ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

 

ΜονΕφΑθ 3577/2022

 

Έλλειψη νομιμοποίησης των εταιριών διαχείρισης απαιτήσεων, όταν πρόκειται για τιτλοποιημένες απαιτήσεις του Ν. 3156/2003, διότι ούτε ο νόμος παρέχει σ’ αυτές τις εταιρίες το δικαίωμα παράστασης ως μη δικαιούχος διάδικος, ούτε η σύμβαση μπορεί να καθιδρύσει κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση.

 

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Αθηνών Ευφροσύνης Εικοσιπεντίδη)

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

19° ΤΜΗΜΑ (Α' ΔΙΑΚΟΠΩΝ)

 

Αριθμός Απόφασης 3577/2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Αναστασία I. Σιώμου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από τον Γραμματέα Μαρίνο Κλουβάτο.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 5 Ιουλίου 2022 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

 

ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: (1) Του ., με ΑΦΜ . Δ.Ο.Υ Κηφισιάς, και (2) της ., συζύγου ., αμφοτέρων κατοίκων Διονύσου Αττικής (οδός .), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια Δικηγόρο τους Ευφροσύνη Εικοσιπενταρίδη.

 

ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: (1) Της Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «. HELLAS (. ΧΕΛΛΑΣ) ΧΡΗΜΑΤΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», που έχει την έδρα της στη Νέα Σμύρνη Αττικής (Λεωφόρος Συγγρού 209-211) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ . Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Πειραιά, η οποία ενεργούσε ως διαχειρίστρια απαιτήσεων, εντολοδόχος και ειδικός πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της εταιρίας με την επωνυμία «. FINANCIAL INVESTOR DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» (. ΦΑΪΝΑΝΣΙΑΛ ΙΝΒΕΣΤΟΡ ΝΤΕΖΙΓΚΝΕΗΤΙΝΤ AKTIBITY ΚΟΜΠΑΝΥ), που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας (., . Δουβλίνο 15) και έχει αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ., δυνάμει της από 17.7.2020 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 17.7.2020 με αριθμό πρωτοκόλλου ./17.7.2020 στον τόμο . και α/α ., σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 και του υπ' αρ. ./17.7.2020 Ειδικού Πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ., η οποία αλλοδαπή εταιρία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», και το διακριτικό τίτλο «ALPHA ΒΑΝΚ», που έχει την έδρα της στην Αθήνα (οδός Σταδίου 40) και εκπροσωπείται νόμιμα,  με ΑΦΜ . Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών, δυνάμει της από 17.7.2020 Σύμβασης Εκχώρησης Απαιτήσεων, καταχωρηθείσας νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 17.07.2020 με αριθμό πρωτοκόλλου ./17.7.2020 στον τόμο . και α.α ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, η οποία (. HELLAS ΜΑΕΔΑΔΠ) δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.

 

(2) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «. Greece ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και το διακριτικό τίτλο «. Greece», η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττική, επί της οδού Κύπρου 27 και Αρχιμήδους, με ΑΦΜ . Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών και με αρ. ΓΕΜΗ ., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως διαχειρίστριας απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «. FINANCIAL INVESTOR DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας (.. Δουβλίνο 15) και έχει αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ., δυνάμει της από 17.7.2020 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 17.7.2020 με αριθμό πρωτοκόλλου ./17.7.2020 στον τόμο . και  α/α .,  σε συνδυασμό  με το  άρθρο 3 του δυνάμει της από 1.7.2020 Σύμβασης Εκχώρησης v. 2844/2000 και του υπ' αρ. ./17.7.2020 Ειδικού Πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ., η οποία αλλοδαπή εταιρία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ», και το διακριτικό τίτλο «ΑΙΡΗΑ ΒΑΝΚ» (ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ) που έχει την έδρα της στην Αθήνα (οδός Σταδίου 40) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ . Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών, δυνάμει της από 1.7.2020 Σύμβασης Εκχώρησης Απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, η οποία (. Greece) εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Δικηγόρο της Ελένη Πολυχρονοπούλου.

 

Οι αιτούντες άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την αίτηση τους με τον αριθμό κατάθεσης ./28.6.2022, για τη συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5.7.2022), με αριθμό πινακίου ..

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι διάδικοι, που παραστάθηκαν ως άνω, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα έγγραφα σημειώματα που κατέθεσαν.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

1. Από την υπ' αριθ. .Β'/29.6.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ., που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι αιτούντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω προσδιορισθείσα δικάσιμο (5.7.2022), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη των καθ' ων. Όμως, κατά την παραπάνω δικάσιμο (5.7.2022) άνω διάδικος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο, παρότι κλητεύθηκε νόμιμα. Επομένως, η α' των καθ' ων (. HELLAS ΑΕΔΑΔΠ) πρέπει να δικαστεί ερήμην, δηλαδή να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρα 696 παρ. 1, 699 ΚΠολΔ).

 

2. Το παλαιό άρθρο 938 ΚΠολΔ, που προέβλεπε δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης λόγω πιθανολογήσεως ευδοκίμησης της ασκηθείσας ανακοπής, κατόπιν σχετικής αιτήσεως εκδικαζόμενης από το δικαστήριο της ανακοπής κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, καταργήθηκε στο σύνολο του με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 1 του ν. 4335/2015 ΦΕΚ Α' 87/23.7.2015, με έναρξη ισχύος από 1.1.2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015. Τα παραπάνω αφορούν στις περιπτώσεις της έμμεσης εκτέλεσης, στις οποίες περιλαμβάνεται η εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών αξιώσεων, όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργήθηκε μετά την 1η.1.2016, οπότε καταργήθηκε η δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πριν την έκδοση απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής. Ωστόσο, το άνω καταργηθέν άρθρο 938 ΚΠολΔ επαναφέρεται με τον νέο ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190/13.10.2021) άρθρο 60, για τις περιπτώσεις που ορίζονται σ' αυτό, στην δε παράγραφο 2 (του νέου 938 ΚΠολΔ) ρυθμίζεται η δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης επί ακινήτου, εφόσον η επίδοση επιταγής προς αναγκαστική εκτέλεση διενεργήθηκε μετά την 1η.1.2022. Έναρξη ισχύος του νέου άρθρου 938 ΚΠολΔ είναι η 1η.1.2022, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα [άρθρα 116, 120 του ν. 4842/2021].

 

3. Παράλληλα, στο προϊσχύσαν του άνω ν. 4842/2021 άρθρο 937 παρ. Ιβ' εδ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2016 [άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του ν. 4335/2015 ΦΕΚ Α' 87/23.7.2015, με έναρξη ισχύος από 1.1.2016, άρθρο 1 όρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015, σε συνδυασμό με το άρθρο 1.9 του ν. 4335/2015 (Μεταβατικές Διατάξεις)] και εφαρμόζεται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργήθηκε μετά την 1η.1.2016, και μόνο για τις περιπτώσεις της έμμεσης εκτέλεσης, στις οποίες περιλαμβάνεται η εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών αξιώσεων, προβλέπεται η δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης μόνον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης επί ανακοπής (κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ή διαταγής πληρωμής), καθόσον η άσκηση του ένδικου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης. Ειδικότερα, η άνω η αίτηση αναστολής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, για τις περιπτώσεις όπου η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται με βάση επιταγή που έχει συνταχθεί μετά την 1η.1.2016, προβλέπεται και είναι νόμιμη στην περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, εκδικαζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου του ένδικου μέσου που τυχόν έχει ασκηθεί κατά της απόφασης επί της ανακοπής (ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ή διαταγής πληρωμής), με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Το Δικαστήριο θα διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον σωρευτικά: α. κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και β. πιθανολογήσει την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Ως κρίσιμος χρόνος για την εφαρμογή ή μη της άνω διάταξης προδήλως θεωρείται ο χρόνος επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, που οδήγησε στη συνέχεια στην έναρξη της κύριας εκτελεστικής διαδικασίας δια της επιβολής κατασχέσεως επί χρηματικών απαιτήσεων (ή δια της διενέργειας άμεσης εκτέλεσης). Ακολούθως, κρίσιμος χρόνος δεν είναι ούτε (α) ο χρόνος επίδοσης τυχόν προηγούμενων επιταγών, οι οποίες επιδόθηκαν μεν, χωρίς όμως να αρχίσει η κύρια εκτελεστική διαδικασία εντός έτους από την επίδοση τους, και στις οποίες δεν μπορεί κατ' άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ να βασιστεί πλέον η έναρξη της, ούτε (β) ο χρόνος τυχόν επανακοινοποίησης της επιταγής, μετά την 1η.1.2016, προκειμένου αυτή (επανακοινοποίηση) να επιστηρίξει απλώς τη συνέχιση των υπολειπομένων πράξεων της κύριας εκτελεστικής διαδικασίας [η οποία επανακοινοποίηση επιταγής δεν θα μεταβάλει το δίκαιο βάσει του οποίου αυτές (υπολειπόμενες πράξεις της ήδη με τον άνω τρόπο εξελισσόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης θα διενεργούνται και θα κρίνονται (Ευδοξία Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Ζητήματα από το δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015, ΕΣΔΙ - Σεμινάριο Δικαστικών Λειτουργών της 1ης-12-2015)].

 

4. Ωστόσο, ως προς τη δυνατότητα αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης επί ακινήτου, με τον νέο ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190/13.10.2021) αφενός τροποποιείται το άνω άρθρο 937 ΚΠολΔ [εφαρμόζεται επί αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν μετά την 1η.1.2022, άρθρα 116, 120 του άνω νόμου], έτσι ώστε να μην ρυθμίζεται με αυτό η εν λόγω δυνατότητα, και αφετέρου προστίθεται (επαναφέρεται) το ως άνω καταργηθέν άρθρο 938 ΚΠολΔ [εφαρμόζεται όταν η επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε μετά την 1η.1.2022, κατ' ά. 116, 120 του άνω νόμου], στο οποίο πλέον ρυθμίζεται η δυνατότητα αυτή υπό τις οριζόμενες σε αυτό προϋποθέσεις.

 

5. Ειδικότερα, στο άρθρο 60 του νέου ν. 4842/2021 «Αναστολή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης - Προσθήκη άρθρου 938 του ΚΠολΔ» προστίθεται άρθρο 938 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο έχει ως εξής: Άρθρο 938. Παρ. 1 «Με εξαίρεση την κατάσχεση ακινήτων, ως προς τα οποία εφαρμόζεται η παρ. 2, όπως επίσης με εξαίρεση την κατάσχεση κινητών που υπόκεινται σε φθορά, με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση ασκείται στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 933 και 936 δικαστήριο και δικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ». Παρ. 2 «Ειδικώς επί κατάσχεσης ακινήτου δεν εφαρμόζεται η παρ. 1, η δε άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός εάν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται με το ένδικο μέσο ή με τις προτάσεις, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., διατάξει την αναστολή με ή χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση», παρ. 3 «Στις προηγούμενες περιπτώσεις είναι δυνατή η έκδοση σημειώματος με το οποίο εμποδίζεται η εκτέλεση μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης αναστολής ή επί του ενδίκου μέσου», παρ. 4 «Η αίτηση με την οποία ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού», παρ. 5 «Η αναστολή των παρ. 1 και 2 ή η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο μέχρι να εκδοθεί η οριστική απόφαση επί της ανακοπής, ή η απόφαση επί του ενδίκου μέσου».

 

6. Με το άνω άρθρο 60 ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α, 190/13.10.2021) ο νομοθέτης επαναφέρει από 1η.1.2022 το άρθρο 938 ΚΠολΔ και την προβλεπόμενη με αυτό δυνατότητα αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας, όταν η επιταγή προς εκτέλεση επιδίδεται μετά την 13.10.2021 (ως άνω ημερομηνία δημοσίευσης του ως άνω Νόμου σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 6 περ. γ' αυτού), εφόσον ασκηθεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης, κατά τις ειδικότερες προϋποθέσεις που αναφέρονται σε αυτό. Ωστόσο, η ανωτέρω επαναφορά δεν αφορά σε κατάσχεση ακινήτων, για τα οποία ισχύει η παρ. 2 του άνω άρθρου 938 ΚΠολΔ, με την οποία παρέχεται η σχετική δυνατότητα μόνο στο δεύτερο βαθμό, δεδομένου ότι γίνεται αναφορά για ένδικο μέσο, κάτι που ούτως ή άλλως συνέβαινε και με το άρθρο 937 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο είχε τροποποιηθεί με το ν. 4335/2015, και το οποίο ήδη τροποποιήθηκε με τον νέο ν. 4842/2021.

 

7. Παράλληλα, με το άρθρο 59 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α-190/ 13.10.2021) τροποποιήθηκε το άρθρο 937 ΚΠολΔ, το οποίο διαμορφώνεται ως εξής: Άρθρο 937 παρ. 1 «Στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση: α) έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δανειστής εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) δεν επιτρέπεται η ανακοπή ερημοδικίας ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γ) η προθεσμία και η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης», παρ. 2 «Στις δίκες αυτές η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 564 είναι εξήντα (60) ημέρες. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν μπορεί να ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 568, σε χρόνο που υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες. Οι προθεσμίες της παραγράφου 4 του άρθρου 568 είναι τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες σε κάθε περίπτωση. Αναβολή της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 575, δεν μπορεί να είναι κάθε φορά μεγαλύτερη από σαράντα πέντε (45) ημέρες», παρ. 3 «Στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ., εκτός αν ορίζεται διαφορετικά».

 

8. Όσον αφορά στην έναρξη ισχύος (α) της άνω τροποποίησης του άρθρου 937 και (β) της προσθήκης (επαναφοράς) του άρθρου 938 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 116 του ν. 4842/2021 (Μεταβατικές διατάξεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) «Το άρθρο 937 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται με το άρθρο 59 του παρόντος, εφαρμόζεται για τις αποφάσεις που θα δημοσιευθούν μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου», και «Το άρθρο 938 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως προστίθεται με το άρθρο 60 του παρόντος, εφαρμόζεται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου», δηλαδή και στις δύο άνω περιπτώσεις μετά την 1η.1.2022, καθόσον κατά το άρθρο 120 «Έναρξη ισχύος. Η ισχύς του παρόντος, με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του. Η ισχύς του Μέρους Α' και των άρθρων 116 και 119 του Μέρους Δ' αρχίζει την 1η.1.2022».

 

9. Συνοψίζοντας, από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 937, 938 ΚΠολΔ όπως ίσχυαν πριν και ισχύουν μετά το ν. 4842/2021, και των άρθρων 59, 60, 116, 120 του ν. 4842/2021, προκύπτει ότι μένει αρρύθμιστη η δυνατότητα αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης επί ακινήτου, όταν πρόκειται για έμμεση εκτέλεση [στην οποία περιλαμβάνεται η εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών αξιώσεων], στην περίπτωση που έχει ασκηθεί έφεση κατά της (απορριπτικής) απόφασης επί ανακοπής κατά της εκτέλεσης και συντρέχουν σωρευτικά οι εξής περιστάσεις: (α) Η επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε πριν την 1η.1.2022, οπότε κατά τα ανωτέρω δεν εφαρμόζεται το νέο άρθρο 938 ΚΠολΔ [το οποίο προβλέπει αναστολή εκτέλεσης εφόσον ασκήθηκε έφεση κατά της απόφασης επί ανακοπής], και (β) η απόφαση επί της ανακοπής που ασκήθηκε κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης δημοσιεύθηκε μετά την 1η.1.2022, οπότε εφαρμόζεται το νέο άρθρο 937 ΚΠολΔ [το οποίο, όμως, δεν προβλέπει αναστολή εκτέλεσης]. Πλην όμως, δεδομένου ότι (Α) κρίσιμος χρόνος εφαρμογής των διατάξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, διαχρονικά, είναι ο χρόνος επίδοσης της επιταγής, αυτής  που  οδήγησε στην έναρξη της εξελισσόμενης εκτέλεσης, της οποίας η αναστολή ζητείται [χωρίς να αφορούν ούτε (α) τυχόν προγενέστερη επιταγή που κατέστη ανίσχυρη κατ' άρθρο 926 ΚΠολΔ, ούτε (β) τυχόν μεταγενέστερη επιταγή (επανακοινοποϊηση επιταγής) με σκοπό τη συνέχιση των υπολειπομένων πράξεων της ήδη εξελισσόμενης κύριας εκτελεστικής διαδικασίας, λ.χ. κατ' άρθρο 925 παρ. 2 ΚΠολΔ], ίσχυσε δε ως κριτήριο και για την εφαρμογή του προγενέστερου ν. 4335/2015, κατά τα αναφερόμενα στην με αριθμό 2 νομική σκέψη, και (Β) από το πλέγμα των προαναφερόμενων νέων διατάξεων του ν. 4842/2021 ουδόλως προκύπτει ότι η βούληση του νομοθέτη είναι να καταργηθεί η δυνατότητα αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης στις άνω αρρύθμιστες περιπτώσεις [όπου συντρέχουν σωρρευτικά: (ι) επίδοση επιταγής πριν την 1η.1.2022 και (ιι) δημοσίευση απόφασης επί ανακοπής μετά την 1η.1.2022], ακολούθως, εν προκειμένω κρίνεται εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 937 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίηση της με τον ν. 4842/2021, λύση σύμφωνη με το πνεύμα και το σκοπό των άνω διατάξεων, όπως αυτές αναλύονται ανωτέρω στις με αριθμούς 2-8 νομικές σκέψεις.

 

10. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 924 παρ. 1 ΚΠολΔ, η επιταγή ως πρώτη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνάμα της προδικασίας της πρέπει απαραίτητα να επιδίδεται στον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, ενώ, από τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου  (δανειστή), ο οποίος δεν αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο και δικαιούται κατ' άρθρο 919 παρ. 1 ΚΠολΔ ή άλλη ειδική διάταξη να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, υποχρεούται για το έγκυρο της αναγκαστικής εκτέλεσης που ενεργείται απ' αυτόν, να κοινοποιήσει στον καθ' ου η εκτέλεση νέα επιταγή, ακόμη και αν έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως επιταγή από τον αναφερόμενο στον εκτελεστό τίτλο αρχικό δικαιούχο, καθώς και τα νομιμοποιητικά της διαδοχής του έγγραφα, είτε αυτά είναι δημόσια, είτε ιδιωτικά, τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η υποχρέωση αυτή είναι ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν ο καθ' ου η εκτέλεση γνωρίζει για την επελθούσα διαδοχή. Δηλαδή, από το συνδυασμό των άρθρων 919 και 925 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση διαδοχής στη διαδικασία εκκρεμούς αναγκαστικής εκτέλεσης καθιερώνεται υποχρέωση κοινοποίησης στον οφειλέτη ή στον καθ' ου, αφενός της κατχ άρθρο 924 παρ. 1 ΚΠολΔ επιταγής και αφετέρου των εγγράφων που αποδεικνύουν τη διαδοχή (ειδική ή καθολική) του επισπεύδοντος. Η επιταγή αυτή δεν συνιστά την πρώτη πράξη της προδικασίας νέας αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά περιέχει την επίσημη γνωστοποίηση ότι ενεργοποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 919 ΚΠολΔ, για την επέκταση των υποκειμενικών ορίων της εκτελεστότητας σε πρόσωπα που δεν αναφέρονται στον εκτελεστό τίτλο ως δικαιούχοι ή υπόχρεοι, προκειμένου είτε να γίνει εκούσια εκπλήρωση της παροχής είτε να αμφισβητηθεί, με ανακοπή, η υποχρέωση του καθ' ου (Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (Νικολόπουλος), ΕρμΚΠολΔ, αρθ. 925, αριθ. 1, Ν. Νίκας, Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως, τόμ. 1,2η έκδ., 2017, σελ 498). Παρά το γεγονός ότι η επίδοση της ως άνω (νέας) επιταγής δεν αποτελεί πράξη έναρξης νέας αναγκαστικής εκτέλεσης, εντούτοις, ως πράξη της ήδη αρξαμένης εκτέλεσης, που είναι αναγκαία για την έγκυρη συνέχιση της κύριας διαδικασίας της, προσβάλλεται με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ (Νικολόπουλο, ο.π., αριθ. 4). Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου «δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση» είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας (ΑΠ 345/2006, ΕλλΔνη 2006, σελ 807 και σε Μπρίνια I., Αναγκαστική Εκτέλεσις άρθ. 925 § 124, σελ. 319).

 

11. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτούντες ζητούν να ανασταλεί η σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση, με εκτελεστό τίτλο την υπ' αριθ. ./2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [με την οποία οι αιτούντες, εκεί καθ' ων (εγγυητές), υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην εκεί αιτούσα ALPHA BANK ΑΕ (δανείστρια) ποσό 1.106.548,25 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρία, για ικανοποίηση απαίτησης της ALPHA BANK εναντίον τους, από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού], η οποία (εκτέλεση) συνεχίστηκε με επίδοση, στις 22.7.2021, της από 21.7.2021 επιταγής προς πληρωμή της εταιρίας . HELLAS ΑΕΔΑΔΠ, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας «. FINANCIAL INVESTOR DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», ειδικής διαδόχου της «ALPHA   ΒΑΝΚ», διαταγή πληρωμής, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ (./13.10.2021), η οποία απορρίφθηκε με την ΜΠΑ 423/2022 (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), και εκκρεμεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η ασκηθείσα έφεση με αριθμό κατάθεσης ./28.6.2022, προσδιορισθείσα για την 1η.12.2022, για το λόγο ότι (α), πιθανολογείται ότι η έφεση θα ευδοκιμήσει, και (β) η εξακολούθηση της αναγκαστικής εκτέλεση σε βάρος τους, κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, θα προκαλέσει στους αιτούντες ανεπανόρθωτη βλάβη. Ότι ήδη από 19.4.2022 η β' των καθ' ων «. Greece ΑΕΔΑΔΠ», έχει καταστεί διαχειρίστρια των απαιτήσεων της άνω ειδικής διαδόχου (. FINANCIAL INVESTOR DESIGNATED ACTIVITY COMPANY) της αρχικής δικαιούχου ALPHA BANK AE, δυνάμει της από 19.4.2022 Σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας.

 

12. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αίτηση, παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ), και είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 937 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 59 του ν. 4842/2021, δεδομένης της αρχικής δικαιούχου της άνω απαιτήσεως και υπερ ης η επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση στις 22.7.2021. Ειδικότερα, είναι παραδεκτή και νόμιμη η υπό κρίση αίτηση αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης, παρά το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση (α) η από 21.7.2022 επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε στους αιτούντες στις 22.7.2021, δηλαδή πριν την 1η.1.2021 [οπότε δεν εφαρμόζεται το νέο άρθρο 938 ΚΠολΔ, το οποίο προβλέπει την αναστολή της εκτέλεσης σε περίπτωση άσκησης ένδικου μέσου] και (β) η υπ' αριθ. 423/2022 απόφαση επί της ανακοπής δημοσιεύθηκε στις 3.5.2022, δηλαδή μετά την 1η. 1.2022, οπότε εφαρμόζεται η νέα διάταξη του άρθρου 937 ΚΠολΔ [στην οποία δεν προβλέπεται αναστολή εκτέλεσης]. Και τούτο διότι, όπως ορίζεται στην με αριθμό ... νομική σκέψη, στην περίπτωση, όπως η προκείμενη, που συντρέχουν σωρευτικά: (ι) επίδοση επιταγής πριν την 1η.1.2022 (εν προκειμένω: 22.7.2021), και (ιι) δημοσίευση απόφασης επί ανακοπής μετά την 1η. 1.2022 (εν προκειμένω 3.5.2022), το νομοθετικό κενό που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 937, 938 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 4842/2021, και των άρθρων 59, 60, 116, 120 του ν. 4842/2021, πρέπει να καλυφθεί από την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 937 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίηση της με τον ν. 4842/2021, λύση σύμφωνη με το πνεύμα και το σκοπό των άνω διατάξεων, καθόσον από το πλέγμα αυτών ουδόλως προκύπτει ότι η βούληση του νομοθέτη είναι να καταργηθεί η δυνατότητα αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης στις άνω αρρύθμιστες περιπτώσεις. Επομένως, η αίτηση πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

 

13. Σε αντιστοιχία προς τη διεξαγωγή της διαγνωστικής δίκης, έτσι και για τη διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης, με οποιοδήποτε μάλιστα μέσο, απαιτείται η συνδρομή της διαδικαστικής προϋπόθεσης της νομιμοποίησης, δηλαδή της εξουσίας, που παρέχεται από το νόμο ή από τον εκτελεστό τίτλο σε ορισμένο πρόσωπο, να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση (ενεργητική νομιμοποίηση) και να την κατευθύνει εναντίον ορισμένου προσώπου (παθητική νομιμοποίηση). Τη συνδρομή της νομιμοποίησης αποδεικνύει ο επισπεύδων δανειστής. Τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά σε αναγκαστική εκτέλεση, προκύπτουν, κατ' αρχήν και κατά βάση, από τον εκτελεστό τίτλο. Συνήθως είναι αυτοί και οι φορείς των υπό εκτέλεση απαιτήσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων, κατ' εξαίρεση όμως μπορεί να είναι και οι αποκαλούμενοι μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι (λ.χ. ο σύνδικος της πτώχευσης, ο εκκαθαριστής της κληρονομιάς κ.λπ.). Παράλληλα, νομιμοποιούνται (ενεργητικά και παθητικά) σε αναγκαστική εκτέλεση και άλλα, πέρα από τα κατονομαζόμενα στον εκτελεστό τίτλο, πρόσωπα που καθορίζονται ειδικό και περιοριστικά από το νόμο, όπως είναι λχ. οι ταυτιζόμενοι με τον αρχικό δικαιούχο ή υπόχρεο καθολικοί, οιονεί καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι του, οι τρίτοι κύριοι και νομείς. Όλα τα ανωτέρω πρόσωπα αποτελούν τα υποκείμενα της αναγκαστικής εκτέλεσης. Πέρα από τα ανωτέρω καθοριζόμενα στον τίτλο ή στον νόμο πρόσωπα, τρίτοι δεν μπορούν να αποτελέσουν υποκείμενα της εκτελεστικής διαδικασίας. Η χορήγηση εξουσιοδότησης στον τρίτο να επισπεύσει αυτός στο όνομα του αναγκαστική εκτέλεση, ως εκούσιος αντιπρόσωπος του φορέα της απαίτησης, δεν συμβιβάζεται με την αυστηρή τυποποίηση και την ασφάλεια της εκτελεστικής διαδικασίας. Δικαιοπρακτική θεμελίωση της νομιμοποίησης προς διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης θα πρέπει να αποκλειστεί [Ν. ΝΙΚΑΣ ΔικΑνΕκ I παρ. 20, αρ.1-3]. Ο νόμος, που προβλέπει (επιτρέπει) την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση προσώπου τρίτου προς τους φορείς την ουσιαστικής έννομης σχέσης, ως μη δικαιούχου διαδίκου, προσδιορίζει και το περιεχόμενο των παρεχόμενων εξουσιών, το εύρος αυτών, καθώς και τον χαρακτήρα της κατ' εξαίρεση νομιμοποίησης, δηλαδή αν είναι συντρέχουσα (με την παράλληλη νομιμοποίηση του κατά κανόνα νομιμοποιούμενου) ή αποκλειστική. Τα ανωτέρω δεν μπορεί να τροποποιήσει σύμβαση που ενδεχόμενα συνάπτεται μεταξύ του δικαιούχου και του μη δικαιούχου διαδίκου διότι πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Η σύμβαση θα περιοριστεί στην αναφορά εκείνων των δικονομικών εξουσιών που ο νόμος προβλέπει για τον κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενο, ο οποίος επιλέγεται ως τέτοιος, αν φυσικά δεν τον προκαθορίζει δεσμευτικά ο ίδιος ο νόμος. Αν ο ιδρυτικός της κατ' εξαίρεση νομιμοποιήσεως νόμος έχει κενά αναφορικά με το εύρος των παρεχόμενων στον τρίτο εξουσιών, επιβάλλεται στενή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων, για να μην προστίθενται επί πλέον εξουσίες στον τρίτο είτε με ερμηνεία είτε με αναλογική εφαρμογή άλλων ρυθμίσεων. Η παραχώρηση εξουσίας σε τρίτο συνιστά εξαίρεση στο δίκαιο της νομιμοποίησης και ως εξαίρεση επιβάλλει στενή ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα. Τα ανωτέρω ισχύουν πολύ περισσότερο όταν η νομιμοποίηση διαγράφεται ως συντρέχουσα με παράλληλη νομιμοποίηση του κατά κανόνα και του κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενου, αφού με τη χρήση ερμηνευτικών μεθόδων ή και της αναλογίας μπορεί να αφαιρεθεί από τον κύκλο εξουσιών και συμφερόντων του φορέα του δικαιώματος (κατά κανόνα νομιμοποιούμενου) εξουσίες που ο νόμος δεν θέλησε να χορηγήσει στον κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενο, αλλά να παραμείνουν στην εξουσία του πρώτου. Περαιτέρω, συνέπεια του ανεπίτρεπτου της διεξαγωγής της δίκης από εκούσιο αντιπρόσωπο συνιστά το απαράδεκτο των διαδικαστικών πράξεων που αυτός ενήργησε, έστω και με πληρεξούσιο δικηγόρο. Το απαράδεκτο αυτό ανάγεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης και εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ. Θεραπεία του απαραδέκτου με τη συναίνεση ή έγκριση του δικαιούχου του δικαιώματος δεν είναι δυνατή διότι τα άρθρα 236 και 238 ΑΚ αναφέρονται σε δικαιοπραξίες και όχι στη θεραπεία δικονομικών απαραδέκτων ή ακυροτήτων [Γεώργιος Στ. Αποστολάκης, Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου, 'Ζητήματα από την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση των εταιρειών διαχειρίσεως απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια' Επιθεώρηση Ακινήτων 2021. 698].

 

14. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α-176/16.12.2015) "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κ.λπ., «Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβαση τους. οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις». Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, «Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (ΑΛ 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης» [ΑΠ 368/2019].

 

15. Παράλληλα, με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003 προβλέπεται ειδικότερα ρύθμιση για την τιτλοποίηση απαιτήσεων, που αποτελούν έναν ιδιαίτερα διαδεδομένο τρόπο χρηματοδότησης στην αλλοδαπή καλύπτοντας κατ' αρχήν απαιτήσεις από στεγαστικά δάνεια και στη συνέχεια πάσης φύσεως επιχειρηματικές απαιτήσεις (π.χ. απαιτήσεις μιας τράπεζας από δάνεια που αποτελούν μια από τις πλέον διαδεδομένες περιπτώσεις τιτλοποιήσεων διεθνώς). Στην πιο απλή μορφή της συνίσταται στην εκχώρηση απαιτήσεων από έναν ή περισσοτέρους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μια άλλη εταιρεία που έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1-14 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 συνάγεται ότι: α) Προκειμένου εμπορικές επιχειρήσεις (πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις) να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια για τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες προσφεύγουν στον συγκεκριμένο θεσμό μεταβιβάζοντας τις επιχειρηματικές τους απαιτήσεις λόγω πώλησης στις προς τούτο συνιστάμενες εταιρείες ειδικού σκοπού, οι οποίες τις «τιτλοποιούν» ενσωματώνοντας τες σε ομολογίες που εκδίδουν συγκεκριμένης ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ εκάστη που εν συνεχεία διαθέτουν (με ιδιωτική τοποθέτηση) σε ένα περιορισμένο κύκλο προσώπων όχι άνω των 150, η δε εξόφληση τους πραγματοποιείται από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή από δάνεια πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων, β) Η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων επέρχεται από την καταχώρηση της σχετικής έγγραφης σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000. γ) Η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται με σύμβαση εντολής/διαχείρισης από την αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού με έγγραφη σύμβαση, σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, νομίμως λειτουργούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο (είτε είναι εγγυητής των εν λόγω απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη τους πριν τη μεταβίβαση), καταχωρίζεται δε και αυτή η σύμβαση (όπως κάθε μεταβολή) στο παραπάνω δημόσιο βιβλίο, χωρίς ωστόσο ο νόμος (3156/2003) να απονέμει στην εταιρία διαχείρισης την ιδιότητα του κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου (μη δικαιούχου), όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του ν. 4354/2015 στο άρθρο 2 παρ. 4 αυτού, δ) Επιτρέπεται η μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν για σκοπούς τιτλοποίησης, για δε τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκεί η καταχώρηση στο δημόσιο βιβλίο του άνω νόμου, ε) οι εν λόγω συμβάσεις (τιτλοποίησης) συντάσσονται σε συγκεκριμένο έντυπο (όπως τούτο περιγράφεται λεπτομερώς στην προμνημονευθείσα ΥΑ161/2003) [ΑΠ 909/2021].

 

16. Περαιτέρω, το προαναφερόμενο άρθρο 10 (παρ. 16) του ν. 3156/2003 προβλέπει   ότι επί τιτλοποίηση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, από τράπεζα σε εταιρία ειδικού σκοπού, είναι δυνατόν να ανατεθεί με έγγραφη σύμβαση, η οποία σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 η διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, το οποίο στην περίπτωση που η εταιρία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα. Ειδικότερα, για την άνω σύμβαση διαχείρισης, η οποία κατά τα εννοιολογικά της στοιχεία ταυτίζεται με τη σύμβαση εντολής (713 επ. ΑΚ) και αντιπροσώπευσης (211 επ ΑΚ), από τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003, συνάγεται ότι η ως άνω εταιρία διαχείρισης ενεργεί πράξεις διαχείρισης ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της εταιρίας ειδικού σκοπού (απόκτησης). Ο νόμος, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση, δεν απονέμει στην εταιρία διαχείρισης [με την οποία συμβάλλεται η εταιρία απόκτησης] την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, έστω και έμμεσα, χωρίς πανηγυρική διατύπωση, ώστε η τελευταία να ασκεί ως μη δικαιούχος διάδικος, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, αγωγές και άλλα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των δικαστηρίων για τα δικαιώματα της εταιρίας απόκτησης, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομα της. Με άλλα λόγια, δεν της απονέμει ενεργητική κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση, αλλά ρυθμίζει απλά τους όρους και το πλαίσιο της εκτέλεσης εξώδικων διαχειριστικών (νομικών ή υλικών) πράξεων με σκοπό την είσπραξη (για λογαριασμό της εντολέως της, δικαιούχου) των απαιτήσεων από τους οφειλέτες. Εξάλλου, με τον ν. 4354/2015 δεν καταργήθηκε η καθιερωθείσα με το ν. 3156/2003 δυνατότητα απόκτησης και διαχείρισης επιχειρηματικών δανείων κλπ. με τιτλοποίηση, αλλά εξακολούθησε και εξακολουθεί να ισχύει για τις μεταβιβάσεις απαιτήσεων που γίνονται με τους δικούς του όρους και διαδικασία. Μάλιστα, για να μην υπάρχει σύγχυση για τις εφαρμοζόμενες σε κάθε περίπτωση νομοθετικές ρυθμίσεις, ρητά ορίστηκε στο άρθρο 1 παρ. 1 περ. δ' του ν. 4354/2015 ότι οι διατάξεις του τελευταίου δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3156/2003. Επομένως, οι διατάξεις του ν. 4354/2015 και όσα αυτές προβλέπουν για την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση (ως μη δικαιούχων διαδίκων) των εταιριών διαχείρισης δανείων κ.λπ. που αυτός καθιερώνει, δεν εφαρμόζονται επί των εταιριών διαχείρισης του ν. 3165/2003. Ειδικότερα, τέτοια εξουσία κατ' εξαίρεση νομιμοποίησης μη δικαιούχου διαδίκου δεν απονέμει στις εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν κατά τους όρους του ν. 3156/2003 και η ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015 δεν εφαρμόζεται σ' αυτές. Η εταιρία στην οποία η εταιρία ειδικού σκοπού [απόκτησης με τιτλοποίηση απαιτήσεων] του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 αναθέτει με σύμβαση   εντολής την διαχείριση των αποκτώμενων απαιτήσεων, δεν έχει οριστεί εκ του νόμου μη δικαιούχος, κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενος, διάδικος, και επομένως δεν νομιμοποιείται να ενεργεί διαδικαστικές πράξεις για λογαριασμό της εντολέως της εταιρίας, ούτε η μεταξύ τους σύμβαση και η παροχή πληρεξουσιότητας μπορεί να καθιδρύσει κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση. Κατ' ακολουθίαν, διαδικαστική ενέργεια που επιχειρεί για λογαριασμό της εταιρίας ειδικού σκοπού απόκτησης απαιτήσεων, ενεργούμενη από αυτήν είναι απαράδεκτη λόγω έλλειψης νομιμοποίησης [Γεώργιος Στ. Αποστολάκης, Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου, 'Ζητήματα από την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση των εταιρειών διαχειρίσεως απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια'  Επιθεώρηση Ακινήτων 2021. 705-707].

 

17. Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση του 1ου λόγου έφεσης, σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου η εκκαλουμένη (ΜΠΑ 423/2022)  εσφαλμένως απέρριψε ως μη νόμιμο τον 1° λόγο ανακοπής [σύμφωνα με τον οποίο (1° λόγο ανακοπής) η από 21.7.2021 επιταγή προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο απογράφου της ένδικης διαταγής πληρωμής, που επιδόθηκε στους αιτούντες στις 22.7.2021, είναι άκυρη, καθώς και η - βάσει της άκυρης επιταγής - αναφερόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης    της     υπογράφουσας την επιταγή διαχειρίστριας εταιρίας] κρίνοντας ότι η α' των καθών, . HELLAS εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της αλλοδαπής εταιρίας «. FINANCIAL INVESTOR DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», ειδικής διαδόχου της «ALPHA ΒΑΝΚ», αρχικής δικαιούχου της άνω απαιτήσεως και υπερ ης η ένδικη διαταγή πληρωμής, κατόπιν μεταβίβασης της ένδικης απαίτησης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων κατ' άρθρο 10 του ν. 3156/2003, νομιμοποιείται να ενεργεί πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, και ειδικότερα την επίσπευση με την από 21.7.2021 επιταγή (η οποία επιδόθηκε στους αιτούντες στις 22.7.2021) της αναγκαστικής εκτέλεσης της άνω διαταγής πληρωμής. Και τούτο, διότι, κατά τον ίδιο 1° λόγο έφεσης, η νομιμοποίηση της β' των καθ' ων (. HELLAS ΑΕΔΑΔΠ) στηρίζεται στον ν. 3156/2003, ο οποίος δεν προσδίδει στον διαχειριστή απαίτησης που μεταβιβάστηκε προς τιτλοποίηση, την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, και εξ αυτού (δεν προσδίδει) την νομιμοποίηση προς άσκηση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, παρά μόνο εξώδικων διαχειριστικών (νομικών ή υλικών) πράξεων, σε αντίθεση με τον ν. 4354/2015 ο οποίος ρητώς προσδίδει στις εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων την άνω ιδιότητα και νομιμοποίηση, πλην όμως δεν εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση.

 

18. Ο άνω 1ος λόγος έφεσης πιθανολογείται νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 904, 919, 925 ΚΠολΔ, άρθρο 10 του ν. 3156/2003, όπως οι διατάξεις αυτές αναλύονται στις με αριθμούς 13 - 16 νομικές σκέψεις. Επομένως, ο 1ος λόγος έφεσης, ο οποίος περιέχει τον 1° λόγο ανακοπής, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω    κατ' ουσίαν.

 

19. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του εξετασθέντος μάρτυρα ., από τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι και από τους ισχυρισμούς τους, όπως αυτοί διατυπώθηκαν προφορικά και με τα έγγραφα σημειώματα που κατέθεσαν, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα:

 

20. Κατόπιν αιτήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ALPHA BANK ΑΕ» (δανείστριας) εκδόθηκε η υπ' αριθ. ./2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι ήδη αιτούντες, ως εγγυητές, και η (μη διάδικος) πιστούχος εταιρία «. ΕΠΕ» διατάσσονται να καταβάλουν στην «ALPHA BANK ΑΕ», εις ολόκληρον ο καθένας, ποσό 1.106.584,25 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, με βάση την ./16.10.2008 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.

 

21. Οι αιτούντες στις 12.5.2017 επιτάχθηκαν να καταβάλουν στην υπερ ής η διαταγή πληρωμής το άνω ποσό κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων, και στις 31.5.2017 άσκησαν την με αριθμό κατάθεσης ./2017 ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της ανακοπής εκείνης εκδόθηκε η ΠΠΑ 303/2019 (απορριπτική), κατά της οποίας και της ALPHA BANK οι αιτούντες άσκησαν την ./25.1.2021 (αριθμός κατάθεσης στο πρωτοβάθμιο) έφεση, η οποία εκκρεμεί, όπως συνομολογείται

 

22. Στις 22.7.2021 επιδόθηκε στους αιτούντες (καθ' ων η διαταγή πληρωμής) αντίγραφο εξ απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση της α' των καθ' ων, . HELLAS ΑΕΔΑΔΠ, ως διαχειρίστριας (δυνάμει της από 17.7.2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας) της μεταβιβασθείσας στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «. FINANCIAL INVESTOR DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» (δυνάμει της από 17.7.2020 σύμβασης εκχώρησης απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας), ειδική διάδοχο της «ALPHA ΒΑΝΚ», αρχικής δικαιούχου της άνω απαιτήσεως και υπερ ης η διαταγή πληρωμής, απαίτησης από τη διαταγή πληρωμής, με συγκοινοποίηση νομιμοποιητικών εγγράφων.

 

23. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της υπ' αριθ. .Β'/29.9.2021 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ., με την οποία επισπεύδεται πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ακινήτου στις 15.7.2022 κατά τα κατωτέρω, δυνάμει της άνω από 21.7.2021 επιταγής προς εκτέλεση, στις 29.9.2021 επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση, με την άνω κατασχετήρια έκθεση, για ποσό 50.000 ευρώ, σε βάρος του ακινήτου με ΚΑΕΚ ., που περιγράφεται  στην έκθεση αυτή, συγκυριότητας των αιτούντων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστου [υπ' αριθ. ./5.5.1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ., νομίμως μεταγεγραμμενου], και ειδικότερα: Επί της κάθετης ιδιοκτησίας (τμήματος οικοπέδου) κειμένης στο Δήμο Διονύσου Αττικής, (οδός .), επιφάνειας (του τμήματος) 800 τμ, με την επ' αυτού οικία επιφάνειας 579 τμ. Ημέρα ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ορίστηκε η 11η.5.2022, οπότε και ματαιώθηκε.

 

24. Την 1η.6.2022 επιδόθηκε στους αιτούντες η από 30.5.2022 επιταγή της β' των καθ' ων (. Greece ΑΕΔΑΔΠ) προς εκτέλεση, με νομιμοποιητικά έγγραφα, ως νέας διαχειρίστριας της ένδικης απαίτησης της μεταβιβασθείσας στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «. FINANCIAL INVESTOR DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» [η οποία αρχικά είχε αναθέσει τη διαχείριση της απαίτησης στην άνω β' των καθ' ων . HELLAS ΑΕΔΑΔΠ], δυνάμει της από 19.4.2022 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων σε συνδυασμό με το από 18.4.2022 ιδιωτικό συμφωνητικό, περίληψη της οποίας καταχωρίσθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στις 19.4.2022. Με την υπ' αριθ. ./10.6.2022 πράξη δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της Συμβολαιογράφου Αθηνών ., η β' των καθ' ων επισπεύδει πλειστηριασμό του άνω ακινήτου στις 15.7.2022.

 

25. Όπως προκύπτει από την από 1.7.2020 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων σε συνδυασμό με την από 17.7.2020 σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας έχει δημοσιευθεί με αριθμό πρωτοκόλλου ./17.7.2020 στα τηρούμενα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών βιβλία του ν. 2844/2000 [τόμος ., α/α .], μεταξύ αφενός της υπέρ ης η διαταγή πληρωμής ALPHA BANK ΑΕ (μεταβιβάζουσας) και αφετέρου της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «. FINANCIAL INVESTOR DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας (αποκτώσας), η μεταβίβαση της απαίτησης από την άνω διαταγή πληρωμής έλαβε χώρα, όπως ρητώς αναφέρεται και στην από 21.7.2021 επιταγή προς εκτέλεση, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003, δηλαδή στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων.

 

26. Περαιτέρω, μεταξύ αφενός της άνω νέας δικαιούχου της απαίτησης, ειδικής διαδόχου, αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού (. FINANCIAL INVESTOR DESIGNATED ACTIVITY COMPANY) και αφετέρου της α' των καθ' ων εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων (. HELLAS ΑΕΔΑΔΠ), καταρτίστηκε, κατ' άρθρο 10 (παρ. 14, 16) του ν. 3156/2003, η από 17.7.2020 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει δημοσιευθεί με αριθμό πρωτοκόλλου ./17.7.2020 στα τηρούμενα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών βιβλία του ν. 2844/2000 [τόμος: ., αριθμός: .].

 

27. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στις με αριθμούς 13-16 (συνοπτικώς: 16) νομικές σκέψεις, στις εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν κατά τους όρους του ν. 3156/2003, δηλαδή στο πλαίσιο τιτλοποίησης, ο νόμος αυτός δεν προσδίδει την ιδιότητα κατ' εξαίρεση νομιμοποίησης του μη δικαιούχου διαδίκου, και εξ αυτού (δεν προσδίδει) την νομιμοποίηση προς άσκηση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, παρά μόνο εξώδικων διαχειριστικών (νομικών ή υλικών) πράξεων. Επομένως, οι διατάξεις του ν. 4354/2015 και όσα αυτές προβλέπουν για την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση (ως μη δικαιούχων διαδίκων) των εταιριών διαχείρισης δανείων κ.λπ. που αυτός καθιερώνει, δεν εφαρμόζονται επί των εταιριών διαχείρισης του ν. 3165/2003. Πρόκειται για διαφορετικές νομοθετικές ρυθμίσεις που εξακολουθούν να ισχύουν παράλληλα για τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις που γίνονται κατά τους όρους και τη διαδικασία του κάθε ενός ως άνω νόμου. Ακριβώς για να μην υπάρχει σύγχυση για τις εφαρμοζόμενες σε κάθε περίπτωση νομοθετικές ρυθμίσεις, ρητά ορίστηκε στο άρθρο 1 παρ. 1 περ. δ' του ν. 4354/2015 ότι οι διατάξεις του τελευταίου δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3156/2003. Εξουσία κατ' εξαίρεση νομιμοποίησης μη δικαιούχου διαδίκου στις εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν κατά τους όρους του ν. 3156/2003 δεν απονέμει ο νόμος αυτός, ενώ η ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015 δεν εφαρμόζεται σ' αυτές. Εν προκειμένω η α' των καθ' ων, στην οποία η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού (απόκτησης με τιτλοποίηση απαιτήσεων) του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 ανέθεσε με σύμβαση εντολής τη διαχείριση των αποκτώμενων απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και της ένδικης απαίτησης, δεν έχει οριστεί εκ του νόμου μη δικαιούχος, κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενος, διάδικος, και επομένως δεν νομιμοποιείται να ενεργεί διαδικαστικές πράξεις για λογαριασμό της εντολέως της, ούτε η μεταξύ τους σύμβαση και η παροχή πληρεξουσιότητας μπορεί να καθιδρύσει τέτοια νομιμοποίηση. Ακολούθως, η α' των καθ' ών (. HELLAS ΑΕΔΑΔΠ) δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην επίσπευση ή συνέχιση, με την από 21.7.2021 επιταγή, της αναγκαστικής εκτέλεσης [της οποίας η αναστολή ζητείται με την υπό κρίση αίτηση], η δε επιταγή ως διαδικαστική πράξη της εκτέλεσης πιθανολογείται, για το λόγο αυτό, άκυρη, όπως άκυρη πιθανολογείται, περαιτέρω, και η βάσει της επιταγής υπ' αριθ. .Β'/29.9.2021 άνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, και ο ως άνω επισπευδόμενος πλειστηριασμός ακινήτου που έχει οριστεί για 15.7.2022.

 

28. Ακολούθως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον 1° λόγο της ανακοπής ως νόμω αβάσιμο, πιθανολογείται ότι έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Επομένως, ο 1ος λόγος έφεσης, ο οποίος περιέχει τον 1° λόγο ανακοπής, πιθανολογείται βάσιμος και κατ' ουσίαν, όπως και η έφεση συνολικά [η οποία πιθανολογείται εμπρόθεσμη (άρθρα 495, 499 παρ. 2 ΚΠολΔ από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης (3.5.2022) μέχρι την κατάθεση της έφεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (28.6.2022)].

 

29. Επιπλέον, πιθανολογήθηκε ότι οι αιτούντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη, αν συνεχιστεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του κατασχεθέντος ακινήτου, που αποτελεί την κύρια κατοικίας τους. Ακόμη, από τα ανωτέρω πιθανολογήθηκε ότι η α' των καθ'ων (. HELLAS ΑΕΔΑΔΠ) κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αιτήσεως (28.6.2022) δεν ήταν διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης, η οποία (διαχείριση) είχε ήδη από 17.7.2020 μεταβιβαστεί στην β' των καθ' ων «. Greece ΑΕΔΑΔΠ». Ακολούθως, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως προς την διάδικο αυτή (α' καθ' ης), λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης της.

 

30. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει (Α) να απορριφθεί η αίτηση ως προς την α' των καθ' ων, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και (Β) κατά τα λοιπά, να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τα δικαστικά έξοδα θα συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της πρώτης των καθ' ων (. HELLAS), και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την  αίτηση  ως  προς την  πρώτη  των καθ' ων (. HELLAS).

 

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.

 

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την αναγκαστική εκτέλεση [συμπεριλαμβανομένου και του πλειστηριασμού του περιγραφομένου στο σκεπτικό ακινήτου που έχει οριστεί για την 15η.7.2022] που επισπεύδεται με την από 21.7.2021 επιταγή προς εκτέλεση κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθ. ./2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μέχρι τη συζήτηση της ./28.6.2022 έφεσης, η οποία έχει προσδιοριστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού [8° Τμήμα Εμπράγματο Μονομελές - Τακτική Διαδικασία] για την 1η.12.2022 (αριθμός πινακίου: .), και ΥΠΟ ΤΟΝ ΟΡΟ συζήτησης αυτής κατά την παραπάνω δικάσιμο (1.12.2022).

 

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

 

-Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 11/7/2022 έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι τους.

 

   Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                             Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Αναστασία I. Σιώμου