ΜΠρ (Ασφ.Μ.) Χίου 110/2015
Προστασία καταναλωτή - Καταχρηστικοί γενικοί όροι συναλλαγών - Αρχή
διαφάνειας - Σύμβαση στεγαστικού δανείου σε ελβετικά φράγκα -.
Όρος της σύμβασης ο οποίος προέβλεπε ότι οι
δανειολήπτες υποχρεούνταν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους προς την Τράπεζα
είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης
του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής. Μεταβολή της ισοτιμίας
(υποτίμηση ευρώ) με συνέπεια την σημαντική αύξηση της μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής
δόσης. Ασφαλιστικά μέτρα. Με τον επίμαχο όρο παραβιάζεται από την καθʼ
ης η αίτηση τράπεζα, η υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των γ.ο.σ. αφού δεν διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας
της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού
μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα, καθώς, επίσης, και η σχέση
μεταξύ του μηχανισμού αυτού και των τυχόν άλλων, που προβλέπουν έτερες ρήτρες
σχετικά με την αποδέσμευση και την αποπληρωμή δανείων. Προσωρινή ρύθμιση
κατάστασης. Υποχρέωση της Τράπεζας να αποδέχεται προσωρινά την καταβολή των
μηνιαίων δόσεων της δανειακής σύμβασης με τη συναλλαγματική ισοτιμία ελβετικού
φράγκου με ευρώ, όπως αυτή καθορίστηκε κατά την ημέρα της εκταμίευσης του ποσού
του δανείου.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
ΧΙΟΥ
Αριθμός
αποφάσεως: 110/2015
(αριθμός
καταθ. αιτήσεως Ασφ.
Μέτρων: 473/81/2015)
ΤΟ
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΙΟΥ
Διαδικασία
Ασφαλιστικών Μέτρων
ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Μαρία Τομπάζη,
Πρόεδρο Πρωτοδικών, με τη σύμπραξη και του Γραμματέα Δημητρίου Διόλατζη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στη
Χίο, την 19-5-2014, για να δικάσει την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας
αίτηση, με αντικείμενο τη ρύθμιση κατάστασης.
ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1) ... και, 2) ...,
αμφοτέρων κατοίκου Χίου, οι οποίοι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο, ο πρώτος μετά,
η δε δεύτερη διά, του πληρεξούσιου τους δικηγόρου, Κωνσταντίνου Τριαντάφυλλου.
ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ανώνυμης Τραπεζικής
Εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.», η οποία εδρεύει στην Αθήνα
και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο, διά του
πληρεξούσιου της δικηγόρου Αθηνών, Γεωργίου Παπαστύλου.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ
ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το αρθ. 2 § 6 του Ν. 2251/1994
«περί προστασίας των καταναλωτών», όπως αυτό είχε πριν από την αντικατάσταση
του με το άρθ. 10 § 24 στοιχ. β' του Ν. 2741/1999, οι
γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των
προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι
άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των
δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως
είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο η τελευταία, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση,
αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους χορηγεί, εκτός των άλλων, καταναλωτικά ή
στεγαστικά δάνεια. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου γενικού όρου,
ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή
υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι
υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία αυτή εξαρτάται
(ΑΠ 904/2011 Αρμ 2012, 1708). Ο περιέχων τη διάταξη
αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί, εξάλλου, ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της
Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές
ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Στο άρθ. 3 παρ. 1 της εν
λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο
ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της
καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία
ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη
σύμβαση». Η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν 2251/1994 αποτελεί,
εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η
καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η
συμβατική ελευθερία. Η ανωτέρω παράγραφος, στην αρχική της διατύπωση, χρησιμοποιούσε
τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη» της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων
των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του άρθ. 3 § 1
της Οδηγίας, η οποία ομιλεί για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Στενή
γραμματική ερμηνεία του όρου «υπέρμετρη» διατάραξη θα οδηγούσε σε σημαντικό
περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των
συναλλαγών (γ.ο.σ.) και, συνεπώς, σε μειωμένη
προστασία του καταναλωτή έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη της σύμφωνης με
την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλλει, επομένως, όπως ο όρος
«υπέρμετρη» διατάραξη εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος,
ότι σημαίνει «ουσιώδη ή σημαντική» διατάραξη. Η ανάγκη αυτή, εναρμονισμένης
δηλαδή προς την Οδηγία ερμηνείας, επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια, μέσω
τελολογικής συστολής, στον όρο «διατάραξη» και μετά την απάλειψη του όρου
«υπέρμετρη», στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το άρθ. 10 § 24 στοιχ. β' του Ν 2741/1999. Συνεπώς, και μετά την
τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας
κάποιου γ.ο.σ. είναι η με αυτόν «ουσιώδης ή
σημαντική» διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ
6/2006 ΕλλΔ 2006, 419). Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί
ότι η παρ. 2 του άρθρου 6 του ως άνω νόμου έχει ήδη αντικατασταθεί με την παρ.
2 του άρθρου 2 του Ν 3587/2007. Ορίζεται δε πλέον σε αυτή ότι γενικοί όροι
συναλλαγών, που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των
δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται
και είναι άκυροι. Προστέθηκε, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο όρος «σημαντική»,
που δεν υπήρχε στην προϋπάρχουσα μορφή του άρθρου. Περαιτέρω, εκτός από την
ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των γ.ο.σ., που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής
ισορροπίας, στην παρ. 7 του άρθρου 2 του Ν 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικούς
και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων, που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς
αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί
θεωρούνται, κατά αμάχητο τεκμήριο, ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στις
περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η υπό στοιχείο ια\ σύμφωνα
με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που, χωρίς σπουδαίο λόγο,
αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια
ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή. Η σωρευτική
εφαρμογή από το Δικαστήριο των παρ. 6 και 7 του άρθρου 2 του Ν 2251/1994 δεν
αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου «της διατάραξης
της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του
καταναλωτή» είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των
αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων, που χρησιμοποιεί ο
νόμος στις επιμέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Εξάλλου, και οι
περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές, κατά αμάχητο τεκμήριο, περιπτώσεις καταχρηστικότητας αποτελούν ενδείκτες,
που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και, συγκεκριμένα, της έννοιας
της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών, που
συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, είναι και η αρχή της διαφάνειας,
καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της
παροχής ή των επιμέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και
τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ
των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και
τα μεγέθη, που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση
αυτή παροχής και αντιπαροχής, κατ' αρχήν, δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση
του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου γ.ο.σ. Εντούτοις,
σύμφωνα και με το άρθρο 4 § 2 της Οδηγίας, ελέγχεται, εαν
ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν έχει,
δηλαδή, παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΟλΑΠ
15/2007 ΔΕΕ 2007.975). Η ως άνω απαίτηση περί διαφάνειας των γ.ο.σ. δεν αφορά, εξάλλου, απλά και μόνο τον κατανοητό
αυτών χαρακτήρα από τυπική και γραμματική άποψη, παρά αναφέρεται και στη
λειτουργία τους, ούτως ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών
και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που κάθε
όρος συνεπάγεται γι' αυτόν (ΔΕΚ, απόφαση της 30ης Απριλίου 2014, υπόθεση C- 26/13, Arpad Kasler,
Hajnalka Kasleme Rabai
κατά OTP
Jelzalogbank Zrt, σκέψεις 71 - 75). Η παραπάνω
σαφήνεια, δηλαδή, αφορά και τις νομικές συνέπειες μίας ρήτρας, δηλαδή τα
δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταναλωτή. Για το λόγο δε αυτό, ασαφείς ή
πολυσήμαντες ρήτρες δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τον προμηθευτή, με
σκοπό να ενισχύσει τη θέση του απέναντι στον καταναλωτή. Ειδικά, όσον αφορά τις
δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις, αυτές θα πρέπει να είναι
ευκρινείς, με την έννοια ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από το μέσο
καταναλωτή, ο οποίος
δεν διαθέτει εξειδικευμένες
νομικές ή οικονομικές γνώσεις. Η διαφάνεια, λοιπόν, αφορά στη σαφή και
κατανοητή διατύπωση, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού
περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της
ύπαρξης των όρων. Αδιαφανείς ρήτρες, που αποκρύπτουν την πραγματική, νομική και
οικονομική κατάσταση, δημιουργούν τον κίνδυνο ο καταναλωτής είτε να απόσχει από
την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του, είτε να αποδεχθεί αξιώσεις, που, κατά το
φαινόμενο, έχει ο προμηθευτής. Υπό το πρίσμα αυτό, οι αδιαφανείς ρήτρες μπορεί
να οδηγήσουν, ακριβώς λόγω της αδιαφάνειας τους, στη διατάραξη της συμβατικής
ισορροπίας κατά το άρθρο 2 § 6 του Ν 2251/1994. Για το λόγο αυτό και οι γ.ο.σ., υπακούοντας στην παραπάνω αρχή, πρέπει να
παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο,
ορθό και σαφή (ΑΠ 652/2010 ΔΕΕ 2010.943, ΑΠ 430/2005 ΕλλΔ
2005.802). Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι η ακυρότητα ενός γ.ο.σ.
δεν επιδρά στο κύρος όλης της δικαισπρακτικής
σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο
συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος. Ως προς δε το ζήτημα της
πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός γ.ο.σ., αυτό καλύπτεται, κατ' αρχήν, και εφόσον προβλέπεται
σχετική ρύθμιση, με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, ο
οποίος, όπως προκύπτει από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 93/13,
θεωρείται ότι δεν περιέχει καταχρηστικές ρήτρες και ότι συνάδει με τους σκοπούς
του άρθ. 6 παρ. 1 της Οδηγίας 93/13 (βλ. την ανωτέρω απόφαση του ΔΕΚ, σκέψεις
80 - 82 και 85). Σε διαφορετική περίπτωση, γίνεται από το Δικαστήριο
συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το άρθ. 200 ΑΚ, βάσει, δηλαδή, της
καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΕφΑΘ
1471/2013 και ΠΠρΞανθ 23/2014, ΤΝΠ Νόμος). Ετσι, η απόφαση του Δικαστηρίου, που προβαίνει σε
συμπληρωματική ερμηνεία άκυρου, κατά τα ανωτέρω, όρου, δεν είναι διαπλαστική,
διότι δεν προβαίνει σε προσδιορισμό της παροχής κατά τη διάταξη του άρθρου 371 εδ. 2 ΑΚ (οπότε στην περίπτωση αυτή πράγματι θα επρόκειτο
για διαπλαστική απόφαση, η οποϊα διαπλάσσει το
περιεχόμενο της ενοχικής σχέσης), παρά μόνο σε συμπλήρωση του κενού, που
δημιούργησε ο άκυρος όρος, ώστε να ανταποκρίνεται στις αρχές της καλής πίστης
και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς, ωστόσο, να τροποποιεί τη σύμβαση (ΠΠρθ 5257/2013, 3990/2013, και 2942/2013, ΠΠρΞανθ 23/2014, ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη
του άρθρου 731 του ΚΠολΔ το Δικαστήριο δικαιούται να
διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξεως
από αυτόν κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου
732 του ίδιου Κώδικα, το Δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο
και κάθε άλλο μέτρο που, κατά τις περιστάσεις, είναι κατά την κρίση του
πρόσφορο για την εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος ή για τη ρύθμιση
καταστάσεως. Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 692 § 4 ΚΠολΔ, τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει να συνίστανται στην
ικανοποίηση του δικαιώματος, του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή η διατήρηση. Η
διάταξη αυτή, όπως είναι διατυπωμένη, δεν περιέχει κατευθυντήριες γραμμές ή
οδηγίες προς το επιλαμβανόμενο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων Δικαστήριο, αλλά
τίθεται δι αυτής απαγορευτικός κανόνας, δεσμευτικός για το Δικαστήριο, υπό την
έννοια ότι σε καμία περίπτωση δεν έχει τη δυνατότητα να διατάξει ασφαλιστικά
μέτρα, τα οποία συνιστούν ικανοποίηση δικαιώματος, με εξαίρεση τις περιπτώσεις
που υπάρχει ειδική περί τούτου νομοθετική πρόβλεψη, όπως στις περιοριστικούς
στις διατάξεις των άρθρων 728, 729 και 734 του ΚΠολΔ
αναφερόμενες περιπτώσεις. Ο απαγορευτικός δε αυτός κανόνας έχει εφαρμογή και
στο ασφαλιστικό μέτρο της ρύθμισης κατάστασης, το οποίο δεν διαφέρει κατά το
σκοπό του από τα άλλα ασφαλιστικά μέτρα, αφού και αυτό συνδέεται τελολογικά με
κάποιο δικαίωμα που πρέπει να προστατευθεί προσωρινά για την αποτροπή
δημιουργίας, έως την περάτωση της κυρίας διαγνωστικής δίκης, αμετακλήτων
καταστάσεων, που θα μπορούσαν να ματαιώσουν τον πρακτικό σκοπό της δίκης αυτής.
Η διακριτική ευχέρεια που δίνει το άρθρο 732 ΚΠολΔ
στο Δικαστήριο δεν αποτελεί εξαίρεση στον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 692
παρ. 4 ΚΠολΔ, αλλά ο τελευταίος αποτελεί οριοθέτηση
της παρεχομένης στο δικαστήριο, με το άρθρο 732 του ιδίου Κώδικα, διακριτικής
ευχέρειας (Π. Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδ. 1985, σελ. 58, Κ. Μπέης Πολ.
Δικ., υπό το άρθρο 682, Β, Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ άρθρο 692, αριθ. 9). Οι παραπάνω διατάξεις απηχούν
τις βασικές αρχές του δικαίου των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με τις οποίες η
προσωρινή δικαστική προστασία πρέπει: α) να μην ταυτίζεται με το αντικείμενο
της οριστικής δικαστικής προστασίας, αλλά να διαφέρει και να υπολείπεται από
αυτό, β) να μη δημιουργεί αμετάκλητες καταστάσεις που δεν μπορούν να
ανατραπούν, όταν ανακληθεί η σχετική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ή διαγνωσθεί
στην κύρια δίκη με ισχύ δεδικασμένου η ανυπαρξία του δικαιώματος που
εξασφαλίσθηκε, ώστε να μη ματαιώνεται ο πρακτικός σκοπός της κύριας δίκης, οι
αρχές δε αυτές έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις που ρυθμίζεται προσωρινά η
κατάσταση με ασφαλιστικά μέτρα. Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης
δίδεται η εντύπωση ότι, αυτή δεν καλύπτει όλους τους στόχους των ασφαλιστικών
μέτρων, δηλαδή την εξασφάλιση ή διατήρηση δικαιώματος ή τη ρύθμιση καταστάσεως,
αλλά μόνο τους δύο πρώτους. Όμως, ο κανόνας αυτός έχει εφαρμογή και στο
ασφαλιστικό μέτρο της ρύθμισης κατάστασης, το οποίο δεν διαφέρει κατά το σκοπό
του από τα άλλα ασφαλιστικά μέτρα, αφού και αυτό συνδέεται τελολογικά με κάποιο
δικαίωμα που πρέπει να προστατευθεί προσωρινά για την αποτροπή δημιουργίας, ως
την περάτωση της κύριας, διαγνωστικής δίκης, αμετάκλητων καταστάσεων, που θα
μπορούσαν να ματαιώσουν τον πραγματικό σκοπό της δίκης αυτής. Ο κανόνας αυτός
του άρθρου 692§4 Κ.Πολ.Δ., υποχωρεί μόνο στις ακραίες εκείνες περιπτώσεις
που, πιθανολογείται κίνδυνος
σημαντικής προσβολής της αξίας του
ανθρώπου, η οποία διασφαλίζεται συνταγματικά, όπως π.χ. για την
κατεδάφιση ετοιμόρροπου κτίσματος ή τοίχου, αν απειλείται ζωή ανθρώπου ή βλάβη
της υγείας του, όχι όμως και αν απειλείται βλάβη σε γειτονικό ακίνητο. Η
απόφαση δηλαδή των ασφαλιστικών μέτρων, αποσκοπώντας να αποτρέψει δημιουργία
ανεπανόρθωτων κατά κανόνα καταστάσεων, δεν θα πρέπει να δημιουργεί η ίδια
ανεπανόρθωτες καταστάσεις (Π. Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα, σελ. 50-51, Κ. Μπέης,
Ασφαλιστικά Μέτρα, σελ. 122 εττ.). Τέλος, κατά το
άρθρο 947§1 Κ.Πολ.Δ., «όταν ο οφειλέτης έχει
υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση
που παραβεί την υποχρέωση του,, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως
100.000 ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος. Αν η απειλή
της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση
που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλεται από το μονομελές πρωτοδικείο. Το δικαστήριο
αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική
ποινή και στην προσωπική κράτηση. Στην τελευταία περίπτωση, δικάζει κατά τη
διαδικασία των άρθρων 670-670». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του
άρθρου 946 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, αν η υποχρέωση
του οφειλέτη συνίσταται στην επιχείρηση πράξεως, που δεν μπορεί να γίνει από
τρίτο πρόσωπο, αλλά μόνο από τον ίδιο ή στην ανοχή ή στην παράλειψη πράξεως,
τότε και για την περίπτωση που ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί προς την υποχρέωση
του, στη μεν περίπτωση του άρθρου 946 Κ.Πολ.Δ. το
δικαστήριο καταδικάζει τον οφειλέτη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση,
στη δε περίπτωση του άρθρου 947 Κ.Πολ.Δ., απειλεί
κατ' αυτού, για κάθε παράβαση, χρηματική
ποινή και προσωπική κράτηση (αναπληρωματική εκτέλεση). Στην τελευταία
περίπτωση, η βεβαίωση της παράβασης γίνεται με νέα δικαστική απόφαση, με την
οποία και καταδικάζεται ο οφειλέτης σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση
(ΑΠ 527/2013 ΝΟΜΟΣ).
Στην κρινόμενη αίτηση τους οι αιτούντες
εκθέτουν ότι, στις αρχές Οκτωβρίου του 2007, προκειμένου να καλύψουν τις
στεγαστικές ανάγκες της οικογενείας τους, συνήψαν σε υποκατάστημα της καθ' ής στη Χίο, ως πρωτοφειλέτες, την
υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το περιεχόμενο της οποίας ήταν προδιατυπωμένο από την τράπεζα, ύψους 98.312,85 ελβετικών
φράγκων, συνολικής διάρκειας 360 μηνών, με συμφωνηθέν επιτόκιο το αναφερόμενο
στην αίτηση. Ότι αποφάσισαν και κατέληξαν στην ανωτέρω δανειακή σύμβαση, μετά
από ενημέρωση των υπαλλήλων της καθ' ής ότι πρόκειται
για την πλέον συμφέρουσα επιλογή (χαμηλό επιτόκιο) χωρίς κίνδυνο, καθώς δεν
ήταν δυνατόν να συμβληθούν σε ελβετικά φράγκα αφού δεν διέθεταν εισοδήματα σε
αυτό το νόμισμα, γεγονός που η καθ' ής γνώριζε. Ότι το
ποσό του δανείου που έλαβαν ήταν 58.860,44
καθώς η ισοτιμία του ευρώ με το ελβετικό φράγκο ήταν κατά την ημέρα της
εκταμίευσης (25-10-2007) 1 προς 1,6701, στη συνέχεια όμως αυτή (ισοτιμία)
διαφοροποιήθηκε με συνέπεια το ποσό του υπολοίπου του δανείου να αυξάνεται αντί
να μειώνεται, για το λόγο δε αυτό άσκησαν αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς
Πρωτοδικείου Χίου, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 21-10-2015, με αίτημα την
αναγνώριση της ακυρότητας του υπ' αριθμ. 7α όρου της σύμβασης. Επικαλούμενοι δε
επείγουσα περίπτωση και επικείμενο κίνδυνο ζητούν, κατόπιν παραιτήσεως τους από
τα με αριθμούς 2, 3 και 4 αιτήματα του δικογράφου της αιτήσεως, ως προς τα
οποία η αίτηση θεωρείται ως ουδέποτε ασκηθείσα, να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα
και να ρυθμισθεί με τέτοιο τρόπο η συγκεκριμένη κατάσταση ώστε, να υποχρεωθεί
προσωρινά η καθ' ής, έως την έκδοση οριστικής
αποφάσεως επί της ασκηθείσης αγωγής τους, να αποδέχεται τις μηνιαίες καταβολές
τους προς εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων σε ευρώ, με βάση τη
συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου τους,
να απειληθεί (κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αιτήσεως), εις βάρος της
καθ' ής χρηματική ποινή ύψους 150 για κάθε παράβαση της εκδοθησομένης
αποφάσεως και, να καταδικασθεί η αντίδικος τους στην πληρωμή των δικαστικών
τους εξόδων.
Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η
κρινόμενη αίτηση, παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται
προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, δικάζοντος με την προκείμενη
διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 683 επ. Κ.Πολ.Δ).
Είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στις νομικές σκέψεις της παρούσας
αποφάσεως διατάξεις και, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων
των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα
απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, η τήρηση των
οποίων κρίθηκε αναγκαία (άρθρο 690§2α' Κ.Πολ.Δ.) και,
των εκ μέρους των διαδίκων προσκομιζόμενων εγγράφων, πιθανολογήθηκαν κατά την
κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Οι αιτούντες, στις αρχές Οκτωβρίου του
έτους 2007, απευθύνθηκαν στην καθ' ής η αίτηση
τράπεζα, προκειμένου να συμφωνήσουν στη σύναψη μίας δανειακής σύμβασης προς εξυπηρέτηση των
στεγαστικών αναγκών της οικογενείας τους, οι προστηθέντες
δε υπάλληλοι της καθ' ής, παρουσίασαν τη μορφή
δανείου σε ελβετικό φράγκο ως την καταλληλότερη και πλέον συμφέρουσα γι'
αυτούς, καθώς όπως τους εξέθεσαν εξασφάλιζε χαμηλότερο επιτόκιο, ήτοι αυτό του Libor και, ως εκ τούτου, χαμηλότερη
επιβάρυνση σε σχέση με άλλα δάνεια. Την 10-10-2007 στο υποκατάστημα της καθ' ής στη Χίο, οι αιτούντες υπόγραψαν ως οφειλέτες την με
αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου (το περιεχόμενο της οποίας ήταν προδιατυπωμένο από την Τράπεζα), δυνάμει της οποίας
συμφωνήθηκε τοκοχρεωλυτικό στεγαστικό δάνειο ποσού 98.312,85 ελβετικών φράγκων,
συνολικής διάρκειας 360 μηνών (30 ετών), από την ημερομηνία της εφάπαξ
εκταμίευσης του ποσού του δανείου, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της
συμβάσεως. Το επιτόκιο ορίστηκε να είναι κυμαινόμενο και καθορίσθηκε ως εξής:
α) για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου, έως το
τέλος του μήνα εκταμίευσης αυτού και για τον επόμενο μήνα, το επιτόκιο θα
ισούται με το LIBOR
μηνιαίας διάρκειας, το οποίο θα ισχύει 2 εργάσιμες μέρες πριν από την ημέρα
εκταμίευσης δανείου, προσαυξημένου κατά μία ποσοστιαία μονάδα, β) μετά τη λήξη
της προηγούμενης υπό (α) περιόδου και για κάθε εφεξής μήνα, το επιτόκιο θα
αναπροσαρμόζεται και θα ισούται με το εκάστοτε LIBOR μηνιαίας διάρκειας, το οποίο θα
ισχύει 2 εργάσιμες μέρες πριν από τη λήξη έκαστου προηγούμενου μήνα,
προσαυξημένου κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε την
25-10-2007 και κατά το χρόνο εκείνο η ισοτιμία του ευρώ με το ελβετικό φράγκο
ήταν 1 προς 1,6701, δηλαδή το ποσό του δανείου ανερχόταν σε 58.86ό,44. Η ισοτιμία όμως αυτή μειώθηκε σταδιακά και ενδεικτικά
το υπόλοιπο του δανείου την 1-9-2014 με ισοτιμία 1,2072 ανερχόταν σε 81.986,59
ελβετικά ευρώ ή 67.914,67 και την 12-3-2015 με ισοτιμία
1,0636 ανερχόταν σε 80.432,34 ελβετικά φράγκα ή 75.622,73. Οι αιτούντες, κατά την επιλογή και υπογραφή της
δανειακής τους σύμβασης, δεν ενημερώθηκαν από τους υπαλλήλους της καθ' ής η αίτηση τράπεζας για το συναλλαγματικό κίνδυνο της
ισοτιμίας ελβετικού φράγκου και ευρώ, με τρόπο κατανοητό για τους ίδιους,
καθόσον δεν είχαν ιδιαίτερες γνώσεις στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, ούτε
βέβαια είχαν περιουσία ή εισοδήματα σε ελβετικά φράγκα, δεν γνώριζαν ούτε
ουδέποτε ενημερώθηκαν για τις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και το
πώς κάθε φορά διαμορφωνόταν η οφειλή τους με βάση αυτές. Εξαιτίας αυτής της
πτώσης της ισοτιμίας του ευρώ προς το ελβετικό φράγκο, το ποσό της μηνιαίας
δόσης που υποχρεούνται οι αιτούντες να καταβάλουν, ενδεικτικά για την 1-4-2015
ανέρχεται στο ποσό των 304.06 ελβετικών φράγκων, αν μετατραπεί σε ευρώ με
ισοτιμία 1,0426 ανέρχεται στο ποσό των 291,63
ενώ, με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου,
έπρεπε να ανέρχεται σε 182,06 ευρώ. Οι αιτούντες άσκησαν την με αριθμό
κατάθεσης 438/ΤΠ/14/2015 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου,
δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 21-10-2015, με την οποία ζητούν την αναγνώριση
της ακυρότητας του υπ' αριθμ. 7α όρου της ανωτέρω σύμβασης στεγαστικού δανείου,
σύμφωνα με τον οποίο: «εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει
χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο/οι οφειλέτης/τες υποχρεούται/ούντα να
εκπληρώσει/σουν τις εντεύθεν υποχρεώσεις τους προς την Τράπεζα, είτε στο
νόμισμα της χορήγησης, είτε σε EURO,
με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της
καταβολής». Πιθανολογήθηκε περαιτέρω ότι, ο προαναφερόμενος όρος που ήταν προδιατυπωμένος από την καθ' ής η
αίτηση τράπεζα και, περιλαμβανόταν στους γενικούς όρους συναλλαγών, χωρίς να
έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, κατά το μέρος
που ρυθμίζει την ισοτιμία, με βάση την οποία θα μετατρέπονται σε ελβετικά
φράγκα οι τυχόν καταβολές σε ευρώ, που πραγματοποιούν οι οφειλέτες καθ' όλη τη
διάρκεια αποπληρωμής των δανείων τους, είναι αόριστος και ασαφής και, επομένως,
καταχρηστικός και άκυρος. Ειδικότερα, με τον επίμαχο όρο, παραβιάζεται από την
καθ' ής η αίτηση τράπεζα, η υποχρέωση σαφήνειας και
διαφάνειας των γ.ο.σ., η οποία επιτάσσει οι όροι να
είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, με τρόπο ώστε, ο
απρόσεχτος και αμελής ως προς την ενημέρωση του καταναλωτής-πελάτης, που όμως
διαθέτει τη μέση αντίληψη, κατά το σχηματισμό της διακαιοπρακτικής
του απόφασης, να γνωρίζει τις αναλαμβανόμενες από αυτόν συμβατικές του
δεσμεύσεις, ιδίως δε όσον αφορά στη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Συγκεκριμένα
με την ως άνω ρήτρα, δεν παρουσιάζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα
δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων στη σύμβαση διαδίκων, αφού δεν
διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η
μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος
σε ξένο νόμισμα, καθώς επίσης και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και των
τυχόν άλλων, που προβλέπουν έτερες ρήτρες, σχετικά με την αποδέσμευση και την
αποπληρωμή δανείων, προκειμένου ο καταναλωτής, να μπορεί να εκτιμήσει τις
οικονομικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει για τον ίδιο ο παραπάνω όρος,
ώστε να διαγνώσει εκ των προτέρων, τόσο το ύψος των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών
δόσεων που θα κληθεί να καταβάλει για την αποπληρωμή του δανείου του, όσο και
το ύψος του ανεξόφλητου κεφαλαίου του τελευταίου, σε περίπτωση διαφοροποίησης
της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου, σε βάρος του πρώτου. Εξαιτίας του
γεγονότος επομένως ότι, οι αιτούντες, μη δυνάμενοι να γνωρίζουν εκ των προτέρων
τις συμβατικές δεσμεύεις που αναλαμβάνουν και, βάσει των κριτηρίων που θέτουν ο
Ν. 2251/1994 και η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, παρά τη γραμματικώς ορθή και σαφή
διατύπωση του επίμαχου όρου της συμβάσεως, ο τελευταίος δεν δύναται να κριθεί
ως έγκυρος, καθώς διαψεύδονται οι δικαιολογημένες προσδοκίες του καταναλωτή -
πελάτη και εν προκειμένω, των αιτούντων. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη
αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, απορριπτέων τυγχανόντων όλων των περί του αντιθέτου εκ μέρους της καθ ής, προβληθέντων ισχυρισμών. Τα
δικαστικά έξοδα των διαδίκων, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ τους, ως εκ του
δυσερμήνευτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου.
ΓΙΑ
ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ
κατ' αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ
την αίτηση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ
την καθ' ής η αίτηση, να αποδέχεται προσωρινά και,
μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 8-4-2015 με αριθμό κατάθεσης
438/ΤΠ/14/2015 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου αγωγής των αιτούντων,
την καταβολή από τους τελευταίους των μηνιαίων δόσεων της με αριθμό ...
σύμβασης στεγαστικού δανείου, με τη συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ ελβετικού
φράγκου με ευρώ, όπως αυτή καθορίσθηκε κατά την 25-10-2007, ημέρα εκταμίευσης
του δανείου.
ΑΠΕΙΛΕΙ
σε βάρος της καθ' ής, χρηματική ποινή ύψους 150, για κάθε παράβαση της υποχρέωσης της, όπως αυτή
προσδιορίζεται στην ανωτέρω διάταξη της αποφάσεως αυτής.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ
μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα.
Κρίθηκε,
αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό
του, στη Χίο, την 7-8-2015, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των
πληρεξούσιών τους δικηγόρων.
Η
ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ