ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΤρΕφΑθ 5645/2025

 

Διαταγή πληρωμής - Προϋποθέσεις έκδοσης -.

 

Από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων με τους τυχόν οφειλομένους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή και ότι σ’ αυτή πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη· αν δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα ανωτέρω έγγραφα, ο τελευταίος οφείλει, κατ’ άρθρο 628 περ. α’ ΚΠολΔ, να απορρίψει τη σχετική αίτηση ως απαράδεκτη· εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του καθ’ ου η διαταγή, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ· η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη βραδύτερη (μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής) προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων, καθώς αντικείμενο της δίκης και κατά συνέπεια της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου, που δικάζει την ανακοπή, δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής· μη προσκόμιση από τράπεζα πρόσθετης πράξης της αρχικής σύμβασης. Ουδεμία επιρροή ασκεί η αναγνώριση του χρεωστικού υπολοίπου, από μεταγενέστερες πρόσθετες πράξεις, ιδίως από τη στιγμή που η αιτία της πληρωμής συνίσταται στη δανειακή σύμβαση και όχι σε αναγνώριση χρέους. Εξαφανίζεται η εκκαλουμένη, ακυρώνεται η διαταγή πληρωμής.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πειραιώς Γεωργίου Καλτσά)

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

Αριθμός απόφασης 5645/2025

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

14ο ΤΜΗΜΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Σοφία Σωτηροπούλου, Πρόεδρο Εφετών, Ελευθέριο Γεωργίλη, Εφέτη, Γεωργία-Ελενη Παπαγιαννοπούλου, Εφέτη - Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ερασμία Κανατά.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20-3-2025, για να δικάσει μεταξύ των:

 

Της εκκαλούσας:          … κατοίκου …, οδός … με Α.Φ.Μ. … η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Καλτσά του Λεωνίδα, Δικηγόρου Πειραιώς (ΑΜΔΣΠειρ 003231), κατοίκου ως εκ της ιδιότητάς του Πειραιώς (οδός … και προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

 

Των εφεσιβλήτων: 1) Της ανώνυμης εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/2015, με την επωνυμία … διακριτικό τίτλο … ΓΕΜΗ … και το … που εδρεύει στην Αθήνα όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με αριθμό … και ΑΦΜ … αδειοδοτηθείσας νομίμως δυνάμει της με αριθμό 326/2/17.09.2019 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ 3533/20.09.2019), ενεργούσας εν προκειμένω, δυνάμει της από 12.09.19 επιχειρηματικών απαιτήσεων, ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία …, εδρεύουσας στο καταχωρημένης στο Γραφείο Μητρώου Εταιρειών με αριθμό … και νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία … και το δ.τ. …, εδρεύουσας στην Αθήνα, επί της οδού …            με Α.Φ.Μ. …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει της από 12-09-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του Ν. 3156/2003, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του …, Δικηγόρου Αθηνών …, μέλους της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία … και δεν προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις και 2) Της ανώνυμης εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/2015, με την επωνυμία… και το διακριτικό τίτλο … που εδρεύει στην Αθήνα …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με αριθμ. … (ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών) αδειοδοτηθείσας νομίμως δυνάμει της με αριθμό 326/2/17.09.2019 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ 3533/20.09.2019), ενεργούσας εν προκειμένω, δυνάμει της από 21.07.20 Σύμβασης Διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια και πληρεξουσία των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία …, εδρεύουσας στο …, καταχωρημένης στο Γραφείο Μητρώου Εταιριών με αριθμό . και νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία… και το δ.τ. … εδρεύουσας στην Αθήνα, επί της οδού … με Α.Φ.Μ. …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει της από 21-07-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του Μ 3156/2003, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του …, μέλους της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία … και προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

 

Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 9-7-2020 και με αριθμ. κατάθ. ././2020 ανακοπή της σε βάρος της ήδη πρώτης εφεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή. Η ήδη δεύτερη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου την από 23-9-2020 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ././2020 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ήδη πρώτης εφεσίβλητης. Επί της ανακοπής και της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1128/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο συνεκδικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών την ανακοπή και την πρόσθετη παρέμβαση, αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την πρόσθετη παρέμβαση και απέρριψε την ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ επικυρώνοντας την με αριθμό ./2020 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 31-8-2023 έφεσή της, με αριθμό καταθέσεως ././2023 ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε στο παρόν δικαστήριο, με αριθμ. κατάθ. Δικογρ. ././2023, με την από 1-9-2023 πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, μετά από νόμιμη αναβολή, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από την οικεία σειρά του πινακίου και συζητήθηκε.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και με σχετική δήλωσή τους δήλωσαν, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ότι συμφωνούν να συζητηθεί η έφεση χωρίς να παρασταθούν, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης εφεσίβλητης δεν προκατέθεσε προτάσεις οι δε λοιποί της εκκαλούσας και της δεύτερης εφεσίβλητης, αντίστοιχα, προκατέθεσαν προτάσεις.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Στην κρινόμενη περίπτωση ασκήθηκε η από 31-8-2023 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ././2023 ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ././2023 ενώπιο του Δικαστηρίου τούτου έφεση της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας, που ηττήθηκε στην πρωτόδικη δίκη, κατά της υπ’ αριθμ. 1128/2022 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αφού συνεκδίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, την από 9-7-2020 και με αριθμ. κατάθ. ././2020 ανακοπή της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας και την από 23-9-2020 και με αριθμό καταθ. ././2020 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης, δέχθηκε την πρόσθετη παρέμβαση και απέρριψε την ανακοπή επικυρώνοντας την υπ' αριθμ. ./2020 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η υπό κρίση έφεση, νομίμως φέρεται, προς συζήτηση, στο παρόν καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο (άρθρο 19 του ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 ΚΠολΔ). Η ως άνω έφεση έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 496, 498, 511 και 513 παρ. 1 περ. β’ του ΚΠολΔ, καθ’ όσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύεται επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, η δε υπό κρισιολόγηση έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 1η.9.2023 (σχετ. έκθεση καταθέσεως δικογράφου εφέσεως της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών) και δεν έχει παρέλθει διετία από της δημοσιεύσεως αυτής την 29.04.2022. Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο, ποσού εκατό πενήντα (150) Ευρώ, με αριθμό . . ./2023, η κατάθεση του οποίου βεβαιώνεται στην από 1.9.2023 έκθεση καταθέσεως της κρινόμενης εφέσεως στην Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό, το νόμω και ουσία βάσιμο των επιμέρους λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία.

 

Εν προκειμένω, κατά την συζήτηση της υπόθεσης η πρώτη εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή ενεργούσα ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειρίστρια απαιτήσεων της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία … που εδρεύει στην Ιρλανδία αν και κλητεύτηκε νόμιμα προκειμένου να παρασταθεί στη δίκη αυτή κατά την αρχική δικάσιμο της 5-4-2024 κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται παραπάνω (βλ. την με αριθμό ./5-9-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά  και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, δεν προκατέθεσε προτάσεις ως υποχρεούται στον δεύτερο βαθμό κατ’ αρθρ. 524 παρ.1 ΚΠοΛΔ και συνεπώς η παράστασή της δεν είναι η προβλεπόμενη και πρέπει να θεωρηθεί δικονομικά απούσα. Δεδομένου του ότι νομίμως κλητεύτηκε (αρθρ. 122, 126,128 ΚΠολΔ), αλλά δεν παραστάθηκε κανονικά κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου και, συνεπώς, εν όψει του ότι η εγγραφή στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), πρέπει να δικαστεί ερήμην (ΜονΕφΑθ 158/2022, ΤΠΝ Νόμος). Το Δικαστήριο, ωστόσο, θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, δεδομένου ότι προσκομίστηκαν το εισαγωγικό δικόγραφο, οι προτάσεις των διαδίκων κατά την πρωτοβάθμια δίκη και τα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 524 § 4 ΚΠολΔ) ενώ, εξάλλου, η πρώτη εφεσίβλητη θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την παριστάμενη δεύτερη εφεσίβλητη, αναγκαία ομόδικό της, λόγω της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης που η τελευταία, άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 636 του ίδιου κώδικα μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Ορίζεται, δηλαδή, στον νόμο ως ειδική τυπική διαδικαστική προϋπόθεση της έκδοσης της διαταγής πληρωμής η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης και του δικαιούχου και υπόχρεου αυτής προϋπόθεση που δικαιολογεί κατ' εξαίρεση την απόκτηση εκτελεστού τίτλου, δίχως την ακρόαση του οφειλέτη και τη διάγνωση της αξίωσης κατ' ενάσκηση πλήρους δικαιοδοσίας με την έκδοση δικαστικής απόφασης. Η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης που επικαλείται ο δανειστής (ο οποίος επίσης πρέπει να προκύπτει από το έγγραφο), δεν σχετίζεται με την πραγματική ύπαρξη αυτής, καθόσον το τελευταίο συνδέεται με τους υποβαλλόμενους ισχυρισμούς του οφειλέτη, και για τον λόγο αυτόν δεν υπάρχει υποχρέωση εκ μέρους του να αποδείξει εγγράφως ότι ο οφειλέτης δεν έχει εκπληρώσει την παροχή του προς αυτόν. Ακολούθως εάν η απαίτηση ή το ποσό της ή ο δικαιούχος και ο υπόχρεός της δεν αποδεικνύονται εγγράφως ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής εάν δε-παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής τότε αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 αυτού, με την οποία πρέπει να προταθεί κατ' εφαρμογή της αρχής της διάθεσης η έλλειψη αυτή. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται, άνευ ετέρου, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, το οποίο δημιουργείται από την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό αυτής ανεξαρτήτως όπως προαναφέρθηκε, της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας απόδειξής της με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και συνεπώς η απόφαση δεν δημιουργεί δεδικασμένο για την ουσιαστική αξίωση, δηλαδή για την ύπαρξη ή μη και το μέγεθος της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, το οποίο περιορίζεται μόνο στο δικονομικό ζήτημα του κύρους και της ισχύος ή μη της τελευταίας. Σημειωτέου ότι έπειτα από την ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον ίδιο ως άνω τυπικό λόγο δεν αποκλείεται η άσκηση αίτησης περί έκδοσης νέας διαταγής πληρωμής εφόσον καλυφθεί το ελάττωμα που είχε οδηγήσει στην ακύρωση της πρώτης (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 88/2021, ΑΠ 872/2017, 736/2006 δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», βλ. ακόμη Στέφανο Πανταζόπουλο, Η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, Γ έκδοση, 2016, κεφάλαιο δεύτερο, σελ. 60 έως 66 και 79 έως 80). Περαιτέρω, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το χρεωστικό υπόλοιπο σύμβασης δανείου, όπως και το τοκοχρεολυτικό δάνειο, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως, η σύμβαση, η κίνηση και το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, που τηρήθηκε για να εξυπηρετήσει τη σύμβαση αυτή, στην οποία ενδέχεται να περιλαμβάνεται ειδική συμφωνία (άρθρο 361 ΑΚ) ότι η οφειλή του δανειολήπτη προς την τράπεζα θα υποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, το οποίο θα εμφανίζει την κίνηση των αμοιβαίων χρεοπιστώσεων και το τελικό κατάλοιπο (ΑΠ 88/2021 δημ. ό.π.).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη πρώτης εφεσίβλητης, την από 9-7-2020 και με αριθμ. κατάθ. ././2020 ανακοπή της με την οποία ζητούσε για όσους λόγους εξέθετε σ' αυτήν, να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ./2020 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η από 18-6-2020 επιταγή προς πληρωμή της καθ' ης παρά πόδας του αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ιδίας ως άνω διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης και ήδη πρώτη εφεσίβλητη το ποσό των 1.067.649,41 Ευρώ πλέον τόκων και εξόδων για απαίτηση απορρέουσα από την υπ' αριθμ. ./27-6-2005 σύμβαση στεγαστικού δανείου και τις πρόσθετες πράξεις αυτής. Ακολούθως, με την από 23-9-2020 και με αριθμό καταθ. ././2020 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης, ασκήθηκε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης. Επί των ως άνω ανακοπής και πρόσθετης παρέμβασης που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1128/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που αφού τις συνεκδίκασε, έκανε δεκτή την πρόσθετη παρέμβαση, κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο και παρέπεμψε στο καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο την ανακοπή του άρθρου 933 παρ. 1 του ΚΠολΔ και απέρριψε την ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων ώστε να εξαφανισθεί η απόφαση και γίνει δεκτή η ανακοπή της.

 

Με τον ένα και μοναδικό λόγο της έφεσής της, με τον οποίο επαναφέρει τον τέταρτο λόγο της ανακοπής της μέμφεται την εκκαλουμένη απόφαση διότι δεν ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου αφού κατά έκδοση της δεν είχε χωρήσει νομότυπη έγγραφη απόδειξη της απαίτησης και τούτο διότι η καθ' ης δεν προσκόμισε την από 18-1-2006 πρόσθετη πράξη της επίδικης σύμβασης δανείου με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται η απαίτησή της από το σύνολο των προσκομιζόμενων εγγράφων, αφού παραλήφθηκαν οι όροι που περιλαμβάνονταν στην ως άνω πρόσθετη πράξη. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αμφισβητείται η συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων έκδοσης της επίμαχης διαταγής πληρωμής, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις ως άνω διατάξεις και πρέπει περαιτέρω να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

 

Από την εκτίμηση των εγγράφων, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της από 27-06-2005 με αριθμό . σύμβασης στεγαστικού δανείου η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «.. Α.Ε.» χορήγησε ως δανείστρια στην ανακόπτουσα και τον … ως συνοφειλετών, με την εγγύηση των … του .., … του … τοκοχρεωλυτικό στεγαστικό δάνειο ποσού 445.000 Ευρώ, διάρκειας 360 μηνών με σκοπό την αποπληρωμή άλλου στεγαστικού δανείου κατ την επισκευή και αποπεράτωση κατοικίας. Σύμφωνα δε με τον υπ’ αριθμ. 2 όρο της ανωτέρω συμβάσεως ορίστηκε ότι η ανάληψη του δανείου από τους οφειλέτες θα αποδεικνυόταν είτε από τις σχετικές εγγραφές στα βιβλία της τράπεζας (χωρίς να απαιτείται η υπογραφή των οφειλετών) είτε από τα εντάλματα πληρωμής που θα εξέδιδε η τελευταία. Το δάνειο συμφωνήθηκε ότι θα εκτοκίζεται με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα απαρτίζεται από το Διατραπεζικό Επιτόκιο EURIBOR 360 ημερών πλέον περιθωρίου ανερχομένου σε 1,9% και της εισφοράς του Ν. 128/1975. Ως Διατραπεζικό Επιτόκιο EURIBOR 360 ημερών ορίστηκε ότι εννοείται το διατραπεζικό επιτόκιο EURIBOR 360 ημερών μηνιαίας διάρκειας, όπως αυτό καθορίζεται με βάση τον κανονισμό λειτουργίας Εuribor 360 ημερών και δημοσιοποιείται εκάστοτε (μέσω της ηλεκτρονικής οθόνης του Πρακτορείου REUTERS) την 11.00 μεσημβρινή ώρα Βρυξελλών δύο εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία υπολογισμού του ποσού της κάθε δόσης, στρογγυλοποιημένο στην πληρέστερη εκατοστιαία μονάδα. Περαιτέρω, κατά τον υπ’ αριθμ. 4.1 της επίδικης δανειακής σύμβασης συνομολογήθηκε ότι α) η εξόφληση του δανείου θα γίνει με την καταβολή 360 μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων της πρώτης καταβλητέας ένα (1) μήνα μετά την ημερομηνία της εφάπαξ εκταμίευσης του δανείου ή σε περίπτωση τμηματικών εκταμιεύσεων από την ημερομηνία της πρώτης εκταμίευσης και β) το ποσό εκάστης οφειλόμενης δόσης θα αποδεικνύεται από τα αντίγραφα ή τα αποσπάσματα από τα βιβλία της τράπεζας που εμφανίζουν την κίνηση του ή των λογαριασμών του δανείου, επιτρεπομένης όμως ανταπόδειξης. Επίσης, με τον υπ’ αριθμ. 5.3 συμβατικό όρο συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης οποιοσδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή τόκων ή των ασφαλίστρων, οι οφειλέτες, αυτοδίκαια, θα χρεώνονται για τα καθυστερούμενα ποσά, από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρις εξοφλήσεως, με τόκο υπερημερίας ανερχόμενο, κατά το χρόνο εκείνο, σε 2,5 εκατοστιαίες μονάδες πλέον του εκάστοτε ισχύοντος συμβατικού επιτοκίου. Σε περίπτωση δε θεσπίσεως επιτοκίου υπερημερίας ανώτερου του αμέσως προαναφερθέντος ορίστηκε ότι θα ισχύει το εκάστοτε ισχύον ανώτερο όριο του επιτοκίου υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη όχληση ή ειδοποίηση ή επιταγή πληρωμής προς τους οφειλέτες. Επιπροσθέτως, συμφωνήθηκε ότι η τράπεζα δικαιούτο στην περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης δύο (2) τοκοχρεωλυτικών δόσεων, εν όλω ή εν μέρει, είτε να επιδιώξει την είσπραξη της καθυστερημένης ή των καθυστερημένων δόσεων με τους οφειλόμενους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) και έξοδα είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, οπότε θα γινόταν ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το μη ληξιπρόθεσμο μέρος του δανείου και να επιδιώξει την είσπραξη του συνόλου της οφειλής. Σε κάθε περίπτωση υπερημερίας συνομολογήθηκε ότι η τράπεζα δικαιούτο να ανατοκίζει και τους καθυστερούμενους τόκους, ακόμη και μετά την καταγγελία της συμβάσεως, κατά τις ελάχιστες χρονικές περιόδους που θα επιτρέπει ο νόμος, ο οποίος θα ισχύει κατά την επέλευση της υπερημερίας και κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης ήταν το εξάμηνο. Στη συνέχεια, υπεγράφη μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλόμενων η από 18-01-2006 πρόσθετη πράξη της παραπάνω αρχικής δανειακής σύμβασης, βάσει της οποίας: α) αναγνωρίστηκε ότι το ανεξόφλητο υπόλοιπο του χορηγηθέντος δανείου ανήρχετο στο ποσό των 441.872,73 €, πλέον τόκων από 18-01-2006, β) τροποποιήθηκε το περιθώριο του συμβατικού επιτοκίου από 1,9% σε 1,5% και γ) συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση του δανείου θα γίνει σε 355 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, της πρώτης καταβλητέας την 28-01-2006, ενώ παράλληλα τροποποιήθηκαν και οι όροι της αρχικής σύμβασης για τη συμφωνηθείσα ασφάλιση του εμπραγμάτως βεβαρημένου ακινήτου των οφειλετών αλλά και των ιδίων προσωπικά. Όλοι δε οι λοιποί όροι της ένδικης σύμβασης δανείου παρέμειναν ίδιοι και συμφωνήθηκε ότι εξακολουθούσαν να ισχύουν (υπ' αριθμ. 4 όρος της από 18-01-2006 πρόσθετης πράξης). Έπειτα, μεταξύ των Ιδίων συμβαλλομένων υπεγράφη η από 20-11-2006 πράξη τροποποίησης της ως άνω επίδικης σύμβασης δια της οποίας συνομολογήθηκε ότι το ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου κατά το χρόνο εκείνο ήταν 435.669,05 €, πλέον τόκων από 28-10-2006 και ότι το εν λόγω υπόλοιπο θα μετατρεπόταν την 29-11-2006 σε ελβετικά φράγκα (CHF) με βάση την ισοτιμία του οικείου συναλλάγματος εκείνης της ημέρας, όπως θα προέκυπτε αυτή από τη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος. Η τιμή αυτή ορίστηκε ότι θα ήταν χαμηλότερη από τρέχουσα τιμή, που η τράπεζα αγόραζε το ελβετικό φράγκο και η οποία εμφανιζόταν στο Ημερήσιο Δελτίο Τιμών Συναλλάγματος της ίδιας. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε το δάνειο θα εκτοκίζεται με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα απαρτίζεται από το Διατραπεζικό Επιτόκιο LIBOR Ελβετικού Φράγκου (CHF) μηνιαίας διάρκειας 360 ημερών, πλέον περιθωρίου ανερχομένου σε 1,2% και της εισφοράς του Ν. 128/1975. Ως Διατραπεζικό Επιτόκιο LIBOR (London InterBank Offered Rate) Ελβετικού Φράγκου (CHF) μηνιαίας διάρκειας 360 ημερών, ορίστηκε ότι εννοείται το διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού σε Ελβετικό Φράγκο (CHF) αυτό καθορίζεται στην αγορά χρήματος του Λονδίνου με βάση υπολογισμού 360 ημερών από το ΒΒΑ (British Benkers' Association) την 11.00 μεσημβρινή ώρα Λονδίνου (και εμφανίζεται στη σχετική ηλεκτρονική οθόνη της εταιρείας REUTERS για το συγκεκριμένο νόμισμα και περίοδο), δύο εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία υπολογισμού του ποσού της κάθε δόσης, στρογγυλοποιημένο στην πληρέστερη εκατοστιαία μονάδα (υπ’ αριθμ. 3 όρος). Η εξόφληση του δανείου συμφωνήθηκε ότι θα γίνει σε 345 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις από την 29-11-2006, είτε με αυτούσιο συνάλλαγμα είτε με το σε Ευρώ ισάξιο (αντίτιμο) του συναλλάγματος Ελβετικών Φράγκων, υπολογιζόμενο την ημερομηνία πληρωμής της δόσης με βάση την ισοτιμία του οικείου συναλλάγματος όπως αυτή θα προέκυπτε από τη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος. Οι οφειλέτες συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλουν την ημέρα της μετατροπής τους τόκους μίας (1) ημέρας, που αποτελούν δεδουλευμένους τόκους της περιόδου από την καταβολή της τελευταίας δόσης σε Ευρώ έως την ημερομηνία της μετατροπής σε Ελβετικά Φράγκα. Ο τόκος δε της κάθε δόσης ορίστηκε ότι θα υπολογίζεται στο ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου με το προαναφερθέν επιτόκιο. Επιπλέον, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης δανείου, η τράπεζα είχε το δικαίωμα (όχι την υποχρέωση) να μετατρέψει το σύνολο της ληξιπρόθεσμος οφειλής σε Ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης από την τράπεζα του Ελβετικού Φράγκου, όπως η τιμή αυτή θα προέκυπτε από το Ημερήσιο Δελτίο Τιμών Συναλλάγματος αυτής κατά την ημερομηνία της μετατροπής και να χρεώνει αυτό με τόκο υπερημερίας που θα υπολογιζόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από το άθροισμα του κάθε φορά ισχύοντος Βασικού Επιτοκίου της τράπεζας για τη χορήγηση στεγαστικών δανείων σε Ευρώ, πλέον περιθωρίου της και της εισφοράς του Ν. 128/1975, προσαυξημένο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες. Σε περίπτωση που θα ίσχυε ανώτερο επιτόκιο υπερημερίας συμφωνήθηκε να ισχύει τούτο (υπ’ αριθμ. 8.1 όρος). Κατά τα λοιπά, οι άλλοι όροι της σύμβασης παρέμειναν ίδιοι και συμφωνήθηκε εκ νέου στον υπ’ αριθμ. 8.6 όρο της πρόσθετης αυτής πράξης ότι τα αντίγραφα ή τα αποσπάσματα από τα βιβλία της τράπεζας που εμφανίζουν την κίνηση του ή των λογαριασμών του δανείου από την έναρξή τους ή από την τελευταία αναγνώριση του οφειλέτη αποτελούν πλήρη απόδειξη των απαιτήσεων της τράπεζας, κατά των οφειλετών και των εγγυητών, ακόμη καi μετά το κλείσιμο του λογαριασμού ή την επιδίκαση της απαίτησης μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή της, επιτρεπομένης της ανταπόδειξης. Ακολούθως, οι συμβαλλόμενοι υπέγραψαν την από 27-12-2006 τροποποιητική πράξη της αρχικής δανειακής σύμβασης, με την οποία συμφώνησαν ότι το ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου κατά το χρόνο εκείνο ήταν 435.101 πλέον τόκων από 28-11-2006 και ότι το εν λόγω υπόλοιπο θα μετατρεπόταν την 29-12-2006 σε ελβετικά φράγκα (CHF) με βάση την ισοτιμία του οικείου συναλλάγματος εκείνης της ημέρας, όπως θα προέκυπτε αυτή από τη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος. Η τιμή αυτή ορίστηκε ότι θα ήταν χαμηλότερη από τρέχουσα τιμή, που η τράπεζα αγόραζε το ελβετικό φράγκο και η οποία εμφανιζόταν στο Ημερήσιο Δελτίο Τιμών Συναλλάγματος της ίδιας. Επιπλέον, συμφωνήθηκε το δάνειο θα εκτοκίζεται με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα απαρτίζεται από το Διατραπεζικό Επιτόκιο LIBOR Ελβετικού Φράγκου (CHF) μηνιαίας διάρκειας 360 ημερών, πλέον περιθωρίου ανερχομένου σε 12% και της εισφοράς του Ν. 128/1975. Ως Διατραπεζικό Επιτόκιο LIBOR (London InterBank Offered Rate) Ελβετικού Φράγκου (CHF) μηνιαίας διάρκειας 360 ημερών, ορίστηκε ότι εννοείται το διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού σε Ελβετικό Φράγκο (CHF) αυτό καθορίζεται στην αγορά χρήματος του Λονδίνου με βάση υπολογισμού 360 ημερών από το ΒΒΑ (British Benkers' Association) την 11.00 μεσημβρινή ώρα Λονδίνου (και εμφανίζεται στη σχετική ηλεκτρονική οθόνη της εταιρείας REUTERS για το συγκεκριμένο νόμισμα και περίοδο), δύο εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία υπολογισμού του ποσού της κάθε δόσης, στρογγυλοποιημένο στην πληρέστερη εκατοστιαία μονάδα (υπ’ αριθμ. 3 όρος, όπως ακριβώς και στην προηγούμενη από 20-11-2006 πρόσθετη πράξη). Η εξόφληση του δανείου συμφωνήθηκε ότι θα γίνει σε 343 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις από την 29-12-2006, είτε με αυτούσιο συνάλλαγμα είτε με το σε Ευρώ ισάξιο (αντίτιμο) του συναλλάγματος Ελβετικών Φράγκων, υπολογιζόμενο την ημερομηνία πληρωμής της δόσης με βάση την ισοτιμία του οικείου συναλλάγματος όπως αυτή θα προέκυπτε από τη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος, οφειλέτες συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλουν την ημέρα της μετατροπής τους τόκους μίας (1) ημέρας, που αποτελούν δεδουλευμένους τόκους της περιόδου από την καταβολή της τελευταίας δόσης σε Ευρώ έως την ημερομηνία της μετατροπής σε Ελβετικά Φράγκα. Ο τόκος δε της κάθε δόσης ορίστηκε ότι θα υπολογίζεται στο ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου με το προαναφερθέν επιτόκιο. Επιπλέον, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης δανείου, η τράπεζα είχε το δικαίωμα (όχι την υποχρέωση) να μετατρέψει το σύνολο της ληξιπρόθεσμος οφειλής σε Ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης από την τράπεζα του Ελβετικού Φράγκου, όπως η τιμή αυτή θα προέκυπτε από το Ημερήσιο Δελτίο Τιμών Συναλλάγματος αυτής κατά την ημερομηνία της μετατροπής και να χρεώνει αυτό με τόκο υπερημερίας που θα υπολογιζόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από το άθροισμα του κάθε φορά ισχύοντος Βασικού Επιτοκίου της τράπεζας για τη χορήγηση στεγαστικών δανείων σε Ευρώ, πλέον περιθωρίου της και της εισφοράς του Ν. 128/1975, προσαυξημένο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες. Σε περίπτωση που θα ίσχυε ανώτερο επιτόκιο υπερημερίας συμφωνήθηκε να ισχύει τούτο (υπ’ αριθμ. 8.1 όρος), οι λοιποί συμβατικοί όροι ως αναφέρονται στην επίδικη δανειακή σύμβαση και στις ανωτέρω πρόσθετες αυτής πράξης, παρέμειναν αμετάβλητοι. Στη συνέχεια, μεταξύ των συμβαλλομένων (πλην του … του …) υπεγράφη η από 04-07-2008 πρόσθετη πράξη, με την οποία τροποποιήθηκε η αρχική σύμβαση και συνομολογήθηκε ότι το ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου ανήρχετο σε 680.034,71 CHF πλέον τόκων από την 03-07-2008 και ότι οι οφειλέτες θα κατέβαλαν κατά τη διάρκεια του πρώτου 24μήνου από την ημερομηνία καταβολής της επόμενης δόσης, ήτοι από την 03-08-2008, τόκο που θα υπολογιζόταν με σταθερό επιτόκιο ανερχόμενο σε 2,95% ετησίως, πλέον της εισφοράς του Ν. 128/1975 και εν συνεχεία, μετά την παρέλευση της ως άνω χρονικής περιόδου, οι οφειλέτες θα κατέβαλαν τόκο που θα υπολογιζόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο απαρτιζόμενο από το Διατραπεζικό Επιτόκιο LIBOR Ελβετικού Φράγκου (CHF) μηνιαίας διάρκειας 360 ημερών, πλέον περιθωρίου ανερχομένου σε 1,60% και της εισφοράς του Ν. 128/1975. Το δε δάνειο συνομολογήθηκε ότι θα εξοφληθεί, κατά την περίοδο του σταθερού επιτοκίου, με την καταβολή 24 ίσων μηνιαίων, συνεχών τοκοχρεωλυτικών δόσεων και εν συνεχεία με την καταβολή 301 μηνιαίων, συνεχών τοκοχρεωλυτικών δόσεων. Έπειτα, οι συμβαλλόμενοι υπέγραψαν την από 19-01-2009 πρόσθετη πράξη της ένδικης σύμβασης δανείου με την οποία συμφωνήθηκε ότι το άληκτο ποσό του δανείου ανήρχετο σε 671.917,49 CHF, πλέον τόκων από την 03-01-2009 και ορίστηκε ότι οι οφειλέτες θα καταβάλουν το ήμισυ του ποσού των αμέσως επομένων 11 τοκοχρεωλυτικών δόσεων, αρχής γενομένης από την 03-02-2009. Τέλος, οι συμβαλλόμενοι (πλην του …) υπέγραψαν την από 24-09-2010 πρόσθετη πράξη της ένδικης δανειακής σύμβασης, δυνάμει της οποίας συνομολογήθηκε ότι το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ήταν 660.015,52 CHF, πλέον τόκων από την 03-09-2010 και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δανείου, εκ κεφαλαίου, συμβατικών τόκων και ασφαλίστρων ανέρχονταν στο ποσό των 11.362,69 €, ήτοι ότι η συνολική ανεξόφλητη οφειλή των οφειλετών ανήρχετο στο ποσό των 671.378,11 CHF. Μάλιστα οι οφειλέτες και οι εγγυητές αναγνώρισαν ρητά την ακρίβεια της παραπάνω οφειλής τους κι επίσης τροποποιήσαν την αρχική σύμβαση δανείου, ως αυτή ίσχυε μετά τις ως άνω πρόσθετες πράξεις της, αναφορικά α) με τη διάρκεια του δανείου, η οποία επιμηκύνθηκε κατά 36 μήνες, β) με το περιθώριο του κυμαινόμενου επιτοκίου το οποίο ορίστηκε σε 2,00% και γ) με τον τρόπο καταβολής των δόσεων, αφού συνομολογήθηκε ότι οι οφειλέτες θα καταβάλλουν το ήμισυ του ποσού εκάστης εκ των επομένων τοκοχρεωλυτικών δόσεων αρχής γενομένης από την 03-10-2010. ΟΙ υπόλοιποι δε όροι της δανειακής σύμβασης και των προσθέτων αυτής πράξεων παρέμειναν ίδιοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εκταμίευση του δανείου έγινε την 28-07-2005 και τηρήθηκαν για την εξυπηρέτησή του α) ο υπ’ αριθμ. ... λογαριασμός, ο οποίος κινήθηκε από την ημερομηνία εκταμίευσης μέχρι την 03-01-2007, οπότε και το νόμισμα του δανείου μετατράπηκε από Ευρώ σε Ελβετικά Φράγκα και β) ο υπ’ αριθμ. … λογαριασμός, ο οποίος κινήθηκε από την 03-01-2007 μέχρι την 03-08-2012 οπότε καταγγέλθηκε η ένδικη σύμβαση. Στη συνέχεια, προέκυψε ότι η δανείστρια τράπεζα, με την επωνυμία … δυνάμει της από 12-09-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, που καταχωρίστηκε την 16-09-2019 στα οικεία βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο . με αριθμό .  και διορθώθηκε την 12-12-2019, της διορθώσεως αυτής καταχωρισθείσας ομοίως στα ως άνω βιβλία στον τόμο . με αριθμό ., μεταβίβασε την επίδικη απαίτηση προς την αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία … , της οποίας διαχειρίστρια κατά το Ν. 4354/2015, κατέστη η καθ’ ης η ανακοπή και ήδη πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία … δυνάμει της από 12-09-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως καταχωρισθείσας στα οικεία βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 16-09-2019 στον τόμο . με αριθμό ., σε συνδυασμό με την ομοίως καταχωρισθείσα στα ως άνω βιβλία πράξη μεταβολής του προσώπου του διαχειριστή (τόμος ., αριθμός .). Κατόπιν τούτου, η καθ' ης η ανακοπή υπέβαλε την από 20-12-2019 αίτηση για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Για την έκδοση της τελευταίας και προς απόδειξη της επίδικης απαιτήσεώς της, η καθ’ ης η ανακοπή επικαλέστηκε και προσκόμισε τα κάτωθι έγγραφα: α) αντίγραφο της υπ’ αριθμ. ./27-06-2005 σύμβασης στεγαστικού δανείου, β) αντίγραφο της από 20-11-2006 πρόσθετης πράξης της επίδικης δανειακής σύμβασης, γ) αντίγραφο της από 04-07-2008 πρόσθετης πράξης της επίδικης δανειακής σύμβασης, δ) αντίγραφο της από 19-01-2009 πρόσθετης πράξης της επίδικης δανειακής σύμβασης, ε) αντίγραφο της από 24-09-2010 πρόσθετης πράξης της επίδικης δανειακής σύμβασης, στ) την πρωτότυπη καρτέλα δανείου η οποία εξήχθη νομίμως από τα εμπορικά βιβλία της εταιρείας … τα οποία τηρούνταν στο μηχανογραφικό σύστημα της δικαιοπαρόχου της τράπεζας … νομίμως επικυρωμένη, από την οποία προέκυπταν οι κινήσεις των τηρηθέντων υπ' αριθμ, … και … λογαριασμών, ζ) αντίγραφο της από 29-08-2012 εξώδικης καταγγελίας της επίδικης δανειακής σύμβασης που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα δυνάμει της υπ’ αριθμ. ./7-09-2012 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, η) το πρωτότυπο απόσπασμα του υπ’ αριθμ. . λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, το οποίο εξήχθη νομίμως από τα εμπορικά βιβλία της εταιρείας … τα οποία τηρούνταν στο μηχανογραφικό σύστημα της δικαιοπαρόχου της τράπεζας         νομίμως επικυρωμένο, θ) αντίγραφο της με αριθμό πρωτοκόλλου ./16-09-2019 δημοσίευσης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος . αριθμός .) της περίληψης της από 12-09-2019 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων, δυνάμει της οποίας η εταιρίας με την επωνυμία … ανέθεσε τη διαχείριση της επίδικης απαίτησης στην εταιρία με την επωνυμία …, 1) αντίγραφο της με αριθμό πρωτοκόλλου ./23-09-2019 δημοσίευσης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος . αριθμός .) της περίληψης της τροποποίησης της από 12-09-2019 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων ως προς το πρόσωπο του διαχειριστή και ια) αντίγραφο της από 05-11-2019 με αριθμό πρωτοκόλλου .  ανακοίνωσης καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. της απόφασης με την οποία εγκρίθηκε η αλλαγή επωνυμίας της αιτούσας τη διαταγή πληρωμή εταιρείας από …  σε …

 

Από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδεικνύεται ότι πράγματι, όπως η ανακόπτουσα εκθέτει, η από 18-01-2006 πρόσθετη πράξη της επίδικης δανειακής σύμβασης δεν αναφέρθηκε ειδικώς στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και πολύ περισσότερο δεν προσκομίστηκε με τα λοιπά αποδεικτικά της απαίτησης έγγραφα. Με την πρόσθετη αυτή πράξη τροποποιήθηκε η σύμβαση ως προς το περιθώριο του συμβατικού επιτοκίου, ως προς τη διάρκεια του δανείου και ως προς την ασφάλιση του εμπραγμάτως βεβαρημένου ακινήτου των οφειλετών αλλά και των ιδίων προσωπικά, δηλαδή προσδιορίζονταν ουσιώδεις όροι της συμφωνίας των συμβαλλομένων, το περιεχόμενο των οποίων, πλην του ποσού του δανείου, που αναφέρεται στις επόμενες αυτής καταρτισθείσες πρόσθετες πράξεις (οι οποίες προσκομίστηκαν), δεν αποδεικνύεται από τα λοιπά έγγραφα που είχαν προσκομιστεί. Η παράλειψη προσκόμισης της προαναφερόμενης πρόσθετης πράξης, με την οποία συμπληρώνονται οι όροι της πίστωσης και συνιστούν ενιαίο τμήμα και αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης πίστωσης δεν αμφισβητείται από την καθ’ ης η ανακοπή ούτε η τελευταία αρνείται την κατάρτισή της. Ας σημειωθεί ότι η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον ως άνω τυπικό λόγο της μη έγγραφης απόδειξης απαγγέλλεται κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ήτοι σχετίζεται με την έλλειψη της ειδικής τυπικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, αυτή της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα και εντεύθεν έπεται, ότι για την παραδοχή της ανακοπής δεν αποτελεί προκριματικό ζήτημα η ύπαρξη της απαίτησης η οποία δεν ερευνάται παρεμπιπτόντως από το παρόν Δικαστήριο, αλλά τούτο περιορίζεται μόνο στο δικονομικό ζήτημα του κύρους της διαταγής πληρωμής και δεν θα επεκταθεί στην ύπαρξη και το μέγεθος της απαίτησης. Για τον ίδιο λόγο, ουδεμία σημασία έχει η τυχόν αναγνώριση της οφειλής εκ μέρους της ανακόπτουσας με τις μεταγενέστερες προσκομιζόμενες πρόσθετες πράξεις (η οποία αναγνώριση αφορά στη διαμόρφωση του ύψους της οφειλής) και ούτε εξ αυτής αναιρείται η υποχρέωση προσκόμισης της αρχικής. Διαφορετικά, θα υφίστατο υποχρέωση της δανείστριας για την έγγραφη απόδειξη της απαίτησής της από μία σειρά προσθέτων πράξεων, να προσκομίζει μόνον την τελευταία (περιλαμβάνουσα αναγνώριση του έως τότε υφιστάμενου υπολοίπου) και όχι τις προηγούμενες το οποίο, όμως δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ιδίως στην περίπτωση, που η διαταγή πληρωμής εκδίδεται με αιτία της πληρωμής δηλαδή με γενεσιουργό λόγο από τον οποίο απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, όχι σύμβαση αναγνώρισης χρέους αλλά δανειακή σύμβαση. Βάσει των ανωτέρω και επειδή, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, στην αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται όλα τα κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η απαίτηση της αιτούσας τη διαταγή πληρωμής τυχόν δε παραδοχή της αίτησης παρά την μη αναφορά και μη προσκόμιση των άνω αποδεικτικών εγγράφων, θεμελιώνει λόγο ακυρότητας της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής το δε έγγραφο-πρόσθετη πράξη, που εν προκειμένω παραλήφθηκε να προσκομιστεί ήταν κρίσιμο, λόγω των ρυθμιζόμενων με αυτό ζητημάτων (μεταξύ άλλων και της τροποποίησης του περιθωρίου του επιτοκίου που επιβαρύνει την οφειλή), ως αναπόσπαστο μέρος της κύριας δανειακής σύμβασης ώστε το περιεχόμενό της να καθίσταται ελλιπές χωρίς αυτό, ο σχετικός λόγος της ανακοπής, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που έκρινε τα αντίθετα έσφαλε και κατά τούτο δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου ως ουσιαστικά βάσιμου και της έφεσης εν γένει, πρέπει να εξαφανιστεί στο σύνολο της η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί προς εκδίκαση η ένδικη από 9-7-2020 και με αριθμ. κατάθ. Δικογράφου ././2020 ανακοπή, να γίνει δεκτή αυτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων της ανακοπής, οι οποίοι καθίστανται πλέον άνευ αντικειμένου. Περαιτέρω, λόγω ευδοκίμησης της έφεσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην ανακόπτουσα-εκκαλούσα του καταβληθέντος απ' αυτήν ηλεκτρονικού παράβολου. Τέλος, θα πρέπει να καταδικαστεί η καθ' ης η ανακοπή-εφεσίβλητη λόγω της ήττας της, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας - εκκαλούσας αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας συμψηφιζομένης αυτής εν μέρει λόγω της δυσχέρειας των νομικών κανόνων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδ. με 63, 65, 68 και 69 ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων»), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της απόφασης.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Δικάζει την από η από 31-8-2023 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2023 στη γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ././2023 στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου) έφεση κατά της υπ' αριθμό 1128/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων.

 

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

 

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 1128/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.

 

Κρατεί την υπόθεση, και

 

Δικάζει επί της από 9-7-2020 και με αριθμό κατάθεσης ././2020 ανακοπής.

 

Δέχεται την ανακοπή.

 

Ακυρώνει την με αριθμό ./2020 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος για την έφεση με αριθμ. ./2023 β-παραβόλου στην εκκαλούσα.

 

Επιβάλλει σε βάρος της καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητης τη δικαστική δαπάνη της ανακόπτουσας - εκκαλούσας αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας την οποία προσδιορίζει στο ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) Ευρώ.

 

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27-6-2025.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Και αφού αυτή αποχώρησε

 από την Υπηρεσία,

ο αρχαιότερος της σύνθεσης

Εφέτης / /

Ελευθέριος Γεωργίλης

 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, με νέα σύνθεση για τη δημοσίευσή της, αποτελούμενη από τους Δικαστές, Σοφία Λιγνού, Πρόεδρο Εφετών (λόγω αφυπηρέτησης της Προέδρου Εφετών Σοφίας Σωτηροπούλου), Ελευθέριο Γεωργίλη και Γεωργία-Ελένη Παπαγιαννοπούλου, Εφέτες και τη Γραμματέα, Ερασμία Κανατά, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 11-11-2025.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ