ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΚορίνθου 214/2022

 

Τιτλοποίηση απαιτήσεων -.

 

Ο Ν. 3156/2003, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση, δεν απονέμει στον οικείο διαχειριστή την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Η ΕΔΑΔΠ στην οποία ανατέθηκε η διαχείριση τιτλοποιημένων απαιτήσεων κατά το άρθρο 10 § 14 Ν. 3156/2003 από την Εταιρεία Ειδικού Σκοπού του άρθρου 10 Ν. 3156/2003, δεν νομιμοποιείται στην άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης υπέρ της αρχικής δικαιούχου. Μη δυνατότητα εφαρμογής (ευθείας ή ανάλογης) του
άρθρου 2 § 4 Ν. 4354/2015. Διαφορετικά νομικά πλαίσια Ν. 3156/2013 και Ν. 4354/2015.

 

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

Αριθμός Απόφασης 214/2022

(Αριθμός έκθεσης κατάθεσης ανακοπής: 10-07-2018)

(Αριθμός έκθεσης κατάθεσης παρέμβασης: 719-11 -2021)

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Χρήστο Λαγανά, Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών που διευθύνει το Πρωτοδικείο, και τη Γραμματέα Ελένη Σένη.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 21 Σεπτεμβρίου 2022, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ - ΚΑΘ' ΩΝ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: (1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ... Ο.Ε.», που εδρεύει στη Στιμάγκα Κορινθίας, όπως νομίμως εκπροσωπείται, με Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, (2) …, κατοίκου Στιμάγκας Κορινθίας, με Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, (3) … κατοίκου Στιμάγκας Κορινθίας, με Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, (4) ..., κατοίκου … Στιμάγκας Κορινθίας, με Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, (5) … κατοίκου Στιμάγκας Κορινθίας, με Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, (6) … κατοίκου Στιμάγκας Κορινθίας, με Α.Φ.Μ ..., Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, και (7) … κατοίκου Στιμάγκας Κορινθίας, με Α.Φ.Μ. ..., Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, που δεν παραστάθηκαν.

 

ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ - ΥΠΕΡ ΗΣ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: … όπως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Κωνσταντίνας Κοτίνη, που κατέθεσε προτάσεις.

 

ΤΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... όπως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Κωνσταντίνας Κοτίνη, που κατέθεσε προτάσεις.

 

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης η πληρεξούσια δικηγόρος τόσο της καθ' ης η ανακοπή όσο και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις των ως άνω παραστάντων διαδίκων.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμούν: (α) η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./10-07-2018 ανακοπή και (β) η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./19-11-2021 πρόσθετη παρέμβαση, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, ενόψει του ότι η πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι επιδεκτική χωριστής συζήτησης από εκείνη της εκκρεμούς δίκης, αφού δεν έχει αυτοτέλεια έναντι του αρχικού ενδίκου βοηθήματος, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που ανοίχθηκε με το οικείο ένδικο βοήθημα, από την οποία δεν μπορεί να χωρισθεί (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 546/2017, αμφότερες δημοσ. σε  www.areiospagos.gr).

 

I. Η νομιμοποίηση (ενεργητική και παθητική) ανήκει στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, αναφερόμενη στα υποκείμενα αυτής, η δε συνδρομή της ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 55/2022, ΑΠ 915/2021, ΑΠ 656/2020, όλες δημοσ. σε www.areiospagos.gr). Κατά κανόνα, ο νόμος δεν αναθέτει την άσκηση του δικαιώματος σε τρίτο, πέραν του φορέα, πρόσωπο. Με κριτήριο, επομένως, τους αγωγικούς ισχυρισμούς επιβάλλεται η διεξαγωγή της δίκης μεταξύ των φορέων της .. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία .. που εδρεύει στην Αθήνα, οδός … με Α.Φ.Μ. … όπως και τον διακριτικό τίτλο που εδρεύει στην Αθήνα, Λεωφόρος με  Α.Φ.Μ. όπως  νομίμως επίδικης έννομης σχέσης (κατά κανόνα νομιμοποίηση). Ο κανόνας όμως αυτός διασπάται και κατ' εξαίρεση νομιμοποιούνται ορισμένα πρόσωπα προς διεξαγωγή της δίκης, τα οποία δεν είναι φορείς της οικείας έννομης σχέσης (μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι). Ωστόσο, στο πλαίσιο της ημεδαπής έννομης τάξης η κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση προϋποθέτει, πάντοτε ειδικό νομοθετικό έρεισμα, υπό την έννοια της ειδικής νομοθετικής (ex lege) νομιμοποίησης τρίτων, σε σχέση με τον δικαιούχο, προσώπων. Επομένως, πηγή της κατ' εξαίρεση νομιμοποίησης του τρίτου είναι και πάλι μόνο κάποια συγκεκριμένη, ειδική, νομοθετική ρύθμιση, η οποία απονέμει στο πρόσωπο την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, έστω και εμμέσως χωρίς πανηγυρική διατύπωση, και όχι κάποιο δικαιοπρακτικό θεμέλιο. Η δικαιοπρακτική θεμελίωση της νομιμοποίησης θεωρείται ανεπίτρεπτη στο ημεδαπό δικονομικό σύστημα, διότι οι διάδικοι στερούνται της εξουσίας διάθεσης των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η δε πρόκριση αντίθετης εκδοχής θα οδηγούσε ακριβώς σε διεύρυνση των υποκειμενικών ορίων της δίκης και του δεδικασμένου δυνάμει της ιδιωτικής βούλησης [ΑΠ 236/2020, ΑΠ 1953/2017, ΑΠ 1863/2017, όλεςδημοσ. σε www.areiospagos.gr, ΑΠ 37/2014 ΕλλΔνη 2014.1000 επ. μεπαρατ. Σ. Πανταζόπουλου, ΑΠ 45/2007 Δ 2007.585 με παρατ. Κ. Μπέη, Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία, τ. I, 2η έκδ. 2020, σελ. 372, 100, Λ. Σινανιώτης, Η νομιμοποίησις των διαδίκων εν τη πολιτική δίκη, εκδ. 1965, σελ. 65, 68, 96 επ., 181 - 182, Π. Αρβανιτάκης, Οι διάδικοι στην πολιτική και διοικητική δίκη: έννοια, λειτουργία και συγκριτική επισκόπηση των υποκειμένων της δίκης ενώπιον των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, έκδ. 2005, σελ. 88, Γ. Αποστολάκης, Ζητήματα από την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση των εταιρειών  διαχειρίσεως απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια, σε τιμητικό τόμο για την Καθηγήτρια Γιάννα Καρύμπαλη - Τσίπτσιου, τ. I, έκδ. 2022, σελ. 77 επ. (78-79), Α. Πλεύρη, Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη, έκδ. 2014, σελ. 39-40]. Ο νόμος που προβλέπει (επιτρέπει) την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση προσώπου τρίτου προς τους φορείς της ουσιαστικής έννομης σχέσης, ως μη δικαιούχου διαδίκου, προσδιορίζει και το περιεχόμενο των παρεχόμενων εξουσιών, το εύρος αυτών, καθώς και τον χαρακτήρα της κατ' εξαίρεση νομιμοποίησης, δηλαδή εάν είναι συντρέχουσα   (με την παράλληλη νομιμοποίηση  του κατά  κανόνα νομιμοποιούμενου) ή αποκλειστική. Τα ανωτέρω δεν δύναται να τροποποιήσει σύμβαση που ενδεχομένως συνάπτεται μεταξύ του δικαιούχου και του μη δικαιούχου διαδίκου διότι πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Επειδή ακριβώς πρόκειται για δικονομική κατηγορία η οποία διασπά τον θεμελιώδη κανόνα περί σύμπτωσης σε ένα πρόσωπο του υποκειμένου της επίδικης έννομης σχέσης και του νομιμοποιούμενου προς διεξαγωγή της δίκης, οι μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι συνιστούν την εξαίρεση στον κανόνα της νομιμοποίησης. Υποστηρίχθηκε έτσι κατά το παρελθόν ότι αυτός ο εξαιρετικός χαρακτήρας υπαγορεύει και τη στενή (αυστηρή) ερμηνεία των οικείων ιδρυτικών της ξενοδικίας διατάξεων, με αποτέλεσμα οι τελευταίες να μην επιδέχονται αναλογικής εφαρμογής σε έτερες μη ρυθμιζόμενες από το νόμο περιπτώσεις, προκειμένου να μη διασπάται η νομοθετική βούληση αναφορικά προς τη νομιμοποίηση των διαδίκων (Λ. Σινανιώτης, ό.π., σελ. 182, Α. Πλεύρη, ό.π., σελ. 60, Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ τ. I, έκδ. 1994, άρθρο 69, αριθ. 49, σελ. 407). Ωστόσο, στην πραγματικότητα μία τέτοια θεώρηση δεν θα απηχούσε παρά την παρωχημένη «αρχή» (κατ' ακριβολογία: απόφθεγμα) "singularia non sunt extendenda" ή "exceptio est strictissimae interpretationis", που μολονότι διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου κατά το παρελθόν, αντιμετωπίζεται πλέον (και ορθώς) με μεγάλη επιφύλαξη από την κρατούσα και σύγχρονη γνώμη στη σύγχρονη μεθοδολογία του δικαίου, η οποία αμφισβητεί έντονα την a priori δεσμευτικότητά της [Π. Παπανικολάου, Μεθοδολογία του Ιδιωτικού Δικαίου και Ερμηνεία των Δικαιοπραξιών, έκδ. 2000, σελ. 145 και 255, Σ. Κοτρώνης, Singularia non sunt extendenda. Προσέγγιση στην ερμηνεία των κανόνων εξαιρετικού Δικαίου στο πλαίσιο του Ιδιωτικού Δικαίου, Αρμ 2008, σελ. 3 επ., Ε. Ρίζος, Οι προϋποθέσεις διάρρηξης της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, έκδ. 2012, σελ. 336-344, Γ. Ορφανίδης, Το κανονιστικό περιεχόμενο του Ν 4354/2015 (γνμδ.), ΕφΑΔΠολΔ 2021, σελ. 1283 επ. (1285)]. Το γεγονός ότι μια διάταξη χαρακτηρίζεται ως εξαιρετικού δικαίου δεν σημαίνει άνευ ετέρου και χωρίς να ακολουθήσει περαιτέρω in concreto ερμηνεία ότι δεν είναι και επιδεκτική αναλογικής εφαρμογής, υπό την αυτονόητη βεβαίως προϋπόθεση ότι πληρούνται και άπαντες οι απαιτούμενοι όροι που επιτρέπουν την αναλογία.

 

II. Στην ελληνική νομοθεσία απαντώνται, μεταξύ άλλων θεσμών διαχείρισης απαιτήσεων [βλ. λ.χ. πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων με τη διαχείριση (μη γνήσιο factoring)], αφενός η διαχείριση απαιτήσεων του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, που προβλέπει τη δυνατότητα ανάθεσης της διαχείρισης απαιτήσεων οι οποίες έχουν τιτλοποιηθεί υπέρ εταιρείας ειδικού σκοπού και αφετέρου η δυνάμει των άρθρων 1 και 2 του Ν. 4354/2015 ρύθμιση της ανάθεση της διαχείρισης απαιτήσεων που αποκτήθηκαν από Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΑΑΔΠ) σε Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ)'. Ειδικότερα, στο Ν. 4354/2015 προβλέπονται δύο διακριτά εταιρικά σχήματα, αφενός μεν οι «εταιρείες απόκτησης» (ΕΑΑΔΠ) και αφετέρου οι «εταιρείες διαχείρισης» απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο συμβατικά μορφώματα, δηλαδή αφενός η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και αφετέρου η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενο τους (1 παρ. 1 στ. α', β', 1 παρ. 1 στ. γ', 2 παρ. 1   Ν. 4354/2015 κ.α.). Σε κομβικής σημασίας διάταξη του εν λόγω νομοθετήματος αναδεικνύεται η ρύθμιση της παρ. 4 του άρθρου 2 αυτού, σύμφωνα με την οποία «οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων,  καθώς και  να  κινούν,  παρίστανται  ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές    διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης». Με τη διάταξη αυτή ο νόμος (ως αποκλειστική, όπως προαναφέρθηκε, πηγή θεσμοθέτησης κατ' εξαίρεση νομιμοποίησης μη δικαιούχου διαδίκου) ιδρύει μία ακόμη περίπτωση  κατ'  εξαίρεση  νομιμοποίησης,  με την οποία  οι  ΕΔΑΠΔ νομιμοποιούνται να ενεργούν διαδικαστικές πράξεις αντί του δικαιούχου της απαίτησης, δηλαδή - ανάλογα με το εάν οι οικείες απαιτήσεις έχουν μεταβιβασθεί ή όχι σε ΕΑΑΔΠ- είτε των τελευταίων (ΕΑΑΔΠ), που μετά την κατ' άρθρο 3 του Ν. 4354/2015 κτήση των δανειακών απαιτήσεων με εκχώρηση από την αντίστοιχη (εκχωρήτρια) τράπεζα καθίστανται ειδικοί διάδοχοι της τράπεζας του οικείου πιστωτικού, είτε του πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος. Η ΕΔΑΠΔ καλείται έτσι από το νόμο να διαχειρισθεί τις απαιτήσεις αυτές ενεργώντας είτε εξώδικες είτε διαδικαστικές ενέργειες. Η ανάθεση της διαχείρισης στην, επιλεγόμενη από τον δικαιούχο, εταιρεία ΕΔΑΠΔ γίνεται με σύμβαση κατά τους όρους του άρθρου 2 παρ. 1-3 του Ν. 4354/2015. Με τη σύμβαση ανάθεσης της διαχείρισης θα προσδιορισθεί από τα μέρη το περιεχόμενο και το εύρος των εξώδικων ενεργειών της διαχείρισης και κατ' ελάχιστο όριο θα συνίσταται σε όσα το άρθρο 2 παρ. 2 προβλέπει. Το εύρος όμως και το περιεχόμενο των διαδικαστικών πράξεων, που κατ' εξαίρεση νομιμοποιούνται να ασκούν οι ΕΔΑΠΔ, για λογαριασμό του δικαιούχου, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, δεν μπορεί να διευρύνεται ούτε να μειώνεται με την ως άνω σύμβαση διαχείρισης, αφού, όπως προεκτέθηκε, η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να θεμελιώσει νομιμοποίηση στην πολιτική δίκη, αλλά αντιθέτως, τα όρια αυτά μόνο ο νόμος μπορεί να προσδιορίζει.

 

III. Από την άλλη πλευρά, η τιτλοποίηση (securitization), στην πιο απλή μορφή της (έμμεση μορφή πληρωμών - pay through structure), συνίσταται στην ομαδοποίηση απαιτήσεων ή στοιχείων του ενεργητικού μίας επιχείρησης (μεταβιβάζουσα επιχείρηση - originator) σε κοινό χαρτοφυλάκιο αναφοράς και στην εντεύθεν μεταβίβαση τους, λόγω πώλησης (true sale), σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού (Special Purpose Vehicle, SPV), η οποία καταβάλει το τίμημα για την αγορά τους. Η εταιρεία ειδικού σκοπού με τη σειρά της εξασφαλίζει το τίμημα αγοράς των απαιτήσεων με την έκδοση και διάθεση ομολογιών, ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ η κάθε μία (με ιδιωτική τοποθέτηση μόνο), στο επενδυτικό κοινό. Το τίμημα αυτό, που καταβάλλει η εταιρεία ειδικού σκοπού, αποτελεί το κεφάλαιο που έχει ανάγκη η μεταβιβάζουσα - χρηματοδοτούμενη επιχείρηση, ενώ οι αξιώσεις των επενδυτών από τις ομολογίες ικανοποιούνται από την είσπραξη των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων. Ακολούθως, η αγοράστρια, εισπράττοντας τις απαιτήσεις αποπληρώνει το δανειακό χρέος της προς τους τρίτους. Έτσι, με το θεσμό της τιτλοποίησης, η αξία των (λογιστικών) απαιτήσεων μετατρέπεται σε άμεσα διαθέσιμα κεφάλαια. Η πωλήτρια επιχείρηση επιδιώκει την άντληση κεφαλαίων, αυξάνοντας έτσι την ρευστότητα της, ενώ μειώνει δραστικά το κόστος χρηματοδότησης και παράλληλα βελτιώνει την οικονομική της διάρθρωση. Από την πλευρά δε της αγοράστριας εταιρείας και των τρίτων δανειοδοτών της, σκοπός είναι το κέρδος: για τη μεν πρώτη από τη διαφορά μεταξύ του κέρδους από την αγορά των απαιτήσεων και του κόστους δανεισμού, για δε τους τρίτους από τον τόκο [Θ. Κουλουριάνος, Ο θεσμός της τιτλοποίησης απαιτήσεων ως μορφή χρηματοδότησης των επιχειρήσεων σύμφωνα με το ν. 3156/2003, ΧρΙΔ 2006, σελ. 181 επ., Α. Κουλορίδας, Η τιτλοποίηση απαιτήσεων ως μηχανισμός διαχείρισης και αναχρηματοδότησης επιχειρηματικών και στεγαστικών δανείων, ΔΕΕ 2017, σελ. 1018 επ. (1019)]. Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, ως «ιδιωτική τοποθέτηση» θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατό πενήντα, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου ως άρθρου, «μεταβιβάζων» μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και «αποκτών» νομικό μόνο πρόσωπο - ανώνυμη εταιρεία - με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρεία Ειδικού Σκοπού). Η πώληση δε των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. ΑΚ, ενώ η μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6 του ίδιου ως άνω άρθρου). Κατά παρέκκλιση δε των διατάξεων περί εκχώρησης του ΑΚ, στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 προβλέπεται ότι η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν 2844/2000 (και κατισχύει των συμφωνιών μεταξύ μεταβιβάζοντος και τρίτων περί ανεκχωρήτου των μεταξύ τους απαιτήσεων). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης, σύμφωνα με την προηγούμενη διάταξη, επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, ενώ ως αναγγελία στον οφειλέτη λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης αυτής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν 2844/2000, σύμφωνα με τα ανωτέρω. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παρ. 1. Περαιτέρω, δεδομένου ότι η εταιρεία ειδικού σκοπού συνήθως δεν διαθέτει τις απαραίτητες εγκαταστάσεις και προσωπικό, προκειμένου να επιφορτισθεί η ίδια με τη διαχείριση και την είσπραξη των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, τον υπολογισμό των ρευστοποιήσεων και την τήρηση του πλάνου πληρωμών, παρέχεται η δυνατότητα (και όχι υποχρέωση) ανάμειξης στη διαδικασία ετέρου μέρους, το οποίο θα αναλάβει τον ρόλο του διαχειριστή (servicer). Συχνά, μάλιστα, τον ρόλο αυτό αναλαμβάνει η ίδια η μεταβιβάζουσα εταιρεία, λύση σαφώς προτιμότερη, αφού αφενός το κόστος διαχείρισης και είσπραξης των απαιτήσεων μειώνεται, αφετέρου με τον τρόπο αυτό δεν διακόπτεται η συναλλακτική επαφή της επιχείρησης με την πελατεία της (Θ. Κουλουριάνος, ό.π., σελ. 185). Ειδικότερα, για την ως άνω σύμβαση διαχείρισης, η οποία κατά τα εννοιολογικά της στοιχεία ταυτίζεται με τη σύμβαση εντολής (713 επ. ΑΚ) και αντιπροσώπευσης (211 επ. ΑΚ), η διάταξη της παρ. 14 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, ορίζει τα ακόλουθα: «Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό Ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβαση τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρου με τον διαχειριστή». Στη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 δεν διατυπώνεται πανηγυρικώς ότι η συμβατική ανάθεση της διαχείρισης/είσπραξης εξοπλίζει τον διαχειριστή και με τη δικονομική εξουσία για κάταρξη και διεξαγωγή δίκης, έκδοση διαταγής πληρωμής, επίσπευση εκτέλεσης κ.λπ. με την ιδιότητα, προφανώς, του μη δικαιούχου διαδίκου. Επομένως, ενόψει και των προεκτεθέντων στη με στοιχ. I νομική σκέψη της παρούσας, ο προβληματισμός μετατοπίζεται στο εάν, παρά την απουσία τέτοιας ρητής πανηγυρικής διατύπωσης, τελολογικές σταθμίσεις δύνανται να οδηγήσουν στην εξαγωγή του πορίσματος ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να εξοπλίσει τον συμβατικώς νομιμοποιηθέντα προς διαχείριση/είσπραξη και με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί στη δίκη (και στο στάδιο της εκτέλεσης) κάθε αναγκαία για την είσπραξη διαδικαστική πράξη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Πολλά έτη πριν από τη θέσπιση του Ν. 4354/2015, στους κόλπους της επιστήμης και ειδικότερα στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, υποστηρίχθηκε, πράγματι, η άποψη που προέκρινε καταφατική απάντηση επί του εν λόγω ερωτήματος (Γ. Λέκκας, Εμπράγματη εξασφάλιση του ομολογιακού δανείου και τιτλοποίηση των απαιτήσεων - Η κάμψη της αμεσότητας δικαιωμάτων εμπράγματης ασφάλειας, έκδ. 2005, σελ. 251, I. Βενιέρης, Τιτλοποίηση απαιτήσεων σύμφωνα με το ν. 3156/2003 υπό το πρίσμα και της διεθνούς πρακτικής, εκδ. 2005, σελ. 268), θέση που επαναλήφθηκε και προσφάτως, στο πλαίσιο της εξέτασης του ζητήματος της αλληλεπίδρασης των Ν. 3156/2003 και Ν. 4354/2015 (Π. Γιαννόπουλος,   Η  δικονομική  θέση  της διαχειρίστριας  τιτλοποιημένων απαιτήσεων ως πρόβλημα επικάλυψης του πεδίου εφαρμογής των Ν. 3156/2003 και 4354/2015, προδημοσίευση από Αρμ 10/2022, δημοσ. σε www.sakkoulas-online.gr).  Ωστόσο,  το (προς απάντηση του εν λόγω ερωτήματος) λεχθέν ότι «...βέβαιο είναι ότι υπό τη διατύπωση της κρίσιμης διάταξης του άρθρου 10 § 14 Ν. 3156/2003, αλλά και της ΑιτΕκθ Ν. 3156/2003 δεν προκύπτει ότι ο νομοθέτης δεν προσέβλεψε στον περιορισμό της εξουσίας του διαχειριστή μόνον στη διενέργεια εξώδικων πράξεων» (Π. Γιαννόπουλος, ό.π., προδημοσίευση από Αρμ 10/2022, δημοσ. σε www.sakkoulas-online.gr), δεν είναι απροσμάχητο, αφού κάλλιστα θα μπορούσε να διατυπωθεί και το ακριβώς αντίθετο πόρισμα, συνοδευόμενο επίσης από γυμνή επίκληση μίας απροσδιόριστης προέλευσης βεβαιότητας που οδήγησε σε αυτό. Αντιθέτως, η απάντηση επί του προκείμενου ερωτήματος πρέπει να διέλθει την οδό της εξέτασης της φύσης των εξουσιών που απονέμονται στον διαχειριστή των οικείων απαιτήσεων. Στην περίπτωση του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, ο διαχειριστής δεν αποκτά ο ίδιος την απαίτηση, αλλά απλώς δικαιούται να την ασκήσει, όπως λ.χ. μόνο να την εισπράξει. Γι' αυτόν ακριβώς δε τον λόγο, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα και μετά την κατά τα ως άνω εξουσιοδότηση να καταβάλει όχι στο διαχειριστή (εξουσιοδοτούμενο), αλλά στον δανειστή (εξουσιοδοτήσαντα). Ο διαχειριστής (εκχωρητής ή τρίτος) ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος του εκδοχέα και επ' ονόματι και για λογαριασμό του τελευταίου αυτού, όχι δε στο δικό του όνομα, ούτε και για δικό του λογαριασμό (άρθρο 211 ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 417 ΑΚ) (ΜονΠρΚορ 45/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ως άνω λύση εναρμονίζεται απολύτως και προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 15 του Ν. 3156/2003, η οποία καθιερώνει την υποχρέωση του διαχειριστή να καταθέτει, αμέσως με την είσπραξη τους, το προϊόν των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, σε έναν -ομοιάζοντα προς θεσμούς αλλοδαπών εννόμων τάξεων (όπως λ.χ. εκείνον   του "Trust" του αγγλοσαξωνικού δικαίου και τον "Anderkonto" του γερμανικού δικαίου) εμπιστευματικό λογαριασμό (χωριστή έντοκη κατάθεση που τηρείται στον ίδιο, εφόσον είναι πιστωτικό ίδρυμα, διαφορετικά σε πιστωτικό ίδρυμα που δραστηριοποιείται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό χώρο), με τη μνεία στην οικεία κατάθεση ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιούσια του διαχειριστή και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται. Εν ολίγοις, η κατ' άρθρο 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2015 σύμβαση διαχείρισης, στην οποία εγκλείεται και εξουσία προς είσπραξη της οικείας απαίτησης, δεν αποτελεί παρά μία εκδήλωση του γνωστού μορφώματος της εξουσιοδότησης προς είσπραξη [Δ. Λιάππης, Η αρχιτεκτονική της τιτλοποίησης επιχειρηματικών απαιτήσεων - οι συμβατικές σχέσεις, ΕΕμπΔ 2006, σελ. 786 επ. (795)]. Ωστόσο, στο πεδίο του δικονομικού δικαίου η εξουσιοδότηση προς είσπραξη δεν δύναται να θεμελιώσει και τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή ορισμένης δίκης από τον εξουσιοδοτούμενο, με εξαίρεση τις ρητά ρυθμιζόμενες από το νόμο περιπτώσεις. Η δυνατότητα του εξουσιοδοτηθέντος, χωρίς να υπάρχει ρητή διάταξη νόμου, να εναγάγει ιδίω ονόματι για την απαίτηση, αποκρούεται ως περίπτωση απαγορευμένης δικαιοπρακτικής διάθεσης της νομιμοποίησης (ΑΠ 1595/2014 ΕΕμπΔ 2015.101, ΑΠ 45/2007 ό.π., ΑΠ 439/1979 ΝοΒ 1980.1912, ΜονΠρΚορ 218/2020 ΤΝΠ Δ ΣΑ, Λ. Σινανιώτης, ό.π. σελ. 93 επ., Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νίκας), ΚΠολΔ I, έκδ. 2000, άρθρο 68, αριθ. 7, σελ. 145, I. Σπυριδάκης, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 3η έκδ. 2022, σελ. 1138. Βλ. αντιθέτως Μ. Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 5η έκδ. 2018, σελ. 1736 -1738 με επιμέρους διακρίσεις, Π. Κολοτούρο, Δικαιοπρακτική θεμελίωσις της νομιμοποιήσεως, ΧρΙΔ 2005, 399 επ., Κ. Καλαβρό, Πολιτική Δικονομία, 4η έκδ. 2016, σελ. 883-885]. Στην περίπτωση του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, ενόψει του ότι υποκείμενο των διά των ενεργειών του αντιπροσώπου   - διαχειριστή δημιουργούμενων σχέσεων είναι ο αντιπροσωπευόμενος - εκδοχέας, παρέπεται ότι ο τελευταίος είναι και ο μόνος νομιμοποιούμενος να ενάγει και να ενάγεται (ΜονΠρΚορ 45/2022 ό.π., ΜονΠρΚορ 145/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΑΘ 6310/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Βλ. ομοίως για την περίπτωση εξουσιοδότησης της ασφαλιστικής επιχείρησης προς τον ασφαλιστικό πράκτορα για είσπραξη ασφαλίστρων ΕφΑΘ 9544/1998 ΕΕμπΔ 1999.773), λαμβανομένου υπόψη και ότι απουσιάζει συγκεκριμένη, ειδική, νομοθετική ρύθμιση, που θα απαιτούνταν κατά τα ανωτέρω, προκειμένου να απονεμηθεί στο πρόσωπο του διαχειριστή η ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Επιπλέον, κρίσιμο ενδείκτη της βούλησης του νομοθέτη μπορεί να αποτελέσει, άλλωστε, και το γεγονός ότι ο ίδιος έχει διαλάβει στο οικείο νομοθέτημα ειδικές περί του αντιθέτου προς τον γενικό κανόνα ρυθμίσεις, οι οποίες δεν θα ήταν αναγκαίες, εάν οι ίδιες ίσχυαν όχι ως εξαίρεση αλλά ως κανόνας. Η θέση αυτή δεν είναι καινοφανής, αφού άλλωστε επιστρατεύθηκε και από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου στο πλαίσιο ερμηνείας του συστήματος του ίδιου του ΚΠολΔ, προκειμένου να εξαγάγει την κρίση περί του ανεπίτρεπτου της εκούσιας αντιπροσώπευσης κατά τη διεξαγωγή της δίκης, παρά την (τότε) ύπαρξη στο κείμενο του ΚΠολΔ των (μετέπειτα καταργηθεισών) διατάξεων των άρθρων 472 παρ. 1 και 665 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 37/2014 δημοσ. σε www.areiospagos.gr, ΑΠ 45/2007 ό.π.). Στην προκείμενη περίπτωση δεν θα πρέπει να παραβλέπεται ότι όπου ο νομοθέτης του Ν. 3156/2003 θέλησε να προσδώσει την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου σε κάποιο πρόσωπο το έπραξε ρητά, έστω χωρίς να χρησιμοποιήσει πανηγυρικώς τις σχετικές λέξεις. Αφιέρωσε μάλιστα προς τούτο μία ιδιαιτέρως σχοινοτενή διάταξη, με εξαντλητική απαρίθμηση των δικονομικών εξουσιών του μη δικαιούχου αυτού διαδίκου. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του Ν. 3156/2003 προβλέπεται ότι το πιστωτικό ίδρυμα ή η εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που αποτελεί τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων, εκπροσωπεί τους τελευταίους έναντι της εκδότριας και των τρίτων και ενεργεί για την προάσπιση των συμφερόντων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, τους όρους του δανείου και τις αποφάσεις της συνέλευσης των ομολογιούχων. Περαιτέρω, στη διάταξη της παρ. 6 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων εκπροσωπεί τους ομολογιούχους δικαστικώς και εξωδίκως, τόσο έναντι της εκδότριας όσο και έναντι των τρίτων. Στην υποπερίπτωση (β) του άρθρου 4 παρ. 6 του Ν. 3156/2003, μάλιστα, ορίζονται σχεδόν εξαντλητικά οι δικονομικές  εξουσίες του εκπροσώπου των ομολογιούχων από το στάδιο της διαγνωστικής δίκης έως και την αναγκαστική εκτέλεση, τις οποίες κατά τον νόμο ασκεί «με μνεία της ιδιότητας του». Στους κόλπους της επιστήμης, βέβαια, δεν υφίσταται ομοθυμία ως προς την ιδιότητα του εκπροσώπου των ομολογιούχων, κατά τις παρ. 1, 4 και 6 του άρθρου 4 του Ν. 3156/2003. Υποστηρίχθηκε έτσι ότι πρόκειται για περίπτωση είτε άμεσης πληρεξουσιότητας [Κ. Χριστοδούλου, Άϋλοι ομολογιακοί τίτλοι (επόψεις ουσιαστικού και δικονομικού αστικού δικαίου), Δ 2004, 868 επ. (870 επ.)], είτε αντιπροσώπευσης (I. Βενιέρης, ό.π., σελ. 298 επ.). Ωστόσο, κατά την ορθότερη και εντεύθεν προκριτέα άποψη, πρόκειται για περίπτωση μη δικαιούχου διαδίκου [Α. Πλεύρη, ό.π., σελ. 92-93, Κ. Καλαβρός, Πολιτική Δικονομία, 4Π έκδ. 2016, σελ. 830, υποσημ. 738, ο ίδιος, Ζητήματα δέσμευσης τρίτων από τις ενέργειες των δικαστικών αποφάσεων: Τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου επί μη δικαιούχων ή μη υπόχρεων διαδίκων, σε Διάλογοι με τη Νομολογία, έκδ. 2018, σελ. 160, υποσημ. 5, Χ. Απαλαγάκη/Λ. Κιτσαράς, Γνμδ. υπό τον τίτλο «Ζητήματα εξαιρετικής νομιμοποίησης των Διαχειριστών και ειδικά των Εταιριών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ) στο πλαίσιο: α) τιτλοποιήσεων του ν. 3156/2003 και του ν. 4649/2019 β) πώλησης απαιτήσεων του ν. 4354/2015 γ) δυνητικής ανάθεσης της διαχείρισης σε Εταιρεία Διαχείρισης από Πιστωτικό Ίδρυμα (άρθρο 2 § 1 του ν. 4354/2015). Λοιπά συναφή δικονομικά ζητήματα ως προς την άσκηση διαδικαστικών πράξεων και τη διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτελέσεως στο πλαίσιο της διαχείρισης (γενικά)», αδημ., σελ. 17, Κ. Παπαχρήστου - Δήμητρας, Η νομιμοποίηση των διαδίκων στην πολιτική δίκη, έκδ. 2021, σελ. 130, υποσημ. 100, Π. Γιαννόπουλος, Η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις ως μη δικαιούχος διάδικος στη διαγνωστική δίκη και στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Κριτική επισκόπηση των ρυθμίσεων του ν. 4354/2015 και de lege ferenda προτάσεις, Αρμ 2019, σελ. 233 επ. (241 - 242), Β. Αντωνόπουλος/Σ. Μούζουλας, Ανώνυμες Εταιρίες, τ. I, έκδ. 2013, Εισαγ. παρατ. σε άρθρα 3α και 3β, αριθ. 26, σελ. 351], Η θέση αυτή, εξάλλου, συμπορεύεται πλήρως αφενός με το πνεύμα και το όλο σύστημα που καθιερώνει ο Ν. 3156/2003 ως προς την οργάνωση των ομολογιούχων σε ομάδα (πνεύμα, το οποίο εκφράζεται κυρίως στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 του νόμου που, καταρχήν, απαγορεύει την ατομική άσκηση των δικαιωμάτων ομολογιούχων, πριν από την λήξη του δανείου) και αφετέρου με τη ρητή εκτύπωση του άρθρου 4 παρ. 6 του Ν. 3156/2003 και ιδίως την υποπερίπτωση <ί3) αυτής, όπου απαριθμούνται ειδικότερα οι δικονομικές εξουσίες του εκπροσώπου των ομολογιούχων. Η σχετική διατύπωση που επέλεξε μάλιστα ο νομοθέτης [«...ασκεί, στο όνομα του, με μνεία της ιδιότητας του και ότι ενεργεί για λογαριασμό της ομάδας των ομολογιούχων (...) τα κάθε είδους ένδικα μέσα και βοηθήματα, τακτικό και έκτακτα, με τα οποία σκοπείται η παροχή οριστικής ή προσωρινής ένδικης προστασίας, τις κάθε είδους διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης...»], αίρει και το όποιο ενδεχόμενο αμφισβητήσεων που θα μπορούσε να ανακύψει ως προς το εάν οι δικονομικές εξουσίες οι οποίες απονέμονται στον εκπρόσωπο των ομολογιούχων άπτονται της διαδικαστικής προϋπόθεσης της νομιμοποίησης ή της ικανότητας παράστασης της ομάδας των ομολογιούχων στο Δικαστήριο» [βλ. για τη σχετική διάκριση, Ν. Κλαμαρή, Είναι ο «Ειδικός Εκπρόσωπος» από πλευράς νομικής του φύσεως μη δικαιούχος ή μη υπόχρεος διάδικος; Σκέψεις επί ενός δικονομικού κύκλου προβλημάτων υπό την αλληλοσυγκριτική οπτική γωνία του ελληνικού και του γερμανικού δικαίου, σε Αναμνηστικό Τόμο Λεωνίδα Γεωργακόπουλου, τ. I, έκδ. 2016, σελ. 395 επ. (402-404), Χ. Απαλαγάκη/Σ. Σταματόπουλο (-Γ.-Α. Γεωργιάδη), Ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας τ. I, έκδ. 2022, άρθρο 68, αριθ. 2, σελ. 244, Λ. Σινανιώτη, ό.π., σελ. 38-39]. Ο τελευταίος, λοιπόν, λειτουργεί δικονομικώς με μία συγκεκριμένη ιδιότητα κατά τη σαφή διατύπωση του νόμου και ενεργεί για την προάσπιση ξένων συμφερόντων και δικαιωμάτων, δηλαδή αυτών των ομολογιούχων (Α. Πλεύρη, ό.π., σελ. 93). Επακολούθησε στη συνέχεια η θέσπιση του Ν. 4548/2018, η διάταξη του άρθρου 65 παρ. 3 του οποίου ουσιαστικά επαναλαμβάνει τις ως άνω ρυθμίσεις, με κάποιες περιορισμένες προσαρμογές. Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται εμφανές ότι ο Ν. 3156/2003 δεν απονέμει στον διαχειριστή των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου [ΑΠ 434/2022, ΑΠ 909/2021, αμφότερες δημοσ. σε www.areiospagos.gr, δυνάμει των οποίων κρίθηκε, επί λέξει, ότι: «...χωρίς ωστόσο ο νόμος (3156/2003) να απονέμει στην εταιρία διαχείρισης την ιδιότητα του κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου (μη δικαιούχου)...», Γ. Αποστολάκης, ό.π., σελ. 9394], ενώ ουδεμία τελολογική στάθμιση δύναται να οδηγήσει στην εξαγωγή του πορίσματος ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να εξοπλίσει τον συμβατικά επιλεγέντα διαχειριστή προς είσπραξη της οικείας απαίτησης και με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί στη δίκη (και στο στάδιο της εκτέλεσης) κάθε αναγκαία για την είσπραξη διαδικαστική πράξη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου.  Επομένως,  ο προβληματισμός μετατοπίζεται στο ερώτημα εάν η ρύθμιση του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003 και η νομοθετική στόχευση περί απονομής στον διαχειριστή μόνο της εξουσίας διαχείρισης ή και είσπραξης της οικείας απαίτησης καταλύθηκε (ειδικά για τις ΕΔΑΔΠ του Ν. 4354/2015) μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 4354/2015, υπό τον οποίο η νομιμοποίηση του διαχειριστή του νόμου αυτού ως μη δικαιούχου διαδίκου αναγνωρίσθηκε ρητά. Σε περίπτωση δε αποφατικής απάντησης επί του εν λόγω ερωτήματος ανακύπτει το περαιτέρω ερώτημα εάν είναι δυνατή η αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 και στο σύστημα διαχείρισης του Ν. 3156/2003.

 

IV. Είναι γεγονός ότι τα κρίσιμα νομοθετήματα (Ν. 3156/2003 και Ν. 4354/215) εμφανίζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Κοινός παρονομαστής λ.χ. αμφοτέρων είναι ότι ρυθμίζουν το ζήτημα της διαχείρισης απαιτήσεων. Επιπλέον, τόσο ο Ν. 3156/2003 (άρθρο 10 παρ. 8) όσο και ο Ν. 4354/2015 (άρθρο 3 παρ. 2 εδ. β') εξοβελίζουν την επί τη βάσει της ιδιωτικής αυτονομίας τυχόν καταρτισθείσα συμφωνία περί ανεκχώρητου. Στους κόλπους της επιστήμης επιχειρήθηκε να εξαρθούν τα σημεία σύμπτωσης των δύο αυτών νομοθετημάτων. Ειδικότερα, συνοψίζοντας την επιχειρηματολογία της θέσης αυτής, αμφότερα τα νομοθετήματα ρυθμίζουν ουσιαστικά το ίδιο αντικείμενο, δηλαδή τις μεταβιβάσεις δανείων, κατατείνουν και τα δύο στην θεραπεία σταθμίσεων ενίσχυσης της εθνικής οικονομίας, μέσω της ενίσχυσης των επιχειρήσεων και ιδίως των τραπεζικών ιδρυμάτων, ενώ τόσο το υποκειμενικό, όσο  και  το  αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής των  δύο  νομοθετημάτων αλληλεπικαλύπτονται σε σημαντικό βαθμό, οι δε διαφοροποιήσεις ανάμεσα τους είναι περιορισμένης έκτασης και πάντως επουσιώδεις (Π. Γιαννόπουλος, δημοσίευση από Αρμ 10/2022, δημοσ. σε www.sakkoulas-online.gr). Εάν όμως ήθελε όμως υποτεθεί ότι ο μεταγενέστερος Ν. 4354/2014 ρυθμίζει τα ίδια ζητήματα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003 με πιο αναλυτικό τρόπο, το λογικό επιστέγασμα των ανωτέρω παρατηρήσεων θα ήταν ότι ο πρώτος θα έπρεπε να θέσει εκποδών το δεύτερο. Ωστόσο, τούτο δεν συμβαίνει. Η εμπρόθετη, άλλωστε, αυτή επιλογή του νομοθέτη, αποσαφηνίσθηκε ρητά στη συνέχεια δυνάμει του Ν. 4389/2016, όπου προβλέπεται ότι οι ρυθμίσεις του Ν. 4354/2015 δεν θίγουν την εφαρμογή του Ν. 3156/2003 (όπως και έτερων ειδικών νομοθετημάτων). Ενόψει και του γεγονότος ότι ο συντριπτικά μεγαλύτερος όγκος απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις πωλείται με βάση το Ν. 3156/2003 αντί του Ν. 4354/2015, ανακύπτει ευλόγως το ερώτημα, για ποιο λόγο να επιλέξει κανείς ένα νομοθέτημα που μετράει ήδη 19 έτη ζωής, αντί του ενός νόμου που θεσπίσθηκε μόλις το έτος 2015. Όπως ορθώς παρατηρείται, καθίσταται σαφές ότι οι ρυθμίσεις των δύο αυτών νομοθετημάτων δεν ταυτίζονται [Λ. Κιτσαράς, Κτήση και διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις κατά τον ν. 4354/2015, ΧρΙΔ 2020, σελ. 721 επ. (724)]. Πράγματι, τα δύο αυτά νομοθετήματα παρουσιάζουν μεταξύ τους μία σειρά διαφοροποιήσεων, οι οποίες μόνο ως επουσιώδεις δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν. Ειδικότερα, πρώτη απόκλιση εντοπίζεται στο γεγονός ότι ο Ν. 3156/2003 προέβλεψε «γενναιόδωρες» (κατά την παραστατική φράση του Δ. Ρούσση, Το ειδικό δίκαιο της εκχώρησης απαιτήσεων. Από την πρακτορεία και τιτλοποίηση στη διάθεση απαιτήσεων με αιτία τη διαχείριση ή την πώληση: συστηματική εναρμόνιση με το γενικό δίκαιο εκχώρησης του ΑΚ, ΧρΙΔ 2016, σελ. 569 επ.) φορολογικές ατέλειες των συναλλαγών στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων (άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 3156/2003: «Η μεταβίβαση απαιτήσεων προς και από την εταιρεία ειδικού σκοπού των άρθρων 10 και 11 και η είσπραξη των σχετικών απαιτήσεων από την εταιρεία αυτή, η σύναψη συμβάσεων παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων ή συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, τέλη χαρτοσήμου, εισφορά ή δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων»), οι οποίες δεν επαναλήφθηκαν συλλήβδην στο Ν. 4354/2015 (άρθρο 3Α παρ. 3 του Ν. 4354/2015), αναφορικά προς την επιβάρυνση των πάσης φύσης συμβάσεων με τον φόρο προστιθέμενης αξίας. Έτερη κομβική διαφορά μεταξύ των δύο νομοθετημάτων εντοπίζεται και στο γεγονός ότι με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 4354/2015 προβλέπεται υποχρέωση του μεταβιβάζοντος όπως προσκαλέσει τον δανειολήπτη - καταναλωτή να διακανονίσει την οφειλή του πριν τη μεταβίβαση της απαίτησης (εξαιρουμένων των επίδικων ή επιδικασθεισών καθώς και των απαιτήσεων κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 4224/2013), προς αποτροπή αιφνιδιασμού των οφειλετών προς την επικείμενη διαδοχή στο πρόσωπο του δανειστή τους (βλ. και Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4389/2016, δημοσ. σε www.hellenicparliament.gr, σελ. 24). Τέτοια υποχρέωση, ωστόσο, δεν προβλέπει ο Ν. 3156/2003, μολονότι " οφειλέτης της τιτλοποιούμενης απαίτησης μπορεί, κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου αυτού, να είναι και καταναλωτής (άρθρο 10 παρ. 6 εδ. α' του Ν. 3156/2003). Επιπλέον, μολονότι με τη διάταξη της παρ. 14 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 ορίζεται ότι «...αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα...», ενδεχόμενη πρόκριση της λύσης περί καθολικής και άκαμπτης εφαρμογής του πλέγματος των ρυθμίσεων του Ν. 4354/2015 στην περίπτωση αυτή, θα άνοιγε το δρόμο ανάθεσης της διαχείρισης των σχετικών απαιτήσεων και σε εταιρείες διαχείρισης που εδρεύουν σε έτερα (πλην της Ελλάδας) κράτη - μέλη   του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) (βλ. άρθρο 1 παρ. 1 περ. α' υποπερ. ββ' του Ν. 4354/2015), παρακάμπτοντας έτσι τις ως άνω επιταγές του Ν. 3156/2003. Επιπλέον, ελκυστικό κίνητρο για την (επι)στροφή προς το Ν. 3156/2003 παρέσχε και η θέσπιση του Ν. 4649/2019. Ειδικότερα, ο νόμος αυτός αφορά στο πρόγραμμα «ΗΡΑΚΛΗΣ», με το οποίο υιοθετήθηκε ένα πρόγραμμα παροχής εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου σε τιτλοποιήσεις απαιτήσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων των ελληνικών τραπεζών, με απώτερο σκοπό την ελάφρυνση των τελευταίων από το βάρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και κατά τον τρόπο αυτό την απελευθέρωση τραπεζικών κεφαλαίων προς τον σκοπό χρηματοδότησης δραστηριοτήτων της πραγματικής οικονομίας. Ως πρόσφορο μέσο υλοποίησης του οικείου προγράμματος προκρίθηκε η τιτλοποίηση των απαιτήσεων βάσει των ρυθμίσεων του Ν. 3156/2003 (άρθρο 3 παρ. 2 και 5 του Ν. 4649/2019) και την έκδοση διαφορετικών κατηγοριών ομολογιών [α. ομολογίες υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior notes), β. ομολογίες μεσαίας εξοφλητικής προτεραιότητας (mezzanine notes) και γ. ομολογίες χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (junior notes)]. Το δε ανώτατο συνολικό ποσό της δυνάμενης να χορηγηθεί εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου κατ' εφαρμογή του εν λόγω νόμου ανέρχεται σε δώδεκα δισεκατομμύρια (12.000.000.000) ευρώ (άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 4649/2019). Περαιτέρω, στο άρθρο 2 αριθ. 5 του Ν. 4649/2019 ορίζεται ότι «Ως "διαχειριστής απαιτήσεων" νοείται η Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις κατά την έννοια της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (Α' 176) ή πιστωτικό ίδρυμα, που λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4261/2014 (Α' 107), πλην του μεταβιβάζοντος...». Αλλά και το επιχείρημα περί σχεδόν απόλυτης ταύτισης του σκοπού θέσπισης των δύο νομοθετημάτων (Ν. 3156/2003 και Ν. 4354/2015) δεν είναι αναντίρρητο, αφού καθένα από αυτά θεσπίσθηκε με διαφορετικές στοχεύσεις και εντός διαφορετικού ιστορικού πλαισίου αναφοράς. Ειδικότερα, κατά τη δεκαετία του 2000, ο νομοθέτης επιχείρησε να επιλύσει το πρόβλημα της δυσκολίας χρηματοδότησης των φερέγγυων ελληνικών επιχειρήσεων με έκδοση ομολογιακών δανείων (βλ. Εισηγητική Έκθεση Ν. 3156/2003, δημοσ. σε www.hellenicparliament.gr, σελ. 1), μέσω της θέσπισης ενός ρυθμιστικού πλαισίου (Ν. 3156/2003), το οποίο κρίθηκε απαραίτητο για τον εκσυγχρονισμό των χρηματοδοτικών τεχνικών στην Ελλάδα, προς όφελος των ελληνικών επιχειρήσεων και της εθνικής οικονομίας (βλ. Εισηγητική Έκθεση Ν. 3156/2003, ό.π., σελ. 6). Παράλληλα, προβλέφθηκαν επιμέρους ρυθμίσεις κατά παρέκκλιση των κοινών διατάξεων, οι οποίες, λαμβανομένης υπόψη της διεθνούς οικονομικής και νομοθετικής πρακτικής, κρίθηκαν απαραίτητες για την επιτυχή εφαρμογή του θεσμού της τιτλοποίησης, προκειμένου να υπερκερασθούν προσκόμματα που θα καθιστούσαν την τιτλοποίηση είτε πρακτικά ανέφικτη (λ.χ. λόγω κόστους) είτε, έστω, ιδιαιτέρως δυσχερή (λ.χ. λόγω περίπλοκων καταχωρίσεων σε δημόσια βιβλία ή επί μέρους κοινοποιήσεων σε μεγάλο αριθμό οφειλετών). Επιπλέον, σκοπός του νομοθέτη ήταν η βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας που τιτλοποιεί τις απαιτήσεις της καθώς και η ενίσχυση της πιστοληπτικής ικανότητας της εταιρείας ειδικού σκοπού (βλ. Εισηγητική Έκθεση Ν. 3156/2003, ό.π., σελ. 6). Από την άλλη πλευρά, στα μέσα της δεκαετίας του 2010 και στο πλαίσιο του περιορισμού της διηνεκούς επιβάρυνσης του δημοσίου χρέους μέσω της κεφαλαιακής ενίσχυσης των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, αναδείχθηκε η δικαιοπολιτική ανάγκη αντιμετώπισης της συστημικής αστάθειας, που προξενεί η διαρκής επισώρευση ανείσπρακτων απαιτήσεων και ληξιπρόθεσμων χρεών στα χαρτοφυλάκια ενεργητικού των εν λόγω οργανισμών. Η δικαιοθετική αυτή στόχευση επέβαλε τη διάπλαση ενός ειδικού κανονιστικού περιγράμματος μεταβίβαση απόκτησης και διαχείρισης των επισφαλών αυτών απαιτήσεων, το οποίο εδράζεται στην οικονομική λειτουργία της σύμβασης εκχώρησης. Έτσι, ο νομοθέτης, σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε η Ελληνική Δημοκρατία με το Μνημόνιο Κατανόησης της 19-08-2015, εισήγαγε ειδικό νομοθετικό πλαίσιο (Ν. 4354/2015) για τη διαχείριση ή/και απόκτηση από εποπτευόμενα μορφώματα απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, προβαίνοντας στη δημιουργία μιας δευτερογενούς αγοράς τραπεζικών δανείων, με σκοπό την ενίσχυση της ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων, υπό την επιφύλαξη της μη χειροτέρευσης της θέσης των οφειλετών. Μεταξύ δε των εναλλακτικών μεθόδων για την ανάκαμψη του χρηματοδοτικού συστήματος, προκρίθηκε η λύση της αξιοποίησης/ρευστοποίησης των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων ως μέρους της λογιστικής περιουσίας τους για την απόκτηση άμεσης ρευστότητας. Πέραν των λοιπών, £Κ του εποπτικού δικαίου εκπορευόμενων επιταγών [ανάγκη των πιστωτικών ιδρυμάτων για εξυγίανση ισολογισμών, ανάκτηση ικανότητας αναχρηματοδότησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, εφεξής καλύτερα σταθμισμένη και προσανατολισμένη σε ανάληψη κινδύνου (risk approach) παροχή δανείων και συνακόλουθη αναδόμηση (restructuring) χαρτοφυλακίου δανείων, λαμβανομένων ιδίως υπόψη της τήρησης ιδίων και εποπτικών κεφαλαίων κατά τους κανόνες «Βασιλεία III» και τους αντίστοιχους στο ενωσιακό δίκαιο, το λεγόμενο «πακέτο CRD IV» (πρόκειται για τον -άμεσης εφαρμογής- Κανονισμό 575/2013 (CRR) και την Οδηγία 2013/36/ΕΕ (CRD), όπως ενσωματώθηκε με το Ν. 4261/2014, σε αντικατάσταση των Οδηγιών 2006/48/ΕΕ και 2006/49/ΕΕ, όπως οι τελευταίες είχαν ενσωματωθεί στο Ν. 3601/2007], η ανάγκη για αποβολή των μη εξυπηρετούμενων δανείων και εντεύθεν για αποσυμφόρηση των πιστωτικών ιδρυμάτων από αυτά επιτεινόταν από την επαύξηση της πιθανότητας επέλευσης πιστωτικού κινδύνου, λόγω ήδη υφιστάμενης, άλλως με βεβαιότητα επικείμενης, ανικανότητας του δανειολήπτη να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, υπό το πρίσμα της ανεπάρκειας των σχετικών ασφαλειών, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της κατάστασης στην αγορά ακινήτων, η υποθήκευση των οποίων αποτελεί κύρια μορφή εξασφάλισης δανείων, που λόγω καθίζησης των τιμών, καθιστούσε απαγορευτική τόσο την αναχρηματοδότηση όσο και την παροχή νέων δανείων. Χάριν απομόχλευσης των ισολογισμών και βελτίωσης της κεφαλαιακής θέσης και ρευστότητας των "πιστωτικών ιδρυμάτων, που προσδοκάτο να διευκολύνουν την παροχή νέων πιστώσεων και να τονώσουν την οικονομική δραστηριότητα, προτάθηκε η αγορά μη εξυπηρετούμενων δανείων από επενδυτές, με την από μέρους τους ανάληψη  του   κινδύνου  φερεγγυότητας  των  δανειοληπτών,   ώστε  να αποκτήσουν ένα συνολικώς υπολογιζόμενο κέρδος από τη (χαμηλή σε σχέση με την ονομαστική αξία) τιμή αγοράς (distressed debt investing). Στη συνέχεια, βεβαίως, υπερβαίνοντας τη βασική στόχευση του νομοθετήματος, ο Ν. 4389/2016 διηύρυνε το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 4354/2015, συμπεριλαμβάνοντας στη ρυθμιζόμενη από αυτόν διαχείριση και μεταβίβαση όχι μόνο απαιτήσεις από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, αλλά και απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις που εξυπηρετούνται (χωρίς δηλαδή, πλέον, υπό την προϋπόθεση ομαδοποίησης τους με μη εξυπηρετούμενες απαιτήσεις κατά του ίδιου οφειλέτη). Ωστόσο, όπως εύστοχα επιλέγεται, ο σκοπός του νόμου ουδέποτε αλλάζει· εάν αλλάξουν πλήρως τα δεδομένα, τότε θεσπίζεται άλλος νόμος (I. Δεληκωστόπουλος, Έλλειψη νομιμοποίησης εταιρίας διαχείρισης να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση εξαιτίας της εκ νέου αποκτήσεως του μη εξυπηρετούμενου δανείου από ημεδαπή τράπεζα ΕπΑκ 2022, σελ. 528 επ. (529)]. Ως εκ τούτου, γεγονός είναι ότι, εν έτει 2015, ο Ν. 4354/2015 θεσπίσθηκε με σκοπό τη δημιουργία δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων, προς όφελος τόσο των πιστωτικών ιδρυμάτων όσο και των οφειλετών (βλ. Αιτιολογική Έκθεση Ν. 4354/2015, ό.π., σελ. 1). Επομένως, κατά το έτος 2003 ζητούμενο ήταν η ενίσχυση των ελληνικών επιχειρήσεων και όχημα για την επίτευξη αυτού του στόχου κρίθηκε ότι αποτελούσε ο εν γένει εκσυγχρονισμός των χρηματοδοτικών τεχνικών. Διαφορετικό, ήταν βεβαίως το πλαίσιο αναφοράς κατά το έτος 2015, αφού η νωπή οικονομική ύφεση, σε συνδυασμό με τον υπερδανεισμό που είχε προηγηθεί, είχαν οδηγήσει σε ραγδαία αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με αποτέλεσμα την καταγραφή μεγάλων ζημιών στα πιστωτικά ιδρύματα [βλ. για όλα τα ανωτέρω, Α. Τασίκα, ό.π., σελ. 959-960, Απ. Γεωργιάδη, Η μεταβίβαση «κόκκινων» δανείων από τις τράπεζες και η προστασία των προσωπικών δεδομένων του δανειολήπτη ΧρΙΔ 2018, σελ. 3 επ., Δ. Ρούσση, όπ., σελ. 569 επ., Ζ. Τσολακίδη, ό.π., σελ. 642-643, Λ. Κιτσαρά, ό.π., σελ. 721-722, Π. Κολοτούρο, Δικονομική αρμοδιότης των Εταιρειών διαχειρίσεως απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων -άρθρον 2 τοιγ V ν. 4354/2015-, ΧρΙΔ 2019, σελ. 464 επ., Ε. - Μ. Μπόρα, Δικονομική" '{ί μεταχείριση των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων κατά τον Ν. 4354/2015 ΧρΙΔ 2020, σελ. 633 επ. (633), Π. Μαρκούλη, Παρατ. σε ΜΕφΑΘ 1858/2022, προδημοσίευση από ΕπισκΕΔ 3/2022 δημοσ. σε www.sakkoulas-online.gr]. Επιπλέον, η ποιότητα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, τα κίνητρα των μερών που εμπλέκονται στη μεταβίβαση τους καθώς και οι προεκτεθέντες λόγοι που υπαγόρευσαν τη θέσπιση των δύο ως άνω νομοθετημάτων δεν είναι στοιχεία αποσυνδεδεμένα από τον χαρακτήρα που καλείται να προσλάβει η διαχείριση των οικείων απαιτήσεων, στο πεδίο εφαρμογής καθενός από τα δύο αυτά νομοθετήματα. Αντιθέτως, ρυθμίζουν εν πολλοίς και την ένταση των διαχειριστικών ενεργειών του διαχειριστή των οικείων  απαιτήσεων, υπαγορεύοντας εν τέλει και τον διαφορετικό τρόπο διάρθρωσης του εύρους των εξουσιών αυτού στο πλαίσιο εφαρμογής καθενός από τα κρίσιμα εν προκειμένω νομοθετήματα.  Ειδικότερα, όταν μια εταιρεία επιλέξει να χρηματοδοτηθεί μέσω της ενεργοποίησης του μηχανισμού της τιτλοποίησης απαιτήσεων, διάφοροι οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (risk rating agencies) αναλαμβάνουν να αξιολογήσουν τις ομολογίες που εκδίδονται. Αν και εκ πρώτης όψεως θα ανέμενε κανείς ότι η αξιολόγηση αφορά στην αξιολόγηση των ίδιων των τίτλων,  στην πραγματικότητα αντικείμενο αξιολόγησης κατά τη διαδικασία της τιτλοποίησης είναι η ποιότητα των οικείων απαιτήσεων και εντεύθεν η ικανότητα τους να παράξουν ροές πληρωμών. Σε μία τιτλοποίηση, δηλαδή, δεν αξιολογείται η φερεγγυότητα της μεταβιβάζουσας το χαρτοφυλάκιο αναφοράς εταιρείας, αλλά η φερεγγυότητα των απαιτήσεων που αυτή διατηρεί έναντι των οφειλετών - αντισυμβαλλόμενων της (Α. Κουλορίδας, ό.π., σελ. 1019), οι οποίες και συνιστούν την πηγή αποπληρωμής των τίτλων που εκδίδονται. Κατά κανόνα, οι οίκοι αξιολόγησης εμπλέκονται στη διαδικασία της τιτλοποίησης με πρωτοβουλία της μεταβιβάζουσας εταιρείας. Ως εκ τούτου, η εταιρεία που επιθυμεί να χρηματοδοτηθεί έχει και κίνητρο να αναδείξει την ποιότητα των απαιτήσεων που διαθέτει στο χαρτοφυλάκιο της. Μεταξύ δε της αξιολόγησης του τίτλου και του ύψους του επιτοκίου που καταβάλλεται υφίσταται αντιστρόφως ανάλογη σχέση, με συνέπεια η εταιρεία να επιδιώκει την υψηλότερη δυνατή αξιολόγηση για τους τίτλους της, έτσι ώστε η χρηματοδότηση της να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο δαπανηρή. Επομένως, η διαδικασία επιλογής των απαιτήσεων είναι κρίσιμη και για την αξιολόγηση που θα λάβουν οι τίτλοι όταν εκδοθούν και η οποία θα καθορίσει εν πολλοίς το κόστος της χρηματοδότησης, υπό την έννοια ότι οι πιο ριψοκίνδυνοι τίτλοι θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερο επιτόκιο, κάτι που προφανώς η επιχείρηση που έχει ανάγκη την χρηματοδότηση επιθυμεί να αποφύγει. Αντιθέτως, όσο πιο ποιοτικές είναι οι απαιτήσεις (δηλαδή ικανές να δημιουργήσουν ροές πληρωμών), τόσο μικρότερο επιτόκιο θα προσφέρουν και οι ομολογίες, με αποτέλεσμα η εταιρεία ειδικού σκοπού να μπορέσει να εκδώσει περισσότερους τίτλους και κατά συνέπεια να αντλήσει περισσότερα κεφάλαια, τα οποία, δεδομένου ότι αποτελούν το τίμημα της πώλησης, θα καταλήξουν στην μεταβιβάζουσα εταιρεία (Θ. Κουλουριάνος, ό.π., σελ. 182, Π. Γεωργάκη, Η ευθύνη του εκχωρητή απαίτησης κατά τα άρθρα 467-468 ΑΚ, έκδ. 2022, σελ. 4). Η τιτλοποίηση καθίσταται πραγματικά αποτελεσματική και συμφέρουσα όταν το κόστος των κεφαλαίων -που αντανακλάται στο επιτόκιο που θα πληρώνεται στις ομολογίες- είναι μικρότερο απ' ό,τι εάν η χρηματοδοτούμενη εταιρία  προσέφευγε σε άλλης  μορφής  χρηματοδότησης. Για τη δε μεταβιβάζουσα εταιρεία, η πώληση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων με όσο το δυνατόν υψηλότερο τίμημα, συνεπάγεται χρηματοδότηση με χαμηλό κόστος (Θ. Κουλουριάνος, ό.π., σελ. 182 - 183). Αντιθέτως, κατά τον χρόνο θέσπισης του Ν. 4354/2015, ο ποιοτικός χαρακτήρας των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων ήταν δεδομένος. Και αυτό, διότι το εν λόγω νομοθέτημα αφορούσε (κατά τον χρόνο εισαγωγής του στην έννομη τάξη) σε απαιτήσεις από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, δηλαδή σε απαιτήσεις εξ ορισμού επισφαλείς. Για την οριοθέτηση δε της κρίσιμης έννοιας του «μη εξυπηρετούμενου δανείου» (Non-Performing Loan - NPL), επηρεασμένος προφανώς από τον ενοποιημένο πανευρωπαϊκά ορισμό των μη εξυπηρετούμενων δανείων που δίδεται στην παρ. AFm2, 7.101 του Κανονισμού (EE) 549/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21-05-2013 για το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο εθνικός νομοθέτης υιοθέτησε στην πρωτόλεια εκδοχή του νομοθετήματος του, καταρχάς, το ποσοτικό κριτήριο της ύπαρξης ληξιπρόθεσμης οφειλής άνω των ενενήντα (90) ημερών (άρθρο 3 παρ. 1), ενώ κατ' εξαίρεση, παρεχόταν η δυνατότητα διάθεσης κανονικά εξυπηρετούμενων απαιτήσεων, μόνο όμως υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα μεταβιβάζονταν εντός ομάδας εξυπηρετούμενες απαιτήσεις κατά του ίδιου οφειλέτη (άρθρο 3 παρ^Π). Εντούτοις, υπό το πρίσμα αφενός της διάταξης της παρ. 145 Του Παραρτήματος V του Εκτελεστικού Κανονισμού   EE 680/2014 «Εξυπηρετούμενα Ανοίγματα», με την οποία διευρύνθηκε ο ορισμός των NPLs και προκρίθηκε η χρήση του όρου «Μη Εξυπηρετούμενα Ανοίγματα» (Non-Performing Exposures - NPEs), στα οποία υπάγονται πλέον και εκείνα όπου θεωρείται ότι ο οφειλέτης δεν είναι πιθανό να εκπληρώσει πλήρως τις πιστωτικές του υποχρεώσεις χωρίς τη ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη οποιουδήποτε καθυστερούμενου ποσού ή από τον αριθμό των ημερών καθυστέρησης και αφετέρου των διαλαμβανόμενων στο από Μαρτίου 2017 Έγγραφο Κατευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τα μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (δημοσ. σε https://wvvw.bankingsupervision.europa.eu/ecb/pub/pdf/guidance_on_npl.el.p df), δυνάμει του οποίου προτάθηκε προς τις τράπεζες η χρήση του ευρύτερου όρου «Μη Εξυπηρετούμενα Ανοίγματα» αντί εκείνου του NPLs στις εσωτερικές αναφορές τους σχετικά με τον έλεγχο κινδύνου, καθώς και στις δημόσιες χρηματοοικονομικές αναφορές τους, για τον χαρακτηρισμό μιας απαίτησης ως μη εξυπηρετούμενης προσήκει να υιοθετηθεί το εν λόγω «δυιστικό» σύστημα, να κρίνεται δηλαδή μια απαίτηση ως «μη εξυπηρετούμενη» είτε όταν έχει ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη και δεν εξυπηρετείται, είτε όταν η απαίτηση δεν έχει μεν καταστεί ακόμη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, αλλά έχει επέλθει ουσιώδης χειροτέρευση της οικονομικής - προσωπικής κατάστασης του οφειλέτη και της ικανότητας του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, η οποία με βεβαιότητα προσδοκάται [Ζ. Τσολακίδης, Μεταβίβαση απαιτήσεων    από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ΧρΙΔ 2016, σελ. 641 επ. (648 - 649), Α. Τασίκας, Μεταβίβαση απαιτήσεων από πώληση δανείων μετά τον ν. 4354/2015, σε Αναμνηστικό Τόμο Λεωνίδα Γεωργακόπουλου τ. II, έκδ. 2016, σελ. 959 επ. (964-965)]. Ο εγγενώς επισφαλής χαρακτήρας των εν λόγω απαιτήσεων δεν θα μπορούσε βεβαίως παρά να συνοδεύεται και από μία αναμφισβήτητη έλξη επενδυτών, οι οποίοι, υπό το πρίσμα της λογικής του "distressed debt investing", έχουν κάθε κίνητρο να αναλάβουν σε επίπεδο εγχειρήματος τον μέγιστο δυνατό κίνδυνο, με σκοπό να επιτύχουν τις μέγιστες δυνατές αποδόσεις, αντισταθμίζοντας τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν μέσω της διασποράς, δηλαδή διά της τοποθέτησης των χρημάτων τους για την αγορά απαιτήσεων έναντι διαφορετικών οφειλετών. Λαμβανομένης υπόψη και της προεκτεθείσας, εν έτει 2015, επιτακτικής ανάγκης για τον εξοβελισμό των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τα χαρτοφυλάκια των πιστωτικών ιδρυμάτων και την εντεύθεν αποσυμφόρηση τους από αυτά, παρέπεται ότι η αγορά των οικείων απαιτήσεων από τον ενδιαφερόμενο επενδυτή δεν μπορούσε παρά να λάβει χώρα σε τιμή ουσιωδώς χαμηλότερη της ονομαστικής τους αξίας, καθιστώντας έτσι το εν λόγω προϊόν πιο ελκυστικό για τον ίδιο (αγοραστή). Εξάλλου, η επενδύτρια εταιρεία που αγοράζει απαιτήσεις από πιστώσεις και δάνεια έχει την υποχρέωση να αποδώσει στους μετόχους της το κέρδος από τη δραστηριότητα της. Αυτό είναι το περιθώριο, εάν από την απόδοση των απαιτήσεων που συμπεριλαμβάνονται στο μεταβιβασμένο στην επενδύτρια εταιρεία χαρτοφυλάκιο δανείων αφαιρεθούν: (α) το κόστος μόχλευσης των κεφαλαίων, που τυχόν έχει, (β) το κόστος διαχείρισης των απαιτήσεων που έχει ανατεθεί σε εξειδικευμένες εταιρείες διαχείρισης (outsourcing) και (γ) το κόστος από τις επισφάλειες του χαρτοφυλακίου αναφοράς. Το κέρδος αυτό συνιστά την απόδοση του κεφαλαίου, το οποίο επένδυσε η εταιρεία που αγοράζει τις απαιτήσεις από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ενώ κίνητρο των μετόχων της -επενδυτών είναι η μεγιστοποίηση του. Αντίστοιχο είναι το κίνητρο και του διαχειριστή των οικείων απαιτήσεων, η αμοιβή του οποίου θα εξαρτάται κατά κανόνα από την απόδοση ή και την υπεραπόδοση του χαρτοφυλακίου. Αντιθέτως, το όχημα τιτλοποίησης έχει την υποχρέωση να επιστρέψει στους ομολογιούχους δανειστές το κεφάλαιο και την απόδοση αυτού με βάση τους όρους του ομολογιακού δανείου. Οι δε ομολογιούχοι, εάν δεν υπάρχει κάποια άλλη ρύθμιση στο ομολογιακό δάνειο ή στη δομή της τιτλοποίησης, δεν έχουν κάποιο όφελος επί της υπεραπόδοσης του χαρτοφυλακίου αναφοράς. Έτσι, υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι λοιπές συνθήκες παραμένουν οι ίδιες, το αυτό χαρτοφυλάκιο αναφοράς σε μια τιτλοποίηση μπορεί να λειτουργήσει επιτυχώς με μικρότερη απόδοση από ό,τι στην περίπτωση αγοράς απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια από μία επενδύτρια εταιρεία. Η διαχείριση των απαιτήσεων μπορεί, λοιπόν, κάτω από τις ίδιες συνθήκες να είναι περισσότερο «επιθετική» για τον οφειλέτη, εάν η απαίτηση περιέλθει σε ένα επενδυτικό σχήμα με κεφαλαιακή δομή που αγοράζει απαιτήσεις από μη εξυπηρετούμενα δάνεια από ό,τι ένα σχήμα με δομή τιτλοποίησης. Επιπλέον, λόγω τακτικότητας των καταβολών προς τους ομολογιούχους μίας δομής τιτλοποίησης η διαχείριση συνίσταται κατά κανόνα στην ορθή αποτίμηση των στοιχείων του χαρτοφυλακίου αναφοράς και στην αποτελεσματική διαχείριση των χρηματορροών μέσω της αναδιάρθρωσης των καταβολών των οφειλετών, ώστε να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα τους και, άρα, η επαναληψιμότητα των καταβολών τους (Α. Κουλορίδας, ό.π., σελ. 1029), αφού η διαφύλαξη της ποιότητας της ομάδας των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καθίσταται αναγκαία καθ' όλη τη διάρκεια της τιτλοποίησης (Δ. Λιάππης, ό.π., σελ. 793, υποσημ. 38) Αντιθέτως, η μεγιστοποίηση των αποδόσεων στον μικρότερο δυνατό χρόνο, στην έτερη εξεταζόμενη περίπτωση, συνεπάγεται την άμεση ρευστοποίηση των όποιων στοιχείων του χαρτοφυλακίου μπορούν να επιφέρουν κέρδος σε σχέση με την τιμή μεταβίβασης, κατά κανόνα μάλιστα ανεξάρτητα από τη μακροχρόνια βιωσιμότητα αυτών. Τούτο δε, διότι ένας επενδυτής που έχει προβεί στην αγορά απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια προφανώς και δεν ενδιαφέρεται για μακροπρόθεσμες συναλλαγές, όπως τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά αντιθέτως, για ρευστοποίηση των απαιτήσεων ή περαιτέρω μεταβίβαση αυτών με υπεραξία (Α. Τασίκας, ό.π., σελ. 973). Ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή, ο (βραχύς) χρόνος είσπραξης των οικείων απαιτήσεων αναδεικνύεται σε ιδιαιτέρως κρίσιμο στοιχείο. Επομένως, υπό τις ίδιες συνθήκες, στην τιτλοποίηση έμφαση δίδεται στη διαχείριση χρηματορροών, ενώ σε μια κεφαλαιακή δομή που αγοράζει απαιτήσεις από μη εξυπηρετούμενα δάνεια στη διαχείριση αποδόσεων. Ενόψει των ανωτέρω, ο μηχανισμός της τιτλοποίησης υπαγορεύει και τον ήπιο χαρακτήρα που προσλαμβάνει η εντός του πλαισίου του Ν. 3156/2003 διαχείριση των οικείων απαιτήσεων, με αποτέλεσμα να μη συντρέχει και λόγος εξοπλισμού του οικείου διαχειριστή με τη δικονομική εξουσία για έγερση ενδίκων βοηθημάτων, έκδοση διαταγής πληρωμής, επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης κ.λπ. προς είσπραξη των σχετικών απαιτήσεων. Αντιθέτως, κατά τον χρόνο θέσπισης του Ν. 4354/2015, η διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια καλούνταν να προσλάβει έναν σαφώς ενεργητικότερο χαρακτήρα. Τούτο δε, προκειμένου να αυξηθούν οι πιθανότητες επιτυχούς έκβασης του επενδυτικού εγχειρήματος tojv ΕΑΑΔΠ και εντεύθεν να καταστεί δυνατή η προσέλκυση των εν λόγω εταιρειών, λαμβανομένου υπόψη ότι η εμπλοκή τους καθίστατο επιτακτική, προς το σκοπό απεξάρτησης των πιστωτικών ιδρυμάτων από το προβληματικό δανειακό τους χαρτοφυλάκιο και την άμβλυνση των δομικών κινδύνων που συνεπαγόταν η συσσώρευση των επισφαλών αυτών απαιτήσεων για την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Λαμβανομένης δε υπόψη και της πρόβλεψης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 4354/2015 ότι η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγήθηκαν από τραπεζικά και πιστωτικά ιδρύματα σε ΕΑΑΔΠ λαμβάνει χώρα αποκλειστικά μέσω των ΕΔΑΔΠ, η προεκτεθείσα ανάγκη για έναν ενεργητικότερο χαρακτήρα διαχείρισης επέβαλε και τη διάπλαση ενός κανονιστικού περιγράμματος διαχείρισης των επισφαλών αυτών απαιτήσεων, που θα εδραζόταν στην αναγνώριση στον διαχειριστή της δικονομικής εξουσίας για κάταρξη και διεξαγωγή δικών προς είσπραξη των οικείων απαιτήσεων, μέσω του οχήματος της απονομής σε αυτόν της ιδιότητας του μη δικαιούχου διαδίκου. Το απαιτούμενο προς τούτο ειδικό νομοθετικό έρεισμα παρέσχε έτσι, για τους προεκτεθέντες λόγους, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015.

 

V. Είναι γεγονός ότι στον κύκλο των απαιτήσεων που δύνανται να ανατεθούν προς διαχείριση στην ΕΔΑΔΠ εντάσσονται και εκείνες που έχουν τιτλοποιηθεί κατά το Ν. 3156/2003. Αυτό συνάγεται άλλωστε ευχερώς και από το συνδυασμό των άρθρων 10 παρ. 14 εδ. α' του Ν. 3156/2003 («... Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό Ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο...») και 1 παρ. 1 περ. α' του Ν. 4354/2015, όπως ισχύει κατόπιν της τροποποίησης του δυνάμει του άρθρου 69 παρ. 1 του Ν. 4549/2018 («Οι παραπάνω εταιρίες, που είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα...»), επιβεβαιώθηκε, δε, στη συνέχεια και δυνάμει των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 περ. 5 του προαναφερθέντος Ν. 4649/2019. Επομένως, τα δύο αυτά νομοθετήματα (Ν. 3156/2003 και Ν. 4354/2015) δεν αποτελούν a priori αλληλοαποκλειόμενες νομοθετικές ζώνες. Τα ανωτέρω δεν σημαίνουν, ωστόσο, ούτε ότι ο Ν. 4354/2015 έθεσε εκποδών το Ν. 3156/2003, ούτε όμως και ότι η ανάθεση της διαχείρισης μίας τιτλοποιηθείσας κατά τον Ν. 3156/2003 απαίτησης σε ΕΔΑΔΠ του Ν. 4354/2015 συμπαρασύρει αυτοθρόως σε εφαρμογή και όλο το πλέγμα των διατάξεων του Ν. 4354/2015. Ο νομοθέτης ήθελε απλώς να εντάξει στον κύκλο των διαχειριστών των απαιτήσεων του ν. 3156/2003 και τις νεότευκτες ΕΔΑΔΠ του Ν. 4354/2015, αλλά μόνο τούτα. Δεν πρέπει επίσης να παραβλέπεται ότι όπου ο νομοθέτης του Ν. 4354/2015 θέλησε την επ' αυτού «αναλογική εφαρμογή» διατάξεων του Ν. 3156/2003, το έπραξε ρητά και συγκεκριμένα στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 21 του Ν. 4354/2015 (κατ' ακριβολογία, η ρύθμιση αυτή, όπως άλλωστε κάθε περίπτωση ανάλογης εφαρμογής που προβλέπεται από κανόνα δικαίου, δεν συνιστά καν αναλογία, αλλά αντιθέτως νομοθέτηση κατά παραπομπή - βλ. Απ. Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 3η έκδ. 2002, σελ. 66)]. Με το Ν. 4354/2015 δεν καταργήθηκε, δηλαδή, η καθιερωθείσα με το Ν. 3156/2003 δυνατότητα απόκτησης και διαχείρισης επιχειρηματικών δανείων κ.λπ. με τιτλοποίηση, αλλά συνεχίζει ισχύουσα παράλληλα, με το δικό της όμως νομοθετικό πλαίσιο να διέπει το ζήτημα του εύρους των εξουσιών του κάθε διαχειριστή της οικείας απαίτησης. Για την εξαγωγή του πορίσματος αυτού παρέλκει βεβαίως η αναγωγή σε -στερούμενες άλλωστε οιουδήποτε κανονιστικού ερείσματος-ανυπόγραφες ανακοινώσεις Υπουργείων που αναρτώνται στο διαδίκτυο (βλ. την ορθή επισήμανση του Π. Γιαννόπουλου, ό.π. προδημοσίευση από Αρμ 10/2022, δημοσ. σε www.sakkoulas-online.gr, ο οποίος αναφέρεται στην, αναρτημένη στο διαδίκτυο και δη στην ιστοσελίδα www.minfin.gr, ανυπόγραφη ανακοίνωση που φέρει τον τίτλο «Συχνές ερωτήσεις απαντήσεις για τον νόμο ν. 4354/2015»), αφού τούτο τονίζεται, άλλωστε, εμφατικώς και στην ίδια την Αιτιολογική έκθεση του Ν. 4389/2016, όπου σημειώνεται ότι: «...παρέχονται στα πιστωτικά ιδρύματα τα θεσμικά εργαλεία αξιοποίησης του χαρτοφυλακίου τους, καθώς θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε την εφαρμογή του νόμου περί τιτλοποίησης απαιτήσεων (ν. 3156/2003) όπου επιτρέπεται και η τιτλοποίηση απαιτήσεων που εξυπηρετούνται, είτε το θεσμικό πλαίσιο που προκρίνεται με το παρόν σχέδιο νόμου...». Η εμπρόθετη επιλογή της χρήσης του διαζευκτικού συνδέσμου «είτε», ο οποίος χρησιμοποιείται για τη διάζευξη ισοδύναμων ή αντίθετων στοιχείων, επιβεβαιώνει τη νομοθετική στόχευση περί αποκλεισμού σωρευτικής εφαρμογής των ειδικότερων ρυθμίσεων των δύο νομοθετημάτων (πέραν δηλαδή της απλής ένταξης των ΕΔΑΔΠ στον κύκλο των προσώπων που δύνανται να διαχειρίζονται τιτλοποιηθείσες κατά το Ν. 3156/2003 απαιτήσεις), μεταξύ άλλων, και αναφορικά προς τις εξουσίες του διαχειριστή των οικείων απαιτήσεων. Επίσης καταδεικνύει και τη βούληση του νομοθέτη να αναχαιτίσει το ενδεχόμενο αποσπασματικής επίκλησης από τα ίδια τα εμπλεκόμενα μέρη μόνο των ευμενών για τα ίδια ρυθμίσεων καθενός από τα δύο νομοθετήματα και της πλήρους παράκαμψης των δυσμενών γι' αυτά διατάξεων, αφού η αποδοχή ενός τέτοιου ενδεχομένου θα οδηγούσε εν τέλει στη διάπλαση ενός ανομοιόμορφου πλέγματος κανόνων που ούτε ο νομοθέτης του Ν. 3156/2003 ούτε εκείνος του Ν. 4354/2015 θέλησαν να εισαγάγουν στην ημεδαπή έννομη τάξη. Η στόχευση αυτή αποτυπώνεται, άλλωστε, εναργώς και στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. δ' του Ν. 4354/2015, που ορίζει ότι: «Οι διατάξεις του παρόντος δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3156/2003 (Α' 157), ν. 1905/1990 (Α' 147), 1665/1986 (Α' 194), 3606/2007 (Α' 195) και 4261/2014 (Α' 107)». Η έννοια της διάταξης αυτής είναι ότι οι ρυθμίσεις περί μεταβίβασης αλλά και διαχείρισης των σχετικών απαιτήσεων του Ν. 3156/2003 παραμένουν αλώβητες, ως προς τα ζητήματα δε που αφορούν στο εύρος και στη νομική φύση των εξουσιών του οικείου διαχειριστή των απαιτήσεων, εφαρμογής τυγχάνει ο Ν. 3156/2003. Ο νομοθέτης, δηλαδή, θέλησε μεν να ανοίξει στις ΕΔΑΔΠ του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α' του Ν. 4354/2015 τη θύρα που τους επιτρέπει να διαχειρίζονται και απαιτήσεις του Ν. 3156/2003, χωρίς όμως τούτο να συνεπάγεται και κατίσχυση (σε βάρος των ειδικότερων ρυθμίσεων του Ν. 3156/2003) των διατάξεων που κάθε διαχειριστής του Ν. 3156/2003 αντλεί από το νομοθέτημα που τον εισήγαγε στο νομικό κόσμο. Εξάλλου, η θέση περί μη καθολικής εφαρμογής του πλέγματος των διατάξεων του Ν. 4354/2015  στην  περίπτωση  των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων κατ' άρθρο 3156/2003 δεν είναι καινοφανής. Αντιθέτως, μάλιστα, τούτο υποστηρίζουν και οι εκφραστές της θέσης που καταφάσκει την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση των ΕΔΑΔΠ και στην περίπτωση των τιτλοποιούμενων  κατά το  Ν.  3156/2003 απαιτήσεων,  οι  οποίοι υπογραμμίζουν ότι «...καθίσταται απολύτως σαφές ότι "η μη εφαρμογή των άρθρων 1 έως και 3 Α του ν. 4354/2015... στις μεταβιβάσεις απαιτήσεων ... και στις συναλλαγές που διέπονται από τους νόμους 3156/2003...", στην οποία αναφέρεται η ανωτέρω Ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών, σκοπό έχει να διευκολύνει τις συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3156/2003 (τιτλοποίηση) και να απαλλάξει τους συμβαλλόμενους από τις επιπρόσθετες για τη μεταβίβαση των τραπεζικών απαιτήσεων του ν. 4354/2015 "ειδικότερες" προϋποθέσεις...» (βλ. έτσι Χ. Απαλαγάκη/Λ. Κιτσαρά, ό.π., σελ. 15). Είναι εμφανές ότι στις «ειδικότερες» αυτές προϋποθέσεις^ συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, και εκείνες του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 4354/2015, του άρθρου 3Α παρ. 3 του Ν. 4354/2015 και του άρθρου 3 παρ. 7 του Ν. 4354/2015, που προβλέπει τη μη χειροτέρευση της ουσιαστικής και δικονομικής θέσης του οφειλέτη και του εγγυητή στις περιπτώσεις όχι μόνο πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων του εν λόγω νόμου, αλλά και ανάθεσης διαχείρισης, οι οποίες όμως δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η μεταβίβαση και η διαχείριση των οικείων τιτλοποιηθεισών απαιτήσεων λαμβάνει χώρα δυνάμει του Ν. 3156/2003, ακριβώς λόγω της αυτοτέλειας των Ν. 3156/2003 και Ν. 4354/2015. Περαιτέρω, κομβική σημασία διαδραματίζει εν προκειμένω και το γεγονός ότι το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής των δύο νομοθετημάτων, ειδικά ως προς τα πρόσωπα στα οποία μπορεί να ανατεθεί η διαχείριση των οικείων απαιτήσεων, εμφανίζει μεν σημεία αλληλοεπικάλυψης, τούτο όμως συμβαίνει μόνο εν μέρει. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α' του Ν. 4354/2015, η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ανατίθεται αποκλειστικά σε: (α) ανώνυμες εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, υπό την επιφύλαξη της παρ. 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και (β) σε εταιρείες που εδρεύουν σε κράτος - μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ). Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται όχι μόνο σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, αλλά και «...στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβαση τους στον αποκτώντα...». Όπως προεκτέθηκε, «Μεταβιβάζων» κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 10 Ν. 3156/2003 είναι έμπορος με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, εφόσον έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα. Καθίσταται λοιπόν εμφανές ότι «μεταβιβάζων» ή «τρίτος» (υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις) δύνανται να είναι και πρόσωπα που δεν εμπεριέχονται στον κύκλο των διαχειριστών του Ν. 4354/2015. Ως εκ τούτου, η ευθεία ή αναλογική έστω εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 στους διαχειριστές, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις τόσο του ' άρθρου 1 παρ. 1 περ. α' του Ν. 4354/2015 όσο και του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, αναφορικά με τιτλοποιηθείσες κατά το Ν. 3156/2003 απαιτήσεις, που δεν έχουν υπαχθεί στο πρόγραμμα «ΗΡΑΚΛΗΣ» του Ν. 4649/2019, θα έθετε αδικαιολόγητα σε δυσμενέστερη θέση τους διαχειριστές που τυγχάνουν «μεταβιβάζοντες» (που είναι και η συνηθέστερη περίπτωση διαχειριστή, κατά τα προεκτεθέντα στη με στοιχ. IV νομική σκέψη της παρούσας) ή «τρίτοι» (εγγυητές των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων ή επιφορτισμένοι με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβαση τους στον αποκτώντα) και δεν πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α' του Ν. 4354/2015. Τούτο δε, διότι οι τελευταίοι θα έβλεπαν τους λοιπούς διαχειριστές να απολαμβάνουν -εξ αντανακλάσεως στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3156/2003 ενός νόμου που τέθηκε σε ισχύ 12 έτη αργότερα (Ν. 4354/2015) και υπό εντελώς διαφορετικές στοχεύσεις- και την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, την ίδια στιγμή που οι ίδιοι (μεταβιβάζων και τρίτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις) θα καλούνταν να αρκεσθούν στην απονομή μόνο ουσιαστικού δικαίου εξουσιών είσπραξης της οικείας απαίτησης, χωρίς αυτή να συνοδεύεται από οποιαδήποτε δικονομική εξουσία δικαστικής επιδίωξης είσπραξης αυτής, κατά τα προεκτεθέντα. Τέτοια, όμως, βούληση του νομοθέτη περί ανόμοιας αντιμετώπισης ομοίων καταστάσεων ουδόλως καταφάσκεται, λαμβανομένης υπόψη και της ως άνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 περ. δ' του Ν. 4354/2015. Πρόκριση, άλλωστε, αντίθετης εκδοχής, διά της οδού της ευθείας ή αναλογικής έστω εφαρμογής διατάξεων έτερου νομοθετήματος για μία συγκεκριμένη κατηγορία διαχειριστών του Ν. 3156/2003, θα εξέθετε το σύστημα του Ν. 3156/2003 σε αξιολογικές εσωτερικές αντινομίες, τις οποίες ο ίδιος ο νομοθέτης του νόμου αυτού απέφυγε επιτυχώς κατά τη διεργασία της νομοθετικής κατάστρωσης των σχετικών διατάξεων. Ο νομοθέτης του Ν. 3156/2003 θέλησε να απονείμει σε όλους συλλήβδην τους διαχειριστές την ουσιαστικού δικαίου εξουσία (και μόνο) να επιδιώξουν την είσπραξη της αλλότριας απαίτησης, όχι όμως και να τους εξοπλίσει με τη δικονομική εξουσία για κάταρξη και διεξαγωγή δίκης στο όνομα του εξουσιοδοτηθέντος (για την αλλότρια απαίτηση). Το εν λόγω εύρος των εξουσιών του διαχειριστή του Ν. 3156/2003 δεν δύναται να διασπασθεί με την αποκοπή και επιλεκτική επικόλληση εντός του Ν. 3156/2003 των διατάξεων του νομοθετικού πλαισίου που ο κάθε διαχειριστής μεταφέρει στους ώμους του. Οι ρυθμίσεις δηλαδή του Ν. 3156/2003, οι οποίες προσδιορίζουν το εύρος των εξουσιών των διαχειριστών των απαιτήσεων που τιτλοποιούνται σύμφωνα με τις επιταγές του, τυγχάνουν ειδικότερες των οικείων ρυθμίσεων του Ν. 4354/2015, με αποτέλεσμα να μην έχουν καταλυθεί μετά τη θέση σε ισχύ του τελευταίου, θέση που τελεί άλλωστε σε συστοιχία και προς τον θεμελιώδη κανόνα "lex posterior generalis non derogat legi priori specialis". Εμπρόθετη επιλογή του νομοθέτη του Ν. 3156/2003 ήταν να μην αποστεί από την αρχή της κατά κανόνα νομιμοποίησης και να μην προσδώσει στους διαχειριστές των οικείων απαιτήσεων την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από τη διατύπωση του άρθρου 2 παρ. 4 εδ. α' του Ν. 4354/2015 που προβαίνει σε γενικόλογη μνεία περί «απαιτήσεων» («...να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων...»). Αλλωστε, το γεγονός και μόνο ότι συναντάται στο κείμενο ενός νόμου (έτερου, δηλαδή, του Ν. 4354/2015) μία ΕΔΑΔΠ του Ν. 4354/2015, δεν συνεπάγεται ότι αυτή διαθέτει αυτοθρόως και εξαιρετική νομιμοποίηση. Τούτο συνάγεται, εξάλλου, και από τη διατύπωση του ίδιου του άρθρου 2 παρ. 4 εδ. τελ. του Ν. 4354/2015 («Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου...»), από την οποία εμφαίνεται ότι και ο ίδιος ο νομοθέτης του Ν. 4354/2015 δεν υπέλαβε ως αυτονόητη τη διεξαγωγή των δικών των υπό διαχείριση υποθέσεων από την ΕΔΑΔΠ ως μη δικαιούχο διάδικο, κάθε φορά που έχει ανατεθεί σε αυτήν η διαχείριση οιασδήποτε απαίτησης. Ως προς το εξεταζόμενο ζήτημα, οι ρυθμίσεις του Ν. 3156/2003 αναφορικά προς το εύρος των εξουσιών του κάθε διαχειριστή εντάσσονται σε ένα πλέγμα διατάξεων με αλληλουχία, έτσι ώστε η αποκοπή και η επιλεκτική ένταξη σ' αυτό διατάξεων έτερου νομοθετήματος να αίρει τη συνοχή του πρώτου, που είναι απαραίτητη για τη συνεπή εφαρμογή του. Ενόψει των ανωτέρω, ενδεχόμενη κατίσχυση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 σε βάρος του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003 θα είχε ως αποτέλεσμα, η στενότερη αρχή που εμπερικλείεται στην πρώτη (εξαιρετική νομιμοποίηση της ΕΔΑΔΠ) να υπερβεί τα στενά όριά της και να εξυψωθεί σε μία γενική, αυθύπαρκτη,  ισοδύναμη  με τον κανόνα καθολική αρχή, μεταβάλλοντας όμως με τον τρόπο αυτό την εξαίρεση εξίσου σε κανόνα και αναστρέφοντας εν τέλει τη ρυθμιστική πρόθεση του νομοθέτη του Ν. 3156/2003 στο ακριβώς αντίθετο της. Ο κίνδυνος δε της υπονόμευσης της εσωτερικής συνοχής του Ν. 3156/2003 αναδεικνύεται εναργώς στην περίπτωση κατά την οποία η διαχείριση μίας απαίτησης από σύμβαση δανείου η πίστωσης, χορηγηθείσας από πιστωτικό ίδρυμα, τιτλοποιηθείσας κατά το Ν. 3156/2003 και παράλληλα ενταχθείσας στο πρόγραμμα εγγυήσεων «ΗΡΑΚΛΗΣ» του Ν. 4649/2019, έχει ανατεθεί σε ΕΔΑΔΠ του Ν. 4354/2015 (και όχι σε πιστωτικό ίδρυμα). Στο πλαίσιο αυτό, κομβικό ρόλο διαδραματίζει η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 4649/2019, με την οποία η ανάθεση της διαχείρισης σε των τιτλοποιηθεισών απαιτήσεων καθίσταται υποχρεωτική. Συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 του Ν. 3156/2003, 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 και 5 παρ. 1 του Ν. 4649/2019, σε μία τέτοια περίπτωση, θα είχε ως αποτέλεσμα την καθολική αφαίρεση της νομιμοποιητικής εξουσίας του κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχου (αποκτώντος) μέσω της απονομής στον διαχειριστή κατ' εξαίρεση νομιμοποίησης και μάλιστα αποκλειστικής, με συνέπεια η απόσταση από τη σαφή βούληση του νομοθέτη του Ν. 3156/2003 να βαίνει ακόμη μακρύτερη. Ενόψει όλων των ανωτέρω, ευθεία εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 στο σύστημα διαχείρισης του Ν. 3156/2003 δεν χωρεί. Περαιτέρω, πρωταρχική προϋπόθεση της αναλογίας συνιστά η κατάφαση της ύπαρξης νομοθετικού κενού. Νομοθετικό δε κενό υφίσταται, όταν μία σχέση δεν ρυθμίζεται ειδικώς, αν και η ρύθμιση της επιβάλλεται, παρουσιάζει δε ομοιότητες προς άλλη ρυθμιζόμενη περίπτωση, οι οποίες μπορούν να δικαιολογήσουν τη χρησιμοποίηση των ξένων και κατ' αρχήν ασχέτων διατάξεων (ΑΠ 407/2021 δημοσ. σε www.areiospagos.gr). Τότε μόνο -συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων- επιτρέπεται η πλήρωση του με αναλογία, δηλαδή με την ανάλογη εφαρμογή της νομοθετικώς ρυθμισμένης περίπτωσης και τη δημιουργία ερμηνευτικώς ad hoc κανόνα δικαίου, με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικώς, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή της εφαρμοζόμενης ρύθμισης (ΑΠ 407/2021 ό.π). Ωστόσο, ως προς το προκείμενο ζήτημα του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τα ζητήματα διαχείρισης των τιτλοποιηθεισών κατά 3156/2003 απαιτήσεων και το εύρος των εξουσιών του οικείου διαχειριστή, στην περίπτωση κατά την οποία τέτοιος τυγχάνει ΕΔΑΔΠ του άρθρου 1 παρ. Ι περ. α' του Ν. 4354/2015, ουδέν νομοθετικό κενό υφίσταται, για το οποίο δήθε υπάρχει πεδίο συμπλήρωσης με αναλογική εφαρμογή. Αντιθέτως, πρόκειται για συνύπαρξη στο νομικό κόσμο δύο αντίρροπων ρυθμίσεων (άρθρο 10 του Ν. 3156/2003 και άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015), όπου τα παραγγέλματα της μιας έρχονται σε αντίθεση με τα παραγγέλματα της άλλης, η δε κατίσχυση της μίας σε βάρος της άλλης είναι ζήτημα της ανά περίπτωση στάθμισης και αξιολόγησης. Όπως προεκτέθηκε, όμως, ο νομοθέτης του Ν. 3156/2003 συνειδητά δεν θέλησε να προβεί στην απονομή της (οπωσδήποτε γνωστής σε αυτόν, κατά το χρόνο εισαγωγής της ρύθμισης, έννοιας) ιδιότητας του μη δικαιούχου διαδίκου σε κανέναν από τους διαχειριστές των τιτλοποιηθησών απαιτήσεων, ούτε άλλωστε ήταν αναγκαίο κάτι τέτοιο, λόγω ακριβώς του ήπιου χαρακτήρα που καλείται να προσλάβει η διαχείριση των απαιτήσεων στο σύστημα της τιτλοποίησης, κατά τα αναλυτικώς προεκτεθέντα στη με στοιχ. IV νομική σκέψη της παρούσας. Σε κάθε δε περίπτωση, με βάση την προεκτεθείσα αναγωγή στη ratio του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 και δοθέντος ότι η αποτυπωμένη σ' αυτόν εξαίρεση από τη βασική αρχή της κατά κανόνα νομιμοποίησης, βασίσθηκε σε όλως ειδικές αξιολογήσεις, απτόμενες του σκοπού θέσπισης του εν λόγω νομοθετήματος, παρέπεται ότι η ερμηνευτική επέκταση αυτής, διά της οδού της αναλογίας, στην περίπτωση οριοθέτησης του εύρους εξουσιών του διαχειριστή τιτλοποιημένων απαιτήσεων κατά το Ν. 3156/2003, αποτρέπεται από το γεγονός ότι οι αξιολογήσεις αυτές δεν είναι γενικεύσιμες, με αποτέλεσμα να μην είναι πρόσφορες να αποτελέσουν τη βάση ρύθμισης και άλλων περιπτώσεων. Εφαρμοστέος, λοιπόν, ως προς το εύρος των εξουσιών διαχείρισης του εκάστοτε διαχειριστή του Ν. 3156/2003 τυγχάνει ο νόμος αυτός και όχι το εκάστοτε νομοθέτημα που εισήγαγε καθέναν από τους διαχειριστές στο νομικό κόσμο. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις του Ν. 4354/2015 για την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση (ως μη δικαιούχων διαδίκων) των εταιρειών διαχείρισης δανείων δεν μπορούν να εφαρμοσθούν ούτε αναλογικώς και επί των διαχειριστών του Ν. 3165/2003, διότι ο διαχειριστής του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 αναλαμβάνει με σύμβαση εντολής τη διαχείριση των αποκτώμενων απαιτήσεων χωρίς όπως προειπώθηκε να έχει ορισθεί εκ του νόμου μη δικαιούχος, κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενος, διάδικος και επομένως δεν νρμιμοποιείται να ενεργεί διαδικαστικές πράξεις για λογαριασμό της εντολέα του εταιρείας, ούτε η μεταξύ τους σύμβαση και η παροχή πληρεξουσιότητας μπορεί να καθιδρύσει κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση. Πρόκειται για διαφορετικές νομοθετικές ρυθμίσεις που εξακολουθούν και ισχύουν παράλληλα για τις μεταβιβάσεις και τη διαχείριση απαιτήσεων, που γίνονται με τους δικούς τους όρους και διαδικασία (ΑΠ 823/2022, ΑΠ 822/2022, αμφότερες δημοσ. σε www.areiospagos.gr). Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τις ρυθμίσεις του Ν. 4649/2019. Τούτο δε, διότι η διάταξη του άρθρου 2 αριθ. 5 του Ν. 4649/2019 που προβλέπει ότι «...Ως "διαχειριστής απαιτήσεων" νοείται η Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις κατά την έννοια της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (Α' 176) ή πιστωτικό ίδρυμα, που λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4261/2014 (Α' 107), πλην του μεταβιβάζοντος...», δεν σημαίνει ότι στην περίπτωση κατά την   οποία   η   διαχείριση   μίας   απαίτησης  από  σύμβαση   πίστωσης, τιτλοποιηθείσας κατά το Ν. 3156/2003 και παράλληλα ενταχθείσας στο πρόγραμμα εγγυήσεων «ΗΡΑΚΛΗΣ» του Ν. 4649/2019, έχει ανατεθεί σε εταιρεία διαχείρισης του Ν. 4354/2015, συνεφελκέται αυτοθρόως σε εφαρμογή και η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015. Μια τέτοια προσέγγιση, εξάλλου, θα ενέπλεκε τον οικείο προβληματισμό σε διάλληλο συλλογιστικό κύκλο (petitio principii), αφού το πρωταρχικώς ζητούμενο (εξαιρετική ή μη νομιμοποίηση της διαχειρίστριας εταιρείας στην περίπτωση τιτλοποίησης της διαχειριζόμενης απαίτησης κατά το Ν. 3156/2003) θα εκλαμβανόταν ως δεδομένο. Αντιθέτως, η ως άνω ρύθμιση παρέχει απλώς μία ακόμη νομοθετική επιβεβαίωση του ότι οι εταιρείες διαχείρισης του Ν. 4654/2015 δύνανται πράγματι να διαχειρίζονται και απαιτήσεις που μεταβιβάζονται βάσει διατάξεων άλλων    νόμων,    πέραν    δηλαδή    εκείνων    του    Ν.    4354/2015, συμπεριλαμβανομένου   του   Ν.   3156/2003,   γεγονός   όμως   που   δεν αμφισβητείται, κατά τα αναλυτικώς προεκτεθέντα. Τέλος, ούτε η θέσπιση του άρθρου 108 του Ν. 4799/2021, με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 64 παρ. 2 του Ν. 4548/2018 και χορηγήθηκε η εξουσία στις εταιρείες διαχείρισης του Ν. 4354/2015 να ορίζονται και ως εκπρόσωποι των ομολογιούχων δανειστών, πέραν της ιδιότητας τους ως διαχειριστών των τιτλοποιημένων απαιτήσεων, αναιρεί τα ανωτέρω. Τούτο δε, διότι σε μία τέτοια περίπτωση, η ιδιότητα της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων ως μη δικαιούχου διαδίκου δεν εκπορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, αλλά αντιθέτως από τον ίδιο το Ν. 4548/2018 (που τροποποίησε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 6 του Ν. 3156/2003) και συγκεκριμένα από τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 αυτού. Επιπλέον, η -συχνά απαντώμενη- διαφοροποίηση ανάμεσα στον τόπο εγκατάστασης των εταιρειών ειδικού σκοπού, (ο οποίος συνήθως εντοπίζεται σε αλλοδαπές έννομες τάξεις, όπως λ.χ. στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας) και σε εκείνον των ΕΔΑΔΠ (συνήθως εγκατάσταση στην ημεδαπή), δεν είναι σε θέση να παράσχει κάποιο πειστικό επιχείρημα υπέρ της πρόκρισης της αντίθετης εκδοχής. Άλλωστε, η όποια οικονομική επιβάρυνση των διαδίκων - οφειλετών είναι σύμφυτη με κάθε περίπτωση κάταρξης και διεξαγωγής δίκης με αντίδικο που διαμένει ή εδρεύει στην αλλοδαπή, δυνάμενη πάντως να αποκατασταθεί μέσω του μηχανισμού απόδοσης των δικαστικών εξόδων που προβλέπει ο ΚΠολΔ, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη και της δυνατότητας προσφυγής στις διατάξεις του Ν. 3226/2004 (ως ισχύει) από μέρους των οικονομικά ενδεών διαδίκων που πληρούν τις προϋποθέσεις του εν λόγω νομοθετήματος. Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο νόμος, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση κατά τους ορισμούς του Ν 3156/2003, δεν απονέμει στον διαχειριστή (με τον οποίο συμβάλλεται η εταιρεία απόκτησης) την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, έστω και εμμέσως χωρίς πανηγυρική διατύπωση, ώστε ο τελευταίος να ασκεί ως μη δικαιούχος διάδικος, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, αγωγές και άλλα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των Δικαστηρίων για τα δικαιώματα της εταιρείας απόκτησης, αιτούμενος έννομη προστασία στο όνομα της. Δεν του απονέμει δηλαδή ενεργητική κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση. Ρυθμίζει απλώς τους όρους και το πλαίσιο της εκτέλεσης εξώδικων υλικών ή νομικών ενεργειών προς διαχείριση (ακόμη και είσπραξη) της εκάστοτε απαίτησης. Η απουσία δε ρύθμισης στο εν λόγω νομοθέτημα που θα επέτρεπε στον διαχειριστή των οικείων απαιτήσεων να διαθέτει, πέραν της εξουσίας είσπραξης αυτών κατά το ουσιαστικό δίκαιο, και τη δικονομική εξουσία για κάταρξη και διεξαγωγή δίκης στο όνομα του εξουσιοδοτηθέντος για τις αλλότριες απαιτήσεις (ρύθμιση που θα μπορούσε να λάβει χώρα είτε υπό τη μορφή ειδικής νομοθετικής διάταξης για την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση αυτού, είτε υπό τη μορφή της επιτρεπτικής νομοθετικής διάταξης για  τη  συμβατική  θεμελίωση  τέτοιας εξουσίας νομιμοποίησης), αποτέλεσε προϊόν εμπρόθετης επιλογής του νομοθέτη, κατά τα αναλυτικώς προεκτεθέντα, με συνέπεια να μη δύναται να γίνει λόγος ούτε για «ελλειπτική ρύθμιση» του νομοθέτη του Ν. 3156/2003 ούτε για αστοχία της νομοθετικής κατάστρωσης. Η δε διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ούτε ευθέως ούτε, όμως, και αναλογικώς (προεχόντως λόγω μη ύπαρξης σχετικού νομοθετικού κενού, κατά τα προεκτεθέντα) στην περίπτωση διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 3156/2003, με αποτέλεσμα, ενδεχόμενη παράσταση της διαχειρίστριας εταιρείας ενώπιον Δικαστηρίου ουδέν έτερο να αποτελεί, πλην της απαγορευμένης στο ελληνικό δίκαιο περίπτωσης εκούσιας αντιπροσώπευσης διαδίκου, οι δε εξουσίες της διαχειρίστριας εταιρείας στην περίπτωση αυτή περιορίζονται ομοίως στην πραγματοποίηση εξώδικων υλικών ή νομικών ενεργειών προς διαχείριση (ακόμη και είσπραξη) της εκάστοτε απαίτησης [ΑΠ 823/2022 ό.π., ΑΠ 822/2022 ό.π., ΜΕφΑΘ 1858/2022 προδημοσίευση από ΕπισκΕΔ 3/2022 δημοσ. σε www.sakkoulas-online.gr με παρατ. Π. Μαρκούλη, ΜΕφΑΘ 3577/2022 ΤΝΠ Δ ΣΑ, ΜΕφΠειρ 595/2022 ΤΝΠ Δ ΣΑ, ΜΕφΑΘ 1858/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφθεσ 494/2022 ΕλλΔνη 2022.798 με σημ. Ε. Κώνστα = ΕπΑκ 2022.658 επ., ΜΕφΛαρ 196/2022 ΕπΑκ 2022.664 επ., ΜΕφΛαρ 250/2022 δημοσ. σε www.sakkoulas-online.gr, ΜΕφΑνΚρ 230/2022 αδημ., ΜονΠρΑΘ 7152/2022 ΤΝΠ Δ ΣΑ, ΜονΠρΑΘ 1446/2022 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜονΠρΘεσ 8283/2022 ΕπΑκ 2022.669 επ., ΜονΠρΚορ 45/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΚορ 171/2022 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜονΠρΡόδ 149/2022, ΜονΠρΤρικ 183/2022, ΜονΠρΤρικ 97/2022, όλες δημοσ. σε www.sakkoulas-online.gr, ΜονΠρΣπαρτ 178//2022 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜονΠρΗλ 270/2022 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜονΠρΚω 431/2022 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜονΠρΑγριν 131/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΠειρ 1508/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΗρ 627/2022 αδημ., Γ. Αποστολάκης, ό.π., σελ. 93-96, Ε. Κώνστα, σημ. στη ΜΕφΘεσ 585/2022 ό.π., Κ. Παπαχρήστου - Δήμητρας, ό.π., σελ. 108, Για την αντίθετη άποψη βλ. ΑΠ 1343/2022 δημοσ. σε www.sakkoulas-online.gr, ΑΠ 1102/2022 δημοσ. σε www.areiospagos.gr, ΜΕφΘεσ 266/2021 Αρμ 2021.416 επ. με σημ. Α. Αβραμίκου, ΜΕφΠειρ 110/2022 δημοσ. σε http://www.efeteio-peir.gr/, ΜονΠρΑΘ 1362/2022, ΜονΠρΑΘ 842/2022, ΜονΠρΘεσ 55/2022, όλες δημοσ. σε www.sakkoulas-online.gr, ΜονΠρΘεσ 6554/2022 ΕπΑκ 2022.644 επ., ΜονΠρΛαμ 126/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Χ. Απαλαγάκη/Λ. Κιτσαρά, ό.π,Ι 1 - 20, Π. Γιαννόπουλο, Η δικονομική θέση της διαχειρίστριας τιτλοποιημέ\ απαιτήσεων ως πρόβλημα επικάλυψης του πεδίου εφαρμογής των 3156/2003 και 4354/2015, ό.π., βλ. και Α. Κουλορίδα, ό.π., σελ. 1026, ο οποίος, υπολαμβάνοντας τον Ν. 4354/2015 ως lex posterior specialis σε σχέση με τον Ν. 3156/2003, υποστηρίζει ότι τα όποια ανακύπτοντα ζητήματα σύγκρουσης από την ταυτόχρονη εφαρμογή των διατάξεων των δύο νομοθετημάτων, θα επιλύονται υπέρ των διατάξεων του νεότερου νόμου)]. Σημειωτέον, δε, ότι η πρόκριση της προκείμενης εκδοχής σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει και ότι αποκόπτεται εν γένει ο δρόμος για την κάταρξη και διεξαγωγή δικών για την είσπραξη των οικείων τιτλοποιηθεισών απαιτήσεων. Αντιθέτως, η νομική οδός για τη δικαστική τους επιδίωξη και τη διενέργεια των σχετικών εκτελεστικών πράξεων, ασφαλώς και παραμένει ανοικτή, για τις μόνες νομιμοποιούμενες όμως προς τούτο εταιρείες ειδικού σκοπού, υπό την αυτονόητη βεβαίως προϋπόθεση ότι και οι ίδιες επιθυμούν, πράγματι, να την ακολουθήσουν.

 

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση ανακοπή τους, οι ανακόπτοντες ζητούν, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτουν σε αυτή, να ακυρωθούν: (α) η με αριθμό …2018 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή το συνολικό ποσό των 42.276,86 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση που προέρχεται από τη με αριθμό … σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και τις με αριθμούς … πρόσθετες αυτής πράξεις, που συνήψε η πρώτη ανακόπτουσα με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…», ειδική διάδοχος της οποία τυγχάνει η καθ' ης η ανακοπή, την τήρηση των όρων της οποίας σύμβασης (και των ανωτέρω πράξεων) εγγυήθηκαν εγγράφως προς την ως άνω τραπεζική εταιρεία οι λοιποί ανακόπτοντες, (β) η από 25-06-2018 επιταγή προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από το αντίγραφο του πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής, βάσει της οποίας επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους από την καθ' ης η ανακοπή. Τέλος, ζητούν να καταδικασθεί η αντίδικος τους στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης.

Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, παραδεκτώς σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο (άρθρο 632 παρ. 6 ΚΠολΔ) αφενός ανακοπή κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής (άρθρο 632 ΚΠολΔ) και αφετέρου αντιρρήσεις κατά της εκτελεστικής διαδικασίας (άρθρο 933 ΚΠολΔ), ενόψει του χρόνου κατάθεσης του δικογράφου της ανακοπής του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ και επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση που έλαβαν χώρα μετά την 01-01-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 3 και 4 του Ν. 4335/2015). Αμφότερες αρμοδίως εισάγονται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς αυτό τυγχάνει το καθ" ύλη αρμόδιο για την ένδικη απαίτηση Δικαστήριο, ο δε εκτελεστός τίτλος δεν έχει εκδοθεί από το Ειρηνοδικείο (άρθρα 632 τταρ.1 εδ. α' και 933 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους από το άρθρο 1 άρθρο ένατο και από το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 αντίστοιχα, σε συνδ. με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του ίδιου νόμου, και άρθρο 14 παρ. 2 ΚΠολΔ), και δη κατά την προκείμενη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ (άρθρα 632 παρ. 2 τελ. εδ. και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ), η δε συνεκδίκασή τους θα επιφέρει οικονομία χρόνου και δαπάνης (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και όχι σύγχυση. Επιπλέον, η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως (άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού επικυρωμένο αντίγραφο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής επιδόθηκε για πρώτη φορά σε άπαντες τους ανακόπτοντες στις 25-06-2018, η δε υπό κρίση ανακοπή ασκήθηκε στις 11-07-2018 (βλ. την ομοιόχρονη επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, , επί του αντιγράφου της επιδοθείσας ανακοπής στην καθ’ ης). Συνεπώς, η ανακοπή ασκήθηκε εντός της τασσόμενης από τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας των δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών. Περαιτέρω, κατά το μέρος που με το δικόγραφο της ανακοπής προσβάλλεται η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση με βάση την άνω διαταγή πληρωμής και την επιδοθείσα στους ανακόπτοντες από 25-06-2018 επιταγή προς πληρωμή, η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 α' ΚΠολΔ, καθώς οι προβαλλόμενοι λόγοι αφορούν στην απαίτηση αλλά και στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, βάσει του οποίου επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να προκύπτει ότι μετά την επιταγή προς πληρωμή ακολούθησε και έτερη πράξη εκτέλεσης (κατάσχεση).

 

Εξάλλου, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία την επωνυμία «….» και τον διακριτικό τίτλο «r ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού στις 19-11-2021 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, τόσο στους καθ’ ων η πρόσθετη παρέμβαση (βλ. τις με αριθμούς …/20-12-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου, …, αντίστοιχα, που νομίμως προσκομίζει και επικαλείται η προσθέτως παρεμβαίνουσα) όσο και στην υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση (βλ. τη με αριθμό …/26-11-2021 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …, που νομίμως προσκομίζει και επικαλείται η προσθέτως παρεμβαίνουσα), άσκησε την υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της καθ' ης η ανακοπή, που τιτλοφορείται στην προμετωπίδα του οικείου δικογράφου ως «ΕΚΟΥΣΙΑ ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ», αιτούμενη την απόρριψη της ανακοπής, επικαλούμενη, επί λέξει, ότι ενεργεί ως «...μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία " , με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας (με αρ. μητρώου …, δ/νση …, 4ος όροφος IFSC, Δουβλίνο 1), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία κατέστη ειδικός διάδοχος ως προς την έννομη σχέση που αφορά η παρούσα, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία (-..), κατόπιν μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από … σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπόμενης από τα άρθρα 10 και 14 του Ν. 3156/2003, νομίμως δημοσιευμένης σε περίληψη με αριθμ. Πρωτοκ. …2021 στο τόμο . και α/α . στα τηρούμενα στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών βιβλία του Ν. 2844/2000».

 

Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, δυνάμει της από σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …, η καθ' ης η ανακοπή (ως ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρεία με την επωνυμία «…») μεταβίβασε, στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων, τις απαιτήσεις από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες (συμπεριλαμβανομένων των μη εξυπηρετούμενων, καταγγελμένων αλλά και ενήμερων απαιτήσεων), στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «…», ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας και αριθμό μητρώου … Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της καθ' ης έναντι των ανακοπτόντων, που απορρέουν από την ένδικη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, δυνάμει των οποίων εκδόθηκε κατά των ανακοπτόντων η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού, κατόπιν αίτησης της καθ' ης η ανακοπή, και επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους, δυνάμει της επίσης προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή. Ακολούθως, δυνάμει της από 16-03-2021 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων που τιτλοφορείται ως «Σύμβαση Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (Άρθρο 10 § 14 και 16 του Ν. 3156/03)», αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …, η ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε την διαχείριση των ανωτέρω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…» (προσθέτως παρεμβαίνουσα), η οποία έχει αδειοδοτηθεί νομίμως και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων.

 

Ωστόσο, η υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης της προσθέτως παρεμβαίνουσας, διότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις της παρούσας, η μόνη νομιμοποιούμενη να ασκήσει αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της δικαιοπαρόχου της καθ' ης είναι (ως ειδική διάδοχος αυτής) η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «…», ως δικαιούχος της ένδικης απαίτησης. Αντιθέτως, η ως άνω παρεμβαίνουσα εταιρεία διαχείρισης δεν δύναται να επιδιώξει την εκπλήρωση της ένδικης απαίτησης στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας που κατέστη δικαιούχος της απαίτησης με εκχώρηση, αφού ο Ν. 3156/2003 δεν απονέμει στην εταιρεία διαχείρισης την ιδιότητα του κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου (μη δικαιούχου), όπως ρητά πράττει για τις εταιρείες διαχείρισης του Ν. 4354/2015 στο άρθρο 2 παρ. 4 αυτού.

 

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υπό κρίση ανακοπής από τη σειρά της στο πινάκιο και κατά τη συζήτηση της στο ακροατήριο, οι ανακόπτοντες δεν   παραστάθηκαν   ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, και ως εκ τούτου θα πρέπει να δικασθούν ερήμην. Ως εκ τούτου, λόγω της ερημοδικίας των ανακοπτόντων, πρέπει η υπό κρίση ανακοπή να απορριφθεί (άρθρο 632 παρ. 7 και άρθρα 937 παρ. 3 σε συνδ. με άρθρα 591 παρ. 1 και 272 παρ. 1 ΚΠολΔ, αντιστοίχως) και να επικυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής (άρθρο 633 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ). Επιπλέον, πρέπει να ορισθεί παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση που θα ασκηθεί από τους ανακόπτοντες ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής (άρθρα 591 παρ. 7, 501 και 505 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώ παράβολο ερημοδικίας δεν ορίζεται καθ' ο μέρος αφορά στην ανακοπή κατά της πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 937 παρ. 1 περ. 2 ΚΠολΔ, στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας. Τέλος, οι ανακόπτοντες, οι οποίοι ηττώνται και ερημοδικούν, πρέπει να καταδικασθούν στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της καθ' ης η ανακοπή, κατά παραδοχή της βασιμότητας του παραδεκτώς προβληθέντος και νόμιμου αιτήματος που υπέβαλε η τελευταία (άρθρα 176, 184 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 58 παρ. 3, 63 παρ. 1, 64 παρ. 1, 65 και 68 παρ. 1 του Ν. 4194/2013), σύμφωνα προς τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, ενώ, αντιθέτως, δικαστικά έξοδα σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας δεν επιβάλλονται, ελλείψει υποβολής σχετικού αιτήματος από μέρους των καθ' ων η παρέμβαση.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 10-07-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης … /10-07-2018 ανακοπή και την από 18-11-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …19-11-2021 πρόσθετη παρέμβαση,   ερήμην των ανακοπτόντων - καθ ων η πρόσθετη παρέμβαση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

 

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αμφότερες τις σωρευόμενες στο από 10-07-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/10-07-2018 δικόγραφο ανακοπές.

 

ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ τη με αριθμό …/2018 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-11-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 19-11-2021 πρόσθετη παρέμβαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ανακόπτοντες στη δικαστική δαπάνη της καθ' ης η ανακοπή, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων εξήντα οκτώ (1.268,00) ευρώ.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Κόρινθο, στις 3 Νοεμβρίου 2022, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και της πληρεξούσιας δικηγόρου τόσο της καθ' ης η ανακοπή όσο κοίτης προσθέτως παρεμβαίνουσας.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ