ΜΠρΑθ
3088/2014
Ιδιωτικοί
εκπαιδευτικοί -.
Βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και
καταγγελία της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού εκπαιδευτικού κατά τα οριζόμενα στις
οικείες διατάξεις του Ν. 682/1977 «Περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης και
σχολικών οικοτροφείων» πριν και μετά από την τροποποίησή τους δια του Ν.
3848/2010, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του Ν. 2112/1990. Διευθυντικό
δικαίωμα ιδιοκτήτη ιδιωτικού σχολείου και μείωση του διδακτικού ωραρίου του
ιδιωτικού εκπαιδευτικού σύμφωνα και με τους όρους του 281 ΑΚ. Δικαιοδοσία
πολιτικών δικαστηρίων να εκδικάσουν την διαφορά σχετικά με την καταγγελία της
σύμβασης εργασίας ιδιωτικού εκπαιδευτικού, παρεμπίπτων έλεγχος των πράξεων της
διοίκησης από τα πολιτικά δικαστήρια. Αποζημίωση απόλυσης ιδιωτικών
εκπαιδευτικών και εγκυρότητα της απόλυσης ακόμη και αν δεν συνοδεύεται από την
νόμιμη αποζημίωση. Περιορισμός του δικαιώματος του ιδιοκτήτη του σχολείου για
απόλυση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού σύμφωνα με τα άρθρα 281, 174 και 180 ΑΚ.
Προσβολή της προσωπικότητας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού και χρηματική
ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, προϋποθέσεις για το ορισμένο και νόμω βάσιμο του σχετικού κονδυλίου.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 3088/2014
Αρ. καταθ. αγωγής:
36412/1067/2011
Αρ. καταθ.
αγωγής: 158931/4871/2011
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Καλλιόπη - Αντιγόνη Αδάμ, Πρωτοδίκη, την
οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου και
από τη Γραμματέα Ανδρο νίκη Κατσιάδα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 21 Φεβρουαρίου 2014,
προκειμένου να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α. ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: .... κατοίκου Μεταμόρφωσης Αττικής, η οποία
παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου Δικηγόρου Βασιλείου Παρρή.
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Ιδιωτικού Εκπαιδευτηρίου (Σωματείου) με την επωνυμία
«ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΘΗΝΩΝ», που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής, οδός Δημοκρίτου
και Ζηρίδη, νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο
παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου Carsten Niemer.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η, από 28.02.2011, αγωγή της, η οποία
κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης 36412/2011
και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1067/2011, προσδιορίστηκε αρχικά για χη
δικάσιμο χης 14.05.2013, κατόπιν δε νομίμου αναβολής,
για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Β. ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ..., κατοίκου Μεταμόρφωσης Αττικής, η οποία
παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου Δικηγόρου Βασιλείου Παρρή.
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Ιδιωτικού Εκπαιδευτηρίου (Σωματείου) με την επωνυμία
«ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΘΗΝΩΝ», που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής, οδός Δημοκρίτου
και Ζηρίδη, νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο
παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου Carsten Niemer.
Η
ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η, από 23.09.2011, αγωγή της, η οποία κατατέθηκε
στη γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης 158931/2011 και
αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4871/2011, προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην
αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι οποίες συνεκφωνήθηκαν, λόγω της
μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων
ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα
πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση οι από 28.02.2011 και με αριθμό εκθ. καταθ. δικογρ.
36412/1067/2011 και από 23.09.2011 και με αριθμό εκθ.
καταθ. δικογρ.
158931/4871/2011 αγωγές, οι οποίες πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν,
λόγω ουναφείας, εφόσον εκκρεμούν ενώπιον του ίδιου
Δικαστηρίου, αφορούν σε αξιώσεις της ιδίας ενάγουσας κατά της ιδίας εναγόμενης
εταιρείας, απορρέουσες από όμοια ιστορική και νομική βάση (σύμβαση εξαρτημένης
εργασίας) και, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, διευκολύνεται και
επιταχύνεται η διεξαγωγή των δικών και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246,
31 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ. ΑΠ 7/2007 ΝοΒ 2007.879).
I. Σύμφωνα με τις διατάξεις του
άρθρου 30 του Ν. 682/1977, «Περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαιδεύσεως και
σχολικών οικοτροφείων» (ΦΕΚ Α' 244), όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργηση του με
την με την υποπαρ. Ζ του άρθρου πρώτου του Ν.
4254/2014 (ΦΕΚ Α 85/7.4.2014) και όπως είχε τροποποιηθεί και συμπληρωθεί με τις
παρ. 15 και 16 του άρθρου 47 Ν. 3848/2010, ΦΕΚ Α 71/19.5.2010: «1. Οι
διδάσκοντες εις τα ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως εκπαιδευτικοί, τελούν
επί σχέσει εργασίας ωρισμένου
ή αορίστου χρόνου κατά τα εις επόμενας παραγράφους
του παρόντος άρθρου οριζόμενα. 2. Οι ιδιωτικοί
εκπαιδευτικοί του πίνακα Β προτείνονται προς πρόσληψη από τον ιδιοκτήτη
του ιδιωτικού σχολείου και μετά την έγκριση της πρότασης από τον Διευθυντή της
οικείας Διεύθυνσης ή Προϊστάμενο του οικείου Γραφείου Εκπαίδευσης συνάπτουν
σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία αρχίζει από την ημέρα παροχής των υπηρεσιών
από τον εκπαιδευτικό και λήγει την 31η Αυγούστου του δεύτερου έτους από την
πρόσληψη του. Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους υπηρεσίας ή κατά τη λήξη της διετίας
ο ιδιοκτήτης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση, με καταβολή αποζημίωσης δύο
μηνών στον εκπαιδευτικό. Μετά την πάροδο της διετίας και εφόσον η σύμβαση δεν
καταγγελθεί κατά τα ανωτέρω, μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου. 3. α)
Μετά την πάροδο της "διετίας" η σύμβαση μετατρέπεται αυτοδικαίως σε
αορίστου χρόνου, οπότε είναι
δυνατόν να καταγγελθεί μόνο για τους λόγους που προβλέπονται από ι. Τα εδάφια αν έως εν του άρθρου 33 παρ. 4
του παρόντος. it.
Το άρθρο 11 του ν. 1351/1983 παρ. 1 εδ. Δν (ΦΕΚ 56 ΑΝ), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 5 του
ν. 1566/1985. ιιι. Εφόσον υπάρχει διαταραχή του
εκπαιδευτικού κλίματος στο σχολείο λόγω αδυναμίας συνεργασίας εργοδότη -
εκπαιδευτικού. Σε περίπτωση απόλυσης για το λόγο αυτόν καταβάλλεται στους απολυόμενους
εκπαιδευτικούς η προβλεπόμενη αποζημίωση από το άρθρο 30 παρ. 5 του ν.
682/1977. "ίν. Κατά τη λήξη κάθε σχολικού έτους
είναι δυνατή η καταγγελία της σύμβασης ενός εκπαιδευτικού ανά ιδιωτική εκπαιδευτική μονάδα και ανά βαθμίδα εκπαίδευσης. Τα ιδιωτικά γυμνάσια
και λύκεια της ίδιας έδρας, του ίδιου ιδιοκτήτη και με την ίδια διεύθυνση
θεωρείται ότι αποτελούν ενιαία εκπαιδευτική μονάδα. Στους απολυόμενους
εκπαιδευτικούς της περίπτωσης αυτής καταβάλλεται η αυξημένη αποζημίωση που
προβλέπεται στην παράγραφο 5." 5. Διαρκούσης της συμβάσεως εργασίας
αορίστου χρόνου, η σύμβασις δύναται να καταγγελθή υπό του ιδιοκτήτου καταβαλλομένης αποζημιώσεως
ενός μηνός 8ιν έκαστον έτος προσφοράς των υπηρεσιών του εις το αυτό σχολείον και μέχρις 25 ετών, υπολογιζόμενης και της
υπηρεσίας του επί συμβάσει ωρισμένου
χρόνου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 7, παρ. 2 και 3 του Ν. 817/1978, ΦΕΚ (Α
170): "2. Αι κατά την παρ. 5 του άρθρου 30 του Ν. 682/1977 απολύσεις
ενεργούνται κατόπιν δεκαπενθημέρου τουλάχιστον προειδοποιήσεως, επάγονται δε
έννομα αποτελέσματα την 31 ην Αυγούστου του σχολικού έτους κατά το οποίον πραγματοποιούνται. Εξάλλου, σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, η
απόλυση είναι έγκυρη, μόνο εφόσον εγκριθεί από το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου
Παιδείας, κατόπιν ελέγχου της νομιμότητας της. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη
της παραγράφου 4 (περ.β) του άρθρου 27 του Ν.
682/1977, όπως αυτή προστέθηκε με την παρ.14 άρθρου 47 Ν. 3848/2010, ΦΕΚ Α
71/19.5.2010 « Σε περίπτωση κατάργησης τάξεων ή τμημάτων, κατά την περίπτωση 2
της παραγράφου 1Δ του άρθρου 11 του ν. 1351/1983 (ΦΕΚ 56 Α), όπως ισχύει, ο
διευθυντής του σχολείου, με σύμφωνη γνώμη του εκπαιδευτικού, μπορεί να
προτείνει στο οικείο περιφερειακό υπηρεσιακό συμβούλιο πρωτοβάθμιας ή
δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αντί της απόλυσης αυτών που έχουν τη μικρότερη
υπηρεσία στην εκπαίδευση, την
τροποποίηση του διοριστηρίου τους, ώστε να εργάζονται
λιγότερες ώρες.". Τέλος, με το άρθρο 9 παρ. 22 του ν. 2817/2000 ορίστηκε
ότι, "οι Έλληνες εκπαιδευτικοί που διδάσκουν σε ξένα σχολεία υπάγονται
στις διατάξεις του ν. 682/1977, όπως ισχύει σήμερα". Με τη διάταξη αυτή
επεκτάθηκαν οι διατάξεις του ν. 682/1977 στους Έλληνες εκπαιδευτικούς, αλλά και στους εξομοιούμενους με αυτούς, με βάση
τις διατάξεις της Συνθήκης της ΕΟΚ (άρθρο 52), υπηκόους κρατών - μελών της
Κοινότητας, που διδάσκουν σε ξένα ιδιωτικά σχολεία. Η υπαγωγή αυτή στις
διατάξεις του ν. 682/1977 θα γίνει με τις ίδιες πιο πάνω προϋποθέσεις, που
απαιτούνται και για τα ελληνικά ιδιωτικά σχολεία, δηλαδή εγγραφή του ιδιωτικού
εκπαιδευτικού στην επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών και διορισμός του στο ξένο
ιδιωτικό σχολείο από τον οικείο Επιθεωρητή. Από το συνδυασμό των προπαρατεθεισών διατάξεων προκύπτουν τα κατωτέρω
συμπεράσματα:
1) Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί
προσλαμβάνονται από τον ιδιοκτήτη ιδιωτικού σχολείου, μετά πρόταση του και
έγκριση αυτής από το διευθυντή της οικείας διεύθυνσης του Υπουργείου Παιδείας
και θρησκευμάτων, με σύμβαση εργασίας διάρκειας δύο ετών, η οποία, εάν κατά τη
λήξη της δεν καταγγελθεί από τον ιδιοκτήτη, μετατρέπεται αυτοδικαίως σε
αόριστου χρόνου, 2) οι κατ' αυτόν τον τρόπο διαμορφωθείσες σε αόριστης
διάρκειας εργασιακές συμβάσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών μπορούν να
καταγγέλλονται από τον ιδιοκτήτη μόνο στις περιοριστικά προβλεπόμενες στο νόμο
περιπτώσεις, μεταξύ δε εκείνων περιλαμβάνεται και η κατά τη λήξη του σχολικού
έτους απόλυση ενός μόνον εκπαιδευτικού ανά ιδιωτική εκπαιδευτική μονάδα και ανά
βαθμίδα εκπαίδευσης, στον οποίο (εκπαιδευτικό) θα πρέπει να καταβάλλεται
αποζημίωση ενός μηνός για κάθε έτος εργασίας του στο ίδιο σχολείο και μέχρις 25
ετών, συνυπολογιζομένου και του χρόνου υπηρεσίας του με σύμβαση ορισμένου
χρόνου, 3) μία τέτοια απόλυση αφενός μεν έχει αναιτιώδη
χαρακτήρα, με την έννοια ότι το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την
ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, του ιδιοκτήτη δεσμευομένου
απλώς να τηρήσει τα ως άνω τιθέμενα αριθμητικά κριτήρια (καταγγελία μίας
σύμβασης εργασίας ανά μονάδα και ανά βαθμίδα εκπαίδευσης), αφετέρου δε, ενόψει
του ότι ο Ν. 682/1977 δεν απαγγέλει ακυρότητα αλλά ούτε και παραπέμπει στο
άρθρο δ παρ. 3 του Ν 3198/1955, παραμένει έγκυρη ακόμα και όταν δεν συνοδεύεται
από την προαναφερόμενη αποζημίωση, σε περίπτωση μη καταβολής της οποίας ο
ιδιωτικός εκπαιδευτικός διατηρεί βεβαίως την προς λήψη της αξίωση, 4) ωστόσο,
όπως συμβαίνει και με την καταγγελία οποιασδήποτε σύμβασης εξαρτημένης εργασίας
αόριστου χρόνου, η άσκηση του δικαιώματος του ιδιοκτήτη να προβεί στην
προαναφερόμενη απόλυση ιδιωτικού εκπαιδευτικού υπόκειται στον περιορισμό των
άρθρων 281. 174 και 180 ΑΚ, δηλαδή στην τασσόμενη επί ποινή ακυρότητας αυτής
απαγόρευση της υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη
και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός
του εν λόγω δικαιώματος, 5) συνακόλουθα, άκυρη ως καταχρηστική είναι και η ως
άνω αναιτιώδης, κατά τα άλλα, απόλυση εκπαιδευτικού, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά
ελατήρια και δη από εμπάθεια, μίσος ή έχθρα προς το πρόσωπο του ή από λόγους
εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον ιδιοκτήτη,
συμπεριφοράς του (σχετ. ΑΠ 924/2010 Nomos, ΑΠ
880/1982 ΝοΒ 1983,822, ΑΠ 776/1980 ΝοΒ 1981,50, ΕφΛαρ 652/1989 ΑρχΝ 1990.439, ΓΝΜΔ ΝΣΚ 4/2012, σε ΤΝΠ Νόμος).
II. Από τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, κατά την οποία
"πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον
υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου" προκύπτει
ότι η υπό του εργοδότου μονομερής και Βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των
όρων της συμβάσεως του δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει τον μισθωτό
να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ αυτόν το δικαίωμα είχε να
αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του, είτε να θεωρήσει τη
μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και αποχωρώντας
από την εργασία του να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη
μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους
αξιώνοντας την τήρηση αυτών, οπότε, αν ο εργοδότης αποκρούσει την παροχή
εργασίας με τους όρους αυτούς, καθίσταται υπερήμερος και ο μισθωτός δικαιούται
να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας. Προϋπόθεση για τα παραπάνω είναι η μονομερής ενέργεια εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν συντρέχει
όταν με τη σύμβαση εργασίας έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ότι ο εργοδότης
δικαιούται να προβεί μονομερώς σε μεταβολή των όρων της συμβάσεως και τα όρια
αυτά της μεταβολής καθορίζονται επακριβώς, μέσα δε στα όρια αυτά ο εργοδότης
προβαίνει στη μεταβολή των όρων της συμβάσεως, έστω και σε βάρος του εργαζομένου,
διότι τότε πρόκειται όχι για μονομερή αλλά για συμφωνημένη μεταβολή, η οποία
είναι νόμιμη, εφόσον δεν προσκρούει σε
ειδική απαγορευτική διάταξη και εφόσον κατά την άσκηση του σχετικού
διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη δεν γίνεται υπέρβαση των ορίων που θέτει
η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Ομοίως, δεν θεωρείται ως μονομερής, κατά την
έννοια της διάταξης του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, η μεταβολή των όρων εργασίας
όταν αυτή δεν προέρχεται από τον εργοδότη, αλλά επιβάλλεται από το νόμο ή τη
Διοίκηση ή γίνεται κατ' ενάσκηση δικαιώματος αναγνωρισμένου από το νόμο. τη
συλλογική σύμβαση ή τον κανονισμό εργασίας (ΑΠ
798/2007, σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ
675/1991, ΕΕργΔ 1990.513. ΑΠ 1212/1990. ΔΕΝ 1992.
482. ΕφΑΘ 8042/1991. ΔΕΝ 1993.475, Σχ. Βλαστός,
Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012. σελ. 534,535, Ζερδελής,
Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2002, αρ.
1108-1109).
III. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 914 και 932 ΑΚ.
συνάγεται ότι ο εργαζόμενος σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας πράξης του
εργοδότη του, όπως η αντίθετη στο άρθρο 281 ΑΚ καταγγελία της σύμβασης εργασίας
εκ μέρους του τελευταίου, δικαιούται να ζητήσει την καταβολή χρηματικής
ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης μόνο όταν η συμπεριφορά του εργοδότη συνιστά
ταυτόχρονα και προσβολή της προσωπικότητας του εργαζόμενου όπως όταν υπάρχει
δόλια προαίρεση του τελευταίου να προσβάλλει την προσωπικότητα του και
μειώνεται η επαγγελματική του αξία και υπόληψη. Μόνη η άκυρη απόλυση είτε για
τυπικούς λόγους είτε λόγω παραβάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, χωρίς τη συνδρομή και
άλλων στοιχείων, δεν συνιστά καθαυτή προσβολή της προσωπικότητας του
εργαζόμενου ώστε να δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής
Βλάβης (ΕφΑΘ 5592/1999 ΕλλΔ/νη
2000.1402, Εφθεσ 112/1997 ΔΕΝ 1997.613).
Α. Επί της από 28.02.2011 και με αριθμό εκθ. καταθ. δικογρ. 36412/1067/2011:
Με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι προσλήφθηκε και απασχολείται από
το εναγόμενο, αρχικά με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια με
σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως καθηγήτρια φυσικής αγωγής του κλάδου Π.Ε.
11. Ότι στις 31.05.2010 το εναγόμενο κατήγγειλε προφορικά τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας
επικαλούμενη οικονομικούς λόγους, τον Ιούνιο ωστόσο του ίδιου έτους ανακάλεσε
την καταγγελία συνεχίζοντας να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Ότι ακολούθως,
κατά το σχολικό έτος 2010-2011. το εναγόμενο μείωσε μονομερώς τον αριθμό των
ωρών της εβδομαδιαίας διδασκαλίας της, σε 2, έναντι 18 που προβλέπονταν στο υπ'
αριθ. πρωτ. 10816/2009 διοριστήριο της Διεύθυνσης
Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Β' Αθηνών,
προσθέτοντας παράλληλα 17 ώρες στον τομέα των αθλητικών ομίλων εργασίας,
εκτός του διδακτικού προγράμματος. Ότι η ως άνω μείωση του διδακτικού της
ωραρίου, η οποία έγινε κατά κατάχρηση των ορίων του διευθυντικού δικαιώματος
του εναγομένου και κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών
συναλλακτικών ηθών, συνιστά υποβάθμιση της, καθώς οι απογευματινές ώρες στους
ομίλους εργασίας δεν αποτελούν κανονικό διδακτικό ωράριο, επιφέρουσα
μείωση της επαγγελματικής της αξίας και της εν γένει προσωπικότητας της. Με
βάση το ανωτέρω ιστορικό η ενάγουσα ζητεί, όπως νομίμως περιόρισε μέρος του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο
αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου
καταχωρισθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, που
επανέλαβε με τις προτάσεις του (άρθρα
223, 295 και 297 ΚΠολΔ), να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με απόφαση προσωρινά
εκτελεστή, να άρει την ανωτέρω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της και να την
απασχολεί τηρώντας τους όρους του ως άνω διοριστηρίου,
απασχολώντας την για το σύνολο των ωρών που αναφέρονται σε αυτό, καθώς και να
της καταβάλει το ποσό των 30.000,00, ως χρηματική
ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ανωτέρω συμπεριφορά του
εναγομένου. Τέλος, ζητεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο στην καταβολή της
δικαστικής της δαπάνης. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή αρμοδίως φέρεται, καθ'
ύλη ν και κατά τόπον, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 7, 9. 10. 16 παρ. 2.
25 παρ. 2. 664 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα
664-676 ΚΠολΔ) και είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις
αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάζεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων
648 επ., 656, 341, 345, 346, 914, 57, 59 ΑΚ, 946, 907, 908, 176 και 191 αρ. 2
ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική
βασιμότητα της, δεδομένου ότι το καταψηφιστικό
αντικείμενο της, κατόπιν του παραδεκτού περιορισμού του, δεν υπερβαίνει το
προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή
δικαστικού ενσήμου [ήτοι 20.000.00 ευρώ, βλ. άρθρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ,
όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 17 του ν. 2479/1997, σε συνδυασμό με
Υ.Α. 125804/30-7-2003 Δικ/νης
ΦΕΚ 1-8-2003 Β', σε ΔΕΝ 2003.1279 και
άρθ. 7 παρ.3 ν.δ.
1544/1942 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 21 παρ.1 ν. 4055/2012].
Β.
Επί της από 23.09.2011 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. 158931/4871/2011
αγωγή την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι στις 28.06.2011 το εναγόμενο
κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, χωρίς να υπάρχει λόγος σχετιζόμενος
με την άσκηση των καθηκόντων της ή με τις λειτουργικές ανάγκες αυτού, αλλά
εκδικητικά, ως αντίδραση στην ανωτέρω (36412/1067/2011) αγωγή της, καθώς μετά
την άσκηση του νομίμου αυτού δικαιώματος της το εναγόμενο επεδείκνυε απαξιωτική και μειωτική συμπεριφορά στο πρόσωπο της κατ, εν
τέλει, προέβη στην απόλυση της. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό η ενάγουσα ζητεί να
αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 28.06.2011 καταγγελίας της σύμβασης της εκ
μέρους του εναγομένου, ως καταχρηστικής, αλλά και λόγω μη καταβολής της
προσήκουσας αποζημίωσης απόλυσης, να υποχρεωθεί το τελευταίο, με απόφαση προσωρινά
εκτελεστή, αφενός να αποδέχεται
τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, με την απειλή χρηματικής ποινής
250.00 για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης του στην
υποχρέωση του αυτή και αφετέρου να της καταβάλει, ως μισθούς υπερημερίας για το
χρονικό διάστημα από 29.06.2011 έως 28.09.2011, το ποσό των 6.956,73,
με τους νόμιμους τόκους από χην πρώτη ημέρα του επομένου
του μηνός εντός του οποίου έκαστο κονδύλιο οφείλεται, άλλως από την επίδοση της
αγωγής και τέλος, το ποσό των 15.000,00, ως χρηματική
ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας
της συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, επικουρικά δε, ήτοι
για την περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία του εναγομένου, ζητεί να
υποχρεωθεί το τελευταίο να της καταβάλει το ποσό των 16.232,37
κατά το οποίο υπολείπεται η καταβληθείσα αποζημίωση της νομίμου, νομιμότοκα από τις 28.06.2011 (χρόνος καταγγελίας), άλλως
από την επίδοση της αγωγής, έως την πλήρη εξόφληση. Ζητεί, επίσης, η ενάγουσα
να υποχρεωθεί το εναγόμενο στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Με το
ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς
εντός της τρίμηνης και εξάμηνης, αντιστοίχως, αποσβεστικής προθεσμίας του
άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του ν. 3198/1955 (άρθρα 279, 280 ΑΚ) αναφορικά με το
αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας και το επικουρικό αίτημα καταβολής της
οφειλόμενης διαφοράς επί της αποζημίωσης απολύσεως, όπως αποδεικνύεται από την
υπ' αριθμ. 10.300/26.09.2011 έκθεση
επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας
της περιφέρειας του Πρωτοδικείου
Αθηνών,
και με επικαλούμενο από την ενάγουσα ως χρόνο απολύσεως της από το
εναγόμενο, την 28.06.2011, αρμοδίως εισάγεται, καθ' ύλην
και κατά τόπον, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 7, 9, 10, 16 παρ. 2, 25§2,
33 και 664 ΚΠολΔ), το οποίο έχει δικαιοδοσία προς εκδίκαση της, κατά την ειδική
διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664-676 ΚΠολΔ), καθώς οι διάδικοι
συνδέονται μεταξύ τους με σχέση εξαρτημένης
εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ τα
πολιτικά δικαστήρια, στα πλαίσια της κρίσης τους περί των υπαγόμενων σε
αυτά ιδιωτικών διαφορών, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη
νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοικήσεως ή νομικών προσώπων δημοσίου
δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί
περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και
δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια. Η τοιαύτη έρευνα των πολιτικών δικαστηρίων
περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το
νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να
ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών
προϋποθέσεων (ΟλΑΠ 447/1984, ΑΠ 283/2013, σε ΤΝΠ
Νόμος). Περαιτέρω η αγωγή τυγχάνει επαρκώς ορισμένη, πλην του κονδυλίου της
χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον στο δικόγραφο της δεν
γίνεται επίκληση πρόσθετων πραγματικών περιστατικών, πέραν της καταγγελίας της
επίδικης σύμβασης, που να συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας
και το οποίο, συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σχετικά στη μείζονα σκέψη (υπό
III), πρέπει να απορριφθεί ως αόριστο. Κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή,
η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις
αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648
επ., 281, 914, 932. 340, 341, 345 και 346 ΑΚ, 907, 908, 910 αρ. 4, 176, 191 αρ.
2 και 946 του Κ.Πολ.Δ., πλην του μέρους της κατά το
οποίο η ενάγουσα στηρίξει την ακυρότητα της καταγγελίας στη μη καταβολή της
προσήκουσας αποζημίωσης, καθώς η
προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 30§4 του Ν. 682/1977 καταγγελία
παραμένει έγκυρη, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα σχετικά στη μείζονα σκέψη (υπό
II), ακόμη και όταν δεν συνοδεύεται από την προβλεπόμενη στο νόμο αποζημίωση.
Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της,
δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό αντικείμενο της.
κατά το ποσό που αυτό υπερβαίνει το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών
ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (ήχοι το
ποσό των 20.000 ευρώ, βλ. άρθρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως
αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 17 του ν. 2479/1997. σε συνδυασμό με Υ.Α.
125804/30-7-2003 Δικ/νης
ΦΕΚ 1-8-2003 Β' σε ΔΕΝ 2003.1279 και άρθ. 7 παρ. 3 ν.δ.
1544/1942 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 21 παρ.1 ν. 4055/2012), η ενάγουσα
προσκομίζει, με επίκληση, χα υπ' αριθ. 387513Α και 225141Α έντυπα δικασχικού ενσήμου, με τα επικολληθέντα
ένσημα υπέρ του Τ.Ν. και Ε.Τ.Α.Α.- Τ.Π.Δ.Α..
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που δόθηκαν
νομίμως στο ακροατήριο και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του
Δικαστηρίου και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν, με επίκληση,
οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψην είχε προς
άμεση απόδειξη, είχε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν δεν
πληρούν τους όρους του νόμου, αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και
λογικής, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα ουσιώδη
πραγματικά περιστατικά το εναγόμενο
συνιστά ιδιωτικό ξένο σχολείο γενικής εκπαίδευσης που λειτουργεί στην Ελλάδα
και αποτελείται από 3 τμήματα, ήτοι το Ελληνικό Γυμνάσιο, Ελληνικό Λύκειο και
Γερμανικό Τμήμα, με όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης του γερμανικού εκπαιδευτικού
συστήματος, εκ των οποίων τα ελληνικά τμήματα τελούν υπό την εποπτεία των
περιφερειακών εποπτικών οργάνων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και
Θρησκευμάτων. Στο εναγόμενο απασχολούνται Έλληνες και Γερμανοί καθηγητές, οι
πρώτοι δε διορίζονται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της ελληνικής νομοθεσίας, ήτοι
τις διατάξεις του ν. 682/1977 σε συνδυασμό με άρθρ. 9 παρ. 22α του ν.
2817/2000. Η ενάγουσα, καθηγήτρια φυσικής αγωγής, κλάδου ΠΕ 11. εγγεγραμμένη
στον πίνακα Α' της Επετηρίδας των Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών
(άρθρ. 28 παρ. 4 ν. 682/1977)
προσλήφθηκε αρχικά από το εναγόμενο, την 01.09.1997, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως
καθηγήτρια φυσικής αγωγής, με την από 01.09.1997 σύμβαση εργασίας σε συνδυασμό
με το υπ' αριθ. πρωτ. Φ4659/17.12.1997 διοριστήριο
της Β' Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αθηνών, για να διδάξει για μια
2ετία, ήτοι κατά τα σχολικά έτη 1997-1998 και 1998-1999, με σύνολο 12 ωρών
εβδομαδιαίας διδασκαλίας (εκ των οποίων οι 6 ώρες σε ομίλους εργασίας), σύμφωνα
με τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 682/1977. Την 30.06.1998 η άνω σύμβαση
εργασίας καταγγέλθηκε από το εναγόμενο νόμιμα και καταβλήθηκε στην ενάγουσα η νόμιμη
αποζημίωση (663.571 δρχ.),
παράλληλα δε εξεδόθη
και η 19/8.2.2000 πράξη απόλυσης από την αρμόδια Διεύθυνση
Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Εν συνεχεία, από 1.10.1998 έως 31.5.2003, απασχολήθηκε στο εναγόμενο ως μισθωτή και
ειδικότερα ως υπεύθυνη του ομίλου ελεύθερης εργασίας στίβου, αεροβικής κλπ., με
συμβάσεις ορισμένου χρόνου, διάρκειας
ισόχρονης με το σχολικό έτος, με μειωμένο ωράριο (μερική απασχόληση), κατά τις
διατάξεις του ν. 2639/1998, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία πρόσληψης που
προβλέπεται από το ν. 682/1977 για το διορισμό εκπαιδευτικών σε ιδιωτικά
σχολεία, αφού δεν απασχολήθηκε με την ειδικότητα της εκπαιδευτικού. Την
01.09.2003 η αιτούσα, προσλήφθηκε ως καθηγήτρια φυσικής αγωγής, με σύμβαση
εργασίας ορισμένου χρόνου (έως 31.8.2005), με 18 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης,
μετά από πρόταση του εναγομένου προς την άνω αρμόδια Διεύθυνση, κατά τις
διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 3 ν. 682/1977 και εξεδόθη το υπ' αριθ. 10/9.2.2004
διοριστήριο της Β' Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αθηνών, (όπως αυτό
τροποποιήθηκε για το σχολικό έτος 2004-2005, ως προς την κατανομή των ωρών
διδασκαλίας με την 2/01.02.2005 πράξη της ίδιας Διεύθυνσης). Η άνω σύμβαση
εργασίας ανανεώθηκε εν συνεχεία για τέσσερα ακόμη έτη, ήτοι από 01.09.2005 έως
31.08.2009, με 20 ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας, με την αρ. πρωτ.
8623 Π.Ε./30.1.2006 πράξη ανανέωσης της άνω Διεύθυνσης. Ακολούθως έγινε
τροποποίηση των ωρών εβδομαδιαίας διδασκαλίας για το σχολικό έτος 2006-2007 σε
18 ώρες, για το σχολικό έτος 2007-2008 σε 17 ώρες και για το 2008-2009 σε 18
ώρες, με αποφάσεις της ίδιας Διεύθυνσης. Η ως άνω σύμβαση εργασίας, με τη λήξη
της εξαετίας (από 01.09.2003), μετατράπηκε
αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου (άρθρ. 30 παρ.4 ν. 682/77), εκδοθείσης
της υπ' αριθ. πρωτ. 10816/14.12.2009 αποφάσεως της
ίδιας Διεύθυνσης, η οποία προέβλεπε 18 ώρες διδασκαλίας της ενάγουσας και
συγκεκριμένα 7 ώρες στο ελληνικό γυμνάσιο. 2 ώρες στο ελληνικό λύκειο και 9
ώρες στο ξένο τμήμα. Στις 31.05.2010, ωστόσο, ο Πρόεδρος του ΔΣ του εναγομένου
ανακοίνωσε προφορικά στην ενάγουσα την απόλυση της λόγω υπερκάλυψης των αναγκών
της σχολής για τη διδασκαλία του μαθήματος της φυσικής αγωγής, κατά το σχολικό
έτος 2010 - 2011. ενόψει της νομοθετικής κατάργησης της 13ης τάξης όλων των
γερμανικών γυμνασίων, της σύμπτυξης των τμημάτων της 9ης τάξης στο γερμανικό
τμήμα, καθώς και του περιορισμού των συνδιδασκαλιών των γερμανικών τμημάτων με
τα ελληνικά στο μάθημα της φυσικής αγωγής. Το γεγονός των πλεοναζουσών
(28) ωρών φυσικής αγωγής είχε γνωστοποιήσει μάλιστα το εναγόμενο στον Διευθυντή
Δ.Ε. της Β' Δ/νσης Αθηνών (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ.419/21.10.2010 επιστολή των
Διευθυντών του). Τον Ιούνιο του 2010 και μετά από δήλωση των συναδέλφων της
ενάγουσας προς οικειοθελή μείωση του ωραρίου τους, κατ άρθρο 27§4 του Ν. 682/1977, προκειμένου να
εξακολουθήσει αυτή να εργάζεται στο εναγόμενο, ανακλήθηκε η απόλυση της και
συνέχισε να απασχολείται από το εναγόμενο, για δύο όμως διδακτικές ώρες στο
κανονικό εβδομαδιαίο ωρολόγιο πρόγραμμα στο μάθημα της φυσικής αγωγής, στο ξένο
τμήμα, ενώ τις λοιπές 17 ώρες της ανατέθηκε εργασία στους απογευματτνούς
ομίλους του εναγομένου, προς τούτο δε εκδόθηκε η υπ' αριθ. 9361/27.1.2011
τροποποίηση διορισμού της ίδιας Διεύθυνσης. Η ενάγουσα αντέδρασε στην ως άνω
τροποποίηση του διοριστηρίου τους, ως προς τον αριθμό
των διδακτικών της ωρών θεωρώντας ότι η εν λόγω μεταβολή ζημιώνει αυτήν τόσο
υλικά, αφού η απασχόληση στους ομίλους
εργασίας, εκτός ωρολογίου προγράμματος, δεν προσμετράται
στην εκπαιδευτική της προϋπηρεσία, όσο και ηθικά, καθώς, κατά την ίδια, συνιστά
επαγγελματική υποβάθμιση και υποτίμηση της προσωπικότητας της. Επισημαίνεται δε
ότι η ως άνω, υπ αριθ. 9361/2011 τροποποιητική πράξη της Δ/νσης Δ.Ε Β' Αθήνας,
εκδόθηκε στα πλαίσια της οριζόμενης στο άρθρο 27 § 4 περ. β του Ν. 682/77
διαδικασίας, χωρίς ωστόσο να τηρηθεί η προβλεπόμενη από την ίδια διάταξη
αναγκαία προϋπόθεση της έγγραφης παροχής συναίνεσης εκ μέρους της
εκπαιδευτικού, για τη μείωση του ωραρίου της, όπως αναγνωρίζει και η εκδούσα αρχή στο υπ' αριθ. πρωτ.
9555/10.11.2011 έγγραφο της, στο οποίο, μεταξύ άλλων αναφέρει «όπως ήδη
γνωρίζετε η Γερμανική Σχολή Αθηνών κατά το προηγούμενο σχολικό έτος πρότεινε
την απασχόληση σας στο σχολείο, για 2 ώρες με διδακτικά καθήκοντα και 17 ώρες
σε Ομίλους Ελεύθερης Εργασίας. Η Σχολή εξηγούσε ότι επιθυμούσε ήδη από το
προηγούμενο έτος την απόλυση σας (ως έχουσα τη μικρότερη προϋπηρεσία στην
εκπαίδευση.... επίσης η σχολή εξηγούσε ότι λόγω της άρνησης σας στη λύση της
σύμβασης εργασίας αλλά και στα πλαίσια για την εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης,
συνέχισε τη συνεργασία μαζί σας .... από τα παραπάνω η Υπηρεσία μας θεώρησε ότι
η παραμονή σας στο σχολείο, με το προαναφερόμενο ωράριο, αποτελούσε την τελική
λύση, προκειμένου να συνεχίσετε την εργασία σας στο σχολείο κατά το διδακτικό
έτος 2010-2011, παρότι δεν υπήρχε η έγγραφη συναίνεση σας...». Εκ των ανωτέρω
έπεται ότι το εναγόμενο δεν προέβη σε μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας
σύμφωνα με προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία, όπως το ίδιο ισχυρίζεται, αφού δεν
υποβλήθηκε στην ανωτέρω Δ/νση η απαιτούμενη εκ του νόμου αίτηση της ενάγουσας.
Ωστόσο αποδείχθηκε ότι δυνάμει της από 26.11.2003 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας
ορισμένου χρόνου (άρθρο 4), η οποία, όπως προεκτέθηκε,
παρατάθηκε και ακολούθως μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, το εναγόμενο επεφύλαξε
στον εαυτό του, ως εργοδότη, το δικαίωμα μονομερούς μεταβολής του ωραρίου
εργασίας της ενάγουσας, η οποία σημειωτέον δεν προσβάλλει την ως άνω συμβατική
ρήτρα, για οποιονδήποτε λόγο. Προβαίνοντας επομένως το εναγόμενο στη μείωση των
διδακτικών ωρών της ενάγουσας ενήργησε στα ως άνω, διευρυμένα, πλαίσια του
διευθυντικού του δικαιώματος, ακολουθώντας τη νόμιμη διαδικασία έκδοσης
τροποποιητικής πράξης από την αρμόδια Διεύθυνση, ούτως ώστε η εν λόγω μεταβολή
των όρων εργασίας της ενάγουσας να μην θεωρείται μονομερής, σύμφωνα και με τα
αναφερόμενα σχετικά στη μείζονα σκέψη της παρούσας (II), αλλά συμφωνηθείσα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο αποφάσισε τη μείωση του διδακτικού
ωραρίου της ενάγουσας, με την ταυτόχρονη απασχόληση της στους ομίλους εργασίας,
ως ηπιότερο μέσο έναντι της απόλυσης της, παράλληλα δε εξακολούθησε να καταβάλει σε αυτήν τις ίδιες μηνιαίες
αποδοχές. Το εν λόγω δε μέτρο υπαγορεύθηκε από αντικειμενικούς λόγους
αναγόμενους στη λειτουργία του εκπαιδευτηρίου, όπως αυτοί εκτέθηκαν ανωτέρω, οι
οποίοι είχαν ως αποτέλεσμα την υπερκάλυψη των αναγκών του εναγομένου σχετικά με
τη διδασκαλία του μαθήματος της φυσικής αγωγής, δεδομένου ότι κατά το σχολικό
έτος 2010-2011 οι ώρες της φυσικής αγωγής στο σύνολο των τμημάτων ανέρχονταν σε
96-98, έναντι 120 ωρών περίπου κατά τα προηγούμενα σχολικά έτη, στο εναγόμενο
δε απασχολούνταν επτά καθηγητές φυσικής αγωγής, οι οποίοι, σύμφωνα με τα
διοριστήριά τους, έπρεπε να απασχολούνται συνολικά επί 121 ώρες εβδομαδιαίως.
Οι ισχυρισμοί δε της ενάγουσας περί επαναλειτουργίας 2 νέων τμημάτων με
ταυτόχρονη αύξηση των ωρών διδασκαλίας (και) της φυσικής αγωγής αορίστως
προβάλλονται, καθώς δεν εξειδικεύεται κατά πόσες ώρες αυξήθηκε το πρόγραμμα
διδασκαλίας του εν λόγω μαθήματος, ενώ δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την
πλήρωση των ωρών που έμειναν ακάλυπτες λόγω της κατάργησης της 13ης τάξης του
γερμανικού γυμνασίου αφενός και του περιορισμού των συνδιδασκαλιών αφετέρου.
Επισημαίνεται δε ότι τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα ωρολόγια προγράμματα
αφορούν μόνο στο ελληνικό τμήμα, καθώς το εναγόμενο δεν υπέχει υποχρέωση
υποβολής προς έγκριση αντίστοιχου προγράμματος και για τη διδασκαλία του
γερμανικού τμήματος, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατό να εξαχθούν βάσει
αυτών ασφαλή συμπεράσματα επί των σχετικών
αγωγικών ισχυρισμών. Επίσης, ο ισχυρισμός της
ενάγουσας κατά τον οποίον ο συνολικός αριθμός των μαθητών, στα εν λειτουργία
γερμανικά τμήματα του εναγομένου, κατά το σχολικό έτος 2010-11, παρέμεινε στα ίδια επίπεδα σε σχέση
με αυτόν του προηγούμενου σχολικού έτους και ο συνολικός αριθμός της σχολής
κατά χα επόμενα έτη αυξήθηκε, δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή, δεδομένου ότι οι
ανάγκες και το πρόγραμμα της φυσικής αγωγής ρυθμίζονται με βάση τον αριθμό των
τμημάτων και όχι των φοιτούντων σε αυτά μαθητών. Εκ του συνόλου των ανωτέρω
έπεται ότι το εναγόμενο μειώνοντας το διδακτικό ωράριο της ενάγουσας δεν
ενήργησε αντίθετα με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη κατ τον κοινωνικό και
οικονομικό σκοπό του διευθυντικού του δικαιώματος, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα
με την υπό στοιχείο Α' αγωγή της, η οποία συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως κατ'
ουσία ν αβάσιμη, στο σύνολο της, καθώς αναφορικά με το κονδύλιο της χρηματικής
ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεν αποδείχθηκε παράνομη και υπαίτια
συμπεριφορά του εναγομένου θίγουσα την προσωπικότητα
της. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν, λόγω της
δυσχέρειας των νομικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα
αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο, στις 28.06.2011 (τελευταία ημέρα του σχολικού
έτους 2010-2011). κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας (με
ισχύ καταγγελίας από 31.08.2011)
καταβάλλοντος συγχρόνως σε αυτήν αποζημίωση ποσού 21.643,16 ευρώ, υπολογιζόμενη
με 8 έτη υπηρεσίας, ήτοι από το σχολικό έτος 2003-2004 έως την καταγγελία. Η
καταγγελία εγκρίθηκε την 19.09.2011 από την ως άνω αρμόδια Διεύθυνση και
εκδόθηκε η υπ' αριθ. 71/19.9.2011 πράξη απόλυσης, κατ' άρθρον 33 παρ. 1 ν.
682/1977. Η καταγγελία στην οποία προέβη το εναγόμενο έγινε σύμφωνα με το
ισχύον τότε άρθρο 30 παρ. 3α περ. iv του ν. 682/1977, το οποίο προστέθηκε με τα
άρθρο 17 παρ. 16 του ν. 3848/2010 (ΦΕΚ Α 71/19.5.2010), με έναρξη ισχύος από το
σχολικό έτος 2010-2011. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή «κατά τη λήξη κάθε σχολικού
έτους είναι δυνατή η καταγγελία της σύμβασης ενός εκπαιδευτικού ανά ιδιωτική
εκπαιδευτική μονάδα και ανά βαθμίδα εκπαίδευσης». Η προβλεπόμενη από τη διάταξη
αυτή καταγγελία έχει, όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αναιτιώδη χαρακτήρα, με την έννοια όχι το κύρος της δεν
εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε,
του εργοδότη δεσμευομένου απλώς να τηρήσει τα ως άνω τιθέμενα αριθμητικά
κριτήρια, τα οποία εν προκειμένω πληρούνται. Περαιτέρω το εναγόμενο δεν υποχρεούτο στην εφαρμογή των κοινωνικό-οικονομικών
κριτηρίων που επικαλείται η ενάγουσα, κατά την επιλογή της ως απολυτέας, αλλά όφειλε να λάβει υπόψην
του την προϋπηρεσία των εργαζομένων σε αυτό καθηγητών φυσικής αγωγής
επιλέγοντας αυτόν με τη μικρότερη υπηρεσία στην εκπαίδευση (άρθρο 27 § 4. περ.
β. Ν.682/77). Η ενάγουσα αρνείται το γεγονός ότι ήταν η τελευταία που
προσλήφθηκε από το εναγόμενο διατεινόμενη ότι είχε προσληφθεί από αυτό ήδη από
το έτος 1997 απασχολούμενη έκτοτε και έως το έτος 2003 δυνάμει συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ωστόσο, από το περιεχόμενο
των σχετικών συμβάσεων αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε στο εναγόμενο,
ως εκπαιδευτικός, μόνο κατά τα δύο πρώτα σχολικά έτη, 1997 - 1998 και 1998 -
1999, ενώ τα επόμενα απασχολείτο σε αυτό ως υπεύθυνη ελεύθερων ομίλων εργασίας,
χωρίς να προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο η παροχή διδακτικού έργου στα
πλαίσια της εργασίας της αυτής, η οποία λάμβανε χώρα τις απογευματινές ώρες,
εκτός του ωρολογίου διδακτικού προγράμματος, ενώ προσλήφθηκε πάλι από το
εναγόμενο, ως εκπαιδευτικός, το έτος 2003, κατόπιν συνταξιοδότησης συναδέλφου
της. Συνεπώς, δεν μπορεί να προσμετρηθεί το σύνολο των ετών προϋπηρεσίας
που επικαλείται η ενάγουσα, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν αναφέρει έναντι
ποιών, συγκεκριμένα, συναδέλφων της υπερείχε, από απόψεως προϋπηρεσίας στην
εκπαίδευση, καθιστώντας τους σχετικούς ισχυρισμούς της αόριστους και
ανεπίδεκτους δικαστικής εκτίμησης. Νομίμως λοιπόν το εναγόμενο προέβη στην
απόλυση της ενάγουσας, καθώς αυτή είχε τη μικρότερη υπηρεσία ως εκπαιδευτικός,
όπως καταθέτει μετά λόγου γνώσεως και ο μάρτυρας του εναγομένου, ο οποίος κατά
το επίδικο διάστημα τελούσε Διευθυντής της σχολής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η
απόλυση της ενάγουσας δεν έγινε εκδικητικά, όπως αυτή ισχυρίζεται, συνεπεία της
εκ μέρους της άσκησης της υπ' αριθ. 36412/1067/2011 αγωγής, καθώς, όπως
αποδείχθηκε, το εναγόμενο ήδη σε χρόνο προγενέστερο, ήτοι κατά το τέλος του
σχολικού έτους 2009-2010, ανακοίνωσε
στην ενάγουσα την απόλυση της, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας του προς πλήρη
απασχόληση του συνόλου των καθηγητών φυσικής αγωγής που απασχολούσε έως τότε,
εκ των υστέρων δε. στα πλαίσια λήψης ηπιότερου μέτρου έναντι της απόλυσης και
κατόπιν της οικειοθελούς μείωσης του ωραρίου των συναδέλφων της, η ως άνω προφορική-απόλυση ανακλήθηκε και προτάθηκε στην ενάγουσα η κατά τα
ανωτέρω μειωμένη διδακτική απασχόληση της, με τις ίδιες αποδοχές, στην οποία
ωστόσο η ίδια εναντιώθηκε. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας,
κατά τον οποίον το εναγόμενο απασχολεί καθηγητή αγωγής, τον οποίον προσέλαβε
μετά την απόλυση της, καθώς, όπως αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του
μάρτυρα του εναγομένου, η οποία δεν αντικρούεται κατά το μέρος της αυτό από
έτερο αποδεικτικό μέσο, ο εν λόγω καθηγητής, ονόματι ..., έχει διπλή
ειδικότητα, ήτοι αυτή του καθηγητή της γερμανικής γλώσσας και της φυσικής
αγωγής, απασχολείται όμως στο εναγόμενο μόνο με την πρώτη ειδικότητα, ως
υπεύθυνος για τα γερμανικά, ως ξένη γλώσσα, όπως αναφέρεται και στο
προσκομιζόμενο από την ενάγουσα, από Σεπτεμβρίου 2011, ενημερωτικό έντυπο του εναγομένου. Κατόπιν τούτων πρέπει το
αίτημα περί κήρυξης της από 28.06.2011 καταγγελίας της επίδικης σύμβασης άκυρης
ως καταχρηστικής και το παρεπόμενο αίτημα της πραγματικής απασχόλησης της
ενάγουσας από το εναγόμενο να απορριφθούν κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, από την εντολή μισθοδοσίας της 15/6, 15/7 κι 12/8 του 2011,
αποδεικνύεται ότι πιστώθηκαν στον υπ αριθμόν 148-00.2101-060690 τραπεζικό
λογαριασμό της ενάγουσας στην Τράπεζα Alpha Bank, τα ποσά των 2.401.94 Ε (τακτικές αποδοχές Ιουνίου και
επίδομα αδείας 2011), 1.732,14 (τακτικές αποδοχές
Ιουλίου 2011) και 1.732,14
(τακτικές αποδοχές Αυγούστου 2011), αντίστοιχα, της ενάγουσας πλήρως
εξοφληθείσης μέχρι και 31.08.2011 (χρόνος επαγωγής αποτελεσμάτων καταγγελίας).
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή ως νόμω (416 ΑΚ) και ουσία
βάσιμη η ένσταση εξόφλησης που υπέβαλε το εναγόμενο, ενώ πρέπει να απορριφθεί
κατά τα λοιπά το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεδομένου ότι κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα δεν υπάρχει ενεργός εργασιακή σχέση
και αντίστοιχη αξίωση της ενάγουσας προς καταβολή μισθού. Τέλος, όσον αφορά το
επικουρικό αίτημα περί συμπλήρωσης της αποζημίωσης απόλυσης, αποδείχθηκε όχι η
ως άνω καταβληθείσα από το εναγόμενο αποζημίωση δεν υπολείπετο
της νομίμου, καθώς η διάταξη του άρθρου 30§5 του Ν. 682/1977, που προβλέπει
αυξημένη αποζημίωση απόλυσης για την εν λόγω κατηγορία εργαζομένων, ορίζει όχι
για τον υπολογισμό της αποζημίωσης αυτής λαμβάνεται υπόψην
και η υπηρεσία του εκπαιδευτικού επί συμβάσει
ορισμένου χρόνου νοώντας την απασχόληση του εκπαιδευτικού, που προσλήφθηκε με
την ιδιότητά του αυτή, κατά τη διαγραφόμενη στις προηγούμενες διατάξεις του
άρθρου διαδικασία, σε περίπτωση δε μη τήρησης αυτής θα πρέπει η διδακτική
απασχόληση του εκπαιδευτικού, καθώς και ο χρόνος αυτής να αποδεικνύεται από
έγγραφα, τα οποία εν προκειμένω δεν προσκομίζει η ενάγουσα. Από τα ατομικά δε
δελτία εισφορών του ΙΚΑ, τα οποία προσκόμισε η τελευταία ενώπιον της ως άνω
Διεύθυνσης, δεν είναι δυνατό να πιστοποιηθεί το είδος της απασχόλησης της, ήχοι
η παροχή διδακτικού έργου, ούτε και οι ώρες της ημερήσιας διδασκαλίας εντός του
ωρολογίου προγράμματος. Μετά ταύτα πρέπει και η υπό στοιχείο Β' αγωγή να
απορριφθεί, στο σύνολο της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη,
ενώ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν, λόγω της δυσχέρειας
των νομικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ, αντιμωλία των διαδίκων, τις
από 28.02.2011 και με αριθμό εκθ. καταθ.
δικογρ. 36412/1067/2011 και από 23.09.2011 και με
αριθμό εκθ. καταθ. δικογρ. 158931/4871/2011 αγωγές.
Α. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.02.2011 και με
αριθμό εκθ. καταθ. δικογρ. 36412/1067/2011 αγωγή.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Β. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23.09.2011 και με
αριθμό εκθ. καταθ. δικογρ. 158931/4871/2011 αγωγή.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε
έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία
των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, στις
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ