσης της Διοίκησης να ασκήσει την κανονιστική της αρμοδιότητα, θεσπίζοντας τους αναγκαίους για την εφαρμογή του νόμου συμπληρωματικούς κανόνες, ούτε συνιστά επέμβαση της Δικαστικής λειτουργίας στο έργο της Νομοθετικής ή Εκτελεστικής λειτουργίας ούτε έρχεται σε αντίθεση με την προβλεπόμενη από το άρθρο 26 του Συντάγματος αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα, το οποίο εφαρμόζεται και στην περίπτωση του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, επί αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΣτΕ 3713/2010, 1229/2010, 2536/2008, 2559/2007 επτ.).

 

4. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 24 του Συντάγματος, πριν από την αναθεώρησή του το 2001, ορίζονταν τα ακόλουθα: «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει την υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα» (παρ. 1). «Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης» (παρ. 2). «Για να αναγνωριστεί μια περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως νόμος ορίζει» (παρ. 3). Οι διατάξεις της τελευταίας αυτής παραγράφου 3 καθώς και της επόμενης παραγράφου 4 «εφαρμόζονται και στην αναμόρφωση των οικιστικών περιοχών που ήδη υπάρχουν ...» (παρ. 5). Τέλος, «τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών» (παρ. 6).

 

5. Επειδή, ακολούθως, με το ν. 2300/1995 «Μεταφορά συντελεστή δόμησης και άλλες διατάξεις» ρυθμίστηκε εκ νέου ο θεσμός της μεταφοράς συντελεστή δόμησης και καταργήθηκαν οι σχετικές προγενέστερες διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 880/1979 «Περί καθορισμού ανωτάτου ορίου συντελεστή δομήσεως, εισαγωγής του θεσμού μεταφοράς συντελεστού δομήσεως και ετέρων τινων διαρρυθμίσεων της πολεοδομικής νομοθεσίας» (ΦΕΚ Α’ 58), και των εκτελεστικών του π.δ/των 470/1979 «Περί του μετασχηματισμού των συντελεστών δομήσεως εις εμβαδά κατά την εφαρμογήν του ν. 880/1979» (ΦΕΚ Α’ 138) και 510/1979 «Περί ρυθμίσεως θεμάτων μεταφοράς συντελεστού δομήσεως κατά το ν. 880/1979» (ΦΕΚ Α’ 154), όπως τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα, οι οποίες είχαν κριθεί αντισυνταγματικές με αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1071-1073/1994, 1846/1994), για το λόγο ότι η θεσπιζόμενη με τις διατάξεις αυτές ρύθμιση του θεσμού ήταν αντίθετη προς τις επιταγές του άρθρου 24 παρ. 1, 2 και 6 του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του νέου νόμου (ν. 2300/1995), στο οποίο απαριθμούνται οι κατηγορίες βαρυνόμενων ακινήτων, δηλαδή εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να χορηγηθεί τίτλος δικαιώματος μεταφοράς συντελεστή δόμησης, το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται, μεταξύ άλλων, και για ακίνητα που χαρακτηρίζονται από εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ως κοινόχρηστοι χώροι και για ακίνητα χωρίς κτίσματα ή με κτίσματα προς κατεδάφιση που βρίσκονται σε σημεία της πόλης χαρακτηριζόμενα πολεοδομικώς ενδιαφέροντα για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων. Εξάλλου, στο άρθρο 4 του ίδιου νόμου περιέχονται ρυθμίσεις που αναφέρονται στις περιοχές στις οποίες επιτρέπεται μεταφορά συντελεστή δόμησης και στους κανόνες με τους οποίους μπορεί να πραγματοποιείται η μεταφορά. Όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 6070/1996 Ολομ.), ο θεσμός της μεταφοράς συντελεστή δόμησης μόνο ως μέθοδος αποζημίωσης στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος μπορεί να εισαχθεί από το νομοθέτη, δηλαδή για τα ακίνητα στα οποία επιβάλλονται ουσιώδεις περιορισμοί για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως είναι τα κτίρια που χαρακτηρίζονται ως διατηρητέα, ως έργα τέχνης ή ως ιστορικά μνημεία και οι αρχαιολογικοί χώροι. Αντιθέτως, δεν είναι κατά το Σύνταγμα επιτρεπτή η μεταφορά συντελεστή δόμησης σε άλλες περιπτώσεις, για τις οποίες η εισαγωγή του θεσμού δεν στηρίζεται σε ειδική συνταγματική πρόβλεψη. Τέτοια δε ειδική συνταγματική πρόβλεψη, στην οποία να μπορεί να στηριχθεί ο θεσμός της μεταφοράς συντελεστή δόμησης, δεν υφίσταται για την περίπτωση των ρυμοτομούμενων ακινήτων και για το λόγο αυτόν αποκλείεται στο νομοθέτη να θεσπίσει σύστημα μεταφοράς συντελεστή στην περίπτωση αυτή. Συνεπώς, οι προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2300/1995 είναι αντισυνταγματικές και, επομένως, ανίσχυρες (βλ. ΣτΕ 2773/2010, 1933/2005).

 

6. Επειδή, με την αναθεώρηση του Συντάγματος το έτος 2001 οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 24 τροποποιήθηκαν ως εξής: «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει την υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας ... 2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Οι σχετικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης. Η σύνταξη εθνικού κτηματολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους». Περαιτέρω, στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος, μεταξύ άλλων, ορίζεται ότι: «1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση … Η αποζημίωση, εφόσον συναινεί ο δικαιούχος, μπορεί να καταβάλλεται και σε είδος ιδίως με τη μορφή της παραχώρησης της κυριότητας άλλου ακινήτου ή της παραχώρησης δικαιωμάτων επί άλλου ακινήτου». Η τροποποίηση αυτή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος, με την οποία διευρύνεται το δικαίωμα δόμησης, στόχευσε στην επέκταση του θεσμού της μεταφοράς του συντελεστή δόμησης προεχόντως στον τομέα των πολεοδομικών ρυθμίσεων, διότι, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του Συντάγματος, «προβλέπεται η καταβολή αποζημίωσης σε είδος με την παροχή είτε εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου του ιδιοκτήτη είτε και άλλου ακινήτου επ’ ανταλλαγή. Έτσι μπορούμε να ικανοποιήσουμε πολλούς που αναμένουν να λάβουν αποζημιώσεις, τις οποίες δεν λαμβάνουν λόγω δημοσιονομικών ή οικονομικών προβλημάτων διαφόρων φορέων, όχι μόνο του κράτους, του στενού δημοσίου, αλλά και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου» (Ολομέλεια Βουλής, Συνεδρίαση ΣΤ` της 24.1.2001, σελ. 4068-4069), «εφόσον φυσικά αυτό γίνεται και μέσα στο πλαίσιο των εγγυήσεων του άρθρου 24 του Συντάγματος» (βλ. πρακτικό 5.9.2000 της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, σελ. 62). Τούτων έπεται ότι ο τρόπος αυτός αποζημίωσης, εκτός από τις περιπτώσεις όπου, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, θίγονται ουσιωδώς ιδιοκτησιακά δικαιώματα για λόγους προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος, είναι πλέον, καταρχήν, επιτρεπτός και για τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα θίγονται από ρυθμίσεις πολεοδομικού περιεχομένου, για τις οποίες ανακύπτει υποχρέωση αποζημιώσεως. Στις περιπτώσεις αυτές, που αφορούν στο σύνολο των ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων, προβλέπεται πλέον η δυνατότητα αποζημίωσης με ειδικό τρόπο, αλλά η αποδοχή του εισαγόμενου αυτού είδους αποζημίωσης απόκειται στη βούληση του δικαιούχου. Ειδικότερα, η μεταφορά συντελεστή δόμησης αποτελεί επιτρεπτό, κατά το Σύνταγμα, τρόπο αποζημίωσης και των ιδιοκτητών ρυμοτομούμενων ακινήτων, αν οι τελευταίοι αποδέχονται να ικανοποιηθούν με τον τρόπο αυτόν (ΣτΕ Ολομ. 2367/2007).

 

7. Επειδή, μετά την αναθεώρηση με το Ψήφισμα της 6-4-2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και τη θέση σε ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων των άρθρων 17 και 24 του Συντάγματος, ακολούθησε ο ν. 3044/2002 «Μεταφορά Συντελεστή Δόμησης και ρυθμίσεις άλλων θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων» (ΦΕΚ Α' 197), σκοπός του οποίου υπήρξε, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεσή του, «η ρύθμιση των εκκρεμών υποθέσεων πραγματοποίησης μεταφοράς συντελεστών δόμησης (ΜΣΔ) στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης, της αρχής της διαφάνειας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου προς τις ενέργειες της διοίκησης». Με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, ρυθμίστηκε εξ υπαρχής ο θεσμός της μεταφοράς του συντελεστή δόμησης. Ειδικότερα, στον πιο πάνω νόμο, ορίζονται τα εξής: «Άρθρο 1. Έννοια. 1. Ο κύριος ακινήτου που είναι βαρυνόμενο κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 έχει δικαίωμα να μεταφέρει το συντελεστή δόμησης (Μ.Σ.Δ.), που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε αυτό, σε άλλο ακίνητο ή σε άλλη θέση του ίδιου ακινήτου (ωφελούμενο ακίνητο). 2. … Άρθρο 2. … Άρθρο 3. Βαρυνόμενα ακίνητα. 1. Βαρυνόμενα ακίνητα για τα οποία επιτρέπεται να εκδοθεί τίτλος Μ.Σ.Δ. είναι: 1. α) Ακίνητα με κτίρια, τα οποία έχουν χαρακτηριστεί τα ίδια ή η χρήση τους διατηρητέα … β) Ακίνητα με οικοδομήματα τα οποία έχουν χαρακτηριστεί μνημεία … γ) Ακίνητα εντός σχεδίου πόλης ή εντός ορίων οικισμού, τα οποία χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και γενικώς της πολιτιστικής κληρονομιάς, αρχαιολογικοί χώροι ή ιστορικοί τόποι … δ) Ακίνητα τα οποία χαρακτηρίζονται από τα εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια κοινόχρηστοι χώροι. Στα ακίνητα αυτά τίτλος Μ.Σ.Δ. εκδίδεται μόνο για το ρυμοτομούμενο τμήμα, για το οποίο δεν είναι υπόχρεος προς καταβολή της αποζημίωσης ο ίδιος ο κύριος του ακινήτου, όπως το ακίνητο υφίστατο κατά την έγκριση του σχεδίου πόλης και με την προϋπόθεση ότι ο κύριος του ακινήτου αποδέχεται αυτό το είδος αποζημίωσης. Για τα ανωτέρω ακίνητα, η απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με την έγκριση του σχεδίου πόλης θεωρείται ότι συντελείται με την έκδοση του τίτλου Μ.Σ.Δ.. 2. … Άρθρο 7. Μεταβατικές διατάξεις. 1. … 2. Τίτλοι που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις και δεν έχουν πραγματοποιηθεί έως την έναρξη ισχύος του παρόντος θεωρούνται αυτοδικαίως άκυροι, εφόσον αφορούν ακίνητο το οποίο δεν είναι βαρυνόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3. … 3. Προεδρικά διατάγματα ή υπουργικές αποφάσεις ή αποφάσεις του άρθρου 17 του ν. 2300/1995, που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις για πραγματοποίηση μεταφοράς συντελεστή δόμησης θεωρούνται αυτοδικαίως άκυροι, εφόσον δεν έχει εκδοθεί οικοδομική άδεια και εφόσον αφορούν ακίνητο το οποίο δεν είναι βαρυνόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 … 4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζεται η διαδικασία για την ανάκληση των πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η διαδικασία για τη διαπίστωση της αυτοδίκαιης ακυρότητας των τίτλων και των πράξεων που αναφέρονται, αντιστοίχως, στις παραγράφους 2 και 3, ο τρόπος ενημέρωσης των δικαιούχων, η μεταγραφή των διαπιστωτικών για την ακυρότητα πράξεων και κάθε σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων. 5. … 6. Ο δικαιούχος τίτλου Μ.Σ.Δ. που προέρχεται από κτίρια που αναφέρονται στο άρθρο 14 του ν. 1577/1985 (ΦΕΚ 210 Α`) [ήτοι «χαμηλά κτίρια» με χρήση κατοικίας ανεγειρόμενα με ειδικές προδιαγραφές ύψους, κάλυψης οικοπέδου κλπ.] ή στην παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 880/1979 (ΦΕΚ 58 Α`) [ήτοι ακίνητα σε πολεοδομικώς ενδιαφέροντα σημεία των πόλεων ή ρυμοτομούμενα] μπορεί να επιλέξει ή την επαναφορά του συντελεστή δόμησης στο ακίνητο από το οποίο μεταφέρθηκε, εφόσον αυτό είναι εφικτό, ή την εξαγορά του τίτλου Μ.Σ.Δ. από το Δημόσιο. … Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος επαναφοράς του συντελεστή στο ακίνητο, οι όροι και οι προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς χρηματικής επιχορήγησης, καθώς και το ύψος της, η διαδικασία εξαγοράς του τίτλου μέσω του Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ., ο τρόπος υπολογισμού της αξίας του, ο τρόπος καταβολής και κάθε άλλη λεπτομέρεια». Κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 4 του άρθρου 7 του προμνησθέντος νόμου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. οικ. 8385 (ΦΕΚ Δ' 162/27.2.2004) κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Δικαιοσύνης «Διαδικασία ανάκλησης πράξεων και διαπίστωσης αυτοδίκαιης ακυρότητας τίτλων και πράξεων Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης», στο άρθρο 2 της οποίας, υπό τον τίτλο «Διαδικασία διαπίστωσης της αυτοδίκαιης ακυρότητας των τίτλων της παρ. 2 του άρθ. 7 του Ν. 3044/2002», ορίζεται ότι: «Με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας υπηρεσίας του ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., διαπιστώνεται η αυτοδίκαιη ακυρότητα των τίτλων που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις περί Μ.Σ.Δ., εφ’ όσον δεν έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3044/2002 και αφορούν ακίνητα, τα οποία δεν είναι βαρυνόμενα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 αυτού. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στα κατά τόπον αρμόδια Κτηματολογικό γραφείο και Υποθηκοφυλακείο του βαρυνομένου ακινήτου για τις σχετικές κατά νόμο εγγραφές και σημειώσεις. Η ενημέρωση των δικαιούχων γίνεται με ατομική ειδοποίηση». Η διάταξη όμως αυτή του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 3044/2002 είναι αντισυνταγματική κατά το μέρος που ισχυροποιεί τους συγκεκριμένους τίτλους Μ.Σ.Δ. που είχαν εκδοθεί πριν την έναρξη ισχύος του, ως αντίθετη και αυτή προς την ειρημένη διάταξη του άρθρου 24 του Συντάγματος και επομένως οι τίτλοι Μ.Σ.Δ., οι εκδοθέντες υπό την ισχύ των αντισυνταγματικών διατάξεων του ν. 2300/1995, εξακολουθούν να είναι παράνομοι και άκυροι (ΣτΕ 2435/2017 σκ. 5, ΑΠ 5/2012, Ολομ.).

 

8. Επειδή, από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 6 του ν. 3044/2002 γεννάται υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου για καταβολή αποζημίωσης στους δικαιούχους τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης που είχε εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 880/1979 και ακυρώθηκε αυτοδικαίως, συνιστάμενη είτε στην επαναφορά του συντελεστή δόμησης στο ακίνητο από το οποίο μεταφέρθηκε, εφόσον αυτό είναι εφικτό, είτε στην εξαγορά του τίτλου, ανεξάρτητα από την έκδοση της σχετικής κοινής υπουργικής απόφασης, η οποία θα προβλέπει τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης αυτής. Και τούτο διότι από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 7 του ν. 3044/2002 προκύπτει ότι ο νομοθέτης έχει αναγνωρίσει εξαρχής και αμέσως το δικαίωμα προς αποζημίωση υπό τις εν λόγω δύο εκδοχές του, η δε προβλεπόμενη να εκδοθεί σχετική κοινή υπουργική απόφαση αφορά απλώς στη θέσπιση των αναγκαίων συμπληρωματικών κανόνων δικαίου για τη ρύθμιση των τεχνικών λεπτομερειών άσκησης του δικαιώματος αυτού. Δεδομένου δε ότι ο νόμος δεν επιτρέπει τη μετάθεση του χρόνου έναρξης ισχύος του δικαιώματος είτε επαναφοράς του συντελεστή δόμησης στο ακίνητο από το οποίο μεταφέρθηκε, είτε εξαγοράς του ακυρωθέντος εκ του νόμου τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης, η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την κανονιστική αυτή αρμοδιότητα είναι αντίθετη προς το νόμο. Από την παράλειψη έκδοσης από τον κανονιστικό νομοθέτη των συμπληρωματικών κανόνων περί της διαδικασίας εξαγοράς του άκυρου τίτλου και του τρόπου υπολογισμού της υπόψη αποζημίωσης, δημιουργείται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, διότι το Ελληνικό Δημόσιο από τη μη έκδοση της εν λόγω κοινής υπουργικής απόφασης καθιστά ανενεργή την υποχρέωσή του για την καταβολή αποζημίωσης του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία αφορά στην εξαγορά του άκυρου τίτλου, γεγονός που προσκρούει στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος περί ισότητας των πολιτών στα δημόσια βάρη και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (πρβλ. ΣτΕ 2148/2016).

 

9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αριθ. ./30.7.1990 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων (ΦΕΚ Δ’ 507) αποφασίστηκε η τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Αθηνών (περιοχή ., Αλυσίδα), μεταξύ των οδών Δεκέλειας, Τίρυνθος, Πανδίωνος και του ρέματος Ποδονίφτη, με χαρακτηρισμό τμημάτων των οικοδομικών τετραγώνων (Ο.Τ.) . και ., με στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΝΞΟΠ και ΡΣΤΥΦΧΨΡ, αντίστοιχα, ως κοινόχρηστων χώρων πρασίνου. Ακολούθως, και αντί χρηματικής αποζημίωσης, ενόψει της ανωτέρω απόφασης, εκδόθηκε, βάσει των διατάξεων του ν. 2300/1995 «Μεταφορά συντελεστή δόμησης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 69), η υπ’ αριθ. 40597/9.1.1996 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ Δ’ 62). Με την απόφαση αυτή εγκρίθηκε η μεταφορά συντελεστή δόμησης του βαρυνόμενου ακινήτου άνευ κτισμάτων, κυριότητας, μεταξύ άλλων, των ..., το οποίο χαρακτηρίσθηκε με την ίδια απόφαση «ως πολεοδομικώς ενδιαφέρον σημείο της πόλης, βάσει πολεοδομικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων, για την εξυπηρέτηση των αναγκών συγκοινωνίας και αναψυχής των κατοίκων της πολυσύχναστης και με κυκλοφοριακή στο σημείο αυτό φόρτιση της περιοχής, σε συνδυασμό με την προκρινόμενη από τον Δήμο Αθηναίων χρήση, ως κοινόχρηστος χώρος πρασίνου, όπως αυτό καθορίζεται με την υπ’ αριθμ. ./30.7.90 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηνών … κατ’ εφαρμογήν του από 17.7/16.8.1923 Ν.Δ/τος». Όπως δε προκύπτει από την εν λόγω υπουργική απόφαση, η συνολική επιφάνεια του βαρυνόμενου ακινήτου είναι 8.593,37 τ.μ., για την οποία χορηγήθηκε δικαίωμα μεταφοράς συντελεστή δόμησης με την απόφαση αυτή, ενώ το σύνολο των δομήσιμων επιφανειών που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν στο ακίνητο αυτό, με συντελεστή δόμησης 2,0 και ποσοστό κάλυψης 70%, ήταν 17.186,74 τ.μ. (6.015,36 τ.μ από ισόγειο και 11.171,38 τ.μ. από ορόφους), που αντιστοιχεί και στη μεταφερόμενη δομήσιμη επιφάνεια. Τέλος, με την ίδια απόφαση ορίσθηκε ότι «[η] τροποποίηση του σχεδίου, η οποία είναι υποχρεωτική για τον χαρακτηρισμό όλου του ακινήτου ως κοινόχρηστου χώρου, η σύνταξη της πράξης αναλογισμού και ο καταλογισμός των υποχρεώσεων στους παρόδιους ιδιοκτήτες γίνεται μετά από την έγκριση χορήγησης του τίτλου ΜΣΔ [μεταφοράς συντελεστή δόμησης]». Βάσει δε της απόφασης αυτής εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι ονομαστικοί τίτλοι μεταφοράς συντελεστή δόμησης: α) οι υπ’ αριθ. ... στο όνομα της ..., β) οι υπ’ αριθ. ... στο όνομα του ..., γ) οι υπ’ αριθ. 1... στο όνομα της ... και δ) οι υπ’ αριθ. ... στο όνομα της .... Τέλος, με την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. ./15.12.2004 απόφαση της Διευθύντριας της Διεύθυνσης Οικοδομικών και Κτιριοδομικών Κανονισμών της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία εκδόθηκε βάσει των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3044/2002 «Μεταφορά Συντελεστή Δόμησης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 197), διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητα των ως άνω ονομαστικών τίτλων μεταφοράς συντελεστή δόμησης, για το λόγο ότι αφορούσαν σε ακίνητα που δεν ηδύνατο να θεωρηθούν βαρυνόμενα κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του ίδιου νόμου (ν. 3044/2002) και δεν είχαν πραγματοποιηθεί έως την έναρξη αυτού. Οι ανωτέρω, ..., με την από 21.12.2007 αγωγή τους ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, να καταβάλει, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής και έως εξοφλήσεως, στην ... το ποσό των 427.074 ευρώ, στον ... (και ήδη εφεσίβλητο) το ποσό των 4.280.770 ευρώ, στην ... το ποσό των 3.766.384 ευρώ και στην ... (και ήδη εφεσίβλητη) το ποσό των 3.484.281 ευρώ, ως αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν από την παράνομη, κατά τους ισχυρισμούς τους: α) εφαρμογή από τη Διοίκηση των αντισυνταγματικών νόμων 880/1979, 2300/1995 και 3044/2002 περί Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης, β) παράλειψη των οργάνων του εναγομένου να τους καταβάλει το αναλογούν αντάλλαγμα, μετά την αυτοδίκαιη ακυρότητα των ονομαστικών τίτλων μεταφοράς συντελεστή δόμησης των οποίων ήταν δικαιούχοι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 και 6 του ν. 3044/2002 (ΦΕΚ Α’ 197). Εξάλλου, οι ανωτέρω ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου να τους καταβληθούν τα ως άνω ποσά ως αποζημίωση για την απώλεια της ιδιοκτησίας τους, κατ’ άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Τα ποσά δε αυτά αφορούν, για κάθε έναν από τους ανωτέρω, στην αγοραία αξία των τετραγωνικών μέτρων που αφορούν οι ακυρωθέντες ονομαστικοί τίτλοι μεταφοράς συντελεστή δόμησης. Επίσης, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εκκαλούντος να καταβάλει, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής και έως εξοφλήσεως, στην ... το ποσό των 60.000 ευρώ, στον ... το ποσό των 150.000 ευρώ, στην ... το ποσό των 140.000 ευρώ και στην ... το ποσό των 130.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την παράνομη, κατά τους ισχυρισμούς τους, απώλεια της περιουσίας τους επί δεκαπενταετίας. Προς απόδειξη δε του ύψους της ζημίας τους επικαλέστηκαν και προσκόμισαν την από 20.9.2007 «τεχνική έκθεση» του Διπλωματούχου Αρχιτέκτονα Μηχανικού ..., κατά την οποία η μεν εμπορική αξία της συνολικά επιτρεπόμενης δομήσιμης επιφάνειας ανέρχεται σε ποσό από 10.830.348 ευρώ έως 11.732.877 ευρώ (τιμή από 2.400 έως 2.600 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο), η δε αντικειμενική της αξία υπολογίζεται προς 1.400 ανά τετραγωνικό μέτρο (τιμή ζώνης), όπως προκύπτει και από το, επίσης προσκομιζόμενο, «φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου» (έντυπο 3) της Συμβολαιογράφου Αθηνών .... Εξάλλου, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με το από 11.12.2015 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημά του, ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης, προβάλλοντας ότι δεν υφίσταται παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ότι μη νομίμως οι ανωτέρω ενάγοντες προσδιόρισαν τη ζημία τους βάσει της εμπορικής ή αντικειμενικής αξίας των τετραγωνικών μέτρων που αφορούν οι ως άνω ακυρωθέντες ονομαστικοί τίτλοι μεταφοράς συντελεστή δόμησης, ενώ θα έπρεπε να υπολογισθεί βάσει της αξίας του οικοπέδου που θα υποδεχθεί τελικά τη μεταφορά συντελεστή δόμησης, σε κάθε δε περίπτωση κρίσιμος είναι ο χρόνος χορήγησης των τίτλων (1996) και όχι ο χρόνος κατάθεσης της αγωγής. Επίσης, προέβαλε ένσταση παραγραφής, καθώς οι ενάγοντες άσκησαν την κρινόμενη αγωγή το έτος 2007, ενώ ήδη από το έτος 1996 γνώριζαν ότι οι διατάξεις του ν. 880/1979, με τις οποίες είχαν χορηγηθεί οι ένδικοι τίτλοι, είχαν ακυρωθεί με τον μεταγενέστερο νόμο 2300/1995, ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, καθώς οι ενάγοντες δεν προέβησαν από το έτος 1996 σε αξιοποίηση των τίτλων τους, όπως με την έκδοση οικοδομικής άδειας, και, τέλος, ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, λόγω της αδράνειάς τους να αξιοποιήσουν τα δικαιώματά τους από τους τίτλους από το έτος 1996 έως την έγερση της αγωγής (2007).

 

10. Επειδή, το Πρωτόδικο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε ότι τα όργανα του Δημοσίου παρανόμως παρέλειψαν να εκδώσουν την προβλεπόμενη στην παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 3044/2002, κοινή υπουργική απόφαση για τον καθορισμό της διαδικασίας εξαγοράς των ακυρωθέντων τίτλων και ότι από την εν λόγω παράνομη παράλειψη οι εφεσίβλητοι δικαιούνται αποζημίωση με βάση τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, ισόποση με την αντικειμενική αξία των τετραγωνικών μέτρων που αφορούν οι ακυρωθέντες ένδικοι τίτλοι. Περαιτέρω, αφού έλαβε υπόψη ότι όπως προέκυπτε από το συνημμένο στην υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. ./15.12.2004 απόφαση της Διευθύντριας της Διεύθυνσης Οικοδομικών και Κτιριοδομικών Κανονισμών σχετικό πίνακα, α) όσον αφορά στην ... ακυρώθηκαν οι υπ’ αριθ. ... ονομαστικοί τίτλοι μεταφοράς συντελεστή δόμησης, που αντιστοιχούν συνολικά σε 161,16 τετραγωνικά μέτρα, β) όσον αφορά στον ... ακυρώθηκαν οι υπ’ αριθ. ... ονομαστικοί τίτλοι μεταφοράς συντελεστή δόμησης, που αντιστοιχούν συνολικά σε 1.615,385 τετραγωνικά μέτρα, γ) όσον αφορά στην ... ακυρώθηκαν οι υπ’ αριθ. ... ονομαστικοί τίτλοι μεταφοράς συντελεστή δόμησης, που αντιστοιχούν συνολικά σε 1.421,277 τετραγωνικά μέτρα, και δ) όσον αφορά στην ... ακυρώθηκαν οι υπ’ αριθ. ... ονομαστικοί τίτλοι μεταφοράς συντελεστή δόμησης, που αντιστοιχούν συνολικά σε 1.314,823 τετραγωνικά μέτρα, καθώς και ότι η τιμή ζώνης του ακινήτου ανέρχεται στα 1.400 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο «φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου» (έντυπο 3) της Συμβολαιογράφου Αθηνών ..., έκρινε ότι η ζημία α) της ..., ανέρχεται στο ποσό των 226.624 ευρώ (161,16 τετραγωνικά μέτρα Χ 1.400 ευρώ), το οποίο επιμερίζεται ισομερώς στους κληρονόμους της, ..., ήτοι ο κάθε ένας από αυτούς δικαιούται 75.208 ευρώ, β) του ... ανέρχεται στο ποσό των 2.261.539 ευρώ (1.615,385 τετραγωνικά μέτρα Χ 1.400 ευρώ), γ) της ... ανέρχεται στο ποσό των 1.989.787,80 ευρώ (1.421,277 τετραγωνικά μέτρα Χ 1.400 ευρώ) και δ) της ... ανέρχεται στο ποσό των 1.840.752,20 ευρώ (1.314,823 τετραγωνικά μέτρα Χ 1.400 ευρώ). Επίσης, έγινε δεκτό ότι οι ανωτέρω ενάγοντες δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενόψει της παράνομης κατά τα ανωτέρω συμπεριφοράς των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 5.000,00 ευρώ για την ήδη θανούσα πρώτη ενάγουσα ... και των 10.000,00 ευρώ για κάθε έναν από τους λοιπούς ενάγοντες. Ενόψει αυτών, έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλλει για την παραπάνω αιτία, α) στον ... το ποσό των 2.261.539 ευρώ ως θετική ζημία, το ποσό των 75.208 ευρώ ως θετική ζημία της ήδη θανούσης πρώτης ενάγουσας ... επιμεριζόμενη στον εν λόγω κληρονόμο, και το ποσό των 1.666,66 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη η πρώτη ενάγουσα, επιμεριζόμενο αναλόγως και το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τον ίδιο ατομικώς, ήτοι το συνολικό ποσό των 2.348.413 ευρώ, β) στην ... το ποσό των 1.989.787,80 ευρώ ως θετική ζημία, το ποσό των 75.208 ευρώ ως θετική ζημία της ήδη θανούσης πρώτης ενάγουσας, επιμεριζόμενο στην εν λόγω κληρονόμο και το ποσό των 1.666,66 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη η πρώτη ενάγουσα, επιμεριζόμενο αναλόγως και το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ίδια ατομικώς, ήτοι το συνολικό ποσό των 2.076.662,46 ευρώ, και γ) στην ... το ποσό των 1.840.752,20 ευρώ ως θετική ζημία, το ποσό των 75.208 ευρώ ως θετική ζημία της ήδη θανούσης πρώτης ενάγουσας, επιμεριζόμενο στην εν λόγω κληρονόμο και το ποσό των 1.666,66 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίησης της ηθικής βλάβης που υπέστη η πρώτη ενάγουσα, επιμεριζόμενο αναλόγως, και το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ίδια ατομικώς, ήτοι το συνολικό ποσό των 1.927.626,86 ευρώ, νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6%, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κ.δ/τος της 26ης.6./10ης.7.1944 (ΦΕΚ Α’ 139), από την επομένη της επίδοση της αγωγής (21.12.2007) και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Ήδη με την κρινόμενη έφεση, όπως νομίμως και παραδεκτώς συμπληρώνεται με το από 24.4.2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων (ΠΛ147/24.4.2018) (βλ. τις .../24.4.2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας τους Εφετείου Αθηνών ...), το Ελληνικό Δημόσιο επαναφέροντας τους προβαλλόμενους πρωτοδίκως ισχυρισμούς του, αμφισβητεί την ορθότητα της εκκαλουμένης και ζητεί την εξαφάνιση της, ώστε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολο της.

 

11. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση το Δημόσιο προβάλλει ότι με μη νόμιμη αιτιολογία έγινε δεκτό ότι το δικαίωμα των εφεσιβλήτων προς εξαγορά των ένδικων τίτλων ματαιώθηκε λόγω της μη εκδόσεως της εν λόγω ΚΥΑ, ενώ η ένδικη αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθώς αφενός μεν οι ονομαστικοί τίτλοι μεταφοράς συντελεστή δόμησης, οι οποίοι αν και εκδόθηκαν υπό το προϊσχύον καθεστώς παραμένουν σε ισχύ, κατ’ άρθρο 7 του ν. 3044/2002, αφετέρου δε η ακύρωση με τον ίδιο νόμο των τίτλων Μ.Σ.Δ. δεν προσβάλλει τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας των κυρίων των βαρυνόμενων ακίνητων, εν όψει του ότι δύνανται αυτοί να ζητήσουν την έκδοση διαπιστωτικής της αυτοδίκαιας ανάκλησης της απαλλοτρίωσης και συνεπώς της επιστροφής του συντελεστή στο ακίνητο τους. Ο λόγος αυτός, όμως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο γιατί οι εφεσίβλητοι υπέστησαν ζημία, εν προκειμένω, από την παράνομη παράλειψη των οργάνων του εκκαλούντος να εκδώσουν την προβλεπόμενη στη διάταξη του εδ. γ΄ της παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 3044/2002 Κ.Υ.Α. και την, εξ’ αυτού του λόγου, μη εξαγορά των πιο πάνω ακυρωθέντων ονομαστικών τίτλων δικαιώματος Μ.Σ.Δ. Οι εφεσίβλητοι δεν μπορούσαν να ζητήσουν την αποκατάσταση της εν λόγω ζημίας τους, αφού η πιο πάνω εξαγορά δεν κατέστη τελικά δυνατή, λόγω μη θέσπισης σχετικής κανονιστικής ρύθμισης, όπως επιβαλλόταν από την ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην σκέψη 7, οι επίδικοι τίτλοι Μ.Σ.Δ., που χορηγήθηκαν στους εφεσίβλητους δυνάμει της 40597/9.1.1996 αποφάσεως Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., για τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση του ακινήτου τους ήσαν, αρχήθεν, παράνομοι και άκυροι και παρέμειναν παράνομοι και άκυροι και υπό το καθεστώς του ν. 3044/2002, ενώ, εξάλλου, η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους έχει ήδη διαπιστωθεί με την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. ./15.12.2004 απόφαση της Διευθύντριας της Διεύθυνσης Οικοδομικών και Κτιριοδομικών Κανονισμών της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία εκδόθηκε βάσει των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3044/2002. Περαιτέρω, δε στο άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 3044/2002 δίδεται η δυνατότητα επιλογής στον δικαιούχο τίτλου Μ.Σ.Δ. ή για την επαναφορά του συντελεστή δόμησης στο ακίνητο από το οποίο μεταφέρθηκε, εφόσον τούτο είναι εφικτό, γεγονός εξάλλου, που δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω, ή για την εξαγορά του τίτλου Μ.Σ.Δ. από το Δημόσιο. Για τους ίδιους δε ως άνω λόγους είναι απορριπτέοι και οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 3044/2002, καθόσον, κατά το εκκαλούν, η αυτοδίκαιη ακύρωση των εκδοθέντων τίτλων Μ.Σ.Δ. δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε ζημία σε βάρος των ιδιοκτητών-δικαιούχων των τίτλων, καθώς, κατά τις παραδοχές του, ο συντελεστής δόμησης που «τιτλοποιήθηκε» επανακάμπτει στο ακίνητο, από το οποίο προήλθε. Επίσης, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι δεν ελήφθη υπόψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το προσκομισθέν ενώπιον του 10086/6.3.2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Αρχιτεκτονικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος και ενέργειας από το οποίο προκύπτει ότι με την με την 1035/4.3.2011 απόφαση του Γ.Γ. Χωροταξίας και Αστικού Περιβάλλοντος συστάθηκε ήδη η κατά τις επιταγές του ν. 3044/2002 αρμόδια ομάδα εργασίας για τη σύνταξη της προβλεπόμενης Υπουργικής Απόφασης του άρθρου 7 του ν. 3044/2002, καθόσον, ανεξαρτήτως εάν είχαν γίνει κάποιες προπαρασκευαστικές εργασίες, εν τέλει ουδέποτε εκδόθηκε η ως άνω ΚΥΑ.

 

12. Επειδή, περαιτέρω, το εκκαλούν προβάλλει ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ έγινε δεκτό ότι η Διοίκηση παρέλειψε παρανόμως να ασκήσει την κανονιστική της αρμοδιότητα με αποτέλεσμα να υφίσταται η αναφερόμενη στην αγωγή ζημία την οποία οφείλει να αποζημιώσει. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται παράνομη πράξη καθόσον το μέτρο της Μεταφοράς του Συντελεστή Δόμησης έχει τη φύση της αποζημίωσης του ιδιοκτήτη του οποίου η ακίνητη περιουσία πλήττεται από ουσιώδη πολεοδομική ρύθμιση και αποτελεί αντί της αποζημίωσης του άρθρου 17 του Συντάγματος, συνταγματικώς επιτρεπτό αντάλλαγμα. Η προστασία όμως που προβλέπεται στο άρθρο 17 του Συντάγματος δεν περιλαμβάνει και τυχόν δικαιώματα που απορρέουν από τους τίτλους ΜΣΔ και εσφαλμένως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη ότι η μέχρι σήμερα μη έκδοση της σχετικής ΚΥΑ, που προβλέπεται στον ως άνω εξουσιοδοτικό νόμο αντίκεται στο άρθρο 17 του Συντάγματος, το οποίο κατατείνει στην προστασία των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και δεν αναφέρεται σε ενοχικές αξιώσεις. Περαιτέρω, κατά τους ισχυρισμούς του, οι εφεσίβλητοι δεν είναι φορείς νομίμως κεκτημένου περιουσιακού δικαιώματος προστατευόμενου από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Π.Π.Π. της ΕΣΔΑ. Επίσης, προβάλλει ότι με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 3044/2002 δεν παρέχεται ευθέως εξατομικευμένο δικαίωμα των εφεσιβλήτων όσον αφορά στο ζήτημα της εξαγοράς των ακυρωθέντων τίτλων τους, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά αντιθέτως χορηγείται απλή προσδοκία κτήσεως ατομικού δικαιώματος εξαγοράς τίτλων μεταφοράς συντελεστή δόμησης, που όμως γεννάται το πρώτον με την έκδοση της προβλεπόμενης στην ως άνω διάταξη κανονιστικής πράξης (κοινής υπουργικής απόφασης). Επίσης, προβάλλεται ότι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του εξουσιοδοτικού νόμου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις παροχής του δικαιώματος, αλλά το σχετικό δικαίωμα γεννήθηκε μετά την προηγούμενη έκδοση των οικείων διαπιστωτικών πράξεων περί ακυρότητας των ένδικων τίτλων. Επιπροσθέτως, το εκκαλούν προβάλλει ότι δεν υφίσταται παράλειψη έκδοσης της εν λόγω κανονιστικής πράξης, αφού στο νόμο δεν προβλέπεται συγκεκριμένη προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε να εκδοθεί η πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση, ενώ οι εφεσίβλητοι δεν επικαλούνται ότι υπέβαλαν σχετικές αιτήσεις προς έκδοση αυτής. Οι λόγοι αυτοί, όμως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι γιατί, κατά τα γενόμενα δεκτά στην 8η σκέψη, οι τίτλοι αυτοί, οι οποίοι ενσωματώνουν δικαίωμα ανέγερσης κτιρίων, εμπίπτουν στην έννοια της προστατευόμενης περιουσίας, και η ακύρωσή τους, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3044/2002, δεν μπορεί να στερήσει τον ιδιοκτήτη, ή αυτόν που υπεισήλθε στη θέση του με την έγκριση της Διοίκησης, της αποζημίωσης που πρέπει, κατά το Σύνταγμα να εισπράξει, για την απώλεια του δικαιώματός του να εξαντλήσει το συντελεστή δόμησης του βαρυνόμενου ακινήτου. Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 3044/2002, γεννάται αμέσως και ευθέως υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου για την, μεταξύ άλλων, εξαγορά από τους δικαιούχους των τίτλων μεταφοράς συντελεστή δόμησης που κατείχαν και κατέστησαν αυτοδικαίως άκυροι. Η υποχρέωση αυτή του Δημοσίου υφίσταται ανεξάρτητα από την έκδοση της παραπάνω κοινής υπουργικής απόφασης, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σε προηγούμενη σκέψη, η παράλειψη έκδοσης από τον κανονιστικό νομοθέτη των συμπληρωματικών κανόνων περί της διαδικασίας εξαγοράς και του τρόπου υπολογισμού της υπόψη αποζημίωσης, προσκρούει σε υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη, καθιστώντας στην ουσία κενή περιεχομένου την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος. Εφόσον δε η υποχρέωση άμεσης κανονιστικής ρύθμισης επιβάλλεται από υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη, είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι η οικεία εξουσιοδοτική διάταξη δεν προβλέπει προθεσμία για την έκδοση της σχετικής κανονιστικής πράξης, ενώ, περαιτέρω, ούτε απαιτείται να υποβληθεί αίτηση από το δικαιούχο για την έκδοσή της. Στη συνέχεια, το εκκαλούν προβάλλει ότι εάν ήθελε κριθεί ότι υφίσταται παράλειψη νομοθετήσεως από τη Διοίκηση, το δικαίωμα των εφεσίβλητων δεν έχει καταστεί ενεργό, διότι δεν προκύπτει από την αγωγή ότι οι εφεσίβλητοι υπέβαλαν αίτηση προς τη Διοίκηση περί εξαγοράς των ακυρωθέντων τίτλων τους. Και ο ισχυρισμός αυτός, όμως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 3044/2002 δεν προβλέπει ως προϋπόθεση για να καταστεί ενεργό το δικαίωμα των εφεσιβλήτων, την προηγούμενη υποβολή αιτήσεως αυτών προς τη Διοίκηση για την εξαγορά των τίτλων τους, ενώ, άλλωστε, εκ της παρόδου ικανού χρονικού διαστήματος από το 2002 (δημοσίευση του ν. 3044/2002) έως την άσκηση της αγωγής στις 21.12.2007, τεκμαίρεται η άρνηση του Δημοσίου να ικανοποιήσει το εν λόγω δικαίωμα. Επίσης, προβάλλεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογείται αν, ενόψει της αυτοδίκαιης ακυρότητας των τίτλων και την συνεπεία αυτής επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση έχει προκληθεί ζημία και ποια, καθώς και αν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας που προκλήθηκε και της φερόμενης ως παράνομης παράλειψης νομοθετήσεως. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο γιατί με σαφήνεια και αιτιολογημένα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αξίωση των εφεσίβλητων απορρέει από την παράλειψη του εκκαλούντος να τους αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ. 7 του ν. 3044/2002, μετά την ακύρωση των ονομαστικών τους τίτλων μεταφοράς συντελεστή δόμησης, στους οποίους είχε ενσωματωθεί περιουσιακό δικαίωμά τους συνιστάμενο στην δυνατότητα δόμησης, κατά την έκταση που αφορά ο συντελεστής του κάθε τίτλου. Η παράλειψη δε της Διοίκησης να αποζημιώσει τους εφεσίβλητους είναι μη νόμιμη, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 7 του πιο πάνω νόμου, θεσπίζεται υποχρέωση του Δημοσίου να αποζημιώσει τους κατόχους τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης, που κηρύσσονται αυτοδικαίως άκυροι με ειδική διάταξη νόμου, που εκδόθηκε προς συμμόρφωση με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία έγινε δεκτό ότι οι ισχύουσες μέχρι τότε διατάξεις περί μεταφοράς συντελεστή δόμησης ήταν αντίθετες προς το σύνταγμα και για το λόγο αυτό ανίσχυρες. Περαιτέρω, η μη νόμιμη αυτή παράλειψη των οργάνων του εκκαλούντος τελεί σε προφανή αιτιώδη συνάφεια με την ζημία, που υπέστησαν οι εφεσίβλητοι.

 

13. Επειδή, περαιτέρω, με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων το εκκαλούν προβάλλει ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε την παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 3044/2022, η οποία όμως εν όψει του είδους του ακινήτου (οικόπεδο σε πολεοδομικώς ενδιαφέρον σημείο της πόλης χωρίς κτίσμα) δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση, που κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος το δικαίωμα επιλογής που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 3044/2002 επιφυλάσσεται από τη διάταξη αποκλειστικά για άκυρους τίτλους ΜΣΔ που προέρχονται αποκλειστικά από κτίρια. Ο λόγος αυτός, όμως, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι η προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 3044/2022, σύμφωνα με την οποία «Ο δικαιούχος τίτλου Μ.Σ.Δ. που προέρχεται από κτίρια που αναφέρονται στο άρθρο 14 του ν. 1577/1985 (ΦΕΚ 210 Α`) [ήτοι «χαμηλά κτίρια» με χρήση κατοικίας ανεγειρόμενα με ειδικές προδιαγραφές ύψους, κάλυψης οικοπέδου κλπ.] ή στην παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 880/1979 (ΦΕΚ 58 Α`) [ήτοι ακίνητα σε πολεοδομικώς ενδιαφέροντα σημεία των πόλεων ή ρυμοτομούμενα άνευ κτισμάτων ή περιορισμένα ή προς κατεδάφιση κτίσματα] μπορεί να επιλέξει ή την επαναφορά του συντελεστή δόμησης στο ακίνητο από το οποίο μεταφέρθηκε, εφόσον αυτό είναι εφικτό, ή την εξαγορά του τίτλου Μ.Σ.Δ. από το Δημόσιο» ουδόλως έχει την έννοια ότι την ως άνω επιλογή έχει μόνο ο δικαιούχος τίτλου Μ.Σ.Δ. που προέρχεται αποκλειστικά από κτίρια, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει το εκκαλούν, καθόσον με την παραπομπή στις ως άνω διατάξεις ο νομοθέτης θέλησε να δώσει την επιλογή στους δικαιούχους τίτλων Μ.Σ.Δ. που προέρχονται από ακίνητα είτε διατηρητέα, τα οποία πάντοτε είναι κτίρια, είτε σε πολεοδομικώς ενδιαφέροντα σημεία των πόλεων ή ρυμοτομούμενα, άνευ κτισμάτων ή περιορισμένα ή προς κατεδάφιση κτίσματα, όπως ρητώς αναφέρεται στην διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 880/1979. Εξάλλου, δεν υπάρχει δικαιολογητικός λόγος διάκρισης των δικαιούχων των τίτλων Μ.Σ.Δ. των ακίνητων σε πολεοδομικώς ενδιαφέροντα σημεία των πόλεων.

 

14. Επειδή, περαιτέρω, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως υπολογίστηκε το ύψος της αποζημίωσης στην αντικειμενική αξία των τετραγωνικών μέτρων, που αφορούν οι ακυρωθέντες ένδικοι τίτλοι μεταφοράς συντελεστή δόμησης κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, ενώ θα έπρεπε να υπολογισθεί βάσει της αξίας του οικοπέδου που θα υποδεχθεί τελικά τη μεταφορά συντελεστή δόμησης, σε κάθε δε περίπτωση κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της αξίας τόσο του βαρυνόμενου όσο και του ωφελόμενου ακινήτου, επομένως και της ζημίας, είναι ο χρόνος χορηγήσεως των τίτλων των εφεσιβλήτων (έτος 1996) κατά τον οποίον ίσχυαν άλλοι συντελεστές δόμησης. Ο ισχυρισμός, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η ως άνω αποζημίωση, ισούται με την αξία της εκ μεταφοράς δομήσιμης επιφανείας, δηλαδή ίση με την αντικειμενική αξία, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, της συνολικής δομήσιμης επιφάνειας που ενσωματώνεται στους ακυρωθέντες ονομαστικούς τίτλους Μ.Σ.Δ., δεδομένου ότι η ζημία αφορά στην παράλειψη θέσπισης της διαδικασίας για την εξαγορά των συγκεκριμένων ακυρωθέντων τίτλων, χωρίς να ερευνάται η αξία του οικοπέδου που επρόκειτο να υποδεχθεί τη μεταφορά συντελεστή δόμησης, όπως νομίμως και ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

 

15. Επειδή, εξάλλου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο λόγος της έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τον οποίο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 91 παρ. 1 και 3 και 93 του ν.δ/τος 321/1969 και 107 του ν. 2362/1995, απορρίφθηκε πρωτοδίκως η ένστασή του περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεων των εφεσίβλητων, καθόσον, η πενταετής παραγραφή, με αφετηρία το τέλος του έτους 1996, που απέκτησαν του ως άνω ονομαστικούς τίτλους δικαιώματος Μ.Σ.Δ. είχε ήδη συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης (2007) της ένδικης αγωγής, καθόσον η έκτοτε (1996) γνώση των εφεσιβλήτων περί της ακύρωσης διατάξεων, που αφορούσαν την μεταβίβαση τίτλων Μ.Σ.Δ. και, συνεπώς, της ματαίωσης του περιεχομένου των τίτλων που τους δόθηκαν σαφώς προκύπτει από το εύλογο ενδιαφέρον αυτών. Τούτο δε διότι η παράνομη πράξη της Διοίκησης συνίσταται στην παράλειψη έκδοσης της ως άνω υπουργικής απόφασης, η οποία συντελέστηκε μετά την πάροδο εύλογου χρόνου, υπολογιζόμενου μετά το πέρας έτους από τη δημοσίευση του νόμου 3044/2002. Έκτοτε δε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (2007), δεν παρήλθε η πενταετία, όπως ορθώς κρίθηκε και με την εκκαλούμενη απόφαση.

 

16. Επειδή, στη συνέχεια, το εκκαλούν υποστηρίζει ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εφεσιβλήτων λόγω της επί μακρόν αδράνειάς τους να αξιοποιήσουν τους τίτλους Μ.Σ.Δ. των οποίων ήταν κάτοχοι, αλλά και την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός τους, λόγω της άσκησης της ένδικης αγωγής 11 έτη μετά την απόκτηση των ένδικων τίτλων Μ.Σ.Δ. Όμως, ενόψει του αφενός μεν δεν προβλεπόταν από το νόμο χρονικός περιορισμός του δικαιώματός τους, ενώ εξάλλου οι εφεσίβλητοι δεν μπορούσαν να αξιοποιήσουν τους απονεμηθέντες σ’ αυτούς τίτλους, δεδομένης της ως άνω αναφερόμενης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας περί αντισυνταγματικότητας των οικείων νομοθετικών διατάξεων, αλλά και, περαιτέρω, ενόψει του ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 281 του Α.Κ περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή, με την οποία απαγορεύεται η κατάχρηση δικαιώματος, αφορά στην άσκηση ιδιωτικών δικαιωμάτων, ενώ δεν νοείται κατάχρηση δικαιώματος στο δημόσιο δίκαιο (ΣτΕ 1205/2020, 1512/2018, 1597/2016, 2090-2091, 1440, 338/2014, 4442/2011, 713/2010, 14/2006) και ο πιο πάνω λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος.

 

 17. Επειδή, τέλος, το εκκαλούν προβάλλει ότι το αίτημα των εφεσιβλήτων προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν, προβλήθηκε με την αγωγή τους αορίστως, σε κάθε δε περίπτωση αυτό ήταν αβάσιμο. Όμως, πέραν του ότι το αίτημα των εφεσιβλήτων προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν δεν προβλήθηκε με την αγωγή τους αορίστως, καθόσον με αυτή (αγωγή) προσδιορίσθηκαν οι λόγοι για τους οποίους οι ίδιοι υπέστησαν την επικαλούμενη ηθική βλάβη, λαμβάνοντας υπόψη την έκταση αυτής και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της παρανομίας, και ειδικότερα, ότι από την προπεριγραφόμενη παράνομη παράλειψη έκδοσης της κοινής υπουργικής απόφασης, που προβλέπεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 7 του ν. 3044/2002, επήλθε αντικειμενικώς ψυχική ταλαιπωρία των εφεσίβλητων, οι οποίοι ανέμεναν επί αρκετό χρονικό διάστημα την διευθέτηση της υπόθεσής τους και ότι μεταξύ της βλάβης αυτής και της παρανομίας των οργάνων του εκκαλούντος υπάρχει πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, κρίνει ότι αυτοί δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα, το οποίο εφαρμόζεται και στην περίπτωση του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, επί αδικοπραξίας, όπως ορθά κρίθηκε και με την εκκαλούμενη απόφαση, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών του εκκαλούντος, το ύψος της οποίας, εξάλλου, δεν αμφισβητείται με την κρινόμενη έφεση.

 

18. Επειδή, κατ' ακολουθία, και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλη αιτίαση που να πλήττει την κρίση της εκκαλουμένης, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί, ενώ, περαιτέρω, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί, το εκκαλούν από τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του Κ.Δ.Δ.).

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

 

Απορρίπτει την έφεση.

 

Απαλλάσσει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα.

 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12.9.2022, με τη σύνθεση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Το πρωτότυπο δε της απόφασης υπογράφεται, κατ' άρθρο 194 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ. απο τον αρχαιότερο δικαστή της ίδιας σύνθεσης Κωνσταντίνο Υφαντή, Εφέτη Δ.Δ. λόγω της μετάθεσης της Προεδρεύουσας Εφέτη Μαρίας Δραζιώτη στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά.

 

Ο ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ              Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΥΦΑΝΤΗΣ                ΟΛΓΑ ΠΑΤΕΝΑ

 

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 20-10-2022, με τη σύνθεση που αναγράφεται στο οικείο πρακτικό, λόγω μετάθεσης της Προεδρεύουσας Εφέτη Μαρίας Δραζιώτη στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά.

 

 Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΑΡΦΑΚΗ                    ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΕΝΙΑΔΗΣ