ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΑμαλιάδας 13/2023

 

Ανώνυμες Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις - Σύμβαση μεταβίβασης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων - Έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης - Ανακοπή κατά της εκτέλεσης -.

 

Η εταιρία στην οποία η εταιρία ειδικού σκοπού (απόκτησης με τιτλοποίηση απαιτήσεων) του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 αναθέτει με σύμβαση εντολής τη διαχείριση των αποκτώμενων απαιτήσεων δεν έχει ορισθεί εκ του νόμου μη δικαιούχος, κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενος διάδικος και επομένως δεν νομιμοποιείται να ενεργεί διαδικαστικές πράξεις για λογαριασμό της εντολέως της εταιρίας, ούτε η μεταξύ τους σύμβαση και η παροχή πληρεξουσιότητας μπορεί να καθιδρύσει κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση. Διαδικαστική ενέργεια που επιχειρεί αυτή για λογαριασμό της εταιρίας ειδικού σκοπού απόκτησης απαιτήσεων τυγχάνει απαράδεκτη λόγω έλλειψης νομιμοποίησης. Δεκτή ανακοπή για την ακύρωση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πατρών Βασίλη Γαλανόπουλου, εκ μέρους του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών).

 

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΑΛΙΑΔΑΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 13/2023

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΑΛΙΑΔΑΣ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μικέλα Φιλιππίδη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Αμαλιάδας, και από τη Γραμματέα Άννα Κλεφτονικολού.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στην Αμαλιάδα στις 15-12-2022, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: ..., κατοίκου ... Δήμου Ανδραβίδας - Κυλλήνης Ν. Ηλείας, με ΑΦΜ ., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κωστάκου (AM ΔΣ Πατρών 001136).

 

ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «dovalue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και το διακριτικό τίτλο «dovalue Greece», με έδρα το Μοσχάτο Αττικής επί της οδού Κύπρου αριθμός 27 και Αρχιμήδους, Τ.Κ. 183 46, με Αρ. Γ.Ε.ΜΗ. . και Α.Φ.Μ. . της Δ.Ο.Υ. φ.Α.Ε. ΠΕΙΡΑΙΑ, η οποία έφερε πρότερον την επωνυμία «EUROBANK FPS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» (ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ Εφ. ΠΙ. ΕΣ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ) και τον διακριτικό τίτλο «EUROBANK FINANCIAL PLANNING SERVICES» (ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΦΑΙΝΑΝΣΙΑΛ ΠΛΑΝΙΝΓΚ ΣΕΡΒΙΣΙΣ), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία έχει νομίμως συσταθεί και αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δυνάμει της με αριθμ. 220/1/13.3.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμόν Β 880/16.03.2017 ΦΕΚ, ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου, αντικλήτου και διαχειρίστριας των απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4354/2015, όπως αυτός τροποποιημένος ισχύει, της εταιρείας ειδικού σκοπού που φέρει την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» (ΦΡΟΝΤΙΕΡ ΙΣΣΟΥΕΡ ΝΤΑΚ), που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, οδός Fenian, 2ος όροφος Palmerston House, Δουβλίνο 2, με αριθ. μητρώου ., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, δυνάμει της από 04-02-2022 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών κατ' άρθρο 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003, με αριθμό πρωτοκόλλου ./4-2-2022, οι οποίες απαιτήσεις έχουν μεταβιβαστεί στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αιόλου αρ. 86, με αρ. ΓΕΜΗ . και ΑΦΜ . της ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, στην προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρεία δυνάμει της από 17-12-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο δημόσιο βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αρ. πρωτ. ./17-12-2021, η οποία δημοσίευση ως προς το παράρτημα της και για την ορθότητα αυτού, επαναλήφθηκε με την υπ' αρ. πρωτ. ./20-01-2022 δημοσίευση συμβάσεων, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Καρακάση (AM ΔΣ Πατρών 1742).

 

Ο ανακόπτων ζητεί να γίνει δεκτή η από 26-10-2022 ανακοπή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ./27-10-2022, προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

 

Κατά την συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

 

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

Με την υπό κρίση ανακοπή του, ο ανακόπτων ζητεί, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, να ακυρωθεί α) η από 08-07-2022 επιταγή προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αρ. ./2014 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας και β) η υπ' αρ../19-09-2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, ., καθώς και το υπ' αρ. ./27-09-2022 απόσπασμα αυτής, με την οποία κατασχέθηκε αναγκαστικά το αναλυτικά περιγραφόμενο σε αυτήν ακίνητο που βρίσκεται στην Τ.Κ. . Ηλείας, που εκτίθεται σε δημόσιο αναγκαστικό ηλεκτρονικό πλειστηριασμό στις 26-04-2023. Τέλος, ζητεί την καταδίκη της καθ' ης η ανακοπή στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση ανακοπή αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (933 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (591, 614, 937 παρ. 3 ΚΠολΔ), και έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός της 45ήμερης προθεσμίας από την ημέρα της κατάσχεσης (934 παρ. 1 περ. α' και 147 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η κατάσχεση επιβλήθηκε στις 19-09-2022 και η ως άνω κατασχετήρια επίδοση επιδόθηκε στον ανακόπτοντα στις 20-09-2022 (βλ. την σχετική επισημείωση της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας επί του επιδοθέντος αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης) και η υπό κρίση ανακοπή ασκήθηκε την 01-11-2022 (βλ. την υπ' αρ../ΣΤ/2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, .). Συνεπώς, θα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

 

Περαιτέρω, σε αντιστοιχία προς την διεξαγωγή της διαγνωστικής δίκης, έτσι και για την διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης, με οποιοδήποτε μάλιστα μέσο, απαιτείται η συνδρομή της διαδικαστικής προϋπόθεσης της νομιμοποίησης, δηλαδή της εξουσίας, που παρέχεται από τον νόμο ή από τον εκτελεστό τίτλο σε ορισμένο πρόσωπο, να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση (ενεργητική νομιμοποίηση) και να την κατευθύνει εναντίον ορισμένου προσώπου (παθητική νομιμοποίηση). Την συνδρομή της νομιμοποίησης αποδεικνύει ο επισπεύδων δανειστής (ΕφΑΘ 3577/2022 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Με βάση, δε, την διάταξη του άρθρου 919 ΚΠολΔ προσδιορίζεται η έκταση των υποκειμενικών ορίων της εκτελεστότητας όσων προσώπων μετέχουν στην διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ειδικότερα, κατά μεν την περίπτωση 1 του άρθρου 919 ΚΠολΔ, η αναγκαστική εκτέλεση, όταν πρόκειται για δικαστικές και διαιτητικές αποφάσεις, γίνεται υπέρ και κατά των προσώπων, έναντι των οποίων ισχύει το δεδικασμένο, καθώς και κατά των προσώπων εκείνων, τα οποία απέκτησαν την νομή ή την κατοχή του επίδικου πράγματος κατά την διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος αυτής, κατά δε την περίπτωση 2, όμως, του ιδίου ως άνω άρθρου, που αφορά σε όλους τους άλλους εκτελεστούς τίτλους (πλην των αποφάσεων), η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται υπέρ των δικαιούχων και κατά των υπόχρεων που αναφέρονται σε αυτούς, υπέρ και κατά των προσώπων, τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 325 έως 327 ΚΠολΔ, καθώς και κατά των προσώπων, τα οποία απέκτησαν την νομή ή την κατοχή του πράγματος, μετά την σύνταξη του εγγράφου ή την έκδοση του τίτλου (ΕφΑΘ 1858/2022 ΝΟΜΟΣ). Κατ' εξαίρεση, νομιμοποιούνται και πρόσωπα που δεν είναι φορείς της ουσιαστικής εκτελούμενης αξίωσης, όπως συντρέχει στην περίπτωση των μη δικαιούχων ή μη υπόχρεων διαδίκων (π.χ. σύνδικος πτώχευσης, εκκαθαριστής κληρονομιάς κ.λπ.) (βλ. σχετ. Στ. - Σπ. Πανταζόπουλο, Αναγκαστική Εκτέλεση, Β' έκδοση 2022, σελ. 157). Όλα τα ανωτέρω πρόσωπα αποτελούν τα υποκείμενα της αναγκαστικής εκτέλεσης. Πέρα από τα ανωτέρω καθοριζόμενα στον τίτλο ή στον νόμο πρόσωπα, τρίτοι δεν μπορούν να αποτελέσουν υποκείμενα της εκτελεστικής διαδικασίας. Η χορήγηση εξουσιοδότησης στον τρίτο να επισπεύσει αυτός στο όνομα του αναγκαστική εκτέλεση, ως εκούσιος αντιπρόσωπος του φορέα της απαίτησης, δεν συμβιβάζεται με την αυστηρή τυποποίηση και την ασφάλεια της εκτελεστικής διαδικασίας. Δικαιοπρακτική θεμελίωση της νομιμοποίησης προς διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης θα πρέπει να αποκλεισθεί. Ο νόμος, που προβλέπει (επιτρέπει) την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση προσώπου τρίτου προς τους φορείς της ουσιαστικής έννομης σχέσης, ως μη δικαιούχου διαδίκου, προσδιορίζει και το περιεχόμενο των παρεχόμενων εξουσιών, το εύρος αυτών, καθώς και τον χαρακτήρα της κατ' εξαίρεση νομιμοποίησης, δηλαδή αν είναι συντρέχουσα (με την παράλληλη νομιμοποίηση του κατά κανόνα νομιμοποιούμενου) ή αποκλειστική. Τα ανωτέρω δεν μπορεί να τροποποιήσει σύμβαση, που ενδεχομένως συνάπτεται μεταξύ του δικαιούχου και του μη δικαιούχου διαδίκου, διότι πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Η σύμβαση θα περιορισθεί στην αναφορά εκείνων των δικονομικών εξουσιών, που ο νόμος προβλέπει για τον κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενο, ο οποίος επιλέγεται ως τέτοιος, αν φυσικά δεν τον προκαθορίζει δεσμευτικά ο ίδιος ο νόμος. Περαιτέρω, συνέπεια του ανεπίτρεπτου της διεξαγωγής της δίκης από εκούσιο αντιπρόσωπο συνιστά το απαράδεκτο των διαδικαστικών πράξεων που αυτός ενήργησε, έστω και με πληρεξούσιο δικηγόρο. Θεραπεία του απαράδεκτου με την συναίνεση ή έγκριση του δικαιούχου του δικαιώματος δεν είναι δυνατή, διότι τα άρθρα 236 και 238 ΑΚ αναφέρονται σε δικαιοπραξίες και όχι στην θεραπεία δικονομικών απαραδέκτων ή ακυροτήτων (ΕφΑθ 3577/2022 ό.π.).

 

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 Ν. 3156/2003, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων, λόγω πώλησης, με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών, οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων, που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως «ιδιωτική τοποθέτηση» θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. «Μεταβιβάζων», κατά την παράγραφο 2 του ιδίου ως άνω άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και «αποκτών» νομικό μόνο πρόσωπο - ανώνυμη εταιρεία - με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (εταιρεία ειδικού σκοπού). Η εταιρεία καταβάλλει το τίμημα και «τιτλοποιεί» τις απαιτήσεις, εκδίδοντας αξιόγραφα «ομολογίες», ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000,00 ευρώ η κάθε μία (άρθρο 10 παρ. 5 Ν. 3156/2003). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πώλησης) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μια άλλη εταιρεία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, που η λήπτρια εταιρεία εκδίδει για τον σκοπό αυτό. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (άρθρο 10 παρ. 6 Ν. 3156/2003). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 Ν. 2844/2000 (άρθρο 10 παρ. 8 Ν. 3156/2003). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης και η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (άρθρο 10 παρ. 9 Ν. 3156/2003). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000, σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 8 του ιδίου ως άνω όρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα, που απορρέουν από την μεταβίβαση (εκχώρηση), λόγω πώλησης. Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 161338/30.10.2003, ΦΕΚ Β' 1688/2003, Υπουργική Απόφαση και ήδη, με την υπ' αριθμ. 20783/09.11.2020, ΦΕΚ Β' 4944/09.11.2020, Υπουργική Απόφαση) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία, δε, έως την ίδρυση τους με Π.Δ., ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικώς, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλόμενων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσά του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Περαιτέρω, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μίας τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατόν να ανατεθεί με έγγραφη σύμβαση, η οποία σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000 (άρθρο 10 παρ. 16 Ν. 3156/2003), η διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, το οποίο, στην περίπτωση που η εταιρεία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα. Ειδικότερα, για την ως άνω σύμβαση διαχείρισης, η οποία, κατά τα εννοιολογικά της στοιχεία, ταυτίζεται με την σύμβαση εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ) και αντιπροσώπευσης (άρθρα 211 επ. ΑΚ), η παράγραφος 14 του ως άνω άρθρου 10 Ν. 3156/2003, ορίζει τα ακόλουθα: «Με σύμβαση, που συνάπτεται εγγράφως, η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες, σύμφωνα με τον σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με την διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν την μεταβίβαση τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή». Από τα παραπάνω, είναι σαφές ότι η ως άνω εταιρεία διαχείρισης ενεργεί πράξεις διαχείρισης ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού (απόκτησης). Ο νόμος, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση, κατά τους ορισμούς του Ν. 3156/2003, δεν απονέμει στην εταιρεία διαχείρισης (με την οποία συμβάλλεται η εταιρεία απόκτησης) την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, έστω και έμμεσα, χωρίς πανηγυρική διατύπωση, ώστε η τελευταία να ασκεί ως μη δικαιούχος διάδικος, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, αγωγές και άλλα ένδικα βοηθήματα, ενώπιον των δικαστηρίων, για τα δικαιώματα της εταιρείας απόκτησης, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομα του, όπως ρητώς πράττει για τις εταιρείες διαχείρισης του Ν. 4354/2015 στο άρθρο 2 παρ. 4 αυτού. Με άλλα λόγια, δεν της απονέμει ενεργητική κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση, ρυθμίζει, δε, απλώς τους όρους και το πλαίσιο της εκτέλεσης εξώδικων διαχειριστικών (νομικών ή υλικών) πράξεων, με σκοπό την είσπραξη (για λογαριασμό της εντολέως της, δικαιούχου) των απαιτήσεων από τους οφειλέτες. Εξάλλου, η ανάγκη αποσυμφόρησης και απαλλαγής των ελληνικών συστημικών τραπεζών από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια πελατών τους υπήρξε πιεστική και έτσι εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α' 176/16.12.2015) (άρθρα 1 - 3) μία νέα, εντελώς διάφορη από την προηγούμενη, διαδικασία μεταβίβασης, απόκτησης και διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων και αργότερα και εξυπηρετούμενων τραπεζικών δανείων και πιστώσεων. Ωστόσο, με τον Ν. 4354/2015 δεν καταργήθηκε η καθιερωθείσα με τον Ν. 3156/2003 δυνατότητα απόκτησης και διαχείρισης επιχειρηματικών δανείων κ.λπ. με τιτλοποίηση, που εξακολούθησε και εξακολουθεί να ισχύει για τις μεταβιβάσεις απαιτήσεων, που λαμβάνουν χώρα με τους δικούς του όρους και διαδικασία. Μάλιστα, για να μην υπάρξει σύγχυση για τις εφαρμοζόμενες σε κάθε περίπτωση νομοθετικές ρυθμίσεις, ρητώς ορίσθηκε στο άρθρο 1 παρ. 1 περ. δ' Ν. 4354/2015 ότι «Οι διατάξεις του παρόντος δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3156/2003 (Α' 157), 1905/1990 (Α' 147), 1665/1986 (Α' 194), 3606/2007 (Α' 195) και 4261/2014 (Α' 107)» (ΑΠ 822/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 909/2021 ΤΝΠ ΔΣΑ). Περαιτέρω, με τον Ν. 4354/2015 εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα, οι «εταιρείες απόκτησης» (ΕΑΑΔΠ) και οι «εταιρείες διαχείρισης» απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενο τους (1 παρ. 1

 

στοιχ. α', β', 1 παρ. 1 στοιχ. γ', 2 παρ. 1 Ν. 4354/2015 κ.ά.). Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 στοιχ. β' Ν. 4354/2015, συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση πώλησης μπορούν να είναι μόνον πιστωτικά ιδρύματα ως πωλητές και μόνον «ΕΑΑΔΠ» ως αγοραστές. Αντιστοίχως, στη σύμβαση διαχείρισης δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ιδρύματα ή «ΕΑΑΔΠ» και αφετέρου «ΕΔΑΔΠ». Ειδικότερα, οι «ΕΔΑΔΠ» είναι ανώνυμες εταιρείες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα και οφείλουν να λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος. Αντικείμενο της δραστηριότητας τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων (άρθρο 1 παρ. Ια' Ν. 4354/2015), οι οποίες μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Το άρθρο 2 παρ. 1 - 3 Ν. 4354/2015 προβλέπει ότι στις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 4354/2015, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 5 περ. 6 Ν. 4261/2014). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της, ήτοι, αφενός, εξουσιοδοτών μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή «ΕΑΑΔΠ», ενώ διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον αδειοδοτημένη «ΕΔΑΔΠ» (1 παρ. 1 στοιχ. α' Ν. 4354/2015). Αντιστοίχως, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστωτικές συμβάσεις που ρυθμίζεται στο άρθρο 3 Ν. 4354/2015, μπορεί να γίνεται μόνον προς αδειοδοτημένη «ΕΑΑΔΠ» (ή αλλοδαπή ανάλογη εταιρεία, που έχει εγκατασταθεί νομίμως στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1β' στοιχ. ββ' και γγ' Ν. 4354/2015). Η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο (2 παρ. 2 εδ. α' Ν. 4354/2015) και περιλαμβάνει κατ' ελάχιστο περιεχόμενο τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, την διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και την σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού, κατά την έννοια των άρθρων 871 - 872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών, σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ' αριθμ. 116/25.08.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 4224/2013, (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης.

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, συνάγεται ότι οι διατάξεις του Ν. 4354/2015 και όσα αυτές προβλέπουν για την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση (ως μη δικαιούχων διαδίκων) των εταιρειών διαχείρισης δανείων κ.λπ. που αυτός καθιερώνει, δεν εφαρμόζονται επί των εταιρειών διαχείρισης του Ν. 3165/2003. Ειδικότερα, τέτοια εξουσία κατ' εξαίρεση νομιμοποίησης μη δικαιούχου διαδίκου δεν απονέμει στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, που μεταβιβάσθηκαν κατά τους όρους του Ν. 3156/2003 και η ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 δεν εφαρμόζεται σε αυτές. Η εταιρεία, στην οποία η εταιρεία ειδικού σκοπού (απόκτησης με τιτλοποίηση απαιτήσεων) του άρθρου 10 Ν. 3156/2003 αναθέτει με σύμβαση εντολής την διαχείριση των αποκτώμενων απαιτήσεων, δεν έχει ορισθεί εκ του νόμου μη δικαιούχος, κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενος, διάδικος και επομένως, δεν νομιμοποιείται να ενεργεί διαδικαστικές πράξεις για λογαριασμό της εντολέως της εταιρείας, ούτε η μεταξύ τους σύμβαση και η παροχή πληρεξουσιότητας μπορεί να καθιδρύσει κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση. Κατ' ακολουθίαν, διαδικαστική ενέργεια, που επιχειρεί αυτή για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού απόκτησης απαιτήσεων, τυγχάνει απαράδεκτη λόγω έλλειψης νομιμοποίησης (ΑΠ 822/2022, ΕφΑΘ 3577/2022 ό.π.).

 

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση ανακοπής, ο ανακόπτων ζητεί να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης για το λόγο ότι είναι άκυρες λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης προς διενέργεια της από την καθ' ης η ανακοπή, δεδομένου ότι η μεταβίβαση και η διαχείριση της ένδικης απαίτησης έλαβε χώρα στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων του Ν. 3156/2003, το άρθρο 10 του οποίου δεν επιτρέπει στις προβλεπόμενες σε αυτό εταιρείες διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων να επιχειρούν δικαστικές ενέργειες στο όνομα της αποκτώσας εταιρείας εναντίον των οφειλετών για την είσπραξη των απαιτήσεων αυτών. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι παραδεκτός και νόμιμος, ερειδόμενος στις διαλαμβανόμενες στην ανωτέρω μείζονα σκέψη διατάξεις και, επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

 

Από όλα τα νομίμως και μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, μετά της νόμιμης μετάφρασης τους στην ελληνική γλώσσα, επικυρωμένης από αρμόδιο, κατ' όρθρο 454 ΚΠολΔ, πρόσωπο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει αίτησης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αιόλου αρ. 86, με αρ. ΓΕΜΗ . και ΑΦΜ . της ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, εξεδόθη η υπ' αρ.5/2014 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας κατά του ανακόπτοντος, για απαίτηση της που απορρέει από την υπ' αρ. ./20-12-2006 σύμβαση δανείου. Ακολούθως, η ως άνω τραπεζική εταιρεία δυνάμει της από 17-12-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων κατά το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, μεταβίβασε την επίδικη απαίτηση στην εταιρεία ειδικού σκοπού "FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" (φΡΟΝΤΙΕΡ ΙΣΣΟΥΕΡ ΝΤΑΚ), που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, οδός Fenian, 2ος όροφος Palmerston House, Δουβλίνο 2, με αριθ. μητρώου ., όπως νόμιμα εκπροσωπείται. Η ως άνω σύμβαση καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 17-12-2021, στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000, ήτοι στο ειδικό βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αρ. πρωτ. ./2021, στον τόμο ., με αύξοντα αριθμό .. Η δημοσίευση αυτή ως προς το παράρτημα της επαναλήφθηκε με την με αρ. πρωτ. ./20-01-2022 καταχώριση. Ενώ, η ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε τη διαχείριση της επίδικης απαίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003, στην ως άνω εκχωρήτρια τραπεζική εταιρεία δυνάμει της με ίδια ημεροχρονολογία (17-12-2021) σύμβασης διαχείρισης ενδιάμεσης περιόδου, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε στο ως άνω ειδικό βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αρ. πρωτ. ./17-12-2021, στον τόμο ., με αύξοντα αριθμό .. Εν συνεχεία, η ως άνω σύμβαση διαχείρισης λύθηκε δυνάμει της από 04-02-2022 σύμβασης που συνήφθη, μεταξύ άλλων, μεταξύ των ως άνω αντισυμβαλλόμενων εταιρειών, και η οποία καταχωρήθηκε στο ως άνω ειδικό βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αρ. πρωτ. ./04-02-2022, στον τόμο . και με αύξοντα αριθμό .. Ενώ, διαχειρίστρια πλέον της επίδικης απαίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003, ορίστηκε η καθ' ης δυνάμει της από 17-12-2021 σύμβασης μακροχρόνιας διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε στις 04-02-2022 στο ως άνω ειδικό βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αρ. πρωτ. ./2022, στον τόμο ., με αύξοντα αριθμό .. Περαιτέρω, η καθ' ης, με την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της επίδικης απαίτησης, εξέδωσε την προσβαλλομένη από 08-07-2022 επιταγή προς πληρωμή και με επίσπευση της ιδίας, δια της ανακοπτόμενης υπ'αρ../19-09-2022 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, κατασχέθηκε, βάσεί και προς εκτέλεση του πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής, το περιγραφόμενο στην εν λόγω έκθεση ακίνητο του ανακόπτοντος, κείμενο στην ΤΚ . Ηλείας. Δυνάμει, δε, της ανωτέρω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης επισπεύδεται πλειστηριασμός κατά του παραπάνω ακινήτου στις 26-04-2023. Ωστόσο, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας, στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, που μεταβιβάσθηκαν κατά τους όρους του Ν. 3156/2003, δηλαδή στο πλαίσιο τιτλοποίησης, ο νόμος αυτός δεν προσδίδει την ιδιότητα του μη δικαιούχου (ή μη υπόχρεου), κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενου, διαδίκου και εξ αυτού του λόγου, δεν παρέχεται σε αυτές νομιμοποίηση, για την διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, παρά μόνον εξώδικων διαχειριστικών (νομικών ή υλικών) πράξεων, με σκοπό την είσπραξη, για λογαριασμό της δικαιούχου εταιρείας ειδικού σκοπού. Οι διατάξεις, δε, του έτερου Ν. 4354/2015 και όσα αυτές προβλέπουν για την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση (ως μη δικαιούχων διαδίκων) των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, που αυτός καθιερώνει, δεν εφαρμόζονται επί των εταιρειών διαχείρισης του Ν. 3165/2003, με δεδομένο ότι πρόκειται για διαφορετικές νομοθετικές ρυθμίσεις που εξακολουθούν να ισχύουν παράλληλα για τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις, που λαμβάνουν χώρα κατά τους όρους και την διαδικασία του κάθε ενός ως άνω νόμου. Κατά συνέπεια, στην προκείμενη περίπτωση, η καθ' ης η ανακοπή στην οποία η προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού απόκτησης με τιτλοποίηση απαιτήσεων του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 ανέθεσε με την ως άνω σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων, κατά το άρθρο 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003, τη διαχείριση των αποκτώμενων απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και της ένδικης απαίτησης, δεν έχει ορισθεί εκ του νόμου μη δικαιούχος διάδικος και, κατ' επέκταση, αυτή δεν νομιμοποιείται να ενεργεί διαδικαστικές πράξεις, για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας ειδικού σκοπού, που κατέστη δικαιούχος της ένδικης απαίτησης, ούτε η μεταξύ τους σύμβαση και η παροχή πληρεξουσιότητας (βλ. το από 17-12-2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ιρλανδίας) είναι δυνατόν να καθιδρύσει τέτοια νομιμοποίηση, καθ' όσον η ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να προσδοθεί με σύμβαση ή άλλως, να στηριχθεί σε δικαιοπρακτικό θεμέλιο, παρά μόνον να χορηγηθεί δυνάμει νομοθετικής ρύθμισης, όπως τούτο, άλλωστε, προβλέφθηκε ειδικώς μόνο στον Ν. 4354/2015, που δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η καθ' ης η ανακοπή δεν νομιμοποιείτο ενεργητικώς στην επίσπευση της ένδικης αναγκαστικής εκτέλεσης και, επομένως, οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης τυγχάνουν άκυρες ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης αυτής. Κατόπιν τούτων, ο δεύτερος λόγος της ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός και ως κατ' ουσίαν βάσιμος και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της ανακοπής, καθόσον με την ευδοκίμηση του κριθέντος λόγου ανακοπής ικανοποιείται πλήρως το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος (ΕφΛαρ 260/2020 Δικογραφία 2020,632). Όσον αφορά, δε, στα δικαστικά έξοδα, πρέπει αυτά να συμψηφισθούν, στο σύνολο τους, μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν στην προκείμενη υπόθεση, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.

 

ΑΚΥΡΩΝΕΙ α) Την από 08-07-2022 επιταγή προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αρ. ./2014 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, και β) Την υπ' αρ../19-09-2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, ., καθώς και το υπ' αρ. ./27-09-2022 απόσπασμα αυτής.

 

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα, στο σύνολο τους, μεταξύ των διαδίκων.

 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αμαλιάδα, στο ακροατήριο του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση την 20/1/2023 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

  Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ