ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΗλείας 129/2022

 

Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων - Εμπορική ιδιότητα - Αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση -.

 

Άσκηση, λειτουργία και συνέπειες αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. Η άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης συνεπάγεται μεταξύ άλλων και την εκπροσώπηση του υπέρ ου η παρέμβαση, κατά την απουσία του, από τον παρεμβαίνοντα και αντιστρόφως. Διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται από πιστωτικά ιδρύματα. Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις. Η ΕΔΑΔΠ συμμετέχει στην ήδη εκκρεμή δίκη που έχει ανοιγεί στο όνομα του αληθούς δικαιούχου με την άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. Προϋπόθεση για την υπαγωγή στον νόμο για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα η έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας. Ο οφειλέτης, που κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης είναι έμπορος, δεν μπορεί να υπαγάγει στη ρύθμιση του νόμου αστικά χρέη, που δημιούργησε κατά το παρελθόν, πριν ακόμα αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα. Σύμβαση εγγύησης. Στην περίπτωση που η εγγύηση δίνεται από τον εγγυητή για κερδοσκοπία με αμοιβή ή άλλη χρηματική ωφέλεια ή έχει αυτός οικονομικό συμφέρον από την υπόθεση, για την οποία δόθηκε, η πράξη αυτή είναι εμπορική. Έμποροι και μικρέμποροι. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στον Ν.3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου με μηνιαίες καταβολές για χρονικό διάστημα 5 ετών. Κατανομή ποσών στις πιστώτριες. Εξαίρεση κύριας κατοικίας από την εκποίηση. Επιδίκαση καταβολής ποσού για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, η αποπληρωμή του οποίου θα γίνει σε 20 έτη με 240 ισόποσες μηνιαίες δόσεις συγκεκριμένου ποσού.

 

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΛΕΙΑΣ

ΕΦΕΣΗ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ Ν.3869/2010

 

Αριθμός  Απόφασης 129/2022

(αριθμ. εκθ. καταθ. κλήσης ΜΕ./2019)

(αριθμ. εκθ. καταθ. έφεσης ./2015, προσδ. ΜΕ./2015)

(αριθμ.εκθ.καταθ.αίτησης ./2012)

(αριθμ.εκθ.καταθ.αίτησης ./2012)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΛΕΙΑΣ

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Ρέππα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Προϊστάμενος του παρόντος Πρωτοδικείου, Πρόεδρος Πρωτοδικών, και από τον Γραμματέα Νικόλαο Λύκουρα.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 13 Οκτωβρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

 

Των καλούντων - εκκαλούντων -  καθών η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση – η κύρια [αυτοτελής πρόσθετη] παρέμβαση : 1) ., κατοίκου  Πύργου Ηλείας, Συνοικισμός Κ, με Α.Φ.Μ. ., Δ.Ο.Υ. Πύργου Ηλείας, και 2) ., κατοίκου  Πύργου Ηλείας, Συνοικισμός Κ, με Α.Φ.Μ. ., Δ.Ο.Υ. Πύργου Ηλείας, οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου τους Διονυσίας Τζίνη [Δικηγορικός Σύλλογος Ηλείας, Α.Μ.000062, γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και  ενσήμων με αριθμό Η0./13.10.2021] και κατέθεσαν προτάσεις.

 

Των καθών η κλήση-εφεσίβλητων-υπέρ ων η αυτοτελής  πρόσθετη παρέμβαση : 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ » και τον διακριτικό τίτλο «ALPHA BANΚ»,  που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Σταδίου αρ.40,  και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά και ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης από τη πρώτη, δυνάμει της υπ’ αριθμ. Κ2-4580/28.6.2013 εγκριτικής απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και των υπ’ αριθμ.Κ2-4580 (δις)/28.6.2013 και Κ2 4578/28.6.2013 ανακοινώσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, με βάση τις οποίες καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο με κωδικούς αριθμούς καταχώρισης . και ., που δημοσιεύθηκαν νόμιμα στο υπ’αριθμ.3931/01.7.2013 ΦΕΚ, η οποία δεν παραστάθηκε, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANΚ ERGASIAS Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «Eurobanκ Ergasias» πρώην «EFG Eurobanκ Ergasias Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Όθωνος αρ.8, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Αμερικής αρ.4, και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ., ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, η οποία, σύμφωνα με την υπ’αριθμ.66/3/26.3.2013 απόφαση της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος και το υπ’αριθμ.96/23.3.2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, το οποίο δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 4640/26.3.2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας, και την από 26.3.2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, κατέστη ειδική διάδοχος των εννόμων σχέσεων της  κυπριακής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου, οδός Στασινού αρ. 51 Στρόβολος, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Αιόλου αρ.86,  και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

 

Της κυρίως [αυτοτελώς προσθέτως] παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και τον διακριτικό τίτλο «do Value Greece», πρώην με την επωνυμία «EUROBANK FPS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και διακριτικό τίτλο «EUROBANK FINANCIAL PLANNING SERVICES», η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής, επί της οδού Κύπρου αρ.27 και Αρχιμήδους, με ΑΦΜ ., Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, με ΓΕΜΗ ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν.4354/2015, δυνάμει της υπ’αριθμ.220/1/13.3.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ τ.Β 880/16.3.2017), η οποία ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «CAIRO No 2 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, οδός George’s Dock αρ.3, 4ος όροφος, IFSC, Δουβλίνο 1, με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Η ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού κατέστη ειδική διάδοχος της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «Eurobank Ergasias», με ΑΦΜ ., ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003. Μεταγενέστερα η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «Eurobank», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Όθωνος αρ.8, με ΑΦΜ ., ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, με Γ.Ε.ΜΗ. . και εκπροσωπείται νόμιμα, κατέστη καθολική διάδοχος της ανωτέρω πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «Eurobank Ergasias» λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της ως άνω νέας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας (άρθρα 16 Ν.2515/1997, 57 παρ.3 και 59-74 Ν.4601/2019, υπ’αριθμ.. και ./20.3.2020 Ανακοινώσεις Γ.Ε.ΜΗ.). Η παρεμβαίνουσα παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Δημητρίου Κονδύλη (Δικηγορικός Σύλλογος Ηλείας, ΑΜ 000070, γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ.Ηλείας με αριθμό Η0./13.10.2021) και κατέθεσε προτάσεις.

 

Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και τον διακριτικό τίτλο «INTRUM HELLAS A.Ε.Δ.Α.Δ.Π.», με ΑΦΜ ., όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και τον διακριτικό τίτλο «ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.», που εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων, Λεωφόρος Μεσογείων αρ.109-111, με Γ.Ε.Μ.Η. ., Κωδικό Αριθμό Καταχώρισης της σύστασης . Α.Φ.Μ. ., ΦΑΕ Αθηνών, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσας νομίμως από την Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 326/2/17.9.2019 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ Β 3533/20.9.2019), ενεργούσας με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και διαχειρίστρια των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «Sunrise Ι NPL Finance Designated Activity Company», με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, οδός ., αριθμός μητρώου ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αμερικής αρ.4, με Γ.Ε.Μ.Η. ., ΑΦΜ ., Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν από την τελευταία απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003, δυνάμει της από 12.9.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπόμενης από τις διατάξεις του Ν.3156/2003, μεταξύ των οποίων και οι απορρέουσες από την ένδικη έννομη σχέση, η οποία [ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ] τυγχάνει ειδική διάδοχος της κυπριακής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», πρώην «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ», που εδρεύει στη Λευκωσία της Κύπρου, Στασινού 51 Στρόβολος, και εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει του υπ’αριθμ.66/3/26.3.2013 Διατάγματος της  Κεντρικής Τράπεζας της  Κύπρου, το οποίο δημοσιεύτηκε στο υπ’αριθμ.4640/26.3.2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας και της από 26.3.2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου της Νικολίας Διαμαντοπούλου (Δικηγορικός Σύλλογος Ηλείας, ΑΜ 000057, γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων ΔΣΗλείας με αριθμό Η041110/13.10.2021) και κατέθεσε προτάσεις.

 

Υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αμερικής αρ.4, και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΓΕΜΗ ., ΑΦΜ ., ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, ως καθολικής διαδόχου της εδρεύουσας στην Αθήνα, οδός Αμερικής αρ.4,  ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με ΓΕΜΗ ., ΑΦΜ . ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, μετά τη διάσπαση της τελευταίας (διασπώμενης), δια της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της με σύσταση νέας εταιρείας πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (επωφελούμενης), η οποία εγκρίθηκε με την υπ’αριθμ. πρωτ.139241/30.12.2020 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ., δυνάμει της υπ’αριθμ.πρωτ../30.12.2020 ανακοίνωσης του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων περί καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ. στοιχείων της νεοσυσταθείσας ανώνυμης εταιρείας – πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με Γ.Ε.ΜΗ. ., ΑΦΜ ., ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, και της υπ’ αριθμ.πρωτ../30.12.2020 ανακοίνωσης του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων περί καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ. στοιχείων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. 225501000, ατομικά και ως ειδικής διαδόχου για τις αναφερόμενες στην αίτηση έννομες σχέσεις της κυπριακής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», πρώην «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ», που εδρεύει στη Λευκωσία  Κύπρου, Στασινού 51 Στρόβολος, και εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 66/3/26.3.2013 απόφασης της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος, του υπ’αριθμ. 96/26.3.2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της από 26.3.2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, η οποία δεν παραστάθηκε.

 

Καθών η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση: 1) ., κατοίκου  Πύργου Ηλείας, Συνοικισμός Καταραχίου, με Α.Φ.Μ. ., Δ.Ο.Υ. Πύργου Ηλείας, και 2) ., κατοίκου  Πύργου Ηλείας, Συνοικισμός Καταραχίου, με Α.Φ.Μ. ., Δ.Ο.Υ. Πύργου Ηλείας, οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου τους Διονυσίας Τζίνη [Δικηγορικός Σύλλογος Ηλείας, Α.Μ.000062, γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και  ενσήμων με αριθμό Η0./13.10.2021] και κατέθεσαν προτάσεις.

 

Οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τις από 28 Νοεμβρίου 2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./03.12.2012  και ./03.12.2012 αιτήσεις περί ρύθμισης των οφειλών τους και υπαγωγής τους στις διατάξεις του Ν.3869/2010, την οποία απηύθυναν στο Ειρηνοδικείο Πύργου Ηλείας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμ. 50/03.7.2015 οριστική απόφασή του, συνεκδίκασε τις ανωτέρω αιτήσεις και απέρριψε αυτές ως αβάσιμες κατ’ ουσίαν. Κατά της τελευταίας αυτής  απόφασης [50/2015] οι αιτούντες άσκησαν  την από 25 Σεπτεμβρίου 2015 έφεση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 52/02.10.2015 και εν συνεχεία προς προσδιορισμό δικάσιμου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΜΕ./29.12.2015. Η συζήτηση της έφεσης προσδιορίστηκε στη δικάσιμο της 13 Απριλίου 2016 και κατόπιν διαδοχικών αναβολών έλαβε χώρα στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στη δικάσιμο της 28 Απριλίου 2017 και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 126/30.4.2018 μη οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία, αφού έκανε τυπικά δεκτή την έφεση, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου προκειμένου, με την επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, να προσκομιστούν τα σε αυτήν αναφερόμενα έγγραφα. Ήδη με την από 15 Ιουλίου 2019 κλήση των εκκαλούντων- αιτούντων, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ΜΕ./15.7.2019, η ανωτέρω έφεση παραδεκτά επαναφέρεται προς περαιτέρω συζήτηση και έκδοση οριστικής απόφασης. Κατόπιν της κλήσεως αυτής η έφεση προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο της 08ης Ιανουαρίου 2020 και ενεγράφη στο οικείο πινάκιο με αριθμό [2]. Κατόπιν διαδοχικών αναβολών [08.01.2020, 10.6.2020, 27.01.2021] η συζήτηση της υπόθεσης προσδιορίστηκε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και ενεγράφη εκ νέου στο οικείο πινάκιο.

 

Κατά την έναρξη της συζήτησης η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «do Value Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και τον διακριτικό τίτλο «do value Greece», που εδρεύει στo Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, με τις προτάσεις που κατέθεσε άσκησε κύρια παρέμβαση στη παρούσα δίκη, ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού  με την επωνυμία «CAIRO No2 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, και ζήτησε να απορριφθεί η έφεση και να καταδικαστούν οι αντίδικοι της στη δικαστική της δαπάνη.

 

Κατά την έναρξη της συζήτησης, η ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ  ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με τις προτάσεις της, ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «Sunrise I NPL Finance Designated Activity Company», που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, με τις προτάσεις που κατέθεσε άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της  τέταρτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και ζήτησε να απορριφθεί η έφεση και να καταδικαστούν οι αντίδικοι της εκκαλούντες στη δικαστική της δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ότε εκφωνήθηκε κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των παριστάμενων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις που κατέθεσαν.

 

                        Αφού μελέτησε τη δικογραφία

                        Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

 

Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου είναι εκκρεμείς : α)  η από 25.9.2015 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης  ./02.10.2015) έφεση, που άσκησαν  οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες κατά της υπ’αριθμ. 50/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύργου,, που εκδόθηκε κατά την εκούσια δικαιοδοσία, με την οποία απερρίφθησαν οι από 28.11.2012 ( αριθμός έκθεσης κατάθεσης . και ./03.12.2012) αιτήσεις, που άσκησαν οι εκκαλούντες, β) η ασκηθείσα με τις προτάσεις – η οποία σε κατώτερο σημείο της παρούσας θα χαρακτηριστεί ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση- κύρια παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και τον διακριτικό τίτλο «do Value Greece»  και γ) η ασκηθείσα με τις προτάσεις αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ  ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», που πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, ενόψει και του ότι δικάζονται με την ίδια διαδικασία και με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31, 246 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ).

 

Από τις με αριθμούς ./17.7.2019, ./17.7.2019, ./17.7.2019, ./17.7.2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Ηλείας,  Αθηνάς Γαλανοπούλου, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης κλήσης, με πράξη έκθεσης κατάθεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 08ης Ιανουαρίου 2020 (08.01.2020), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους  πρώτη [ η επίδοση στη τέταρτη καλύπτει και την πρώτη ως ειδική διάδοχο αυτής], δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των εφεσίβλητων, με επιμέλεια των εκκαλούντων - αιτούντων, οι οποία επέσπευσαν τη συζήτηση της κλήσης (η πληρεξούσια Δικηγόρος των εκκαλούντων, που υπογράφει το εφετήριο δικόγραφο και την κλήση, προχώρησε και στην κατάθεση πράξης για προσδιορισμό δικασίμου στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου). Οι ανωτέρω, όμως, δεν παραστάθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο. Το Δικαστήριο, όμως, θα προχωρήσει στη συζήτηση της έφεσης σαν να ήταν παρούσες και οι εφεσίβλητες (άρθρα 524 παρ. 4 και 764 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενόψει του ότι επί διαδοχικών αναβολών η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων [άρθρα 226 παρ.4 εδ.γ και δ, 741 ΚΠολΔ] . Παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας δεν θα οριστεί, διότι η άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου δεν προβλέπεται στην προκειμένη περίπτωση (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010).

 

Η υπό κρίση από 25.9.2015 έφεση των ηττηθέντων αιτούντων κατά της υπ’ αριθμ. 50/03.7.2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύργου, το οποίο δίκασε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ερήμην της πρώτης και τέταρτης των καθ' ών και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων παραδεκτά, όπως έχει ήδη κριθεί με την υπ’αριθμ.126/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιου Δικαστηρίου, κατά την ίδια διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας [άρθρα 17 Α, 741 επ. ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 3. Ν.3869/2010]. Επίσης, όπως έχει ήδη κριθεί με την υπ’αριθμ.126/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, έχει ασκηθεί νομότυπα, με την κατάθεση δικογράφου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό ./02.10.2015, και εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός της  προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, που έλαβε χώρα στις 07 Σεπτεμβρίου 2015, επιμελεία της πρώτης εφεσίβλητης, όπως προκύπτει από τις υπ’αριθμ. .Γ και .Γ/07.9.2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Ηλείας, Αντωνίου Αντωνόπουλου (άρθρα 14 Ν.3869/2010, 495 αρ.1, 511, 513 παρ.1 περ.β εδ.α, 518 παρ.1 ΚΠολΔ). Επιπλέον για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί το νόμιμο ηλεκτρονικό παράβολο, που προβλέπεται από την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, ποσού 200,00 €, όπως προκύπτει από το συνημμένο στην έκθεση κατάθεσης με αριθμό διπλότυπο τύπου Β είσπραξης σειράς VI της ΔΟΥ Πύργου Ηλείας.

 

Σημειωτέον ότι, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στην παρ.4 εδ.β του άρθρου 495 ΚΠολΔ, δεν απαιτείται για την οικονομία της δίκης ο καθένας από τους εκκαλούντες να προκαταβάλει χωριστό παράβολο, όταν μάλιστα η έφεση ασκήθηκε από αυτούς με το ίδιο δικόγραφο, ανεξαρτήτως από το αν οι διάδικοι που εκκαλούν την πρωτόδικη απόφαση συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ή της αναγκαστικής ομοδικίας, αφού ο σκοπός της επιβολής διαφορετικών τελών, όπως είναι και το άνω παράβολο του άρθρου 495 ΚΠολΔ, δεν αποβλέπει σε δημοσιονομικά οφέλη του Δημοσίου, αλλά συνιστά οικονομική υποχρέωση του διαδίκου, ως προϋπόθεση για την αποτροπή αβάσιμων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, σκοπός, ο οποίος όμως ικανοποιείται, σε περίπτωση ομοδικίας, ανεξαρτήτως του είδους αυτής, με την καταβολή ενός και μόνο παράβολου από την ομάδα των ομοδίκων -εκκαλούντων και τούτο διότι διαφορετική ερμηνεία και θεώρηση του ζητήματος (ιδιαιτέρως στην περίπτωση που υπάρχει πολυάριθμη ομοδικία, ενεργητική και παθητική) θα οδηγούσε στην επιβολή δυσβάστακτων οικονομικών προϋποθέσεων για την πρόσβαση ενός πολίτη στη Δικαιοσύνη, συνέπεια η οποία έρχεται σε  αντίθεση με το κατοχυρωμένο στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση σε αυτήν, αφού με τέτοιες οικονομικές προϋποθέσεις, ουσιαστικά θα αναιρείτο ο πυρήνας του εν λόγω δικαιώματος [ΕφΒορΑιγ (Μον) 47/2018, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΘες 162/2013, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ]. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία που εφάρμοσε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

 

[I] Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλείται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής του από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 του ΚΠολΔ. Συνέπειες δε της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ως προς την διαδικαστική θέση του αυτοτελώς παρεμβαίνοντος είναι η χωριστή κίνηση προθεσμιών με τις προς αυτόν επιδόσεις, ελεύθερη εκτίμηση της ομολογίας του και ο αποκλεισμός της εξέτασής του ως μάρτυρα, η επέλευση βίαιης διακοπής της δίκης (άρθρο 286 του ΚΠολΔ) με τη μεταβολή του προσώπου του, η εκπροσώπησή του κατά την απουσία του από τον υπέρ ου η παρέμβαση και αντιστρόφως, η καταδίκη στα έξοδα κατά τους κανόνες του άρθρου 180 του ΚΠολΔ και η απεύθυνση των ενδίκων μέσων και κατά αυτού. Από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 83 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι τόσο η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση όσο και η μη αυτοτελής ή απλή πρόσθετη παρέμβαση, ήτοι όταν στην πρώτη περίπτωση το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος στηρίζεται στο γεγονός, ότι η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις αυτού ή στις θεσπισμένες από το νόμο αρμοδιότητες αυτού, και στη δεύτερη περίπτωση όταν το έννομο συμφέρον στηρίζεται σε άλλο γεγονός, δεν εισάγουν νέα δίκη, δεδομένου ότι με την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση η δίκη που δημιουργείται δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη, αφού η παρέμβαση δεν έχει αυτοτέλεια έναντι της αρχικής αίτησης αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που άρχισε με την αίτηση ή το ένδικο μέσο, από την οποία δεν μπορεί να χωρισθεί, γι` αυτό η περάτωση της κύριας δίκης συνεπιφέρει αυτοδικαίως κατάργηση και της δίκης για την παρέμβαση. Επομένως, η πρόσθετη παρέμβαση (αυτοτελής ή απλή) δεν περιέχει αίτημα, αφού δεν ζητεί ο παρεμβαίνων παροχή έννομης προστασίας για τον ίδιο ούτε υποβάλλει δικαίωμα προς διάγνωση (ΑΠ 368/2019, ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ», ΑΠ 1260/2019, ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ», ΕφΛαρ 477/2019, ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»).

 

Η άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης συνεπάγεται μεταξύ άλλων και την εκπροσώπηση του υπέρ ου η παρέμβαση, κατά την απουσία του, από τον παρεμβαίνοντα και αντιστρόφως [ ΕφΠειρ 111/2016, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ].

 

[II] Οι διατάξεις του Ν.4354/2015 καθιερώνουν δύο μορφές ανωνύμων εταιρειών ειδικού σκοπού, την Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΑΑΔΠ) και την Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες τελούν υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ προβλέπουν δύο νέα συμβατικά μορφώματα, την σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και την σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Στις μεν πρώτες (ΕΑΑΔΠ) μεταβιβάζονται οι απαιτήσεις πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων καθιστάμενες ούτως εκδοχείς των εκχωρούμενων αιτία πωλήσεως χρηματοπιστωτικών απαιτήσεων, χωρίς όμως να νομιμοποιούνται στην έγερση των αγωγών και στη διεξαγωγή των σχετικών δικών ως δικαιούχοι διάδικοι, στις δε δεύτερες (ΕΔΑΔΠ) δεν μεταβιβάζονται κατά κυριότητα οι απαιτήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ΕΑΑΔΠ, με αποτέλεσμα να μην καθίστανται ειδικοί διάδοχοι αυτών και να νομιμοποιούνται στη διεξαγωγή των δικών που αφορούν τις διαχειριζόμενες απαιτήσεις ως μη δικαιούχοι διάδικοι. Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 στ. β Ν. 4354/2015 συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση πώλησης μπορούν να είναι μόνον πιστωτικά ιδρύματα ως πωλητές και μόνον ΕΑΑΔΠ ως αγοραστές. Αντίστοιχα στη σύμβαση διαχείρισης δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ και αφετέρου ΕΔΑΔΠ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 §§ 1-3 του Ν.4354/2015, στις ΕΔΑΔΠ ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται από πιστωτικά ιδρύματα. Ο νόμος (άρθρο 2 §2 Ν.4354/2015) καθιερώνει έγγραφο συστατικό τύπο για τη σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης των απαιτήσεων και καθορίζει το ελάχιστο περιεχόμενο της. Σύμφωνα με το άρθρο 2§4 Ν.4354/2015, οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του Ν.4307/2014. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Με βάση τη ρύθμιση αυτή υποστηρίζεται ότι η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση των διαχειριστικών εταιρειών να ενεργούν τόσο επί του δικονομικού όσο επί του ουσιαστικού πεδίου ως μη δικαιούχοι διαχειριστές αλλότριας περιουσίας αντλείται απευθείας από το νόμο. Η άποψη αυτή είναι ορθή ως προς τις απαιτήσεις των εταιρειών απόκτησης (ΕΑΑΔΠ), των οποίων η νομιμοποίηση έχει αφαιρεθεί από τον ίδιο το νόμο (άρθρο 1 §1 γ). Αντιθέτως, ως προς τη διαχείριση απαιτήσεων πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, η νομιμοποίηση των διαχειριστικών εταιρειών βασίζεται στη σύμβαση. Με βάση τη σύμβαση ανάθεσης η νομιμοποίηση των διαχειριστικών εταιρειών ως μη δικαιούχων διαδίκων μπορεί είτε να αποκλεισθεί εντελώς είτε να συμφωνηθεί ως συντρέχουσα ή και αποκλείουσα τη νομιμοποίηση των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Περαιτέρω η ανάθεση της διαχείρισης απαιτήσεως σε διαχειριστική εταιρεία κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας δεν προκαλεί ζήτημα στη νομιμοποίηση του πιστωτικού ιδρύματος να συνεχίσει τη δίκη ιδίω ονόματι. Διάφορη ερμηνεία θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 225 παρ.2 ΚΠολΔ, από τη στιγμή που η διάθεση του επίδικου αντικειμένου δεν καταλύει τη νομιμοποίηση του αρχικού διαδίκου να συνεχίσει τη δίκη, πολλώ δε μάλλον όταν ανατίθεται σε τρίτο η διαχείρισή του (βλ. σχετ. Παναγιώτης Κολοτούρος, Δικονομική αρμοδιότης των  εταιρειών διαχειρίσεως απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων-άρθρον 2 του ν.4354/2015, ΧρΙΔ 2019, 464 επ. Παναγιώτης Γιαννόπουλος, Η ΕΔΑΔΠ ως μη δικαιούχος διάδικος στη διαγνωστική δίκη και στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Κριτική επισκόπηση των ρυθμίσεων του ν. 4354/2015 και de lege ferenda προτάσεις, Αρμ 2019, 233 επ.).

 

[III] Η ΕΔΑΔΠ συμμετέχει στην ήδη εκκρεμή δίκη που έχει ανοιγεί στο όνομα του αληθούς δικαιούχου με την άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 368/2019, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 14/2021, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ ? βλ. σχετ. Π.Γιαννόπουλο, ο.π. σελ.256-257, κατά τον οποίο η κάλυψη της ΕΔΑΔΠ από το δεδικασμένο της δίκης που διεξάγει ο αληθής δικαιούχος, ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 Ν.4354/2015 ρυθμίζει την αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αυτή της επέκτασης των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου της δίκης μεταξύ της ΕΔΑΔΠ και του δανειολήπτη στον αληθή δικαιούχο, θα πρέπει να αναζητηθεί στη διάταξη του άρθρου 3 παρ.7 Ν.4345/2015 και στο ότι η αναγνώριση της δυνατότητας της ΕΔΑΔΠ να ενάγει εκ νέου τον οφειλέτη, παρά το ευνοϊκό για τον ίδιο δεδικασμένο προηγούμενης δίκης κατά του πιστωτικού ιδρύματος, συνιστά προφανώς απαγορευμένη επιδείνωση της δικονομικής του θέσης, κατά τρόπο ώστε η απαγόρευση της εξεταζόμενης ρύθμισης να μπορεί να χρησιμεύσει για την διεύρυνση των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου και στο μη δικαιούχο διάδικο ? Αντιθέτως περί αυτοδίκαιης εκπροσώπησης του διαδίκου πιστωτικού ιδρύματος από την ΕΔΑΔΠ κατά τη συζήτηση με τη νομότυπη κατάθεση προτάσεων βλ.ΑΠ 763/2019, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

Η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» με τις προτάσεις της άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση [άρθρα 80,83, 747,752 ΚΠολΔ] υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε». Ειδικότερα, δυνάμει της από 12.09.2019 αρχικής συμφωνίας, η οποία συνήφθη μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Αμερικής αρ. 4, με ΑΦΜ ., ΦΑΕ Αθηνών, και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» με έδρα το Δουβλίνο   Ιρλανδίας, μεταβιβάστηκε από την πρώτη στην δεύτερη μέσω τιτλοποίησης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 του Ν.3156/2003, χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από χορηγήσεις δανείων ή και πιστώσεων προς οφειλέτες των οποίων οι οφειλές ή κάποιες οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή/και έχουν καταγγελθεί ή έχουν ρυθμιστεί. Η συμφωνία αυτή καταχωρήθηκε στις 16.09.2019 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου 237, στον τόμο 10 και με αριθμό 271, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 και 8 του Ν.3156/2003. Συνεπεία των ανωτέρω η εταιρεία με την επωνυμία «PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» κατέστη δικαιούχος των αναφερομένων στην αίτηση απαιτήσεων ως ειδικός διάδοχος της μεταβιβάζουσας Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε., ενεργούσης ατομικά και ως ειδικής διαδόχου της Τράπεζας Κύπρου. Οι απαιτήσεις έχουν καταχωρηθεί στον τόμο . και αριθμό . των δημόσιων βιβλίων του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στις σελίδες 7.765, 12.276 ,12.322, 12.457 και 12.906 και με αριθμούς καταχώρισης 254.869, 419.799, 420.934, 425.260 και 435.261, αντίστοιχα. Με την από 12.09.2019 Σύμβαση Διαχείρισης Επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 10, 14 και 16 του Ν.3156/2003, ανατέθηκε αρχικά η διαχείριση του ως άνω χαρτοφυλακίου στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ AE. H ως άνω σύμβαση καταχωρήθηκε στις 16.9.2019 στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ./16.09.2019, στον τόμο . και αριθμό .. Η εταιρεία με την επωνυμία «ΑLTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και διακριτικό τίτλο «ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π» συστάθηκε στις 16.9.2019, κατά τις διατάξεις του Ν.4354/2015, εποπτευόμενη και αδειοδοτούμενη νομίμως από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ, δυνάμει της με αριθμό 326/2/17.09.2019 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 3533/20.09.2019 ΦΕΚ. Στην ως άνω εταιρεία εισφέρθηκε σε είδος από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Ν.4548/2018, ο κλάδος διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και η από 12.9.2019 Συμφωνία Διαχείρισης των ανωτέρω τιτλοποιημένων απαιτήσεων. Συνεπεία της ως άνω εισφοράς τροποποιήθηκε η από 12.9.2019 συμφωνία διαχείρισης με την από 18.9.2019 μεταβολή του προσώπου του διαχειριστή, νομίμως επίσης δημοσιευθείσα με αριθμ. πρωτ. ./23.9.2019 στα ίδια ως άνω βιβλία του Ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο 10 και αριθμό 285 και, δυνάμει του από 16.9.2019 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Δουβλίνου Hugh McGroddy, ορίστηκε ως νέος Διαχειριστής πληρεξούσιος των τιτλοποιημένων απαιτήσεων η εταιρεία με την επωνυμία «ΑLTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και τον διακριτικό τίτλο «ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π». Σημειώνεται ότι στις 25.10.2019 καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), με Κωδικό Αριθμό Καταχώρησης  ., το από 23.10.2019 Πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και διακριτικό τίτλο «ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.», ΓΕΜΗ ., με το οποίο αποφασίσθηκε η μεταφορά των γραφείων της έδρας της εταιρείας από την οδό Σταδίου 10 στη Λεωφόρο Μεσογείων 109-111 του Δήμου Αθηναίων / Αττικής. Η ως άνω καταχώριση ανακοινώθηκε με την με αριθμό πρωτοκόλλου ./30.10.2019 ανακοίνωση του Προέδρου του ΕΒΕΑ. Εν συνεχεία το καταστατικό της ως άνω εταιρείας (διαχειρίστριας) τροποποιήθηκε διαδοχικά ως ακολούθως : α) την 01η.11.2019 καταχωρίσθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ) με κωδικό αριθμό καταχώρισης 1951217 η με αριθμό ./01.11.2019 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Κεντρικού Τομέα Αθηνών (ΑΔΑ: .), με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας  «ΑLTERNATIVE  FINANCIAL  SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και η αλλαγή της επωνυμίας της ως άνω εταιρίας σε «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και τον διακριτικό τίτλο «INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.». Η ως άνω καταχώριση της τροποποίησης του καταστατικού ανακοινώθηκε με την με αριθμό πρωτοκόλλου ./05.11.2019 ανακοίνωση του Προέδρου του ΕΒΕΑ και β) στις 09.3.2020 καταχωρίσθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), με Κωδικό Αριθμό Καταχώρισης ., η με αριθμό ./9.3.2020 απόφαση της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΑΔΑ: .-ΦΓΘ), με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση του άρθρου 4 του καταστατικού της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ » και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ., σύμφωνα με την απόφαση της από 16.12.2019  Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας. Εν συνεχεία, στις 30.12.2020 εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. η διάσπαση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ανώνυμος Εταιρεία» με Γ.Ε.ΜΗ. . και ΑΦΜ ., δια αποσχίσεως του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ανώνυμος Εταιρεία», με έδρα την Αθήνα, οδός Αμερικής αριθ. 4, με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. . και ΑΦΜ ., σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. ./18.12.2020 σύμβαση διάσπασης και σύστασης νέας εταιρείας του Συμβολαιογράφου Πειραιά .. Η ως άνω διάσπαση εγκρίθηκε με την υπ’αριθμ. πρωτ. ./30-12-2020 απόφαση του Τμήματος Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της Διασπώμενης Τράπεζας και της Τράπεζας Πειραιώς, με τις υπ’ αριθμ. πρωτ. ./30-12-2020 και ./30-12-2020 ανακοινώσεις, αντίστοιχα. Συνεπεία της ανωτέρω διάσπασης δια απόσχισης κλάδου, η Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε., με ΑΦΜ ., ΦΑΕ Αθηνών, υποκαταστάθηκε, δυνάμει καθολικής διαδοχής, στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, εννόμων σχέσεων και εν γένει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Διασπώμενης Τράπεζας, που σχετίζονται με τον αποσχισθέντα κλάδο τραπεζικής δραστηριότητας, μεταξύ των οποίων και η έννομη σχέση από την ως άνω από 12.9.2019 σύμβαση πώλησης, δημοσιευθείσας της σχετικής μεταβολής, που επήλθε για τον λόγο αυτό στην τελευταία, στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και συγκεκριμένα στον τόμο . και αριθμό . και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 53/10-03-2021, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Ν. 3156/2003. Περαιτέρω, στις 10.3.2021 η Piraeus SNF DAC προέβη σε επανεκχώρηση προς την Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε (αποτιτλοποίησηεπαναμεταβίβαση), μέρους των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, σε εκτέλεση της αρχικής σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι επίδικες απαιτήσεις, δημοσιευθείσας της σχετικής μεταβολής (επαναγοράς) της από 12.9.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης σε περίληψη με αριθμό πρωτοκόλλου 54/10.3.2021, στο ίδιο ως άνω ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο 12 με αριθμό 44. Ακολούθως, η Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. μεταβίβασε τις ένδικες απαιτήσεις  στην εδρεύουσα στο Δουβλίνο Ιρλανδίας εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «Sunrise I NPL Finance Designated Activity Company», νομίμως εκπροσωπούμενη. Ειδικότερα, δυνάμει της από 16.3.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπόμενης από το ελληνικό δίκαιο και τα άρθρα 10 και 14 Ν. 3156/2003 νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθμ. πρωτ. ./17.3.2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο 12 με αριθμό 52, η οποία επέχει θέση αναγγελίας κατ’ άρθρο 10 παρ. 10 Ν. 3156/2003, οι ένδικες απαιτήσεις μεταβιβάσθηκαν από την Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «Sunrise I NPL Finance Designated Activity Company», που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, νομίμως εκπροσωπούμενη, υπέρ της οποίας ως ειδικής διαδόχου - αποκτώσας εκτελείται ο τίτλος κατ’ άρθρο 919 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατόπιν των ανωτέρω η εταιρεία με την επωνυμία «Sunrise I NPL Finance Designated Activity Company», κατέστη δικαιούχος των ένδικων απαιτήσεων. Στη συνέχεια, δυνάμει του από 29.7.2021 Ιδιωτικού Συμφωνητικού μεταξύ της Δικαιούχου εταιρείας και της Διαχειρίστριας εταιρείας με την επωνυμία «Intrum Hellas Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις», συμφωνήθηκε η λύση της ως άνω από 16.3.2021 σύμβασης διαχείρισης. Το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης καταχωρήθηκε με αριθμό πρωτοκόλλου ./29.7.2021 στα δημόσια βιβλία του Ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο . και με αριθμό .. Αυθημέρον, ήτοι στις 29.7.2021, οι αρχικοί συμβαλλόμενοι, ήτοι η Δικαιούχος εταιρεία «Sunrise I NPL Finance Designated Activity Company» και η Διαχειρίστρια εταιρεία με την επωνυμία «Intrum Hellas Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις», προέβησαν στη σύναψη της από 29.7.2021 νέας σύμβασης διαχείρισης, που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου 290 /29.7.2021, στον τόμο . και αριθμό .. Δυνάμει της νέας σύμβασης διορίστηκε ως διαχειρίστρια των τιτλοποιημένων απαιτήσεων η «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» ενώ παράλληλα χορηγήθηκε στην τελευταία από την δικαιούχο εταιρεία με την επωνυμία «Sunrise I NPL Finance Designated Activity Company» το από 11.6.2021 πληρεξούσιο σύμφωνα με το Ν.3156/2003.  Συνεπεία των ανωτέρω, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος διάδικος και ως διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «Sunrise I NPL Finance Designated Activity Company», ειδική διάδοχος της Τράπεζας Πειραιώς, στα δικαιώματα της τελευταίας, που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, με τις προτάσεις της, επικαλούμενη προς τούτο έννομο συμφέρον, άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αρχικής διαδίκου Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. [δικαιοπαρόχου της σημερινής δικαιούχου αλλοδαπής εταιρίας «Sunrise I NLP Finance Designated Activity Company» ως προς την επίδικη έννομη σχέση], ειδικής διαδόχου της Τράπεζας Κύπρου προς απόκρουση της ένδικης έφεσης. Η παρέμβαση αυτή συνιστά πρόσθετη και δη αυτοτελή παρέμβαση, σύμφωνα και με τα όσα εκτίθενται στις ανωτέρω νομικές σκέψεις της παρούσας, καθώς ασκείται από τη διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης και ως εκ τούτου νομιμοποιούμενη μη δικαιούχο διάδικο, ενόψει του ότι η ισχύς της εκδοθησομένης απόφασης, δηλαδή το εξ αυτής δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια, καταλαμβάνει και αυτή μετά την εκκρεμοδικία, παρά το γεγονός ότι η αποκλειστική νομιμοποίηση στη συνέχιση της δίκης παραμένει στη δικαιοπάροχό της εταιρεία, και είναι παραδεκτή και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 80, 83, 325 αρ.1 και 2, 752 ΚΠολΔ, 15 Ν.3869/2010. Συνεπώς μεταξύ των δύο διαδίκων, ήτοι της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας και της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση – τέταρτης εφεσίβλητης διαδίκου, δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας και η νομίμως κλητευθείσα αλλά μη παριστάμενη πέμπτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Aνώνυμος Eταιρεία» θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.

 

Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «do Value Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και τον διακριτικό τίτλο «do value Greece», όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «EUROBANK FPS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και τον διακριτικό τίτλο «EUROBANK FINANCIAL PLANNING SERVICES», με δικόγραφο προτάσεων, που κατατέθηκε στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επί της έδρας, άσκησε το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου παρέμβαση, την οποία χαρακτηρίζει ως κύρια, στην ήδη ανοιχθείσα με την κρινόμενη έφεση δίκη κατά της υπ’αριθμ. 50/2015 οριστικής απόφασης του  Ειρηνοδικείου Πύργου, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «CAIRO No2 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», κατόπιν μεταβιβάσεώς τους σε αυτήν από την πρώην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.», της οποίας καθολική διάδοχος αποτελεί η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία « ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK A.E.». Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.», δυνάμει της από 18.6.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε αυθημερόν στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο 10 με αύξοντα αριθμό 184 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 150/18.6.2019, μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «CAIRO No2 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» μεταξύ άλλων και τις απαιτήσεις που απορρέουν από την υπ’αριθμ. . σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου. Εν συνεχεία, δυνάμει της από 18.6.2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε αυθημερόν στα βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο 10 με αύξοντα αριθμό 185 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 151/18.6.2019, ανατέθηκε η διαχείριση, μεταξύ άλλων, και της ανωτέρω απαίτησης  του πρώτου εφεσίβλητου στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «EUROBANK FPS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και διακριτικό τίτλο «EUROBANK FINANCIAL PLANNING SERVICES» και ήδη με την επωνυμία«do Value Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και τον διακριτικό τίτλο «do value Greece». Επομένως, η ανωτέρω παρέμβαση, όπως το δικόγραφο αυτής εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στις ανωτέρω νομικές σκέψεις της παρούσας, παρά το χαρακτηρισμό της ως κυρίας παρεμβάσεως, συνιστά πρόσθετη και δη αυτοτελή παρέμβαση υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης,  καθώς ασκείται από τη διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης και ως εκ τούτου νομιμοποιούμενη μη δικαιούχο διάδικο, ενόψει του ότι η ισχύς της εκδοθησομένης απόφασης, δηλαδή το εξ αυτής δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια, καταλαμβάνει και αυτή μετά την εκκρεμοδικία, παρά το γεγονός ότι η αποκλειστική νομιμοποίηση στη συνέχιση της δίκης, παραμένει στη δικαιοπάροχό της εταιρεία, και είναι παραδεκτή και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 80, 83, 325 αρ.1 και 2, 752 ΚΠολΔ, 15 Ν.3869/2010. Συνεπώς μεταξύ των δύο διαδίκων, ήτοι της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας και της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση – δεύτερης εφεσίβλητης διαδίκου, δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας και η νομίμως κλητευθείσα αλλά μη παριστάμενη δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Aνώνυμος Eταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «Eurobank Ergasias» θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.

 

Ο πρώτος των εκκαλούντων, με την από 28.11.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ./03.12.2012 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου Ηλείας [εφεξής υπό στοιχείο Α αίτηση], επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις αναφερόμενες στην αίτηση πιστώτριες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, ζήτησε : α) να επικυρωθεί το περιλαμβανόμενο στην αίτησή του σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του ή όπως αυτό τροποποιηθεί με τη συγκατάθεση όλων των πιστωτριών ώστε να αποκτήσει ισχύ δικαστικού συμβιβασμού, β) άλλως να γίνει διευθέτηση των οφειλών του, σύμφωνα με το προτεινόμενο από τον ίδιο σχέδιο, άλλως, επικουρικά, να γίνει δικαστική ρύθμιση των χρεών του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και γ) να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης θα απαλλαγεί από τα χρέη του. Επίσης, η δεύτερη των εκκαλούντων, με την από 28.11.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ./03.12.2012 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου (εφεξής υπό στοιχείο Β αίτηση), επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των αναφερόμενων ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις αναφερόμενες στην αίτησή της πιστώτριες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείας, ζήτησε : α) να επικυρωθεί το περιλαμβανόμενο στην αίτησή της σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της ή όπως αυτό τροποποιηθεί με τη συγκατάθεση όλων των πιστωτριών ώστε να αποκτήσει ισχύ δικαστικού συμβιβασμού, β) άλλως να γίνει διευθέτηση των οφειλών της, σύμφωνα με το προτεινόμενο από την ίδια σχέδιο, άλλως, επικουρικά, να γίνει δικαστική ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, γ) να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης θα απαλλαγεί από τα χρέη της και δ) να εξαιρεθεί από την εκποίηση της περιγραφόμενης κύριας κατοικίας της ιδιοκτησίας της.

 

Επί των αιτήσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας καθώς οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες τυγχάνουν σύζυγοι, εκδόθηκε η εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 50/03.7.2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου Ηλείας, η οποία, αφού έκρινε τις αιτήσεις παραδεκτές και νόμιμες στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8, 9 και 11 Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκαν με το Ν.4161/2013, πλην των ανωτέρω αιτημάτων υπό στοιχεία α και γ αμφοτέρων των αιτήσεων [επικύρωση σχεδίου διευθέτησης και απαλλαγή χρεών], τα οποία απέρριψε ως μη νόμιμα, τις απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες, καθώς έκρινε ότι οι αιτούντες στο παρελθόν ήταν έμποροι και αμφότεροι προ της παύσεως της εμπορικής τους δραστηριότητας είχαν παύσει τις πληρωμές των οφειλών τους. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες , με την κρινόμενη έφεσή τους, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, οι οποίοι  ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητούν να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη με σκοπό να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις τους ως ουσιαστικά βάσιμες.

[ΙV] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν.3869/2010 «φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων  χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής». Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του Ν.3588/2007 (ΠτΚ), πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι και οι ενώσεις προσώπων με νομική προσωπικότητα, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Β.Δ. 19-4/01.5.1835, έμποροι είναι όσοι μετέρχονται πράξεις εμπορικές και κύριο επάγγελμα έχουν την εμπορία. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι από τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 αποκλείονται φυσικά πρόσωπα που έχουν πτωχευτική ικανότητα, δηλαδή οι έμποροι. Κρίσιμο χρονικό σημείο είναι η ύπαρξη ή μη της εμπορικής ιδιότητας κατά τον χρόνο υποβολής από τον οφειλέτη της αίτησης προς το δικαστήριο και όχι η εμπορικότητα ή μη του χρέους. Επομένως, ο οφειλέτης, που κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης είναι έμπορος, δεν μπορεί να υπαγάγει στη ρύθμιση του νόμου αστικά χρέη, που δημιούργησε κατά το παρελθόν, πριν ακόμα αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα. Για τους χαρακτηριζόμενους ως εμπόρους, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του πτωχευτικού κώδικα και όχι αυτές του Ν.3869/2010. Συνεπώς αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για την εφαρμογή του Ν. 3869/2010 η ιδιότητα του αιτούντος οφειλέτη ως εμπόρου ή μη κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Πτωχευτικού Κώδικα (Ν.3588/2007), η παύση της εμπορίας ή της οικονομικής δραστηριότητας ή ο θάνατος δεν κωλύουν την πτώχευση, εφόσον επήλθαν σε χρόνο κατά τον οποίο ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι προϋπόθεση για την πτώχευση εμπόρου που έπαυσε την εμπορία του είναι η παύση της εμπορίας να έγινε μέσα στο χρόνο της παύσεως των πληρωμών του και ο τελευταίος να ανάγεται στο χρόνο κατά τον οποίο ο οφειλέτης είχε την εμπορική ιδιότητα. Συνεπώς, υπάγονται στο Ν. 3869/2010 και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρο 2 παρ. 3 του Πτωχευτικού Κώδικα). Αντιθέτως δεν υπάγονται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 οι οφειλέτες που κατά τον χρόνο της παύσεως των πληρωμών είχαν την εμπορική ιδιότητα. Εάν έπαυσαν τις πληρωμές όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση. Δηλαδή, η εμπορική ιδιότητα είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του Ν.3869/2010 (ΑΠ 31/2021, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 803/2017, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΜΠΘεσπ 44/2019, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕιρΣερ 201/2017, ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ», ΕιρΑμαλ 83/2014, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

Περαιτέρω η από τα άρθρα 847 επ. του ΑΚ ρυθμιζόμενη σύμβαση εγγύησης είναι καθεαυτή αστικού δικαίου σύμβαση, αφού κατά κανόνα παρέχεται χαριστικώς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλου. Στην περίπτωση όμως που η εγγύηση δίνεται από τον εγγυητή για κερδοσκοπία με αμοιβή ή άλλη χρηματική ωφέλεια ή έχει αυτός οικονομικό συμφέρον από την υπόθεση, για την οποία δόθηκε, η πράξη αυτή είναι εμπορική και μάλιστα ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή. Είναι δηλαδή πράξη αντικειμενικά εμπορική, διότι περιέχει διαμεσολάβηση στην παροχή πίστης για την ανάληψη κινδύνου και κερδοσκοπία, στοιχεία που αποτελούν αντικειμενικά γνωρίσματα χαρακτηρισμού της πράξεως ως εμπορικής κατά το άρθρο 2 του β.δ/τος 2/14.5.1835 «περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων». Επομένως τέτοιες εγγυήσεις, εφόσον παρέχονται κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό βιοπορισμού, αποτελούν αντικειμενικά εμπορικές πράξεις, που προσδίδουν στον παρέχοντα αυτές την ιδιότητα του εμπόρου κατά το άρθρο 1 του ΕμπΝ (ΑΠ 1692/1998, ΕλλΔνη 40.101, ΑΠ 108/1997, ΕλλΔνη 39.101). Εξάλλου η παροχή τέτοιων εγγυήσεων προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΕμπΝ, στον παρέχοντα αυτές, όταν ασκείται κατά σύνηθες και όχι απαραίτητα κατά κύριο επάγγελμα. Η κτήση δηλαδή της εμπορικής ιδιότητας δεν αποκλείεται από την παράλληλη με αυτές άσκηση και άλλου μη εμπορικού επαγγέλματος ή άλλης ιδιότητας. Η εγγύηση αποτελεί καταρχήν αστική πράξη και παρέχεται χαριστικά για εξυπηρέτηση ξένου συμφέροντος. Αν όμως αυτή δίνεται από τον εγγυητή κατ’ εκμετάλλευση της πίστης που παρέχει το όνομά του και η οικονομική του επιφάνεια, με την είσπραξη από αυτόν αμοιβής ή άλλης χρηματικής ωφέλειας ή με οποιοδήποτε άλλο, άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος, που αντλείται από τον λόγο για τον οποίο δόθηκε η εγγύηση και με την ανάληψη του σχετικού κινδύνου, τότε αυτή είναι εμπορική πράξη για τον εγγυητή και, μάλιστα, ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή, δηλαδή, αντικειμενικά εμπορική πράξη, κατ’ αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 β.δ/τος 2/14.5.1835 περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων, διότι συντρέχουν τα προσδιοριστικά στοιχεία της εξ αντικειμένου εμπορικότητας, δηλαδή η διαμεσολάβηση στην παροχή πίστης με την ανάληψη του κινδύνου, προς το σκοπό απόλαυσης οικονομικού οφέλους. Επομένως, η κατά σύνηθες επάγγελμα παροχή τέτοιων εγγυήσεων προσδίδει σ’ αυτόν που τις παρέχει, κατά την έννοια του άρθρου 1 ΕμπΝ, την ιδιότητα του εμπόρου συνεπώς και πτωχευτική ικανότητα. Η μεμονωμένη, συνεπώς, παροχή εγγύησης, έστω και με την κτήση ή προσδοκία κτήσης οφέλους, δεν αρκεί για να προσδώσει στον εγγυητή την ιδιότητα του εμπόρου, αλλά θα πρέπει αυτή να είναι συστηματική και κατά σύνηθες επάγγελμα. Περαιτέρω, συναφώς με τα παραπάνω, θα πρέπει να διακρίνουμε τις περιπτώσεις άξιας προστασίας, δηλαδή τις περιπτώσεις όπου η εγγύηση για τα εμπορικά χρέη του πρωτοφειλέτη παρέχεται από στενό συγγενή αυτού. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις αυτές, όπου επιδρούν διαβρωτικά στη δικαιοπρακτική αυτοδιάθεση του συγγενούς εγγυητή αφενός μεν η έλλειψη πληροφόρησης, λόγω της περιορισμένης διάθεσης αναζήτησής της, αναφορικά με τα επενδυτικά σχέδια του δανειολήπτη, την αξία των εξασφαλίσεων, που αυτός είναι σε θέση να προσφέρει, και τις προοπτικές αποπληρωμής του δανείου εκ μέρους του, αφετέρου δε ο ηθικός εγκλωβισμός αυτού, ο οποίος γνωρίζει ότι η άρνησή του παροχής εγγύησης συνέπεια θα έχει τη ματαίωση χορήγησης του δανείου και την οικονομική καταστροφή του πατέρα ή συζύγου ή αδελφού, θα πρέπει να απαιτείται συχνή επανάληψη παροχής της εγγύησης για να προσδοθεί στον εγγυητή η εμπορική ιδιότητα και να αποκλειστεί από τις προστατευτικές διατάξεις του Ν.3869/2010 (ΑΠ 626/2019, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 805/2019, Τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ/κης 1534/1996 τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΜΠΘεσ/κης 17753/2012 τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαρ 425/2018 ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ», όπου περαιτέρω παραπομπές σε θεωρία, ΕιρΑθ 360/2012 τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαρ 74/2016 ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»).

 

[V] Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Κατά δε το άρθρο 8 παρ. 2 του Διατάγματος περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του. Ωστόσο οι χαρακτηριζόμενοι ως μικρέμποροι δεν έχουν την εμπορική ιδιότητα και δεν υφίστανται τις αρνητικές συνέπειές της. Τέτοιοι δε θεωρούνται αυτοί για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και όχι κερδοσκοπικών συνδυασμών, όπως υπαίθριοι πωλητές, τεχνίτες, μοδίστρες κ.λ.π. (ΑΠ 756/2020, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 947/1995,Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαμ 4/2021, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕιρΠατρ 1163/2017, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων με βάση τον Ν.3869/2010, έκδοση 2016, άρθρο 1, αρ. 5 επ., σελ. 37 επ., Βενιέρης - Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, έκδοση 2016, αρ. 231 επ., σελ. 123 επ.). Παρά την έλλειψη ρητής διάταξης στο νόμο, με την οποία εξαιρούνται του χαρακτηρισμού τους ως εμπόρων οι μικρέμποροι, εντούτοις γίνεται δεκτό ότι αυτοί υπάγονται στο Ν.3869/2010, όταν δηλαδή η κατά σύνηθες επάγγελμα άσκηση εμπορικών πράξεων συνδέεται προεχόντως και κατά κύριο λόγο με την σωματική τους καταπόνηση και το κέρδος που αποκομίζουν από αυτές αποτελεί αμοιβή της προσωπικής τους εργασίας και όχι κερδοσκοπικών συνδυασμών. Ενδεικτικά δε στοιχεία της ύπαρξης της ιδιότητας του μικρεμπόρου αποτελούν η έλλειψη οργανωμένης επιχείρησης, η μη απασχόληση προσωπικού, η έλλειψη μηχανημάτων ή άλλων εγκαταστάσεων, ο χαμηλός τζίρος. Τον χαρακτηρισμό του αιτούντος ως μικρέμπορου πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ίδιος ο οφειλέτης (ΜΠΘες/κης 9/2016, ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ», ΕιρΛαρ 44/2020, ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ», ΕιρΛαρ 106/2018, ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ», ΕιρΧαν 101/2013, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

[VI] Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 Ν.3869/2010 η αίτηση ρύθμισης των οφειλών πρέπει να περιέχει : α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ίδιου και του συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών, που έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν από την υποβολή της αίτησης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για το ορισμένο της αίτησης ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου ο αιτών – οφειλέτης πρέπει να εκθέτει σε αυτή ότι είναι φυσικό πρόσωπο στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, ότι έχει ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους, τα οποία υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου, ότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του χωρίς δόλο, ότι απέτυχε η προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές του, να εκθέτει επίσης ποιοι είναι οι πιστωτές του με πλήρη στοιχεία, ποιες είναι οι απαιτήσεις τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, να περιγράφει την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος, άγαμος, διαζευγμένος, αν έχει προστατευόμενα μέλη, τα οποία υποχρεούται εκ του νόμου να διατρέφει), τα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματα του ίδιου και της συζύγου του, κατά τον κρίσιμο χρόνο υποβολής της αίτησης, τα περιουσιακά του στοιχεία (κρίσιμα, εφόσον του αποφέρουν εισοδήματα, αλλά, και, σε αρνητική περίπτωση, για τη διερεύνηση της δυνατότητας εκποίησής τους), μη υποχρεούμενος περαιτέρω να αναφέρει τα περιουσιακά στοιχεία της συζύγου του, τα οποία αποτελούν ξένη περιουσία και δεν είναι υπέγγυα στους πιστωτές του. Επίσης ο αιτών θα πρέπει να περιλάβει στην αίτησή του σαφές και ορισμένο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του, περιέχον ρυθμίσεις για όλους τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους, αίτημα δικαστικής ρύθμισης των οφειλών του, επί αποτυχίας του δικαστικού συμβιβασμού, και διάσωσης ( εξαίρεσης από την εκποίηση ) της κύριας κατοικίας του. Αντιθέτως δεν απαιτείται για το ορισμένο της αίτησης να αναφέρεται ο χρόνος ανάληψης του εισαγόμενου προς ρύθμιση χρέους, ούτε ο χρόνος γέννησης των απαιτήσεων. Ο αποκλεισμός από τη ρύθμιση του νόμου χρέους αναληφθέντος το τελευταίο έτος πριν από την υποβολή της αίτησης, δεν σημαίνει αναγκαίως ότι ο χρόνος ανάληψης του χρέους ανάγεται σε στοιχείο της αίτησης (ΜΠΘες 38/2014,ΕλλΔνη2014.1134, ΜΠΔρ336/2013,Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Πλέον των ανωτέρω ουδέν έτερο στοιχείο απαιτείται για την πληρότητα της αίτησης και ιδίως δεν απαιτείται η αναφορά των εισοδημάτων του αιτούντος οφειλέτη κατά τον χρόνο ανάληψης των εισαγομένων προς ρύθμιση χρεών του, τα οποία άλλωστε ο οφειλέτης καθιστά γνωστά στους πιστωτές τους, προσκομίζοντας δημόσια έγγραφα προς απόδειξή τους, κατά τον χρόνο σύναψης των δανειακών συμβάσεων, οπότε είναι προαπαιτούμενος ο έλεγχος της πιστοληπτικής του ικανότητας (ΜΠΔρ336/2013, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, δεν απαιτείται η παράθεση περιστατικών εξαιτίας των οποίων ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, καθόσον αρκεί η αναφορά ότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής χωρίς δόλο (ΜΠΚαστ 187/2014, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΜΠΗρ205/2013, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Η συνδρομή ή μη των ανωτέρω (μόνιμη αδυναμία και έλλειψη δόλου) είναι ζήτημα απόδειξης, του μεν οφειλέτη φέροντος το σχετικό βάρος να αποδείξει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο η σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του είναι αρνητική, του δε πιστωτή να επικαλεστεί και να αποδείξει κατ’ ένσταση την ύπαρξη περιστατικών, που καθιστούν δόλια την περιέλευση του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία (ΕφΔρ 336/2013 ο.π., ΜΠΘες 18927/2017, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΜΠΧαν 197/2014, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΜΠΔρ 336/2013, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαμ 1/2019, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα με τον διακριτικό τίτλο «INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.» παραδεκτά προτείνει με τις προτάσεις της, το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και χωρίς λόγο έφεσης, καθώς άσκησε πρόσθετη παρέμβαση στη παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, την ένσταση περί αοριστίας των κρινόμενων αιτήσεων, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Ειδικότερα από το περιεχόμενο των κρινόμενων αιτήσεων προκύπτει ότι περιέχουν και δη αναλυτικά όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται για το ορισμένο αυτών, σύμφωνα με την προδιαληφθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ήτοι έλλειψη εμπορικής ιδιότητας και ως εκ τούτου στέρηση πτωχευτικής ικανότητας, περιέλευση σε μόνιμη και καθολική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών, κατάσταση περιουσίας και εισοδήματα του αιτούντος, κατάσταση πιστωτών, οφειλές προς ρύθμιση κατά κεφάλαιο, τόκους, έξοδα και σχέδιο διευθέτησης οφειλών. Στοιχεία της αιτήσεως δεν αποτελούν ο χρόνος σύναψης των δανειακών συμβάσεων, τα εισοδήματα και η περιουσία του αιτούντος κατά τον χρόνο λήψεως των δανείων, ο χρόνος, ο τρόπος και οι συνθήκες υπό τις οποίες ο αιτών περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών, τα οποία συνιστούν αντικείμενο απόδειξης και ανταπόδειξης κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας και ειδικότερα των όρων της υπαγωγής του οφειλέτη στη ρύθμιση του Ν.3869/2010.

 

[VII] Με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 1 Ν.3869/2010 ορίζεται ότι «φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4, για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής».   Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν.3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/ 2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι " ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.  Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές’’.  Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι " Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεως του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται". Περαιτέρω από τη διατύπωση της παρ. 1 εδαφ. α` του άρθρου 1 του Ν.3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικών στοιχείων. Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν.3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι` αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 53/2020, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 208/2020, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 400/2020, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 426/2019, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 634/2019, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1174/2019, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΜΠΚορ 85/2020, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαμ 49/2020, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη και επομένως παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση του δανειστή ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει : α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) τον χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά τον χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 515/2018, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα «INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ» με τις έγγραφες προτάσεις προέβαλε τον ισχυρισμό – ένσταση ύπαρξης δολιότητας στο πρόσωπο της αιτούσας εκθέτοντας, ότι η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα προέβη σε αλόγιστο υπερδανεισμό, ο οποίος υπερέβαινε τις δυνατότητες του εισοδήματός της, ώστε ήδη κατά τη λήψη των δανείων να μην είναι σε θέση να τα αποπληρώσει σε βάθος χρόνου. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, καθόσον δεν προτείνονται με σαφήνεια και πληρότητα τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο (VII) νομική σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα δεν αναφέρεται πότε η αιτούσα ανέλαβε κάθε δανειακή υποχρέωση και ποιο το ύψος της, ούτε τα εισοδήματά της κατά τον συγκεκριμένο χρόνο, ώστε συγκρινόμενα να θεμελιώνεται αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων με βάση τις υφιστάμενες τότε αλλά και δυνάμενες να προβλεφθούν μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες.

 

Επίσης η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα «INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.» με τις προτάσεις της προβάλλει τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ο οποίος παραδεκτά προτείνεται τον πρώτον ενώπιον του παρόντος καθώς δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Η ένσταση αυτή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης της ένδικης αίτησης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281 με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από δικονομικές διατάξεις (ΑΠ 1006/1999, ΕλλΔνη40.1718), κατά το μέρος δε που αφορά στο ασκούμενο δια της αιτήσεως δικαίωμα της αιτούσας, ο ως άνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι, ακόμη και αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, αφού η άσκηση της αίτησης είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του Ν.3869/2010, ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα της ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του με απαλλαγή από αυτά, με παράλληλη ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του πιστωτή, η ρύθμιση δε αυτή βρίσκει νομιμοποίηση ευθέως στο ίδιο το κράτος δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Σε κάθε περίπτωση, η υπαγωγή στις διατάξεις του ως άνω νόμου εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου και η αίτηση θα γίνει δεκτή μόνο με τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 2 του νόμου αυτού, άλλως αυτή θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

 

[VIΙΙ] Με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ.3 του Ν.4549/2018 (ΦΕΚ Α΄105/14.6.2018), η οποία καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς αιτήσεις κατά το άρθρο 68 παρ.8 του ιδίου Νόμου, προστέθηκαν στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010, όπως αυτός ίσχυε, δύο παράγραφοι, η παράγραφος 2α και η παράγραφος 2β. Με την παράγραφο 2β ορίζεται ότι κατά το χρονικό διάστημα των καταβολών της παραγράφου 2 του άρθρου 8, δηλαδή 3ετία ή 5ετία, ανάλογα με το νόμο που θα δικαστεί η αίτηση, το δικαστήριο κατανέμει το ποσό που μπορεί να καταβάλει ο οφειλέτης μεταξύ της ρύθμισης οφειλών του άρθρου 8 και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9 παρ.2, διασφαλίζοντας ότι οι πιστωτές δεν θα βρεθούν χωρίς τη συναίνεσή τους σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτή στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται πλέον, αντί της χορήγησης περιόδου χάριτος, η κατανομή των μηνιαίων δόσεων της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 και αυτής του άρθρου 9 παρ.2, κατά το χρονικό διάστημα των καταβολών της πρώτης ρύθμισης, δηλαδή αυτό της τριετίας, ή των 3-5 χρόνων για τις αιτήσεις υπό το Ν. 4161/2013. Από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4549/2018 (άρθρο 62) προκύπτει ότι, ο νομοθέτης επιθυμούσε τη χρονική σύμπτωση των δύο ρυθμίσεων, οι οποίες πλέον θα ξεκινούν από την έκδοση της απόφασης, αφού, σύμφωνα με την τροποποίηση που επέφερε στην παρ.2 του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010 η διάταξη του άρθρου 61 παρ. 2 Ν. 4549/2018 (ΦΕΚ Α` 105/14.6.2018), η οποία, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 68 παρ.8 του ως άνω Νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του δίκες, δεν θα συνυπολογίζονται πλέον οι μηνιαίες καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης στον χρόνο αλλά μόνο στο ποσό. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 3 του Ν. 4549/2018, το δικαστήριο κατανέμει πλέον το ποσό των δύο δόσεων, αυτής δηλαδή με βάση την ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη και αυτής για τη διάσωση της κατοικίας του, έτσι ώστε να μη χειροτερεύσει η θέση των πιστωτών σε σχέση με τη θέση που θα είχαν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Θα πρέπει δηλαδή οι πιστωτές να λάβουν, από την έναρξη της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 και παράλληλα με αυτήν, οπωσδήποτε ποσό ίσο με αυτό του ανταλλάγματος της διάσωσης της κύριας κατοικίας, το οποίο θα συνεχίσει ο οφειλέτης να καταβάλει και μετά την πάροδο της τριετίας ή πενταετίας και μέχρι το τέλος της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2, ενώ ταυτόχρονα ο οφειλέτης δεν θα πρέπει να επιβαρυνθεί με καταβολές ποσού μεγαλύτερου από την ικανότητα αποπληρωμής με βάση τα εισοδήματά του. Σε περίπτωση συνυπολογισμού των προκαταβολών της προσωρινής διαταγής κλπ στη ρύθμιση του άρθρ. 8 παρ. 2, αυτή πρέπει να γίνεται στο αρχικό ποσό που έκρινε το δικαστήριο ότι προκύπτει από την ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, με βάση τα εισοδήματά του και όχι σε αυτό που θα προκύψει από την κατανομή των δόσεων των δύο ρυθμίσεων, γιατί στην περίπτωση αυτή, λόγω της μείωσης του ποσού που θα προκύψει από την κατανομή, μπορεί να μην υπάρχει περιθώριο για τον συνυπολογισμό του ποσού που έχει προκαταβάλει ο οφειλέτης, παρότι προβλέπεται αυτό ρητά από το νόμο. Με βάση τη ρύθμιση αυτή και με δεδομένο ότι οι πιστωτές θα πρέπει οπωσδήποτε να λάβουν κατά τη διάρκεια της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 ποσό ίσο με αυτό του ανταλλάγματος της διάσωσης, το δε επιπλέον ποσό και μόνο αποτελεί δόση της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2, η μεν ρύθμιση του άρθρου 9 παρ.2 εξυπηρετείται εξαρχής, αυτή δε του άρθρου 8 παρ. 2 έχει αντικείμενο μόνο αν υπάρχει πλεόνασμα από το υποχρεωτικό αντάλλαγμα της διάσωσης. Αν δεν υπάρχει τέτοιο ισχύει ως ρύθμιση με μηδενικές καταβολές και ο οφειλέτης μπορεί μετά την πάροδο της τριετίας να ζητήσει την κατ’ αρθρο 11 παρ. 1 του νόμου πιστοποίηση της απαλλαγής του (βλ. σχετ. ΕιρΒάμου 9/2020, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

[IX] Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 118 του ΚΠολΔ,  που ορίζει ότι τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν, μεταξύ άλλων, την χρονολογία και την υπογραφή του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου, και του άρθρου 215 παρ.1 εδ.α, που ορίζει ότι η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο, προκύπτει ότι η αγωγή αποτελεί διαδικαστική πράξη με την οποία ασκείται θεμελιώδης αξίωση για παροχή δικαστική προστασίας και επομένως διέρχεται καταρχήν και κατ’ ελάχιστον δύο βαθμίδες δικονομικής αξιολόγησης, εκείνης του παραδεκτού και εκείνης του βάσιμου, στην έννοια του πρώτου εκ των οποίων έγκειται ακριβώς η δημιουργία κωλύματος για την εξέταση της βασιμότητας της διαδικαστικής αυτής πράξεως. Στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 2 περ. α` του ΚΠολΔ, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 7 του Ν.3994/2011 και προτού αντικατασταθεί εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ.2 του Ν.4335/2015, ήταν επιτρεπτή η δικαστική παράσταση ενώπιον του ειρηνοδικείου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο μόνο εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει το ποσό των 12.000 ευρώ. Με τη διατύπωση της διάταξης αυτής, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 7 του Ν.3994/2011, με την οποία τέθηκε ποσοτικό κριτήριο για την υποχρεωτικότητα ή μη της παράστασης στο ειρηνοδικείο με δικηγόρο, δημιουργήθηκε ερμηνευτικό ζήτημα, καθόσον ο περιορισμός αυτός λόγω ποσού παρέπεμπε σε υποθέσεις το αντικείμενο των οποίων είναι επιδεκτικό χρηματικής αποτίμησης, οι οποίες εισάγονται προς διάγνωση με τη μορφή της καταψηφιστικής και αναγνωριστικής αγωγής, όχι όμως και σε υποθέσεις που το αντικείμενο τους δεν είναι επιδεκτικό χρηματικής αποτίμησης και υπάγονται στην υλική αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, όπως αυτές που εισάγονται με την αίτηση του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 3869/2010, αντικείμενο των οποίων δεν είναι ορισμένο χρηματικό ποσό αλλά η ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη και η απαλλαγή απ` αυτά με σκοπό την επανένταξή του στην κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα. Ειδικότερα για τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας στο Ν.3869/2010 πρέπει να λεχθούν τα εξής : είναι χαρακτηριστικό ότι η διαδικασία του Ν.3869/2010 αφορά στην προσωπική κατάσταση του οφειλέτη και στη ρύθμιση αυτής. Η διαδικασία του Ν.3869/2020 είναι προσωποπαγής και επικεντρώνεται στο πρόσωπο του οφειλέτη και στις ιδιότητές του και δεν αφορά στο αντικείμενο δηλαδή στις απαιτήσεις και η προσωπική κατάσταση του οφειλέτη ρυθμίζεται και όχι τα χρέη του. Αυτό διαφαίνεται και από την επιλογή του νομοθέτη να υπάγει τη διαδικασία στα Ειρηνοδικεία κατά το άρθρο 3 του νόμου χωρίς να προσθέσει τη φράση «ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς», όπως συνέβη στις περιπτώσεις των άρθρων 15 και 16 του ΚΠολΔ. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν καταβάλλεται δικαστικό ένσημο στις υποθέσεις της πτώχευσης και στις υποθέσεις του Ν.3869/2010, καθώς ανεξαρτήτως ποσού δεν επέρχεται καταψήφιση ή αναγνώριση αλλά διάπλαση έννομη σχέσης . Επομένως η διάταξη του άρθρου 94 παρ. 2 περ. α` ΚΠολΔ, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 7 του Ν.3994/2011 και προτού αντικατασταθεί εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ.2 του Ν. 4335/2015, θα πρέπει να ερμηνευτεί ως αποκλείουσα την παράσταση χωρίς δικηγόρο ειδικά και μόνο στις αναγνωριστικές και καταψηφιστικές αγωγές με αίτημα που υπερβαίνει το ποσό των 12.000,00 ευρώ, και ότι σε κάθε άλλη περίπτωση επιτρέπεται η παράσταση στο ειρηνοδικείο και αυτοπροσώπως. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, το δικόγραφο της αίτησης ρύθμισης οφειλών, υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 2 περ. α` ΚΠολΔ, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 7 του Ν.3994/2011 και προτού αντικατασταθεί εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ.2 του Ν. 4335/2015, ήταν δυνατόν να υπογράφεται από τον αιτούντα οφειλέτη και να κατατίθεται αυτοπροσώπως από τον ίδιο, ο οποίος είχε την δικονομική δυνατότητα να παρίσταται άνευ δικηγόρου, χωρίς να δημιουργείται από το λόγο αυτό ακυρότητα (ΕιρΕλευς 12/2015, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕιρΔύμης 1/2013, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, αντιθ. ΕιρΧαλκ 821/2012, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα «INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ» με τις έγγραφες προτάσεις της προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι κρινόμενες αιτήσεις τυγχάνουν απαράδεκτες, διότι τα δικόγραφα αυτών δεν υπογράφονται από Δικηγόρο, ούτε κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου από Δικηγόρο, μολονότι η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το ποσό των 12.000,00 €, αλλά έχουν υπογραφεί και κατατεθεί από τους ίδιους τους αιτούντες. Ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην αμέσως ως άνω νομική σκέψη της παρούσας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

 

Από την επανεκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και εκείνα που παραδεκτά προσκομίζονται στο παρόν Δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκλησή τους [άρθρα 744 και 759 παρ.3 ΚΠολΔ], το υπ’ αριθμ.πρωτ. ./21.4.2022 Πιστοποιητικό Κτηματολογικών Εγγραφών Αντικειμένου Εγγραπτέων Δικαιωμάτων του Κτηματολογικού Γραφείου Δυτικής Ελλάδας για το ακίνητο με ΚΑΕΚ ., που προσκομίστηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας από την πληρεξούσια Δικηγόρο της εκκαλούσας, κατόπιν τηλεφωνικής ειδοποίησής της από τη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου κατ’εφαρμογή του άρθρου 227 ΚΠολΔ [741 ΚΠολΔ], καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως [άρθρα 336 παρ.4, 591 παρ.1  ΚΠολΔ], αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο εκκαλών, ηλικίας 62 ετών [γεννήθηκε στις 16.8.1959] και η εκκαλούσα, ηλικίας 57 ετών [γεννήθηκε στις 10.10.1964], είναι σύζυγοι και από τον γάμο τους, που τελέστηκε το 1984, απέκτησαν δύο τέκνα, ενήλικα πλέον, την ., που γεννήθηκε το 1987, και την Αγαθή, που γεννήθηκε το 1989 [βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ’αριθμ../09.7.2010 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Γραφείου Δημοτολογίου του Δήμου Πύργου Ηλείας]. Οι εκκαλούντες διαμένουν μόνιμα σε ιδιόκτητη διώροφη οικία της δεύτερης εξ αυτών στη θέση «Π» του συνοικισμού Καταρραχίου του Δήμου Πύργου  Ηλείας. Εργάζεται ως οδηγός στην εταιρεία με την επωνυμία «. Α.Ε.» στον Πύργο Ηλείας. Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του από την εργασία του αυτή ανέρχονται στο ποσό των 872,86 € [βλ. προσκομιζόμενη με επίκληση εκκαθάριση μισθοδοσίας – απόδειξη πληρωμής για τον Ιούνιο του 2012]. Η εκκαλούσα τυγχάνει άνεργη και περιστασιακά μόνο ασχολείται με αγροτικές εργασίες αποκερδίζοντας μηνιαίως κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου το ποσό των 600,00 € περίπου [βλ. και κατάθεση εκκαλούντος]. Από τις 02.3.2016 και από τις 24.4.2018 είναι εγγεγραμμένη στα μητρώα του Ο.Α.Ε.Δ. χωρίς να αποδειχθεί ότι λαμβάνει κάποιο επίδομα. Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος αποτελείται : α) από έναν αγρό ξερικό με 22 ελαιόδεντρα, εκτάσεως δύο στρεμμάτων, κείμενο εκτός ορίων οικισμού Λογγάστρας Μυστρά, στη θέση «Π», στη Σπάρτη, που ανήκει στην αποκλειστική κυριότητά του, δυνάμει του υπ’ αριθμ../1984 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Σπάρτης .η, νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 195 και με αριθμό 254 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάρτης, αντικειμενικής αξίας 900,00 €, σύμφωνα με το έντυπο προσδιορισμού αντικειμενικής αξίας της Συμβολαιογράφου Πύργου Ηλείας ., β) από ένα οικόπεδο, που ανήκει στην αποκλειστική κυριότητά του, εκτάσεως 800,00 τ.μ. [κατά νεώτερη καταμέτρηση 591,92 τ.μ.], μετά της εντός αυτού οικίας με ισόγειο αποθήκη 25 τ.μ. περίπου και υπέρ αυτής κατοικίας 76,50 τ.μ. περίπου και την υπό στοιχεία 2 αυτοτελή, ανεξάρτητη και διακεκριμένη κάθετη ιδιοκτησία, ήτοι μια οικία με ισόγειο αποθήκη και υπέρ αυτής κατοικία, εμβαδού 74,27 τ.μ., με υπόλοιπο δόμησης 40,41 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας 44,50 %, στο οποίο αναλογεί επιφάνεια επί του όλου οικοπέδου 263,67 τ.μ., με αποκλειστική χρήση του τμήματος αυτού του οικοπέδου, που απέκτησε δυνάμει της υπ’ αριθμ../2004 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Σπάρτης ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο . και με αριθμό . των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάρτης, σε συνδυασμό με το υπ’αριθμ../2005 συμβόλαιο σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας και κανονισμού της ως άνω Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 264 και με 364 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυάκείου Σπάρτη σε συνδυασμό με το θάνατο στις 17.10.2019 της επικαρπώτριας μητέρας του ., αντικειμενικής αξίας 52.195,18 €, σύμφωνα με το έντυπο προσδιορισμού αντικειμενικής αξίας της Συμβολαιογράφου Πύργου Ηλείας ., στο οποίο όμως δεν προκύπτει  ότι συνυπολογίστηκε η αντικειμενική αξία των δύο αποθηκών των ως άνω κατοικιών ούτε και η αξία του οικοπέδου, και γ) από έναν αγρό ξερικό με κερασιές, στη θέση «Π» Λογγάστρας εκτός ορίων οικισμού, εντός του Δημοτικού Διαμερίσματος Λογγάστρας της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μυστρά, εκτάσεως 500 τ.μ περίπου, αντικειμενικής αξίας 225,00€, σύμφωνα με το έντυπο προσδιορισμού αντικειμενικής αξίας της Συμβολαιογράφου Πύργου Ηλείας .. Πέραν των ανωτέρω ακινήτων δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών διαθέτει κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, είχε αναλάβει τα κάτωθι χρέη προς τις εφεσίβλητες: Α) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», ειδική διάδοχος της οποίας κατέστη η τέταρτη εφεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.»: α) δυνάμει της με αριθμό ΑΛ-./20.12.2006 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με πιστούχο τον εκκαλούντα, του παρασχέθηκε πίστωση ύψους 30.000,00 €. Για την ως άνω σύμβαση τηρήθηκε ο με αριθμό . λογαριασμός, ο οποίος έκλεισε οριστικά στις 26.5.2010 με υπόλοιπο 1.908,25 €, το οποίο (υπόλοιπο) μεταφέρθηκε στον με αριθμό . λογαριασμό. Τα χρέη του εκκαλούντα από την ανωτέρω σύμβαση πίστωσης, μετά τόκων και λοιπών εξόδων, ανέρχονται στο ποσό των 4.700,43 €. β) Δυνάμει της με αριθμό HST . σύμβασης χορήγησης στεγαστικού/ανακαινιστικού δανείου, ο εκκαλών έλαβε δάνειο ποσού 86.000,00 €. Για την ως άνω σύμβαση τηρήθηκε ο με αριθμό . λογαριασμός κίνησης και, κατόπιν καταγγελίας της σύμβασης από τη δανείστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία στις 26.4.2010, ο λογαριασμός αυτός έκλεισε με υπόλοιπο 78.761,69€. Τα χρέη του αιτούντα από την ανωτέρω σύμβαση, μετά τόκων και λοιπών εξόδων, ανέρχονται στο ποσό των 95.519,71 €. γ) Δυνάμει της με αριθμό LKA . σύμβασης χορήγησης προσωπικού/ καταναλωτικού δανείου, ο εκκαλών έλαβε δάνειο ποσού 6.000,00 €. Για την ως άνω σύμβαση τηρήθηκε ο με αριθμό . λογαριασμός κίνησης και, κατόπιν καταγγελίας της σύμβασης από τη δανείστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία την 26η.4.2010, ο λογαριασμός αυτός έκλεισε με υπόλοιπο 3.824,67 €. Τα χρέη του εκκαλούντα από την ανωτέρω σύμβαση, μετά τόκων και λοιπών εξόδων, ανέρχονται στο ποσό των 4.831,62 €. δ) Δυνάμει της με αριθμό LNW . σύμβασης τοκοχρεωλυτικού προσωπικού/ καταναλωτικού δανείου, ο εκκαλών έλαβε δάνειο ποσού 10.000,00 ευρώ. Για την ως άνω σύμβαση τηρήθηκε ο με αριθμό . λογαριασμός κίνησης τοκοχρεωλυτικών κονδυλίων και, κατόπιν καταγγελίας της σύμβασης από τη δανείστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία την 26η.4.2010, ο λογαριασμός αυτός έκλεισε με υπόλοιπο 3.394,84€. Τα χρέη του εκκαλούντα από την ανωτέρω σύμβαση, μετά τόκων και λοιπών εξόδων, ανέρχονται στο ποσό των 5.078,88€. Επίσης, από την με αριθμό . επιταγή της MARFIN EGNATIA BANK ποσού 9.000 ευρώ, που εξέδωσε ο εκκαλών, με ημερομηνία έκδοσης την 30η.4.2009, η οποία μεταβιβάσθηκε, κατόπιν οπισθογράφησης στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», την οποία η τελευταία εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή την 06η.5.2009 και η οποία δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Για την απαίτηση αυτή εκδόθηκε η με αριθμό 108/2009 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Η ως άνω απαίτηση δεν είχε συμπεριληφθεί στην αίτηση του εκκαλούντος και ως θεμελιούμενη στη συμβατική κατά τη διάταξη του άρθρου 40 του Ν. 5360/1933 υποχρέωση εξ επιταγής του αιτούντος δύναται να υπαχθεί προς ρύθμιση κατά το Ν.3869/2010. Σημειώνεται ότι στην από 03.5.2012 αναλυτική κατάσταση οφειλών του εκκαλούντος φέρεται ο τελευταίος να οφείλει το συνολικό ποσό των 24.950,00 € από τις με αριθμό ., . και . επιταγές, για τις οποίες αναφέρεται ότι έχει εκδοθεί η με αριθμό ./2009 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Πλην, όμως, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, από τις λοιπές επιταγές, πλην της με αριθμό 05345872-9, δεν ενέχεται με οποιοδήποτε τρόπο ο εκκαλών ως εκδότης και οπισθογράφος. Β) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» ατομικά, αλλά και ως καθολική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», : α) από τη με αριθμό . σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ο εκκαλών οφείλει το ποσό των 3.194.93€, β) από τη με αριθμό . σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ο εκκαλών οφείλει το ποσό των 3.892,06€, γ) από τη με αριθμό . σύμβασης πιστωτικής κάρτας, ο εκκαλών οφείλει το ποσό των 3.194.93€, δ) από τη με αριθμό . σύμβασης πιστωτικής κάρτας, ο εκκαλών οφείλει το ποσό των 3.194.93€, ε) από τη με αριθμό . σύμβαση επιχειρηματικής πίστωσης, ο εκκαλών οφείλει, ως οφειλέτης, το ποσό των 39.969,22 € και το ποσό των 12.245,45 €, στ) από τη με αριθμό . σύμβαση επιχειρηματικής πίστωσης, στην οποία ο εκκαλών συμβλήθηκε ως εγγυητής, οφείλει το ποσό των 11.431,81 € και η) δυνάμει της με αριθμό ./22.6.2007 σύμβασης ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου, χορηγήθηκε στον εκκαλούντα πίστωση ποσού 10.000,00 € για την κάλυψη των αναγκών της επιχείρησής του, για τον οποίο τηρήθηκε ο με αριθμό . λογαριασμός, ο οποίος εμφάνιζε υπόλοιπο την 26η.01.2010 ποσού 10.242,44€. Δυνάμει του από 29.11.2010 πρόσθετου συμφώνου ρύθμισης, που καταρτίστηκε  μεταξύ του εκκαλούντος και της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, συμφωνήθηκε η αποπληρωμή της οφειλής αυτής σε διάρκεια επτά ετών, με καταβολή κατά τα πρώτα δύο έτη μόνο τόκων. Γ) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» από την με αριθμό ./26.8.2011 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ο εκκαλών οφείλει το ποσό των 134.501,9 €. Με την ανωτέρω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ο εκκαλών είχε συνάψει και την με αριθμό ./02.4.2004 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με την οποία χορηγήθηκε πίστωση σε αυτόν ποσού 30.000,00 €. Το ποσό της πίστωσης αυτής αυξήθηκε με τις από 27.01.2005 και 27.7.2006 πρόσθετες πράξεις στο συνολικό ποσό των 90.000,00 €. Για την εξυπηρέτηση της ως άνω σύμβασης τηρήθηκε ο με αριθμό . λογαριασμός, ο οποίος έκλεισε την 17η.11.2010 με υπόλοιπο 81.126,13€. Για την ως άνω απαίτησή της, η τρίτη των εφεσίβλητων κατέθεσε την από 22.12.2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ./28.12.2010 αίτηση περί εγγραφής προσημείωσης υποθήκης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Όπως συνομολογεί ο εκκαλών με το δικόγραφο της έφεσής του, η με αριθμό ./26.8.2011 σύμβαση στεγαστικού δανείου καταρτίσθηκε προκειμένου ο ίδιος να δυνηθεί να αποπληρώσει παλαιότερα δάνεια. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών στο παρελθόν είχε ως κύρια δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο επισώτρων [ελαστικών οχημάτων] και εσωτερικών αεροθαλάμων επισώτρων με έδρα το Επιτάλιο Ηλείας. Την δραστηριότητα αυτή άσκησε από τις 20 Φεβρουαρίου 1996 έως και την 01η Ιουνίου 2009, όπως προκύπτει από την υπ’αριθμ. πρωτ. ./09.6.2009 βεβαίωση διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία της Δ.Ο.Υ. Πύργου Ηλείας. Η επιχείρηση του εκκαλούντος, η οποία αποτελούσε την κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα, ήταν οργανωμένη και σημείωνε υψηλό κύκλο εργασιών, τα δε ακαθάριστα έσοδα [τζίρος] αυτής έφταναν στο ποσό των 250.000,00 € ετησίως. Από τα εκκαθαριστικά σημειώματα του εκκαλούντος [προσκομιζόμενα φωτοτυπικά αντίγραφα] προκύπτει ότι τα ακαθάριστα έσοδα του εκκαλούντος από την ατομική του επιχείρηση για τα οικονομικά έτη 2005, 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011 και 2012 ήταν τα ακόλουθα : ποσό 94.600,00 € για το οικονομικό έτος 2005, ποσό 125.897,88€ για το οικονομικό έτος 2006, ποσό 138.273,95 € για το οικονομικό έτος 2007, ποσό 159.612,24 € για το οικονομικό έτος 2008, ποσό 60.670,94 € για το οικονομικό έτος 2009, ποσό 198,08 € για το οικονομικό έτος 2010. Είχε λάβει δε σημαντικού ύψους πιστώσεις από τις εφεσίβλητες πιστώτριες τράπεζες προς ενίσχυση της εμπορίας του και συγκεκριμένα για την αγορά προϊόντων [ελαστικών οχημάτων] προκειμένου να προβεί στην κερδοσκοπική εκμετάλλευση αυτών με τη μεταπώλησή τους, γεγονός που μαρτυρά επένδυση κεφαλαίου . Η αγορά δε προς μεταπώληση συνιστά πρωτότυπη εμπορική πράξη, η οποία προσδίδει την εμπορική ιδιότητα στο φυσικό πρόσωπο που την ασκεί κατ’ επάγγελμα με σκοπό το κέρδος. Συνεπώς ο εκκαλών ασκούσε εμπορική δραστηριότητα, καθώς στα πλαίσια οργανωμένης επιχείρησης εμπορίας ελαστικών οχημάτων απασχολούσε προσωπικό και είχε σημαντικό κύκλο εργασιών ενώ δια του δανεισμού του αναλάμβανε επιχειρηματικό ρίσκο προσιδιάζοντα σε έμπορο. Μεγάλη μείωση των ακαθάριστων εσόδων του εκκαλούντος εμφανίζεται μόνο το 2009, ότε και έπαυσε την εμπορία του.  Εξάλλου τυχόν χαμηλά έσοδα φυσικού προσώπου, όπως αυτά αποτυπώνονται σε δηλώσεις φορολογίας και εκκαθαριστικά σημειώματα, δεν άγει από μόνη της σε αντίθετη κρίση ως προς την ιδιότητα του εμπόρου, διότι το ύψος του κέρδους ή της ζημίας δεν αποτελούν τα μοναδικά στοιχεία που καθιστούν κάποιο πρόσωπο  «έμπορο» ή «μικρέμπορο», καθώς η ζημία αποτελεί σύμφυτο στοιχείο και του εμπορικού δικαίου, δεδομένου ότι και ο έμπορος δύναται εξαιτίας ανεπιτυχούς δραστηριότητας να περιπέσει σταδιακά σε ζημιογόνες χρήσεις και να περιέλθει εν τέλει σε κατάσταση παύσης πληρωμών, ήτοι μη εξυπηρέτησης των οικονομικών του υποχρεώσεων, γι’ αυτό και υφίσταται και ο θεσμός της πτώχευσης ως συλλογικής διαδικασίας ικανοποίησης των πιστωτών. Επιπλέον η μακροχρόνια δραστηριότητά του εκκαλούντος με το χονδρικό εμπόριο επισώτρων [ελαστικών οχημάτων] και ελαστικών αεροθαλάμων επισώτρων,  συνηγορεί υπέρ σταθερού επαγγελματία και όχι βιοπαλαιστή, που μετέρχεται ευκαιριακά διάφορα επαγγέλματα προκειμένου να επιβιώσει. Για το χαρακτηρισμό του εκκαλούντος ως μικρέμπορου θα έπρεπε στη δραστηριότητά του να προεξέχει το στοιχείο της σωματικής καταπόνησης και όχι των κερδοσκοπικών συνδυασμών. Η ανωτέρω επιχειρηματική-εμπορική δραστηριότητα του εκκαλούντος διατηρήθηκε με την ανωτέρω περιγραφείσα μορφή έως και τον Ιούνιο του 2009, ότε και προέβη σε οριστική εφεξής διακοπή της. Όταν δε ο ενάγων την 01η Ιουνίου 2009 προέβη σε διακοπή της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, οπότε και έπαυσε να έχει την εμπορική ιδιότητα, είχε περιέλθει ήδη σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών του οφειλών και είχε τεθεί σε κατάσταση παύσης πληρωμών του, τα οποία δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει. Η παύση δε αυτή είχε τα στοιχεία της μονιμότητας, αφού δεν οφειλόταν σε παροδικά αίτια, και της γενικότητας, αφού αδυνατούσε ήδη να ικανοποιήσει μεγάλο μέρος των ληξιπρόθεσμων χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών του. Ειδικότερα η ατομική επιχείρηση του εκκαλούντος, σύμφωνα με τα ανωτέρω αντίγραφα εκκαθαριστικών, το έτος 2007 [οικονομικό έτος 2008] είχε ζημία ποσού 49.917,94€ ενώ το έτος 2008 [οικονομικό έτος 2009] είχε ζημία 49.403,34 €. Επίσης ο εκκαλών λίγο πριν την παύση της εμπορίας του είχε εκδώσει στις 30.4.2009 την υπ’ αριθμ. . τραπεζική επιταγή, ποσού 9.000,00€, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «MARFIN EGNATIA BANK»,  η οποία μολονότι εμφανίστηκε εμπρόθεσμα δεν πληρώθηκε και γι’ αυτό εκδόθηκε σε βάρος του εκκαλούντος η υπ’αριθμ.108/2009 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επιπλέον μετά την παύση της εμπορικής δραστηριότητας του εκκαλούντος εκδόθηκαν σε βάρος του οι υπ’αριθμ../2010, ./2010, ./2010 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Πύργου Ηλείας και οι υπ’ αριθμ../2009, ./2010 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, ορισμένες εκ των οποίων αφορούν μικρού ύψους ποσά [328/2010 για το ποσό των 1.908,25€, 329/2010 για το ποσό των 3.824,67€].Ο εκκαλών προ της παύσεως της εμπορικής του δραστηριότητας είχε περιέλθει σε υπερημερία στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του που απέρρεαν από τις συμβάσεις του με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», πλην, όμως, και μετά την παύση της εμπορικής του δραστηριότητας συνέχισε να προβαίνει σε καταβολές προς εξυπηρέτηση των πιστώσεων αυτών. Ειδικότερα, από την αναλυτική κατάσταση του με αριθμό 13124806-00 λογαριασμού, ο οποίος ετηρείτο στο πλαίσιο της με αριθμό HST 25242 σύμβασης χορήγησης στεγαστικού/ανακαινιστικού δανείου, ο εκκαλών κατέβαλε στις 02.4.2009 το ποσό των 483,85 € για πληρωμή της δόσης του Ιανουάριου 2009 και το ποσό των 16,15 € για μερική πληρωμή της δόσης του Φεβρουάριου 2009, στις 15.5.2009 κατέβαλε το ποσό των 475,62 € για πληρωμή της δόσης του Φεβρουάριου 2009 και το ποσό των 174,38 € ως μερική πληρωμή της δόσης του Μαρτίου 2009, στις 29.5.2009 το ποσό των 750,00€ για την πληρωμή των δόσεών του και μετά την παύση της εμπορικής του δραστηριότητας κατέβαλε την 06η.7.2009 το ποσό των 434,32 € για την πληρωμή της δόσης του Μαΐου 2009 και το ποσό των 65,68 € για μερική πληρωμή της δόσης του Ιουλίου 2009, την 15η.7.2009 το ποσό των 394,17 € για την πληρωμή της δόσης του Ιουνίου 2009, την 14η.8.2009 το ποσό των 400 € για την πληρωμή της δόσης του Ιουλίου 2009, την 15η.9.2009 το ποσό των 419,03 € για την πληρωμή της δόσης του Αυγούστου 2009 και την 23η.10.2009 το ποσό των 419,29 € για την πληρωμή της δόσης του Σεπτεμβρίου 2009 και την 30η.11.2009 το ποσό των 408,03 € για την πληρωμή της δόσης του Οκτωβρίου 2009. Την ίδια κατάσταση εμφανίζουν και οι δύο έτερες αναλυτικές καταστάσεις των με αριθμό . και . λογαριασμών, ήτοι ότι ο εκκαλών είχε αρχίσει να καθυστερεί την εξόφληση των δόσεων των δανείων του, πλην, όμως, προέβη σε μερικές καταβολές και μετά την παύση της εμπορικής του δραστηριότητας, ενώ όπως προκύπτει και από την κίνηση του με αριθμό 16097105 αλληλόχρεου λογαριασμού, ο εκκαλών προέβη και μετά την παύση της εμπορίας του σε μερικές καταβολές, συνολικού ποσού 2.163,19 €, μέχρι και τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2009. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο εκκαλών και μετά την παύση της εμπορίας του συνέχιζε να προβαίνει σε μερικές καταβολές για τις προαναφερόμενες δανειακές συμβάσεις, πλην, όμως, αφενός μεν είχε σταματήσει τις καταβολές του για τις με αριθμό ... συμβάσεις πιστωτικής κάρτας [13.02.2009 ποσό 200,00 €, 02.02.2009 ποσό 100,00 €, 02.02.2009 ποσό 100,00€, 02.02.2009 ποσό 100,00€, αντίστοιχα] για την εξυπηρέτηση των οποίων  ο εκκαλών κατέβαλε τελευταία φορά τον Φεβρουάριο του έτους 2009, ενώ τον Απρίλιο του έτους 2009 είχε σφραγιστεί η με αριθμό 05345872-9 επιταγή έκδοσής του. Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους εκκαλούντες κίνηση των υπ’ αριθμ.... λογαριασμών, που τηρήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2004 έως 16.7.2018 για την με αριθμό . σύμβαση πίστωσης με την τρίτη εφεσίβλητη, από την οποία απορρέει το μεγαλύτερο χρέος του εκκαλούντος [783.517,37€], μετά την 01.6.2009 ο εκκαλών δεν προέβη σε καταβολές για την εξυπηρέτηση της πίστωσης. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο εκκαλών είχε περιέλθει σε οριστική και μόνιμη αδυναμία καταβολής των χρεών του, ενόσω είχε την εμπορική ιδιότητα, χωρίς να αναιρείται τούτου από την μεμονωμένη καταβολή μικρών ποσών ενόψει του όγκου και της έκτασης των οφειλών. Το συμπέρασμα αυτό περί μη κανονικής εξυπηρέτησης των δανείων μετά την παύση της εμπορικής δραστηριότητας του εκκαλούντος δεν αναιρείται από το ότι στις 26.8.2011 η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» συνήψε με αυτόν την υπ’ αριθμ. ./26.8.2011 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, με την οποία του χορήγησε πίστωση ύψους 189.013,24€ με την εγγύηση της δεύτερης των εκκαλούντων και η οποία έχει ήδη καταγγελθεί από τις 24.01.2019 με χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 189.013,04 €. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι η τράπεζα  προφανώς κρίνοντας την πιστοληπτική ικανότητα του εκκαλούντος χορήγησε σε αυτόν δάνειο, αφενός δεν αποδείχθηκαν καταβολές μεγάλων ποσών, με συχνότητα και προς το μεγαλύτερο μέρος των πιστωτών εκ μέρους του εκκαλούντος μετά την παύση της εμπορίας του, εκ των οποίων να μπορεί να  συναχθεί κανονική εξυπηρέτηση των δανείων κατά τον χρόνο που επακολούθησε της παύσεως αυτής, αφετέρου το ανωτέρω δάνειο έχει ληφθεί προς εξυπηρέτηση των προσωπικών αναγκών του εκκαλούντος, οι οποίες δεν αποκλείεται να συνίστανται στην μερική ικανοποίηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του από τις επίδικες πιστώσεις. Άλλωστε εάν ο εκκαλών δεν είχε ήδη οδηγηθεί σε οικονομικό αδιέξοδο και αδυναμία εξυπηρέτησης του μεγαλύτερου όγκου των οφειλών του δεν θα έπαυε την εμπορική του δραστηριότητα, η οποία ήταν μακροχρόνια και αποτελούσε την κύρια πηγή του εισοδήματός του. Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο εκκαλών ασκούσε οργανωμένη εμπορική δραστηριότητα, η οποία του προσέδωσε την εμπορική ιδιότητα και την οποία έπαυσε τον Ιούνιο του 2009 όταν είχε ήδη παύσει τις πληρωμές του προς τους πιστωτές του. Επομένως, ο εκκαλών είναι έμπορος και όχι μικρέμπορος, έχει δε πτωχευτική ικανότητα και ως εκ τούτου δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 1 του Ν.3869/2010 στερούμενος της ενεργητικής νομιμοποίησης προς κατάθεση αιτήσεως υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ανωτέρω νόμου. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά το μέρος, που με την εκκαλούμενη απόφαση, κρίνοντας ομοίως απέρριψε την αίτηση όσον αφορά τον αιτούντα και ήδη εκκαλούντα ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο [Ν.3869/2010] και έκρινε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε κατά την κρίση. Οι δε περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι έφεσης, όσον αφορά τον εκκαλούντα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα κατά το παρελθόν διατηρούσε στο Καταράχι του Δήμου Πύργου Ηλείας εμπορική επιχείρηση με αντικείμενο το λιανικό εμπόριο παρασκευασμένων τροφών για κατοικίδια ζώα ή πτηνά συντροφίας. Η επιχείρηση αυτή, η οποία αποτέλεσε την κύρια επαγγελματική δραστηριότητα της εκκαλούσας, άρχισε να λειτουργεί στις 24.02.2006 και στις 09.6.2009 διεκόπησαν οριστικά οι εργασίες της [βλ. προσκομιζόμενη σχετική βεβαίωση διακοπής εργασιών της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Πύργου]. Έκτοτε, όπως προαναφέρθηκε, είναι άνεργη, εγγεγραμμένη στα μητρώα του Ο.Α.Ε.Δ., και εργάζεται περιστασιακά. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης είχε αναλάβει τα κάτωθι χρέη προς τις εφεσίβλητες πιστώτριες και συγκεκριμένα : Α) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» ατομικά και ως καθολική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» : α) από την με αριθμό . σύμβαση επιχειρηματικής πίστωσης, η εκκαλούσα οφείλει, ως εγγυήτρια, το ποσό των 39.969,22 ευρώ και το ποσό των 12.245,45 €, β) από την με αριθμό . σύμβαση επιχειρηματικής πίστωσης, ενεχόμενη ως πρωτοφειλέτιδα, η εκκαλούσα οφείλει το ποσό των 11.431,81 € και γ) δυνάμει της με αριθμό ./22.6.2007 σύμβασης ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου, χορηγήθηκε στον σύζυγό της  πίστωση ποσού 10.000,00€ για την κάλυψη των αναγκών της επιχείρησής του, στην οποία η αιτούσα συμβλήθηκε ως εγγυήτρια. Για την ως άνω σύμβαση τηρήθηκε ο με αριθμό . λογαριασμός, ο οποίος στις 26.01.2010 εμφάνιζε υπόλοιπο ποσού 10.242,44 €. Δυνάμει του από 29.11.2010 πρόσθετου συμφώνου ρύθμισης οφειλών, που συνήφθη μεταξύ του συζύγου της εκκαλούσας  και της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, στο οποίο συμβλήθηκε η αιτούσα ως εγγυήτρια, συμφωνήθηκε η αποπληρωμή της οφειλής αυτής σε διάρκεια επτά ετών, με καταβολή κατά τα πρώτα δύο έτη μόνο τόκων. Από τον προσκομιζόμενο δε πίνακα απόσβεσης δανείου, προκύπτουν οι μηνιαίες δόσεις, που οφείλει η εκκαλούσα, πλην, όμως, δεν προκύπτει η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της. Β) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», ειδική διάδοχος της οποίας κατέστη η τέταρτη των εφεσίβλητων, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», από την με αριθμό . σύμβαση χορήγησης στεγαστικού/ανακαινιστικού δανείου, στην οποία η εκκαλούσα συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, η τελευταία οφείλει το ποσό των 95.519,71 €. Η απαίτηση της πιστώτριας είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης ποσού 103.200,00€ εγγεγραμμένη στις 02.02.2006 στον τόμο . και με αριθμό . των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πύργου. Η προσημείωση αυτή έχει ήδη τραπεί σε υποθήκη. Γ) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» από την με αριθμό ./26.8.2011 σύμβαση στεγαστικού δανείου, από την οποία η εκκαλούσα ενέχεται ως εγγυήτρια, η τελευταία οφείλει το ποσό των 134.501,9 €.  Η απαίτηση της ανωτέρω πιστώτριας είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης  έως το ποσό των 156.000,00 € εγγεγραμμένη στις 08.9.2011 στον τόμο . και με αριθμό . των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πύργου Ηλείας  και Δ) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», η αιτούσα οφείλει: α) το ποσό των 3.060,69 € από την με αριθμό . σύμβαση καταναλωτικού δανείου, β) το ποσό των 363,35 € από την με αριθμό . σύμβαση καταναλωτικού δανείου, γ) το ποσό των 90,1 € από σύμβαση πιστωτικής κάρτας, για την οποία τηρήθηκε ο με αριθμό . λογαριασμός και δ) το ποσό των 7,49 € από σύμβαση πιστωτικής κάρτας, για την οποία τηρήθηκε  ο με αριθμό . λογαριασμός,. Στα πλαίσια της ανωτέρω επιχειρηματικής δραστηριότητας η εκκαλούσα ασκούσε πρωτότυπα εμπορικές πράξεις με την αγορά υλών προς μεταπώληση κατόπιν μεταποίησης. Ωστόσο η κατ’ επάγγελμα τέλεση εμπορικών πράξεων από την εκκαλούσα συνδέεται προεχόντως και κατά κύριο λόγο με τη σωματική της καταπόνηση και το κέρδος που αποκόμιζε από αυτές αποτελούσε αμοιβή της προσωπικής της εργασίας και όχι κερδοσκοπικών συνδυασμών. Όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα τα ακαθάριστα έσοδα (τζίρος) από την ατομική επιχείρηση  της εκκαλούσας ανέρχονταν  στο ποσό των 24.183,13€ για το οικονομικό έτος 2007, στο ποσό των 38.185,67€ για το οικονομικό έτος 2008, στο ποσό των 20.069,54 € για το οικονομικό έτος 2009 και στο ποσό των 7.591,33 € για το οικονομικό έτος 2010. Τα δηλωθέντα εισοδήματα της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα, ανέρχονταν για το οικονομικό έτος 2007 στο ποσό των 3.066,56€, για το οικονομικό έτος 2008 στο ποσό των 3.835,11€, για το οικονομικό έτος 2009 στο ποσό των 2.873,75€. Το αποκομιζόμενο κατά μέσο όρο ημερησίως από την ανωτέρω δραστηριότητα της έσοδο, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω εισοδήματά της, δεν αποτελεί κέρδος αυτής συνεπεία ριψοκίνδυνης εμπορικής διαμεσολάβησής της στην κυκλοφορία αγαθών αλλά είναι μόνο η αμοιβή της για την καθημερινή καταπόνησή της, έτσι ώστε αυτή να μπορεί να χαρακτηριστεί ως μικρέμπορος. Η μη απασχόληση προσωπικού και το γεγονός ότι ο κύριος όγκος των οφειλών της προέρχεται από συμβάσεις εγγύησης σε δάνεια που είχε λάβει ο σύζυγός της συνιστούν στοιχεία που συνηγορούν σε ασήμαντη επένδυση κεφαλαίου, χωρίς ιδιαίτερες εγκαταστάσεις και εξοπλισμό και χωρίς την πρόσληψη προσωπικού. Τα ακαθάριστα έσοδα [τζίρος] και το όποιο κέρδος κινούνταν σε χαμηλά επίπεδα με αποτέλεσμα η δραστηριότητα της εκκαλούσας να ασκείται για βιοποριστικούς λόγους και όχι για την επίτευξη υψηλού κέρδους. Τα αποκομιζόμενα από την εν λόγω δραστηριότητα έσοδα της εκκαλούσας δεν αποτελούν κέρδος αυτής συνεπεία ριψοκίνδυνης εμπορικής διαμεσολάβησης αλλά μόνο την αμοιβή της για την καθημερινή καταπόνησή της, ώστε να μπορεί να χαρακτηρισθεί μικρέμπορος. Η δραστηριότητα της εκκαλούσας δεν εμφάνιζε τα στοιχεία εμπορικότητας, ήτοι της διαμεσολάβησης στην εργασία, την ανάληψη κινδύνου, την επένδυση κεφαλαίου και την επιδίωξη κέρδους. Σημειωτέον ότι η παροχή εγγυήσεων από την εκκαλούσα δεν γινόταν κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό βιοπορισμού αλλά συνιστούσαν εγγυήσεις στις συμβάσεις πιστώσεως του συζύγου της, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η εμπορική δραστηριότητά του, χωρίς η ίδια να αποκομίζει λόγω της μη συμμετοχής της στην επιχείρηση του τελευταίου κάποιο άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος, με αποτέλεσμα, αν και η παροχή εγγύησης πρόκειται για αντικειμενικά εμπορική πράξη, να μην προσδώσει σε αυτήν την ιδιότητα του εμπόρου. Εκ των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι η άσκηση από  την εκκαλούσα κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικών πράξεων δεν προσέδωσε σε αυτήν την ιδιότητα του εμπόρου αλλά της μικρεμπόρου, με αποτέλεσμα να μην έχει πτωχευτική ικανότητα και να μην τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις περί πτώχευσης ως συλλογικής διαδικασίας ικανοποίησης των απαιτήσεων των δανειστών της, αλλά να μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.3869/2010. Η εκκαλουμένη, η οποία κρίνοντας ότι η εκκαλούσα τυγχάνει έμπορος και επιπρόσθετα ότι κατά τον χρόνο παύσης της εμπορικής της δραστηριότητας είχε ήδη παύσει τις πληρωμές της απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και ως προς αυτήν, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε. Συνεπώς η υπό κρίση έφεση ως προς την εκκαλούσα θα πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς την τελευταία [ αιτούσα] στο σύνολό της και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης σε αυτήν κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

Από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα τα δηλωθέντα εισοδήματα της αιτούσας ανέρχονταν για το οικονομικό έτος 2010 στο ποσό των 759,13€, για το οικονομικό  έτος 2011 στο ποσό των 67,96 €, για το φορολογικό έτος 2018 στο ποσό των 2.615,00€ και για το φορολογικό έτος 2020 στο ποσό των 17,52 €. Η συνολική οφειλή της αιτούσας προς τις εφεσίβλητες πιστώτριες, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατά τα ανωτέρω, ανέρχεται στο ποσό των 307.432,16 €. Η αιτούσα έχει περιέλθει σε κατάσταση πραγματικής και μόνιμης αδυναμίας καταβολής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις καθών μετέχουσες πιστώτριες. Στην περιέλευση της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας συντέλεσε η σταδιακή μείωση των εισοδημάτων της συνεπεία της οικονομικής κρίσης, η οποία έπληξε τη χώρα τα τελευταία χρόνια και έχει αρνητική επίδραση σε κάθε τομέα της οικονομίας, σε συνδυασμό με το ύψος των μηνιαίων δόσεων, που όφειλε να καταβάλει προς εξυπηρέτηση των δανειακών συμβάσεων, τα υψηλά επιτόκια, με τα οποία επιβαρύνονται τα ανωτέρω δάνεια, την αύξηση του κόστους διαβίωσης και τις φορολογικές επιβαρύνσεις που έχουν θεσμοθετηθεί στη χώρα. Ειδικότερα τα τελευταία έτη τα εισοδήματα της αιτούσας περιορίστηκαν ουσιωδώς, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να καλύψει τα έξοδα για τις βιοτικές ανάγκες της ίδιας και των μελών της οικογενείας της και να είναι ταυτόχρονα συνεπής στις δανειακές της υποχρεώσεις. Ως απόρροια των ανωτέρω, η αιτούσα, λόγω της υπερχρεώσεώς της από το μεγάλο ύψος του δανεισμού της, το οποίο έλαβε σε χρόνο κατά τον οποίο το εισόδημά τηε επέτρεπε την ομαλή αποπληρωμή του, αδυνατεί πλέον να ανταποκριθεί στις τρέχουσες δανειακές της υποχρεώσεις. Η αρνητική σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών της αιτούσας κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον, αφενός λόγω της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα και αφετέρου λόγω των συνεχώς αυξανόμενων οικονομικών της υποχρεώσεων εξαιτίας της επιβάρυνσης των δανείου  με τόκους. Η αδυναμία αυτή της αιτούσας δεν αναιρείται από το γεγονός ότι σε ορισμένες συμβάσεις δανείων είχε συμβληθεί ως πρωτοφειλέτης ο σύζυγός της, συμμετέχοντας η τελευταία ως εγγυήτρια, καθώς η ευθύνη του εγγυητή είναι παντελώς ανεξάρτητη από αυτή του πρωτοφειλέτη. Η ακίνητη περιουσία της αιτούσας αποτελείται από την αποκλειστική κυριότητα μιας διώροφης οικίας [μεζονέτας], επιφανείας 108 τ.μ., η οποία ανεγέρθηκε το έτος 1985 επί αγροτεμαχίου επιφανείας 4.500 τ.μ. [4.908 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσης], που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, εκτός οικιστικής ζώνης, στη θέση «Π» του συνοικισμού Καταρραχίου Δήμου Πύργου Ηλείας [βλ. προσκομιζόμενη Δήλωση Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησιας Ακινήτων – Πράξη Διοικητικού Προσδιορισμού Φόρου Ν. 4223/2013, ΕΝ.Φ.Ι.Α. έτους 2021]. Το αγροτεμάχιο αυτό περιήλθε στην αιτούσα δυνάμει του υπ’αριθμ../1985 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ακινήτου της Συμβολαιογράφου Πύργου ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο . και με αριθμό . των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πύργου. Η ανωτέρω διώροφη οικοδομή συνιστά την κύρια κατοικία της αιτούσας, στην οποία διαμένει με τον σύζυγό της, της οποίας ζητείται η εξαίρεση από την ρευστοποίηση με την υπαγωγή της στη διάταξη του άρθρου  9 παρ.1 του Ν.3869/2010. Επίσης η αιτούσα είναι αποκλειστική κυρία ενός ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού (Ι.Χ.Ε.) αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, τύπου COROLLA, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας στις 29.9.1989, του οποίου η εμπορική αξία δεν υπερβαίνει το ποσό των 300,00 €. Πέραν των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία. Το ανωτέρω όχημα πρέπει να εξαιρεθεί της εκποίησης, διότι ενόψει της παλαιότητάς του δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα προκύπτει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στη ρύθμιση του Ν.3869/2010,  όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4161/2013, όπως ισχύει για την υπό κρίση αίτηση (βλ. άρθρα 19 και 24 Ν.4161/2013, παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 [ΦΕΚ Α 94/14-8-2015]).

 

Ειδικότερα, όσον αφορά τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ.2 Ν.3869/2010, αυτή θα πραγματοποιηθεί με μηνιαίες καταβολές επί πέντε (5) έτη, ήτοι επί εξήντα (60) μήνες, απευθείας στους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές από τα εισοδήματα της αιτούσας, που θα καταβάλλονται συμμέτρως σε αυτούς. Στις συνήθεις δαπάνες για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών της αιτούσας και της συζύγου της, με βάση τις συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής και την ηλικία τους, περιλαμβάνονται αυτές για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, καταναλωτικά αγαθά, λειτουργικά έξοδα κατοικίας (ηλεκτρισμός, ύδρευση, θέρμανση, επισκευές), υπηρεσίες τηλεφωνίας, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, μετακινήσεις. Ενόψει αυτών και του ότι διαμένουν σε ιδιόκτητη οικία, με αποτέλεσμα να μην βαρύνονται με μηνιαία δαπάνη μίσθωσης οικίας, το ποσό για την κάλυψη των μηνιαίων δαπανών διαβίωσης της αιτούσας και του συζύγου της ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.200,00 €, το οποίο ανταποκρίνεται στην απαίτηση διατήρησης του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης, λαμβανομένου υπόψη ότι ο οφειλέτης που αιτείται την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν.3869/2010 πρέπει να μειώσει τις δαπάνες του στις απολύτως απαραίτητες κατά το χρονικό διάστημα ρύθμισης των οφειλών του. Συνεπώς η μηνιαία δόση στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής θα ανέλθει στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα ευρώ [450,00€]. Ειδικότερα από το ποσό αυτό των 450,00€ για τη σύμμετρη ικανοποίηση των μετεχόντων κατά το λόγο των χρεών της αναλογεί : Α) στην μετέχουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» ατομικά και ως καθολική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» : α) για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση επιχειρηματικής πίστωσης, ύψους 52.214,67€, το ποσό των [52.214,67 € x 450,00 €/307.432,16€] 76,42 €, β) για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση επιχειρηματικής πίστωσης, ύψους 11.431,81 €, το ποσό των [11.431,81 € x 450,00 €/307.432,16€] 16,73 €,  γ) για την οφειλή από την με αριθμό ./22.6.2007 σύμβαση ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου, ύψους 10.242,44 €, το ποσό των [10.242,44 € x 450,00 €/307.432,16€] 14,99 €.  Β) Στην μετέχουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», ως ειδική διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση χορήγησης στεγαστικού/ανακαινιστικού δανείου, ύψους 95.519,71 €,  το ποσό των [95.519,71 € x 450,00 €/307.432,16€] 139,81 €.  Γ) Στην μετέχουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» για την οφειλή από την με αριθμό ./26.8.2011 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ύψους 134.501,9 €,  το ποσό των [134.501,9 € x 450,00 €/307.432,16€] 197,87 €.  Δ) Στην μετέχουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» : α) για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ύψους  3.060,69 €, το ποσό των [3.060,69 € x 450,00 €/307.432,16€] 4,48 €.  β) για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ύψους 363,35 €,  το ποσό των [363,35 € x 450,00 €/307.432,16€] 0,53 €, γ) για την οφειλή από σύμβαση πιστωτικής κάρτας, για την οποία τηρήθηκε ο με αριθμό . λογαριασμός, ύψους 90,1 €, το ποσό των [90,1 € x450,00 €/307.432,16€] 0,13 € και δ) για την οφειλή από σύμβαση πιστωτικής κάρτας, για την οποία τηρήθηκε ο με αριθμό . λογαριασμός, ύψους 7,49 €, το ποσό των [7,49 € x 450,00 €/307.432,16€] 0,01 €. Ωστόσο το τελικό ποσό, το οποίο θα κληθεί να καταβάλει η αιτούσα, ως δόση της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ.2, θα οριστεί μετά τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ.2 για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας.

 

Η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ.2 Ν. 3869/2010 θα συνδυαστεί µε την προβλεπόµενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 ρύθμιση, εφόσον προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας της αιτούσας από την εκποίηση, µετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο. Αποδείχθηκε ότι η αιτούσα έχει στην πλήρη κυριότητά της μια διώροφη οικοδομή, συνολικής επιφάνειας 108 τ.μ., η οποία έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο εκτάσεως 4.500 τ.μ., που βρίσκεται στον συνοικισμό Κ του Δήμου Πύργου Ηλείας. Το εν λόγω ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της. Η αντικειμενική αξία της κατοικίας αυτής ανέρχεται σε 115.355,20 €  [βλ. προσκομιζόμενη Δήλωση Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων – Πράξη Διοικητικού Προσδιορισμού Φόρου Ν. 4223/2013, ΕΝ.Φ.Ι.Α. έτους 2021]. Η αντικειμενική αυτή αξία δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου για έγγαμο φορολογούμενο. Επομένως, η αιτούσα πρέπει να υποχρεωθεί, προκειμένου να διατηρήσει την πλήρη κυριότητα του ακινήτου της, να καταβάλει ποσό ίσο με το 80% της αντικειμενικής αξίας αυτού, ήτοι το ποσό των (111.355,80 € χ 80% =) 89.084,16 €. Ο χρόνος αποπληρωμής του ποσού αυτού των 89.084,16 € θα πρέπει να οριστεί σε είκοσι (20) έτη, ήτοι σε διακόσιους σαράντα (240) μήνες, λαμβανομένων υπόψη του ύψους του χρέους που πρέπει να πληρώσει για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Επομένως, το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας ανέρχεται σε 371,18 € (89.084,16 € /240 μηνιαίες δόσεις). Η καταβολή των δόσεων αυτών θα γίνεται εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από τον επόμενο μήνα από την κοινοποίηση προς τις πιστώτριες της παρούσας απόφασης, η οποία θα πρέπει να λάβει χώρα εντός προθεσμίας ενός μηνός από τη δημοσίευση της παρούσας, σε περίπτωση δε άπρακτης παρέλευσης της ως άνω προθεσμίας, οι καταβολές θα ξεκινήσουν τον μεθεπόμενο μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με το επιτόκιο αναφοράς των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθεί προνομιακά η εμπραγμάτως ασφαλισμένη απαίτηση  της μετέχουσας πιστώτριας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», ειδική διάδοχος της οποίας κατέστη η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», από την με αριθμό 13124806 σύμβαση χορήγησης στεγαστικού/ανακαινιστικού δανείου, κατά τη σειρά  της χρονικής προτεραιότητας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2β του Ν. 3869/2010, που προστέθηκε με τις διατάξεις του Ν.4549/2018 και δυνάμει του άρθρου 68 παρ. 8 του Ν. 4549/2018 εφαρμόζεται και στις δίκες που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, κατά το χρονικό διάστημα των καταβολών της παραγράφου 2 του άρθρου 8 το δικαστήριο κατανέμει το ποσό που μπορεί να καταβάλει ο οφειλέτης μεταξύ της ρύθμισης οφειλών του άρθρου 8 και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου, διασφαλίζοντας ότι πιστωτές δεν θα βρεθούν χωρίς τη συναίνεσή τους σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν, στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Ακολούθως, με βάση τα ανωτέρω, όσον αφορά τη δόση του άρθρου 8 παρ.2 αυτή θα πρέπει τελικά να οριστεί μηνιαίως στο ποσό της διαφοράς που θα προκύψει μετά την αφαίρεση από το ποσό της δόσης του άρθρου 8 παρ. 2 αυτού της δόσης του άρθρου 9 παρ. 2. Εν προκειμένω, το ποσό της μηνιαίας δόσης του άρθρου 8 παρ. 2 με βάση την ικανότητα αποπληρωμής της αιτούσας ορίστηκε σε 450,00 ευρώ. Το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης της ρύθμισης για τη διάσωση της κατοικίας ανέρχεται σε 371,18 ευρώ. Έτσι, κατά το διάστημα των πέντε ετών που οι δύο ρυθμίσεις εφαρμόζονται συγχρόνως, από το ποσό των 450,00 ευρώ, στο οποίο ορίστηκε η μηνιαία δόση του άρθρου 8 παρ. 2 με βάση την ικανότητα αποπληρωμής της αιτούσας, ποσό 371,18 ευρώ μηνιαίως αποτελεί δόση της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 για τη διάσωση της κατοικίας, το δε απομένον υπόλοιπο μέχρι το ποσό των 450,00 ευρώ, στο οποίο διαμορφώθηκε η μηνιαία δόση της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ.2, αποτελεί την τελική μηνιαία δόση της τελευταίας ρύθμισης, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 78,82 ευρώ (371,18 – 450,00), αρχής γενομένης από τον επόμενο μήνα από την κοινοποίηση προς τις πιστώτριες της παρούσας απόφασης, η οποία θα πρέπει να λάβει χώρα εντός προθεσμίας ενός μηνός από τη δημοσίευση της παρούσας, σε περίπτωση δε άπρακτης παρέλευσης της ως άνω προθεσμίας, οι καταβολές θα ξεκινήσουν τον μεθεπόμενο μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας. Από το ποσό αυτό των 78,82 ευρώ αναλογούν σε καθεμία από τις καθ’ ων η αίτηση πιστώτριες τα εξής ποσά:  Α) στην μετέχουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» ατομικά και ως καθολική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» : α) για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση επιχειρηματικής πίστωσης, ύψους 52.214,67€, το ποσό των [52.214,67 € x 78,82 €/307.432,16€] 13,38 €, β) για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση επιχειρηματικής πίστωσης, ύψους 11.431,81 €, το ποσό των [11.431,81 € x 78,82 €/307.432,16€] 2,9 €,  γ) για την οφειλή από την με αριθμό ./22.6.2007 σύμβαση ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου, ύψους 10.242,44 €, το ποσό των [10.242,44 € x 78,82 €/307.432,16€] 2,62 €.  Β) Στην μετέχουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», ως ειδική διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση χορήγησης στεγαστικού/ανακαινιστικού δανείου, ύψους 95.519,71 €,  το ποσό των [95.519,71 € x 78,82 €/307.432,16€] 24,48 €.  Γ) Στην μετέχουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» για την οφειλή από την με αριθμό ./26.8.2011 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ύψους 134.501,9 €,  το ποσό των [134.501,9 € x 78,82 €/307.432,16€] 34,50 €.  Δ) Στην μετέχουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.»: α) για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ύψους  3.060,69 €, το ποσό των [3.060,69 € x 78,82 €/307.432,16€] 0,78 €, β) για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ύψους 363,35 €,  το ποσό των [363,35 € x 78,82 €/307.432,16€] 0,09 €, γ) για την οφειλή από σύμβαση πιστωτικής κάρτας, για την οποία τηρείτο ο με αριθμό . λογαριασμός, ύψους 90,1 €, το ποσό των [90,1 € x 78,82 €/307.432,16€] 0,02 € και δ) για την οφειλή από σύμβαση πιστωτικής κάρτας, για την οποία τηρείτο ο με αριθμό . λογαριασμός, ύψους 7,49 €, το ποσό των [7,49 € x 78,82 €/307.432,16€] 0,001 €.

 

Επομένως η κρινόμενη αίτηση της αιτούσας πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν.

 

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση πρέπει ως προς τον εκκαλούντα να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, ενώ ως προς την εκκαλούσα κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμων των λόγων της να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το μέρος που αφορά την αιτούσα -εκκαλούσα και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της εφέσεως στην τελευταία. Εν συνεχεία, αφού κρατηθεί και δικαστεί η ένδικη υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, κατά το άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ, πρέπει ως προς την αιτούσα η από 28.11.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 103/03.12.2013 αίτηση να γίνει  εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να ρυθμιστούν οι οφειλές της προς τους καθών η αίτηση πιστωτές της, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Οι αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν κατ’ ουσίαν, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται κατά το άρθρο 8 παρ.6 εδ.β του Ν. 3869/2010, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και στην δευτεροβάθμια δίκη.                                                         

 

                             ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 25.9.2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΜΕ./29.12.2015 έφεση και τις αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις ερήμην των 1ης, 2ης, 4ης, 6ης εφεσίβλητων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση ως προς τον εκκαλούντα.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση ως προς τον εκκαλούντα.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και κατ’ ουσίαν ως προς την εκκαλούσα.

 

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμ. 50/03.7.2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου Ηλείας κατά το κεφάλαιο και τις διατάξεις της που αφορούν την από 28.11.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./03.12.2013 αίτηση της εκκαλούσας ...

 

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει στην ουσία την από 28.11.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./03.12.2013 αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου Ηλείας.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.

 

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της αιτούσας προς τους καθ' ών πιστωτές της ορίζοντας μηνιαίες καταβολές, ποσού εβδομήντα οκτώ ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (78,82 €) εκάστη, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, άλλως εξήντα (60) μηνών, αρχής γενομένης από τον επόμενο μήνα από την κοινοποίηση προς τις πιστώτριες της παρούσας απόφασης, η οποία θα πρέπει να λάβει χώρα εντός προθεσμίας ενός μηνός από τη δημοσίευση της παρούσας, σε περίπτωση δε άπρακτης παρέλευσης της ως άνω προθεσμίας, οι καταβολές θα ξεκινήσουν τον μεθεπόμενο μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας, ως εξής : Α) στην μετέχουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» ατομικά και ως καθολική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» : α) για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση επιχειρηματικής πίστωσης, ύψους 52.214,67€, το ποσό των [52.214,67 € x 78,82 €/307.432,16€] 13,38 €, β) για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση επιχειρηματικής πίστωσης, ύψους 11.431,81 €, το ποσό των [11.431,81 € x 78,82 €/307.432,16€] 2,9 €,  γ) για την οφειλή από την με αριθμό ./22.6.2007 σύμβαση ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου, ύψους 10.242,44 €, το ποσό των [10.242,44 € x 78,82 €/307.432,16€] 2,62 €.   Β) Στην μετέχουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», ως ειδική διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση χορήγησης στεγαστικού/ανακαινιστικού δανείου, ύψους 95.519,71 €,  το ποσό των [95.519,71 € x 78,82 €/307.432,16€] 24,48 €.  Γ) Στην μετέχουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» για την οφειλή από την με αριθμό ./26.8.2011 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ύψους 134.501,9 €,  το ποσό των [134.501,9 € x 78,82 €/307.432,16€] 34,48 €.  Δ) Στην μετέχουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.»: α) για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ύψους  3.060,69 €, το ποσό των [3.060,69 € x 78,82 €/307.432,16€] 0,78 €.  β) για την οφειλή από την με αριθμό . σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ύψους 363,35 €,  το ποσό των [363,35 € x 78,82 €/307.432,16€] 0,09 €, γ) για την οφειλή από σύμβαση πιστωτικής κάρτας, για την οποία τηρείτο ο με αριθμό . λογαριασμός, ύψους 90,1 €, το ποσό των [90,1 € x 78,82 €/307.432,16€] 0,02 € και δ) για την οφειλή από σύμβαση πιστωτικής κάρτας, για την οποία τηρείτο ο με αριθμό . λογαριασμός, ύψους 7,49 €, το ποσό των [7,49 € x 78,82 €/307.432,16€] 0,001 €.

 

ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την κύρια κατοικία της αιτούσας, ήτοι την αποκλειστική κυριότητα μιας διώροφης οικίας [μεζονέτας], επιφανείας 108 τ.μ., η οποία ανεγέρθηκε το έτος 1985 επί αγροτεμαχίου επιφανείας 4.500 τ.μ. [4.908 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσης], που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, εκτός οικιστικής ζώνης, στη θέση «Π» του συνοικισμού Κ Δήμου Πύργου Ηλείας, το οποίο αγροτεμάχιο αυτό περιήλθε στην αιτούσα δυνάμει του υπ’ αριθμ../1985 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ακινήτου της Συμβολαιογράφου Πύργου ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο . και με αριθμό . των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πύργου.

 

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την αιτούσα να καταβάλει, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της  το συνολικό ποσό των ογδόντα εννέα χιλιάδων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και δεκαέξι λεπτών (89.084,16 €), η αποπληρωμή του οποίου θα γίνει σε είκοσι (20) έτη με διακόσια σαράντα (240) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ποσού τριακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (371,18 €) εκάστη, εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από τον επόμενο μήνα από την κοινοποίηση προς τις πιστώτριες της παρούσας απόφασης, η οποία θα πρέπει να λάβει χώρα εντός προθεσμίας ενός μηνός από τη δημοσίευση της παρούσας, σε περίπτωση δε άπρακτης παρέλευσης της ως άνω προθεσμίας, οι καταβολές θα ξεκινήσουν τον μεθεπόμενο μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας. Οι συγκεκριμένες καταβολές θα χρησιμοποιηθούν για την προνομιακή ικανοποίηση της εμπραγμάτως ασφαλισμένης απαίτησης της πιστώτριας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ» ειδική διάδοχος της οποίας έχει καταστεί η τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ». Η καταβολή των δόσεων θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην εκκαλούσα – αιτούσα του παραβόλου ποσού διακοσίων δύο ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτών [202,88 €], που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την άσκηση της έφεσης με το Σειρά VI, τύπου Β, με αριθμό 13794628 από 02.10.2015 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Πύργου Ηλείας.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριο του στον Πύργο Ηλείας, απόντων των διαδίκων και του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος, στις  17 Μαΐου 2022.

 

 

                   Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ