ΜΔΠρΘεσ 2760/2017
ΟΤΕ ΑΕ - Τέλη χρήσεως κοινόχρηστων χώρων -
Απελευθέρωση αγοράς τηλεπικοινωνιών -.
Απόρριψη
αίτησης ακύρωσης που υποβλήθηκε από την ΟΤΕ ΑΕ που αφορούσε απόφαση με την
οποία βεβαιώθηκε εις βάρος της ποσό σχετικά με τέλη χρήσεως υπεδάφους
κοινοχρήστων χώρων για την επέκταση και επισκευή ήδη υπάρχοντος δημόσιου
τηλεπικοινωνιακού δικτύου. Εξέλιξη της ημεδαπής νομοθεσίας σχετικά με την
υποχρέωση καταβολής τέλους για τη χρησιμοποίηση κοινόχρηστων χώρων, καθώς και
με την αγορά των τηλεπικοινωνιών. Ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ. Δεν προβλέπεται στον
νόμο η απαλλαγή της ΟΤΕ ΑΕ και γενικά όλων των τηλεπικοινωνιακών επιχειρήσεων
από τα τέλη χρήσεως κοινόχρηστων χώρων. Απελευθέρωση της αγοράς των
τηλεπικοινωνιών στον ανταγωνισμό στο πλαίσιο της εναρμόνισης της ελληνικής
νομοθεσίας με το δίκαιο της ΕΕ. Από 1.1.2001 έληξε η κατ αποκλειστικότητα
εγκατάσταση, λειτουργία και εκμετάλλευση του σταθερού τηλεφωνικού δικτύου από
την ΟΤΕ ΑΕ. Κατάργηση των διατάξεων βάσει των οποίων προβλέπεται διακριτική
μεταχείριση του εν λόγω Οργανισμού σε σχέση με τους λοιπούς παρόχους
τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Κρίθηκε ότι κατά το επίδικο έτος δεν ίσχυε πλέον η
απαλλαγή του Οργανισμού από τα δημοτικά τέλη κοινόχρηστων χώρων.
Αριθμός απόφασης 2760/2017
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο
ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2016 με δικαστή τη Μαρία
Παπαδοπούλου-Ευθυμιοπούλου, Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα τη
δικαστική υπάλληλο Ελένη Ξενιτίδου,
Για να δικάσει την προσφυγή
με ημερομηνία κατάθεσης στο Δήμο Θεσσαλονίκης 4.4.2007 και αριθμό καταχώρησης
στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ΠΡ141/11.6.2008 και τους πρόσθετους
λόγους με αρ. κατάθ. Πλ
751/19.2.2016,
Της ανώνυμης εταιρείας με
την επωνυμία «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε» και με έδρα στο Μαρούσι
Αττικής (Λεωφόρος Κηφισίας 99), η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε
δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Σοφίας Κυράνου,
Κατά του Οργανισμού
Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) με την επωνυμία Δήμος Θεσσαλονίκης, ο οποίος
εκπροσωπείται από το Δήμαρχό του και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου
Ευαγγελίας Παπαδημητρίου.
Κατά τη συζήτηση οι
διάδικοι που παραστάθηκαν ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα
αναφέρονται στα πρακτικά.
Η κρίση του Δικαστηρίου
είναι η ακόλουθη:
1. Επειδή, με την
κρινόμενη προσφυγή ζητείται η ακύρωση: (α) της υπ αρ. Ι/15/2007
εγγραφής της προσφεύγουσας εταιρείας στους φορολογικούς καταλόγους του Δήμου Θεσσαλονίκης οικονομικού έτους 2007 για το συνολικό ποσό των 484,38 ευρώ και (β) της
υπ αρ. 436/2007 απόφασης του Αντιδημάρχου Θεσσαλονίκης, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας το παραπάνω ποσό, το οποίο ειδικότερα αφορούσε τέλη χρήσεως υπεδάφους κοινοχρήστων χώρων για την επέκταση και επισκευή του ήδη υπάρχοντος δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου
στην οδό Υψηλάντου (Πάρκο Νέας Ελβετίας) ποσού 161,46
ευρώ, καθώς επίσης και πρόστιμο αυθαιρέτου χρήσεως κοινοχρήστου χώρου ποσού
322,92 ευρώ. Επίσης, ζητείται η επιστροφή ως αχρεωστήτως
καταβληθέντος ποσού 193,72 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο 40% του κατά τα
ανωτέρω καταλογισθέντος ποσού και έχει ήδη καταβληθεί επ ευκαιρία ασκήσεως της κρινόμενης προσφυγής.
2. Επειδή, στο άρθρο 27
του ν. 2717/1999 (Α΄ 97, με το ʼρθρο Πρώτο
του οποίου κυρώθηκε ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, εφεξής ΚΔΔικ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονταν ότι:
«1.Οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι εκπρόσωποί τους διενεργούν τις
διαδικαστικές πράξεις και παρίστανται κατά τη συζήτηση με δικαστικούς
πληρεξουσίους. 2. Κατ εξαίρεση, οι ιδιώτες
διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποι ή οι εκπρόσωποί τους μπορούν να διενεργούν
διαδικαστικές πράξεις και να παρίστανται κατά τη συζήτηση χωρίς δικαστικό
πληρεξούσιο: α) κατά την εκδίκαση χρηματικών διαφορών όταν το αντικείμενό τους
δεν υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων ενενήντα (590) ευρώ, αν πρόκειται δε για
φορολογική εν γένει διαφορά που αφορά κύριο και πρόσθετο φόρο, όταν ο κύριος
φόρος δεν υπερβαίνει το ποσό αυτό (όπως το πρώην δραχμικό ποσό αντικαταστάθηκε
σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1, καθώς και τα άρθρα 4 και 5 του ν. 2943/2001, Α΄
203), β) [
] και γ) [
]. 3. [
]», στο άρθρο 45 παρ. 5 ότι: « Τα δικόγραφα και τα υπομνήματα υπογράφονται από τους δικαστικούς πληρεξουσίους των διαδίκων. Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 27, τα δικόγραφα και τα υπομνήματα μπορούν
να υπογράφονται, κατά περίπτωση, από τους ίδιους τους διαδίκους ή τους νόμιμους
αντιπροσώπους ή τους εκπροσώπους τους», στο άρθρο 46 ότι: «Δικόγραφο, που δεν περιέχει
τα προβλεπόμενα από τις παρ. 1 και 5 του προηγούμενου άρθρου στοιχεία, είναι
άκυρο [
] » και στο άρθρο 126 ότι: «1. Τα ένδικα βοηθήματα ασκούνται με δικόγραφο, το οποίο μαζί με τα τρία αντίγραφα, κατατίθεται στη γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται [...] 2. [...] 3. Για την κατά τις προηγούμενες
παραγράφους κατάθεση συντάσσεται πράξη πάνω στο κατατιθέμενο δικόγραφο, η οποία
διαλαμβάνει τη χρονολογία της κατάθεσης, το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου που
παρέλαβε και εκείνου που το κατέθεσε, καθώς και τον αριθμό καταχώρησής του στο
οικείο βιβλίο ή στο ειδικό πρωτόκολλο κατάθεσης, κατά περίπτωση, υπογράφεται δε
από τον υπάλληλο που το παραλαμβάνει, καθώς και από εκείνον που το καταθέτει
[...]». Τέλος, στο άρθρο 35 ΚΔΔικ ορίζεται ότι: «Το
δικαστήριο ελέγχει και αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των διαδικαστικών
προϋποθέσεων». Εν προκειμένω, ο καθ ου Δήμος στο ημερομηνία κατάθεσης 26.9.2016 υπόμνημά του ζητά να απορριφθεί η κρινόμενη προσφυγή, διότι το ένδικο δικόγραφο δεν έχει ασκηθεί σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου και ειδικότερα δεν αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του
καταθέτη στην πράξη κατάθεσης, σε συνδυασμό με τo
γεγονός ότι φέρει μονογραφή και όχι υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου της
προσφεύγουσας εταιρείας. Όπως όμως άμεσα
προκύπτει από το δικόγραφο της κρινόμενης προσφυγής στην πράξη κατάθεσής του
αναγράφεται το όνομα του καταθέσαντος αυτήν (Ταλέας
Ευστάθιος), ο οποίος έχει θέσει και την υπογραφή του. Συνεπώς, ο παραπάνω
ισχυρισμός του καθ ου Δήμου κρίνεται απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης πραγματικής προϋπόθεσης. Όσον αφορά δε τη μονογραφή του
δικογράφου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της προσφεύγουσας, το Δικαστήριο κρίνει
ότι δεν επιφέρει εν προκειμένω την ακυρότητα του δικογράφου, δεδομένου ότι σε
κάθε περίπτωση η κρινόμενη προσφυγή εμπίπτει στις διαφορές της παρ. 2 του
άρθρου 27 ΚΔΔικ, για τις οποίες δεν απαιτείται η
σύμπραξη δικηγόρου για τη διενέργεια των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων, όπως
είναι και η κατάθεση του δικογράφου.
3. Επειδή, στο άρθρο 277
παρ. 1, 2 και 3 ΚΔΔικ, όπως ίσχυε μετά την
αντικατάσταση της παραγράφου 1 από την παρ. 7 του άρθρου 22 του ν. 3226/2004
(Α΄ 24), των δε παραγράφων 2 και 3 από την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν.
3900/2010 (Α΄ 213), ορίζονταν τα εξής: «1. Για το παραδεκτό των ένδικων
βοηθημάτων και μέσων πρέπει, ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, να
προσκομισθεί το προβλεπόμενο από τις κείμενες διατάξεις αποδεικτικό καταβολής
παραβόλου. Αν δεν προσκομισθεί το αποδεικτικό αυτό ως την πρώτη συζήτηση της
υπόθεσης, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 139Α. 2. Το παράβολο ορίζεται:
α) για [
]
την προσφυγή [
] σε εκατό ευρώ. β) [
] 3. Κατ εξαίρεση, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, το παράβολο για την προσφυγή, την έφεση και την αντέφεση ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το δύο τοις εκατό του αντικειμένου της διαφοράς και μέχρι του ποσού των
δέκα χιλιάδων ευρώ [
]». Ωστόσο, με τη ρύθμιση του άρθρου 65 παρ. 7 του ν. 3994/2011 (Α΄ 165/25-7-2011) προβλέφθηκε ότι το αναλογικό παράβολο που προβλέπεται στην πιο πάνω παρ. 3 του άρθρου 277 του ΚΔΔικ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε κατά τα ανωτέρω
από την παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010 και καταλαμβάνει και τις
υποθέσεις περί επιβολής δημοτικών τελών και συναφών προστίμων όπως τα επίδικα (βλ.
συναφώς την ΣτΕ 761/2014 7μελ.), δεν ισχύει στις
φορολογικές και τελωνειακές διαφορές που ήταν εκκρεμείς έως την έναρξη ισχύος
του ν. 3900/2010, δηλαδή πριν από την 1.1.2011. Για τις υποθέσεις αυτές
απαιτείται η καταβολή παραβόλου ύψους 100 ευρώ, λόγω του ότι η παράγραφος 2 του
παραπάνω άρθρου 277, όπως αντικαταστάθηκε κατά τα ανωτέρω, εφαρμόζεται στις
εκκρεμείς υποθέσεις, χωρίς τούτο να αντίκειται στο Σύνταγμα (ΣτΕ Ολ. 601/2011). Περαιτέρω,
στην παρ. 11 του άρθρου 277 ΚΔΔικ ορίζεται ότι: «Αν,
στη συγκεκριμένη περίπτωση, καταβλήθηκε παράβολο χωρίς να υπάρχει κατά νόμο
υποχρέωση προς τούτο, διατάσσεται με την απόφαση, και ανεξάρτητα από την έκβαση
της δίκης, η επιστροφή του». Εξάλλου, στο άρθρο 139Α παρ. 1 του ίδιου Κώδικα,
το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 3226/2004, ορίζεται ότι: «Αν
υπάρχουν τυπικές παραλείψεις, ο πρόεδρος του πολυμελούς δικαστηρίου ή ο
εισηγητής ή ο δικαστής του μονομελούς δικαστηρίου καλεί, και μετά τη συζήτηση,
τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή το διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, να τις
καλύψει, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία». Κατά την έννοια της
διάταξης αυτής, η υποχρέωση πρόσκλησης του διαδίκου ή του πληρεξουσίου
δικηγόρου του εκ μέρους του δικαστηρίου, για συμπλήρωση τυπικών παραλείψεων,
υφίσταται μόνον στην περίπτωση που αυτός παρίσταται κατά τη συζήτηση της
υπόθεσης στο ακροατήριο. Σε αντίθετη περίπτωση, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται
(ΣτΕ 398/2015, 3301/2012, 4416/2005). Εν προκειμένω,
για την άσκηση της κρινόμενης προσφυγής καταβλήθηκε αρχικά παράβολο ύψους 5
ευρώ (σχετ. το υπ αρ.
2948186 γραμμάτιο είσπραξης παραβόλου, Σειράς Α΄), το οποίο στη
συνέχεια συμπληρώθηκε με πρωτοβουλία του προσφεύγοντος πριν τη συζήτηση της
υπόθεσης με την καταβολή επιπλέον ποσού 4,69 ευρώ (σχετ.
το υπ αρ. 1127/24.2.2016 διπλότυπο είσπραξης Τύπου Α Σειράς Θ 0142312), καθώς θεωρήθηκε (εσφαλμένα) ότι ισχύει το κατά τα
ανωτέρω αναλογικό παράβολο (2% του αντικειμένου της διαφοράς). Ωστόσο,
δεδομένου ότι σύμφωνα με τις ως άνω παρατεθείσες
διατάξεις το οφειλόμενο νόμιμο παράβολο για την κρινόμενη προσφυγή ανέρχεται
στο ποσό των εκατό (100) ευρώ, το Δικαστήριο, κατ εφαρμογή του άρθρου 139Α ΚΔΔικ, κάλεσε με την από 30.9.2016 ειδοποίηση-πρόσκληση την πληρεξούσια δικηγόρο του προσφεύγοντος, η οποία τελικώς παρά την κατάθεση της με ημερομηνία
19.9.2016 δήλωσης του άρθρου 133 παρ. 2 ΚΔΔικ παραστάθηκε αυτοπροσώπως κατά την επ ακροατηρίω συζήτηση, προκειμένου αυτή να συμπληρώσει το ελλείπον παράβολο αρχικά έως 6.10.2016 και μετά από παράταση της εν λόγω προθεσμίας έως 13.10.2016. Εν τέλει, στις 7.10.2016 κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου το υπ αρ. 5672/6.10.2016 διπλότυπο είσπραξης
Τύπου Α, Σειράς Θ 0988574, από το οποίο προκύπτει ότι καταβλήθηκε επιπλέον
παράβολο ύψους 100 ευρώ. Ως εκ τούτου, εφόσον εν προκειμένω το συνολικό
καταβληθέν ποσό παραβόλου ανέρχεται σε 109,69 (5 + 4,69 + 100) ευρώ, πρέπει,
σύμφωνα με το άρθρο 277 παρ. 11 ΚΔΔικ, να επιστραφεί
στον προσφεύγοντα Οργανισμό το ποσό των 9,69 ευρώ που καταβλήθηκε επιπλέον του
νομίμου παραβόλου, ανεξαρτήτως της τελικής εκβάσεως της δίκης.
4. Επειδή, οι διατάξεις
της νομοθεσίας περί δήμων και κοινοτήτων που εκάστοτε ίσχυαν, ξεκινώντας από το
άρθρο 221 ν.δ. της 17/18-9-1926 «Περί κωδικοποιήσεως
εις ενιαίον κείμενον νόμου
της νομοθεσίας περί δήμων και κοινοτήτων» (Α 316) και το άρθρο 221 του β.δ. της 17-4/31-7-1936 «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον
νόμου της νομοθεσίας περί Δήμων και Κοινοτήτων» (Α
320), προέβλεπαν την υποχρέωση καταβολής τέλους για τη χρησιμοποίηση κοινόχρηστων χώρων. Εξάλλου, στη συνέχεια με το άρθρο 13 του α.ν.
1910/1951 «Περί των προσόδων των Δήμων και Κοινοτήτων» (Α 221) (παρ. 1
έως 3) προβλέφθηκε ότι όποιος επιθυμεί να χρησιμοποιήσει κοινόχρηστους χώρους ή
το υπέδαφος αυτών πρέπει να υποβάλει αίτηση στην οικεία δημοτική αρχή για τη
χορήγηση σχετικής άδειας, την οποία εκδίδει ο Δήμαρχος ορίζοντας την ακριβή
έκταση που επιτρέπεται να καταληφθεί και το οφειλόμενο τέλος σύμφωνα και με την
κανονιστική απόφαση του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου που προηγείται και μεταξύ
άλλων καθορίζει και τους κοινόχρηστους χώρους που καταρχήν δύνανται να
παραχωρηθούν. Οι ρυθμίσεις αυτές επαναλήφθηκαν στο άρθρο 13 του ν.δ. 3033/1954 «Περί των εσόδων των δήμων και κοινοτήτων»
(Α
258), οι οποίες περιελήφθησαν τελικώς στο άρθρο 13 του β.δ. της 19-12-1955/21-1-1956 «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων των δήμων και
κοινοτήτων» (Α
29). Με βάση το παραπάνω νομοθετικό πλαίσιο το Συμβούλιο της Επικρατείας με την
1451/11-7-1957 απόφασή του έκρινε ότι η υποχρέωση καταβολής τέλους για τη χρησιμοποίηση, διαρκώς ή προσκαίρως, των πεζοδρομίων, οδών, πλατειών και λοιπών κοινόχρηστων χώρων
των δήμων και κοινοτήτων δεν αφορούσε στη χρησιμοποίηση των χώρων αυτών από οργανισμούς
ή επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, η οποία ήταν αναγκαία για την πραγμάτωση του
επιδιωκόμενου κοινωφελούς σκοπού. Η επιβολή του τέλους αυτού αναφερόταν στις
περιπτώσεις της χρησιμοποίησης των πιο πάνω κοινόχρηστων χώρων από ιδιώτες ή
ιδιωτικές επιχειρήσεις και προς εξυπηρέτηση ιδίων συμφερόντων αυτών. Οι
οργανισμοί κοινής ωφέλειας, οι οποίοι από τη φύση τους έχουν σαν προορισμό την
εξυπηρέτηση αναγκών του συνόλου πολιτών, δεν μπορούσε να θεωρηθούν ότι
υπάγονταν στην υποχρέωση καταβολής τέλους που θεσπιζόταν με τις εν λόγω
διατάξεις, όταν προς επιτέλεση του προορισμού τους, κατ αναπόδραστη πραγματική ανάγκη, χρησιμοποιούσαν, διαρκώς ή προσκαίρως,
κοινόχρηστους χώρους. Ωστόσο, με το άρθρο 10 του ν.δ.
3777/1957 (Α
204/12-10-1957) ορίσθηκε ότι: «Η αληθής έννοια της παρ. 1 του άρθρ. 13 του απο 19.12.1955/21-1-1956 β.δ.
"περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων των
δήμων και κοινοτήτων" είναι ότι εις το τέλος του άρθρου τούτου λόγω
χρησιμοποιήσεως διαρκώς ή προσκαίρως των πεζοδρομίων, των οδών, των πλατειών,
των εν γένει κοινοχρήστων χώρων και του υπεδάφους αυτών υπόκεινται οι
χρησιμοποιούντες ταύτα κατόπιν αδείας της δημοτικής ή κοινοτικής αρχής -
επιφυλασσομένης της εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου της παρ. 5 του αυτού άρθρου
- ουχί δε και οι χρησιμοποιούντες ταύτα δυνάμει διατάξεως νόμου ή συμβάσεων
μετά του δημοσίου εφ` όσον αύται εκυρώθησαν διά νόμου
εις εκτέλεσιν των οποίων γίνεται χρήσις
των ως άνω δημοτικών ή κοινοτικών χώρων. [
]». Συνεπώς, διακρίθηκε η περίπτωση της κατάληψης του κοινόχρηστου χώρου μετά από χορήγηση άδειας της αρμόδιας δημοτικής αρχής από την κατάληψη δυνάμει νόμου ή συμβάσεως
με το δημόσιο κυρωθείσας δια νόμου και ορίστηκε ότι στην τελευταία περίπτωση δεν
οφείλεται το εν λόγω τέλος κατάληψης κοινοχρήστου χώρου. Οι παραπάνω δε
ρυθμίσεις σχετικά με τα τέλη χρήσης πεζοδρομίων, οδών, πλατειών και
κοινοχρήστων χώρων περιελήφθησαν στο άρθρο 13 του β.δ/τος της 24-9/20-10-1958 «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον Νόμου των
ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων» (Α
171). Ειδικότερα, στις παρ. 6 και 11 του άρθρου αυτού, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονταν ότι:
«6. Ο προτιθέμενος να χρησιμοποιήσει τους κοινόχρηστους χώρους ή το υπέδαφός
τους, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, υποβάλλει πριν από τη χρήση
σχετική αίτηση στον οικείο δήμο ή κοινότητα. Στην αίτηση αναγράφονται: (α) το
ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία του αιτούντος, το είδος και η διεύθυνση της
ασκούμενης επιχείρησης και (β) η θέση, η έκταση και το είδος του αιτούμενου
προς χρήση χώρου ως και η χρονική διάρκεια για την οποία αιτείται η παραχώρηση
της χρήσης αυτού. [
] 11. Ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της
κοινότητος χορηγεί την άδειαν χρήσεως κοινοχρήστου
δημοτικού ή κοινοτικού χώρου, [
], εις την οποίαν ορίζεται η τοποθεσία και έκτασις του παραχωρουμένου κατά χρήσις χώρου, το είδος και η διάρκεια της χρήσεως, ως και το τέλος, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά
αναλόγως των διατάξεων της παρ. 3». Στο ίδιο β.δ/γμα με το άρθρο 82 ορίσθηκε ότι: «1. Απαλλάσσονται από κάθε
δημοτικό ή κοινοτικό φόρο, τέλος, δικαίωμα και εισφορά: α) Το Ελληνικό Δημόσιο
[...] γ) εκείνοι οι οποίοι έχουν φορολογικές απαλλαγές από συμβάσεις που έχουν
συνάψει με το δημόσιο, εφόσον οι συμβάσεις αυτές κυρώθηκαν με νόμο και
αναφέρουν ρητά την απαλλαγή από δημοτικούς και κοινοτικούς φόρους, τέλη ,
δικαιώματα και εισφορές. 2. Από τα ανταποδοτικά τέλη, που επιβάλλουν οι δήμοι
και οι κοινότητες, δεν απαλλάσσονται αυτοί που αναγράφονται στις περ. β' και γ'
της προηγούμενης παραγράφου καθώς και το ελληνικό δημόσιο από το τέλος
ύδρευσης. [...]», με το δε άρθρο 94 ότι: «1. Πάσα διάταξις
γενική ή ειδική ρυθμίζουσα τα δια του παρόντος διεπόμενα θέματα καταργείται. 2.
[...]». Δυνάμει του άρθρου αυτού ακόμη και όσοι απαλλάσσονται από δημοτικούς
φόρους και τέλη στα πλαίσια δημοσίων συμβάσεων που έχουν κυρωθεί με νόμο, δεν
απαλλάσσονται από τα ανταποδοτικά δημοτικά τέλη, που εξαιρούνται ρητώς. Η
εξαίρεση αυτή διατηρήθηκε και μέτα την αντικατάσταση
του άρθρου 82 του εν λόγω β.δ/γματος
από το άρθρο 60 του ν. 1416/1984 (Α΄18). Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 9
του β.δ. της 24-9/20-10-1958, όπως αντικαταστάθηκε
από το άρθρο 3 του ν.δ. 703/1970 (Α
219) και το άρθρο 3 του ν. 1080/1980 (Α 246), για την απαλλαγή ειδικά από το ανταποδοτικό τέλος κοινοχρήστων χώρων (και υπεδάφους) αρκεί η συνδρομή των ακόλουθων δύο προϋποθέσεων: (α) η χρήση του κοινόχρηστου χώρου να γίνεται δυνάμει ειδικής διάταξης νόμου ή σε εκτέλεση συμβάσεως
με το δημόσιο που κυρώθηκε με νόμο και (β) να προβλέπεται ρητά στις διατάξεις
αυτές η απαλλαγή από το τέλος αυτό.
5. Επειδή, ειδικώς περί
του προστίμου αυθαίρετης χρήσεως κοινόχρηστων χώρων, το ως άνω άρθρο 13 του
Β.Δ/τος της 24-9/20-10-1958 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν.
1080/1980, ορίζει στην παράγραφο 8 όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά
την αντικατάστασή της με το άρθρο 26 παρ. 5 του Ν. 1828/1989 (Α΄ 20) και στη
συνέχεια με το άρθρο 6 του Ν. 1900/1990 (Α΄ 125): «Σε περίπτωση αυθαίρετης
χρήσης κοινοχρήστων χώρων, των οποίων έχει επιτραπεί η παραχώρηση της χρήσης,
καταλογίζεται σε βάρος του υποχρέου με απόφαση του
δημάρχου ή προέδρου της κοινότητας, εκτός από το αναλογούν τέλος και χρηματικό
πρόστιμο διπλάσιο προς το αναλογούν τέλος, ανεξάρτητα από το διάστημα της
αυθαίρετης χρήσης. Με όμοια απόφαση επιβάλλεται πρόστιμο, σε βάρος εκείνου που
κάνει αυθαίρετη χρήση του χώρου του οποίου η παραχώρηση της χρήσης δεν έχει
επιτραπεί, ίσο με το τριπλάσιο του μεγαλύτερου κατά τετραγωνικό μέτρο ποσού που
καθορίστηκε με απόφαση του οικείου συμβουλίου για τους χώρους για τους οποίους
έχει επιτραπεί η παραχώρηση της χρήσης. Η διαπίστωση της αυθαίρετης χρήσης
ενεργείται από το δήμο ή την κοινότητα ή την αστυνομική αρχή. [
]».
6. Επειδή, το τηλεφωνικό
δίκτυο της Χώρας με το άρθρο πρώτο του ν. 4547/1930 (Α
134) κατασκευάστηκε σύμφωνα με τη σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Κράτους και της εταιρείας «Siemens» με έδρα στο Βερολίνο «περί κατασκευής, συντηρήσεως και εκμεταλλεύσεως τηλεφωνικών εγκαταστάσεων
δια την αστικήν και προαστειακήν
συγκοινωνίαν της Ελλάδος» καθώς και τη συμπληρωματική
σύμβαση μεταξύ τους «περί κατασκευής, συντηρήσεως και εκμεταλλεύσεως του εν
Ελλάδι υπεραστικού δικτύου τηλεφώνων», οι όροι των οποίων απέκτησαν, δια της εν
λόγω κύρωσης, ισχύ διατάξεων νόμου, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο του ίδιου
νόμου. Στην πρώτη σύμβαση ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «ʼρθρον 1.
Σκοπός της Συμβάσεως. Σκοπός και αντικείμενον της
Συμβάσεως είναι: α) Η εν Ελλάδι ίδρυσις αστικών και προαστειακών τηλεφωνικών δικτύων νεωτάτου
συστήματος και μεγίστης αποδόσεως δια παραχωρήσεως προνομιακής Συμβάσεως εντός
των ορίων του άρθρου 4. β) Η κατασκευή, συντήρησις
και εκμετάλλευσις των εν λόγω δικτύων υπό του
Αναδόχου ή της δικαιοδόχου αυτού (πρβλ. άρθρ. 22) υπό
την αποκλειστικήν διεύθυνσιν
και διαχείρισιν αυτού [
] Η κατασκευή, συντήρησις και εκμετάλλευσις των δικτύων τούτων κηρύσσονται ως έργα δημοσίας ωφελείας. [
] ʼρθρον 2. Παραχώρησις και διάρκεια της προνομιακής Συμβάσεως. Το Κράτος
παραχωρεί εις τον Ανάδοχον το αποκλειστικόν
δικαίωμα της κατασκευής, συντηρήσεως και εκμεταλλεύσεως αστικών δικτύων (ήτοι
τηλεφωνικών κέντρων, εγκαταστάσεων των συνδρομητών, συμπεριλαμβανομένων των
δευτερευουσών τοιούτων και όλων των προσθέτων εγκαταστάσεων, τηλεφωνικών εγκαταστάσεων
κοινής χρήσεως και τηλεφωνικών γραμμών μεταξύ των τηλεφωνικών κέντρων και των
καθ έκαστον εγκαταστάσεων) [
] ʼρθρον 8. Τηλεφωνικαί εγκαταστάσεις κοινής χρήσεως. Ο Ανάδοχος υποχρεούται να εγκαταστήση, εφ όσον παρίσταται ανάγκη, εν τη υπό οικοδομών
περικλειομένη περιοχή του Δήμου, εν τω οποίω κείται
το τηλεφωνικόν κέντρον, τη εγκρίσει του Υπουργού Συγκοινωνίας, κοινής χρήσεως τηλεφωνικάς συσκευάς προς χρησιμοποίησιν επί πληρωμή των επί τούτω ωρισμένων τελών. Αι συσκευαί
αύται θα δύνανται να εγκαθίστανται είτε επί των οδών, των πλατειών ή εντός
δημοσίων, δημοτικών ή κοινοτικών κτιρίων είτε εντός καταστημάτων εν γένει
(περιλαμβανομένων των δημοσίων κέντρων). Εν ανάγκη, θέλουσι
κατασκευασθή ειδικοί τηλεφωνικοί θάλαμοι επί τη βάσει
συνεννοήσεως μεταξύ του Αναδόχου και των περί ων πρόκειται ιδιοκτητών. [
] ʼρθρον 13. Χρησιμοποίησις ιδιωτικής περιουσίας παρά του Αναδόχου. 1. Οι ιδιοκτήται ή οπωσδήποτε δικαιούχοι οιωνδήποτε αγροτικών ή αστικών κτημάτων υποχρεούνται να επιτρέπωσιν, άνευ δικαιώματος οιασδήποτε
αποζημιώσεως, πάσαν υπεράνω ή επί των κτημάτων αυτών ή υπό ταύτα εργασίαν, μετατροπήν ή οιανδήποτε
ενέργειαν, απαιτουμένην δια
την κατασκευήν, συντήρησιν, επισκευήν,
αντικατάστασιν, εκμετάλλευσιν
και επιτήρησιν των γραμμών και καλωδίων του Αναδόχου,
π.χ. την έμπηξιν στύλων, τοποθέτησιν
κιβωτίων δια τας συνδέσεις [
] και καλωδίων, την έμπηξιν υποστηριγμάτων (
), την κλάδευσιν δέντρων. [
] ʼρθρον 14. Χρησιμοποίησις κρατικής περιουσίας παρά του Αναδόχου. 1. [
]
2. Αι δημόσιαι οδοί και πάροδοι του Κράτους και των Δήμων ή
Κοινοτήτων, πεζοδρόμια, πλατείαι, αι κατά μήκος των
σιδηροδρομικών και τροχιοδρομικών γραμμών λωρίδες γης και το υπέδαφος των
γραμμών τούτων θα τεθώσιν εις την διάθεσιν
του Αναδόχου δια τας εν άρθρω 13 παραγρ.
1 εδαφ. 1 αναφερομένας εργασίας άνευ ουδεμιάς
υποχρεώσεως του Αναδόχου προς πληρωμήν αποζημιώσεως.
[
] ʼρθρον 22. Εκχώρησις εις Ανώνυμον Ελληνικήν Εταιρείαν. [
]
1. Τον Ανάδοχον υποκαθιστά εντός 6 μηνών από της κυρώσεως της Συμβάσεως είτε η εν Αθήναις Ανώνυμος Ελληνική Τηλεφωνική Εταιρεία
είτε άλλη τις συμφώνως προς τους εν Ελλάδι κειμένους νόμους υπό του Αναδόχου ιδρυθησομένη Ανώνυμος Εταιρεία εδρεύουσα εν Αθήναις (
). Ο Ανάδοχος μεταβιβάζει εις την Εταιρείαν ταύτην, άνευ καταβολής ανταλλάγματος προς αυτόν, τα εκ της Συμβάσεως απορρέοντα
δικαιώματα αυτού, της τοιαύτης μεταβιβάσεως εις ουδέν υποκειμένης
τέλος. Τα τω Αναδόχω παραχωρηθέντα δικαιώματα
μεταβιβάζονται εν τω συνόλω αυτών εις την Εταιρείαν.
[
]» (βλ. και άρθρο 13 συμπληρωματικής σύμβασης). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προκάτοχος
του ΟΤΕ Siemens και στη συνέχεια ΑΕΤΕ στα πλαίσια εκπλήρωσης της συμβατικής της
υποχρέωσης να κατασκευάσει το τηλεφωνικό δίκτυο της Χώρας μπορούσε να
χρησιμοποιεί κοινόχρηστους χώρους (και το υπέδαφος αυτών) χωρίς την υποχρέωση
να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση (το ίδιο εξάλλου προβλέφθηκε ακόμη και για
τη χρήση ιδιωτικών περιουσιών για τους ίδιους σκοπούς). Εξάλλου, με την ίδρυση
του ΟΤΕ με το ν.δ. 1049/1949 (Α
195) ως ανώνυμη εταιρεία ανήκουσα στο Κράτος (άρθρο 2) ορίστηκαν τα εξής:
Στο άρθρο 3 ότι: «1. Η εκμετάλλευσις του Ο.Τ.Ε.
περιλαμβάνει πάσας τας κατωτέρω αναφερομένας τηλεπικοινωνιακάς
υπηρεσίας: α) [
] β) Τας υπό της ΑΕΤΕ ασκουμένας τηλεφωνικάς υπηρεσίας περιερχομένας άμα τη θέσει εις ισχύν του παρόντος Νόμου εις το Κράτος μεθ όλων των συμπαρομαρτούντων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, προνομίων και καθηκόντων και μεταβιβαζομένας δια του παρόντος εις τον Ο.Τ.Ε.. Ο Ο.Τ.Ε. αποκτά κατά τον άνω χρόνον και δυνάμει του παρόντος Νόμου πλήρη κυριότητα εφ όλου του ενεργητικού και περιουσίας της Εταιρείας
υποκαθιστών αυτήν εις όλα τα δικαιώματα, προνόμια και εξουσίας και τας
αντιστοίχους υποχρεώσεις και καθήκοντα. [
]», στο άρθρο 11 ότι: «1. [
] 4. Ο Ο.Τ.Ε. ως επιχείρησις κοινής ωφελείας με αποκλειστικόν μέτοχον το Κράτος δεν υπόκειται εις φόρους, τέλη, δικαιώματα,
εισφοράς, κρατήσεις και εν γένει οιασδήποτε επιβαρύνσεις, υφιστάμενα ή εν τω μέλλοντι επιβληθησόμενα υπέρ του
Δημοσίου, Οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και παντός τρίτου. [
]
7. Αι διατάξεις πασών των άνω παραγράφων του παρόντος άρθρου είναι επικρατέστεραι πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως γενικών ή
ειδικών νόμων», στο δε άρθρο 31 ότι: «Πάσαι αι προϋπάρχουσαι διατάξεις Νόμων και Συμβάσεων αι αφορώσαι ζητήματα Τηλεπικοινωνίας και αντιβαίνουσαι
προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, καταργούνται δια του παρόντος». Συνεπώς,
ο ΟΤΕ λόγω της φύσεώς του ως κοινωφελούς επιχείρησης και λόγω του αμιγώς
κρατικού χαρακτήρα του είχε αρχικώς γενική φορολογική ατέλεια, η οποία
διατηρήθηκε όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τα τέλη που επιβάλλονται υπερ ΟΤΑ και μετά την κατάργηση του παραπάνω νδ/γματος
(εκτός από τα άρθρα 13, 22, 23 και 29 αυτού) από το άρθρο 57 παρ. 1 περ. α του
νδ/γματος 165/1973 (Α΄ 228), όπως ρητώς προβλέφθηκε στο άρθρο 53 παρ. 2 αυτού.
Ακολούθησε η ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ με το ν. 2167/1993 (Α
141/27-8-1993). Σύμφωνα με το άρθρο πρώτο του νόμου αυτού: «Ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε. ο οποίος ιδρύθηκε με το ν.δ.
1049/1949 (
) και του οποίου το καταστατικό αναμορφώθηκε με το ν.δ.
165/1973 (
), όπως ισχύει σήμερα, διέπεται εφεξής από τις
διατάξεις του παρόντος καταστατικού και του κωδ. ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε
ισχύει, χωρίς να μεταβάλλεται η νομική του προσωπικότητα και χωρίς να
αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του, ως ανώνυμης εταιρείας ασκούσας επιχείρηση
δημόσιας ωφέλειας», σύμφωνα δε με το άρθρο δεύτερο αυτού «1. [
]
3. α. Μέχρι την 31.12.2003 παραμένουν σε ισχύ οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 53 του ν.δ.
165/1973 (
), της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ.
578/1970 (
) και της παραγράφου 1 του άρθρου μόνου του α.ν.
351/1968 (
), καθώς και τα υφιστάμενα κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου προνόμια ή δικαιώματα απαλλοτριώσεως ακινήτων βάσει της παραγράφου 5 του άρθρου 52 του ν.δ.
165/1973 ή διανοίξεως υπόγειων συράγγων ή εκτελέσεως υπέργειων εργασιών που είναι αναγκαίες για την κατασκευή,
συντήρηση, επισκευή ή εκμετάλλευση του Δημοσίου Τηλεπικοινωνιακού Δικτύου και
των Δικτύων του Ο.Τ.Ε.». Ακολούθως, κατά μεν το άρθρο πρώτο του Ν. 2257/1994:
«Ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ, ο οποίος ιδρύθηκε με το ΝΔ 1049/1949
[
] και του οποίου το καταστατικό αναμορφώθηκε με το Ν. 2167/1993 [
] διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του παρόντος [
] και του κωδ. Ν. 2190/1920, χωρίς να μεταβάλλεται η νομική του προσωπικότητα και χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του, ως ανώνυμης εταιρείας
που ασκεί επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας», κατά το άρθρο δε 2: «Σκοπός της
εταιρείας είναι η άσκηση των ακόλουθων δραστηριοτήτων: α) η εγκατάσταση,
λειτουργία εκμετάλλευση, διαχείριση και ανάπτυξη κάθε είδους τηλεπικοινωνιακής
υποδομής, καθώς και της δημόσιας τηλεπικοινωνιακής υποδοχής [
] β) η παροχή, ανάπτυξη, εκμετάλλευση και διαχείριση τοπικών, εθνικών και διεθνών τηλεπικοινωνιακών και συναφών προς αυτές υπηρεσιών [
] γ) η ανάπτυξη, εγκατάσταση, εκμετάλλευση των πάσης φύσεως υπηρεσιών κινητής και σταθερής επικοινωνίας [
]», κατά το άρθρο 7:
«1. Σε οποιαδήποτε περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου επί του εκάστοτε κεφαλαίου της εταιρείας δεν δύναται να είναι κατώτερη του 51% των μετά ψήφου μετοχών της εταιρείας [
]» και κατά το άρθρο δεύτερο: «1. [
]
17. Παραμένουν σε ισχύ οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 53 του Ν.Δ/τος 165/1973 [
]
20. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος νόμου, οι οποίες προβλέπουν διαφορετική ρύθμιση ή διατήρηση της ισχύος διατάξεων του Ν. 2167/1993 [
] οι διατάξεις του νόμου αυτού
καταργούνται από τη δημοσίευση του παρόντος. Ομοίως καταργείται από τη
δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε άλλη διάταξη, η οποία είναι αντίθετη με τις
διατάξεις του παρόντος νόμου». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι και μετά την
ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ διατηρήθηκε η απαλλαγή του από δημοτικά τέλη, καθώς και
τα προνόμιά του που σχετίζονται με εκτέλεση υπόγειων εργασιών απαραίτητων για
την κατασκευή και τη συντήρηση των τηλεπικοινωνιακών δικτύων του Δημοσίου και
του ΟΤΕ με την επισήμανση ότι παρά το γεγονός ότι η διατήρηση των εν λόγω
προνομίων και απαλλαγών αρχικά προβλέφθηκε ότι θα ισχύσει μέχρι 31.12.2003
(σύμφωνα με το άρθρο Δεύτερο παρ. 3 περ. α του ν. 2167/1993), ακολούθως με το
άρθρο Δεύτερο παρ. 17 ν. 2257/1994 απαλείφθηκε ο παραπάνω χρονικός περιορισμός
ισχύος των απαλλαγών αυτών.
7. Επειδή, εξάλλου με την
απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας 2958/2011 7μελ. (σχετ.
και η ΣτΕ 3570/2011) επισημάνθηκε καταρχάς ότι στην
απόφαση ΣτΕ 1451/1957 (βλ. σκέψη 4) ναι μεν κρίθηκε
ότι ο Ο.Τ.Ε., στον οποίο είχε ανατεθεί η εγκατάσταση και εκμετάλλευση των
αστικών και προαστειακών τηλεφωνικών δικτύων της
χώρας, ασκώντας, ως εκ του προορισμού του, λειτουργία κοινής χρήσης και
ωφέλειας, δεν υπαγόταν στην υποχρέωση καταβολής τελών για την από αυτόν και
προς επιτέλεση της λειτουργίας του αυτής, χρησιμοποίηση των πεζοδρομίων, οδών,
πλατειών και λοιπών κοινόχρηστων χώρων, αλλά η κρίση αυτή διατυπώθηκε κατ εφαρμογή του προϊσχύσαντος καθεστώτος υπό την ισχύ της διατάξεως του άρθρου 13 του ν.δ. 3033/1954,
σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 4547/1930 και του ν.δ/γματος 1049/1949. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι από τις διατάξεις
του άρθρου 13 του β.δ. της 24-9/20-10-1958, όπως
αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 1080/1980, και ιδίως από την παρ. 9 αυτού (που
επαναλαμβάνει, όπως αρχικά η παρ. 2 του άρθρου 13 του β.δ.
της 24-9/20-10-1958 και -μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 του ν.δ. 703/1970- η παρ. 5 αυτού, την προμνημονευθείσα
ρύθμιση του άρθρου 10 του ν.δ. 3777/1957), η
υποχρέωση καταβολής τέλους για τη χρησιμοποίηση, διαρκώς ή προσκαίρως, των
πεζοδρομίων, οδών, πλατειών και λοιπών κοινοχρήστων χώρων των δήμων και
κοινοτήτων που θεσπίζεται με το άρθρο αυτό (13 του β.δ.
της 24-9/20-10-1958), αφορά κατ αρχήν και στη χρησιμοποίηση των χώρων αυτών από τον Ο.Τ.Ε., ο οποίος δεν εξαιρείται της εν λόγω υποχρέωσης εκ μόνης της φύσεως και
του σκοπού του (όπως πριν από τη θέσπιση του άρθρου 10 του ν.δ.
3777/1957) αλλά απαλλάσσεται μόνον υπό τις προϋποθέσεις της εν λόγω παρ. 9,
ήτοι εφ όσον χρησιμοποιεί τους χώρους αυτούς δυνάμει και σε εκτέλεση ειδικής διάταξης νόμου ή σύμβασης με το Δημόσιο
που κυρώθηκε με νόμο, και εφ όσον η απαλλαγή από το τέλος προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 και 14 παρ. 2 της σύμβασης που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4547/1930, στενά ερμηνευόμενων
εν όψει του σκοπού τους, συνήχθη ότι υπέρ των προαναφερθεισών αναδόχου
«Siemens» και της δικαιοδόχου της Α.Ε.Τ.Ε., στη θέση των οποίων υπεισήλθε
ακολούθως ο Ο.Τ.Ε., σύμφωνα με την ειδική -έναντι του άρθρου 11 του ν.δ. 1049/1949- πρόβλεψη του άρθρου 3 του ίδιου ν.δ., επί χρησιμοποιήσεως «ιδιωτικής» και «κρατικής»
περιουσίας, θεσπίσθηκε απαλλαγή από κάθε υποχρέωση «αποζημιώσεως», ως τέτοιας
νοούμενης και της υποχρέωσης καταβολής τελών κοινοχρήστων χώρων, για ενέργειες
απαιτούμενες, μεταξύ άλλων, για τη συντήρηση, επισκευή, αντικατάσταση,
εκμετάλλευση και επιτήρηση των γραμμών και καλωδίων. Εξάλλου, με την εν λόγω
απόφαση 2958/2011 7μελ. κρίθηκε ακόμη ότι ναι μεν το άρθρο 3 του ν.δ. 1049/1949 καταργήθηκε, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 57
παρ. 1 περ. α του ν.δ. 165/1973, πλην η πιο πάνω
απαλλαγή διατηρήθηκε με το άρθρο 53 παρ. 2 του ν.δ.
165/1973, στη συνέχεια δε και με το άρθρο δεύτερο παρ. 3 περ. α του ν.
2167/1993 (και ακολούθως με το άρθρο δεύτερο παρ. 17 του ν. 2257/1994). Με το
παραπάνω δε σκεπτικό κρίθηκε ότι ο Ο.Τ.Ε. δεν υπόκειται σε τέλος για τη
χρησιμοποίηση, διαρκώς ή προσκαίρως, των πεζοδρομίων, οδών, πλατειών και λοιπών
κοινοχρήστων χώρων των δήμων και κοινοτήτων (όπως είναι το υπέδαφος) που
θεσπίζεται με το άρθρο 13 του β.δ. της
24-9/20-10-1958, για ενέργειες, όπως, μεταξύ άλλων, η συντήρηση, επισκευή,
αντικατάσταση, εκμετάλλευση και επιτήρηση των γραμμών και καλωδίων, καθ όσον, σύμφωνα με την παρ. 9 του εν λόγω άρθρου, απαλλάσσεται από αυτό δυνάμει των άρθρων 13 παρ. 1 και 14 παρ. 2 της προμνημονευθείσας
σύμβασης που κυρώθηκε με νόμο. Όσον αφορά δε τις διατάξεις των παρ. 4 και 7 του
άρθρου 11 του ν.δ. 1049/1949 (με το οποίο ιδρύθηκε ο
ΟΤΕ) και εκείνες των παρ. 1 περ. γ και 4 του άρθρου 82 του β.δ.
της 24-9/20-10-1958 κρίθηκε ότι αυτές δεν είναι εφαρμοστέες για την απαλλαγή
του ΟΤΕ από τα τέλη αυτά. Ειδικότερα, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι
διατάξεις των παρ. 4 και 7 του άρθρου 11 του ν.δ.
1049/1949, γιατί με αυτές ο Ο.Τ.Ε. απαλλασσόταν μόνο από φόρους, όχι όμως και
από ανταποδοτικά τέλη (ΣτΕ 1401/1957, 661, 667,
952/1958, 430/1959, 2410/1962), όπως τα ένδικα (ΣτΕ
3540/1981, 140/1989), τούτο δε ανεξαρτήτως της κατάργησης της παρ. 4 του άρθρου
11 με τα άρθρα 65 και 78 του ν.δ. 3033/1954 (Α
258) (ΣτΕ
3272/1980, 529/1982, 1728/1985). Περαιτέρω,
εφ όσον, από τα ανταποδοτικά τέλη δεν απαλλάσσονται, κατά τη σαφή και ρητή διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 82 του β.δ. της 24-9/20-10-1958, αυτοί που αναγράφονται στην περίπτωση γ΄ της προηγούμενης παραγράφου 1 αυτού, δηλαδή εκείνοι οι οποίοι έχουν φορολογικές απαλλαγές
από συμβάσεις που έχουν συνάψει με το Δημόσιο, η διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1
περ. γ δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής. Εξάλλου, εφ όσον η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του Ο.Τ.Ε. χωρεί δυνάμει της παρ. 9 του άρθρου 13 του β.δ. της 24-9/20-10- 1958, δεν
ασκεί επιρροή η παρ. 4 του άρθρου 82 του β.δ. της
24-9/20-10-1958 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 60 του ν. 1416/1984) που προέβλεψε
την κατάργηση ειδικών απαλλακτικών διατάξεων, όχι όμως εκείνης της εν λόγω παρ.
9 του άρθρου 13 του ίδιου β.δ/τος
(όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 1080/1980) (πρβλ.
ΣτΕ 3581/1971).
8. Επειδή, ωστόσο, με
σειρά οδηγιών (βλ. ιδίως οδηγίες 90/338/ΕΟΚ, 91/263/ΕΟΚ, 92/44/ΕΟΚ, 94/46/ΕΚ,
95/51/ΕΚ, 97/51/ΕΚ, 97/33/ΕΚ, 97/43/ΕΚ 98/10/ΕΚ και τον κανονισμό
2887/2000/ΕΚ), προωθήθηκε η απελευθέρωση της τηλεπικοινωνιακής αγοράς στον
ανταγωνισμό, η οποία ολοκληρώθηκε, κατ αρχήν, την 1η Ιανουαρίου 1998
και ειδικά στην Ελλάδα από 1ης Ιανουαρίου
2001 με καθυστέρηση τριών ετών (σχετ. η απόφαση
97/607/ΕΚ της Επιτροπής της 18.6.1997 για τις
πρόσθετες μεταβατικές περιόδους που ζητήθηκαν για την εφαρμογή της οδηγίας
90/388/ΕΟΚ αναφορικά με το πλήρες άνοιγμα των αγορών τηλεπικοινωνιών στον
ανταγωνισμό, L 245). Σε εναρμόνιση με την παραπάνω κοινοτική νομοθεσία
ψηφίστηκε ο νόμος 2867/2000 (Α΄273), ο οποίος, σύμφωνα με την αιτιολογική του
έκθεση, αποσκοπεί στον εκσυγχρονισμό του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, στην
απελευθέρωση και ανάπτυξη του τομέα των τηλεπικοινωνιών, στην πλήρη εναρμόνιση
της ελληνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο, καθώς και στην αποτελεσματική
προστασία του χρήστη. Στα πλαίσια αυτά, ο νόμος δίνει δικαιώματα αλλά επιβάλλει
και συγκεκριμένες υποχρεώσεις σε όλες τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται
στην αγορά των τηλεπικοινωνιών, έτσι ώστε να διασφαλιστεί η διασύνδεση των
τηλεπικοινωνιακών δικτύων και η διαλειτουργικότητα
των υπηρεσιών, προϋποθέσεις απαραίτητες για την ανάπτυξη της αγοράς.
Ειδικότερα, με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2867/2000, η κατ αποκλειστικότητα εγκατάσταση, λειτουργία και εκμετάλλευση του σταθερού
Δημόσιου Τηλεπικοινωνιακού Δικτύου και η παροχή Φωνητικής Τηλεφωνίας από τον
Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ Α.Ε.) έληξε την 31.12.2000. Σύμφωνα δε
με την παρ. 2 του άρθρου 13 του νόμου αυτού: «2. Ο Ο.Τ.Ε. Α.Ε. είναι υπόχρεος
για την παροχή της Καθολικής Υπηρεσίας και των ελάχιστων Μισθωμένων Γραμμών,
κατά τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας έως 31.12.2001 [στο σημείο αυτό
αναφέρεται ότι παρά την πρόβλεψή αυτή στο νόμο με διαδοχικές Υπουργικές
Αποφάσεις ο ΟΤΕ εξακολούθησε να ορίζεται ως Υπόχρεος Παροχής Καθολικής
Υπηρεσίας με τελευταία την υπ αρ.
367/46 (Β΄22/17.01.2006) που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 και μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών ορισμού Παρόχου Καθολικής Υπηρεσίας με βάση τον προς ψήφιση νέο νόμο περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών]. Ειδικά,
για τον Ο.Τ.Ε. και για το χρονικό διάστημα έως 31.12.2001, ως Καθολική Υπηρεσία
καθορίζεται: η πρόσβαση στο σταθερό δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο [
]». Επίσης, στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι: «Οι διατάξεις του παρόντος νόμου διέπουν τις κάθε είδους
τηλεπικοινωνιακές δραστηριότητες, οι οποίες αναπτύσσονται εντός της Ελληνικής
Επικράτειας από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. 2. Η άσκηση
τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων είναι ελεύθερη κατά τις διατάξεις της κείμενης
νομοθεσίας. Ως τηλεπικοινωνιακές δραστηριότητες νοούνται: α) η εγκατάσταση,
λειτουργία, διαχείριση και εκμετάλλευση των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, β) η
παροχή πάσης φύσεως τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών [
] 4. [
]
6. Το Κράτος, δια των νομίμων οργάνων του και η Εθνική Επιτροπή
Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) [
] φροντίζουν ώστε η άσκηση των τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων να γίνεται με βάση τις αρχές της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης και της αποφυγής διακρίσεων μεταξύ τηλεπικοινωνιακών
επιχειρήσεων, καθώς και για την πλήρωση των ουσιωδών απαιτήσεων του άρθρου 2
του παρόντος, στο άρθρο 2 ότι: «Για την εφαρμογή του νόμου αυτού οι ακόλουθοι
όροι έχουν την έννοια που τους αποδίδεται παρακάτω: «ʼδεια»,
η άδεια με την οποία οι επιχειρήσεις επιτρέπεται να παρέχουν τηλεπικοινωνιακές
υπηρεσίες ή και να εγκαθιστούν ή και να λειτουργούν ή και να εκμεταλλεύονται
δίκτυα παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών [
] «Δημόσιο Τηλεπικοινωνιακό Δίκτυο», το Τηλεπικοινωνιακό Δίκτυο που χρησιμοποιείται, εν όλω ή εν μέρει, για την παροχή Τηλεπικοινωνιακών Υπηρεσιών
στο κοινό [
] «Ειδική ʼδεια», η άδεια που προβλέπεται από το άρθρο 6 του παρόντος [
] «Καθολική Υπηρεσία», προκαθορισμένο ελάχιστο σύνολο Τηλεπικοινωνιακών Υπηρεσιών συγκεκριμένης ποιότητας, [
] «Πάροχος Τηλεπικοινωνιακών Υπηρεσιών», η τηλεπικοινωνιακή Επιχείρηση που παρέχει τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες [
] «Τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες», οι υπηρεσίες που συνίστανται [
] στη δρομολόγηση, επεξεργασία ή και μετάδοση σημάτων σε τηλεπικοινωνιακά
δίκτυα. «Τηλεπικοινωνιακός Οργανισμός», η τηλεπικοινωνιακή επιχείρηση που
εγκαθιστά, λειτουργεί, διαχειρίζεται ή και εκμεταλλεύεται δημόσια
τηλεπικοινωνιακά δίκτυα [
] και παρέχει τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες [
]», στο άρθρο 5 ότι: «Υπό την επιφύλαξη των περιπτώσεων για τις
οποίες απαιτείται η έκδοση ειδικής αδείας κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του παρόντος,
η άσκηση οποιασδήποτε τηλεπικοινωνιακής δραστηριότητας τελεί υπό καθεστώς
Γενικής ʼδειας [
]», στο άρθρο 6 ότι: «1. Ειδικές ʼδειες εκδίδονται από την Ε.Ε.Τ.Τ. για τις ακόλουθες
δραστηριότητες: α. Για την εγκατάσταση Τηλεπικοινωνιακών Δικτύων για τα οποία
απαιτείται η πρόσβαση ή και διέλευση σε ή και μέσω δημοσίων πραγμάτων ή και
κοινοχρήστων χώρων ή και ιδιοκτησιών τρίτων [
] 9. Ειδικές άδειες που είναι σε ισχύ και των οποίων
οι όροι αντίκεινται στις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, τροποποιούνται με
απόφαση της ΕΕΤΤ[
]», στο άρθρο 8 ότι: «1. [
] Τηλεπικοινωνιακοί Οργανισμοί οφείλουν να διασφαλίζουν Παροχή Ανοικτού Δικτύου, ανεξαρτήτως της χρησιμοποιούμενης υποδομής, αντί
ευλόγου τιμήματος και εφαρμόζοντας της αρχές της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας,
της αποφυγής διακρίσεων, της ισότητας στην πρόσβαση και προσφέροντας την ίδια
ποιότητα υπηρεσίας με αυτήν που προσφέρουν οι ίδιοι [
]
4. Κάθε Τηλεπικοινωνιακός Οργανισμός που
επιθυμεί να ασκήσει δραστηριότητες για τις οποίες έχει εκδοθεί Ειδική ʼδεια
δύναται να ζητήσει την πρόσβαση ή και διέλευση των δικτύων του και λοιπών
υποδομών σε δημόσια πράγματα και κοινόχρηστους χώρους ή διαμέσου αυτών, εφόσον
δεν καθίσταται εφικτή η παροχή των συγκεκριμένων τηλεπικοινωνιακών
δραστηριοτήτων με άλλο, λιγότερο επαχθή, τρόπο. Στην περίπτωση αυτή ο αρμόδιος
φορέας υποχρεούται να απαντήσει εντός δώδεκα (12) εβδομάδων από την παραλαβή
της σχετικής πλήρους αίτησης από τον ενδιαφερόμενο. Αν παρέλθει άπρακτη η
προθεσμία αυτή, η άδεια πρόσβασης ή /και διέλευσης θα τεκμαίρεται ότι
χορηγήθηκε αυτοδίκαια. Οι αρμόδιοι φορείς δεν δύνανται να αρνούνται τη χορήγηση
της σχετικής άδειας πρόσβασης ή διέλευσης, δύνανται όμως να θέσουν
προϋποθέσεις, οι οποίες όμως δεν θα αναιρούν ουσιωδώς τη χρησιμότητα της
άδειας, εκτός εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ενδεχόμενη δε άρνηση θα πρέπει να
αιτιολογείται ειδικά, και μόνο για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, της
δημόσιας υγείας και των αρχαιολογικών τόπων. Οι Τηλεπικοινωνιακοί Οργανισμοί
της παρούσας παραγράφου δικαιούνται, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και
έναντι εύλογης αποζημίωσης, τη σύσταση προσωπικής δουλείας σε βάρος ακινήτων
ιδιωτών, όταν αυτό είναι απαραίτητο για την τοποθέτηση ή /και διέλευση ή/και
συντήρηση και επισκευή των δικτύων και εγκαταστάσεών τους, υπό την προυπόθεση της εφαρμογής των διατάξεων της κείμενης
νομοθεσίας για την ασφαλή εγκατάσταση δικτύων και λοιπών υποδομών. Οι διατάξεις
των άρθρων 1003 επ. του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται
για την περίπτωση διευκόλυνσης της κατασκευής, εγκατάστασης ή επισκευής των
δικτύων, των έργων υποδομής κ.λπ. των Τηλεπικοινωνιακών Οργανισμών της
παραγράφου αυτής. 5. Κάθε Τηλεπικοινωνιακός Οργανισμός δικαιούται να παράσχει
καθολική υπηρεσία [
]» και στο άρθρο 16 ότι: «Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου
2001, πλην των άρθρων 4, 10, 14 και 15, η ισχύς των οποίων αρχίζει από την δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Σύμφωνα δε με την υπ αριθμ.
229/26/14.9./2001 (Β 1303/9.10.2001) απόφαση της ΕΕΤΤ «Τροποποίηση του Π.Δ.
437/1995 ΄Εκδοση Ειδικής Αδειας για την Εγκατάσταση, Ανάπτυξη, Λειτουργία και Εκμετάλλευση Τηλεπικοινωνιακών Δικτύων και την ΄Ασκηση άλλων Τηλεπικοινωνιακών Δραστηριοτήτων από τον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε.
(ΟΤΕ Α.Ε.), ο ΟΤΕ ως ανώνυμη εταιρεία με βασικό μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο (με ποσοστό
41,759%, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 της απόφασης αυτής) από της θέσεως σε ισχύ του ν. 2867/2000 «λειτουργεί σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού με όλες τις
λοιπές τηλεπικοινωνιακές επιχειρήσεις, χωρίς να διατηρεί οποιοδήποτε αποκλειστικό
δικαίωμα και χωρίς να δικαιολογείται οποιαδήποτε διακριτική μεταχείριση υπέρ ή
κατ αυτού» (άρθρο 2 παρ. 2 α), όπως όλες οι τηλεπικοινωνιακές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται
στην ελληνική επικράτεια υποχρεούται να εφαρμόζει τη νομοθεσία, η οποία διέπει
τις τηλεπικοινωνίες και δεν του αναγνωρίζονται επί πλέον δικαιώματα ή
υποχρεώσεις (άρθρο 2 παρ. 2 β), «[
] έχει υποχρέωση καθολικής υπηρεσίας μόνο στην έκταση που ορίζεται στο
παρόν και μόνο σε σχέση με τις υπηρεσίες που ορίζονται στο παρόν και υπό τους
όρους που προσδιορίζονται στο παρόν. Κατά τα λοιπά η δραστηριοποίησή του και η
παροχή των υπηρεσιών του δεν διέπονται από την αρχή της καθολικότητας.» (άρθρο
2 παρ. 2 γ) και «υπόκειται σε ισότιμη μεταχείριση με όλες τις τηλεπικοινωνιακές
επιχειρήσεις, σύμφωνα με [...] την κείμενη νομοθεσία (άρθρο 2 παρ. 2 δ).
Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 7 του
άρθρου 2 της παραπάνω απόφασης της ΕΕΤΤ: «Ο κάτοχος της αδείας υποχρεούται,
πέραν αυτής, να λάβει όλες τις διοικητικές άδειες, εξουσιοδοτήσεις ή εγκρίσεις,
οι οποίες απαιτούνται για την εγκατάσταση του δικτύου, το οποίο αποτελεί
αντικείμενο της χορηγούμενης δια της παρούσας αδείας, σύμφωνα με την κείμενη
νομοθεσία [
]»,
ενώ ειδικότερα για το ζήτημα των δικαιωμάτων διέλευσης στο άρθρο 8 της απόφασης
αυτής ορίζεται ότι: «Ο κάτοχος αδείας για την ανάπτυξη του δικτύου, σύμφωνα με
τους όρους της παρούσας, έχει τα δικαιώματα διέλευσης τα οποία περιγράφονται
στο άρθρο 8 παρ. 4 του Ν. 2867/2000 [
] Στην έκταση που έχει δεσπόζουσα θέση, ο Κάτοχος της Αδειας υποχρεούται να παρέχει σε άλλες τηλεπικοινωνιακές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη συγκεκριμένη ή άμεσα γειτονικές και επηρεαζόμενες αγορές, τα ίδια δικαιώματα διέλευσης, χρήσης και συνεγκατάστασης που παρέχει στις εταιρείες του ίδιου ομίλου
ή συνεργάτες του, στην έκταση που η άρνηση θα αποτελούσε κατάχρηση της
δεσπόζουσας θέσης του Κάτοχου Αδειας. Διατάξεις νόμων
που τυχόν παραχωρούν στον κάτοχο αδείας ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα
διέλευσης ή και προκαλούν διακριτική μεταχείριση του κατόχου της αδείας
καταργήθηκαν δια του Ν. 2867/2000, ως αντικείμενα προς τις διατάξεις του νόμου
αυτού», στο δε άρθρο 29 ότι: «α) Ο κάτοχος της αδείας αναλαμβάνει όλες τις
υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, οι οποίες τυχόν του επιβάλλονται σύμφωνα με
την κείμενη νομοθεσία, β) ο κάτοχος της αδείας είναι υπόχρεος για την παροχή
καθολικής υπηρεσίας και των ελαχίστων μισθωμένων γραμμών κατά τις διατάξεις της
κείμενης νομοθεσίας έως 31.12.2001, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 2 του Ν.
2867/2000 [
]» και τέλος στο άρθρο 43 παρ. 5 ότι «η ισχύς της παρούσης αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» (δηλαδή από 9 Οκτωβρίου 2001). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τα προνόμια του προσφεύγοντος
ως (πρώην) μονοπωλιακού τηλεπικοινωνιακού φορέα (μεταξύ των οποίων και η
απαλλαγή του από τα επίδικα δημοτικά τέλη) που του αναγνωρίζονταν δυνάμει της
αρχικής σύμβασης συναφθείσας μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρείας Siemens κυρωθείσας με το άρθρο πρώτο του ν. 4547/1930 και
τα οποία είχαν διατηρηθεί με την αλληλουχία των διατάξεων που παρατέθηκαν στις
προηγούμενες σκέψεις (με τελευταία αυτή του άρθρου δεύτερου παρ. 17 του ν.
2257/1994) δεν ισχύουν πλέον στα πλαίσια της απελευθέρωσης της αγοράς
τηλεπικοινωνιών στον ανταγωνισμό ήδη από 1.1.2001, ήτοι από την ημερομηνία
έναρξης του ν. 2867/2000, σε κάθε δε περίπτωση από 9.10.2001, ήτοι από την
ημερομηνία έναρξης της ως άνω υπ αριθμ.
229/26/14.9./2001 απόφασης της ΕΕΤΤ που τροποποίησε την
Ειδική ʼδεια
του ΟΤΕ (ήτοι το ΠΔ/γμα 437/1995)] και ρητώς προέβλεψε την κατάργησή τους (σχετ. η ΣτΕ 3828/2014 σκέψη 20).
Εξάλλου, μετά τη δημοσίευση του ν. 2867/2000, το δικαίωμα του ΟΤΕ να
χρησιμοποιεί καταρχήν τους κοινόχρηστους δημοτικούς χώρους και το υπέδαφος
αυτών δεν απορρέει πλέον από την κυρωθείσα με το ν. 4547/1930 σύμβαση (στην οποία προβλεπόταν και
η σχετική απαλλαγή του), αλλά από το άρθρο 8 παρ. 4 του νόμου αυτού κατόπιν
χορήγησης της προβλεπόμενης ειδικής άδειας μετά από υποβολή σχετικής αιτήσεως,
διαδικασία η οποία εφαρμόζεται για όλους τους τηλεπικοινωνιακούς οργανισμούς.
Σκοπός του άρθρου αυτού, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν ήταν η εξαντλητική ρύθμιση
του ζητήματος χρήσης των κοινόχρηστων χώρων, αλλά η θέσπιση μιας ενιαίας,
διαφανούς διαδικασίας αδειοδότησης που θα ισχύει για
όλους όσους δραστηριοποιούνται στην αγορά τηλεπικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένου
του ΟΤΕ, σε όλη τη Χώρα. ʼλλωστε, με τη διάταξη αυτή
του ν. 2867/2000 δεν καταργήθηκε ρητά το παραπάνω άρθρο 13 του β.δ. της 24-9/20-10-1958, κατά το μέρος που δίνει τη
δυνατότητα στους Δήμους που εγκρίνουν την κατάληψη κοινόχρηστου χώρου (και
υπεδάφους) να επιβάλουν το αντίστοιχο τέλος. Συνεπώς, εξακολουθεί να οφείλεται
τέλος και πρόστιμο (σε περίπτωση αυθαίρετης, ήτοι χωρίς άδεια, κατάληψης κοινόχρηστου
χώρου) από όλους τους φορείς της τηλεπικοινωνιακής αγοράς, καταργούμενης κάθε
διακριτικής μεταχείρισης του ΟΤΕ, όπως προκύπτει και από το παραπάνω άρθρο 8
παρ. 4 της Ειδικής ʼδειας του ΟΤΕ.
9. Επειδή, ήδη από την 25η
Ιουλίου 2003 τα δίκτυα και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών διέπονται
κατά βάση από μια σειρά οδηγιών που αλληλοσυμπληρώνονται: την οδηγία 2002/21/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Μαρτίου 2002 «σχετικά με
κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών»
(οδηγία πλαίσιο, L 108), την οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και
του Συμβουλίου της 7ης Μαρτίου 2002 «για την αδειοδότηση
δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών» (οδηγία για την αδειοδότηση, L 108), την οδηγία 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Μαρτίου 2002 «σχετικά με την πρόσβαση
σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με την
διασύνδεσή τους» (οδηγία για την πρόσβαση, L 108), την οδηγία 2002/22/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Μαρτίου 2002 «για την
καθολική υπηρεσία
» (οδηγία καθολικής υπηρεσίας, L 108) καθώς και την οδηγία 2002/77ΕΚ της Επιτροπής της 16ης Σεπτεμβρίου
2002 «σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και
υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών» (L 249). Με την οδηγία 2002/21/ΕΚ (οδηγία
πλαίσιο) θεσπίζεται ένα εναρμονισμένο πλαίσιο για την ρύθμιση «υπηρεσιών
ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών
και συναφών υπηρεσιών», τίθενται οι όροι για την εναρμονισμένη εφαρμογή του
πλαισίου αυτού και καθορίζονται οι αρμοδιότητες των εθνικών κανονιστικών αρχών
(άρθρο 1 παρ. 1). Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 22 του προοιμίου της εν λόγω
οδηγίας: «Θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι υπάρχουν διαδικασίες για την παροχή
δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών, οι οποίες είναι έγκαιρες, αμερόληπτες και
διαφανείς, ώστε να εγγυώνται όρους θεμιτού και αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Η
παρούσα οδηγία δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις που διέπουν την απαλλοτρίωση ή
τη χρήση ακινήτων, τη συνήθη άσκηση των δικαιωμάτων κυριότητας, τη συνήθη χρήση
της δημόσιας περιουσίας, ή την αρχή της ουδετερότητας όσον αφορά τους ισχύοντες
στα κράτη μέλη κανόνες, οι οποίοι διέπουν το καθεστώς κυριότητας». Το άρθρο 11
παρ. 1 της οδηγίας αυτής, τιτλοφορούμενο «Δικαιώματα διέλευσης» προβλέπει
«αίτηση για την παραχώρηση δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών επί, υπεράνω ή
υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου σε επιχείρηση στην οποία επιτρέπεται να
παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών» και ορίζει ότι κατά την εξέταση τέτοιας
αιτήσεως «η αρμόδια αρχή ενεργεί βάσει διαφανών και προσιτών στο κοινό
διαδικασιών που εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις και χωρίς καθυστέρηση, και
ακολουθεί τις αρχές της διαφάνειας και της αμεροληψίας κατά τον καθορισμό των
προϋποθέσεων για τα δικαιώματα αυτά. [
]». Εξάλλου, στο άρθρο 8 ορίζεται ότι: «1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση των κανονιστικών καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τις ειδικές οδηγίες, οι εθνικές
κανονιστικές αρχές λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο που στοχεύει στην επίτευξη των
στόχων των παραγράφων 2, 3 και 4. [
]. 2. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές προάγουν τον ανταγωνισμό στην παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών
ευκολιών και υπηρεσιών [
]. 3. [
] 4. [
]». Περαιτέρω, η οδηγία
2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση) ορίζει, στο άρθρο 4, ότι οι επιχειρήσεις που κατέχουν γενική άδεια δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν το δικαίωμα «να
εξετάζεται η αίτησή τους για τα απαιτούμενα δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών
σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (Οδηγία Πλαίσιο)», στο
άρθρο 12 ότι οι διοικητικές επιβαρύνσεις στις επιχειρήσεις που παρέχουν δίκτυο
ή υπηρεσία βάσει γενικής αδείας ή στις οποίες έχει χορηγηθεί δικαίωμα χρήσης
μπορούν να καλύπτουν μόνον τις διοικητικές δαπάνες που θα προκύψουν από την
διαχείριση, τον έλεγχο και την επιβολή του συστήματος γενικών αδειών και των
δικαιωμάτων χρήσης και των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 6
παράγραφος 2 της ίδιας οδηγίας, στο δε άρθρο 13, το οποίο τιτλοφορείται «Τέλη
για δικαιώματα χρήσης και δικαιώματα εγκατάστασης διευκολύνσεων», προβλέπονται
τα εξής: «Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να επιβάλει
τέλη για δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών ή δικαιώματα εγκατάστασης
διευκολύνσεων υπεράνω ή υποκάτω, δημοσίου ή ιδιωτικού ακινήτου, τα οποία
αντανακλούν την ανάγκη διασφάλισης της βέλτιστης χρήσης των πόρων αυτών αυτών. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω τέλη είναι
αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά προς τον επιδιωκόμενο σκοπό
και λαμβάνουν υπόψη τους στόχους του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ». Η οδηγία
για την πρόσβαση εναρμονίζει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη ρυθμίζουν την
πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και σε συναφείς ευκολίες,
επισημαίνοντας στην τρίτη αιτιολογική της σκέψη ότι «Ενας
φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να έχει στην κυριότητά του το βασικό δίκτυο ή τις
βασικές ευκολίες ή να μισθώνει μέρος ή το σύνολο αυτών». Ο όρος πρόσβαση καλύπτει, για τους σκοπούς των οδηγιών του 2002, «την πρόσβαση σε στοιχεία του δικτύου και συναφείς ευκολίες, που μπορούν να αφορούν και τη σύνδεση εξοπλισμού διά σταθερών ή μη σταθερών μέσων (αυτό περιλαμβάνει [
]
την πρόσβαση στο τοπικό βρόχο και σε ευκολίες και υπηρεσίες απαραίτητες για την
παροχή υπηρεσιών μέσω τοπικού βρόχου), την πρόσβαση σε υλική υποδομή, που
περιλαμβάνει κτίρια, σωλήνες και ιστούς, την πρόσβαση σε σταθερά και κινητά
δίκτυα, ιδίως για περιαγωγή [
]» (άρθρο 2 στοιχ. α΄της οδηγίας για την πρόσβαση). Τέλος, στο άρθρο 2 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες ορίζεται ότι: «Τα κράτη μέλη δεν χορηγούν ή διατηρούν σε ισχύ αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα για τη δημιουργία ή/και τη
λειτουργία δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή για την παροχή διαθέσιμων στο
κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών». Οι διατάξεις των ανωτέρω οδηγιών
μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 3431/2006 «Περί Ηλεκτρονικών
Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 13), που καθόρισε το πλαίσιο παροχής
δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών
ευκολιών και συναφών υπηρεσιών εντός της Χώρας. Στο άρθρο 2 του νόμου αυτού
δίνονται, για τους σκοπούς του, οι ακόλουθοι, μεταξύ άλλων, ορισμοί: «Εθνική Ρυθμιστική Αρχή: η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.)», «Τέλη διέλευσης: τα τέλη που επιβάλλονται εφάπαξ για τις εργασίες κατασκευής ή επεκτάσεως υποδομής δικτύου» και «Τέλη χρήσεως δικαιώματος διέλευσης: τα τέλη, που καταβάλλονται περιοδικά ως αντιστάθμισμα για την, εκ μέρους του κυρίου της υποδομής δικτύου, άσκηση του δικαιώματος διέλευσης» και στο άρθρο 6 προβλέπεται ότι η ρύθμιση και η εποπτεία της αγοράς των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ασκούνται από την ΕΕΤΤ (με
την επιφύλαξη των κατ άρθρο 4 αρμοδιοτήτων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών), η οποία αποτελεί την Εθνική Ρυθμιστική Αρχή (NRA) σε θέματα παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών και συναφών υπηρεσιών και είναι
ανεξάρτητη διοικητική αρχή που απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτελείας, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 3 της οδηγίας -
πλαισίου. Περαιτέρω, στο άρθρο 29 του ιδίου νόμου και υπό τον τίτλο «Δικαιώματα
διέλευσης» ορίσθηκαν τα εξής: «1. Οι πάροχοι δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών
επικοινωνιών έχουν δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών επί, υπέρ ή υπό χώρων, που
ανήκουν στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ, σε ιδιώτες ή είναι κοινόχρηστοι [
]
2. Οι δημόσιες αρχές, που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση δικαιωμάτων διέλευσης σε παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ακολουθούν
διαδικασίες οι οποίες διέπονται από τις αρχές της αμεροληψίας, της διαφάνειας,
της ταχείας και άμεσης εξυπηρέτησης των διοικουμένων, με σκοπό τη διευκόλυνση
της διενέργειας επενδύσεων για τη δημιουργία δικτυακής υποδομής. [
]
3. [
]
4. [
] η Ε.Ε.Τ.Τ. προβαίνει σε δημόσια διαβούλευση, σύμφωνα με το άρθρο 17, ώστε να εισηγείται στον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών τις ειδικές διαδικασίες για τη παραχώρηση δικαιωμάτων διέλευσης, και να εκδίδεται κοινή
υπουργική απόφαση από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών και τους
συναρμόδιους Υπουργούς, με την οποία καθορίζονται οι διαδικασίες αυτές, ο
τρόπος καταβολής των τελών, οι δικαιούχοι είσπραξης αυτών και κάθε άλλη σχετική
λεπτομέρεια. 5. [
] 6. [
] Με κανονισμό που εκδίδεται από την Ε.Ε.Τ.Τ. καθορίζονται τα τέλη διέλευσης και χρήσης δικαιωμάτων διέλευσης, καθώς και το ύψος των εγγυήσεων καλής εκτέλεσης των εργασιών για όλη την Ελλάδα, κατόπιν διενέργειας δημόσιας διαβούλευσης, σύμφωνα με το άρθρο 17. Ο καθορισμός των τελών
διέπεται από αντικειμενικότητα, διαφάνεια, αμεροληψία και αναλογικότητα προς
τον επιδιωκόμενο σκοπό. Το ύψος των τελών πρέπει να μην καθιστά οικονομικά
ασύμφορη τη διενέργεια της επένδυσης. 7. [
] 11. Πέραν της υποχρέωσης καταβολής τελών
διέλευσης και τελών χρήσης δικαιωμάτων διέλευσης, ο πάροχος
δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν υπέχει υποχρέωση καταβολής άλλου
σχετικού, με τα ανωτέρω, τέλους. 12. [
]». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού: «Για πρώτη φορά προβλέπεται [με το
άρθρο 29] η έκδοση ενός κανονισμού, που θα ορίζει ενιαία για όλη τη χώρα τη
διαδικασία υποβολής αιτήσεως και χορήγησης δικαιωμάτων διέλευσης, καθώς και ο
τρόπος υπολογισμών των σχετικών τελών. Επίσης, με τη θέσπιση των τελών
διέλευσης και τελών χρήσης δικαιωμάτων διέλευσης καταργείται κάθε άλλο σχετικό
τέλος (π.χ. τέλη κατάληψης πεζοδρομίου, εκσκαφής, καθαριότητας, υπεδάφους
κ.λπ.)». Κατ επίκληση της ως άνω εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 6 του άρθρου 29 του ν. 3431/2006, εκδόθηκε η υπ αριθμ. 528/075/23.6.2009 απόφαση (Κανονισμός) της ΕΕΤΤ «Κανονισμός Καθορισμού των Τελών Διέλευσης, των Τελών Χρήσης Δικαιωμάτων Διέλευσης και του ύψους των Εγγυήσεων Καλής Εκτέλεσης των Εργασιών Διέλευσης για όλη την Ελλάδα, [...]» (ΦΕΚ Β΄1375/10.7.2009), όπως τροποποποιήθηκε στη συνέχεια από το άρθρο 13 της εκδοθείσης
υπ αριθμ. 725/23/4.1.2012 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εσωτερικών - Οικονομικών,- Εθνικής Αμυνας- Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής- Υποδομών,
Μεταφορών και Δικτύων - Προστασίας του Πολίτη - Πολιτισμού και Τουρισμού
«Διαδικασία χορήγησης Δικαιωμάτων Διέλευσης Δικτύων Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών»
(ΦΕΚ Β΄5) και εξακολουθεί να ισχύει και υπό την ισχύ του ν. 4070/2012 που, με
την παρ. 2 α΄ του άρθρου 80 κατάργησε τον ν. 3431/2006, εφ όσον ο νεότερος αυτός νόμος στο άρθρο 79 παρ.6 ορίζει ότι παραμένουν εν ισχύϊ προγενέστερες αποφάσεις της ΕΕΤΤ στο μέτρο που δεν αντιβαίνουν με τις διατάξεις του. Με τον Κανονισμό αυτό καθορίστηκε η μέθοδος
υπολογισμού των τελών διέλευσης, των τελών χρήσεως δικαιωμάτων διέλευσης και το
ύψος των εγγυήσεων καλής εκτέλεσης των εργασιών για όλη την Ελλάδα (άρθρο 1 παρ.
1) σε συμφωνία με τα κριτήρια και τον σκοπό της εξουσιοδοτικής διατάξεως και
κατ επέκταση του άρθρου 13 της οδηγίας
2002/20/ΕΚ για την αδειοδότηση (όπως κρίθηκε με τις
αποφάσεις υπ αρ. 3828/2014 και 3829/2014 7μελούς συνθέσεως του Συμβουλίου Επικρατείας). Ειδικότερα, προβλέφθηκε, όπως προβλέπει, κατά τα προεκτεθέντα, και ο εξουσιοδοτικός νόμος 3431/2006, ένα εφάπαξ τέλος διέλευσης για την εγκατάσταση των υποδομών και ένα περιοδικό τέλος χρήσεως δικαιωμάτων διέλευσης επί των εγκατεστημένων διευκολύνσεων. Σύμφωνα δε με την τελική-μεταβατική διάταξη του άρθρου 8 του Κανονισμού: «1. Τέλη χρήσης δικαιωμάτων διέλευσης
καταβάλλονται από 1.1.2010 και εφεξής, εκτός εάν άλλως ορίζεται στην κείμενη
νομοθεσία, όπως σε ήδη εκδοθείσες, από τις αρμόδιες αρχές, αποφάσεις χορήγησης
δικαιωμάτων διέλευσης, οι οποίες εξεδόθησαν οπωσδήποτε μετά την θέση σε ισχύ
του ν. 3431/2006.»
10. Επειδή, από τα
στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Στις 12.1.2007 οι αρμόδιοι
υπάλληλοι του καθ ου Δήμου (Ι. Μαυρομάτης και Απ. Στρούμπος) διενήργησαν επιτόπιο έλεγχο στο Πάρκο Νέας Ελβετίας (οδός Υψηλάντου) και διαπίστωσαν αυθαίρετη χρήση
κοινόχρηστου χώρου από την προσφεύγουσα εταιρεία με χρήση υπεδάφους.
Συνακόλουθα, με την υπ αρ.
436/24.1.2007 απόφαση του Αντιδημάρχου Θεσσαλονίκης αποφασίσθηκε η βεβαίωση σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας τέλους και προστίμου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του β.δ.
από 24-9/20.10.1958, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε συνδυασμό με την υπ αρ. 2395/2005 κανονιστική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Θεσσαλονίκης που καθόρισε τους συντελεστές των τελών χρήσης υπεδάφους για το έτος 2006. Στην
απόφαση αυτή αναφέρεται και η υπ αρ.
3333/63/11.1.2007 αίτηση του ΟΤΕ προς τον καθ ου Δήμο, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 4 α΄ ν.
2867/2000, για τη χορήγηση άδειας διέλευσης-χρήσης υπεδάφους στην παραπάνω οδό προκειμένου να επεκτείνει
το υπάρχον δίκτυό του για την ικανοποίηση αιτήσεων συνδέσεως πελατών του.
Ειδικότερα, επιβλήθηκε σε βάρος του τέλος αυθαίρετης χρήσης κοινόχρηστου χώρου
ύψους 161,46 ευρώ και αντίστοιχο πρόστιμο υπολογισθέν στο διπλάσιο του παραπάνω
τέλους, ήτοι ποσό 322,92 ευρώ. Σχετικά με τον υπολογισμό των παραπάνω ποσών
υπάρχει μεταξύ των στοιχείων του φακέλου το με ημερομηνία 12.1.2007 έγγραφο του
Τμήματος Εκτέλεσης Έργων της Δ/νσης Οδοποϊίας του καθ ου, σύμφωνα με το οποίο το μήκος της εγκατάστασης, για την οποία επιβλήθηκε το επίδικο
τέλος στην παραπάνω οδό ήταν, κατ εκτίμηση του Δήμου με βάση τα σκαριφήματα του ΟΤΕ (και όχι τα λεπτομερή σχέδια τα οποία αν και ζητήθηκαν δεν απεστάλησαν), 13 μέτρα οδόστρωμα και 60 μέτρα πεζοδρόμιο, συνολικά δε τα αντίστοιχα κυβικά μέτρα υπεδάφους
υπολογίστηκαν σε 0,1242. Τα παραπάνω ποσά δυνάμει της ως άνω απόφασης του
Αντιδημάρχου Θεσσαλονίκης βεβαιώθηκαν με την υπ αρ. Ι/15/07
εγγραφή στους φορολογικούς καταλόγους του καθ ου Δήμου και στις 20.2.2007 επιδόθηκε στην προσφεύγουσα απόσπασμα βεβαιωτικού
καταλόγου της εν λόγω φορολογικής εγγραφής. Επίσης, στις 1.7.2008 βεβαιώθηκε
ταμειακά λόγω άσκησης της κρινόμενης προσφυγής ποσοστό 40% των κατά τα ανωτέρω
καταλογισθέντων ποσών, ήτοι ποσό 193,76 ευρώ. Για την καταβολή του ποσού αυτού
κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα σχετική ατομική ειδοποίηση, ενώ από το
διπλότυπο εισπράξεως με αριθμό 208089137 της ταμειακής υπηρεσίας του καθ ου Δήμου οικονομικού έτους 2008 προκύπτει ότι το ποσό αυτό πληρώθηκε από την προσφεύγουσα στις 19.8.2008, μαζί με άλλες βεβαιωμένες
οφειλές της. Ήδη με την κρινόμενη προσφυγή, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το δικόγραφο
προσθέτων λόγων που κατατέθηκε στις 19.2.2016 και επιδόθηκε στον καθ ου στις
23.2.2016 (σχετ. η με αρ. 1991/23.2.2016 έκθεση επίδοσης), ζητείται η ακύρωση
των παραπάνω πράξεων και η επιστροφή ως αχρεωστήτως
καταβληθέντος του ποσού των 193,75 ευρώ. Αντιθέτως, ο καθ ου Δήμος με το υπόμνημα που κατέθεσε στις 26.9.2016 ζητά την απόρριψη της κρινόμενης προσφυγής και των προσθέτων λόγων.
11. Επειδή, ο προσφεύγων
Οργανισμός ισχυρίζεται καταρχάς ότι το επίδικο τέλος επιβλήθηκε δυνάμει της γενικής
διάταξης του άρθρου 13 του από 24-9/20-10-1958 ΒΔ/γματος,
ενώ θα έπρεπε να εφαρμοστεί το άρθρο 8 παρ. 4 α΄ του ν. 2867/2000, σύμφωνα με
το οποίο καθιερώνεται το δικαίωμα των τηλεπικοινωνιακών οργανισμών να
χρησιμοποιούν με ειδική άδεια τους εν γένει κοινόχρηστους χώρους για την
εγκατάσταση, επέκταση ή επισκευή των δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων τους
χωρίς να προβλέπεται η επιβολή σχετικού ανταποδοτικού τέλους είτε ευθέως, είτε
κατά νομοθετική εξουσιοδότηση, είτε κατά παραπομπή σε άλλες ειδικές διατάξεις
παραχωρήσεως ειδικών δικαιωμάτων χρήσεως παρά μόνο η χορήγηση εύλογης
αποζημίωσης για την εγκατάσταση δικτύων και λοιπών υποδομών σε ιδιωτικά
ακίνητα. Ωστόσο, ο λόγος αυτός, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 8 είναι
απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθώς, αφενός μεν ούτε
το άρθρο 8 παρ. 4 ούτε κάποια άλλη διάταξη του νόμου αυτού περιέχει ρητή
πρόβλεψη περί απαλλαγής του προσφεύγοντος και γενικά όλων των τηλεπικοινωνιακών
επιχειρήσεων από τα τέλη κοινοχρήστων χώρων (πρβλ. ΣτΕ 3570-3571/2011 7μελ.), αφετέρου δε το άρθρο 13 του από
24-9/20-10-1958 βδ/γματος δεν έχει καταργηθεί. Περαιτέρω, ο προσφεύγων
Οργανισμός ισχυρίζεται ότι σε κάθε περίπτωση ισχύει η απαλλαγή του από τα
επίδικα τέλη (και το επίδικο πρόστιμο) ενόψει του ότι αποτελεί επιχείρηση κοινής
ωφέλειας επιφορτισμένη με την παροχή «καθολικής υπηρεσίας», αλλά και δυνάμει
της διάταξης του άρθρου δεύτερου παρ. 17 του ν. 2257/1994, σύμφωνα με το οποίο
διατηρήθηκε σε ισχύ (χωρίς χρονικό περιορισμό) το απαλλακτικό καθεστώς του ΟΤΕ.
Αντιθέτως, ο καθ΄ου Δήμος στο υπόμνημά του
υποστηρίζει ότι μετά την ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ δεν ισχύει πλέον η απαλλαγή του
από τα δημοτικά και κοινοτικά τέλη, η οποία σε κάθε περίπτωση έληξε στις
31.12.2003. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας καταρχάς υπόψη ότι δυνάμει του άρθρου 13
παρ. 1 του νόμου 2867/2000 από 1.1.2001 έληξε η κατ αποκλειστικότητα εγκατάσταση, λειτουργία και εκμετάλλευση του σταθερού τηλεφωνικού δικτύου από τον προσφεύγοντα Οργανισμό, ενώ εξάλλου στο
άρθρο 8 παρ. 3 της υπ αρ.
229/26/14.9.2001 απόφασης της ΕΕΤΤ που τροποποίησε την ειδική άδεια του ΟΤΕ ρητώς αναφέρεται ότι τυχόν διατάξεις που προκαλούν διακριτική μεταχείρισή του σε σχέση με τους λοιπούς παρόχους τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών
καταργήθηκαν με το νόμο αυτό, κρίνει ότι κατά το επίδικο έτος (2007) δεν ίσχυε
πλέον η απαλλαγή του προσφεύγοντος από τα δημοτικά τέλη κοινοχρήστων χώρων
σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 9 του
ΒΔ/γματος της 24-9/20-10-1958, η οποία ανάγονταν στην αρχική σύμβαση που
είχε συναφθεί με τη Siemens και είχε κυρωθεί με το ν. 4547/1930, αποδεχόμενο,
αν και με διαφορετική αιτιολογία, τον σχετικό ισχυρισμό του καθ ου περί κατάργησης της απαλλαγής του προσφεύγοντος. Τα παραπάνω δε συνάδουν με την απελευθέρωση της τηλεπικοινωνιακής αγοράς
στον ανταγωνισμό που θεσπίστηκε με το νόμο 2867/2000 στα πλαίσια της
εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας στις αντίστοιχες κοινοτικές οδηγίες.
Ομοίως είναι απορριπτέος και ο επιμέρους συναφής ισχυρισμός του προσφεύγοντος
περί απαλλαγής του λόγω του κοινωφελούς χαρακτήρα του και ειδικότερα λόγω της
παροχής καθολικής υπηρεσίας, ανεξαρτήτως του αν πράγματι ο ΟΤΕ μπορεί να χαρακτηριστεί κοινωφελής επιχείρηση, καθώς όπως έγινε δεκτό στη σκέψη 4, ήδη μετά τη θέσπιση του άρθρου 10 του ν.δ.
3777/1957 οι απαλλαγές του ΟΤΕ δεν στηρίζονταν στον κοινωφελή χαρακτήρα
του. Επίσης, με τους κατά τα ανωτέρω
νομίμως κατατεθέντες και επιδοθέντες πρόσθετους
λόγους ο προσφεύγων Οργανισμός επικαλείται το πακέτο κοινοτικών οδηγιών για τα
ηλεκτρονικά δίκτυα και τις επικοινωνίες που παρατέθηκαν παραπάνω στη σκέψη 9,
μεταξύ των οποίων και η Οδηγία 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση)
[στο άρθρο 13 της οποίας προβλέφθηκαν τα τέλη για δικαιώματα χρήσης και
δικαιώματα εγκατάστασης διευκολύνσεων], καθώς επίσης και την ελληνική νομοθεσία
που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση των παραπάνω Οδηγιών, ήτοι το ν. 3431/2006 σε
συνδυασμό με τον Κανονισμό της ΕΕΤΤ που εκδόθηκε κατ εξουσιοδότηση του άρθρου 29 παρ. 6 του παραπάνω νόμου και καθόρισε τον τρόπο υπολογισμού των τελών διέλευσης με έναρξη εφαρμογής
την 1.1.2010, προκειμένου να ισχυριστεί ότι τα εν λόγω τέλη διέλευσης οφείλονται μόνο από την παραπάνω ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του Κανονισμού και όχι νωρίτερα και ότι η επιβολή τους αποκλείει εφεξής την επιβολή οποιουδήποτε άλλου
τέλους, όπως είναι τα επίδικα, καθώς αυτό θα συνιστούσε διπλή φορολόγηση και σε
κάθε περίπτωση απαγορεύεται ρητά από τις παραπάνω διατάξεις. Επικαλείται δε
συναφώς και την αμετάκλητη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών υπ αρ. 620/2015. Ωστόσο, ο παραπάνω
ισχυρισμός κατά το μέρος που αναφέρεται στην απαγόρευση επιβολής των επίδικων
τελών παράλληλα με τα τέλη διέλευσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη πραγματική προϋπόθεση, καθώς τα επίδικα τέλη που αφορούσαν το οικονομικό έτος 2007
[ήτοι χρονικό διάσημα πριν την
ημερομηνία έναρξης επιβολής των τελών διέλευσης από 1.1.2010 σύμφωνα με το προπαρατεθέν στη σκέψη 9 άρθρο 8 της υπ αριθμ. 528/075/23.6.2009 απόφασης (Κανονισμού) της ΕΕΤΤ)] επιβλήθηκαν χωρίς να έχουν
επιβληθεί παράλληλα και τέλη διέλευσης. Κατά το μέρος δε που με τον ισχυρισμό
αυτό υπολαμβάνεται ότι ακόμη και για το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη
εφαρμογής του παραπάνω Κανονισμού η παρέχουσα τη σχετική νομοθετική
εξουσιοδότηση διάταξη του άρθρου 29 παρ. 11 ν. 3431/2006 απέκλειε την επιβολή
άλλων τελών πλην των τελών διέλευσης για τους παρόχους
δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών η κρίση του Δικαστηρίου είναι ότι αυτός
επίσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, καθώς η
διάταξη αυτή δεν μπορούσε άμεσα να εφαρμοστεί χωρίς την έκδοση του παραπάνω
Κανονισμού, όπως βασίμως ισχυρίζεται ο καθ ου Δήμος στο υπόμνημά του, ενώ σε κάθε περίπτωση όταν εκδόθηκε ο εν λόγω Κανονισμός δεν προβλέφθηκε ότι έχει αναδρομική ισχύ. Συνεπώς, απορριπτομένων όλων των προβληθέντων
ισχυρισμών του προσφεύγοντος, νομίμως κατά την κρίση του Δικαστηρίου επιβλήθηκε
σε βάρος του το επίδικο δημοτικό τέλος (και πρόστιμο) κοινοχρήστων χώρων.
12. Επειδή, κατ ακολουθίαν των ανωτέρω, μη προβαλλόμενου κάποιου άλλου ισχυρισμού, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη προσφυγή και
οι πρόσθετοι λόγοι που τη συμπληρώνουν. Συνακόλουθα, το μεν νομίμως
προσκομισθέν παράβολο ύψους 100 ευρώ πρέπει να καταπέσει υπερ
του Ελληνικού Δημοσίου, το δε παράβολο ύψους 9,69 ευρώ που καταβλήθηκε χωρίς να
υπάρχει κατά νόμο σχετική υποχρέωση πρέπει να αποδοθεί στην προσφεύγουσα
εταιρεία (άρθρο 277 παρ. 9 και 11 ΚΔΔικ). Τέλος, κατ εκτίμηση των περιστάσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα εταιρεία πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα του καθ ου (άρθρο 275 παρ. 7 ε΄ ΚΔΔικ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την προσφυγή
και τους πρόσθετους λόγους.
Διατάσσει την απόδοση στην
προσφεύγουσα εταιρεία του καταβληθέντος παραβόλου ύψους εννέα ευρώ και εξήντα
εννέα λεπτών (9,69) ευρώ.
Διατάσσει την κατάπτωση υπερ
του Ελληνικού Δημοσίου του καταβληθέντος παραβόλου ύψους εκατό (100) ευρώ.
Απαλλάσσει την
προσφεύγουσα από τα δικαστικά έξοδα του καθ ου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε
στη Θεσσαλονίκη και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο
του Δικαστηρίου τούτου στις 31.3.2017.
H ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ