ΣυμβΕφΘεσ 292/2014

 

Κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια.

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 292/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Παναγιώτη Αγγελόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Κωνσταντίνο  Λιανό, και Κωνσταντίνο Τρανό Εισηγητή, Εφέτες.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ στο ειδικό δωμάτιο των διασκέψεων, στις 24 Απριλίου 2014. Στη συνεδρίαση παραστάθηκαν ο Αντεισαγγελέας Εφετών Αλέξανδρος Κωνσταντίνου και η Γραμματέας Σουλτάνα Αλμαλιώτου.

 

Ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης Ηλίας Σεφερίδης, υπέβαλε προς το Συμβούλιο τούτο, στις 11 Απριλίου 2014, την υπ' αριθμ. 32/2014 έφεση του , κατά του υπ' αριθμ. 343/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την έγγραφη πρόταση του 256/2014, η οποία έχει ως εξής: «Αριθμός 256» Προς Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης.

 

Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου σας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 2,4, 138 παρ. 1,2, 270 παρ. 1 α, 308 παρ. 1,4, 309 παρ. 1 περ. ε, 316 παρ. 2,317 παρ. 1 α, 318 και 319 παρ. 1, 3 του ΚΠΔ την από 28/3/2014 έφεση του κατηγορουμένου ... συνταξιούχου ΤΑΠΟΤΕ κατοίκου Θεσσαλονίκης, την οποία άσκησε αυτοπροσώπως  (άρθρο 474 του ΚΠΔ)  ενώπιον του Γραμματέως του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κατά του αρίθμ 343/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός να δικαστεί από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που θα οριστεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης σε ένα εκ των ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης για την πράξη της κατάχρησης σε ασέλγεια ανηλίκου κατ' εξακολούθηση (άρθρο 338 παρ. 1 του ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε από την διάταξη του άρθρου 2 του νόμου 3064/2002 και στην συνέχεια με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου 3500/2006 και το εδάφιο β της παραγράφου 1 προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του νόμου 3727/2008 σε συνδ. με άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ). Η ποινική δίωξη κινήθηκε μετά την από 26/10/2010 έγκληση της κατοίκου Θεσσαλονίκης ως ασκούσας την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας Δια της ανωτέρω εγκλήσεως καταγγέλλεται ο κατηγορούμενος πως με περισσότερες πράξεις που συνιστούν  εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος καταχράστηκε την κατάσταση νοητικής υστέρησης της   κατά το χρονικό διάστημα από 22/9/2010 έως 21/10/2010 καθώς και την ανηλικότητα αυτής γεννημένης στις 22/11/1994 και πέτυχε να έλθει ένδεκα φορές σε συνουσία μαζί της, η οποία λόγω της ιδιάζουσας καταστάσεως της δεν μπορούσε ΝΑ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΙ ΚΑΙ να αντισταθεί και αποκρούσει την γενόμενη σε βάρος της προσβολή, αφού λόγω της ανωτέρω καταστάσεως της δεν μπορούσε να αντιληφθεί το μέγεθος της κοινωνικής προσβολής και να αποκρούσει αυτήν και να αντισταθεί στην γενετήσια επιθυμία του κατηγορουμένου, ο οποίος ικανοποίησε αυτήν με την κατ' επανάληψη συνουσία μαζί της. Το πέρας της κυρίας ανακρίσεως γνωστοποιήθηκε νομότυπα στον κατηγορούμενο στις 4/11/2013. Κατόπιν των ανωτέρω εκθέτω τα παρακάτω.

 

Από την διάταξη του άρθρου 478 του ΚΠΔ όπως έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του νόμου 3904/2010 έφεση κατά βουλεύματος ασκείται μόνο για κακούργημα και στις περιπτώσεις που ρητά και περιοριστικά αναφέρονται σ' αυτήν α) για λόγους απόλυτης ακυρότητας και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Στην περίπτωση που ασκηθεί το ένδικο μέσο της εφέσεως στηριζόμενο σε άλλους πλην των ανωτέρω λόγους, (εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών) αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τις διατάξεις των άρθρων 462,463 και 478. του ΚΠΔ συνάγεται πως το δικαίωμα άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών παρέχεται στον κατηγορούμενο μόνον όταν αυτός παραπέμπεται για κακούργημα και στις περιοριστικά στον νόμο αναφερόμενες περιπτώσεις. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει πως οι δικαστικές αποφάσεις και τα βουλεύματα πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Προς τούτο εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει μεταξύ άλλων καιόταν το δικαστικό συμβούλιο προσδίδει σε ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από «εκείνη που πράγματι έχει. Ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ποινικού νομού υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο υπήγαγε εσφαλμένα στον νόμο τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ως αληθινά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. (Ολ.ΑΠ 2/2002 Ποιν. Χρον 2002 σελ 689, ΑΠ 510/2002 Ποίν. Χρον 2003 σελ 24, ΑΠ 1/2010, ΑΠ 132/2010, ΑΠ 4/2010, ΑΠ 9/2010, ΑΠ 81/2010, ΑΠ72/2010 ΑΠ 24/2010, ΑΠ 1201/2013, ΑΠ 103/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ).

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 περ. β του ΠΚ όπως έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 2 του νόμου 3064/2002 και στην συνέχεια με την παράγραφο 2 του άρθρου 8 του νόμου 3500/2006 και το εδαφ. β προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του νόμου 3727/2008 «Οποιος με κατάχρηση της παραφροσύνης άλλου ή της από οποιαδήποτε αιτία προερχόμενης ανικανότητας του να αντισταθεί, ενεργεί επ αυτού συνουσία ή ασελγή πράξη τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν ο παθών  είναι ανήλικος τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα  ετών.». Από την ανωτέρω διάταξη που αποτελεί συμπληρωματική της περί βιασμού (άρθρο 336 παρ. 1 του ΠΚ) διατάξεως προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της καταχρήσεως σε ασέλγεια απαιτείται ο δράστης να εκμεταλλεύεται την πνευματική αδυναμία ή ανωριμότητα  προς αντίσταση της παθούσας προς αντίσταση και να προβαίνει εξαετίας αυτής σε συνουσία. Με την νέα διάταξη ως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την διάταξη του άρθρου 2 του νόμου 3064/2002 και στην συνέχεια με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του νομού 3500/2006η παραφροσύνη του θύματος μπορεί να είναι διαρκής ή πρόσκαιρη και δεν απαιτείται βαρείας μορφή διανοητικής υστέρησης, αρκεί η παθούσα ή στην περίπτωση της επιχείρησης παραφύση ασέλγειας του παθόντος (ανδρός) η πνευματική κατάσταση του θύματος να είναι τέτοια, που να μην μπορεί να  αντιληφθεί το μέγεθος της γενετήσιας προσβολής. Εκτός της πνευματικής ανωριμότητας ή ολιγοφρενίας του θύματος το έγκλημα στοιχειοθετείτε και όταν ο παθών ή στην περίπτωση της εξώγαμης συνουσίας η παθούσα βρίσκεται σε κατάσταση υπνώσεως ή μέθης ή λιποθυμίας ή πλήρους εξαντλήσεως λόγω υπερκοπώσεως και ο δράστης αντιλαμβανόμενος την ανικανότητα του θύματος προς αντίσταση να επιχειρεί συνουσία ή ασελγή πράξη. Η συναίνεση του θύματος ευρισκομένου σε μία εκ των ανωτέρω καταστάσεων εν γνώσει του δράστη πως το θύμα συναινεί χωρίς να αντιλαμβάνεται το νόημα της σε βάρος του προσβολής της γενετήσιας πράξης δεν αίρει το αξιόποινο αλλά πραγματώνει την νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της καταχρήσεως σε ασέλγεια. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταχρήσεως σε ασέλγεια απαιτείται ο δράστης να εκμεταλλεύεται την ανωτέρω κατάσταση της ολιγοφρενίας, παραφροσύνης, ή μερικής υστέρησης ή αδυναμίας προς αντίσταση λόγω μέθης, υπνώσεως, ναρκώσεως ή πλήρους εξαντλήσεως και λόγω της καταστάσεως αυτής και γνωρίζοντας την αδυναμία προς αντίσταση να επιχειρεί την προσβλητική της γενετήσιας πράξης συνουσία τελώντας σε γνώση πως αν το άτομο βρισκόταν σε φυσιολογική κατάσταση και είχε την δυνατότητα αντιδράσεως δεν θα συναινούσε στην επίτευξη της συνουσίας Η παθούσα δεν απαιτείται να βρίσκεται σε πλήρη ανικανότητα προς αντίσταση, αρκεί να βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση που να μην μπορεί  να σταθμίσει και αντιληφθεί την επιχειρούμενη εκ μέρους του δράστη προσβολή της γενετήσιας ζωής αυτής (βλ. ΑΠ 353/2003 Ποιν. Χρον. ΝΓ σελ. 1077, ΑΠ 1903/2003 Ποιν.Χρον. ΝΔ σελ 723, ΑΠ 16/2004  Ποινικός  Λόγος  2004  σελ. 43, ΑΠ 1323/2006, ΑΠ 1174/2010, ΑΠ 1586/2011 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ, Αγγέλου Μπουρόπουλου Ποινικό Δίκαιο τομ. Γ στο άρθρο 338 ΠΚ, Καρανίκα άρθρο 338 παρ. 1 του ΠΚ σελ 149). Η παραπάνω πράξη τιμωρείται αυστηρότερα όταν στρέφεται σε βάρος ανήλικου, αφού η ανηλικότητα καθ' εαυτή συνιστά μόνη της έννομο αγαθό. Για τον λόγο αυτό ο Νομοθέτης με την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του νόμου 3727/2008 προέβη σε ειδική πρόβλεψη συμπληρώνοντας την παράγραφο 1 του άρθρου 338 του ΠΚ προβλέποντας αυξημένη ποινική  κύρωση στον παραβάτη της παραπάνω διατάξεως. Επειδή ο Νομοθέτης δεν προβαίνει σε ουδεμία σχετική διάκριση θεωρείται ως ανήλικος το πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της  ηλικίας του (βλ. σχετ ΔιατΕισΕφΘεσ 1/2010 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών της Νομός). Παραφροσύνη ή ολιγοφρένια θεωρείται η κατάσταση κατά την οποία το θύμα δεν έχει ομαλή και φυσιολογική λειτουργία των πνευματικών του λειτουργιών, ώστε να αντιληφθεί το μέγεθος της γενόμενης γενετήσιας προσβολής και αποκρούσει αυτήν. Η ολιγοφρένια δεν απαιτείται να είναι  βαριάς μορφής, αρκεί το άτομο να βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση ώστε να μην μπορεί να αντιληφθεί την σοβαρότητα της γενόμενης σε βάρος του προσβολής και αντισταθεί και αποκρούσει αυτήν. Ο δράστης σε όλες τις περιπτώσεις της καταχρήσεως σε ασέλγεια πρέπει να γνωρίζει την κατάσταση αυτή του θύματος και να προβαίνει  στην  συνουσία ή στις ασελγείς πράξεις εξαιτίας της κατάστασης αυτής. Το θύμα σε  περίπτωση  που  βρισκόταν  σε  φυσιολογική κατάσταση θα απέκρουε και θα αντιστεκόταν στις επιχειρούμενες πράξεις της συνουσίας ή στις ασελγείς πράξεις του δράστη (βλ. ΑΠ 378/88, ΑΠ 387/87, ΜΟΕΑθ 157/2010, ΤριμΕφΑθ 381/2010 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών της Νομός).

 

Στην προκείμενη περίπτωση από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα αναγνωσθέντα έγγραφα σε συνδυασμό με την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου ενώπιον των Αστυνομικών Αρχών, την απολογία αυτού καθώς και το έγγραφο σημείωμα παροχής εξηγήσεως του και το εφετήριο αυτού έχουν προκύψει τα ακόλουθα.

 

Η γεννήθηκε στις 22/11/1994 και τον Ιούλιο του επομένου έτους 1995 υιοθετήθηκε από την ... του ... και  έκτοτε ζει με την θετή της μητέρα αποτελώντας μονογονεϊκή οικογένεια. Στις 23/2/1999 όταν η .... ήταν  5 περίπου ετών διαγνώστηκε από το Ιατροπαιδαγωγικό Τμήμα του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, πως αυτή πάσχει από μέτρια νοητική υστέρηση, διαταραχές συμπεριφοράς, υπερκινητικότητα και προβλήματα οπτικοακουστικής, γλωσσικής και λεκτικής διόδου επικοινωνίας. Τα προβλήματα αυτά διαγνώστηκαν και το 2007 όταν η ανωτέρω ήταν 12 ετών από το ΚΔΑΥ Δυτικής Θεσσαλονίκης και από το Παιδοψυχίατρικό Τμήμα του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης. Για  τον λόγο αυτό εντάχθηκε στην σχολική βαθμίδα του ΕΕΚ αντί στην κοινή εκπαιδευτική κοινότητα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Τον  χειμώνα  του 2009 η ... γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο και  την σύζυγο του και αμέσως ανέφερε προς αυτούς και το αντιμετωπιζόμενο πρόβλημα της κόρης της .... Οι σχέσεις των δύο οικογενειών εντάθηκαν περισσότερο το καλοκαίρι του 2010 λόγω του ότι οι παραθεριστικές τους κατοικίες βρισκόταν σε όμορους δήμους και συγκεκριμένα στα Βρασνά η κατοικία της  ... και στην Ασπροβάλτα του κατηγορουμένου. Οι δύο οικογένειες καθ' όλη την διάρκεια του θέρους του 2010 είχαν συχνές συναντήσεις άλλοτε στην οικία  της πολιτικώς ενάγουσας, άλλοτε στην οικία του κατηγορουμένου και άλλοτε σε καφετερίες ή ταβέρνες  της  περιοχής. Στις 17/9/2010 η ... προσκάλεσε το ζεύγος … για την παράθεση γεύματος σε ταβέρνα της περιοχής λόγω της εορτής της κόρης της .... Κατά  την διάρκεια του γεύματος προσέφεραν στην εορτάζουσα ένα βραχιόλι και ένα ζεύγος παπουτσιών αξίας 30 ευρώ, την επιθυμία της απόκτησης των οποίων είχε εκδηλώσει στους ανωτέρω (ζεύγος ...) η ... πριν λίγες ημέρες. Στις 22/9/2010 και ενώ η ...  βρισκόταν με  την φίλη της ... σε πάρκο της  περιοχής Ηλιούπολης Θεσσαλονίκης, ο κατηγορούμενος τις πλησίασε και με το πρόσχημα να κάνει μία βόλτα στην παθούσα την επιβίβασε στο αυτοκίνητο του και λόγω της επίμονης της παθούσας παρέλαβαν μαζί τους και την φίλη της ... και τις  μετέφερε  στην περιοχή Ευκαρπίας με το διακριτικό τοπωνύμιο «Νταμάρια» όπου ζήτησε από την ... να καθίσει στην θέση του συνοδηγού και  αυτός  μετέβη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του, όπου ήλθε σε συνουσία με την .... Έκτοτε η ανωτέρω παραβρέθηκε σε όμοιες πράξεις του κατηγορουμένου άλλες τρεις φορές. Ενώ ο κατηγορούμενος ήλθε σε συνουσία μαζί της συνολικά 11 φορές και συγκεκριμένα εκτός στις 22/9/2010 και στις 28/9, 29,9, 5/10, 6/10, 9/10, 12/10, 13/10, 18/10, 19/10 και 21/10/2010. Όλες τις φορές η συνουσία λάμβανε  χώρα στο πίσω κάθισμα  του αυτοκινήτου στην ίδια περιοχή «Νταμάρια Ευκαρπίας».Ο κατηγορούμενος σε  δύο από τις ανωτέρω περιπτώσεις έδωσε στην παθούσα ... το χρηματικό ποσό των 50 και 20 ευρώ αντίστοιχα. Σε μία εκ των ανωτέρω περιπτώσεων η ... φίλη της παθούσας ανέμενε σε καφετερία να επιστρέψει ο κατηγορούμενος την φίλη της και μετά την επιστροφή, αυτός παρέδωσε στην παθούσα το ποσό των 50 ευρώ και στην φίλη της το ποσό των 20 ευρώ για την προσφορά της κάλυψης των ενεργειών του. Η ... ανέφερε τα γενόμενα στην κοινή τους φίλη ..., η οποία στην συνέχεια ανέφερε την παράνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου στην μητέρα της παθούσας ... και έτσι αποκαλύφθηκαν οι έκνομες ενέργειες του κατηγορουμένου. Ο οποίος γνώριζε την ιδιάζουσα νοητική κατάσταση της ..., η οποία ήταν έκδηλη από την υπερκινητικότητα αυτής, τα προβλήματα συμπεριφοράς, την οπτικοακουστική δίοδο επικοινωνίας της καθώς και την λεκτική και γλωσσική επικοινωνία αυτής. Εκτός των άλλων η πολιτικώς ενάγουσα εξ αρχής της γνωριμίας της με την οικογένεια του κατηγορουμένου τους είχε αναφέρει τα σχετικά με την κατάσταση της κόρης της και την υιοθεσία  αυτής. Επομένως ο κατηγορούμενος γνώριζε την πνευματική ανωριμότητα της ..., την νοητική υστέρηση αυτής και εν γένει για τα προβλήματα διαταραχής της συμπεριφοράς της. Παρά ταύτα ο κατηγορούμενος μεγαλύτερος κατά 51 έτη από την παθούσα και γνωρίζοντας την ανικανότητα αυτής προς αντίσταση και αντίδραση λόγω της καταστάσεως της προέβη στις ανωτέρω ενέργειες του. Ο εκκαλών στο εφετήριο του προβαίνει στην νομολογιακή ανάπτυξη της διάταξης του άρθρου 338 παρ. 1 του ΠΚ (κατάχρηση  ανηλίκου  σε ασέλγεια) επισημαίνοντας πως το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ολιγοφρένιας ή παραφροσύνης και την κατάχρηση της καταστάσεως της  παθούσας και τον απαιτούμενο άμεσο ή ενδεχόμενο δόλο του κατηγορουμένου προβαίνοντας έτσι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών σε αυθαίρετη παραπομπή αυτού στο καθ' ύλη αρμόδιο Δικαστήριο. Η μη αναφορά, επεξήγηση ή ειδικότερη ανάπτυξη των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος δεν αποδεικνύουν και τους  λόγους της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης ή εκ πλαγίου παραβίαση αυτής. Η μη απόδειξη  ή ελλειπής απόδειξη της παραφροσύνης ή ολιγοφρένιας ή της κατάχρησης σε ασέλγεια ή του είδους του δόλου του κατηγορουμένου δεν αποτελούν στοιχεία ούτε απόλυτης ακυρότητας, ούτε εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αλλά εσφαλμένης εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία εκτιμήθηκαν εσφαλμένως και το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο προέβη στην παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Συνεπώς πρέπει η ασκηθείσα έφεση του κατηγορουμένου να κηρυχθεί ως απαράδεκτη, αφού αυτή δεν στηρίζεται σε λόγους απόλυτης, ακυρότητας, εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Όπως ρητά και περιοριστικά αναφέρονται για το παραδεκτό της ασκηθείσας εφέσεως στην διάταξη του άρθρου 478 του ΚΠΔ.

 

Επομένως εξ όλων των ανωτέρω πρέπει η ασκηθείσα έφεση του κατηγορουμένου ... συνταξιούχου του ΤΑΠΟΤΕ κατοίκου Θεσσαλονίκης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να εκτελεστεί το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Τα Δικαστικά έξοδα ανερχόμενα στο ποσό των 250 ευρώ να επιβληθούν στον εκκαλούντα.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Προτείνω α) να απορριφθεί η ασκηθείσα έφεση του κατηγορουμένου ... συνταξιούχου του ΤΑΠΟΤΕ κατοίκου Θεσσαλονίκης ως απαράδεκτης, β) να εκτελεστεί το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και γ) τα δικαστικά έξοδα να επιβληθούν στον Εκκαλούντα ανερχόμενα στο ποσό των 250 ευρώ.

Θεσσαλονίκη 7-4-2014.

Ο Αντεισαγγελέας Εφετών,

Ηλίας Σεφερίδης, ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΕΦΕΤΩΝ.

 

Αφού ο Εισαγγελέας πρότεινε όσα αναφέρονται στην πρόταση του αποχώρησε.

 

Το Συμβούλιο μελέτησε  τη  δικογραφία και σύμφωνα με το νόμο σκέφθηκε ως εξής:

Όπως προκύπτει από το από 16.4.2014 αποδεικτικό επίδοσης της ..., Δικαστική Επιμελήτρια της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης, ο εκκαλών ειδοποιήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να προσέλθει ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και εκθέσει τις απόψεις του, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε.

 

Επειδή για τους λόγους που εκτίθενται στην Εισαγγελική Πρόταση, στους οποίους ως ορθούς και νομίμους, αναφέρεται το Συμβούλιο αυτό, προς αποφυγή επαναλήψεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 32/2014 έφεση του ..., κατοίκου Θεσσαλονίκης, κατά του υπ' αριθμ. 343/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί η εκτέλεση του ως άνω βουλεύματος.

 

Επίσης, όπως προτείνει και ο Εισαγγελέας στην πρόταση του, πρέπει να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας, ποσού διακοσίων πενήντα [250] ευρώ, κατ' άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και με την 123827/23-12-2010 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1991/23-12-2010 Τεύχος Β'.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την υπ' αριθμό 32/2014 έφεση του ..., κατοίκου Θεσσαλονίκης, κατά του υπ' αριθμ. 343/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Και

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εκτέλεση του ως άνω βουλεύματος.

 

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα [250] ευρώ.

 

ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στη Θεσσαλονίκη στις 24 Απριλίου 2014 και εκδόθηκε στις *S 1 Απριλίου 2014.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ