Δημόσια
έργα - Οριστική έκπτωση αναδόχου - Συνέπειες - Ενδικοφανής
διοικητική επίλυση διαφορών - Προσφυγή -.
Παροχή εγγύησης καλής εκτέλεσης του έργου για την
ανάληψη της κατασκευής δημόσιου έργου. Κήρυξη του αναδόχου έκπτωτου.
Διαδικασία. Θέσπιση συστήματος ενδικοφανούς
διοικητικής επίλυσης των διαφορών που αναφύονται κατά την εκτέλεση δημόσιων
έργων η οποία ολοκληρώνεται με την άσκηση αίτησης θεραπείας ενώπιον του
αρμόδιου Υπουργού. Η ρητή πράξη ή παράλειψη έκδοσής της προσβάλλεται με
προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου. Αν κύριος του έργου είναι άλλο
νομικό πρόσωπο πλην του Δημοσίου, η επί της προσφυγής απόφαση του Διοικητικού
Εφετείου αφορά μόνο τις σχέσεις του νομικού αυτού προσώπου και δεν συνεπάγεται
την επίρριψη στο Ελληνικό Δημόσιο των υποχρεώσεων που βαραίνουν το νομικό
πρόσωπο έναντι του αναδόχου. Συνέπειες που επέρχονται αθροιστικά κατά του κηρυχθέντος
ως εκπτώτου αναδόχου. Λήψη προκαταβολής από την ανάδοχο χωρίς να προσκομίσει
επιπλέον εγγυητική επιστολή για το ποσό αυτό. Μη τέλεση εργασιών στο έργο. Αναπόσβεστο μέρος της προκαταβολής το οποίο είναι άμεσα
απαιτητό μετά των νομίμων τόκων. Κατάπτωση υπέρ του κυρίου του έργου, ως
ειδικής ποινικής ρήτρας, του συνόλου των εγγυήσεων για την καλή εκτέλεση του
έργου.
Αριθμός
απόφασης Α266/2018
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΤΜΗΜΑ
Α' - ΤΡΙΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε
δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου (αίθουσα Κακουργιοδικείου Δικαστικού
Μεγάρου Πάτρας, οδός Δημητρίου Γούναρη -αριθμός 30), στις 17 Μαρτίου 2017,
ημέρα Παρασκευή και ώρα 10 π.μ., με δικαστές τους: Ιορδάνη Φωτιάδη, Πρόεδρο
Εφετών Δ.Δ., Δημήτριο Καπαρό - Εισηγητή και Θεοδοσία Κυζίλου, Εφέτες Δ.Δ. και Γραμματέα την Αναστασία
Βλαχοπούλου, δικαστική υπάλληλο,
Για
να δικάσει την προσφυγή με χρονολογία κατάθεσης 18-9-2015:
Της
ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΤΟΜΟΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ
ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Ευτυχίδου αριθ. 45) και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου
δικηγόρου της Βασιλείου Γαλανόπουλου (Δ.Σ. Πατρών).
Κατά:
1. Του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Περιφέρεια Ιονίων Νήσων», που εδρεύει στην
Κέρκυρα (Περιοχή Αλυκές Ποταμού) και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου
της Δημοσθένη Σκλήρη (Δ.Σ. Αθηνών). Και 2. Του
Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο
οποίος παραστάθηκε δια της παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σοφίας Καρυτινού.
Κατά
τη συζήτηση ο πληρεξούσιος της αιτούσας ανέπτυξε τις απόψεις της και ζήτησε την
αποδοχή της προσφυγής. Εξάλλου ο πληρεξούσιος του καθού
Ν.Π.Δ.Δ. ανέπτυξε τις απόψεις αυτού και ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής, ενώ
η πληρεξούσια του καθού Ελληνικού Δημοσίου ανέπτυξε
τις απόψεις του και αναφέρθηκε σε σχετικώς κατατεθέν υπόμνημα του.
Μετά
τη συνεδρίαση το Δικαστήριο:
Αφού
μελέτησε τη δικογραφία και σκέφθηκε κατά το νόμο:
Αποφάσισε
ως εξής:
1.
ΕΠΕΙΔΗ με την υπό κρίση προσφυγή, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το
προβλεπόμενο από το νόμο (άρθρο 277 παρ. 2 περίπτ. α'
του Κ.Δ.Δ. όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο) παράβολο (σχετικό το με σειρά Α'
και αριθμό 775154 ειδικό έντυπο παραβόλου που υπάρχει στο φάκελο), η
προσφεύγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΑΤΟΜΟΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ
ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ»,
ανάδοχος του έργου «ΛΙΜΑΝΙ ΠΙΣΑΕΤΟΥ ΙΘΑΚΗΣ», επιδιώκει την ακύρωση της
τεκμαιρόμενης, λόγω απράκτου παρόδου τριμήνου,
απόρριψης από τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων της από
22-4-2015 αίτησης θεραπείας, που αυτή άσκησε κατά της με αριθ.
πρωτ.9269/1756/2-2-2015 απόφασης της Προϊσταμένης του έργου Αρχής (Διεύθυνσης
Τεχνικών Έργων της Περιφερειακής Ενότητας Κεφαλληνίας της
Γενικής Διεύθυνσης Αναπτυξιακού Προγραμματισμού Περιβάλλοντος και Υποδομών της
Περιφέρειας Ιονίων Νήσων), με την οποία απορρίφθηκε η από 22-1-2015 ένσταση της
κατά της με αριθ. 114831/31719/7-1-2015 απόφασης της Διευθύνουσας το έργο
Υπηρεσίας (Τμήματος Συγκοινωνιακών Εργων της Γενικής
Διεύθυνσης Αναπτυξιακού Προγραμματισμού,
Περιβάλλοντος και Υποδομών της Περιφερειακής Ενότητας Κεφαλληνίας) περί
κατάπτωσης των εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης που είχε υποβάλει κατά τη
σύναψη της σύμβασης για την εκτέλεση του έργου και περί άμεσης ανάκτησης του αναπόσβεστου μέρους προκαταβολής που είχε δοθεί στην
ανάδοχο για εκτέλεση εργασιών.
2.
ΕΠΕΙΔΗ στο άρθρο 35 του Ν. 3669/2008 «Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας
κατασκευής δημοσίων έργων» (ΦΕΚ 116, Α'), μεταξύ άλλων, ορίζονται: «1. Για την
ανάληψη της κατασκευής του έργου απαιτείται η παροχή εγγύησης καλής εκτέλεσης
του έργου. Η εγγύηση κατατίθεται κατά την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού
της σύμβασης και το ύψος της ανέρχεται γενικά σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%)
του προϋπολογισμού της υπηρεσίας
Σε περιπτώσεις ειδικών ή σημαντικών έργων ή
η διακήρυξη μπορεί να ορίζει μεγαλύτερο ποσοστό εγγύησης, όχι όμως πέραν του
δέκα τοις εκατό (10%) του προϋπολογισμού της υπηρεσίας
2. Σε κάθε διακήρυξη
έργου που εφαρμόζεται η παράγ. 1 του άρθρου 26 του παρόντος ορίζεται
υποχρεωτικά ένα όριο ποσοστού έκπτωσης πάνω από το οποίο ο ανάδοχος είναι
υποχρεωμένος να προσκομίζει, επιπλέον της εγγύησης της προηγούμενης παραγράφου,
πρόσθετη εγγύηση καλής εκτέλεσης ως ακολούθως:
3.
. 5. Αν για λόγους που αφορούν τον κύριο του έργου, δεν είναι
δυνατή η έναρξη των εργασιών μετά την υπογραφή της σύμβασης ο ανάδοχος, πέραν
της, κατά τις κείμενες διατάξεις, αποζημίωσης του για τις θετικές ζημίες μετά την
υποβολή έγγραφης όχλησης, μπορεί να υποβάλει αίτηση προς τη διευθύνουσα
υπηρεσία για επιστροφή της πρόσθετης εγγύησης της παραγράφου 2
6
8. Οι
εγγυήσεις των προηγούμενων παραγράφων καταπίπτουν πάντοτε υπέρ του κυρίου του
έργου και καλύπτουν στο σύνολο τους και χωρίς καμία διάκριση την πλήρη και
πιστή εφαρμογή όλων ανεξαιρέτως των όρων της σύμβασης από τον ανάδοχο και κάθε
απαίτηση του κυρίου απέναντι στον ανάδοχο που προκύπτει από την εκτέλεση ή και
εξαιτίας του έργου. Η κατάπτωση γίνεται με αιτιολογημένη απόφαση της
διευθύνουσας υπηρεσίας. Η τυχόν υποβολή ενστάσεως κατά της αποφάσεως δεν
αναστέλλει τη διαδικασία είσπραξης της εγγύησης. 9
10
Με την ολοκλήρωση της
εκτέλεσης και πιστοποίησης εργασιών που ανέρχονται σε ποσοστό 30% της αρχικής ή
συμπληρωματικής σύμβασης, επιστρέφεται, με αίτηση του αναδόχου και σχετική
απόφαση της διευθύνουσας, ποσοστό 30% της τυχόν πρόσθετης εγγύησης. Εν συνεχεία
κάθε φορά που αυξάνονται οι εκτελεσθείσες και πιστοποιηθείσες
εργασίες κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες, επιστρέφεται ανάλογο ποσοστό της τυχόν
πρόσθετης εγγύησης, ενώ με την έκδοση της βεβαίωσης περάτωσης του έργου
επιστρέφεται το σύνολό της
Το σύνολο της εγγύησης της παραγράφου 1
επιστρέφεται χωρίς καθυστέρηση αμέσως μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου οριστικής
παραλαβής και τη σύνταξη του τελικού λογαριασμού του έργου». Εξάλλου στο άρθρο
61 του ίδιου νόμου, μεταξύ άλλων, ορίζονται: «1. Αν ο ανάδοχος δεν εκπληρώνει
τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή δεν συμμορφώνεται προς τις γραπτές εντολές της
υπηρεσίας, που είναι σύμφωνες με τη σύμβαση και το νόμο, κηρύσσεται έκπτωτος
από την εργολαβία. 2. Η διαδικασία έκπτωσης κινείται υποχρεωτικά κατά του
αναδόχου αν συντρέχει μια από τις παρακάτω περιπτώσεις: α)......β)
στ)
3
4. Αν υφίσταται λόγος έκπτωσης, κοινοποιείται στον ανάδοχο ειδική πρόσκληση της
διευθύνουσας υπηρεσίας, η οποία αναφέρεται απαραίτητα στις διατάξεις του άρθρου
αυτού και περιλαμβάνει συγκεκριμένη περιγραφή
ενεργειών ή εργασιών που πρέπει να εκτελέσει ο ανάδοχος μέσα στην
τασσόμενη προθεσμία
5.Παρά την κοινοποίηση της ειδικής πρόσκλησης και τις
προθεσμίες που τάσσει για την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών ή ενεργειών, ο
ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να τηρεί τις εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του, για
την εμπρόθεσμη εκτέλεση των έργων ή τμημάτων του και υφίσταται τις νόμιμες
συνέπειες από την τυχόν υπέρβαση των συμβατικών προθεσμιών. 6. Αν η προθεσμία
που τέθηκε με την ειδική πρόσκληση παρήλθε χωρίς ο ανάδοχος να συμμορφωθεί με
το περιεχόμενο της, κηρύσσεται έκπτωτος αμέσως και πάντως πριν από την παρέλευση
δεκαπέντε (15) ημερών από την πάροδο της προθεσμίας, με απόφαση του
προϊσταμένου της διευθύνουσας υπηρεσίας
7. Αν κατά της απόφασης έκπτωσης δεν
ασκηθεί εμπρόθεσμα ένσταση ή αν απορριφθεί η ένσταση από την αρμόδια προς τούτο
προϊσταμένη αρχή, η έκπτωση καθίσταται οριστική. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα ένσταση,
αναστέλλονται οι συνέπειες της έκπτωσης μέχρι αυτή να οριστικοποιηθεί και ο
ανάδοχος υποχρεούται να συνεχίσει τις εργασίες της εργολαβίας. Η απόφαση επί
της ενστάσεως εκδίδεται, μετά γνώμη του αρμόδιου Τεχνικού Συμβουλίου, από την
προϊσταμένη αρχή και κοινοποιείται
υποχρεωτικά, εντός δύο (2) μηνών
από την κατάθεση της
8
9. Αν η έκπτωση
καταστεί οριστική, ο ανάδοχος αποξενώνεται και αποβάλλεται αμέσως από το έργο
και η εργολαβία εκκαθαρίζεται
10. Κατά του οριστικά έκπτωτου αναδόχου
επέρχονται αθροιστικά οι εξής συνέπειες, τις οποίες υποχρεούται να υλοποιήσει η
διευθύνουσα υπηρεσία εντός μηνός από την οριστικοποίηση της έκπτωσης: α)
Καθίσταται άμεσα απαιτητό το αναπόσβεστο μέρος της
προκαταβολής προσαυξημένο με τους νόμιμους τόκους και εισπράττεται από τον
κύριο του έργου με κατάπτωση ανάλογου ποσού της αντίστοιχης εγγύησης, β)
Καταπίπτει υπέρ του κυρίου του έργου, ως ειδική ποινική ρήτρα, το σύνολο των
εγγυήσεων για την καλή εκτέλεση του
έργου, όπως ορίζονται στο άρθρο 35 του παρόντος. γ)
12
». Περαιτέρω κατά το
άρθρο 51 του ιδίου νόμου «1. Αν προβλέπεται από τη διακήρυξη, χορηγείται στον
ανάδοχο προκαταβολή μέχρι του δεκαπέντε τοις εκατό (15%) του ολικού ποσού της
σύμβασης. Η χορήγηση οποιασδήποτε προκαταβολής γίνεται μετά την εγκατάσταση
εργοταξίου από τον ανάδοχο επί τόπου του έργου. Για το ποσό αυτό βαρύνεται ο
ανάδοχος με τόκο. ... 2. Η προκαταβολή που προβλέπεται από τη διακήρυξη
καταβάλλεται στον ανάδοχο ύστερα από αίτηση του στο σύνολο ή τμηματικά. ... 4.
Για τη λήψη της προκαταβολής ή μέρους της, πρέπει από τον ανάδοχο να κατατεθεί
εγγυητική επιστολή που να καλύπτει το ποσό της προκαταβολής, αυξημένο με τους
τόκους της υπολογισμέ για χρονικό διάστημα ίσο με το μισό της συνολικής Προθεσμίας
του έργου και με επιτόκιο αυτό που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Η
εγγυητική επιστολή αποδεσμεύεται τμηματικά με την πρόοδο απόσβεσης της
προκαταβολής. 5. Η απόσβεση της προκαταβολής γίνεται τμηματικά με παρακράτηση
από κάθε πληρωμή προς τον ανάδοχο, μεταγενέστερη του χρόνου λήψης της ... 7. Η
προκαταβολή απαγορεύεται να χρησιμοποιηθεί για δαπάνες που δεν σχετίζονται με
το έργο».
3.
ΕΠΕΙΔΗ με το άρθρο 76 του ως άνω Ν. 3669/2008 - πρώην άρθρο 12 του Ν. 1418/1984
- θεσπίζεται σύστημα ενδικοφανούς διοικητικής
επίλυσης των διαφορών που αναφύονται κατά την εκτέλεση δημοσίων έργων. Η ενδικοφανής αυτή διαδικασία ολοκληρώνεται με την άσκηση
αίτησης θεραπείας ενώπιον του αρμόδιου Υπουργού, η επί της οποίας ρητή πράξη
του ή παράλειψη έκδοσης της προσβάλλεται με προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου
Διοικητικού Εφετείου. Στη δίκη που ανοίγεται με την προσφυγή αυτή διάδικος
είναι κατ' αρχήν το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και ο κύριος του έργου, αν αυτός
είναι άλλο, πλην του Δημοσίου, νομικό πρόσωπο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση,
όταν δηλαδή ο κύριος του έργου είναι άλλο, πλην του Δημοσίου, νομικό πρόσωπο, η
επί της προσφυγής απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, όπως άλλωστε και η επί της
αίτησης θεραπείας απόφαση του επιληφθέντος υπουργού, αφορά μόνο τις σχέσεις
μεταξύ του νομικού αυτού προσώπου και του αναδόχου και δεν συνεπάγεται την
επίρριψη στο Ελληνικό Δημόσιο των υποχρεώσεων που βαρύνουν το νομικό πρόσωπο
έναντι του αναδόχου (ΣτΕ 2998/2015, 1244/2013,
3807/2012, 2219/2009, 2985/2007, 931,4244/2005, 1529/2004 κ.ά.). Εξάλλου στην
παρ. 7 του άρθρου 1 του πιο πάνω νόμου (πρώην άρθρο 3 εδαφ.
α' του Ν. 1418/1984), που εφαρμόζεται εν προκειμένω, ορίζεται ότι «εργοδότης» ή
«κύριος του έργου» είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα
για λογαριασμό του οποίου καταρτίζεται η σύμβαση ή κατασκευάζεται το έργο. Εν
προκειμένω το καθού Ελληνικό Δημόσιο, με το από
17-3-2017 υπόμνημα του επί της προσφυγής, αφού επισημαίνει ότι κύριος του
έργου, το οποίο εκτελεί η προσφεύγουσα, είναι το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία
«Περιφέρεια Ιονίων Νήσων» και ότι οι οποιεσδήποτε υποχρεώσεις προκύψουν από την
εκτέλεση της Σύμβασης που αφορά το εν λόγω έργο ουδόλως θα βαρύνουν τούτο αλλά
μόνον τον κύριο του έργου, ζητεί «να απορριφθεί η προσφυγή καθ' ο μέρος
στρέφεται εναντίον του και επιδιώκει την επίρριψη υποχρεώσεων σε βάρος του». Το
αίτημα αυτό, ερμηνευόμενο ότι η προσφεύγουσα απαραδέκτως με το ένδικο βοήθημα της στρέφεται και σε βάρος
του λόγω του ότι τούτο δεν νομιμοποιείται παθητικά στην παρούσα δίκη, πρέπει,
σύμφωνα με προεκτεθέντα, να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο, διότι τούτο στην παρούσα δίκη είναι μεν
διάδικος, όμως, λόγω του ότι κύριος του έργου είναι άλλο Ν.Π.Δ.Δ. για
λογαριασμό του οποίου υπεγράφη η σχετική σύμβαση και εκτελείται το επίμαχο
έργο, η επί της υπό εξέταση προσφυγής απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου θα αφορά
μόνο τις σχέσεις μεταξύ του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. και της αναδόχου και δεν θα
συνεπάγεται επίρριψη στο Ελληνικό Δημόσιο των υποχρεώσεων που βαρύνουν το
νομικό πρόσωπο έναντι της αναδόχου.
4.
ΕΠΕΙΔΗ στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν, μεταξύ
άλλων, τα ακόλουθα. Με το από 31-8-2011 εργολαβικό συμφωνητικό (σύμβαση), που
υπεγράφη μεταξύ του Περιφερειάρχη της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων και του
εκπροσώπου της προσφεύγουσας, ανατέθηκε σ' αυτήν κατόπιν σχετικού δημοσίου
διαγωνισμού η εκτέλεση του έργου «Λιμάνι Πισαετού
Ιθάκης» προϋπολογισμού δαπάνης 6.970.000 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.
Κατά τη σύμβαση αυτή, η εκτέλεση του έργου θα γινόταν, πλέον των άλλων, σύμφωνα
με τους όρους της εγκεκριμένης Μελέτης και τις διατάξεις του Ν.
3669/2008. Η προθεσμία εκτέλεσης των έργων ορίσθηκε σε είκοσι έξι μήνες από της
υπογραφής της σύμβασης, κατά τη διάρκεια όμως εκτέλεσης αυτών οι εργασίες
σταμάτησαν για διαφόρους λόγους με αποτέλεσμα η Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία να
αποστείλει στην ανάδοχο στις 10-9-2012, 17-4-2013 και 20-5-2013 Ειδικές
Προσκλήσεις καλώντας αυτήν να εκτελέσει συγκεκριμένες εργασίες κ.λπ.. Στις
4-11-2013 η ανάδοχος, αφού ήδη από το Μάρτιο του έτους 2012 εκτελούσε μόνον
κάποιες εργασίες μικρής κλίμακας, έθεσε θέμα αδυναμίας για την εκτέλεση
περαιτέρω εργασιών λόγω προβλήματος με την αγκυροβολιά του πλωτού γερανού που εχρησιμοποιείτο στην εκτέλεση του έργου εξαιτίας του ότι
υπήρχαν στο βυθό υποβρύχια καλώδια της Δ.Ε.Η. και, όπως προέβαλε, από το Γ
ενικό Κανονισμό του Λιμένα Ιθάκης δεν επιτρεπόταν η αγκυροβόληση του γερανού σε
κοντινή απόσταση προς αυτά. Στις 9-4-2014 παρατάθηκε η συμβατική προθεσμία
περαίωσης των εργασιών του έργου μέχρι 30-9-2015 και στις 29-7-2014 εγκρίθηκε ο
2ος Α.Π.Ε. του έργου στον οποίο περιλήφθηκε η λύση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας
για τη συνέχιση του έργου που περιλάμβανε την κατασκευή ενός ναυτοδέτου πρόσδεσης - αγκυροβόλησης ως απαραιτήτου εργοταξιακού -βοηθητικού πλωτού ναυπηγήματος προκειμένου να
αρθούν οι αμφισβητήσεις για την ασφάλεια
των εργασιών. Αφού μεσολάβησαν διάφορα λοιπά ζητήματα και σχετικές επ' αυτών
διοικητικές ενέργειες, στις 17-7-2014 η ανάδοχος κατέθεσε στη Διευθύνουσα το
έργο Υπηρεσία Ειδική Δήλωση Διακοπής των Εργασιών, με την οποία, αφού, για τους
λόγους που εξέθεσε σ' αυτήν, υποστήριζε ότι «στο εξής η συνέχιση του έργου
επιβάλλει νέες εργασίες εκτός Διακήρυξης, εκτός Σύμβασης και εκτός του έγκαιρα
κοινοποιηθέντος στην Υπηρεσία σχεδιασμού απασχόλησης του πλωτού της εξοπλισμού»
και ότι «μέχρι σήμερα η Διευθύνουσα δεν θέλησε να συνεργασθεί με την ανάδοχο
στη λύση που εξασφάλιζε τεχνική αρτιότητα και ασφάλεια για την επίλυση του
ζητήματος των καλωδίων», δήλωσε ότι «διακόπτει τις εργασίες σύμφωνα με το άρθρο
62 του Ν. 3669/2008 λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας του κυρίου του έργου»,
παρέθετε δε στη δήλωση της αυτή «στοιχεία που ικανοποιούν την απαίτηση του
άρθρου 62 παρ. 3 εδ. β' του εν λόγω νόμου με την
προοπτική της άσκησης του δικαιώματος διάλυσης της σύμβασης και καταγγελίας
κατά το άρθρο 700 του Α.Κ.». Η ειδική αυτή δήλωση απορρίφθηκε με την με αριθ. πρωτ. 72102/20621/30-7-2014 απόφαση της Προϊσταμένης της
Διευθύνουσας το έργο Υπηρεσίας με την αιτιολογία ότι τα θέματα που αναφέρονταν
σ' αυτή είχαν ήδη επιλυθεί με την κοινοποίηση στην ανάδοχο σχετικής πρότασης
της Υπηρεσίας. Κατά της απορριπτικής της ένστασης της απόφασης η ανάδοχος
άσκησε ένσταση ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής, η οποία απορρίφθηκε με την με
αριθ. πρωτ. 81243/23022/8-10-2014 απόφαση της
προϊσταμένης της ως άνω
Αρχής. Στην συνέχεια στις 9-10-2014 η
Προϊσταμένη της Διευθύνουσας το έργο
Υπηρεσίας, αφού ήδη είχε προηγηθεί η
αποστολή στην ανάδοχο δύο ακόμη Ειδικών Προσκλήσεων, εξέδωσε την με αριθ. πρωτ. 94885/26572/9-10-2014 απόφαση της με την οποία κήρυξε
την ανάδοχο έκπτωτη από την εκτέλεση του έργου, με την αιτιολογία ότι αυτή δεν
είχε συμμορφωθεί στις Ειδικές Προσκλήσεις που της είχαν αποσταλεί και δεν είχε
εκτελέσει τις εργασίες που αναφέρονταν σ' αυτές, όπως αυτές εξειδικεύονται στην
απόφαση αυτή. Κατά της απόφασης αυτής η ανάδοχος άσκησε ένσταση (αριθ. πρωτ. 10498/4025/23-10-2014) ενώπιον της Οικονομικής Επιτροπής της
Περιφέρειας Ιονίων Νήσων επιδιώκοντας την ακύρωση της, η οποία
απορρίφθηκε με την 840-36/9-12-2014 απόφαση της Επιτροπής αυτής, για τους
λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης
άσκησε την από 3-2-2015 αίτηση θεραπείας ενώπιον του Υπουργού Υποδομών,
Μεταφορών και Δικτύων, επί της οποίας δεν υπήρξε απάντηση μέσα στην
προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ως σιωπηρώς
απορριφθείσα. Κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης της η ανάδοχος άσκησε την υπό
κρίση προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (ΑΒΕΜ 32/2-7-2015) η οποία
απορρίφθηκε με την Α265/2018 απόφαση
του, ως απαραδέκτως ασκηθείσα, με αποτέλεσμα να
οριστικοποιηθεί η έκπτωση της αναδόχου από την εκτέλεση του έργου. Μετά την
κήρυξη της αναδόχου ως έκπτωτης η Προϊσταμένη της Διευθύνουσας το έργο
Υπηρεσίας, με την με αριθ. πρωτ.
11831/31719/2014/7-1-2015 απόφαση της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 61 παρ. 10 του
Ν. 3669/2008, επέβαλε σε βάρος της έκπτωτης εργολήπτριας και απαίτησε άμεσα α)
το αναπόσβεστο μέρος της προκαταβολής του έργου (ήτοι
ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής λόγω μη απόσβεσης του συνόλου αυτής για την
εκτέλεση εργασιών του έργου) προσαυξημένου με τους νόμιμους τόκους και συνολικά
ποσό 362.764,80 ευρώ και β) την κατάπτωση υπέρ του κυρίου του έργου του συνόλου
των εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης, ως κατά τα στοιχεία τους αυτές
αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση της, ποσών αντιστοίχως 269.229, 250.000, 1.123.064
και 6.061,38 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής η ανάδοχος άσκησε ένσταση ενώπιον
της Προϊσταμένης Αρχής, προβάλλοντας ότι ήταν παράνομη 1) διότι η ίδια βάσει
του Ν. 4258/2014 είχε δικαίωμα, για τους εκτιθέμενους στην ένσταση λόγους, να
ζητήσει τη μείωση των εγγυήσεων καλής εκτέλεσης και η υποχρέωση της για την
επιστροφή του αναπόσβεστου τμήματος της προκαταβολής,
που είχε λάβει, έπρεπε να καλυφθεί με την κατάπτωση των μειωμένων αυτών
εγγυήσεων και όχι συγχρόνως να υπάρξει κατάπτωση εγγυήσεων και καταβολή
ισόποσου της προκαταβολής, 2) διότι η ίδια με την από 25-4-2014 επιστολή της
είχε ζητήσει, κατ' εφαρμογή των νόμων 4146/2013 και 4258/2014, την επιστροφή σ'
αυτήν εγγυητικών επιστολών ύψους 686.531,71 ευρώ και να κρατηθούν ως εγγυήσεις
καλής εκτέλεσης τοιαύτες ποσού 955.759,83 ευρώ, όμως το αίτημα της αυτό
απορρίφθηκε από την Υπηρεσία, με αποτέλεσμα το ποσό των εγγυήσεων που είχε
υποβάλλει και βρίσκονταν στα χέρια της Υπηρεσίας παράνομα να υπερβαίνει το
ποσοστό 22% του προϋπολογισμού και 3) διότι το ποσό των εγγυητικών επιστολών
που αφορά η προσβληθείσα με την ένσταση πράξη, μη νόμιμα αναζητήθηκε διότι δεν
είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία έκπτωσης της αφού κατά της περί της κήρυξης της
ως έκπτωτης απόφασης είχε ασκήσει αίτηση θεραπείας. Ζητούσε δε με την ένσταση
της την ακύρωση της προσβληθείσας πράξης και επικουρικά, την ακύρωση της κατά
το μέρος που αφορούσε την έντοκη επιστροφή της προκαταβολής και την αναγνώριση
ότι από το συνολικό ποσό των εγγυητικών επιστολών της μπορούσε να ανακτηθεί με
την κατάπτωση μέρος του ύψους 647.159,83 Ευρώ (955.759,83 μείον 308.600). Η πιο
πάνω ένσταση της αναδόχου απορρίφθηκε με την με αριθ. 9269/1756/2-2-2015
απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής με την
αιτιολογία 1) ότι η μεν έκπτωση της, ύστερα από την απόρριψη από την
Προϊσταμένη Αρχή (με την 840-36/9-12-2014 απόφαση) της ένστασης της κατά της
απόφασης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας με την οποία κηρύχθηκε έκπτωτη, κατά τη
διάταξη του άρθρου 61 παρ. 7 του Ν. 3669/2008, οριστικοποιήθηκε οπότε
υποχρεωτικά έπρεπε να τηρηθούν όσα προβλέπει το άρθρο 61 του Ν. 3669/2008, για
τα οποία μάλιστα τίθενται συγκεκριμένες προθεσμίες, 2) ότι για την κατάπτωση
των εγγυητικών επιστολών και την άμεση απαίτηση του αναπόσβεστου
μέρους της ληφθείσας από την ανάδοχο προκαταβολής, ύστερα από την οριστικοποίηση
της έκπτωσης της αναδόχου, εφαρμόσθηκε
εντός της τασσόμενης από το νόμο προθεσμίας, το άρθρο 61 παρ. 10 περ. αʼ και β' του Ν. 3669/2008, 3) ότι για την, κατ' εφαρμογή των ευνοϊκών ρυθμίσεων,
των νόμων
4093/2012 (παρ. Η6 εδάφιο
2β) και
3614/2007 (άρθρο
25 παρ.
10 περ. βʼ όπως τροποποιήθηκε), είσπραξη
προκαταβολής για την εκτέλεση
συγχρηματοδοτούμενου έργου,
ύψους 308.600 ευρώ, που έλαβε η ανάδοχος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 του Ν. 4156/2013, δεν απαιτήθηκε
η προσκόμιση
επιπλέον εγγυητικής
επιστολής, όμως μετά τη λήψη της προκαταβολής αυτής ουδεμία εργασία
εκτέλεσε στο έργο η ανάδοχος, με δεδομένο δε ότι κατά το άρθρο 51 παρ. 7 του Ν.
3669/2008 «η προκαταβολή απαγορεύεται να χρησιμοποιηθεί για δαπάνες που δεν
σχετίζονται με το έργο», υποχρεωτικώς η Υπηρεσία έπρεπε να προβεί στην άμεση
απαίτηση του αναπόσβεστου μέρους της προκαταβολής, 4)
ότι όσα αναφέρει στην ένσταση της η ανάδοχος αναφορικά με την εφαρμογή των
νόμων 4143/2013 και 4258/2014 αναφέρονται σε εν εξελίξει συμβάσεις, ενώ στην
προκειμένη περίπτωση η επίμαχη σύμβαση από πλευράς εξέλιξης εργασιών αδρανούσε
από το 2012 με εξαίρεση μικρά ενδιάμεσα διαστήματα, συνολικής διάρκειας 2,5
μηνών, ήτοι το Σεπτέμβριο του 2012, τον Απρίλιο του 2013 και τον Μάιο του 2013,
που ασκήθηκαν αντίστοιχες Ειδικές Προσκλήσεις στις οποίες ανταποκρίθηκε για
ελάχιστο χρονικό διάστημα η ανάδοχος, με αποτέλεσμα να κηρυχθεί τελικά έκπτωτη
και συνεπώς δεν συντρέχει εν προκειμένω η απαίτηση του Ν. 4258/2014 ο οποίος
αναφέρεται σε εν εξελίξει συμβάσεις και 5) ότι κατά το χρόνο που η ανάδοχος
ζήτησε την απομείωση των εγγυητικών επιστολών η
σύμβαση δεν ήταν σε εξέλιξη, η ίδια, δε, είχε εκτελέσει τότε, όπως και μέχρι
σήμερα, μόνο το 6% των από τη Σύμβαση προβλεπομένων εργασιών. Κατά της απόφασης
αυτής της Προϊσταμένης Αρχής η ανάδοχος άσκησε αίτηση θεραπείας ενώπιον του στο
μεταξύ αρμοδίου Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού,
προβάλλοντας όσα και με την ένσταση της, επί της οποίας δεν υπήρξε απάντηση
μέσα στην προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία, με αποτέλεσμα να θεωρείται ως
σιωπηρώς απορριφθείσα. Κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης της η ανάδοχος άσκησε
την υπό κρίση προσφυγή της με την οποία ζητεί όσα αναφέρονται στην αρχή της
παρούσας.
5.
ΕΠΕΙΔΗ το καθού η προσφυγή Ν. Π.Δ.Δ. με την επωνυμία
«Περιφέρεια Ιονίων Νήσων», με το επί της προσφυγής υπόμνημα του υποστηρίζει ότι
η ανάδοχος μετά την στις 27-4-2015 κοινοποίηση της πιο πάνω αίτησης θεραπείας
αυτής στην Διευθύνουσα το Έργο Υπηρεσία δεν κοινοποίησε, μέσα στην από την
παράγραφο 10 του άρθρου 76 του Ν. 3669/2008 προβλεπόμενη προθεσμία, επικυρωμένο
αντίγραφο του αποδεικτικού εμπρόθεσμης επίδοσης αυτής στον Υπουργό, «με
αποτέλεσμα η ασκηθείσα απ' αυτήν αίτηση θεραπείας να καταστεί εκπρόθεσμη λόγω
μη τήρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας και ως εκ τούτου απαράδεκτη». Για το
λόγο αυτό, όπως υποστηρίζει, ο Υπουργός εν γνώσει του δεν εξήτασε
την ενώπιον του ασκηθείσα αίτηση θεραπείας και συνεπώς η υπό κρίση προσφυγή
πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω μη τήρησης της νόμιμης προδικασίας. Επ'
αυτού η προσφεύγουσα με το από 22-3-2017 υπόμνημα της υποστηρίζει ότι τήρησε τη
σχετική διαδικασία αφού εμπρόθεσμα στις 29-4-2015 υπέβαλε στον αρμόδιο Υπουργό
επικυρωμένο αντίγραφο της με αριθ. 2951Α/24-4-2015 έκθεσης επίδοσης του
δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κέρκυρας
. Ο ως άνω ισχυρισμός της καθής Περιφέρειας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού από
τα στοιχεία που προσκομίζει η προσφεύγουσα προκύπτει ότι πράγματι εμπρόθεσμα,
και συγκεκριμένα συνημμένα σε σχετικό έγγραφο της που έλαβε αριθ. πρωτ. 882/29-4-2015 στο Υπουργείο, υπέβαλε, κατά τα
προβλεπόμενα από το άρθρο 76 παρ. 10 του Ν. 3669/2008, επικυρωμένο αντίγραφο
του αποδεικτικού της εμπρόθεσμης επίδοσης της αίτησης θεραπείας στην
αντισυμβαλλόμενη Περιφέρεια και συνεπώς έχει πληρωθεί ο από την εκτεθείσα
διάταξη προβλεπόμενος ουσιώδης τύπος της διαδικασίας για την άσκηση της αίτησης
θεραπείας.
6.
ΕΠΕΙΔΗ, όπως αναφέρεται στη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 61 του Ν. 3669/2008,
που ρυθμίζει τα σχετικά με την έκπτωση του εργολάβου, αν κατά της απόφασης
έκπτωσης του αναδόχου ασκηθεί ένσταση στην αρμόδια Προϊσταμένη Αρχή και αυτή
απορριφθεί, η έκπτωση καθίσταται οριστική. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα
στοιχεία του φακέλου, η προσφεύγουσα κατά της απόφασης της Διευθύνουσας
Υπηρεσίας (94885/26572/9-10-2012 που την κήρυξε έκπτωτη από την εκτέλεση του
έργου άσκησε την από 22-10-2014 ένσταση της ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής, η
οποία απορρίφθηκε με την 840-36/9-12-2014 απόφαση της Αρχής αυτής, κατά δε της
τελευταίας απόφασης, όπως επεκαλείτο και με την
ένσταση της που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και αφορά την υπό κρίση
διαφορά, άσκησε την από 3-2-2015 αίτηση θεραπείας, που απορρίφθηκε σιωπηρά από
τον αρμόδιο Υπουργό. Κατά της τεκμαιρόμενης αυτής απόρριψης άσκησε προσφυγή
ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (ΑΒΕΜ 32/2-7-2015) η οποία, όπως είναι γνωστό
από άλλη ενέργεια του Δικαστηρίου (δικάσιμος της 17-3-2017 αριθ. πινακίου 45),
απορρίφθηκε με την Α265/2018 απόφασή του. Συνεπώς τελεσιδίκως έχει κριθεί ότι η
απόφαση περί της έκπτωσης της αναδόχου είναι νόμιμη και όσοι από τους
ισχυρισμούς της υπό κρίση προσφυγής αμφισβητούν τη νομιμότητα και εν γένει τις
προϋποθέσεις υπό τις οποίες η ανάδοχος κηρύχθηκε έκπτωτη, είναι απορριπτέοι ως
αλυσιτελώς προβαλλόμενοι.
7.
ΕΠΕΙΔΗ, περαιτέρω, από την παράγραφο 10 του άρθρου 61 του πιο πάνω νόμου
προβλέπονται συνέπειες που επέρχονται αθροιστικά κατά του κηρυχθέντος ως
εκπτώτου αναδόχου, τις οποίες υποχρεούται να υλοποιήσει η διευθύνουσα υπηρεσία
εντός μηνός από την οριστικοποίηση της
έκπτωσης και ειδικότερα ορίζεται ότι α) καθίσταται άμεσα απαιτητό το αναπόσβεστο μέρος της προκαταβολής προσαυξημένο με τους
νόμιμους τόκους και εισπράττεται από τον κύριο του έργου με κατάπτωση ανάλογου
ποσού της αντίστοιχης εγγύησης, β) καταπίπτει υπέρ του κυρίου του έργου, ως
ειδική ποινική ρήτρα, το σύνολο των εγγυήσεων για την καλή εκτέλεση του έργου,
όπως ορίζονται στο άρθρο 35 του παρόντος και γ) καταπίπτει το σύνολο των
ποινικών ρητρών που προβλέπονται για την υπέρβαση της συνολικής προθεσμίας
περαίωσης του έργου και για τις
τμηματικές Προθεσμίες. Εν προκειμένω, προκύπτει ότι η ανάδοχος, κατ
εφαρμογή των αναφερθεισών ευνοϊκών για τα συγχρηματοδοτούμενα έργα διατάξεων,
έλαβε στις 18-10-2013 προκαταβολή ύψους 308.600 ευρώ, χωρίς να προσκομίσει
επιπλέον εγγυητική επιστολή για το ποσό αυτό. Από την είσπραξη του, όπως
αναφέρεται στο με αριθ. 735/201/30-1-2015 έγγραφο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας
προς την Προϊσταμένη Αρχή αλλά και σε λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, ουδεμία
εργασία εκτέλεσε στο έργο, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται ειδικά από την
προσφεύγουσα. Αποτέλεσμα αυτού, βάσει του εκτεθέντος άρθρου 61 παρ. 10 περ. αʼ του πιο πάνω νόμου, είναι ολόκληρο το ποσόν να συνιστά αναπόσβεστο μέρος της προκαταβολής και να είναι άμεσα
απαιτητό μετά των νομίμων τόκων. Δεν τίθεται δε ζήτημα είσπραξης του ποσού
αυτού με κατάπτωση αναλόγου ποσού αντίστοιχης εγγύησης, αφού, κατά το άρθρο 51
παρ. 7 του ως άνω νόμου, η προκαταβολή απαγορεύεται να χρησιμοποιηθεί για
δαπάνες που δεν σχετίζονται με το έργο. Όσα δε αντίθετα επ' αυτού υποστηρίζει
προσφεύγουσα είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμα.
Εξάλλου άλλη συνέπεια της οριστικής έκπτωσης του αναδόχου είναι η κατάπτωση
υπέρ του κυρίου του έργου, ως ειδικής ποινικής ρήτρας, του συνόλου των
εγγυήσεων για την καλή εκτέλεση του έργου. Η προσφεύγουσα προβάλλει διάφορους
ισχυρισμούς με τους οποίους ζητεί την απομείωση των
εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης του έργου, σύμφωνα με τις ευνοϊκές
ρυθμίσεις των αναφερθέντων νόμων, και συγκεκριμένα τον περιορισμό του ποσού
αυτών για το οποίο η Υπηρεσία δύναται να αξιώσει την κατάπτωση κατά 647.159,83
ευρώ. Ανεξάρτητα όμως από το εάν νόμιμα παλαιότερον
είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα για απομείωση των
εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης, αφού όπως εκτέθηκε το έργο αδρανούσε για
τα εκτεθέντα διαστήματα και κατά το χρόνο της έκπτωσης είχε εκτελεσθεί μόνο το
6% αυτού, εν προκειμένω, από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης δεν ανακύπτει,
πλην της νομιμότητας αυτής και της ορθότητας των περιεχομένων σ' αυτή
δεδομένων, ζήτημα εξέτασης παλαιοτέρου αιτήματος της αναδόχου για την απομείωση της εγγυήσεως, ζήτημα το οποίο, ως δυσμενής για
την ενδιαφερόμενη πράξη, θα ηδύνατο να δημιουργηθεί
αμιγώς από την πράξη απόρριψης του αιτήματος, την οποία θα ηδύνατο
να προσβάλλει η ενδιαφερόμενη. Συνεπώς στα πλαίσια της παρούσας διαφοράς δεν
καταλείπεται έδαφος διαμόρφωσης των ποσών των εγγυήσεων καλής εκτέλεσης που θα
καταπέσουν, αφού αυτό άλλωστε θα είχε ως προϋπόθεση την ύπαρξη ενεργού
Σύμβασης, ενώ εν προκειμένω η ανάδοχος με την έκπτωση της αποξενώθηκε απ'
αυτήν. Όσα δε αντίθετα προβάλλει η προσφεύγουσα με τα δικόγραφα της πρέπει να
απορριφθούν ως αλυσιτελώς προβαλλόμενα. Τέλος η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η
προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί διότι η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων άσκησε
την αρμοδιότητα της για κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών καταχρηστικά και σε
αντίθεση προς την καλή πίστη, ήτοι με σκοπό να της επιβάλει οικονομική ασφυξία,
ενώ όφειλε να προβεί σε απομείωση των εγγυήσεων καλής
εκτέλεσης. Ο ισχυρισμός της αυτός πρέπει να απορριφθεί για το λόγο ότι η
αρμοδιότητα του κυρίου του έργου στην κρινόμενη περίπτωση είναι δεσμία, υπό την έννοια ότι, εάν κηρυχθεί έκπτωτος ο
ανάδοχος και οριστικοποιηθεί η έκπτωσή του, επέρχονται από το νόμο οι προεκτεθείσες συνέπειες, τις οποίες υποχρεούται να
υλοποιήσει η διευθύνουσα υπηρεσία εντός μηνός από την οριστικοποίηση της
έκπτωσης χωρίς να υφίσταται διακριτική ευχέρεια για την επιβολή τινών εξ αυτών κ.λ.π.
ΕΠΕΙΔΗ,
κατόπιν των ανωτέρω, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να
διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου και να επιβληθεί σε βάρος της
ηττηθείσας διαδίκου η δικαστική δαπάνη των καθών,
ποσού 341 ευρώ.
ΓΙΑ
ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει
την προσφυγή.
-Διατάσσει
την περιέλευση του κατατεθέντος παραβόλου στο
Ελληνικό Δημόσιο. Και
-Επιβάλλει
σε βάρος της ηττηθείσας διαδίκου τη δικαστική δαπάνη των καθών
ποσού τριακοσίων σαράντα ενός (341) ευρώ.
Η
διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στην Πάτρα στις 25-1-2018
Ο
ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ
παραλείπεται
η υπογραφή του ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΠΑΡΟΣ
λόγω
μετάθεσης του
και
η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Πάτρα στις 30-4-2018, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση
στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με την συμμετοχή στη σύνθεση της δημοσίευσης του
Προέδρου Εφετών Δ.Δ. Δημητρίου Ράϊκου στη θέση του Προέδρου
Εφετών
Δ.Δ. Ιορδάνη Φωτιάδη, οποίος έχει μετατεθεί.
Ο
ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
ΡΑΪΚΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ