ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΜονΕφΑθ
28/2026
Η καταγγελία της σύμβασης δανείου ως προϋπόθεση
έκδοσης διαταγής πληρωμής· απλή επιστολή ενημέρωσης κλεισίματος του λογαριασμού
της σύμβασης στην οποία γίνεται αναφορά ότι η πιστώτρια τράπεζα προέβη σε
καταγγελία της σύμβασης χωρίς, ωστόσο, η καταγγελία να προσκομίζεται, και χωρίς
να προκύπτει από κάποιο άλλο έγγραφο το περιεχόμενο αυτής· Εγγράφως αναπόδεικτη
η καταγγελία της σύμβασης, η οποία δεν μπορεί να έπεται του κλεισίματος του
λογαριασμού, ως εκ τούτου δεν αποδεικνύεται ότι η απαίτηση έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη
αφού σύμφωνα με την ένδικη σύμβαση το δικαίωμα της πιστώτριας τράπεζας να
αξιώσει το υπόλοιπο που προέκυψε εκ του κλεισθέντος
λογαριασμού συναρτάται μόνο με την καταγγελία της ένδικης σύμβασης δανείου,
καθόσον μόνον έκτοτε επέρχεται λύση της δανειακής σύμβασης και καθίστανται
ληξιπρόθεσμα και απαιτητά όλα τα σχετικά κονδύλια. Δεκτή η έφεση, ακυρώνεται η
διαταγή πληρωμής.
(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πειραιώς Γεωργίου
Καλτσά)
Αριθμός Απόφασης: 28/2026
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(ΤΜΗΜΑ 14ο)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή
Κλεοπάτρα Μουλακάκη, Εφέτη, την οποία όρισε η
Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και το
Γραμματέα Φώτιο Αλεξόπουλο.
Συνεδρίασε δημόσια στο
ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος-ανακόπτοντος-καθού η αυτοτελής
πρόσθετη παρέμβαση: … ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του
Γεώργιο Καλτσά, βάσει δηλώσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των εφεσίβλητων-καθής η ανακοπή-αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας:
1) Ανώνυμης τραπεζικής
εταιρίας με την επωνυμία … που εδρεύει στην Αθήνα η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από
πληρεξούσιο δικηγόρο και 2) Ανώνυμης εταιρίας … η οποία και εκπροσωπείται
νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος,
αρχικά σύμφωνα με το Ν. 4354/2015 δυνάμει της υπ’ αριθμ.
220/1/13-3-2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων
(880/16-3-2017 ΦΕΚ, Τεύχος Β) και ήδη σύμφωνα με το Ν. 5072/2023 δυνάμει της
υπ' αριθμ. 507/1/9-7-2024 απόφασης της Επιτροπής
Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (4257/19-7-2024 ΦΕΚ, Τεύχος Β), η οποία
ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των
απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία … που εδρεύει
στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιριών όπως νόμιμα
εκπροσωπείται και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής
εταιρίας με την επωνυμία … κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης
απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003,
η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της... μέλος της δικηγορικής
εταιρίας βάσει δηλώσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο ανακόπτων
και ήδη εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από
20-1-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... ανακοπή του κατά της καθής η ανακοπή και ήδη πρώτης εφεσίβλητης και ζήτησε, για
τους αναφερόμενους στο ανωτέρω δικόγραφο ανακοπής λόγους, να γίνει αυτή δεκτή.
Περαιτέρω, η ήδη δεύτερη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών την από 21-7-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... αυτοτελή
πρόσθετη, υπέρ της καθής η ανακοπή και κατά του ανακόπτοντος, παρέμβαση και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή. Το
πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμ. 11622/2023
οριστική του απόφαση, αφού συνεκδίκασε την ανακοπή
και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ερήμην της καθής,
αντιπροσωπευθείσας από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών
διαφορών, απέρριψε την ανακοπή και δέχθηκε την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως, ο ανακόπτων και ήδη
εκκαλών άσκησε την από 19-9-2024 έφεσή του, η οποία έλαβε ενώπιον του παρόντος
Δικαστηρίου αριθμό εκθέσεως καταθέσεως και προσδιορισμού…, προσδιορίστηκε για
τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της
υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων διαδίκων, κατόπιν
μονομερών δηλώσεων τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ,
προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη
παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη
απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Εφετείου, περιοριζόμενος σε
μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης, εφόσον έχει έννομο
συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215
παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση
ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση
του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι
αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής
στους διαδίκους. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης
υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του
νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλείται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει
κίνδυνος προσβολής του από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε,
κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ,
νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με
οποιονδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της
υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012). Εξάλλου, σύμφωνα με τη
διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης
στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη
παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι
78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό
της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της
απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου,
της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας
αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό
δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της
πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω
της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις
σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του,
χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς
πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει
στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η
διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη
κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση
δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση,
στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα
δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού,
χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν
αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει
να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου
όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από
τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθμ.
2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ
1731/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την
διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του Ν. 4354/2015, «Τα δικαιώματα που απορρέουν από
τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των
εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από
δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι
εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι
στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν πς
εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από πς
μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις». Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του
άρθρου 2 του άνω Ν. 4354/2015, «Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη
δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε
άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς
και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές
διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες
διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του Ν. 4307/2014 (Α 246).
Εφόσον οι Εταιρίες
συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της
απαίτησης». Επίσης, κατά το άρθρο 517 ΚΠολΔ η έφεση
απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των
καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Ως διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη
νοούνται από την ως άνω διάταξη εκείνοι, οι οποίοι ήταν στη δίκη αυτή αντίδικοι
του εκκαλούντος. Έτσι, αντίδικοι του ενάγοντος και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος μπορεί να είναι ο εναγόμενος (ή οι
περισσότεροι εναγόμενοι), ο εκουσίως ή κατόπιν προσεπικλήσεως ή ανακοινώσεως
της δίκης υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάς και εκείνος ο
οποίος άσκησε στην πρωτόδικη δίκη κύρια παρέμβαση (ΑΠ 888/2024, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1947/2024, ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, από τα άρθρα 76 παρ.1
και 4, 82, 83 και 517 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η έφεση,
όταν ασκείται από τον αντίδικο του διαδίκου εκείνου, υπέρ του οποίου ασκήθηκε
στον πρώτο βαθμό αυτοτελής παρέμβαση, απαιτείται να απευθύνεται και κατά του
προσθέτως παρεμβάντος, διότι στην περίπτωση αυτή
εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ,
οι διατάξεις για την αναγκαστική ομοδικία. Επομένως, η μη απεύθυνση
της έφεσης και κατ' αυτού, ο οποίος θεωρείται πλέον αναγκαίος ομόδικος του
εφεσίβλητου κύριου διαδίκου (υπέρ του οποίου η παρέμβαση), συνεπάγεται την
απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (ΑΠ 1564/2017, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από το συνδυασμό
των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ,
προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί εφέσεως, αν
κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν
εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε
από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως
και ως προς τον απλιπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ
756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι
αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικο του (ΑΠ 368/2019, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 2795/2024, ΝΟΜΟ5, ΕφΑνατολΚρητ
66/2024, ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 436/2023, δημόσιευθείσα
στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).
Περαιτέρω, εάν δεν
εμφανισθεί στη δίκη κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει, κατά τα άρθρα 271
και 272 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν, τα οποία προσδιορίζουν
τις συνέπειες της ερημοδικίας των διαδίκων, να ερευνήσει ποιος επισπεύδει τη
συζήτηση και αν ο απολιπόμενος κλητεύθηκε νομίμως ή
κλήτευσε νομίμως τον αντίδικό του προς συζήτηση της υπόθεσης. Εάν βεβαιωθεί ότι
δεν έγινε νόμιμη κλήτευση, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, δοθέντος μάλιστα
ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 ΚΠολΔ,
καμία κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση για παροχή δικαστικής προστασίας δε μπορεί
να εισαχθεί στο δικαστήριο χωρίς την τήρηση προδικασίας, εκτός αν ο νόμος
ορίζει διαφορετικά. Επιπροσθέτως, από τις διατάξεις του άρθρου 271 παρ. 1 και 2
ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 524 του
ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά
τη συζήτηση της έφεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει
ο νόμος, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν
την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση
συζητείται και επέρχονται οι δικονομικές συνέπειες που ορίζει το άρθρο ΚΠολΔ 524 παρ. 3 (ερημοδικία εκκαλούντος) ή 524 παρ. 4
(ερημοδικία εφεσίβλητου). Εάν όμως την συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος αυτός διάδικος, ή ο μη παριστάμενος με τον
τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, εάν, δε, η κλήση
για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, το
δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 304/2018, ΑΠ 1747/2017, ΕφΠειρ 25/2016).
Ακολούθως, από τα άρθρα 498
παρ. 1, 524, 271 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όταν τη συζήτηση
της έφεσης επισπεύδει ο εκκαλών απαιτείται επίδοση στον εφεσίβλητο αφενός μεν
αντιγράφου του δικογράφου της εφέσεως που έχει κατατεθεί και αφετέρου κλήσης
που συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου αυτού ή και αυτοτελώς. Σε
αντίθετη περίπτωση, ήτοι εάν δεν έχει επιδοθεί στον εφεσίβλητο μαζί με την
κλήση και αντίγραφο του δικογράφου της έφεσης, η κλήτευση του εφεσίβλητου δεν
είναι νόμιμη, και αν ο τελευταίος απουσιάζει, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση
και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 84/2013, ΝΟΜΟS, ΑΠ 1308/2011, ΝOMOS, ΕφΠειρ
173/2023, δημοσιευθείσα στην ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, ΕφΠειρ
191/2019, ΝΟΜΟS, ΕφΑαρ 16/2018, ΝΟΜΟS).
Στην προκειμένη περίπτωση, η
υπό κρίση έφεση του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος
κατά της υπ’ αριθμ. 11622/2023 οριστικής αποφάσεως
του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, ερήμην της καθής η ανακοπή και ήδη πρώτης εφεσίβλητης, αντιπροσωπευθείσας στο πρωτόδικο Δικαστήριο από την
αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και ήδη δεύτερη
εφεσίβλητη κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, αρμοδίως
φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν.
3994/2011, συμπληρώθηκε με το άρθρο 72 παρ. 13 του ίδιου Νόμου και
αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 7 του Ν. 5134/2024, ΦΕΚ Α' 146/11-9-2024,
με έναρξη ισχύος από 16-9-2024-άρθρο 120 παρ. 1 του Ν. 5134/2024), έχει, δε,
ασκηθεί νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του
πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ,
ως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του από το άρθρο 42 του Ν. 5221/2025, ΦΕΚ Α
133/28-7-2025, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 168 παρ. 3 του ίδιου Νόμου) και
εμπροθέσμως, εφόσον δεν γίνεται επίκληση, ούτε προκύπτει από τα έγγραφα ότι
έγινε επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως και δεν παρήλθε διετία από τη
δημοσίευση αυτής (16-11-2023) έως την άσκηση της έφεσης, η οποία έλαβε χώρα με
την κατάθεση αυτής στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 20-9-2024
(άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 499, 511, 513 παρ. 1 περ. β', 516 παρ. 1, 517, 518
παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν από
1-1-2016, κατά τα ρητώς οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου
παρ. 2 Ν. 4335/2015 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του Ν. 4334/2015 [Α' 80]» και
εφαρμόζονται στην κρινομένη έφεση ως εκ του χρόνου
ασκήσεως αυτής μετά την προαναφερομένη ημερομηνία και
προ της τροποποιήσεως της διάταξης του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ
από το άρθρο 43 του Ν. 5221/2025, ΦΕΚ Α 133/28-7-2025, σύμφωνα με τη διάταξη
του άρθρου 168 παρ. 3 του ίδιου Νόμου-βλ. την υπ’ αριθμ.
… έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών).
Για δε το παραδεκτό της
κρινόμενης έφεσης έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο παράβολο, κατά το άρθρο 495
παρ. 3 ΚΠολΔ, ποσού 100 ευρώ (όπως η παρ. 3
προστέθηκε με το ισχύον, από την 2-4-2012, άρθρο 12 του Ν. 4055/2012,
αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 93 παρ. 1 του Ν. 4139/2013 και, ακολούθως,
με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 3
αντικαταστάθηκε και πάλι από το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016, ΦΕΚ Α'
240/22-12-2016, με έναρξη ισχύος ένα μήνα μετά τη δημοσίευση-άρθρο 45 Ν.
4446/2016 και όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 22 του Ν. 5134/2024, ΦΕΚ Α'
146/11-9-2024, με έναρξη ισχύος, κατά το άρθρο 120 παρ. 1 του Νόμου αυτού, από
16-9-2024-βλ. το υπ’ αριθμ. … ηλεκτρονικό παράβολο
ποσού 100 ευρώ, καθώς και την από 19-9-2024 απόδειξη καταβολής αυτού). Πρέπει,
επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς το
παραδεκτό και βάσιμο του μόνου λόγου της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ),
κατά την ίδια ως άνω διαδικασία-δοθέντος του ότι, σύμφωνα με όσα προδιαλήφθηκαν στην υπ’ αριθμ. I
μείζονα σκέψη της παρούσας, η έφεση παραδεκτώς
στρέφεται κατά της καθής η ανακοπή και ήδη πρώτης
εφεσίβλητης, αλλά και κατά της πρωτοδίκως αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης, κατά τα αμέσως
κάτωθι εκτιθέμενα-ερήμην της πρώτης των εφεσίβλητων, η οποία δεν παραστάθηκε
κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται
στην αρχή της παρούσας, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο
πινάκιο, καίτοι, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …
έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου
Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς την οποία μετ’ επικλήσεως προσκομίζει
ο εκκαλών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης, με πράξη ορισμού
δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας
δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη εφεσίβλητη. Η διαδικασία,
ωστόσο, θα προχωρήσει σαν να ήταν και η εν λόγω εφεσίβλητη παρούσα (άρθρα 524
παρ. 4 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι μεταξύ των εφεσίβλητων
υφίσταται σχέση αναγκαίας ομοδικίας. Και τούτο, διότι όπως προκύπτει από τα
έγγραφα της δικογραφίας, η εκκαλουμένη εκδόθηκε επί της από 20-1-2022 και με
αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... ανακοπής του ήδη εκκαλούντος κατά της καθής η ανακοπή και ήδη πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης
τραπεζικής εταιρίας και της από 21-7-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...
αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, την οποία άσκησε ενώπιον του πρωτόδικου
Δικαστηρίου η ήδη δεύτερη των εφεσίβλητων υπέρ της πρώτης αυτών και κατά του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος.
Με την άνω πρόσθετη
παρέμβαση, η ήδη δεύτερη των εφεσίβλητων επικαλέστηκε ότι έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως
εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015
(απόφαση 220/1/13-3-2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ΦΕΚ
Β 880/16-3-2017), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού
σκοπού με την επωνυμία . η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της καθής η ανακοπή και ήδη πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης
τραπεζικής εταιρίας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι
οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την
εφεσίβλητη τράπεζα, δυνάμει της από σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης
απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στο δημόσιο βιβλίο
του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο ενεχυροφυλακείο
Αθηνών, στον τόμο . και με αυξ. αριθμ.
., δημοσίευση η οποία και επαναλήφθηκε με την υπ' αριθμ.πρωτ.
δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του Ν. 3156/2003, νομίμως καταχωρισθείσα στο δημόσιο βιβλίο του Ν. 2844/2000 του ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο . και με αυξ. αριθμ. ..
Περαιτέρω, η πρωτοδίκως
αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και ήδη δεύτερη
εφεσίβλητη, με το άνω δικόγραφο αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ισχυρίσθηκε
ότι η ρηθείσα αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού εν
συνεχεία ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις
στην ίδια, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, δυνάμει της από σύμβασης
ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί
στο δημόσιο βιβλίο του Ν. 2844/2000 κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16
του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο ενεχυροφυλακείο
Αθηνών, στον τόμο στις δε ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται,
μεταξύ άλλων, και η απαίτηση της καθής η ανακοπή και
ήδη πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, που απορρέει από την
ένδικη υπ' αριθμ… σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου που
καταρτίστηκε μεταξύ της άνω εφεσίβλητης και του τελευταίου. Επομένως, σύμφωνα
και με τα αναφερθέντα στην αμέσως προηγηθείσα (υπ’ αριθμ. I) μείζονα σκέψη, η πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε
ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης
παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ’ άρθρα 80, 81 και 83 ΚΠολΔ, νομιμοποιούμενης της προσθέτως παρεμβαίνουσας
προς άσκηση αυτής, κατ’ εφαρμογή των άνω διατάξεων και του άρθρου 3 παρ. 2, 4
του Ν. 4354/2015, της καθής η ανακοπή και ήδη πρώτης
εφεσίβλητης καταστάσας αναγκαίας ομοδίκου
της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας και, εντεύθεν,
ανππροσωπευθείσας στη πρωτοβάθμια δίκη από την
τελευταία, όπως ορθώς κρίθηκε και με την εκκαλουμένη. Επομένως, κατ’ εφαρμογήν των όσων προεκτέθηκαν,
εφόσον η πρώτη εφεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε στην προκειμένη έκκλητη δίκη με
οιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την αναφερόμενη
στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την
αναγκαία ομόδικό της ήδη δεύτερη εφεσίβλητη και, ως εκ τούτου, η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και η πρώτη εφεσίβλητη παρούσα (βλ. και
ΑΠ 368/2019, ΝΟΜΟΣ).
Επισημαίνεται ότι μολονότι η
καθής η ανακοπή και ήδη πρώτη εφεσίβλητη, ως ήδη ελέχθη, δικάσθηκε ερήμην πρωτοδίκως, οι παριστάμενοι στην
προκείμενη έκκλητη δίκη εκκαλών και δεύτερη εφεσίβλητη παραδεκτώς
εκπροσωπήθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από τους πληρεξουσίους τους
δικηγόρους που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, δια της εκ του άρθρου 242
παρ. 2 ΚΠολΔ δηλώσεως έκαστου
αυτών, καθόσον η απόφαση που εκδίδεται όταν στην περίπτωση της αναγκαστικής
ομοδικίας, όπως εν προκειμένω, ο απολιπόμενος διάδικος
αντιπροσωπεύεται από τους παριστάμενους, υπό την έννοια ότι θεωρείται ότι
παρίσταται και αυτός, ότι συμμετέχει στη συζήτηση και ότι ενεργεί με τον ίδιο
τρόπο που ενεργεί και ο παριστάμενος αναγκαίος ομόδικος του, είναι κατ’
αντιμωλία απόφαση ως προς όλους τους ομόδικους (ΕφΑΘ
343/2012, ΝΟΜΟS, Βαθρακοκοίλης, Η Έφεση, σελ. 525).
Με την από 20-1-2022 ανακοπή
που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της καθής η ανακοπή και ήδη πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης
τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία…, ο ανακόπτων και
ήδη εκκαλών ζήτησε, για τους διαλαμβανομένους σε αυτήν (ανακοπή) λόγους, να
ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ./2021 διαταγή πληρωμής του
Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε να
καταβάλει στην καθής η ανακοπή το ποσό των 117.786,52
ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 3-8-2020, ήτοι την επομένη της
ταχθείσας προθεσμίας των επτά εργασίμων ημερών από την επίδοση της
διαλαμβανόμενης, στην άνω διαταγή πληρωμής, καταγγελίας και μέχρι την εξόφληση,
πλέον του ποσού των 3.603 ευρώ ως δικαστική δαπάνη, για απαίτηση που απορρέει
από την υπ’ αριθμ. … σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου,
που καταρτίσθηκε μεταξύ της καθής η ανακοπή ανώνυμης
τραπεζικής εταιρίας ως δανείστριας και του ανακόπτοντος
ως δανειολήπτη» Ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η ανώνυμη εταιρία με την
επωνυμία… και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, άσκησε την από 21-7-2022 αυτοτελή
πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθής η ανακοπή και ήδη
πρώτης εφεσίβλητης και σε βάρος του ανακόπτοντος και
ήδη εκκαλούντος, ενεργούσα με την ιδιότητα της μη δικαιούχου και μη υπόχρεου
διαδίκου, ως διαχειρίστρια, δυνάμει της από … σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης
απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στο δημόσιο βιβλίο
του … κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα
στο ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο 13 και με αυξ. αριθμ. 319, κατόπιν
μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από
δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από
σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως
καταχωρισθεί στο δημόσιο βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο δημοσίευση η οποία και
επαναλήφθηκε με την υπ’ αριθμ.πρωτ… δημοσίευση
συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του Ν. 3156/2003, νομίμως καταχωρισθείσα
στο δημόσιο βιβλίο του Ν. 2844/2000 του ενεχυροφυλακείου
Αθηνών, στον τόμο . και με αυξ. αριθμ.
..
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο,
με την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 11622/2023 οριστική του
απόφαση, αφού συνεκδίκασε την ανακοπή και την
πρόσθετη παρέμβαση ερήμην, όπως διαλαμβάνεται στην εκκαλουμένη, της καθής η ανακοπή, αντιπροσωπευθείσας
από την αυτοτελώς παρεμβαίνουσα και αντιμωλία των
λοιπών διαδίκων κατά διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και αφού έκρινε ότι
ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και ότι η πρόσθετη προσθέτως την ειδική η
ανακοπή παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά και νόμιμα, στη συνέχεια, αφού εξέτασε
όλους τους λόγους της ανακοπής, απέρριψε αυτούς και, ακολούθως, απέρριψε στο
σύνολό της την ανακοπή, επικύρωσε την πληττόμενη
διαταγή πληρωμής και έκανε δεκτή την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ενώ επέβαλε
τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας
σε βάρος του καθού η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση-ανακόπτοντος. Κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου
Δικαστηρίου, παραπονείται ο ανακότττων και ήδη
εκκαλών, με την κρινόμενη έφεσή του-η οποία, ως ήδη κρίθηκε, παραδεκτώς στρέφεται κατά της καθής
η ανακοπή και ήδη πρώτης εφεσίβλητης, αλλά και κατά της πρωτοδίκως αυτοτελώς
προσθέτως παρεμβαίνουσας και ήδη δεύτερης
εφεσίβλητης-για τον αναφερόμενο σε αυτήν μόνο λόγο, που ανάγεται σε εσφαλμένη
ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί
την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή του, να
ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ./2021 διαταγή πληρωμής του
Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητες
στην καταβολή της εν γένει δικαστικής του δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών
δικαιοδοσίας.
II. Κατά το άρθρο 623 ΚΠολΔ «Κατά τις
διατάξεις των άρθρων 624 έως 636 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής
για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για
ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση καθώς και το οφειλόμενο ποσό
αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων,
η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη», κατά δε
το άρθρο 626 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα «Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται και να
επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό
της». Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τις εκείνες του άρθρου 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και
διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η
έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του
αιτούντος, αφετέρου δε η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα
από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων ή από απόφαση
ασφαλιστικών μέτρων. Τίθεται έτσι η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης ως ειδική
διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση για αυτήν, διαταγής πληρωμής (ΑΠ
1413/2022, ΑΠ 694/2022). Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται από τα
έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο
δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην
εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής
προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή
του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ,
καθόσον λόγους ανακοπής μπορούν να αποτελέσουν είτε η έλλειψη των διαδικαστικών
(τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση
διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαιτήσεως, ήτοι τη βασιμότητα ή το
ύψος αυτής (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1414/2022, ΑΠ 1972/2022). Η ακύρωση της διαταγής
πληρωμής, για τον λόγο αυτό, απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου,
ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα
μέσα (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 694/2022, ΑΠ 341/2021, ΑΠ
665/2006, ΕφΠειρ 314/2025, ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση
αυτή το δικαστήριο της ουσίας, ερευνώντας τον σχετικό λόγο της ανακοπής πρέπει
να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής (άρθρο 628 παρ. 1α,
629 ΚΠολΔ), διαφορετικά υποπίπτει στην εκ του αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ
αναιρετική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 10/1997, ΕλλΔικ 1997, 768, ΑΠ 364/2025, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 34/2023, ΑΠ
88/2021). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ σαφώς
προκύπτει όπ η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, είναι
σύμβαση κοινού δανεισμού, με βάση την οποία η δανείστρια τράπεζα παρέχει στον
αντισυμβαλλόμενο δάνειο, καταβάλλοντας το δάνεισμα
εφάπαξ ή τμηματικά, και ο τελευταίος, για την κάλυψη αυτού του δανείου
προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς την τράπεζα, καθορισμένες εκ των
προτέρων κατά χρόνο και κατά ποσό. Το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου
κεφαλαίου του δανείου καλείται χρεώλυτρο, το οποίο
καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν άθροισης και των τόκων, οπότε
σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Το δάνειο χορηγείται
υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων. Εάν η
αίρεση πληρωθεί ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της
δανειακής σύμβασης, να την καταγγείλει προώρως, οπότε όλες οι οφειλόμενες
περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο,
γίνονται απαιτητές και στην περίπτωση αυτή δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά
ολόκληρο το τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο (ΑΠ 1343/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1185/2019,
ΝΟΜΟΣ). Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται
και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το
δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας
από την καταγγελία (ΑΠ 1432/2022, ΑΠ 747/2012, ΑΠ 1455/2007). Η καταγγελία
περιέχει δήλωση βουλήσεως (διαπλαστικού χαρακτήρα μονομερή δικαιοπραξία έχουσα
ορισμένο λήπτη), όταν προβλέπεται δικαίωμα καταγγελίας εκ του νόμου ή από τη
σύμβαση, πρέπει, δε, αυτή να απευθύνεται και να επιδίδεται σε όλα τα πρόσωπα,
στα οποία αφορά (ΕφΘεσ 1317/2020, ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1318/2020, ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ
231/2016, ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, η καταγγελία της σύμβασης είναι το διαπλαστικό
δικαίωμα του δικαιούχου, που ασκείται με μονομερή πράξη/δήλωσή του που
απευθύνεται προς τον αντισυμβαλλόμενο, έχει δε ως σκοπό τη λύση μιας διαρκούς
ενοχικής σχέσης για κάποιο νόμιμο λόγο. Επίσης, η καταγγελία ενεργεί (για το μέλλον) και όσο υφίσταται και
λειτουργεί μια σύμβαση, παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι να καταγγελθεί.
Επομένως, το εν λόγω δικαίωμα προς καταγγελία είναι διαπλαστικό, αφού
χορηγείται η εξουσία, με μονομερή δήλωση, η οποία αποκτά νομική ενέργεια μόλις
περιέλθει στον αντισυμβαλλόμενο (167 ΑΚ), να προκαλέσει την άρση (λύση) της
σύμβασης για το μέλλον, δηλαδή την κατάργησή της, δημιουργεί δε εφεξής μια νέα
έννομη κατάσταση (ΕφΠειρ 314/2025, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 2793/2024, ΝΟΜΟΣ).
Στην περίπτωση που λόγω της
καταγγελίας του δανείου υπάρξει εξ αυτού οφειλή και ο δανειολήπτης δεν την
πληρώνει, η τράπεζα μπορεί να υποβάλει αίτηση για την έκδοση σε βάρος του
διαταγής πληρωμής για την απαίτησή της, υπό τους όρους των διατάξεων των άρθρων
623 και 624 ΚΠολΔ (ΑΠ 1432/2022). Εξάλλου από τις
ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 623, 624 ΚΠολΔ και 806,
807 και 361 ΑΚ, προκύπτει ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί εις βάρος του
οφειλέτη και για το υπόλοιπο δανείου, που καταγγέλθηκε από το δανειστή, εφόσον
αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση δανείου, η καταγγελία της σύμβασης, η κίνηση
και το κλείσιμο του τηρηθέντος σχετικού λογαριασμού,
καθώς και το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες
επιβαρύνσεις, υποχρεούται ο δανεισθείς οφειλέτης (ΑΠ 364/2025, ΝΟΜΟ3, ΑΠ
852/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση,
από την επανεκτίμηση των προσκομισθέντων, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου,
αποδεικτικών μέσων, καθώς και από την εκτίμηση των παραδεκτώς
προσκομισμένων, το πρώτον, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη διάταξη
του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, ομοίων
και, ειδικότερα, από τα έγγραφα, τα οποία μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι
διάδικοι, για ορισμένα από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία, χωρίς, όμως, να
παραλείπεται κανένα κατά την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1001/2012,
ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 211/2006, ΝοΒ 54, 849, ΑΠ 1659/2005, ΔΕΕ
2006, 173, ΕφΑΘ 407/2018, ΝΟΜΟΣ) και τα οποία
λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν
για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ, ΑΠ 60/2008, ΝΟΜΟΣ), καθώς και τις ομολογίες των
διαδίκων, που συνάγονται με τις προτάσεις τους (άρθρο 261 ΚΠολΔ),
σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα
πραγματικά περιστατικά:
Στις 31-10-2005 καταρτίστηκε
μεταξύ της καθής η ανακοπή και ήδη πρώτης εφεσίβλητης
ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία… ως δανείστριας και του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος, ως οφειλέτη, η υπ’ αριθμ… ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ποσού
75.000 ευρώ, για αγορά πρώτης κατοικίας, το οποίο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί με
το σύστημα της σύνθετης χρεολυσίας, εντός προθεσμίας τριάντα ετών, με την
πληρωμή 360 συνεχών μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δανείων (άρθρο 14 της σύμβασης).
Με το δε άρθρο 9 της άνω σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης εν
όλω ή εν μέρει εξόφλησης οποιοσδήποτε οφειλής από το
εν λόγω δάνειο, ή παράβασης οποιουδήποτε όρου της σύμβασης, που ρητά συνομολογήθηκαν άπαντες ουσιώδεις, η δανείστρια τράπεζα
δικαιούται να επιδιώξει την είσπραξη των καθυστερούμενων ποσών, ενώ σε
περίπτωση μη ολοσχερούς εξόφλησης δύο μηνιαίων δόσεων, η δανείστρια τράπεζα
δικαιούται να καταγγείλει την σύμβαση και να καταστήσει το δάνειο ληξιπρόθεσμο
και απαιτητό και να ασκήσει γενικά όλα τα δικαιώματά της που απορρέουν από την
άνω σύμβαση και το νόμο και να ζητήσει επιπλέον από τον οφειλέτη τη συμπλήρωση
της εμπράγματης ασφάλειάς της επί άλλου ακινήτου. Ακολούθως, μεταξύ των ίδιων
ως άνω διαδίκων συνήφθη η από 29-11-2017
τροποποιητική πράξη στην άνω υπ’ αριθμ. ... αρχική
σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, με την οποία τροποποιήθηκε η αρχική σύμβαση ως
προς τον τρόπο εκτοκισμού και αποπληρωμής της οφειλής, της αρχικής σύμβασης
κατά τα λοιπά παραμένουσας σε ισχύ. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η καθής η ανακοπή δανείστρια τράπεζα, με την από 30-7-2021
αίτησή της, ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του ανακόπτοντος, επί δε της άνω αίτησης εκδόθηκε η πληττόμενη, υπ’ αριθμ. ./2021
διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο
ανακόπτων διατάχθηκε να καταβάλει στην καθής η ανακοπή δανείστρια τράπεζα το ποσό των 117.786,52
ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 3-8-2020, ήτοι την επομένη της
ταχθείσας προθεσμίας των επτά εργασίμων ημερών από την επίδοση της αναγραφόμενης,
στη διαταγή πληρωμής, καταγγελίας και μέχρι την εξόφληση, πλέον του ποσού των
3.603 ευρώ ως δικαστική δαπάνη.
Για την έκδοση της ένδικης
διαταγής πληρωμής η καθής η ανακοπή προσκόμισε,
σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στη διαταγή πληρωμής, ενώπιον του Δικαστή του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων
έκδοσής της και συγκεκριμένα για την απόδειξη της απαίτησης, της αιτίας αυτής,
του ύψους της και της ενεργητικής νομιμοποίησής της, τα ακόλουθα έγγραφα: 1)
την υπ’ αριθμ. ... ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού
δανείου, μετά της από 29-11-2017 τροποποιητικής αυτής πράξης 2) απόσπασμα των
μηχανογραφικών τηρουμένων εμπορικών βιβλίων όπου εμφαίνεται
η κίνηση των υπ’ αριθμ. … και ... λογαριασμών που
τηρούνταν προς εξυπηρέτηση του δανείου από την εκταμίευση, στις 10-11-2005, έως
και το οριστικό κλείσιμο αυτού την 1-6-2020, οπότε εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο
συνολικού ποσού 117.786,52 ευρώ, που αποτελεί (το άνω απόσπασμα) έγγραφο
κατάλληλο προς έκδοση διαταγής πληρωμής κατ’ άρθρα 444, 448, 449 και 453 παρ. 2
ΚΠολΔ και 3) την υπ’ αριθμ.
... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών από την οποία
αποδεικνύεται ότι καταγγέλθηκε η άνω σύμβαση δανείου και γνωστοποιήθηκε στον ανακόπτοντα το κλείσιμο των τηρουμένων λογαριασμών που την
εξυπηρετούσαν και το ύψος της οφειλής του. Αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό
απόγραφο της άνω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στον ανακόπτοντα
στις 3-1-2022 δυνάμει της υπ’ αριθμ. … έκθεσης
επίδοσης της δικαστικής ετπμελήτριας της περιφέρειας
του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών και εν συνεχεία, ο ανακόπτων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών
την ένδικη ανακοπή του, με την οποία έπληττε την άνω διαταγή πληρωμής.
Με τον πρώτο λόγο της
ανακοπής του, ο ανακόπτων ζήτησε την ακύρωση της άνω
διαταγής πληρωμής, ελλείψει νόμιμου εκτελεστού τίτλου, διότι εκδόθηκε παρά την
ύπαρξη διαδικαστικού απαραδέκτου, συνισταμένου στην αρχή της έγγραφης
απόδειξης, καθώς στην αίτηση για την έκδοση αυτής και συνακόλουθα στην ίδια την
ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής αναφέρεται ότι η καθής η ανακοπή κατήγγειλε την 1-6-2020 την ένδικη σύμβαση
τοκοχρεολυτικού δανείου, με αποτέλεσμα να καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό
ολόκληρο το μη ληξιπρόθεσμο ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφάλαιο του δανείου, χωρίς,
ωστόσο, να προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως, μαζί με την ανωτέρω αίτηση προς
έκδοση της διαταγής πληρωμής, έγγραφο που να εμπεριέχει την εν λόγω από
1-6-2020 εικαζόμενη καταγγελία και χωρίς να επιδοθεί στον ανακόπτοντα
τέτοιο έγγραφο, αλλά, αντιθέτως, αντί της επίδοσης της από 1-6-2020 έγγραφης
καταγγελίας εκ μέρους της καθής η ανακοπή, επιδόθηκε
από την τελευταία η από 6-7-2020 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία απλώς
μνημονεύεται ότι η καθής η ανακοπή την 1-6-2020
προέβη σε καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης και κλείσιμο του
τηρούμενου, για την εξυπηρέτηση αυτής, λογαριασμού. Επικουρικώς, δε, με τον
ίδιο (πρώτο) λόγο ανακοπής, ο ανακόπτων υποστήριξε
ότι είναι άκυρη η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, διότι η καθής
προσκόμισε την ανωτέρω από 6-7-2020 εξώδικη δήλωση σε απλή φωτοτυπία, χωρίς να
είναι νόμιμα επικυρωμένη, κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα
στο δικόγραφο της ανακοπής του. Εξάλλου, από τα προμνησθέντα
αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, που
επήλθε με την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής ενώπιον του πρωτοβάθμιου
Δικαστηρίου, δυνάμει της από σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, η καθής η ανακοπή ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία »
μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία … σύμφωνα με
τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 του Ν. 3156/2003, χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων
από χορηγήσεις δανείων ή/και πιστώσεων προς οφειλέτες των οποίων οι οφειλές ή
κάποιες εξ αυτών έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή έχουν καταγγελθεί ή/και έχουν
ρυθμιστεί. Η ως άνω σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων καταχωρίστηκε
στις με αριθμ.πρωτ. …
στο δημόσιο βιβλίο του Ν. 2844/2000 που τηρείται στο ενεχυροφυλακείο
Αθηνών, στον τόμο και με αυξ. αριθμ.
δημοσίευση η οποία και επαναλήφθηκε, ως προς το παράρτημά της, με την υπ' αριθμ.πρωτ. … δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του
Ν. 3156/2003, νομίμως καταχωρισθείσα στο δημόσιο
βιβλίο του Ν. 2844/2000 του ενεχυροφυλακείου Αθηνών,
στον τόμο και με αυξ. αριθμ.
μεταξύ δε των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων περιλαμβάνεται και η ένδικη απαίτηση
από την υπ’ αριθμ. … ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού
δανείου μετά της από 29-11-2017 τροποποιητικής αυτής πράξης. Από την
καταχώριση, δε, στο ως άνω δημόσιο βιβλίο επήλθε η μεταβίβαση της ένδικης
απαίτησης προς την ως άνω ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία … η οποία με τον
τρόπο αυτό κατέστη ειδική διάδοχος της καθής η
ανακοπή ως άνω τραπεζικής ανώνυμης εταιρίας, δοθέντος ότι σύμφωνα με τις
διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 6 και 9 του Ν. 3156/2003 η μεταβίβαση αυτή έχει
αποτέλεσμα εκχώρησης, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 10 του ίδιου Ν. 3156/2003
η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο έχει αποτελέσματα αναγγελίας της
εκχώρησης στον οφειλέτη. Ταυτόχρονα, δυνάμει της από σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών
απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρίσθηκε νόμιμα με αριθμ.
πρωτ. … στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν.
2844/2000 του ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο 13
και με αυξ. Αριθ. … αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού
με την επωνυμία … ανέθεσε τη διαχείριση του ως άνω χαρτοφυλακίου στην καθής η ανακοπή ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία
«…ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 14 και 16 του Ν.
3156/2003, εν συνεχεία, δε, δυνάμει της από σύμβασης που συνήφθη
μεταξύ της άνω αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού και της καθής
η ανακοπή και δημοσιεύθηκε στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του
ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο και με αυξ. αριθμ. … η ανωτέρω από …
σύμβαση διαχείρισης λύθηκε. Ακολούθως, δυνάμει της από σύμβασης μακροχρόνιας
διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθμ. πρωτ. στο ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο 13 και με αυξ. αριθμ. 319, η ως άνω εταιρία
με την επωνυμία … ανέθεσε την είσπραξη και διαχείριση των τιτλοποιούμενων
απαιτήσεων στην ήδη δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία… -
Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και το διακριτικό
τίτλο … η οποία αποτελεί εταιρία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά
το Ν. 4354/2015, ενώ δυνάμει της υπ’ αριθμ.πρωτ. …
καταχώρισης στο δημόσιο βιβλίο του Ν. 2844/2000 του ενεχυροφυλακείου
Αθηνών στον τόμο 15 και με αυξ. αριθμ.
104, δημοσιεύθηκε η από 8-11-2022 σύμβαση συμπλήρωσης του υπ’ αριθμ.πρωτ. … εντύπου δημοσίευσης της άνω από … σύμβασης
διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είχε ήδη καταχωρισθεί στο δημόσιο
βιβλίο του Ν. 2844/2000 του ενεχυροφυλακείου Αθηνών.
Η δε ως άνω διαχειρίστρια της επίδικης απαίτησης άσκησε ενώπιον του
πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αυτοτελή πρόσθετη, υπέρ της καθής
η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας και κατά του ανακόπτοντος,
παρέμβαση. Εξάλλου, ως προς το κύριο σκέλος του πρώτου λόγου της ανακοπής, ο
οποίος επαναφέρεται (ως προς αμφότερα τα σκέλη του, κύριο και επικουρικό), με
το μόνο λόγο της έφεσης, από το προπαρατεθέν
περιεχόμενο της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής,
ειδικώς προς απόδειξη της ως άνω καταγγελίας-από και δια της οποίας καθίσταται
ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο της οφειλής από τη δανειακή σύμβαση
(καθυστερημένες δόσεις και άληκτο κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων) σύμφωνα με
το προαναφερθέν άρθρο 9 της (αρχικής) σύμβασης, επί τη βάσει της οποίας
εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής-η καθής η ανακοπή τράπεζα
προσκόμισε την υπ’ αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του
δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών από την οποία, κατά τα ακριβώς
αναγραφόμενα στη διαταγή πληρωμής, αποδεικνύεται ότι καταγγέλθηκε η άνω σύμβαση
δανείου και γνωστοποιήθηκε στον καθού το κλείσιμο των
τηρουμένων λογαριασμών που την εξυπηρετούσαν και το ύψος της οφειλής του.
Κατά δε τα διαλαμβανόμενα
στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, την 1-6-2020 και
λόγω του ότι ο ανακόπτων δεν εκπλήρωσε τις
υποχρεώσεις του από την σύμβαση, έχοντας καθυστερήσει την καταβολή των οφειλομένων ποσών, καταχωρίσθηκαν στον τηρούμενο προς
εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμό οι πάσης φύσεως απαιτήσεις που απέρρεαν από
την σύμβαση κατά τα συμφωνηθέντα και έκλεισε ο υπ’ αριθμ.
... λογαριασμός που την εξυπηρετούσε, ο οποίος και εμφάνισε, κατά το κλείσιμο,
χρεωστικό υπόλοπτο σε βάρος του ανακόπτοντος,
ποσού 117.786,52 ευρώ. Σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη διαταγή
πληρωμής, με την από 6-7-2020 εξώδικη δήλωση-καταγγελία και πρόσκληση, που
επιδόθηκε νόμιμα στον ανακόπτοντα δυνάμει της ρηθείσας έκθεσης επίδοσης, καταγγέλθηκε η άνω σύμβαση
τοκοχρεωλυτικού δανείου και γνωστοποιήθηκε στον ανακόπτοντα
το κλείσιμο του λογαριασμού που την εξυπηρετούσε και το χρεωστικό υπόλοιπο
αυτού, ανελθόν στο άνω ποσό κατά την ημεροχρονολογία
της καταγγελίας της σύμβασης, το οποίο ο ανακόπτων
εξακολουθεί να οφείλει και υποχρεούται να καταβάλει με το νόμιμο τόκο
υπερημερίας από την επομένη της ταχθείσας προθεσμίας επτά εργασίμων ημερών από
την επίδοση της εξώδικης καταγγελίας, ήτοι στις 3-8- 2020 μέχρι και την πλήρη
εξόφληση, γίνεται, δε, εν συνεχεία, μνεία του υπ' αριθμ.
9 άρθρου της σύμβασης δανείου, περί του ότι σε περίπτωση καθυστέρησης στην
αποπληρωμή των δόσεων, η δανείστρια τράπεζα δικαιούται να καταγγείλει την
σύμβαση και να καταστήσει το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό καθώς και να
ασκήσει όλα γενικά τα δικαιώματα της που απορρέουν από την σύμβαση και το νόμο.
Από την εκατέρωθεν προσκομιζόμενη και στην παρούσα έκκλητη δίκη υπ’ αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του
Εφετείου Αθηνών η οποία είχε προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών προς έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, προκύπτει
ότι τούτη φέρει συνημμένη την από 6-7-2020 εξώδικη δήλωση της καθής η ανακοπή δανείστριας τράπεζας προς τον ανακόπτοντα. Με την τελευταία (από 6-7-2020 εξώδικη δήλωση)
η καθής, αναφερθείσα στην άνω σύμβαση δανείου και
στην περιέλευση του ανακόπτοντος
σε υπερημερία καθώς δεν τήρησε τους όρους της σύμβασης δανείου και διότι παρά πς επανειλημμένες οχλήσεις της καθής
ο ανακόπτων δεν προέβη στην τακτοποίηση των
ληξιπρόθεσμων οφειλών του, εν συνεχεία δήλωσε προς τον ανακόπτοντα
ότι η προβλεπόμενη από τον Κώδικα Δεοντολογίας διαδικασία δεν εκκρεμεί ως προς
την οφειλή του, είτε επειδή αυτή ολοκληρώθηκε στην περίπτωσή του ανεπιτυχούς
πριν την καταγγελία με δική του υπαιτιότητα, είτε επειδή η ίδια οφειλή του δεν
ήταν εξ αρχής εντάξιμη σε αυτόν και γνωστοποίησε στον
ανακόπτοντα ότι την 1-6-2020 προέβη στην καταγγελία
της μεταξύ τους σύμβασης δανείου, κηρύσσοντας το ανεξόφλητο σύνολο του
χρεωστικού υπολοίπου, ποσού 117.786,52 ευρώ, ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και
κλείνοντας τον λογαριασμό του δανείου.
Με την ίδια ως άνω εξώδικη
δήλωση, η καθής η ανακοπή κάλεσε τον ανακόπτοντα όπως ενός επτά εργασίμων ημερών από την
επίδοση, να εξοφλήσει το σύνολο της οφειλής του, που έως τις 6-7-2020 ανερχόταν
στο ποσό των 117.786,52 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων μέχρι πλήρους εξοφλήσεως,
με τις, μεταξύ άλλων, διευκρινίσεις που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, ότι τα
οφειλόμενα κονδύλια κεφαλαίου και τόκων εκτοκίζονται
με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο υπερημερίας και ανατοκίζονται
με εξαμηνιαία περιοδικότητα και ότι μετά την παρέλευση άπρακτης της άνω
επταήμερης προθεσμίας, η τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να προχωρήσει στην λήψη
δικαστικών μέτρων για την είσπραξη της απαίτησής της.
Ωστόσο, η ως άνω αναφερόμενη
από 1-6-2020 καταγγελία της σύμβασης δανείου, δεν υποδεικνύεται από τα ως άνω
προσκομισθέντα, προς έκδοση της ανακοπτόμενης
διαταγής πληρωμής, έγγραφα, δεδομένου ότι, αφενός δεν προσκομίστηκε στον εκδώσαντα την ανακοπτόμενη
διαταγή πληρωμής Δικαστή έγγραφη καταγγελία με ημερομηνία 1-6-2020, αφετέρου
στην ως άνω από 6-7-2020 προσκομισθείσα, προς έκδοση της προσβαλλόμενης
διαταγής πληρωμής, εξώδικης δήλωσης, δεν αναγράφεται ότι με αυτή καταγγέλλεται
η σύμβαση δανείου, αλλά ρητώς αναγράφεται ότι με αυτή γνωστοποιείται προς τον ανακόπτοντα η άνω επικαλούμενη, προγενέστερη, αναφερόμενη
ως ήδη συντελεσθείσα από 1-6-2020 καταγγελία, το
περιεχόμενο της οποίας δεν υποδεικνύεται εγγράφως. Επισημαίνεται ότι, ούτε
ενώπιον του πρωτοβάθμιου ούτε του παρόντος Δικαστηρίου, προσκομίστηκε η
επικαλούμενη από την καθής στην ανωτέρω από 6-7-2020
εξώδικη δήλωσή της, από 1-6-2020 καταγγελία. Εξάλλου, ούτε εμμέσως μπορεί να
συναχθεί το συμπέρασμα ότι η καθής η ανακοπή,
επιδίδοντας την από 6-7-2020 εξώδικη δήλωσή της προς τον ανακόπτοντα
άσκησε το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης δανείου, αφού, αν και
επικαλείται σε αυτή υπερημερία του ανακόπτοντος, δεν
εκθέτει σε τι συνίσταται αυτή, ήτοι εάν αφορά τη μη καταβολή συνεχόμενων
μηνιαίων δόσεων και πόσων, αφού μόνον η μη ολοσχερής εξόφληση δύο μηνιαίων
δόσεων, κατά το προδιαληφθέν άρθρο 9 της (αρχικής)
σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, καθίδρυε δικαίωμα της καθής
τράπεζας να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης και απαίτησης του συνόλου της
οφειλής, ενώ σε περίπτωση που δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές η τράπεζα
είχε το δικαίωμα να απαιτήσει μόνο τις ληξιπρόθεσμες οφειλές. Μόνον η εξώδικη
δήλωση ότι το σύνολο της οφειλής του δανείου είναι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό
δεν είναι δυνατό να εκληφθεί και ως καταγγελία, αφού η τελευταία έχει ουσιωδώς
διαφορετικές έννομες συνέπειες και προϋποθέσεις.
Περαιτέρω, η από 6-7-2020
εξώδικη δήλωση της καθής η ανακοπή δε δύναται να
εκληφθεί ως έγγραφη καταγγελία που περιήλθε νόμιμα στον ανακόπτοντα
στις 22-7-2020, ούσα, έτσι, ικανή να θεμελιώσει την έγγραφη απόδειξη της
απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, για τον
πρόσθετο λόγο ότι η καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης δε μπορεί να
έπεται χρονικά του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού, το οποίο (οριστικό
κλείσιμο) ουδόλως αμφισβητείται από την προσθέτως παρεμβαίνουσα
και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη όπ έλαβε χώρα πριν από τη
σύνταξη της από 6-7-2020 εξώδικης δήλωσης και συγκεκριμένα την 1-6-2020,
δοθέντος ότι η καταγγελία συνιστά προϋπόθεση για το οριστικό κλείσιμο του
λογαριασμού του δανείου. Κατόπιν τούτων, δεν αποδείχθηκε εγγράφως, δηλαδή από
τα ως άνω προσκομισθέντα, προς έκδοση της ανακοπτόμενης
διαταγής πληρωμής, έγγραφα, ότι έλαβε χώρα η, κατά τον άνω συμβατικό όρο που
περιλαμβάνεται στο άρθρο 9 της σύμβασης, καταγγελία, η οποία έδει και η ίδια, ως γεγονός δικαιοπαραγωγικό
της επιδικασθείσας απαίτησης, να προκύπτει εξ εγγράφου είτε αρχήθεν
είτε μεταγενεστέρως με την επίμαχη εξώδικη
γνωστοποίηση που όμως, ως ήδη αποδείχθηκε, εν προκειμένω δεν αποτελούσε και
καταγγελία της σύμβασης, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή για την έκδοση διαταγής
πληρωμής, για την οποία απαιτούνται ειδικές προϋποθέσεις αποδείξεως, το ότι ο ανακόπτων οφειλέτης έλαβε γνώση της ληψιδεούς
δήλωσης βούλησης της καθής η ανακοπή δανείστριας
τράπεζας με το προμνημονευθέν εξώδικο, από το οποίο
δεν αποδείχθηκε, ως ελέχθη, αυτή καθ' εαυτή η δήλωση
βουλήσεως της πιστώτριας τράπεζας. Συνακόλουθα, η ανακοπτόμενη
διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου, συνισταμένου
στην έλλειψη έγγραφης απόδειξης των παραγωγικών γεγονότων της απαίτησης και του
ληξιπρόθεσμου αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ
και τα προδιαληφθέντα στην υπ’ αριθμ.
II μείζονα σκέψη, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης τις
απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα. Μετά τις παραδοχές αυτές, ο εξεταζόμενος
πρώτος λόγος της ανακοπής κατά το κύριο σκέλος του κρίνεται βάσιμος και άγει
στην εν όλω ακύρωση της ανακοπτόμενης
διαταγής πληρωμής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη
έκρινε ότι με την από 6-7-2020 εξώδικη δήλωση της δανείστριας τράπεζας καθής η ανακοπή που επιδόθηκε νομίμως στον ανακόπτοντα, προκύπτει με σαφήνεια ότι καταγγέλθηκε η
δανειακή σύμβαση και εγκύρως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και
απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής κατά το κύριο σκέλος του ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του
νόμου, αλλά και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου ως και
κατ’ ουσίαν βάσιμου του μόνου λόγου της υπό κρίση
έφεσης, καθ’ ο μέρος ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών
παραπονείται για την απόρριψη του προεκτεθέντος λόγου
ανακοπής κατά το κύριο σκέλος του.
Συνεπώς, πρέπει η έφεση να
γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, να διαταχθεί η
απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα
(άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να εξαφανιστεί η
εκκαλουμένη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν
Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, αφού συνεκδικασθεί η από 20-1-2022 και με αριθμό εκθέσεως
καταθέσεως ... ανακοπή με την από 21-7-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως
... αυτοτελή πρόσθετη, υπέρ της καθής η ανακοπή και
κατά του ανακόπτοντος, παρέμβαση και ερευνηθεί κατ'
ουσία η ανακοπή, πρέπει να γίνει αυτή δεκτή ως προς το κύριο σκέλος του πρώτου
λόγου της, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερθέντα-παρελκούσης
της έρευνας του επικουρικού σκέλους του ίδιου λόγου ανακοπής (που μεταβιβάσθηκε
με την υπό κρίση έφεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου)-και να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 11418/2021 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ως προς δε την ασκηθείσα
πρόσθετη παρέμβαση, πέραν του τύποις παραδεκτού
αυτής, δεν θα περιληφθεί έτερη διάταξη στο διατακτικό
της παρούσας απόφασης, καθόσον η πρόσθετη παρέμβαση δεν περιέχει ίδιον αίτημα,
που να πρέπει να δεχθεί ή να απορρίψει (ούτε καν σιωπηρά) το Δικαστήριο, αλλά
απλώς διευρύνει τα όρια της εκκρεμούς διαδικασίας, αποτέλεσμα το οποίο είναι
και το μόνο που επέρχεται αμέσως μετά την άσκησή της (ΑΠ 715/1998, ΕλλΔικ 40, 630, ΕφΑΘ 3074/2022,
ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 49/2022, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ
854/2021, Ν0Μ0Σ, ΕφΠειρ 111/2016, ΝΟΜΟΣ).
Επιπλέον, ενόψει του ότι, σε
περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας έχει
ο ερημοδικασθείς αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν
αυτός θεωρείται ότι ανππροσωπεύθηκε στη δίκη από τους
παρόντες ομοδίκους του (ΑΠ 1596/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ
965/2017, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 367/2014, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1036/2024,
ΝΟΜΟΣ), πρέπει να οριστεί το παράβολο για την περίπτωση που η πρώτη των
εφεσίβλητων ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης (άρθρα 501,
502 παρ. 1, 505 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται
στο διατακτικό. Τέλος, λόγω της ήδη χωρήσασας
εξαφάνισης της εκκαλουμένης απόφασης, πρέπει να εξαφανιστεί εν όλω η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων (ο.α. ΕφΠειρ 79/2022, ΕφΘεσ 923/2018, Ν0ΜΟΣ) και η δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των
βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων,
λόγω του δυσερμήνευτου, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, των κανόνων
δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ, ο.α. ΕφΠειρ 314/2025).
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της πρώτης
εφεσίβλητης, αντιπροσωπευόμενης στην έκκλητη δίκη από την παρισταμένη δεύτερη
εφεσίβλητη και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Ορίζει το παράβολο ανακοπής
ερημοδικίας, για την περίπτωση που η ερημοδικασθείσα
πρώτη εφεσίβλητη ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής, στο ποσό
των διακοσίων (200) ευρώ.
Δέχεται κατά το τυπικό μέρος
και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη,
υπ’ αριθμ. 11622/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την ειδική
διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον εκκαλοΰντα.
Διακρατεί την
υπόθεση και συνεκδικάζει την από 20-1-2022 και με
αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... ανακοπή και την από 21-7-2022 και με αριθμό
εκθέσεως καταθέσεως ... αυτοτελή πρόσθετη, υπέρ της καθής
η ανακοπή και κατά του ανακόπτοντος, παρέμβαση.
Δέχεται τον πρώτο λόγο της
ανακοπής κατά το κύριο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η υπ’ αριθμ. ./2021 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών, ως βάσιμο και κατ’ ουσίαν.
Ακυρώνει την υπ’ αριθμ. ./2021 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συμψηφίζει στο σύνολό της,
μεταξύ των διαδίκων, τη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και
δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις
7-1-2026, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ