ΕφΠειρ 167/2017

Έλεγχος αποφάσεων Πειθαρχικών Συμβουλίων από τα Πολιτικά Δικαστήρια -.

 

Αναγνώριση ακυρότητας αποφάσεως Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Αναγνώριση ακυρότητας αποφάσεως Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Αναγνώριση ακυρότητας της επιβληθείσας ποινής με τις ανωτέρω πειθαρχικές αποφάσεις. Η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας των πειθαρχικών αποφάσεων, ως λόγος ακύρωσής τους.

 

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμ. 167/2017

 

 

.... Η απόφαση των αρμοδίων Πειθαρχικών Συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρεώσεως του εργοδότη απέναντι στους εργαζόμενους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας και τον κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών Δικαστηρίων αναφορικά με τη νομιμότητά της, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με το νόμο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε προβλέπεται από τον κανονισμό κι αν είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος ή αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ’ υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή και τον σκοπό στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ ( ΑΠ 78/2013, ΑΠ 199/2008, ΑΠ 1690/2006, ΑΠ 1567/2006, ΕφΘεσσαλ 1443/2014). Εξάλλου, η αγωγή του εργαζόμενου για την ακύρωση της πειθαρχικής απόφασης στρέφεται πάντοτε κατά του εργοδότη, ανεξάρτητα από το όργανο, που του επέβαλε την πειθαρχική ποινή (ΑΠ 78/2013). Σύμφωνα με το νόμο 2669/1998 (ΦΕΚ Α΄ 283/18-12-1998) «Οργάνωση και λειτουργία των ………. στην περιοχή……………», μεταξύ άλλων, διαλαμβάνονται διατάξεις αναφορικά με τον πειθαρχικό έλεγχο των εργαζομένων στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία …………, καθορίζονται τα Πειθαρχικά Συμβούλια, Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια, τα πειθαρχικά παραπτώματα και οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται, με την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας, στο απασχολούμενο προσωπικό του. Η απόφαση των Πειθαρχικών Συμβουλίων, τα οποία είναι όργανα της εργοδότριας ….. ΑΕ, πρέπει, κατά το άρθρο τριακοστό πέμπτο παρ.2 του ως άνω νόμου, να είναι έγγραφη, αιτιολογημένη, και σύμφωνα με την παρ. 3 του ως άνω άρθρου, πρέπει να εκδίδεται  εγγράφως και να αναγράφεται σε αυτή α) ο τόπος και ο χρόνος έκδοσης, β) ο τίτλος του πειθαρχικού οργάνου, που εκδίκασε την υπόθεση, γ) το αποδιδόμενο πειθαρχικό αδίκημα, ο χρόνος και ο τόπος της διάπραξής του, δ) η ύπαρξη ή όχι απολογίας και προφορικής υποστήριξης, ε) η ομόφωνη ή κατά πλειοψηφία λήψη απόφασης και στ) η αθώωση του εργαζομένου ή η επιβαλλόμενη ποινή. Η ως άνω απόφαση υπόκειται στον έλεγχο των τακτικών  πολιτικών Δικαστηρίων, ως προς την ουσιαστική κρίση, αλλά μόνο αν αυτή, υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατ’ άρθρο 281 του ΑΚ, όπως όταν κρίθηκε ο μισθωτός πειθαρχικά τιμωρητέος και επιβλήθηκε συγκεκριμένη πειθαρχική ποινή κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν οι πιο πάνω αρχές.

 

            Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος Π.Σ. του Ν. (η εναγόμενη δεν ζήτησε την εξέταση μάρτυρά της) που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και περιέχεται (η κατάθεση) στα ταυτάριθμα  με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, με σαφή επίκληση του περιεχομένου τους, και ο εφεσίβλητος (πρβλ. ΑΠ 224/2016) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, [ σε μερικά από τα οποία (έγγραφα) γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης ], αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο ενάγων προσλήφθηκε κατά το έτος …. από την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έκτοτε προσφέρει τις υπηρεσίες του σ’ αυτήν (εναγόμενη) με την ειδικότητα του οδηγού ………………., εκτελώντας για ικανό χρονικό διάστημα, το δρομολόγιο ……………………. . Την …/…/…  προσκλήθηκε, εγγράφως, από την εναγόμενη, σε απολογία για τις υπηρεσιακές παραβάσεις (τα πειθαρχικά παραπτώματα) που του αποδόθηκαν ότι έλαβαν χώρα την …/…/…, όταν οδηγούσε το υπ’ αρ. κυκλοφορίας ………………  στην ανωτέρω ……… γραμμή και εργαζόμενος κατά τη βάρδια 18 : 10 - 01 : 15, κατά την εκτέλεση του δρομολογίου, με ώρα αναχώρησης 22 : 55 από την αφετηρία. Ειδικότερα, αποδόθηκε στον ενάγοντα ότι οδηγούσε επικίνδυνα, ότι μιλούσε συνεχώς στο κινητό του τηλέφωνο και ότι επιδείκνυε συμπεριφορά ανάρμοστη για υπάλληλο της εναγομένης. Η κλήση αυτή προς απολογία έλαβε χώρα κατόπιν της υπ’ αρ. …………… καταγγελίας της (επιβάτιδας) Α. Π. Της καταγγελίας αυτής σε βάρος του ενάγοντος επιλήφθηκε το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της εναγομένης, στο οποίο παραπέμφθηκε ο ενάγων και, το οποίο, βάσει του υπ’ αρ. …/…/……. πρακτικού και με την υπ’ αρ. …/…/… απόφασή του, αντίγραφο του αποσπάσματος της οποίας προσκομίζεται, επέβαλε στον ενάγοντα την πειθαρχική ποινή της επίπληξης, βάσει του άρθρου 30 περ. Α-1 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (της εναγομένης), με την αιτιολογία «Διότι στις …/…/… εργαζόμενος στην ………, κατά την πραγματοποίηση του δρομολογίου της 22.55΄ ώρας από Αφετηρία οδηγούσε επικίνδυνα και μιλούσε συνεχώς στο κινητό του τηλέφωνο». Κατά της αποφάσεως αυτής, ο ενάγων άσκησε εμπρόθεσμα την από …/…/… έφεσή του. Η συζήτηση της εφέσεως προσδιορίστηκε για την …/…/…, οπότε αναβλήθηκε, κατόπιν εισήγησης του προέδρου του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου της εναγομένης, σε χρόνο μετά το …….., για το λόγο ότι εκκρεμεί έκδοση δικαστικής αποφάσεως, εφόσον ο ενάγων υπέβαλε έγκληση, την …/…/…, σε βάρος της ανωτέρω καταγγέλλουσας, με την οποία (ο ενάγων) αποδίδει στην καταγγέλλουσα ότι τέλεσε, σε βάρος του, τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 του ΠΚ) και της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 του ΠΚ). Ακολούθως, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της εναγομένης, όπως προκύπτει από το απόσπασμα τελεσίδικης απόφασης …/…/… αυτού (Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου) στην συνεδρίαση της …/…/…  απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και επικύρωσε την παρά του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, με την ως άνω …/…/…απόφαση, επιβληθείσα ποινή (επίπληξη), ως καλώς επιβληθείσα. Ειδικότερα, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της εναγομένης, σύμφωνα με το από …/…/… απόσπασμα πρακτικού της …/… συνεδρίασής του, λαμβάνοντας την υπ’ αρ. …/…  απόφαση, κατά πλειοψηφία, επικύρωσε την ποινή της επίπληξης που επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, μειοψηφούντος του εκπροσώπου των εργαζομένων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, έκρινε ότι δεν φαίνεται να μπορεί να στοιχειοθετηθεί κάποιος λόγος με βάση τον οποίο να θεμελιώνεται παραβίαση των ορίων που τάσσει η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, εφόσον δεν αποδείχθηκε, σε καμία περίπτωση, ότι η εναγομένη, διαμέσου των Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικών Συμβουλίων της, ενήργησε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως με την επιβολή στον ενάγοντα των ποινών αυτών. Η κρίση αυτή του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν προσβάλλεται με λόγο έφεσης ή αντέφεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ανωτέρω και τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη της παρούσας, οι αποφάσεις αμφοτέρων των Πειθαρχικών Συμβουλίων, πάσχουν ως προς την αιτιολόγησή τους. Ειδικότερα, ενώ απαιτείται να υπάρχει, στην ίδια την απόφαση, ειδική αιτιολογία στα θέματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της πειθαρχικής διαδικασίας, [ η οποία (αιτιολογία) δεν μπορεί να συμπληρωθεί από το περιεχόμενο εγγράφων, πολύ περισσότερο όταν αυτά (έγγραφα) δεν μνημονεύονται στην απόφαση αυτή και δεν συνάγεται από αυτή (απόφαση) ότι συνεκτιμήθηκαν για την έκδοση αυτής ], η αιτιολογία, εν προκειμένω, στην πρωτοβάθμια απόφαση, εξαντλείται στα κάτωθι: «Διότι στις …/…/… εργαζόμενος στην……………….. κατά την πραγματοποίηση του δρομολογίου της 22.55΄ ώρας από Αφετηρία οδηγούσε επικίνδυνα και μιλούσε συνεχώς στο κινητό του τηλέφωνο». Ειδικότερα, δεν υπάρχει, εν προκειμένω, η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, εφόσον δεν παρατίθεται κανένας συλλογισμός θεμελιούμενος σε συγκεκριμένα ρητά μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, [ όπως σε κατάθεση μάρτυρα ειδικά, στην προφορική ανάπτυξη της απολογίας του ενάγοντος  κατά την ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου διαδικασία, στην έγγραφη καταγγελία της επιβάτιδας και σε άλλα έγγραφα ], βάσει του οποίου οποιοσδήποτε να μπορεί να αντιληφθεί ότι πράγματι έχουν τελεστεί τα ανωτέρω πειθαρχικά παραπτώματα από τον ενάγοντα. Εξάλλου δεν εξειδικεύεται ο όρος «οδηγούσε επικίνδυνα» εφόσον και πάλι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να προσδιορίζει σε τι ακριβώς συνίσταται η επικίνδυνη οδήγηση, ώστε τόσο ο ενάγων - πειθαρχικά διωκόμενος, όσο και, αντίστοιχα, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο να μπορούν να ελέγξουν την ορθότητα της υπαγωγής των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών στην έννοια του επικίνδυνου, σφάλμα στο οποίο υποπίπτει και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο το οποίο μάλιστα αρκείται στην απλή επικύρωση της απόφασης του Πρωτοβαθμίου τοιούτου και χωρίς να εμπεριέχει στην κρίση του ούτε την ανωτέρω (ελλιπή) αιτιολογία. Εξάλλου οι ισχυρισμοί που προβάλλει η εκκαλούσα, μεταξύ άλλων, και κατ’ εκτίμηση αυτών, α) ότι στα πειθαρχικά συμβούλια συμμετέχουν διοικητικοί υπάλληλοί της, χωρίς νομικές γνώσεις και ιδιαίτερη νομική κατάρτιση και β) ότι βασικότερο είναι να μετακινείται με ασφάλεια το επιβατικό κοινό από το να τηρείται ο τύπος της ύπαρξης ή μη πλήρους αιτιολογίας των πειθαρχικών αποφάσεων, είναι απορριπτέοι καθόσον ως προς τον πρώτο τα Πειθαρχικά Συμβούλια οφείλουν να γνωρίζουν ότι οι αποφάσεις τους αιτιολογούνται, κατ’ άρθρο τριακοστό πέμπτο παρ. 2 του Ν. 2669/1998, νόμος που προβλέπει τη συγκρότηση και λειτουργία αυτών (Πειθαρχικών Συμβουλίων) και ως προς τον δεύτερο η υποχρέωση για αιτιολόγηση των αποφάσεων των Πειθαρχικών Συμβουλίων δεν αναιρεί την υποχρέωση για ασφαλή μετακίνηση του επιβατικού κοινού. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και, εφόσον αμφότερες οι αποφάσεις πάσχουν κατά το σκέλος τους αυτό, είναι άκυρες. Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε όμοια και αναγνώρισε την ακυρότητα της υπ’ αρ. …/… αποφάσεως και της με την απόφαση αυτή επικυρωθείσας ποινής που επέβαλε στον ενάγοντα το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της εναγομένης και της υπ’ αρ. …/… αποφάσεως και της με την απόφαση αυτή επιβληθείσας ποινής της επίπληξης που του επέβαλε το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της εναγομένης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους της από ………  έφεσης πρέπει αν απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα.

 

 

            ………….  Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα, πρέπει η έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.  ……….